← Κύπρος

David Biggs ν. Αντώνη Ανδρέα Χρίστου κ.α., Αρ. Αγωγής: 5057/11, 26/5/2014

David Biggs ν. Αντώνη Ανδρέα Χρίστου κ.α., Αρ. Αγωγής: 5057/11, 26/5/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A222 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χ.Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5057/11 Μεταξύ: David Biggs, από την Πάφο, Ενάγοντα και

  1. Αντώνη Ανδρέα Χρίστου, από τη Λεμεσό
  2. Ιάκωβου Διογένους, από την Πάφο
  3. Παύλου Ευθυμίου, από την Πάφο Εναγομένων 26.
  4. Για τον Ενάγοντα: κ. Ν.Νεοκλέους για Ν.Ε.Νεοκλέους ΔΕΠΕ Για τον Εναγόμενο 3: κ. K.Καλαβάς για Paul (Pavlos) G. Efthymiou L.L.C. και Constantinos Kalavas L.L.C. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Ενάγοντας είναι άγγλος συνταξιούχος που διαμένει μόνιμα στη Πάφο. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης περί τον Ιανουάριο του 2007 γνώρισε τον Εναγόμενο 2 και αφού ανέπτυξαν φιλική σχέση ο τελευταίος τον έπεισε να αγοράσει ένα κτήμα με δύο παλιές κατοικίες στο χωριό Συλίκου, αναλαμβάνοντας να τον φέρει σε επαφή με τον ιδιοκτήτη. Εντός του Ιανουαρίου του 2007 ο Ενάγοντας επισκέφθηκε και επιθεώρησε το κτήμα και συνάντησε τον Εναγόμενο 1, Αντώνη Ανδρέα Χρίστου ο οποίος του συστήθηκε ως Ανδρέας Χρίστου αναφέροντας πως ήταν ο ιδιοκτήτης του κτήματος. Κατέληξαν ώστε ο Ενάγοντας να αγοράσει το κτήμα για Λ.Κ.250.000 και ο δικηγόρος του Ενάγοντα, ο Εναγόμενος 3 ενετάληκε να συντάξει το αγοραπωλητήριο έγγραφο. Το έγγραφο υπογράφηκε από τον Ενάγοντα στις 14.2.2007 ενώπιον του δικηγόρου που το άφησε στο δικηγόρο «ώστε αργότερα την ίδιαν ημέρα να υπογράψει και ο Εναγόμενος 1», όπως και έγινε. Προς εξόφληση του τιμήματος αγοράς ο Ενάγοντας με εντολή του Εναγόμενου 1 προέβηκε σε πέντε εμβάσματα σε λογαριασμό του Εναγόμενου 2 ως ακολούθως: Την 15.2.2007 έμβασε τα ποσά των €86.102,98, €158.989,60 και €94.713,28, ενώ την 20.2.2007 τα ποσά των €44.765,84 και €45.928,03 (Τεκμήριο 4). Τέλος Φεβρουαρίου 2007 στην παρουσία του Ενάγοντα ο Εναγόμενος 2 παρέδωσε στον Εναγόμενο 1 Λ.Κ.250.000 σε μετρητά. Μετά από μερικές βδομάδες ο Εναγόμενος 2 πληροφόρησε τον Ενάγοντα ότι η οικογένεια του Εναγόμενου 1 αντιτίθετο στην πώληση και ότι αυτή θα ακυρωνόταν και τον διαβεβαίωσε ότι ο Εναγόμενος 1 θα του επέστρεφε το ποσό που είχε πληρώσει. Πέρασε χρόνος χωρίς να επιστραφούν τα χρήματα οπόταν, στις πιέσεις του Ενάγοντα, ο Εναγόμενος 2 του αποκάλυψε ότι ο Εναγόμενος 1 δεν ήταν ο Αντρέας Χρίστου ο ιδιοκτήτης του κτήματος που είχε αποβιώσει. Την 21.11.2007 ο Ενάγοντας απέσυρε το έγγραφο (Τεκμήριο 6) που είχε καταθέσει την 21.2.2007 στο Κτηματολόγιο (Τεκμήριο 5). Ο Εναγόμενος 1 επέστρεψε στον Ενάγοντα ποσό €5.
  5. Ο Ενάγοντας κατάγγειλε την υπόθεση στην Αστυνομία και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 καταχωρίστηκε η ποινική υπόθεση 19276/09 Ε.Δ.Πάφου (αντίγραφο του κατηγορητηρίου παρουσιάστηκε - Τεκμήριο 7). Εναντίον του Εναγόμενου 1 που δεν εμφανίστηκε στην αγωγή εκδόθηκε ερήμην του απόφαση την 3.2.
  6. Διατάχθηκε να πληρώσει στον Ενάγοντα Λ.Κ.245.000 (€418.607,35) πλέον νόμιμο τόκο από 23.2.2008 πλέον έξοδα. Εναντίον του Εναγομένου 2 η αγωγή αποσύρθηκε και απορρίφθηκε την 11.11.2013 μετά την έναρξη της ακρόασης κατά το κλείσιμο της υπόθεσης του Ενάγοντα. Επιδικάστηκαν έξοδα υπέρ του Εναγομένου
  7. Η απόσυρση έγινε μετά που ο Εναγόμενος 2 αθωώθηκε από το Ε.Δ. Πάφου στην προαναφερθείσα ποινική υπόθεση. Στην ίδια υπόθεση ο Εναγόμενος 1 κρίθηκε ένοχος στις κατηγορίες της πλαστογραφίας, κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις και πλαστοπροσωπίας και καταδικάστηκε σε φυλάκιση. Η αγωγή παραμένει προς εκδίκαση εναντίον του Εναγομένου 3 δικηγόρου ο οποίος, σύμφωνα με την αξίωση, ενώ ανέλαβε να χειριστεί εκ μέρους του Ενάγοντα νομικά την όλη δικαιοπραξία της αγοραπωλησίας και να καταρτίσει το σχετικό συμβόλαιο και συνήφθηκε σύμβαση παροχής νομικών υπηρεσιών για την κατάρτιση του συμβολαίου και την προστασία των συμφερόντων του Ενάγοντα, αυτός «κατά παράβαση της ταύτης συμφωνίας και/ή αμελώς συμπεριφερόμενος και/ή, κατά παράβαση καθήκοντος, παρέλειψε να ασκήσει την δέουσα επιμέλεια, δεξιότητα, προσοχή και ικανότητα που αναμένεται υπό ένα λογικό και ικανό δικηγόρο στην τέλεση των προαναφερθέντων ανειλημμένων υπό αυτού υποχρεώσεων». Ότι ουσιαστικά αποδίδεται στο δικηγόρο είναι ότι παρέλειψε να διαπιστώσει την πραγματική ταυτότητα του Εναγομένου 1 και αποδέχθηκε όπως ο τελευταίος υπογράψει το συμβόλαιο ως ο ιδιοκτήτης του κτήματος Αντρέας Χρίστου. Αναφέρεται στην Εκθεση Απαίτησης ότι ο Ενάγοντας πλήρωσε στο δικηγόρο ως αμοιβή €2.000 και σε κάποιο άλλο δικηγόρο Ανδρέα Αλεξίου €
  8. Ποσό €5.000 επιστράφηκε από τον Εναγόμενο 1 στον Ενάγοντα, όμως, προφανώς εκ παραδρομής λογίστηκε ποσό Λ.Κ.5.000, ώστε να αξιώνεται εναντίον του δικηγόρου το ποσό των Λ.Κ.245.000 (€418,607,35) πλέον νόμιμο τόκο ως επίσης το ποσό των €2.300 ως ειδικές αποζημιώσεις. Με τη γραπτή του δήλωση (Τεκμήριο 1 και μετάφραση στα Ελληνικά Τεκμήριο 2) ο Ενάγοντας (Μ.Ε.1) υποστήριξε τους ισχυρισμούς της Εκθεσης Απαίτησης. Ο Εναγόμενος 3 με την Έκθεση Υπεράσπισης του προβάλλει τη θέση ότι η επίδικη συναλλαγή αφορούσε σε παροχή δανείου από τον Ενάγοντα σε κάποιο πρόσωπο και πως η υπογραφή του πωλητηρίου εγγράφου συνιστούσε ασφάλεια για το δάνειο, έτσι που εάν το ποσό του δανείου δεν επιστρέφετο σε ένα μήνα ο Ενάγοντας θα εγγράφετο ως ιδιοκτήτης του κτήματος. Εάν το δάνειο εξοφλείτο, το αγοραπωλητήριο έγγραφο θα θεωρείτο άκυρο και ο Ενάγοντας θα το απέσυρε από το Κτηματολόγιο. Ο δικηγόρος συμβούλευσε τον Ενάγοντα να μην προβεί στην δικαιοπραξία, αλλά ο τελευταίος επέμενε ακόμα και μετά που ο δικηγόρος τον πληροφόρησε ότι κατόπιν ελέγχου που είχε διενεργήσει διαπίστωσε ότι το κτήμα βαρύνετο με υποθήκη προς όφελος της ΣΠΕ Κυπερούντας. Το δάνειο δεν εξοφλήθηκε και κατά ή περί τις αρχές του Απριλίου του 2007 ο Ενάγοντας έδωσε εντολή στο δικηγόρο όπως η προθεσμία εξόφλησης που αναφερόταν στο αγοραπωλητήριο έγγραφο παραταθεί μέχρι 30.5.
  9. Ο Ενάγοντας απέσυρε το αγοραπωλητήριο έγγραφο από το Κτηματολόγιο παρά την αντίθετη συμβουλή του. Είναι παραδεκτό από την Υπεράσπιση ότι το αγοραπωλητήριο έγγραφο υπόγραψε ως πωλητής ο Εναγόμενος 1 που δεν ήταν ο ιδιοκτήτης του. Ιδιοκτήτης του κτήματος ήταν ο Ανδρέας Χρίστου, αποβιώσας, πατέρας του Εναγομένου
  10. Δικογραφείται πως ο Εναγόμενος 1 έπεισε τόσο τον Ενάγοντα όσο και τον δικηγόρο ότι ήταν ο ίδιος ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του κτήματος επιδεικνύοντας το δελτίο ταυτότητας του αποθανόντος πατέρα του. Αναφέρεται πως ο δικηγόρος έλεγξε το δελτίο ταυτότητας και μη γνωρίζοντας τον Εναγόμενο 1 δεν είχε λόγο να υποπτευθεί ότι ήταν άλλος. Αναφέρεται ακόμα πως δεν ήταν καθήκον του δικηγόρου ούτε είχε εντολή να διενεργήσει έρευνα για την εξακρίβωση της πραγματικής ταυτότητας του Εναγόμενου
  11. Δικογραφείται ακόμα πως ο Ενάγοντας παρουσίασε τον Εναγόμενο 1 στο δικηγόρο ως τον ιδιοκτήτη του ακινήτου. Η δικηγορική αμοιβή που έλαβε πληρώθηκε κατόπιν αγωγής που είχε εγερθεί εναντίον του Ενάγοντα και κατόπιν συμβιβασμού και δεν μπορεί να επιστραφεί. Τέλος αρνείται ο Εναγόμενος 3 ότι υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ζημιάς του Ενάγοντα και των δικών του ενεργειών. Στην Εκθεση Απαίτησης δεν υπάρχει ρητός ισχυρισμός ότι η ισχυριζόμενη αμέλεια ή αντισυμβατική συμπεριφορά του δικηγόρου συνδέεται με την απώλεια του Ενάγοντα. Δεν δικογραφείται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ζημιάς και των αποδιδόμενων στο δικηγόρο παραλείψεων. Αναφέρεται, ωστόσο, (παρ. 25) πως ο Ενάγοντας δεν θα υπέγραφε το αγοραπωλητήριο έγγραφο και δεν θα πλήρωνε τις Λ.Κ.250.000 εάν γνώριζε ότι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης ήταν ο Αντρέας Χρίστου. Προφανώς ό,τι εννοείται είναι πως δεν γνώριζε πως ο ιδιοκτήτης ήταν ο αποβιώσας πατέρας του Εναγόμενου
  12. Ο Ενάγοντας γνώριζε ότι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης ονομαζόταν Αντρέας Χρίστου. Εκείνο που δεν γνώριζε ήταν ότι ο Εναγόμενος 1 δεν ήταν ο Αντρέας αλλά ο Αντώνης Χρίστου. Το αγοραπωλητήριο έγγραφο υπόγραψε ο Ενάγοντας σύμφωνα με τη δική του εκδοχή πριν την υπογραφή του από τον Εναγόμενο 1, δηλαδή σε χρόνο προγενέστερο των παραλείψεων που αποδίδει στο δικηγόρο. Δεν στηρίζεται η υπόθεση του Ενάγοντα στο ότι οι όποιες παραλείψεις του δικηγόρου οδήγησαν στο να υπογράψει το αγοραπωλητήριο έγγραφο και να δεσμευτεί συμβατικά. Αλλωστε, αυτό ήταν εξ υπαρχής άκυρο συνεπεία της απάτης του Εναγόμενου
  13. Καταλογίζεται στον δικηγόρο ότι όφειλε να ελέγξει και διαπιστώσει ή αντιληφθεί ότι ο Εναγόμενος 1 δεν ήταν ο Αντρέας Χρίστου, να μην του επιτρέψει να υπογράψει το αγοραπωλητήριο έγγραφο και να ενημερώσει σχετικά τον Ενάγοντα. Αυτός ο συνειρμός προκύπτει αβίαστα από την Εκθεση Απαίτησης και τεκμηριώνεται από τους ισχυρισμούς γεγονότων που προβάλλονται σε αυτή. Η ουσία της υπόθεσης του Ενάγοντα εναντίον του δικηγόρου είναι ότι δεν διαπίστωσε πως το αγοραπωλητήριο έγγραφο δεν υπόγραψε ο ιδιοκτήτης του κτήματος. Ο Ενάγοντας, πιστεύοντας πως είχε στα χέρια του ένα έγκυρο αγοραπωλητήριο έγγραφο, προχώρησε στην πληρωμή του τιμήματος αγοράς, κάτι που αναμφίβολα δεν θα έπραττε εάν γνώριζε πως κανένα δικαίωμα δεν είχε αποκτήσει επί του κτήματος. O δικηγόρος του Ενάγοντα αναφέρθηκε στη γραπτή του αγόρευση στις πρόνοιες του άρθρου 68 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.
  14. Όχι βέβαια για να εισηγηθεί πως η αξίωση του πελάτη του έχει παραγραφεί, αλλά για να αντικρούσει τυχόν τέτοια επιχειρηματολογία από πλευράς του Εναγόμενου
  15. Αναγνωρίζει ο Ενάγοντας πως ζήτημα παραγραφής εξετάζεται από το Δικαστήριο και αυτεπάγγελτα, οπόταν το γεγονός πως τέτοιο ζήτημα δεν εγείρεται στην Εκθεση Υπεράσπισης του Εναγόμενου 3 δεν συνιστά κώλυμα. Αναφέρει, ωστόσο, πως η μη δικογράφηση τέτοιου ζητήματος και η μη έγερση του με την προσαχθείσα από τον Εναγόμενο 3 μαρτυρία, δεν έδωσε την ευκαιρία στον Ενάγοντα να απαντήσει σε αυτό. Εάν αυτό που εισηγείται ο δικηγόρος του Ενάγοντα είναι πως ο Εναγόμενος 3 εμποδίζεται από του να εγείρει το ζήτημα ή ότι απεμπόλησε το δικαίωμα του να το εγείρει, παρατηρώ πως τέτοια προσέγγιση είναι ασυμβίβαστη με την προαναφερόμενη αναγνώριση πως το ζήτημα μπορεί να εξεταστεί και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο. Περαιτέρω θα σημείωνα πως ο ενάγοντας για να επιτύχει σε μια αγωγή πρέπει να αποδείξει τη νομιμότητα της απαίτησης του σε κάθε πτυχή της περιλαμβανομένης και της πτυχής που αφορά την μη παραγραφή της. Με αναφορά στην Νικόλα ν. Κυπριακής Δημοκρατίας κ.α.

(2011)3 Α.Α.Δ. 583, ο δικηγόρος του Ενάγοντα σημειώνει πως η ευχέρεια του Δικαστηρίου να εξετάσει ένα θέμα αυτεπάγγελτα προϋποθέτει ότι όλα τα σχετικά στοιχεία βρίσκονται ενώπιον του, για να υποβάλει πως στην παρούσα υπόθεση τα μόνα στοιχεία που έχει ενώπιον του το Δικαστήριο είναι η ημερομηνία υπογραφής του αγοραπωλητηρίου εγγράφου και η ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής. Κατά πόσο συντρέχουν οι λόγοι των εδαφίων (β), (γ) ή (δ) του άρθρου 68, συνεχίζει η επιχειρηματολογία του δικηγόρου του Ενάγοντα, δεν θα το μάθουμε ποτέ γιατί δεν δόθηκε η ευκαιρία στον Ενάγοντα να δώσει μαρτυρία επί του θέματος της παραγραφής, αλλά ούτε και ο Εναγόμενος 3 έθιξε το θέμα, για να καταλήξει πως το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να ασχοληθεί με το ζήτημα γιατί δεν έχει ενώπιον του όλα τα στοιχεία για να μπορέσει να αποφασίσει. Το άρθρο 68 καθ΄ όση έκταση ενδιαφέρει, προνοεί ότι: «Καμιά αγωγή δεν εγείρεται για αστικό αδίκημα, εκτός αν αυτή εγερθεί- (α) εντός τριών ετών αμέσως μετά την πράξη ή παράλειψη για την οποία εγέρθηκε η αγωγή, ή (β) αν το αστικό αδίκημα προκαλεί νέα ζημιά κατά εξακολούθηση από μέρα σε μέρα, εντός τριών ετών από την κατάπαυση αυτής, ή (γ) αν η βάση της αγωγής δεν προκύπτει από την τέλεση οποιασδήποτε πράξης ή παράλειψης για τέλεση πράξης αλλά από τη ζημιά που απορρέει από την πράξη αυτή ή παράλειψη εντός των τριών αμέσως επόμενων ετών μετά που ο ενάγοντας υπέστη τη ζημιά, ή (δ) αν το αστικό αδίκημα δόλια αποκρύφτηκε από τον εναγόμενο, εντός τριών ετών από την ανακάλυψη του από τον ενάγοντα, ή από το χρόνο που θα ανακαλύπτετο από αυτό αν κατέβαλλε εύλογη φροντίδα και επιμέλεια: ...» Η ζημιά του Ενάγοντα προκλήθηκε όταν αυτός πλήρωσε το τίμημα αγοράς. Η πληρωμή του τελευταίου μέρους του τιμήματος αγοράς πραγματοποιήθηκε την 20.2.2007 πέραν των 4½ ετών πριν την καταχώρηση της αγωγής. Τούτο απαντά στην επιχειρηματολογία σε σχέση με τα εδάφια (β) και (γ). Το αστικό αδίκημα που αναφέρεται στο εδάφιο (δ) ήταν η παράλειψη του δικηγόρου να διαπιστώσει ότι το πρόσωπο που παρουσιάστηκε ενώπιον του και υπόγραψε ως ο πωλητής του κτήματος δεν ήταν ο ιδιοκτήτης του. Ο Ενάγοντας όταν πληροφορήθηκε από τον Εναγόμενο 2 πως ο Εναγόμενος 1 δεν ήταν ο Αντρέας Χρίστου, γνώριζε πλέον πως ο δικηγόρος είχε αποτύχει να το διαπιστώσει κατά την υπογραφή του αγοραπωλητηρίου εγγράφου. Αυτό έγινε σε χρόνο πριν ο Ενάγοντας αποσύρει το αγοραπωλητήριο έγγραφο από το Κτηματολόγιο τον Νοέμβριο του 2007, τον Οκτώβριο του 2007, όπως αναφέρει στην κατάθεση του στην αστυνομία ημερ. 20.9.2008 (Τεκμήριο 16), δηλαδή σχεδόν 4 χρόνια πριν την καταχώρηση της αγωγής. Καταλήγω πως η αξίωση του Ενάγοντα εναντίον του Εναγόμενου 3 στη βάση αστικού αδικήματος, δηλαδή αυτού της αμέλειας, είχε παραγραφεί προ της καταχώρησης της παρούσας αγωγής. Αυτό δεν είναι το τέλος της αγωγής, αφού πέραν από το αστικό αδίκημα της αμέλειας, η αξίωση του Ενάγοντα εναντίον του Εναγόμενου 3 εδράζεται και σε παράβαση σύμβασης και παράβαση καθήκοντος, εννοείται επιβαλλόμενου από νόμο, που δεν επηρεάζονται από τις πρόνοιες του άρθρου 68 του Κεφ.
  1. Είναι δηλαδή η υπόθεση του Ενάγοντα πως ο δικηγόρος παρέβηκε τη συμφωνία στη βάση της οποίας ανέλαβε την παροχή των σχετικών νομικών υπηρεσιών. Δεν αναφέρεται οπουδήποτε στην Εκθεση Απαίτησης πως ήταν ρητός ή εξυπακουόμενος όρος της συμφωνίας ότι ο δικηγόρος αναλάμβανε να ελέγξει ότι αυτός που θα υπόγραφε ως πωλητής θα ήταν ο ιδιοκτήτης του κτήματος, σαφώς όμως το τελευταίο αναφύεται από το περιεχόμενο της Εκθεσης Απαίτησης αφού οι λεπτομέρειες της παραγράφου 24 προβάλλονται και ως παράβαση σύμβασης. Εφόσον, για παράδειγμα, με τις λεπτομέρειες της παραγράφου 24 (ζ) αποδίδεται στο δικηγόρο ότι κατά παράβαση σύμβασης παρέλειψε να διαπιστώσει την πραγματική ταυτότητα του υπογραφέντος Αντώνη Χρίστου, αυτό σημαίνει ότι ο Ενάγοντας επικαλείται ότι ο δικηγόρος είχε εξυπακουόμενη συμβατική υποχρέωση να διαπιστώσει την πραγματική ταυτότητα του προσώπου που υπόγραψε ως πωλητής. Το μέτρο των αποζημιώσεων, σε περίπτωση ευθύνης του δικηγόρου, ορθά καθορίστηκε ως το ποσό που ο Ενάγοντας κατέβαλε προς εξόφληση του τιμήματος αγοράς μείον το ποσό που του επιστράφηκε από τον Εναγόμενο
  2. Είναι το ποσό που δεν θα κατέβαλλε εάν ο δικηγόρος είχε διαπιστώσει πως ο Εναγόμενος 1 δεν ήταν ο Αντρέας Χρίστου, ο ιδιοκτήτης του κτήματος που περιγραφόταν στο αγοραπωλητήριο έγγραφο. Το μέτρο των αποζημιώσεων δεν θα μπορούσε να ήταν η αξία του κτήματος. Ο Ενάγοντας δεν θα μπορούσε σε καμιά περίπτωση να το αποκτήσει ή να λάβει έγκυρο γι΄ αυτό αγοραπωλητήριο έγγραφο, όσο επιμελής κι' αν ήταν ο δικηγόρος. Αναφέρεται στο αγοραπωλητήριο έγγραφο πως το κτήμα ήταν υποθηκευμένο στην ΣΠΕ Κυπερούντας για το ποσό των Λ.Κ.34.860,40 (βλ. ακόμα το Πιστοποιητικό Ερευνας Ακίνητης Ιδιοκτησίας - Τεκμήριο 9). Το γεγονός δεν έχει επίδραση στις αποζημιώσεις που ο Ενάγοντας θα δικαιούται. Ο Ενάγοντας πλήρωσε Λ.Κ.250.000 έναντι εγκύρου αγοραπωλητηρίου εγγράφου συγκεκριμένου κτήματος που βαρύνετο με συγκεκριμένη υποθήκη. Εφόσον το αγοραπωλητήριο έγγραφο ήταν άκυρο η απώλεια του ήταν Λ.Κ.250.
  3. Το γεγονός ότι ο Ενάγοντας, κατά παράβαση της συμβουλής του δικηγόρου, απέσυρε την 2.11.2007 το αγοραπωλητήριο έγγραφο από το Κτηματολόγιο (Τεκμήριο 6), δεν επηρεάζει την αξίωση του. Το αγοραπωλητήριο έγγραφο ήταν άκυρο και η κατάθεση του στο Κτηματολόγιο την 21.2.2007 (Τεκμήριο 5) ουδεμία εξασφάλιση παρείχε στον Ενάγοντα. Εάν δεν το απέσυρε θα μπορούσε να εξαναγκαστεί μέσω της δικαστικής οδού να το πράξει και θα επιβαρύνετο και τα έξοδα της διαδικασίας. Πρακτικά μόνο εάν δεν απέσυρνε το έγγραφο θα μπορούσε να το χρησιμοποιήσει ίσως ως μοχλό πίεσης. Το ποσό που ο Ενάγοντας πλήρωσε ήταν Λ.Κ.250.
  4. Το ποσό που του επιστράφηκε από τον Εναγόμενο 1 ήταν €5.000 (Τεκμήριο 13). Εφόσον ο ίδιος περιορίζει την αξίωση του στις Λ.Κ.245.000, το ζήτημα τελειώνει εδώ. Όπως προειπώθηκε, το ποσό εξοφλήθηκε στις 20.2.2007 και στη γενική οπισθογράφηση του Κλητηρίου Εντάλματος αξιωνόταν τόκος από 23.2.
  5. Εντούτοις, με την Τροποποιημένη Εκθεση Απαίτησης αξιώνεται νόμιμος τόκος από 23.2.
  6. Παρουσιάστηκε φωτοαντίγραφο εγγράφου (Τεκμήριο 11) φερόμενου ως δήλωση του Ενάγοντα, ημερομηνίας 17.7.2008, επί το ότι λίγες μέρες μετά που έμβασε στο λογαριασμό του Εναγόμενου 2 το ποσό των Λ.Κ.250.000, ο Εναγόμενος 2 απέσυρε το ποσό από την τράπεζα και τον πλήρωσε το ίδιο ποσό σε μετρητά. Ο Ενάγοντας αναγνώρισε την υπογραφή του στο κάτω μέρος του εγγράφου, υποστηρίζοντας πως το κείμενο στο πάνω μέρος είναι ανεξάρτητο κείμενο που ενδεχομένως φωτοτυπήθηκε πάνω σε άλλο έγγραφο που έφερε την υπογραφή του. Αποδέχομαι τη θέση του Ενάγοντα πως δεν του επιστράφηκε το ποσό των Λ.Κ.250.000 και πως δεν υπόγραψε ότι εισέπραξε τέτοιο ποσό. Δεν διατηρώ την παραμικρή αμφιβολία πως το έγγραφο είναι πλαστό. Κατά πρώτο λόγο είναι ασυμβίβαστο με αδιαμφισβήτητα άλλα γεγονότα. Όπως το γεγονός ότι άλλες €5.000 πληρώθηκαν από τον Εναγόμενο 1 στον Ενάγοντα. Η ημερομηνία 17.7.2008 αφορά σε χρόνο περί τους δύο μήνες μετά που ο Ενάγοντας είχε καταγγείλει την υπόθεση στην αστυνομία και εάν πραγματοποιείτο τέτοια πληρωμή θα αναμενόταν να γίνει ενώπιον των Αστυνομικών Αρχών. Ανέφερε ο Ενάγοντας πως σε κάποιο στάδιο μετά την καταγγελία του και όταν η αστυνομία κρατούσε το διαβατήριο του Εναγόμενου 2, ο ίδιος υπέγραψε και παρέδωσε στον Εναγόμενο 2 έγγραφο με το οποίο συγκατατίθετο ώστε να του επιστραφεί το διαβατήριο του. Ο Εναγόμενος 2 τον είχε πείσει πως χρειαζόταν να μεταβεί στην Ουκρανία για να εξασφαλίσει χρηματικό ποσό για να τον εξοφλήσει. Είναι πιθανό ο Εναγόμενος 2 να χρησιμοποίησε το πιο πάνω έγγραφο φωτοτυπώντας πάνω από την υπογραφή του Ενάγοντα τη δήλωση που φαίνεται στο Τεκμήριο
  7. Επικαλέστηκε ο Εναγόμενος 3 επιστολή του δικηγόρου του Ενάγοντα ημερ. 19.1.2012 (Τεκμ΄. 19) στην οποία αναφέρετο πως ο Ενάγοντας ήταν διατεθειμένος να αποσύρει την υπόθεση εναντίον του εάν ο Εναγόμενος 3 του κατάβαλλε €10.
  8. Είναι η θέση του Εναγόμενου 3 πως η επιστολή συνιστά αποποίηση εκ μέρους του Ενάγοντα των όποιων δικαιωμάτων εναντίον του. Δεν συμφωνώ με τη θέση του Εναγομένου
  9. Ο Εναγόμενος 3 δεν αποδέχθηκε την πρόταση του Ενάγοντα. Εάν την αποδεχόταν και πλήρωνε θα δικαιούνταν να εμμένει στην απόσυρση και απόρριψη της παρούσας αγωγής. Καταλήγω πως εάν ο δικηγόρος υπέχει ευθύνης ο Ενάγοντας δικαιούται να αποζημιωθεί και το ποσό των Λ.Κ.245.
  10. Δεν αποδέχομαι τη θέση του Εναγόμενου 3 ότι την ημέρα της υπογραφής του αγοραπωλητηρίου ο Ενάγοντας και ο Εναγόμενος 1 προσήλθαν μαζί στο γραφείο του. Στην διά ζώσης μαρτυρία του ανάφερε πως ήταν στο σύνολο τρία πρόσωπα, ο Ενάγοντας και οι Εναγόμενοι 1 και
  11. Στην κατάθεση του στην αστυνομία την 19.5.2008 (Τεκμήριο 25) είχε αναφέρει πως ο Ενάγοντας συνοδευόταν από 2 ή 3 πρόσωπα. Παρουσίασε ο δικηγόρος αντίγραφο έκθεσης του πραγματογνώμονα σε γραφολογικά ζητήματα Ανδρέα Παναγιώτου (Τεκμήριο 24), που είχε κατατεθεί στην ποινική υπόθεση εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, στην οποία ο εμπειρογνώμονας καταλήγει ότι ο Εναγόμενος 2 δεν είχε υπογράψει ως μάρτυρας στο αγοραπωλητήριο έγγραφο, όπως ο Ενάγοντας ισχυρίστηκε. Τούτο δεν έχει καταλυτική σημασία. Εφόσον είναι κοινό έδαφος ότι ο Εναγομενος 2 πήγε στο γραφείο του δικηγόρου ο Ενάγοντας μπορεί να δημιούργησε λανθασμένη εντύπωση πως είχε υπογράψει ως μάρτυρας. Απορρίπτω ακόμα τη θέση του Εναγόμενου 3 ότι έλεγξε οποιαδήποτε ταυτότητα που του παρουσίασε ο Εναγόμενος
  12. Στην κατάθεση του στην αστυνομία είχε αναφέρει ότι δεν ζήτησε ταυτότητα από τον Εναγόμενο 1 γιατί τα στοιχεία του αναγράφονταν στο αντίγραφο του τίτλου ιδιοκτησίας που είχε λάβει με τηλεομοιότυπο. Αυτή είναι ουσιώδης αντίφαση με τη μαρτυρία. Ακόμα, όμως, και να δεχόμουν τη διά ζώσης μαρτυρία του Εναγόμενου 3 τα πράγματα δεν θα άλλαζαν και πολύ αφού η θέση του Εναγόμενου από το εδώλιο του μάρτυρα ήταν πως είδε το όνομα και τον αριθμό στην ταυτότητα δεν έλεγξε, όμως, την ημερομηνία γέννησης ούτε έδωσε σημασία στη φωτογραφία. Ο Εναγόμενος 3 (Μ.Υ.1) (Γραπτή Δήλωση - Τεκμήριο 20) δικηγορεί στην Πάφο από το
  13. Ο Ενάγοντας χρησιμοποίησε τις υπηρεσίες του το 1999 - 2000 όταν του ανέθεσε την ετοιμασία εγγράφου για την αγορά της κατοικίας του. Τον Φεβρουάριο 2007 τον επισκέφθηκε στο γραφείο του και του ανέθεσε τη σύνταξη ενός αγοραπωλητηρίου εγγράφου όπου ο ίδιος θα εμφανιζόταν ως ο αγοραστής ενώ ο ιδιοκτήτης θα υπέγραφε ως ο πωλητής του αναφερόμενου κτήματος. Ο δικηγόρος υποστήριξε πως, όπως ο Ενάγοντας του ανέφερε, ο σκοπός του αγοραπωλητηρίου εγγράφου δεν ήταν η απόκτηση από τον Ενάγοντα της κυριότητας του αναφερόμενου σε αυτό κτήματος, αλλά θα εξυπηρετούσε ως εξασφάλιση για την αποπληρωμή προς τον Ενάγοντα δανείου που θα έκαμνε προς τον Εναγόμενο
  14. Επικαλέστηκε προς υποστήριξη της θέσης του τον όρο 6 του αγοραπωλητηρίου εγγράφου (Τεκμήριο 3), που εισάχθηκε, όπως αναφέρει, κατόπιν επιμονής του Ενάγοντα, και που προνοεί (σε ελεύθερη μετάφραση) ότι: «Στην περίπτωση που ο πωλητής επιστρέψει το ποσό των £250.000 στον αγοραστή, εντός ενός μηνός μετά την υπογραφή της συμφωνίας, τότε η παρούσα συμφωνία θα θεωρηθεί άκυρη και ο αγοραστής θα έχει την υποχρέωση να την αποσύρει από το Κτηματολόγιο». Αφ΄ εαυτού, ο όρος 6 δεν τεκμηριώνει τη θέση του δικηγόρου ότι επρόκειτο για δανεισμό, είναι ωστόσο γεγονός πως στο αποτέλεσμα του θα μπορούσε να είναι ένας εύσχημος τρόπος κατοχύρωσης του Ενάγοντα ότι θα ελάμβανε πίσω τα χρήματα του, διαφορετικά θα αποκτούσε την κυριότητα του κτήματος. Επικαλέστηκε ακόμα ο δικηγόρος ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 6.4.2007 (Τεκμήριο 21), που αποδίδει στον Ενάγοντα, στο οποίο αναφέρεται ότι το αγοραπωλητήριο έγγραφο είχε χρησιμοποιηθεί ως εγγύηση («...the sale contract for the land being used as collateral .») πως είχε εκπνεύσει η σχετική προθεσμία και πως τα μέρη είχαν συμφωνήσει να παραταθεί μέχρι 30.5.
  15. Ο Ενάγοντας κατά τη διά ζώσης μαρτυρία του αναγνώρισε πως το Τεκμήριο 21 είναι ηλεκτρονικό μήνυμα από το δικό του ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, όμως, δεν θυμόταν το περιεχόμενο του. Ανάφερε πως δεν γνώριζε τι σημαίνει η λέξη «collateral». Ακόμα, πως τον ηλεκτρονικό του υπολογιστή χρησιμοποιούσε και κάποιος Patrick τον οποίο ενέπλεξε και στα επίδικα γεγονότα. Ανάφερε πως ο Patrick του σύστησε κάποιο Δημήτρη ο οποίος είναι το πρόσωπο που του σύστησε τον Εναγόμενο
  16. Αναίρεσε δηλαδή την αρχική του θέση ότι τον Εναγόμενο 1 του σύστησε ο Εναγόμενος
  17. Τα ποσά που έμβασε ο Ενάγοντας στον Εναγόμενο 2 για να πληρωθεί ο Εναγόμενος 1, προέρχονταν από τραπεζικούς λογαριασμούς σε κυπριακές και αγγλικές λίρες. Από τις 5 μεταφορές που έγιναν τα 4 έγιναν από λογαριασμό του Ενάγοντα και της συζύγου του που ήταν σε Κυπριακές Λίρες. Στη μεταφορά στο λογαριασμό του Εναγόμενου 2 μετατράπηκαν σε ευρώ, όπως και η μια μεταφορά που προέρχετο από λογαριασμό σε αγγλικές στερλίνες. Διατείνεται ο δικηγόρος πως τούτο έγινε γιατί η συμφωνία δανείου ήταν σε ευρώ. Γεγονός παραμένει πως ο λογαριασμός των Εναγομένων 2, όπου μεταφέρθηκαν τα χρήματα, ήταν σε ευρώ, συνεπώς της όποιας μεταφοράς σε αυτόν έπρεπε να προηγηθεί μετατροπή του νομίσματος. Πέραν τούτου, και εάν η επίδικη συμφωνία συνιστούσε κατοχύρωση για επιστροφή δανείου, ότι προέβλεπε να επιστραφεί ήταν Λ.Κ.250.000 και όχι κάποιο ποσό σε ευρώ. Από την άλλη, όπως ο Ενάγοντας δικογραφεί, τα ποσά που κατέβαλε προς τον πωλητή αναγνωρίζει ότι ο ίδιος επιβαρύνθηκε τα κόστα μετατροπής κάτι που είναι πολύ παράξενο αφού συμφώνησε να αγοράσει το κτήμα σε κυπριακές λίρες και πλήρωνε σε κυπριακές λίρες. Περαιτέρω, έχοντας υπόψη την ισοτιμία της αγγλικής λίρας με το ευρώ και του ευρώ με την κυπριακή λίρα, όπως παρουσιάζονται στα σχετικά τραπεζικά έντυπα (Τεκμήριο 4), το συνολικό ποσό που πληρώθηκε στον Εναγόμενο 2 ήταν Λ.Κ.250.
  18. Επομένως, εάν επρόκειτο πράγματι περί δανεισμού, το δάνειο ήταν άτοκο, κάτι που είναι πολύ ασύνηθες μεταξύ προσώπων που δεν έχουν ιδιαίτερη σχέση μεταξύ τους. Σε κατάθεση που ο Εναγόμενος 3 έδωσε στην αστυνομία την 19.5.2008 (Τεκμήριο 25) είχε αναφέρει πως ο Ενάγοντας του είχε μιλήσει για επένδυση στη μορφή αγοράς ακινήτου στο χωριό Συλίκου και όχι για δάνειο που θα παραχωρούσε. Γίνεται αναφορά στην κατάθεση στον όρο για επιστροφή του ποσού από τον πωλητή στον Ενάγοντα όχι όμως στην έννοια της επιστροφής ποσού που δανείστηκε, αλλά ως επιλογή του πωλητή για κάποια περίοδο να υπαναχωρήσει της συμφωνίας. Καταλήγω στο να απορρίψω τη θέση του Εναγόμενου 3 ότι η επίδικη συναλλαγή αφορούσε σε δάνειο από τον Ενάγοντα προς τον Εναγόμενο
  19. Ο Ενάγοντας δεν ήταν και ο πιο ξεκάθαρος μάρτυρας. Βρισκόταν, κατά την παρουσία του στο εδώλιο του μάρτυρα κάτω από μεγάλο άγχος. Όμως, οι λεπτομέρειες σε τέτοιου είδους υπόθεση δεν έχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα. Αναμφίβολα εξαπατήθηκε από τον Εναγόμενο 1 ίσως και με τη συνδρομή άλλων. Πλήρωσε τα χρήματα που ανάφερε και υπέστηκε την οικονομική ζημιά. Δεν είχε λόγο να ψευδολογήσει και όπως θα δούμε πιο κάτω κατά κύριο λόγο η υπόθεση κρίνεται επί κοινού εδάφους ή παραδοχών του δικηγόρου. Όμως, ακόμη και αν η θέση του δικηγόρου γινόταν αποδεκτή, τούτο δεν θα διαφοροποιούσε τις όποιες τυχόν υποχρεώσεις του να επιβεβαιώσει ότι αυτός που θα υπόγραφε ως ο πωλητής ήταν ο ιδιοκτήτης. Το αγοραπωλητήριο θα συνιστούσε πραγματική εξασφάλιση μόνο εάν ήταν έγκυρο και εάν δεν υπογραφόταν από τον ιδιοκτήτη του κτήματος ουδεμία εξασφάλιση θα παρείχε προς τον Ενάγοντα ότι, υπό το βάρος να απωλέσει την κυριότητα του κτήματος του, ο ιδιοκτήτης οφειλέτης θα επέστρεφε το ποσό του δανείου. Αλλωστε, και σε αυτή την περίπτωση, εάν δεν επιστρέφετο το δάνειο η θεραπεία θα ήταν η υλοποίηση των προνοιών του αγοραπωλητηρίου εγγράφου ώστε ο Ενάγοντας να λάβει την κυριότητα του κτήματος. Οπόταν και πάλιν θα έπρεπε το αγοραπωλητήριο να είναι έγκυρο. Απεναντίας θα έλεγα πως, εάν επρόκειτο για τέτοιου είδους δοσοληψία, δηλαδή δάνειο με εγγύηση για την αποπληρωμή του υποχρέωση μεταβίβασης του κτήματος που αναφερόταν στο έγγραφο, οι περιστάσεις δεν θα ήταν οι συνήθεις μιας αγοραπωλησίας ακίνητης ιδιοκτησίας και αν όχι περισσότερη αναμφίβολα όχι λιγότερη προσοχή θα αναμενόταν να ασκηθεί από το δικηγόρο. Όπως ο ίδιος ο δικηγόρος κατέθεσε, διενήργησε έλεγχο αναφορικά με το επίδικο ακίνητο. Διαπίστωσε ότι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του ήταν κάποιος Ανδρέας Χρίστου Παναγή. Πράγματι υφίστατο άδεια οικοδομής για την ανέγερση δύο ανεξάρτητων κατοικιών, όπως ο Ενάγοντας του ανέφερε. Διαπίστωσε ακόμα ο δικηγόρος ότι το κτήμα βαρύνετο με υποθήκη προς όφελος της ΣΠΕ Κυπερούντας και συμβούλευσε τον Ενάγοντα να ζητήσει από τον ιδιοκτήτη στοιχεία για το οφειλόμενο προς τον ενυπόθηκο δανειστή ποσό. Την 13.2.2007 προσκομίστηκε στο γραφείο του αντίγραφο του τίτλου ιδιοκτησίας και σημείωμα της ΣΠΕ Κυπερούντας ότι το υπόλοιπο του δανείου που εξασφαλιζόταν με την υποθήκη ήταν Λ.Κ.34.850,
  20. Κατά τη σύνταξη του αγοραπωλητηρίου εγγράφου τα στοιχεία του πωλητή έλαβε ο δικηγόρος από τον τίτλο ιδιοκτησίας. Τα στοιχεία επιβεβαιώνονταν από την έρευνα που είχε ο ίδιος διενεργήσει. Την 13.2.2007 ο Ενάγοντας με τηλεομοιότυπο (Τεκμήριο 17) τον πληροφόρησε ότι θα τον επισκεπτόταν στο γραφείο του την επομένη η ώρα 08:15 μαζί με τον αντισυμβαλλόμενο του με εντολή να είναι έτοιμο το αγοραπωλητήριο έγγραφο προς υπογραφή. Είναι η θέση του δικηγόρου ότι την 14.2.2007 τον επισκέφθηκαν στο γραφείο του μαζί ο Ενάγοντας, ο Εναγόμενος 2 και τρίτο πρόσωπο που ο Ενάγοντας του σύστησε ως Ανδρέα Χρίστου. Επρόκειτο, βέβαια, για τον Εναγόμενο 1 που υπέγραψε το αγοραπωλητήριο έγγραφο ως ο ιδιοκτήτης - πωλητής. Διατείνεται ο δικηγόρος ότι ο Εναγόμενος 1 υπόγραψε ως πωλητής αφού ο ίδιος και ο Ενάγοντας τον έπεισαν ότι λεγόταν Ανδρέας Χρίστου και ήταν ο ιδιοκτήτης του ακινήτου. Ο δικηγόρος δεν γνώριζε τον Εναγόμενο 1 που του παρουσίασε κατά την υπογραφή του αγοραπωλητηρίου εγγράφου την ταυτότητα του αποβιώσαντα πατέρα του. Δεν είχε λόγο, αναφέρει, να υποπτευθεί ότι ο Εναγόμενος 1 δεν ήταν ο Ανδρέας Χρίστου. Ο Ενάγοντας εμφανιζόταν σίγουρος για το ποιος ήταν ο πωλητής και δεν του έδωσε εντολή να διενεργήσει έρευνα ή να προσλάβει ερευνητή για την εξακρίβωση της πραγματικής ταυτότητας του Εναγόμενου
  21. Αποδέχεται ο δικηγόρος πως, όπως αργότερα διαφάνηκε, το πρόσωπο που παρουσιάστηκε σε αυτόν ως ο ιδιοκτήτης - πωλητής του ακινήτου ήταν ο γιος του πραγματικού ιδιοκτήτη αποβιώσαντα. Τα όσα αφορούν τις μεταγενέστερες συμβουλές του δικηγόρου προς τον Ενάγοντα δεν άπτονται του επίδικου ζητήματος. Απλά επιβεβαιώνουν ότι ο δικηγόρος δεν είχε ενεργήσει δόλια καθ΄ οιοδήποτε χρόνο. Ούτε και είναι η υπόθεση του Ενάγοντα ότι ο δικηγόρος είχε τέτοια ανάμειξη. Τα ουσιώδη πραγματικά γεγονότα συνοψίζονται ως ακολούθως: Το επίδικο κτήμα (Πιστοποιητικό Εγγραφής Ακίνητης Ιδιοκτησίας - Τεκμήριο 18 - Αρ. Εγγραφής 9681, Τεμ. 20/2, Φ/Σχ ΧLVII/45 στο χωριό Συλίκου της Επαρχίας Λεμεσού) ήταν εγγεγραμμένο στο όνομα του Ανδρέα Χρίστου Παναγή από το
  22. Ο Ανδρέας Χρίστου Παναγή απεβίωσε την 6.5.1999 (Πιστοποιητικό Θανάτου -Τεκμήριο 12). Ο Εναγόμενος 1 ήταν γιος του αποβιώσαντα. Ο Εναγόμενος 1 παρουσιάστηκε στον Ενάγοντα ως ο Ανδρέας Χρίστου, ιδιοκτήτης του επίδικου κτήματος και κατέληξε σε συμφωνία μαζί του ώστε να του πωλήσει το επίδικο κτήμα για το ποσό των Λ.Κ.250.
  23. Ο Ενάγοντας πίστεψε ότι ο Εναγόμενος 1 ήταν ο Ανδρέας Χρίστου. Ο Εναγόμενος 3 δικηγόρος ανέλαβε κατ΄ εντολή του Ενάγοντα τη σύνταξη του σχετικού αγοραπωλητηρίου εγγράφου. Μεταξύ του Ενάγοντα πελάτη και του Εναγόμενου 3 δικηγόρου υπήρξε συμφωνία παροχής νομικών υπηρεσιών επ΄ αμοιβή. Μάλιστα επειδή ο Ενάγοντας, προφανώς δυσαρεστημένος από τις εξελίξεις δεν κατέβαλε την αμοιβή του δικηγόρου, ο τελευταίος τον ενήγαγε (Τεκμήριο 26)και υπήρξε διευθέτηση της αγωγής με την καταβολή από τον Ενάγοντα την 25.7.2008 €2.500 προς τη δικηγόρο του Εναγόμενου 3 (Τεκμήριο 10). Προφανώς €2.000 ήταν για την αμοιβή και €500 τα δικηγορικά έξοδα της αγωγής. Οι νομικές υπηρεσίες προκύπτει να περιλάμβαναν πέραν από τη σύνταξη του αγοραπωλητηρίου εγγράφου, έρευνα στο Κτηματολόγιο σε σχέση με το επίδικο ακίνητο, διευθέτηση της υπογραφής του ενώπιον του δικηγόρου και κατάθεσης του στο Κτηματολόγιο. Ο Ενάγοντας υπόγραψε το αγοραπωλητήριο έγγραφο ενώπιον του δικηγόρου στις 14.2.
  24. Ο Εναγόμενος 1 δεν ήταν παρών. 'Ετσι, το έγγραφο παρέμεινε στην κατοχή του δικηγόρου ώστε να περάσει ο πωλητής από το γραφείο του για να υπογράψει. Ο Εναγόμενος 1 επισκέφθηκε αργότερα την ίδια ημέρα το γραφείο του δικηγόρου και υπόγραψε το αγοραπωλητήριο έγγραφο χωρίς ο δικηγόρος να ζητήσει ή να ελέγξει οποιοδήποτε δελτίο ταυτότητας. Το επιχείρημα του δικηγόρου ότι ο Εναγόμενος 1 υπόγραψε με δυσανάγνωστη υπογραφή και δεν θα μπορούσε να διαπιστωθεί κατά πόσο υπόγραψε ως Ανδρέας ή Αντώνης Χρίστου, είναι ανεδαφικό. Ο Εναγόμενος 1 κάλλιστα θα μπορούσε να υπογράψει με ευδιάκριτη γραφή ως Ανδρέας Χρίστου. Θα μπορούσε ακόμα στην περίπτωση που προσέρχετο για υπογραφή ο πραγματικός ιδιοκτήτης, η υπογραφή του να ήταν εν πάση περιπτώσει δυσανάγνωστη. Ούτε η αναφορά του δικηγόρου ότι η κατάθεση στο Κτηματολόγιο δεν παρέχει την ευχέρεια διαπίστωσης των στοιχείων του υπογράφοντος πωλητή μπορεί να έχει οποιαδήποτε σημασία. Αλλωστε, η κατάθεση στο Κτηματολόγιο έγινε μετά που ο Ενάγοντας πλήρωσε το τίμημα πώλησης. Ο δικηγόρος έχει ευθύνη για τα νομικά ζητήματα που περιβάλλουν μια συναλλαγή στην οποία αναλαμβάνει να παρέχει τις υπηρεσίες του ως νομικός. Δεν αναλαμβάνει και δεν εγγυάται ότι η συναλλαγή του πελάτη θα έχει επιτυχή κατάληξη σε κάθε της πτυχή, εμπορική και πραγματική. Εάν η κατοικία που ο πελάτης αγοράζει είναι κακής κατασκευής, ή το οικόπεδο που αγοράζει έχει προβληματικό υπέδαφος κλπ. δεν είναι ζήτημα που αφορά το δικηγόρο εκτός κι΄ αν η συμφωνία δικηγόρου πελάτη δημιουργεί περαιτέρω ευθύνες προς το δικηγόρο να διερευνήσει με την ανάθεση σε ειδικούς ή άλλως πως τέτοια ζητήματα. Τα καθήκοντα και οι συνεπαγόμενες ευθύνες δικηγόρου που αναλαμβάνει την υπόθεση πελάτη που αγοράζει ακίνητη ιδιοκτησία περιγράφονται αναλυτικά στην Beaumont και άλλος ν. Παπακλεοβούλου
(2010)1(Α) Α.Α.Δ.
  1. Ο Ενάγοντας ήρθε σε επαφή με τον Εναγόμενο 1, διαπραγματεύτηκε μαζί του και κατέληξαν σε συμφωνία χωρίς την εμπλοκή του Εναγόμενου
  2. Ο Ενάγοντας διευθέτησε την επίσκεψη στο γραφείο του δικηγόρου για την υπογραφή του αγοραπωλητηρίου εγγράφου και ο ίδιος ειδοποίησε σχετικά τον Εναγόμενο
  3. Όταν ο Εναγόμενος 1 προσήλθε στο γραφείο του δικηγόρου, ήταν ένα άγνωστο πρόσωπο για το δικηγόρο. Ο δικηγόρος υπέθεσε ότι για να τον επισκεφθεί ο συγκεκριμένος πρέπει να ήταν το πρόσωπο που είχε συνεννοηθεί με τον Ενάγοντα και τούτο βέβαια ήταν ορθό. Είχε ήδη εξακριβώσει ότι ο Αντρέας Χρίστου ήταν ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης. Ότι απέμεινε ήταν να βεβαιωθεί ότι το αγοραπωλητήριο έγγραφο θα υπόγραφε ο Αντρέας Χρίστου. Αν ήταν παρόν ο Ενάγοντας και τον διαβεβαίωνε ότι εκείνος ήταν ο Αντρέας Χρίστου ίσως να ήταν διαφορετικά τα πράγματα, αλλά στην απουσία οποιουδήποτε προσώπου που θα μπορούσε να επιβεβαιώσει την ταυτότητα του ανδρός που παρουσιάστηκε όφειλε ο δικηγόρος να ζητήσει την ταυτότητα του προσώπου ή άλλο αποδεικτικό της ταυτότητας του έγγραφο. Ισως να ήταν επαρκές να τηλεφωνήσει στον Ενάγοντα να του δώσει στο τηλέφωνο το πρόσωπο να συνομιλήσουν και μετά να ρωτήσει τον Ενάγοντα αν ήταν βέβαιος ότι ο παρουσιασθείς ήταν ο Ανδρέας Χρίστου. Βέβαια, αν γινόταν το τελευταίο ο Ενάγοντας, προφανώς, θα ανταποκρινόταν ότι το πρόσωπο που ο δικηγόρος είχε μπροστά του ήταν ο Αντρέας Χρίστου. Η ουσία της υπόθεσης εναντίον του δικηγόρου είναι ότι απέτυχε με αντιπαραβολή των στοιχείων του Δελτίου Ταυτότητας του Ανδρέα Χρίστου, που όφειλε να ζητήσει και να μελετήσει, να αντιληφθεί ότι ο άνδρας που βρισκόταν ενώπιον του δεν ήταν ο Ανδρέας Χρίστου. Η αποτυχία του δικηγόρου να ελέγξει το Δελτίο Ταυτότητας του πωλητή συνιστά παράβαση της συμβατικής του υποχρέωσης έναντι του Ενάγοντα να βεβαιωθεί ότι ο πωλητής θα υπέγραφε το αγοραπωλητήριο έγγραφο. Για να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράλειψης του δικηγόρου και της ζημιάς του Ενάγοντα θα πρέπει να καταδειχθεί πως εάν ο δικηγόρος εκπλήρωνε την υποχρέωση του να ελέγξει το Δελτίο Ταυτότητας του πωλητή θα διαπίστωνε πως το πρόσωπο το οποίο είχε μπροστά του δεν ήταν ο Ανδρέας Χρίστου. Το Δελτίο Ταυτότητας του Ανδρέα Χρίστου δεν παρουσιάστηκε ως τεκμήριο ούτε κάποιο αντίγραφο του. Ούτε περιγράφηκε η φωτογραφία που παρουσιαζόταν στο Δελτίο Ταυτότητας. Δεν γνωρίζουμε κατά πόσο ο Εναγόμενος 1 ομοίαζε, ενόψει και της συγγένειας, στον πατέρα του και ειδικότερα στη φωτογραφία του πατέρα του επί του Δελτίου Ταυτότητας του τελευταίου που ενδεχομένως απεικόνιζε τον πατέρα σε νεαρότερη ηλικία. Το επόμενο σημαντικό στοιχείο είναι η ημερομηνία γεννήσεως του Ανδρέα Χρίστου. Δεν έχει αποκαλυφθεί από τη μαρτυρία η ημερομηνία αυτή. Η ηλικία του Εναγόμενου 1 κατά τον ουσιώδη χρόνο πρέπει να ήταν 44 ετών (βλ. Τεκμήριο 7). Δεν υπάρχει, όμως, μαρτυρία κατά πόσο ο Εναγόμενος 1 έδειχνε την πραγματική του ηλικία ή νεότερος ή πιο μεγάλος. Η λογική λέγει ότι πατέρας με γιο μπορεί να έχουν διαφορά ηλικίας που μπορεί να είναι το ολιγότερον 16 - 17 χρόνια. Εάν ο Εναγόμενος 1 έδειχνε πολύ πιο μεγάλος από την ηλικία του και ομοίαζε με το πρόσωπο που απεικονιζόταν στην ταυτότητα κάποιος θα μπορούσε να παραπλανηθεί. Ο Εναγόμενος 3 ρωτήθηκε κατά την αντεξέταση του και ανέφερε πως δεν θυμόταν τη φυσιογνωμία του Εναγόμενου
  4. Δεν ήταν γέροντας ούτε νεαρός. Σε υποβολή ότι ήταν 44 ετών απάντησε ίσως. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.