← Κύπρος

ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΕΛΩΝΕΙΩΝ ν. MAROGINO CASUAL WEAR LTD, Αρ. Αγωγής: 1272/08, 16/6/2014

ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΕΛΩΝΕΙΩΝ ν. MAROGINO CASUAL WEAR LTD, Αρ. Αγωγής: 1272/08, 16/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A247 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1272/08 Μεταξύ: ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΕΛΩΝΕΙΩΝ Ενάγουσας και MAROGINO CASUAL WEAR LTD Εναγομένων Αίτηση παράτασης χρόνου ημερ. 9.5.14 Ημερομηνία: 16.6.2014 Για Εναγόμενους - Αιτητές: κ. Ν. Καλλής. Για Ενάγουσα - Καθ' ης η αίτηση: κα Μ. Αλεξάνδρου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, κατά η περί την 17.1.05 το Τμήμα Τελωνείων, στα πλαίσια των καθηκόντων του για εντοπισμό εμπορευμάτων που παραβιάζουν δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, διενήργησε έρευνα σε τρία υποστατικά των Εναγομένων. Κατά την έρευνα αυτή εντοπίσθηκε και κατακρατήθηκε μεγάλη ποσότητα ζευγών αθλητικών και παιδικών παπουτσιών για τα οποία υπήρχαν εύλογες υποψίες ότι παραβίαζαν δύο εμπορικά σήματα. Στη συνέχεια, για να διερευνηθεί κατά πόσο παραβίαζαν δικαιώματα πνευματικής ιδοκτησίας, στάληκαν δείγματα των εν λόγω παπουτσιών στους εκπροσώπους της εταιρείας που είναι κάτοχος του δικαιώματος ενός εκ των προαναφερόμενων εμπορικών σημάτων και σε εταιρεία που είναι εξουσιοδοτημένοι αντιπρόσωποι στην Κύπρο της εταιρείας, η οποία είναι κάτοχος του δικαιώματος του άλλου εμπορικού σήματος. Δυνάμει των επιστολών που στάληκαν σε σχέση με το θέμα, από τις πιο πάνω εταιρείες, το Τμήμα Τελωνείων προχώρησε σε κατάσχεση εκατόν δέκα πέντε

(115)κιβωτίων και τεσσάρων
(4)πλαστικών σακούλων που περιείχαν δύο χιλιάδες διακόσια εξήντα τέσσερα (2.264) ζεύγη υποδήματα (συνολικής αξίας €11,000) και επέστρεψε στους Εναγόμενους τρία
(3)κιβώτια που περιείχαν τριάντα έξι
(36)ζεύγη υποδήματα, τα οποία δεν παραβίαζαν οποιοδήποτε δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας. Με επιστολή ημερομηνίας 18.2.05, οι Εναγόμενοι, αμφισβήτησαν εμπρόθεσμα την δήμευση των κατασχεθέντων υποδημάτων. Με δεδομένα ότι κατά το χρόνο της κατάσχεσης τους προς δήμευση τα επίδικα υποδήματα ήταν υποκείμενα σε δήμευση, ότι έχουν κατασχεθεί ως υποκείμενα σε δήμευση και έχει υποβληθεί εμπρόθεσμα αμφισβήτηση, όπως προνοείται από τη σχετική νομοθεσία, η Ενάγουσα ζητά από το Δικαστήριο απόφαση και/ή διάταγμα με το οποίο να κηρύσσεται η δήμευση των πιο πάνω κατασχεθέντων υποδημάτων, δυνάμει των διατάξεων της τελωνειακής νομοθεσίας, πλέον έξοδα. Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 5.5.
  1. Αφού προηγήθηκε τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης, οι Εναγόμενοι καταχώρησαν έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτηση στις 16.2.
  2. Σύμφωνα με αυτήν: Το Τμήμα Τελωνείων δεν ενήργησε νόμιμα και εντός των πλαισίων των καθηκόντων του κατά την έρευνα στα υποστατικά των Εναγομένων. Οι Εναγόμενοι αρνούνται ότι τα επίδικα εμπορεύματα παραβιάζουν οποιοδήποτε δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας και ισχυρίζονται ότι η Ενάγουσα και/ή οι υπάλληλοι της παράνομα, αυθαίρετα, χωρίς νόμιμη δικαιολογία και χωρίς πραγματική, ουσιαστική και δέουσα έρευνα προχώρησαν λανθασμένα στην κατάσχεση των επίδικων εμπορευμάτων. Δέχονται ότι η αξία των κατασχεθέντων υποδημάτων ήταν €11,000 και υποστηρίζουν ότι παρά την υπό αυτούς αμφισβήτηση της κατάσχεσης η Ενάγουσα παρέλειψε και πάλι να διερευνήσει δεόντως τις θέσεις τους για να βεβαιωθεί αν τα κατασχεθέντα εμπορεύματα παραβίαζαν οποιοδήποτε δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας. Είναι επίσης η θέση των Εναγομένων ότι η Ενάγουσα ενήργησε παράνομα εκτός των εξουσιών που της παρέχει η σχετική Νομοθεσία αδιαφορώντας πλήρως για τις συνέπειες που έχει η ενέργεια της εναντίον των συμφερόντων τους και ζητούν την απόρριψη της αγωγής. Για σκοπούς της ανταπαίτησης τους επαναλαμβάνουν τους ισχυρισμούς της έκθεσης υπεράσπισης και περαιτέρω αναφέρουν τα ακόλουθα: Εμπορεύονται επαγγελματικά την εισαγωγή - αγορά και πώληση υποδημάτων διαφόρων εταιρειών και ειδών και προς τούτο διατηρούν καταστήματα στη Λεμεσό. Έχουν πολύ καλή φήμη και πελατεία και διατηρούν μια καλά οργανωμένη επιχείρηση που τους αποφέρει ανάλογα κέρδη. Η Ενάγουσα με την ως άνω παράνομη, αυθαιρέτη και αδικαιολόγητη συμπεριφορά και ενέργειες της έχει προκαλέσει στους Εναγόμενους ζημιά ύψους €22,279.
  3. Θα πουλούσαν τα κατασχεθέντα εμπορεύματα και θα αποκόμιζαν κέρδος ύψους €10,000 περίπου. Η εν λόγω ζημιά έχει ήδη προκληθεί καθότι οι Εναγόμενοι δεν μπορούν πλέον να πωλήσουν τα υποδήματα. Εάν η Ενάγουσα δεν προέβαινε στην αδικαιολόγητη κατάσχεση των εμπορευμάτων οι Εναγόμενοι θα εισήγαγαν και άλλες ποσότητες παρόμοιων και/ή ίδιων υποδημάτων με ανάλογο κέρδος. Περαιτέρω με τις παράνομες και αδικαιολόγητες ενέργειες της η Ενάγουσα τους έχει προκαλέσει ζημιά στο καλό όνομα, φήμη και πελατεία αφού τα πιο πάνω γεγονότα έγιναν γνωστά σε όλη την αγορά. Για δε περίοδο 5 ετών από τον Ιανουάριο του 2005 η Ενάγουσα τους στερεί το δικαίωμα να εισάγουν και να εμπορευθούν, με την προοπτική εξασφάλισης κέρδους, παρόμοια με τα κατασχεθέντα υποδήματα και συνεχίζουν και θα συνεχίσουν να υφίστανται ζημιά, απώλεια και ταλαιπωρία. Ως εκ των άνω οι Εναγόμενοι ανταπαιτούν αποζημιώσεις για το ποσό των €22,279.45 για ζημιά που προκλήθηκε σε αυτούς από την κατάσχεση των επίδικων εμπορευμάτων και την παρεμπόδιση τους να τα πωλήσουν καθώς και αποζημιώσεις για παρεμπόδιση και ουσιαστική απαγόρευση σε αυτούς να εισάγουν μέχρι σήμερα παρόμοια και/ή ίδια υποδήματα και να τα πωλήσουν και για μείωση και/ή προσβολή του καλού ονόματος, φήμης και πελατείας τους. Η ακροαματική διαδικασία στην αγωγή άρχισε στις 18.3.14 με δήλωση παραδεκτών γεγονότων και κατάθεση μάρτυρα για την Ενάγουσα. Στις 11.4.14 που ορίσθηκε η υπόθεση για συνέχιση της ακρόασης, η συνήγορος της Ενάγουσας αιτήθηκε προφορικά, με βάση το άρθρο 10
(4)του Παραρτήματος του περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου 94(Ι)/2004, όπως το Δικαστήριο προχωρήσει στην έκδοση απόφασης με την οποία να κηρύσσει τη δήμευση των επίδικων υποδημάτων, λόγω παράλειψης των Εναγομένων και του δικηγόρου αυτών να συμμορφωθούν με τις διατάξεις των παραγράφων
(2)και
(3)του ίδιου άρθρου. Πιο συγκεκριμένα, ως ουσιαστικά ανέφερε η συνήγορος, οι Εναγόμενοι ή ο δικηγόρος τους παρέλειψαν να εκτελέσουν τις επιβαλλόμενες από τις πιο πάνω διατάξεις υποχρεώσεις τους δηλ. να καταθέσουν, 24 τουλάχιστον ώρες πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, στον Πρωτοκολλητή του Δικαστηρίου, ένορκη δήλωση με την οποία να βεβαιώνεται ότι τα επίδικα υποδήματα, που έχουν κατασχεθεί ως υποκείμενα σε δήμευση ανήκουν ή απ' όσο καλύτερα γνωρίζουν και πιστεύουν ανήκαν κατά κυριότητα στους Εναγόμενους κατά το χρόνο της κατάσχεσης καθώς και τα έξοδα της διαδικασίας, όπως αυτά θα καθοριστούν από το Δικαστήριο μετά από σχετική αίτηση που έπρεπε να υποβάλουν. Η συνήγορος που εμφανίσθηκε για τους Εναγόμενους ζήτησε χρόνο ώστε να απαντήσουν και η υπόθεση ορίσθηκε στις 12.5.14. Στις 9.5.14 οι Εναγόμενοι (στο εξής οι Αιτητές) καταχώρησαν την παρούσα αίτηση με την οποία ζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου που να επεκτείνει κατά 5 ημέρες, από την έκδοση του, τον προβλεπόμενο από τον περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμο 94(I)/2004 χρόνο για την καταχώρηση ένορκης δήλωσης με την οποία να βεβαιώνεται από τον διευθυντή των Εναγομένων ότι το εμπόρευμα που έχει κατασχεθεί ως υποκείμενο σε δήμευση ανήκε κατά κυριότητα στο πρόσωπο που έχει υποβάλει την αμφισβήτηση κατά το χρόνο της κατάσχεσης και για να καταθέσει το ποσό που θα διατάξει το Δικαστήριο ως έξοδα, όπως προβλέπεται από τον Νόμο. Η αίτηση βασίζεται στις Δ.48 Κ.1-4, 8 και 9, Δ.57 Κ.2 και Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στις εγγενείς εξουσίες και στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Yποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση του Ανδρέα Θεμιστοκλέους, Διευθυντή των Αιτητών, στην οποία αναφέρονται βασικά τα ακόλουθα: Το άρθρο 10
(2)του Παραρτήματος του περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου 94(Ι)/2004 περιήλθε σε γνώση των Αιτητών στις 11.4.14, ημέρα κατά την οποία η υπόθεση ήταν ορισμένη για συνέχιση της ακρόασης. Μόλις υπέπεσε στην αντίληψη τους το γεγονός αυτό ετοίμασαν και καταχώρησαν τη παρούσα αίτηση. Από την αιτούμενη παράταση δεν θα προκληθεί καμιά καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης και/ή καμία ζημιά στη Ενάγουσα καθότι αυτή θα αποζημιωθεί με έξοδα. Αντίθετα εάν προχωρήσουν με γραπτές αγορεύσεις επί του νομικού σημείου η ακρόαση της υπόθεσης θα καθυστερήσει πολύ περισσότερο. Η δήμευση των αντικειμένων έλαβε χώρα το 2005 και η ακρόαση της αγωγής άρχισε τον Μάρτιο του
  1. Επομένως εάν δοθεί λίγος περισσότερος χρόνος ορισμένων ημερών ώστε να καταχωρηθεί η ένορκη δήλωση δεν παραβλάπτονται τα συμφέροντα της Ενάγουσας. Περαιτέρω η Ενάγουσα έχασε το δικαίωμα να διεκδικεί απόφαση λόγω μη καταχώρησης της ένορκης δήλωσης 24 ώρες πριν την έναρξη της ακρόασης, καθότι ήγειρε το θέμα κατά την επόμενη δικάσιμο και όχι κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Επιπρόσθετα το Δικαστήριο δεν ήγειρε το θέμα αυτό αυτεπάγγελτα. Η Ενάγουσα προχώρησε στη κατάσχεση των αντικειμένων από το κατάστημα των Εναγομένων παράνομα και χωρίς να είναι δίκαιο να το πράξει. Ως εκ τούτου είναι άδικο να της επιτραπεί να πετύχει απόφαση χωρίς να αποδείξει την υπόθεση της για κάτι που αποτελεί παρατυπία απλή, η οποία μπορεί να διορθωθεί με παράταση χρόνου καταχώρησης της ένορκης δήλωσης και των εξόδων. Εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα και δοθεί η αιτούμενη παράταση θα απονεμηθεί πιο ορθά η δικαιοσύνη. Ενόψει της αίτησης οι συνήγοροι δεν προχώρησαν να τοποθετηθούν επί τους αιτήματος της Ενάγουσας και δόθηκε χρόνος στην τελευταία για να καταχωρήσει ένσταση. Η ένσταση της Ενάγουσας (στο εξής η Καθ' ης η αίτηση) καταχωρήθηκε στις 22.5.
  2. Βασίζεται δε στη Δ.48 Κ.1-4, 8 και 9, Δ.57 Κ.2 και Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στο άρθρο 103 του περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου 94(Ι)/2004, στο άρθρο 10(1-4) του Παραρτήματος του ίδιου Νόμου καθώς και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και στην γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Οι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι:
  3. Η αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική και στηρίζεται σε λανθασμένη και/ή ελλειπή νομική βάση.
  4. Η αίτηση είναι εκπρόθεσμη και καταχρηστική καθότι καταχωρήθηκε σε καθυστερημένο στάδιο και εν πάση περιπτώσει σε στάδιο αναμονής απόφασης του αιτήματος της Ενάγουσας για έκδοση απόφασης δήμευσης δυνάμει του άρθρου 10
(4)του Παραρτήματος του Περί Τελωνείου Κώδικα Νόμου.
  1. Η αίτηση δεν μπορεί να στηριχθεί στην Δ.57 για το λόγο ότι ο Αιτητής αιτείται παράταση υποχρέωσης του, η οποία πηγάζει από πρόνοια που προβλέπει ο περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμος, ο οποίος δεν προβλέπει οποιαδήποτε δυνατότητα παράτασης.
  2. Ποτέ δεν αποτέλεσε προϋπόθεση για εφαρμογή του άρθρου 10
(4)του Παραρτήματος του περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου η απόδειξη εκ μέρους της Ενάγουσας του νομότυπου ή όχι της κατάσχεσης των επίδικων αντικειμένων.
  1. Η αίτηση είναι άνευ αντικειμένου.
  2. Δεν είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Έλενας Χρίστου, γραμματειακής λειτουργού στο Επαρχιακό Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας στη Λεμεσό. Στην εν λόγω ένορκη δήλωση αναφέρονται βασικά τα ακόλουθα: Το λεκτικό του άρθρου 10
(4)του Παραρτήματος του περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου είναι σαφέστατο και δραστικό χωρίς να αφήνει οποιοδήποτε περιθώριο προβολής οποιασδήποτε υπεράσπισης εκ μέρους του Εναγόμενου σε περίπτωση μη τήρησης των διατάξεων του και/ή παράτασης οποιουδήποτε χρόνου για τις ενέργειες στις οποίες οφείλει να προβεί ο Εναγόμενος. Ούτε οποιοδήποτε άλλο άρθρο του ίδιου Νόμου παρέχει δυνατότητα παράτασης χρόνου για την υποχρέωση του Εναγόμενου καταχώρησης αυτών που προνοεί το άρθρο 10
(2)
(3)του εν λόγω Παραρτήματος. Κατ' επέκταση από τη στιγμή που οι Εναγόμενοι δεν δικαιούνται οποιαδήποτε παράταση βάσει του εν λόγω Νόμου, δεν μπορεί η παράταση να δοθεί βάσει της Διαταγής 57 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, καθότι η εφαρμογή αυτής περιορίζεται μόνο σε περιπτώσεις χρονικών περιθωρίων που καθορίζονται στους Θεσμούς αυτούς και/ή από διατάγματα επεκτάσεως του χρονικού περιθωρίου, πράγμα που δεν ισχύει στην παρούσα. Εν όψει των ανωτέρω η παρούσα αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική και στηρίζεται σε λανθασμένη και/ή ελλειπή νομική βάση. Περαιτέρω η αίτηση είναι εκπρόθεσμη και καταχρηστική καθότι καταχωρήθηκε σε καθυστερημένο στάδιο και εν πάση περιπτώσει σε στάδιο αναμονής απόφασης στα πλαίσια του αιτήματος της Ενάγουσας για έκδοση απόφασης δήμευσης δυνάμει του Νόμου. Οι Εναγόμενοι δεν δικαιούνται και κωλύονται να καταχωρήσουν την παρούσα αίτηση εκκρεμούντος του προαναφερόμενου αιτήματος της Ενάγουσας καθότι με αυτό τον τρόπο εμποδίζουν την ομαλή έκβαση του αιτήματος αυτού, το οποίο προηγείται σε αρχαιότητα και εξ άλλου αφορά την ίδια παράλειψη των Εναγομένων, την οποία έρχονται σε αυτό το καθυστερημένο στάδιο να θεραπεύσουν. Θα ήταν ίσως διαφορετική η βαρύτητα και η ισχύ της επίδικης αίτησης εάν δεν προηγείτο το πιο πάνω αναφερόμενο προφορικό αίτημα της Ενάγουσας. Ανεξάρτητα των πιο πάνω η αίτηση είναι άνευ αντικειμένου. Συγκεκριμένα το άρθρο 10
(4)του Παραρτήματος του Νόμου δρα δραστικά όταν ο Εναγόμενος παραλείψει να λάβει τα δικονομικά μέτρα τα οποία προνοούνται στην παράγραφο 4
(2)και
(3). Σε αυτή την περίπτωση οι Εναγόμενοι δεν έχουν λάβει κανένα από τα μέτρα αυτά εντός του περιορισμένου χρονικού πλαισίου των 24 ωρών προ της έναρξης της ακρόασης. Το ίδιο άρθρο δίνει εξουσία, ούτε καν διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο, εάν δεν τηρηθούν οι πρόνοιες του, αυτεπάγγελτα να κηρύξει το επίδικο αντικείμενο ως δημευθέν. Επίσης δεν αφήνει περιθώριο προβολής οποιασδήποτε υπεράσπισης εκ μέρους του Εναγόμενου σε περίπτωση μη τήρησης του. Η δραστικότητα του φαίνεται και από το ότι δεν προβλέπει καν υποχρέωση του Ενάγοντα να υποβάλει αίτημα για εφαρμογή του αλλά το Δικαστήριο μπορεί να δράσει αυτεπάγγελτα και να εξετάσει το θέμα. Διακρίνεται λοιπόν ένα αυξημένο καθήκον του Δικαστηρίου να εξετάσει τις συγκεκριμένες παραλείψεις του Εναγόμενου και να εκδώσει τη σχετική απόφαση. Ο δε ισχυρισμός των Εναγομένων ότι η Ενάγουσα όφειλε να εγείρει το θέμα κατά την έναρξη της ακρόασης και ότι το Δικαστήριο όφειλε να το εγείρει αυτεπάγγελτα, είναι άστοχος και άτοπος χωρίς πραγματικό και/ή νομικό έρεισμα. Η υποχρέωση που θέτει το άρθρο 10 δεν είναι για το πότε οφείλει να εγείρει το θέμα η Ενάγουσα αλλά για το εντός ποιου χρονικού περιθωρίου οφείλει να ενεργήσει ο Εναγόμενος. Ούτε υπάρχει πρόνοια καθορισμού ποιας χρονικής στιγμής οφείλει το Δικαστήριο να εξετάσει την παράλειψη του Εναγόμενου. Με το ίδιο σκεπτικό δεν μπορεί να υποδειχθεί στην Ενάγουσα σε ποια χρονική στιγμή δύναται να επικαλεσθεί τις πρόνοιες της υποπαραγράφου 10
(4)ζητώντας απόφαση από το Δικαστήριο. Δεν μπορεί επίσης η εν λόγω υποπαράγραφος να ερμηνευτεί κατά τρόπον ώστε εάν η παράλειψη συμμόρφωσης του Εναγόμενου με τις υποπαραγράφους 10
(2)
(3)δεν εγερθεί αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο αλλά υποδειχθεί στο Δικαστήριο από την Ενάγουσα, η τελευταία να χάνει δικαίωμα της διεκδίκησης τέτοιας απόφασης. Ενόψει των ανωτέρω η αίτηση είναι άνευ αντικειμένου και θα πρέπει να απορριφθεί. Κατά την ακροαματική διαδικασία και οι δύο πλευρές περιορίστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις. Οι θέσεις των διαδίκων έχουν μελετηθεί λαμβάνονται υπόψην στο σύνολο τους και δεν χρήζουν επανάληψης στο σημείο αυτό. Νομική Πτυχή Σύμφωνα με το άρθρο 103
(5)του περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου 94(Ι)/2004 (στο εξής ο Νόμος) η διαδικασία για την κατάσχεση και δήμευση εμπορευμάτων καθορίζεται στο Παράρτημα του ίδιου Νόμου. Το άρθρο 8 του εν λόγω Παραρτήματος προβλέπει ότι η διαδικασία για δικαστική κήρυξη σε δήμευση εμπορεύματος που έχει κατασχεθεί ως υποκείμενο σε δήμευση είναι αστική, πραγματοπαγής και εγείρεται στη Δημοκρατία. Σύμφωνα με το άρθρο 10
(1)του ίδιου Παραρτήματος, σε τέτοια διαδικασία η αγωγή εγείρεται εναντίον κάθε προσώπου το οποίο έχει υποβάλει αμφισβήτηση δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου 3. Οι παράγραφοι 2-4 του ίδιου άρθρου, οι οποίες είναι και οι βασικές για την παρούσα προβλέπουν τα εξής: «
(2)Σε οποιαδήποτε διαδικασία που εγείρεται δυνάμει των διατάξεων της υποπαραγράφου
(1), κάθε εναγόμενος ή ο δικηγόρος του οφείλει να καταθέσει, είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, στον Πρωτοκολλητή του Δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί η αγωγή, ένορκη δήλωση με την οποία να βεβαιώνεται ότι το εμπόρευμα που έχει κατασχεθεί ως υποκείμενο εις δήμευση ανήκε ή, από όσο καλύτερα γνωρίζει και πιστεύει ανήκε, κατά κυριότητα στο πρόσωπο που έχει υποβάλει την αμφισβήτηση κατά το χρόνο της κατάσχεσης.
(3)Σε οποιαδήποτε διαδικασία που εγείρεται δυνάμει των διατάξεων της υποπαραγράφου
(1), κάθε εναγόμενος οφείλει να καταθέσει, είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, τα έξοδα της διαδικασίας όπως αυτά θα καθοριστούν από το Δικαστήριο μετά από σχετική αίτηση που υποβάλλεται από τον ίδιο.
(4)Σε περίπτωση κατά την οποία δεν τηρηθεί οποιαδήποτε από τις διατάξεις της παραγράφου αυτής εντός των προθεσμιών που καθορίζονται, το Δικαστήριο, εξετάζοντας την παράλειψη αυτεπάγγελτα, εκδίδει απόφαση για κήρυξη της δήμευσης». Αποτελεί θέση των Αιτητών ότι το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να εγκρίνει την αίτηση για παράταση του χρόνου καθότι, σύμφωνα πάντα με την ίδια θέση, στην παρούσα έχει εφαρμογή η Δ.57 Κ.2. Αντίθετη είναι η θέση της Καθ' ης η αίτηση. Η Δ.57 Κ.2 στην οποία στηρίζεται η παρούσα αίτηση έχει ως εξής: «A Court or Judge shall have power to enlarge or abridge the time appointed by these rules, or fixed by any order enlarging time, for doing any act or taking any proceeding, upon such terms (if any) as the justice of the case may require, and any such enlargement may be ordered although the application for the same is not made until after the expiration of the time appointed or allowed: provided that when the time for delivering any pleading or document or filing any affidavit, answer or document, or doing any act is or has been fixed or limited by any of these rules or by any direction or order of the Court or Judge, the costs or any application to extend such time and of any order made thereon shall be borne by the party making such application unless the Court or Judge shall otherwise order.» Με την εν λόγω Διαταγή, η οποία αντιστοιχεί στην Δ.64 Κ.7 των παλαιών και στην Δ.3 Κ.5 των νέων Αγγλικών Θεσμών, παρέχεται εξουσία στο Δικαστήριο για παράταση των χρονικών διαδικαστικών προθεσμιών (βλ. Αδελφοί Ιακώβου (Κατασκευαί) Λτδ ν. Χ'Νικόλα
(1990)1 Α.Α.Δ 470 και Γεωργιάδης ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1992)4Β Α.Α.Δ 1569). Ως προκύπτει όμως από το ίδιο το λεκτικό της Διαταγής, η εφαρμογή της περιορίζεται μόνο σε προθεσμίες, οι οποίες καθορίζονται από τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς (Θεσμούς) και όχι σε άλλες περιπτώσεις (βλ. Μαραγκού ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1997)1Γ Α.Α.Δ 1715 και Annual Practice 1958 σελ. 1813). Μάλιστα στις περιπτώσεις που καλύπτονται από τη Δ.57 Κ.2 αίτηση για παράταση της προθεσμίας μπορεί να γίνει όχι μόνο πριν αλλά και μετά από την πάροδο αυτής (βλ. Μαρκίδης ν. Ελληνικής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 898). Στην Γεωργίου ν. Θεμιστοκλέους κ.α.
(2002)1Γ Α.Α.Δ 1498, η οποία αφορούσε αίτηση για παράταση χρόνου καταχώρησης εκλογικής αίτησης, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε ότι η Δ.57 Κ.2 έχει ως αποκλειστικό αντικείμενο την παράταση του χρόνου, ο οποίος καθορίζεται από τους ίδιους τους Θεσμούς και δεν παρέχει δυνατότητα παράτασης προθεσμιών, οι οποίες τάσσονται από το νόμο. Λαμβανομένου αυτού υπόψην αλλά και του ότι το άρθρο 57
(4)του περί Εκλογής Μελών της Βουλής Αντιπροσώπων Νόμου του 1979, καθόριζε το χρόνο υποβολής εκλογικής αίτησης με τρόπο επιτακτικό αφενός και δεν παρείχε δυνατότητα παράτασης του χρόνου αφετέρου (δεν αφηνόταν διακριτική ευχέρεια παράτασης), η αίτηση κρίθηκε ανυπόστατη. Ως έχει νομολογηθεί η τήρηση των προθεσμιών για τη λήψη των προβλεπομένων από τους Θεσμούς δικαστικών μέτρων, είναι κεφαλαιώδους σημασίας για την εύρυθμη και καλή απονομή της δικαιοσύνης. Οι θεσμικές προθεσμίες σκοπούν στη διασφάλιση των εχεγγύων για την απονομή της δικαιοσύνης. Η τήρησή τους αφορά όχι μόνο τους διαδίκους αλλά και το δημόσιο. Για αυτό, συμφωνία των διαδίκων για την ύπαρξη των προϋποθέσεων για την παράταση του χρόνου, δεν δεσμεύει το Δικαστήριο, ούτε το απαλλάσσει από το καθήκον να διαπιστώσει αν συντρέχουν καλοί λόγοι για την παράταση του χρόνου. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για την παράταση του χρόνου, είναι απόλυτα ελεύθερη. Η άσκηση της συναρτάται με τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης (βλ. Γεωργιάδης ανωτέρω). Στην Λυσιώτη ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2000)1Α Α.Α.Δ 364, συνοψίζονται οι αρχές που προκύπτουν από την σχετική νομολογία, ως εξής: «1. Η προεξάρχουσα αρχή είναι ότι η σχετική εξουσία του δικαστηρίου αποτελεί ζήτημα διακριτικής ευχέρειας (Loizou v. Konteatis
(1968)1 C.L.R. 291, 293 και Schafer v. Blyth [1920] 3 K.B. 143). Η εξουσία αυτή πρέπει να ασκείται δικαστικά και να λαμβάνονται υπόψη όλα τα ουσιώδη περιστατικά της υπόθεσης. Ανάμεσα στα περιστατικά πρωτεύουσα θέση κατέχει η ύπαρξη ή όχι ικανοποιητικής δικαιολογίας για την παράλειψη του αιτητή να κάμει μέσα στις καθορισμένες προθεσμίες αυτό που τώρα επιζητεί να κάμει (Λυρατζής ν. Χαραλάμπους κ.α.
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ., 193, Loizou (πιο πάνω), Cyprian Seaway Agencies v. Republic
(1981)3 C.L.R. 271). 2. Οι τασσόμενες προθεσμίες αποτελούν βασικό υποστήριγμα του νομικού μας συστήματος για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης (Μιχαηλίδης v. Χρίστου
(1996)1(B) A.A.Δ. 1190, Κληρίδης ν. Σταυρίδη
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1348 και Βαρδιάνου ν. Richards
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 698). Όπου ο νομοθέτης θέτει προθεσμίες για τη λήψη διαδικαστικών μέτρων οι πρόνοιες αναφορικά με τις προθεσμίες πρέπει να εφαρμόζονται αυστηρά. Η τήρηση τους εξυπηρετεί άμεσα τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Πρόκειται για ζήτημα που συνδέεται με το δημόσιο συμφέρο για την τελεσιδικία και επηρεάζει άμεσα τα συμφέροντα των διαδίκων. Από τη συμμόρφωση προς τα χρονοδιαγράμματα που τάσσονται από τους θεσμούς εξαρτάται η απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης. Διαφορετική αντιμετώπιση θα δημιουργούσε επικίνδυνα ρήγματα στην απονομή της δικαιοσύνης (Χόππης ν. Παναγή
(1993)Α.Α.Δ. 140, Βαρδιάνου (πιο πάνω) και Cyprus Import Corporation Ltd v. Σενέκη
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 1108). 3. Ειδικές περιστάσεις όπως υπερβολική αργοπορία δυνατόν να πείσουν το δικαστήριο να αρνηθεί την παράταση της προθεσμίας (Eaton v. Storer 22 Ch. D. 92, C.A. και Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 904).
  1. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτελεί αποκλειστικό οδηγό για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου για την παράταση της προθεσμίας (Χόππης (πιο πάνω), σελ.
  2. Βλ. και Ιωάννου ν. Θεοδούλου κ.ά.,
(2000)1 Α.Α.Δ. 7 στην οποία έχουν επισημανθεί τα εξής: "Ο προσδιορισμός των συμφερόντων της δικαιοσύνης σε κάθε περίπτωση, είναι έργο σύνθετο. Αντισταθμίζονται, αφενός, οι συνέπειες της παρεκτροπής από τα θέσμια, τα επακόλουθα τους στα δικαιώματα του αντιδίκου και, αφετέρου, οι συνέπειες άρνησης του αιτήματος στα συμφέροντα του αιτητή. Όπως εξηγείται στη Χοππής, σελ. 143: "Το συμφέρον της δικαιοσύνης είναι έννοια σύνθετη και πολυδιάστατη, συνυφασμένη με το σύνολό των αρχών του δικαίου και τα ιδιαίτερα γεγονότα της κάθε υπόθεσης" (Βλ. επίσης Δημοκρατία ν. Χριστοδούλου
(1997)3 Α.Α.Δ. 241 και Πισσούριου ν. Golden Hand Co. Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 257)». Η χρονική διάρκεια της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης για παράταση χρονικής προθεσμίας καταχώρησης κάποιας αίτησης, στη βάση της Δ.57 Κ.2 και η ύπαρξη ή όχι ικανοποιητικής δικαιολογίας για την καθυστέρηση σε κάθε περίπτωση, συγκαταλέγονται ανάμεσα στους παράγοντες που επηρεάζουν αποφασιστικά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου είτε υπέρ είτε κατά της παράτασης της χρονικής προθεσμίας σε κάθε περίπτωση (βλ. Λυρατζής ν. Χαραλάμπους κ.α.
(1989)1E Α.Α.Δ 193). Στην παρούσα θα πρέπει κατ' αρχήν να λεχθεί ότι οι προθεσμίες των οποίων ζητείται η παράταση προβλέπονται από το άρθρο 10
(2)
(3)του Παραρτήματος του Νόμου 94(Ι)/2004. Στον εν λόγω Νόμο δεν παρέχεται εξουσία παράτασης καμίας από τις προβλεπόμενες προθεσμίες. Δεν τίθεται λοιπόν θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας από το Δικαστήριο με σκοπό την παράταση των επίδικων προθεσμιών. Αντίθετα λαμβανομένης υπόψην της «συνέπειας» που προβλέπει το άρθρο 10
(4)του Παραρτήματος του Νόμου, σε περίπτωση παράλειψη συμμόρφωσης προς το άρθρο 10
(2)
(3)εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών, συνάγεται ότι οι εν λόγω προθεσμίες είναι επιτακτικές. Με δεδομένο δε ότι οι προθεσμίες αυτές προβλέπονται από τον προαναφερόμενο Νόμο και όχι από τους Θεσμούς, δεν χωρεί αμφιβολία ότι η Δ.57 Κ.2 δεν έχει εφαρμογή στην παρούσα. Ακόμη όμως και εάν η Δ.57 Κ.2 είχε εφαρμογή θα πρέπει να λεχθεί ότι και πάλι η αίτηση δεν θα μπορούσε να επιτύχει για τους εξής λόγους: Για να επιτύχει θα έπρεπε οι Αιτητές να δώσουν ικανοποιητική δικαιολογία για την παράλειψη τους να πράξουν τα όσα ρητώς προβλέπονται στο προαναφερόμενο άρθρο 10
(2)
(3)μέσα στις προβλεπόμενες προθεσμίες. Ως προκύπτει σαφώς από την ένορκη δήλωση του Διευθυντή των Αιτητών η δικαιολογία συνίσταται στο ότι δεν γνώριζαν τις πρόνοιες του προαναφερόμενου άρθρου 10, οι οποίες ήλθαν υπόψην τους στις 11.4.14, όταν δηλ. έγινε το σχετικό αίτημα από τη συνήγορο της Ενάγουσας. Δεν πρόκειται δηλ. καν για κάποιο λάθος ή αμέλεια του δικηγόρου των Αιτητών που υπό κάποιες περιστάσεις ενδεχομένως να αποτελούσε επαρκή δικαιολογία για την παράλειψη. Εδώ φυσικά να σημειωθεί ότι έχει νομολογηθεί ότι ακόμη και σε τέτοιες περιπτώσεις ο διάδικος δεν μπορεί κατά κανόνα, να προβάλλει ως μόνο λόγο το λάθος, αμέλεια ή παράλειψη του δικηγόρου του για να πετυχαίνει την παράταση προθεσμιών ή την αναγέννηση δικαστικών διαδικασιών γιατί κάτι τέτοιο θα αποτελούσε ένα εύσχημο τρόπο υπερφαλάγγισης των δικονομικών διατάξεων, λαμβανομένου υπόψην ότι από τη συμμόρφωση προς τα χρονοδιαγράμματα αυτά εξαρτάται η απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης και συνακόλουθα το κύρος της (βλ. Βαρδιάνου ν. E. Richards
(1998)1 A.A.Δ. 698, Πέτρου ν. Δημοκρατίας
(2001)1 Α.Α.Δ. 184, Καλλής ν. Alpha Bank Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 793 και Πρόεδρος και Μέλη Διαχειριστικής Επιτροπής Πολυκατοικίας «ΦΑΡΑΩ ΕΛΕΝΑ 24» ν. Καρασάββα, Πολιτική Αίτηση Αρ. 103/2011, ημερ. 14.3.12). Η δικαιολογία που δίδεται λοιπόν για την παράλειψη των Αιτητών είναι η άγνοια του Νόμου. Ως όμως επίσης έχει νομολογηθεί η άγνοια του Νόμου δεν αποτελεί νόμιμη εξήγηση για την παράλειψη διαδίκου να λάβει κάποιο δικονομικό μέτρο (βλ. Γερολέμου ν. Σ.Π.Ε. Κοντέας
(2002)1(Β) Α.Α.Δ. 818 ). Ως εκ των άνω κρίνεται ότι οι Αιτητές δεν έχουν στοιχειοθετήσει ικανοποιητική δικαιολογία για την παράλειψη τους να πράξουν τα επιβαλλόμενα από τις διατάξεις του άρθρου 10
(2)
(3)του Παραρτήματος του Νόμου. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι επίδικες προθεσμίες δεν είναι ούτε σύντομες ούτε και πιεστικές και δεν εμποδίζουν την πρόσβαση του Εναγόμενου στο Δικαστήριο ούτε και το δικαίωμα του να ακουσθεί. Η υποχρέωση που επιβάλλεται στον Εναγόμενο από το άρθρο 10
(2)
(3)του Παραρτήματος του Νόμου μπορεί να ασκηθεί μέχρι και 24 ώρες πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Στην παρούσα η ακροαματική διαδικασία δεν άρχισε παρά μόνο 6 σχεδόν χρόνια μετά την καταχώρηση της αγωγής. Συνεπώς δεν μπορεί να γίνεται λόγος για στέρηση δικαιώματος των Εναγομένων επειδή αυτοί παρέλειψαν αδικαιολόγητα να συμμορφωθούν με τις επιταγές του Νόμου. Περάν των πιο πάνω οι Αιτητές καμία δικαιολογία έδωσαν και για το γεγονός ότι παρά το ότι έμαθαν για τις σχετικές πρόνοιες του Νόμου στις 11.4.14 δεν καταχώρησαν την παρούσα αίτηση παρά μόνο ένα σχεδόν μήνα αργότερα. Το γεγονός δε ότι ούτε το Δικαστήριο ούτε η Καθ' ης η αίτηση έθεσε το θέμα, πριν την έναρξη της ακρόασης δεν κρίνεται ότι αποτελεί λόγο για έγκριση της παρούσας αίτησης εφόσον αντικείμενο αυτής ουσιαστικά αποτελεί η δεδομένη παράλειψη των Αιτητών να εκτελέσουν τις πιο πάνω αναφερόμενες επιβαλλόμενες υποχρεώσεις τους εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών. Τέλος αναφορά θα πρέπει να γίνει και στη Δ.64 την οποία επίσης επικαλούνται οι Αιτητές. Η εν λόγω Διαταγή, ως έχει ερμηνευτεί και από τη σχετική νομολογία (βλ. Wunderlich κ.α. ν. Παναγιώτου
(1999)1(A) Α.Α.Δ. 366 ), παρέχει στο Δικαστήριο εξουσία για θεραπεία παρατυπιών που συνίστανται σε παράλειψη συμμόρφωσης με τους Θεσμούς. Στην παρούσα όμως δεν έχουμε τέτοια περίπτωση αλλά παράβαση προθεσμιών που τίθενται από το Νόμο. Συνεπώς ούτε η Δ.64 τυγχάνει εφαρμογής. Ως εκ των άνω η αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Ενάγουσας - Καθ' ης η αίτηση και εναντίον των Εναγομένων - Αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim Judgments Αναφορά: Αίτηση παράτασης χρόνου για διενέργεια πράξεων που προβλέπονται από το άρθρο 10
(2)
(3)του Παραρτήματος του περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου 96(Ι)/2004) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.