← Κύπρος

Μιχάλη Αθανασίου κ.α. ν. ΣΠΕ ΚΟΥΡΙΟΥ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής 5071/13, 10/6/2014

Μιχάλη Αθανασίου κ.α. ν. ΣΠΕ ΚΟΥΡΙΟΥ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής 5071/13, 10/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A239 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 5071/13 Μεταξύ:

  1. Μιχάλη Αθανασίου
  2. Μαρίνας Χριστοφόρου
  3. Μαρούλας Χριστοφόρου
  4. Χρίστου Χριστοφόρου
  5. Α & Α Ideal Mail Order Ltd Εναγόντων -και- ΣΠΕ ΚΟΥΡΙΟΥ ΛΤΔ Εναγομένων ------------------------- Αίτηση ημερ. 30.12.2013 10 Ιουνίου 2014 Για Εναγόμενους-Αιτητές: κα Μ. Παπαευσταθίου Για Ενάγοντες-Καθ' ων η Αίτηση: κ. Α. Μελάς Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αίτηση οι Αιτητές ζητούν: «Διαταγή του Σεβαστού Δικαστηρίου με την οποία να παραπέμπεται η επίδικη διαφορά ή/και η διαφορά μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων ή/και η άλλως πως σε διαδικασία επίλυσης διαιτησίας ή/και με την οποία να αναστέλλεται η οποιαδήποτε περαιτέρω διαδικασία της παρούσας υπόθεσης ή/και παραπεμφθούν σε διαδικασία επίλυσης με διαιτησία η ισχυριζόμενη αιτία αγωγής ή/και τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης μεταξύ Εναγόντων και Εναγομένων.» Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.16 θ.9, Δ.27, Δ.48 θ.1, θ.2, θ.3, θ.4

(1), θ.9, Δ.49, Δ.59, Δ.64, στο άρθρο 52 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου Ν. 22/85όπως τροποποιήθηκε, στον περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ.4 άρθρα 8 και 10, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο Ν.14/60όπως τροποποιήθηκε, και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα πάνω στα οποία βασίζεται η παρούσα αίτηση εμφαίνονται στην ένορκη δήλωση του κ. Γιάννου Μουλλωτού, ημερομηνίας 30.12.
  1. Στην ένορκη αυτή δήλωση επεξηγούνται οι λόγοι για τους οποίους οι Εναγόμενοι - Αιτητές εξαιτούνται την αναστολή της διαδικασίας και την παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία. Ειδικότερα, ο ενόρκως δηλών επί της αίτησης παραπέμπει στο άρθρο 52 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, Ν.22/85όπως τροποποιήθηκε και εξηγεί ότι οι Ενάγοντες αρ.1 -5 έχουν καταστεί μέλη ή/και οφειλέτες συνεργατικής εταιρείας, όπως προνοεί το άρθρο 52 του Νόμου. Συνεπώς, οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων θα πρέπει να επιλυθεί με τη διαδικασία της διαιτησίας. Τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης ή/και η αξίωση των Εναγόντων εναντίον της Εναγομένης αποτελεί διαφορά που εμπίπτει πλήρως στις πρόνοιες του άρθρου 52 του Νόμου. Οι Εναγόμενοι-Αιτητές ήταν και είναι πρόθυμοι για την επίλυση της διαφοράς με τη διαδικασία της διαιτησίας. Οι Ενάγοντες-Καθ' ων η Αίτηση καταχώρισαν ένσταση προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους:
  2. Δεν πληρούνται οι νομικές προϋποθέσεις για την επιτυχία της Αίτησης και/η οι νόμοι και οι θεσμοί επί των οποίων στηρίζεται η παρούσα αίτηση δεν νομιμοποιούν εις την αιτούμενη θεραπεία και/ή δεν προσδίδουν εις το Δικαστήριο εξουσία να ασχοληθεί με την παρούσα αίτηση.
  3. Τα γεγovότα πoυ περιγράφovται στηv έvoρκη δήλωση είναι ανεπαρκή και/η δεv δικαιoλoγoύv ή στηρίζoυv τηv αιτoύμεvη θεραπεία.
  4. Η Αιτούμενη θεραπεία παραβιάζει το και/η στερεί το δικαίωμα των εναγόντων για πρόσβαση σε ανεξάρτητο, αμερόληπτο και αρμόδιο Δικαστήριο αφού μεταξύ άλλων ο Διαιτητής θα διοριστεί μονομερώς με πρωτοβουλία των Αιτητών χωρίς δικαίωμα των εναγόντων να ακουστούν επί του θέματος.
  5. Η Αιτούμενη θεραπεία παραβιάζει κατά καταστρατήγηση του Συντάγματος, της Ε.Σ.Δ.Α, και του Περί Διαιτησίας Νόμου το δικαίωμα των εναγόντων για πρόσβαση στο Δικαστήριο, προς διάγνωση των αστικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων τους, αφού μεταξύ άλλων δεν αποτελεί δίκαιη και αμερόληπτη διαδικασία, ο Διαιτητής δεν έχει τα νομικά εφόδια, γνώσεις ικανότητα, να εξετάσει και να κρίνει όλο το φάσμα των επίδικων θεμάτων που περιβάλλουν την διαφορά των διαδίκων.
  6. Η Αιτούμενη θεραπεία περιορίζει και/η καταστρατηγεί το δικαίωμα των εναγόντων για προσφυγή σε αρμόδιο Δικαστήριο το οποίο έχει προηγουμένως συσταθεί νομίμως και/η αντίκειται στην αρχή της ισότητας όλων απέναντι στο Νόμο.
  7. Οι όροι των Συμβάσεων μεταξύ των διαδίκων που στηρίζονται στις πρόνοιες του άρθρου 52 του Περί Συνεργατικών εταιρειών Νόμου και του άρθρου 79 των Περί Συνεργατικών εταιρειών Θεσμών είναι καταχρηστικοί και/η άκυροι καθώς διαταράσσουν υπέρμετρα την ισορροπία των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των διαδίκων εις βάρος των εναγόντων που είναι καταναλωτές, δεν υπήρξε ουσιαστική διαπραγμάτευση, αποτελούσαν προδιατυπωμένους όρους στις συμφωνίες και διαψεύδουν τις δικαιολογημένες προσδοκίες των εναγόντων.
  8. Το άρθρο 52 του Περί Συνεργατικών εταιρειών Νόμου παραβιάζει το άρθρο 30 του Συντάγματος τις αρχές της δίκαιης δίκης και το Ευρωπαϊκό κεκτημένο και ιδιαίτερα τα άρθρα 20,21, 47,52,53,54 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ένωσης. Η νομική βάση της ένστασης είναι η ίδια με αυτήν των Αιτητών πλέον στα άρθρα 28 και 30 του Συντάγματος και το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Συνθήκης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Ε.Σ.Δ.Α), τα άρθρα 20,21, 47,52,53,54 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ένωσης η Δ.48 Θ 4, η Δ.55, η Δ.40, των θεσμών πολιτικής δικονομίας, οι αρχές της δίκαιης δίκης, φυσικής δικαιοσύνης, συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η ένσταση βασίζεται και στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντα 1, όπου αναλύονται οι πιο πάνω λόγοι. Πρόσθετα αναφέρονται τα εξής: «Αυτό δεν μπορεί να γίνει με την προτεινόμενη Διαιτητική διαδικασία καθώς , όπως έχω πληροφορηθεί από τους δικηγόρους μου δεν αποτελεί δίκαιη και αμερόληπτη διαδικασία, παραβιάζοντας έτσι τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης και τις αρχές της δίκαιης δίκης. Η εν λόγω διαδικασία αποτελεί συνήθως ένα μονόλογο των Αιτητών, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι ισχυρισμοί και θέσεις των δανειοληπτών. Επίσης ο Διαιτητής διορίζεται μονομερώς με πρωτοβουλία από τους Καθ' ων η Αίτηση, χωρίς να έχει ακολουθηθεί η διαδικασία που προβλέπεται με βάση τον περί Διαιτησίας Νόμο περί διορισμού διαιτητή. Επίσης η πλευρά μας δεν θα έχει δικαίωμα να ακουστεί στο ζήτημα του διορισμού του Διαιτητή. Επίσης με βάση νομική συμβουλή που λαμβάνω από τους δικηγόρους μου ο Διαιτητής δεν θα έχει τα νομικά εφόδια, γνώσεις ικανότητα, να εξετάσει και να κρίνει όλο το φάσμα των επίδικων θεμάτων που περιβάλλουν την διαφορά των διαδίκων. Τα εγειρόμενα ζητήματα της αγωγής, ιδιαίτερα τα νομικά είναι λεπτά και πολύ σοβαρά, και άπτονται της λειτουργίας του τραπεζικού συστήματος, του τρόπου άσκησης των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των τραπεζών. Αρνούμαι και απορρίπτω το συμπέρασμα του Κου Μουλλωτού ότι οι ενάγοντες αποδέχτηκαν και αναγνώρισαν το δικαίωμα των εναγομένων για παραπομπή οποιασδήποτε διαφοράς σε Διαιτησία. Ουδέποτε οι εναγόμενοι προ και κατά τη στιγμή της υπογραφής των διάφορων εγγράφων που περιέχονται στην ένορκη δήλωση , μας ενημέρωσαν , ούτε μας επεξήγησαν με οποιοδήποτε τρόπο τις συνέπειες της υπογραφής των εγγράφων αναφορικά με τον τρόπο επίλυσης των διαφορών μας. Ούτε μας επέστησαν την προσοχή , ότι με την υπογραφή μας εγκαταλείπουμε το δικαίωμα μας για προσφυγή στη δικαιοσύνη σε σχέση με οποιεσδήποτε διαφορές μας. Αξιοσημείωτο είναι ότι οι εναγόμενοι διατηρούν το δικαίωμα τους να προσφύγουν οι ίδιοι στα Πολιτικά Δικαστήρια. Όπως με πληροφορεί ο κ, Μελάς οι σχετικοί όροι των συμβάσεων που στηρίζονται στις πρόνοιες του άρθρου 52 του Περί Συνεργατικών εταιρειών Νόμου και του άρθρου 79 των Περί Συνεργατικών εταιρειών Θεσμών αντίκεινται στην αρχή της ισότητας όλων απέναντι στο Νόμο και είναι παράνομοι και καταχρηστικοί. Με βάση την ίδια συμβουλή αναφέρω ότι το άρθρο 52 του Περί Συνεργατικών εταιρειών Νόμου παραβιάζει το άρθρο 30 του Συντάγματος τις αρχές της δίκαιης δίκης και το Ευρωπαϊκό κεκτημένο.» Εκείνο που είχα προσέξει κατά την ακρόαση της Αίτησης είναι ότι οι Αιτητές-Εναγόμενοι επικαλούντο το άρθρο 52 του Ν.22/85 περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμος του 1985, όπως ίσχυε πριν την τελευταία τροποποίηση η οποία συνετελέσθηκε με το Ν.107
(1)του 2013. Αυτός ο νόμος ετέθη σε ισχύ στις 9.9.2013 και σε σχέση με το άρθρο 52 έχει ως εξής: (Με τον τίτλο Διαιτησία προς επίλυση διαφορών) «52.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του περί της Σύστασης και Λειτουργίας του Ενιαίου Φορέα Εξώδικης Επίλυσης Διαφορών Χρηματοοικονομικής Φύσεως Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, και του Κώδικα Δεοντολογίας που εκδίδεται από την Κεντρική Τράπεζα, με βάση τον περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, προς τα πιστωτικά ιδρύματα και τους δανειζόμενους σχετικά με τη διαχείριση των δανείων ή άλλων πιστωτικών διευκολύνσεων σε καθυστέρηση, οσάκις εγείρεται οιαδήποτε διαφορά αφορώσα τις εργασίες εγγεγραμμένης εταιρείας - (α) μεταξύ μελών, πρώην μελών, προσώπων αξιούντων μέσω μελών, καταθετών, οφειλετών ή των εγγυητών τους· ή (β) μεταξύ μέλους, πρώην μέλους ή προσώπου αξιούντος μέσω μέλους, πρώην μέλους ή αποβιώσαντος μέλους ή καταθέτη, χρεώστη ή πελάτη και της εταιρείας,της επιτροπείας ή του συμβουλίου αυτής ή οιουδήποτε αξιωματούχου,αντιπροσώπου ή υπαλλήλου της εταιρείας· ή (γ) μεταξύ της εταιρείας ή της επιτροπείας ή του συμβουλίου αυτής και οιουδήποτε αξιωματούχου, αντιπροσώπου ή υπαλλήλου της εταιρείας· ή (δ) μεταξύ της εταιρείας και οιασδήποτε άλλης εγγεγραμμένης εταιρείας, η διαφορά αυτή θα παραπέμπεται από την εγγεγραμμένη εταιρεία ή από οποιοδήποτε από τα πιο πάνω πρόσωπα στον Έφορο: Νοείται ότι - (α) Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου σε καμιά περίπτωση δεν κωλύουν εγγεγραμμένη εταιρεία ή οποιοδήποτε πρόσωπο να προσφύγει σε αρμόδιο δικαστήριο στη Δημοκρατία ή σε άλλο κράτος εναντίον οποιουδήποτε· (β) ως διαφορά που αφορά τις εργασίες εγγεγραμμένης εταιρείας κατά την έννοια του παρόντος άρθρου, λογίζεται και οποιαδήποτε οφειλή ή απαίτηση εγγεγραμμένης εταιρείας που έγινε αποδεκτή ή που δεν αμφισβητείται.
(2)Ο Έφορος δύναται, με τη λήψη της δυνάμει του εδαφίου
(1)παραπομπής: (α) να επιχειρήσει συνδιαλλαγή της διαφοράς ή (β) να παραπέμπει τη διαφορά προς επίλυση σε διαιτησία η οποία διεξάγεται σύμφωνα με τις διατάξεις των Θεσμών που εκδίδονται δυνάμει του εδαφίου
(6).
(3)Σε περίπτωση παραπομπής από τον Έφορο, της διαφοράς σε διαιτητή ή διαιτητές για επίλυση, ο Έφορος κέκτηται εξουσία καθορισμού της αμοιβής αυτού του διαιτητή ή των διαιτητών.
(4)Οποιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση οποιουδήποτε διαιτητή ή διαιτητών δύναται να υποβάλει έφεση στο Δικαστήριο εντός είκοσι και μιας ημερών
(21)από της ημερομηνίας της προς αυτόν γνωστοποιήσεως της απόφασης.
(5)Αν οποιαδήποτε απόφαση του διαιτητή ή των διαιτητών, με βάση το εδάφιο
(2), δεν έχει εφεσιβληθεί στο δικαστήριο, σύμφωνα με το εδάφιο
(4), ή αν η έφεση κατ' αυτής εγκαταλειφθεί ή αποσυρθεί, η διαιτητική απόφαση είναι τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως εάν αυτή να ήταν απόφαση πολιτικού δικαστηρίου.
(6)Ο τρόπος διορισμού διαιτητού ή διαιτητών και ο τρόπος καθορισμού και είσπραξης των εξόδων αναφορικά με την επίλυση της διαφοράς και εν γένει οποιοδήποτε θέμα είναι δεκτικό καθορισμού για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου καθορίζεται με Θεσμούς που εκδίδονται από το Υπουργικό Συμβούλιο εντός έξι
(6)μηνών από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Συνεργατικών Εταιρειών (Τροποποιητικού) (Αρ. 4) Νόμου του 2013, εφόσον εξασφαλισθεί η σύμφωνη γνώμη της Κεντρικής Τράπεζας: Νοείται ότι οι πρόνοιες του εδαφίου
(3)του άρθρου 53 εφαρμόζονται σε σχέση με Θεσμούς που εκδίδονται και δυνάμει του παρόντος εδαφίου.» Ας δούμε το περιεχόμενο του παλιού άρθρου 52: ««52.—
(1)Οσάκις εγείρεται οιαδήποτε διαφορά αφορώσα τας εργασίας εγγεγραμμένης εταιρείας— (α) μεταξύ μελών, πρώην μελών, προσώπων αξιούντων μέσω μελών καταθετών, οφειλετών ή των εγγυητών τους· ή (β) μεταξύ μέλους, πρώην μέλους ή προσώπου αξιούντος μέσω μέλους, πρώην μέλους ή αποβιώσαντος μέλους και της εταιρείας, της επιτροπείας ή του συμβουλίου αυτής ή οιουδήποτε αξιωματούχου, αντιπροσώπου ή υπαλλήλου της εταιρείας· ή (γ) μεταξύ της εταιρείας ή της επιτροπείας ή του συμβουλίου αυτής και οιουδήποτε αξιωματούχου, αντιπροσώπου ή υπαλλήλου της εταιρείας ή (δ) μεταξύ της εταιρείας και οιασδήποτε ετέρας εγγεγραμμένης εταιρείας, η τοιαύτη διαφορά θα παραπέμπηται υφ' οιουδήποτε εξ αυτών εις τον Έφορον: Νοείται ότι— (α) Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου σε καμιά περίπτωση δεν κωλύουν εγγεγραμμένη εταιρεία να προσφύγει σε αρμόδιο δικαστήριο στη Δημοκρατία ή σε άλλο κράτος εναντίον οποιουδήποτε· (β) ως διαφορά που αφορά τις εργασίες εγγεγραμμένης εταιρείας κατά την έννοια του παρόντος άρθρου, λογίζεται και οποιαδήποτε οφειλή ή απαίτηση εγγεγραμμένης εταιρείας που έγινε αποδεκτή ή που δεν αμφισβητείται.
(2)Ο Έφορος δύναται, επί τη λήψει της δυνάμει του εδαφίου
(1)παραπομπής: (α) να επιχειρήση συνδιαλλαγήν της διαφοράς· ή (β) να παραπέμπη την διαφοράν προς επίλυσιν εις διαιτησίαν ήτις διεξάγεται συμφώνως προς τας διατάξεις της εκάστοτε ισχυούσης νομοθεσίας περί διαιτησίας.
(3)Εις περίπτωσιν παραπομπής υπό του Εφόρου της διαφοράς εις διαιτητήν ή διαιτητάς προς επίλυσιν, ο Έφορος κέκτηται εξουσίαν καθορισμού της αμοιβής του τοιούτου διαιτητού ή διαιτητών.
(4)Οιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτόν του ηδικημένον από την απόφαστν οιουδήποτε διαιτητού ή διαιτητών δύναται να υποβάλη έφεσιν εις το Δικαστήριον εντός είκοσι και μιάς ημερών από της ημερομηνίας της προς αυτόν γνωστοποιήσεως της αποφάσεως. Αν οποιαδήποτε απόφαση του διαιτητή ή των διαιτητών, με βάση το εδάφιο
(2), δεν έχει εφεσιβληθεί στο δικαστήριο, σύμφωνα με το εδάφιο
(4), ή αν η έφεση κατ' αυτής εγκαταλειφθεί ή αποσυρθεί, η διαιτητική απόφαση είναι τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως αν να ήταν απόφαση πολιτικού δικαστηρίου.» Είναι η κρίση μου ότι είναι το νέο άρθρο 52 που ισχύει αφού ως διαδικαστικού περιεχομένου νόμος ή ως ο τροποποιητικός νόμος έχει αναδρομική ισχύ, αν ήθελε κάποιος θεωρήσει ότι πρέπει να εξετασθεί υπό αυτή την πτυχή το ισχύον νομικό καθεστώς (βλ. Χριστοδουλίδης ν. Global Capital Securities and Financial Services Ltd, Πολ. Έφ. 29/09, 4.4.2012 και Χρίστου ν. Αρχής Ανάπτυξης Ανθρώπινου Δυναμικού, ΑΕ 3744, 13.2.2007). Το άρθρο 59
(2)του Νόμου προβλέπει ότι προηγούμενοι θεσμοί διατηρούνται σε ισχύ εφόσον δεν αντίκεινται στις διατάξεις του Νόμου, ως εξής: «
(2)Άπαντες οι Θεσμοί οίτινες εξεδόθησαν δυνάμει των υπό του παρόντος Νόμου καταργουμένων Νόμων και οι οποίοι ισχύουν κατά την ημερομηνίαν ενάρξεως της ισχύος του παρόντος λογίζονται, εφόσον δεν αντίκεινται προς τα διατάξεις του παρόντος Νόμου, ως εκδοθέντες δυνάμει του παρόντος Νόμου και εξακολουθούν να ισχύωσι μέχρις ότου τροποποιηθώσι, αντικατασταθώσι ή ακυρωθώσι υπό Θεσμών εκδιδομένων δυνάμει του παρόντος Νόμου..». Με βάση τα όσα αναφέρονται στο άρθρο 59
(2)του Νόμου, οι Κανονισμοί 78 και 79 των Περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμοί του 1987 εώς 2011, οι οποίοι προβλέπουν για τη διαδικασία διαιτησίας και διαδικασία διορισμού του Διαιτητή διατηρούνται σε ισχύ. Στην απουσία λοιπόν νέων θεσμών σύμφωνα με τον Ν.107
(1)/2013, οι Θεσμοί του 1987 εώς 2011 είναι αυτοί οι οποίοι διέπουν το θέμα της διαδικασίας διορισμού του Διαιτητή. Πάντως σύμφωνα με τους θεσμούς δεν είναι οι Αιτητές μονομερώς που διορίζουν τον Διαιτητή αλλά ακολουθείται η προβλεπόμενη διαδικασία που αναφέρεται στο Νόμο και τους Θεσμούς. Νόμου κα Βέβαια και αν ακόμα ίσχυε το παλιό άρθρο 52 δεν θα άλλαζε κάτι. Σημαντικό κατά την κρίση μου είναι ότι είτε με το νέο, είτε με το παλαιό η παραπομπή στη διαιτησία προνοείτο για τις περιπτώσεις αυτές, έστω και αν δεν εμποδίζεται η προσφυγή γενικά στο Δικαστήριο είτε για το Πιστωτικό Ίδρυμα, είτε για τον ιδιώτη (ως η πιο πάνω υπογράμμιση). Βέ Πρόσθετα νομική βάση της αίτησης είναι βέβαια και το άρθρο 8 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ.4 το οποίο έχει ως εξής: «Αv oπoιoσδήπoτε συμβαλλόμεvoς σε συvυπoσχετικό ή oπoιoδήπoτε πρόσωπo πoυ πρoβάλλει αξίωση μέσω τoυ ή βάσει oδηγιώv τoυ, αρχίζει oπoιαδήπoτε διαδικασία εvώπιov Δικαστηρίoυ κατά oπoιoυδήπoτε άλλoυ πρoσώπoυ πoυ είvαι συμβαλλόμεvoς στo συvυπoσχετικό ή κατά oπoιoυδήπoτε πρoσώπoυ πoυ πρoβάλλει αξίωση μέσω ή βάσει oδηγιώv τoυ, αvαφoρικά με oπoιoδήπoτε από τα θέματα πoυ συμφωvήθηκε vα παραπεμφθoύv σε διατησία, τότε oπoιoσδήπoτε από τoυς διαδίκoυς στηv εv λόγω διαδικασία δύvαται oπoτεδήπoτε μετά τηv εμφάvιση, και πριv παραδώσει oπoιεσδήπoτε γραπτές πρoτάσεις ή πρoβεί σε oπoιoδήπoτε άλλo στάδιo της διαδικασίας, vα απoταθεί στo Δικαστήριo για αvαστoλή της διαδικασίας και τo Δικαστήριo δύvαται vα εκδώσει διάταγμα για αvαστoλή της διαδικασίας αv ικαvoπoιηθεί ότι δεv υπάρχει λόγoς πoυ vα δικαιoλoγεί τη μη παραπoμπή τoυ θέματoς σε διαιτησία σύμφωvα με τo συvυπoσχετικό και ότι o αιτητής ήταv, όταv άρχισε η διαδικασία, και εξακoλoυθεί vα είvαι έτoιμoς και πρόθυμoς vα πράξει oτιδήπoτε τo αvαγκαίo για τηv καvovική διεξαγωγή της διατησίας.» Προκύπτει από τα πιο πάνω αλλά και σχετική νομολογία (βλ. Προοδευτική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Στέλιου Κουρουκλίδη κ.α.
(2002)1Β Α.Α.Δ. 1374) ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή της διαδικασίας και παραπομπής της διαφοράς σε διαιτησία ασκείται εφόσον συντρέχουν οι πιο κάτω προϋποθέσεις:
  1. Ύπαρξη έγκυρης συμφωνίας για παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία,
  2. Έναρξη διαδικασίας ενώπιον του δικαστηρίου από πρόσωπο που προσδιορίζεται στη σχετική πρόνοια,
  3. Η αίτηση υποβάλλεται το ταχύτερο δυνατόν και προτού ληφθούν νέα διαβήματα από τον αιτητή,
  4. Η δικαστική διαδικασία αφορά ζητήματα που σχετίζονται με τη ρήτρα διαιτησίας,
  5. Ο αιτητής είναι έτοιμος και πρόθυμος να πράξει οτιδήποτε είναι αναγκαίο για την κανονική διεξαγωγή της διαιτησίας. Στη προκειμένη περίπτωση, προτείνουν οι Αιτητές, έχουμε έγκυρες συμφωνίες για παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία (βλ. όρους 11 και 15 των Συμφωνιών Δανείου, όπως τα Τεκμήρια 1,4,7 και 9). Το ίδιο ισχύει και για τις Συμφωνίες Υποθηκών (Τεκμήρια 2, 3, 5, 8 και 10), τη Συμφωνία Εγγύησης (Τεκμήριο 6). Όλες οι πιο πάνω Συμφωνίες, περιέχουν παρόμοιο όρο ως τον κάτωθι και αφορούν όλους τους Ενάγοντες: «Ο Χρεώστης (ή εγγυητής ή ενυπόθηκος οφειλέτης, ανάλογα) αναγνωρίζει και αποδέχεται το δικαίωμα της Συνεργατικής για παραπομπή του σε διαιτησία, σύμφωνα με τις Διατάξεις του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, χωρίς τούτο να υποδηλώνει ότι αποκλείει τη Συνεργατική να επιλέξει αντί της διαιτησίας τη παραπομπή του σε Πολιτικά Δικαστήρια». Σε σχέση με την προϋπόθεση 2 (ανωτέρω) δηλαδή για την έναρξη διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου από πρόσωπο που προσδιορίζεται στη σχετική πρόνοια, προκύπτει ότι οι Ενάγοντες 1-5 προσδιορίζονται στις συμφωνίες, στις οποίες υπάρχει ρήτρα δικαιοδοσίας είτε ως πρωτοφειλέτες, είτε ως εγγυητές είτε ως ενυπόθηκοι οφειλέτες. Σε συνάρτηση με τη 3η προϋπόθεση προκύπτει ότι η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε αμέσως μετά την εμφάνιση υπό όρους, εκ μέρους των Εναγομένων, στις 3.12.
  6. Ακόμα, η 4η προϋπόθεση ότι η δικαστική διαδικασία πρέπει να αφορά ζητήματα που σχετίζονται με τη ρήτρα διαιτησίας, οι θεραπείες που επιδιώκονται, από τους Ενάγοντες, αφορούν θέματα για τα οποία εφαρμόζεται η ρήτρα διαιτησίας. Άλλωστε, αυτή η δυνατότητα της παραπομπής σε διαιτησία έχει και νομοθετικό κάλυμμα, το σχετικό άρθρο 52 (είτε το παλαιό είτε το νέο). Περαιτέρω, από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, προκύπτει ρητά ότι οι Εναγόμενοι-Αιτητές ήταν και παραμένουν πρόθυμοι να αναφέρουν και λύσουν κάθε διαφορά τους με τους Ενάγοντες με τη διαδικασία διαιτησίας, όπως προνοείται στο νόμο, τους θεσμούς και συμφωνίες μεταξύ των μερών. Η καταχώρηση της παρούσας αίτησης για αναστολή είναι ικανοποιητικός παράγοντας για να κριθεί η ετοιμότητα των Αιτητών να δεχθούν την διαιτησία. (Βλ. Λενιάνα Τούριστ Σέρβισες Λτδ ν. Ανδρέα Χ. Καρπασίτη & Υιοί, (Βιομηχανία) Λτδ
(1991)1 Α.Α.Δ. 75). Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ' ων η αίτηση αναλύοντας τους λόγους για τους οποίους το Δικαστήριο έπρεπε να απορρίψει την αίτηση, στάθηκε ιδιαίτερα στο επικαλούμενο μη δίκαιο της διαδικασίας της διαιτησίας, αφού είναι η θέση του ότι ο Διαιτητής δεν θα είναι δίκαιος και αμερόληπτος, όπως επίσης και ότι ο Διαιτητής δεν θα έχει εκείνα τα προσόντα ώστε να εκδικάσει την υπόθεση. Περαιτέρω, γίνεται αναφορά στο ότι η πρόνοια 52 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου αλλά και γενικά η επιτυχία της αίτησης θα είχε ως αποτέλεσμα τη παραβίαση του άρθρου 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο προστατεύει το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον αμερόληπτου και ανεξάρτητου Δικαστηρίου, που έχει συσταθεί προηγουμένως νομίμως. Επίσης, γίνεται επίκληση παράβασης του άρθρου 30 του Συντάγματος πάνω στη ίδια βάση. Επιπλέον, ο κ. Μελάς επικαλείται το ευρωπαϊκό κεκτημένο, σε σχέση με τις καταχρηστικές ρήτρες (βλ. σελίδα 3 της αγόρευσης του, και την συμπληρωματική του αγόρευση). Είναι ακόμη η θέση του ότι η ρήτρα που αφορούσε τη παραπομπή σε διαιτησία, όπως προκύπτει από τους πιο πάνω όρους, είναι καταχρηστικού περιεχομένου, γιατί δεν αποτέλεσε προϊόν διαπραγμάτευσης, κατά τη θέση του. Βέβαια δεν μπορώ να μην σημειώσω ότι εν προκειμένω οι Αιτητές δεν ζητούν να ασκήσουν ένα προνομιακό δικαίωμα αλλά ένα δικαίωμα που ανήκει και στους δύο συμβαλλόμενους δηλαδή την δυνατότητα προσφυγής στην Διαιτησία μάλιστα ως νομοθετικού περιεχομένου όρος έστω και ως προσφερόμενη δυνατότητα. Αυτά που ανάφερε ο κ. Μελάς ειδικά με την συμπληρωματική του αγόρευση για καταχρηστικούς όρους ειδικά για καταναλωτές-ιδιώτες δεν μπορούν στη γενικότητα που τίθονται χωρίς εξειδίκευση να πάρουν τέτοια μορφή ώστε να αποκλείεται a priori (χωρίς μαρτυρία που να δεικνύει καταπίεση) ένας συμβατικός όρος. Η δε εισήγηση ότι αυτό δεν ισχύει για τους Ενάγοντες 5, είναι πρόσθετος λόγος απόρριψης της ένστασης αφού το αποτέλεσμα ενδεχόμενα να ήταν ο κατακερματισμός της διαφοράς. Στην απόφαση του ΔΕΚ C-137/08, VB Penzugyi Lizing Zrt. V. Ferenc Scheider, ημερ. 9.11.2010 ακριβώς αναφέρει ότι ο Εθνικός Δικαστής οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως τον καταχρηστικό χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας, εφόσον διαθέτει συναφώς τα αναγκαία νομικά και πραγματικά στοιχεία.. Εδώ έχουμε απλώς επίκληση μιας γενικής θέσης. Θεωρώ ότι τα πιο πάνω, υπό των Καθ' ων η αίτηση λεχθέντα, είτε στην ένσταση τους είτε στην αγόρευση, δεν με έχουν πείσει ότι υπάρχει πραγματικός φόβος για παραβίαση οποιουδήποτε δικαιώματος τους σε σχέση με παραπομπή σε διαιτησία, αλλά ούτε επίσης μπορούν να πείσουν ότι πρόκειται για καταχρηστικού όρου ρήτρα, με γενικότητες και χωρίς συγκεκριμενοποίηση των δεδομένων της υπόθεσης. Μάλιστα ενώ υπήρχε και υπάρχει πρόνοια για παραπομπή στον ίδιο νόμο. Ο δε ισχυρισμός τους για ενδεχόμενο βλάβης από μη δίκαιο και αμερόληπτο διαιτητή ή από διαιτητή που δεν είναι δεόντως εκπαιδευμένος, πάλι τίθενται υπό μορφή κατάληξης και όχι ουσιαστικής θέσης που να περιέχει συγκεκριμένα στοιχεία, ως θα ήταν το σωστό. (Βλ. Κυτάλα ν. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1(Α) 253). Το ίδιο ισχύει για την επίκληση παράβασης του άρθρου 30 του Συντάγματος. Η διαιτησία είναι ένας παραδεδειγμένος τρόπος επίλυσης των διαφορών σε παγκόσμιο επίπεδο. Είναι χαρακτηριστικά αυτά που λέχθηκαν από την αγγλική νομολογία για την ανάγκη επίδειξης εμπιστοσύνης σε αυτό το θεσμό, που έχει πάρει και διεθνή χαρακτήρα. Στην υπόθεση Mediterannean and Eastern Export Co. Ltd v. Fortress Fabrics (Manchester), Ltd
(1948)2 All E.R. 186, στη σελ.189 έχουν αναφερθεί τα εξής: "The days have long gone by, when the court looked with jealousy on the jurisdiction of arbitrators. The modern tendency is in my opinion, more especially in commercial arbitration to endeavor to uphold awards on the skilled persons that the parties themselves have selected to decide the questions at issue between them. If an arbitrator has acted within the terms of his submission and has not violated any rules of what is often called natural justice the courts should be slow indeed to set aside his award". Δεν πρέπει να λησμονείται εξάλλου ότι το Δικαστήριο, κατά πάντα χρόνο, διαθέτει εκείνες τις δικλείδες ασφαλείας ώστε να ελέγχεται η διαδικασία διατησίας και οι διαιτητές. Επίσης διά της διαδικασίας εγγραφής της διατητικής απόφασης με δια κλήσεως αίτηση, διασφαλίζεται περαιτέρω η διαδικασία εν γένει, αφού το Δικαστήριο «εποπτεύει και με αυτό τον τρόπο τα πράγματα». (Βλ. Νικολάου ν. Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς, Πολ. Έφ. 357/08, 11.4.2012). Αυτό υποδεικνύεται επίσης στην Κεφάλας ν. Petevis
(2011)1Γ Α.Α.Δ. 1916: «Η ρήτρα διαιτησίας, όπως αυτή που έχουμε στην παρούσα υπόθεση, είναι γνωστή ως ρήτρα Scott v. Avery
(1856)H.L.S. 392, από την ομώνυμη υπόθεση, δεν καταργεί τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου, αλλά παρέχει δυνατότητα αναστολής της διαδικασίας. Βλ. Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 2, παρ. 645-646. Η αναστολή της δικαστικής διαδικασίας προς το σκοπό παραπομπής σε διαιτησία συγκεκριμένης διαφοράς στη βάση συμφωνηθείσας ρήτρας διαιτησίας με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 8 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ.4, δεν συνεπάγεται εγκατάλειψη της οφειλόμενης υποχρέωσης του δικαστηρίου για έλεγχο της πορείας της δικαστικής διαδικασίας η οποία, εφόσον δε διακόπτεται, εξακολουθεί να διατηρείται ζωντανή, όμως εκτός πινακίου.» Κατά το ίδιο το ΕΔΑΔ αποφάσισε ότι η αναγκαστική επίλυση διαφορών σε διαιτησία, είναι καθόλα νόμιμη και επιτρεπτή δυνάμει του άρθρου 6 της Συνθήκης. Στην απόφαση του ΕΔΑΔ στην αίτηση αρ. 38190/07, Federation of Offshore Workers' Trade Union and Others v. Norway, ημερ. 27.06.2002, το Δικαστήριο αποφάσισε ότι η αναγκαστική επίλυση της εργατικής διαφοράς με διαιτησία η οποία προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο ήταν επιτρεπτή. Στην προκειμένη περίπτωση, είναι φανερό από την υπάρχουσα συμφωνία και τη κείμενη νομοθεσία και για τους λόγους που έχω εξηγήσει πιο πάνω, ότι η αίτηση στοιχειοθετείται. Εκδίδεται, λοιπόν, διάταγμα ως η αίτηση. Ο μόνος όρος που τίθεται είναι ότι οποιοσδήποτε των διαδίκων θα πρέπει να προβεί σε έναρξη της διαιτητικής διαδικασίας σε σχέση με την παρούσα το αργότερο σε 60 μέρες από σήμερα. Αν δεν το πράξει το παρόν διάταγμα ακυρώνεται. Εν όψει της τροποποίησης του νόμου και των περιστάσεων που υπάρχουν εν προκειμένω θεωρώ ορθότερο να μην εκδοθεί καμιά διαταγή για έξοδα. Εν όψει της αναστολής της παρούσης διαδικασίας νοείται ότι η παρούσα αγωγή τίθεται εκτός πινακίου. Ε (Υπ.) ................ Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ../ΞΠ-ΙΜ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Αναστολή διαδικασίας λόγω διαιτησίας Τα Πρ Ε Εκε Ε cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.