← Κύπρος

SUPERCLIMA ENGINEERING LIMITED ν. NTEKA TRADING LIMITED, Αρ. Αγωγής: 4205/2008, 24/6/2014

SUPERCLIMA ENGINEERING LIMITED ν. NTEKA TRADING LIMITED, Αρ. Αγωγής: 4205/2008, 24/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A259 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4205/2008 Μεταξύ: SUPERCLIMA ENGINEERING LIMITED, από τη Λεμεσό Εναγόντων και NTEKA TRADING LIMITED, από τη Λεμεσό, Εναγόμενων --------------------- Ημερομηνία: 24.6.2014 Εμφανίσεις: Για ενάγοντες: κα Κ. Αρκάδη (για ν' ακούσει απόφαση κα Νεάγκου) Για εναγόμενους: κ. Λ. Λυσάνδρου (για ν' ακούσει απόφαση κα Καλυβίτου) Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες, που αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών ότι στον ουσιώδη χρόνο ασχολούνταν με την εμπορία και εγκατάσταση κεντρικών θερμάνσεων, συστημάτων κλιματισμού και άλλων παρεμφερών εμπορευμάτων καθώς και με την προσφορά υπηρεσιών συντήρησης, επιδιόρθωσης κλπ τέτοιων εμπορευμάτων, με την αγωγή τους αξιώνουν εναντίον των εναγόμενων - πελατών τους το ποσό των €9.028,00, το οποίο αντιπροσωπεύει χρεωστικό υπόλοιπο από πώληση και/ή εγκατάσταση εμπορευμάτων, πλέον τόκους και έξοδα. Αποτελεί θέση των εναγόντων ότι για τις επίδικες συναλλαγές τους με τους εναγόμενους εξέδιδαν τιμολόγια και/ή τηρούσαν κατάσταση λογαριασμού στο όνομα των εναγόμενων, ο οποίος, κατά ή περί τις 21.4.2008 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο €9.028,

  1. Περαιτέρω, ότι οι εναγόμενοι, παρότι ειδοποιήθηκαν πολλές φορές να ξοφλήσουν το πιο πάνω χρέος τους, εντούτοις παρέλειψαν και/ή αρνήθηκαν και/ή αμέλησαν να συμμορφωθούν. Με την αγωγή τους οι ενάγοντες καθώς ήδη έχει αναφερθεί ζητούν την έκδοση απόφασης για το ποσό αυτό, πλέον τόκους. Οι εναγόμενοι καταχώρησαν υπεράσπιση στην αγωγή, αλλά και ανταπαίτηση, με την οποία αξιώνουν εναντίον των εναγόντων το συνολικό ποσό των €14.405,
  2. Οι κύριες θέσεις που συνθέτουν την υπεράσπισή τους καθώς και την ανταπαίτησή τους, σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς τους είναι οι ακόλουθες: Στον ουσιώδη χρόνο είχαν συμβληθεί με τους ενάγοντες για την τοποθέτηση προνοιών κλιματισμού και υδραυλικών εγκαταστάσεων για την πολυκατοικία "Burnice Court". Αρνούνται ότι ο λογαριασμός τους παρουσίαζε το επίδικο χρεωστικό υπόλοιπο που αναφέρουν οι ενάγοντες, ως επίσης και ότι ειδοποιήθηκαν πολλές φορές από αυτούς και με την επιστολή του δικηγόρου τους να το ξοφλήσουν. Έναντι των ισχυρισμών των εναγόντων συναφώς με τα παραπάνω, ισχυρίζονται τα εξής: Οι ενάγοντες δεν ολοκλήρωσαν τις εργασίες τους και/ή τις εκτέλεσαν κακότεχνα και κατά παράβαση της μεταξύ τους συμφωνίας, ημερομηνίας 20.6.
  3. Στις 9.4.2008 απέστειλαν επιστολή στους ενάγοντες με την οποία τους καλούσαν να επιδιορθώσουν και/ή τοποθετήσουν τις πρόνοιες κλιματισμού και τις υδραυλικές εγκαταστάσεις, σύμφωνα με τη μεταξύ τους συμφωνία και προδιαγραφές που προβλέπονται στα σχέδια, χωρίς όμως αυτοί να προβούν σε καμιά ενέργεια. Κανέναν ποσό τους οφείλουν. Τουναντίον έχουν πληρώσει όλες τις εκτελεσθείσες εργασίες. Συνεπεία των κακοτεχνιών και/ή λανθασμένων εργασιών τους και ως αποτέλεσμα της άρνησής τους να τις επιδιορθώσουν και/ή να συμμορφωθούν με τις υποδείξεις του αρχιτέκτονα και/ή επιβλέποντα μηχανικού, αναγκάστηκαν να προβούν σε επιδιόρθωση των εργασιών οι ίδιοι. Για το σκοπό αυτό συμβλήθηκαν με δύο εταιρείες (οι οποίες αναφέρονται) και πλήρωσαν το ποσό των €6.125,00, πλέον Φ.Π.Α. στη μία και το ποσό των €8.280,00 στην άλλη. Το συνολικό ποσό των €14.405,00 που προκύπτει καθώς ήδη έχει αναφερθεί το αξιώνουν εναντίον των εναγόντων με την ανταπαίτησή τους. Οι ενάγοντες καταχώρησαν απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση με την οποία αρνούνται όλους τους παραπάνω ισχυρισμούς και θέσεις των εναγόμενων και επαναλαμβάνουν τους ισχυρισμούς τους που περιέχονται στην έκθεση απαίτησης της αγωγής τους. Καταληκτικά ζητούν την απόρριψη της ανταπαίτησης και την έκδοση απόφασης, ως η απαίτησή τους. Με αντιπαραβολή των εκατέρωθεν δικογραφημένων ισχυρισμών, τα βασικά επίδικα θέματα της υπόθεσης που καλούμαι να επιλύσω είναι τα εξής: Πρώτο (το οποίο τέθηκε στο πλαίσιο της γραπτής αγόρευσης του ευπαίδευτου δικηγόρου των εναγόμενων), κατά πόσο η μαρτυρία των εναγόντων σε σχέση με τη φύση της επίδικης αξίωσή τους συνάδει και/ή καλύπτεται από τα δικόγραφά τους. Δεύτερο, νοουμένου ότι θα δοθεί καταφατική απάντηση στο προηγούμενο ερώτημα, κατά πόσο οι εναγόμενοι οφείλουν στους ενάγοντες είτε το ποσό των €9.028,00, είτε οποιοδήποτε άλλο ποσό. Τρίτο, κατά πόσο ευσταθεί ο ισχυρισμός των εναγόμενων ότι οι ενάγοντες παρέλειψαν να ολοκλήρωσαν τις επίδικες εργασίες που ανέλαβαν για λογαριασμό τους και/ή τις εκτέλεσαν κακότεχνα και κατά παράβαση της συμφωνίας ημερομηνίας 20.6.
  4. Τέταρτο, σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο προηγούμενο ερώτημα, κατά πόσο οι εναγόμενοι προέβηκαν σε επιδιόρθωση των εργασιών που οι ενάγοντες εκτέλεσαν κακότεχνα και/ή λανθασμένα και σε τέτοια περίπτωση, κατά πόσο πλήρωσαν στις δύο εταιρείες που αναφέρουν τα ποσά που αξιώνουν με την ανταπαίτησή τους εναντίον των εναγόντων. Ο Νίκος Σιάμπλεττος και η σύζυγός του, Μαρία Σιάμπλεττου είναι οι δύο μάρτυρες που κατάθεσαν για την υπόθεση των εναγόντων (Μ.Ε.1 και 2, αντίστοιχα). Από την άλλη, μαρτυρία υπέρ των εναγόμενων δόθηκε από τους Ρόη Νικολαϊδη, Μάριο Γεωργίου και Τάσο Ανδρέου (Μ.Υ.1 μέχρι 3, αντίστοιχα). Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί με αναφορά και στη μαρτυρία, ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία και των δύο μαρτύρων που κατάθεσαν για την υπόθεση των εναγόντων είναι θετική. Ιδιαίτερα της Μ.Ε.2, εξαιρετική. Δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία ότι και οι δύο μάρτυρες παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο με πρόθεση να πουν και ότι είπαν την απόλυτη αλήθεια. Και η δύο πάντοτε, απαντούσαν σ' όλες τις ερωτήσεις που τους υποβλήθηκαν με αμεσότητα, απλότητα και ειλικρίνεια για ό, τι γνώριζαν ή θυμόνταν συναφώς με τα ουσιαστικά γεγονότα της υπόθεσης, χωρίς να υποπέσουν σε καμιά σοβαρή αντίφαση. Και τούτο, παρότι αντεξετάστηκαν ικανά και σε έκταση από τον ευπαίδευτο δικηγόρο των εναγόμενων. Επί της ουσίας όσων ανάφεραν η μαρτυρία του ενός συμπληρώνει και/ή επιβεβαιώνει τη μαρτυρία του άλλου, ενώ και των δύο η μαρτυρία, στην πλέον ουσιαστική πτυχή της υπόθεσης επιβεβαιώνεται και από το περιεχόμενο της γραπτής μαρτυρίας, που αποτελεί πραγματική μαρτυρία, με ό, τι αυτό συνεπάγεται για την αποδεικτική της αξία καθώς και για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων. Ακολούθως είναι και το γεγονός, ότι, σε κάποιο βαθμό, γι' αυτά που ανάφεραν, είτε δεν αμφισβητήθηκαν από τον ευπαίδευτο δικηγόρο των εναγόμενων είτε ακόμη επιβεβαιώνονται από τη μαρτυρία του διευθυντή τους (Μ.Υ.1) που είναι και ο κύριος μάρτυράς τους στην υπόθεση. Ούτε και μου διαφεύγει ότι, στο βαθμό που επιχειρήθηκε αμφισβήτησή τους σε σχέση με μερικούς από τους ισχυρισμούς τους, αυτό έγινε είτε με υποβολές που παρέμειναν έωλες είτε κατά τρόπο αντιφατικό (υπό την έννοια ότι άλλα υποβάλλονταν στον ένα μάρτυρα και άλλα στον άλλο) και ενίοτε παραπλανητικό. Αναμφίβολα και οι δύο μάρτυρες και ιδιαίτερα ο Μ.Ε.1 υπέπεσαν σε κάποιες αντιφάσεις, τόσο μεταξύ τους όσο και αυτοτελώς. Ωστόσο, δεν αποδίδω ιδιαίτερη σημασία σ' αυτές, αφού είναι τόσο ασήμαντες και αφορούν σε μικρολεπτομέρειες, οπότε, όχι μόνο δεν είναι ικανές να κλονίσουν την αξιοπιστία είτε του ενός είτε του άλλου, αλλά, αντίθετα, την ενδυναμώνουν. Οι εν λόγω αντιφάσεις, αν αποδεικνύουν κάτι είναι την απουσία προσχεδιασμού και προσυνεννόησης μεταξύ των εν λόγω μαρτύρων για το τι θα έλεγαν. Ακολουθεί ότι η μαρτυρία και των δύο μαρτύρων των εναγόντων, επί της ουσίας γίνεται δεχτή στο σύνολό της. Ειδικότερα: Ο Νίκος Σιάμπλεττος (Μ.Ε.1) είναι γενικός διευθυντής των εναγόντων. στην κυρίως εξέταση, μεταξύ άλλων ανάφερε τα εξής: Οι εναγόμενοι, μέσω του διευθυντή τους (Μ.Υ.1), τους ζήτησαν προσφορά για μηχανολογικές εργασίες. Την υπόβαλαν, αυτοί την αποδέχθηκαν και προχώρησαν σε συμφωνητικό έγγραφο (τεκμήριο 1). Ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών τους εκδιδόταν το διατακτικό πληρωμής από τον αρχιτέκτονα κ. Πανίκο Λοϊζου, ο οποίος προηγουμένως επιθεωρούσε όλες τις μηχανολογικές εργασίες και αφού του έδιναν όλες τις εξηγήσεις που τους ζητούσε. Αυτή η διαδικασία έγινε και με το τελευταίο διατακτικό πληρωμής (τεκμήριο 3). Ο αρχιτέκτονας ενημερωνόταν γραπτώς από τους ενάγοντες για τις εκτελεσθείσες εργασίες, οι οποίοι, για ό, τι αφορά την παρούσα υπόθεση και τις επίδικες διαφορές τους με τους εναγόμενους εξέδωσαν και την κατάσταση λογαριασμού με αριθμό 3, ημερομηνίας 13.3.2008 (τεκμήριο 2) και ο αρχιτέκτονας το διατακτικό πληρωμής, ημερομηνίας 27.3.2008 (τεκμήριο 3). Επισημαίνεται στο σημείο αυτό ότι ο ισχυρισμός του μάρτυρα ότι οι πληρωμές γινόντουσαν ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών, εκτός του ότι παρέμεινε αναντίλεκτος επιβεβαιώνεται και από το περιεχόμενο της επίδικης συμφωνίας, ημερομηνίας 20.6.2006 (τεκμήριο 1). Βλέπε το σχετικό μέρος στην τελευταία σελίδα και συγκεκριμένα το μέρος με τίτλο «Τρόπος πληρωμής». Οι ενάγοντες τηρούσαν κατάσταση λογαριασμού αναφορικά με τις πληρωμές των εναγόμενων (βλ. το τεκμήριο 4). Σ' αυτή αναφέρεται και το υπόλοιπο προς πληρωμή (€9.028,00, πλέον Φ.Π.Α.), το οποίο ζητούν με την αγωγή τους. Προς απόδειξη των τεσσάρων συνολικά πληρωμών που έγιναν από τους εναγόμενους για τις εκτελεσθείσες εργασίες, ο μάρτυρας παρουσίασε τα σχετικά τιμολόγια, ημερομηνίας 6.9.2006, για το ποσό των £7.461,47, το πρώτο, ημερομηνίας 4.6.2007, για το ποσό των £6.256,00, το δεύτερο, ημερομηνίας 24.7.2007, για το ποσό των £5.865,00, το τρίτο και τέλος, ημερομηνίας 21.4.2008, για το ποσό των €18,041,78 το τέταρτο (τεκμήρια 5 μέχρι 8, αντίστοιχα). Σε σχέση με το τελευταίο τιμολόγιο βλέπε και τη σχετική απόδειξη πληρωμής (τεκμήριο 10). Επισημαίνεται ότι στο ποσό που αναγράφεται σε κάθε ένα από τα παραπάνω τιμολόγια περιλαμβάνεται και ο Φ.Π.Α. Προσθέτοντας τα παραπάνω ποσά, το συνολικό ποσό πληρωμών που προκύπτει ανέρχεται σε €51.500,42 (£30.141,85). Σημειώνεται στο σημείο αυτό, ότι, κατά τη δίκη, δεν αμφισβητήθηκε από τους ενάγοντες ότι οι παραπάνω ήταν και οι μοναδικές πληρωμές στις οποίες προέβηκαν. Σύμφωνα πάντοτε με το μάρτυρα δεν έχει σταλεί στους ενάγοντες κάποια έκθεση κακοτεχνιών είτε από το δικηγόρο των εναγόμενων είτε απευθείας από τους εναγόμενους είτε τέλος, από τον επιβλέποντα μηχανικό, Πανίκο Λοϊζου. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας, απαντώντας σε σχετική ερώτηση που του υποβλήθηκε από τον κ. Λυσάνδρου ισχυρίστηκε ότι εναγόμενοι, πριν από τις 21.4.2008 που προέβηκαν στην τελευταία πληρωμή, δεν τους κοινοποίησαν οποιοδήποτε παράπονο για μη εκτελεσθείσες εργασίες ή κακοτεχνίες. Έχοντας υπόψη το περιεχόμενο της επιστολής του δικηγόρου των εναγόμενων, ημερομηνίας 9.4.2008 (τεκμήριο 9) είναι σαφές, ότι η απάντηση του μάρτυρα, εν μέρει, μόνο ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Συγκεκριμένα, στο βαθμό που με αυτή αρνείται ότι οι εναγόμενοι κοινοποίησαν στους ενάγοντες οποιοδήποτε παράπονο για μη εκτελεσθείσες εργασίες και τούτο γιατί, στην επιστολή που τον παράπεμψε ο κ. Λυσάνδρου στη συνέχεια, δεν αναφέρεται κάτι τέτοιο. Απ' εκεί και πέρα είναι γεγονός, ότι, το νόημα της εν λόγω επιστολής είναι ότι με αυτή οι εναγόμενοι αναφέρονται σε κακοτεχνίες, τις οποίες οι ενάγοντες κλήθηκαν να ελέγξουν και επιδιορθώσουν. Παρόλα αυτά, ελάχιστη έως καθόλου σημασία αποδίδω στην προφανή αντίφαση στην οποία υπέπεσε ο μάρτυρας, επειδή, για λόγους που θα παραθέσω αργότερα, δε δέχομαι τον ισχυρισμό των εναγόμενων περί εργασιών τις οποίες οι ενάγοντες εκτέλεσαν κακότεχνα. Επομένως και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής θεωρώ πως, ούτε και είχε λόγο ο μάρτυρας να αρνηθεί ότι παραλήφθηκε από τους ενάγοντες η εν λόγω επιστολή, τη στιγμή μάλιστα που αυτός την παρουσίασε ως τεκμήριο κατά τη δίκη. Προφανώς, σημασία έχει ότι το περιεχόμενο της επιστολής δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και όχι η καταρχήν άρνηση του μάρτυρα στη σχετική υποβολή που του έγινε. Ερωτηθείς ποιος έχει κάνει τις χειρόγραφες σημειώσεις επί του τεκμηρίου 3 (επίδικο διατακτικό πληρωμής) απάντησε πως δεν μπορούσε να απαντήσει. Στην υποβολή ότι οι εν λόγω σημειώσεις έγιναν στην παρουσία του και στην παρουσία του Μ.Υ.1 από τον πολιτικό μηχανικό και αφορούν τις μη εκτελεσθείσες εργασίες που συνθέτουν και τη διαφορά των εναγόντων με τους εναγόμενους, διαφώνησε. Απαντώντας, διερωτήθηκε γιατί δεν τέθηκε γραπτώς από τον αρχιτέκτονα ότι δεν έχουν εκτελεστεί οι εργασίες που του αναφέρθηκαν, με αναφορά στο τεκμήριο 3, ως επίσης και γιατί ο αρχιτέκτονας δεν έκανε ανάλογη αποκοπή στο υπό αναφορά διατακτικό του. Το πόσο αβάσιμη είναι η παραπάνω υποβολή που έγινε στο μάρτυρα καταφαίνεται απ' όσα ακολουθούν και σ' αυτά εντάσσω και τα παραπάνω ερωτήματα που έθεσε ο μάρτυρας ως μέρος της απάντησής του στην υποβολή που του έγινε: Καταρχήν, ενώ στο μάρτυρα υποβλήθηκε ότι οι χειρόγραφες σημειώσεις επί του τεκμηρίου 3 έγιναν από τον πολιτικό μηχανικό και αφορούν στις μη εκτελεσθείσες εργασίες, στη Μ.Ε.2, η οποία ανάφερε ότι οι εν λόγω σημειώσεις είναι δικές της, ο κ. Λυσάνδρου, σε συμφωνία μαζί της, της υπόβαλε ότι αυτές αφορούν τη διαφορά που είχαν οι ενάγοντες με τους εναγόμενους, ως προς τις κακοτεχνίες που οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι είχαν γίνει στις επίδικες εργασίες. Το μέγεθος της διπλής αντίφασης στην οποία υπέπεσαν οι εναγόμενοι μέσω του δικηγόρου τους είναι ολοφάνερο. Υπάρχουν όμως και πιο σοβαροί λόγοι για τους οποίους δεν μπορεί να ευσταθεί καμιά από τις παραπάνω θέσεις που οι εναγόμενοι υπόβαλαν κατά τρόπο αντιφατικό στους δύο μάρτυρες των εναγόντων. Προκύπτει από τη μαρτυρία και δεν αμφισβητείται από τους εναγόμενους, αντίθετα αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών, ότι, στον ουσιώδη χρόνο, αρχιτέκτονας και επιβλέπων μηχανικός των επίδικων εργασιών ήταν ο Πανίκος Λοϊζου. Προκύπτει ακόμη από τη μαρτυρία, ότι οι ενάγοντες, στις 13.3.2008 υπόβαλαν στον υπό αναφορά την κατάσταση λογαριασμού με αριθμό 3 (τεκμήριο 2), στην οποία γίνεται περιγραφή όλων των εργασιών που διαλαμβάνει η επίδικη συμφωνία (τεκμήριο 1) τις οποίες ανέλαβαν να εκτελέσουν οι ενάγοντες, στις εκτελεσθείσες από αυτούς εργασίες, στο ποσό που προβλέπεται από τη συμφωνία για κάθε μια από αυτές και τέλος, στο ποσό που αξιώνουν οι ενάγοντες συναφώς με αυτές. Στο ίδιο έγγραφο περιλαμβάνονται και οι επιπρόσθετες εργασίες που εκτέλεσαν οι ενάγοντες. Με το ίδιο πάντοτε έγγραφο, καταλήγοντας οι ενάγοντες υποβάλλουν προς πληρωμή το ποσό των €32.977,27 (£19.300,74). Στο σχετικό διατακτικό πληρωμής που εξέδωσε ο αρχιτέκτονας και πολιτικός μηχανικός, Πανίκος Λοΐζου στις 27.3.2008, δηλαδή, δύο βδομάδες μετά, κάτω από τον τίτλο «ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΕΚΤΕΛΕΣΘΕΙΣΑΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ», μεταξύ άλλων καταγράφονται όλες οι βασικές εργασίες καθώς και οι επί μέρους εργασίες συναφώς με αυτές, όπως ακριβώς έχουν υποβληθεί από τους ενάγοντες βάσει του τεκμηρίου 2, με εξαίρεση τις εργασίες σε σχέση με την κεντρική θέρμανση υποδαπέδια που απαλείφεται προφανώς, επειδή σύμφωνα και με την κατάσταση λογαριασμού (τεκμήριο 2) που υπέβαλαν οι ενάγοντες, οι εν λόγω εργασίες δεν έχουν εκτελεστεί. Στην τελευταία στήλη, ο αρχιτέκτονας και πολιτικός μηχανικός καταγράφει το ποσό που κατά τον ίδιο αντιστοιχεί για κάθε μία από τις εκτελεσθείσες εργασίες καθώς και το συνολικό ποσό συναφώς με αυτές (£30.805,00, χωρίς Φ.Π.Α) και στο τέλος, το ποσό πληρωμής γι' αυτές, περιλαμβανομένου και του Φ.Π.Α. Από την προηγηθείσα ανάλυση είναι ολοφάνερο ότι καμιά από τις θέσεις που υπόβαλαν οι εναγόμενοι στους δύο μάρτυρες των εναγόντων μέσω του δικηγόρου τους, είτε ακόμη που προώθησαν απευθείας με τη μαρτυρία του διευθυντή τους συναφώς με το περιεχόμενο του επίδικου διατακτικού πληρωμής, ισχύει. Είναι σαφές, ότι, η προσπάθειά τους να αποδώσουν διαφορετική ερμηνεία από εκείνη που απορρέει από το περιεχόμενο του εγγράφου έχει πέσει στο κενό. Καταρχήν, εάν οι εργασίες που υποδείχθηκαν στους μάρτυρες των εναγόντων δεν είχαν εκτελεστεί, όπως κατά μία εκδοχή τους υποβλήθηκε, δεν αντιλαμβάνομαι με ποια λογική και γιατί ο αρχιτέκτονας που υποτίθεται γνώριζε το γεγονός αυτό, όπως είναι η θέση των εναγόμενων, όταν εξέδιδε το διατακτικό πληρωμής, διέταξε την πληρωμή και αυτών των εργασιών και δεν τις διέγραψε όπως έκανε και με τις εργασίες σε σχέση με την κεντρική θέρμανση, που αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών ότι δεν έχουν εκτελεστεί. Ακολούθως, εάν όντως συγκεκριμένες εργασίες δεν είχαν εκτελεστεί από τους ενάγοντες, γιατί το επίδικο διατακτικό φέρει τίτλο «ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΕΚΤΕΛΕΣΘΕΙΣΑΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ»; Τέλος, το διατακτικό πληρωμής, ως έννοια, τι άλλο εκτός από διαταγή προς πληρωμή του ποσού που αναφέρεται σ' αυτό μπορεί να σημαίνει; Ανάμενα ότι οι εναγόμενοι (που για να επαναλάβω επιχείρησαν ανεπιτυχώς να αποδώσουν διαφορετική ερμηνεία στο περιεχόμενο του επίδικου διατακτικού, από την ερμηνεία που προκύπτει από αυτό) θα καλούσαν ως μάρτυρά τους το συντάκτη του εγγράφου, τον οποίο επικαλέστηκαν κατά κόρο στην προσπάθειά τους να με πείσουν για τη δική τους ερμηνεία για το έγγραφο. Όμως, αυτό δεν έγινε ποτέ και αποτελεί ακόμη ένα λόγο για τον οποίο θεωρώ αβάσιμη την ερμηνεία που αποδίδουν στο επίδικο έγγραφο, η οποία, θα έλεγα αγγίζει τα όρια της διαστροφής του. Το παράδειγμα που ακολουθεί εντάσσεται στο πλαίσιο της προσπάθειας των εναγόμενων να με πείσουν να δεχθώ την εκδοχή τους αναφορικά με το περιεχόμενο του επίδικου διατακτικού πληρωμής, ακόμη και με παραπλανητικό τρόπο. Καθώς ήδη έχει αναφερθεί η τελευταία πληρωμή στην οποία αυτοί προέβησαν για τις εκτελεσθείσες εργασίες ήταν στις 21.4.2008, για το ποσό των €18.041,78 και είναι γεγονός, ότι στη σχετική απόδειξη είσπραξης που εξέδωσαν οι ενάγοντες και τους παρέδωσαν (τεκμήριο 10) υπάρχει η φράση «Έναντι Διατακτικού 3 δ; Ε, Ζ, Η, Θ, Ι Μηχανολογικών Εργασιών στην πολυκατοικία.» Κληθείς ο μάρτυρας να πει κατά πόσο συμφωνεί ότι το ποσό των €18.041,78 αντιστοιχούσε στις εργασίες που παραπέμπει η παραπάνω απαρίθμηση, τις οποίες εκτέλεσαν οι ενάγοντες με βάση το τεκμήριο 2, απάντησε καταφατικά. Ανεξάρτητα όμως από την απάντηση του μάρτυρα στην παραπάνω ερώτηση, η οποία προφανώς του υποβλήθηκε για σκοπούς θεμελίωσης της θέσης των εναγόμενων ότι σε σχέση με τις υπόλοιπες εργασίες που αναγράφονται στο επίδικο διατακτικό υπήρχε διαφορά μεταξύ των διαδίκων, επειδή αυτές, είτε δεν εκτελέστηκαν είτε εκτελέστηκαν κακότεχνα, όπως θα διαφανεί αμέσως, η αλήθεια είναι ότι οι εναγόμενοι επιχειρούν να οικοδομήσουν σε σαθρό θεμέλιο. Με απλό υπολογισμό των υπό αναφορά εργασιών, το συνολικό ποσό που προκύπτει ανέρχεται σε €25.176.24 (£14.735,00) και με την προσθήκη του αναλογούντα Φ.Π.Α. προς 15%, σε €28.952,67 (£16.945,24), ενώ η σχετική πληρωμή είναι για το ποσό των €18.041,
  5. Είναι γεγονός ότι οι εναγόμενοι μπορεί να κατάφεραν να παραπλανήσουν το μάρτυρα, ο οποίος, σε αρκετές περιπτώσεις, εμφανώς εκνευρισμένος, ενδεχομένως εξαιτίας και της πιεστικής αντεξέτασης στην οποία υποβλήθηκε απαντούσε χωρίς να αντιληφθεί πλήρως το περιεχόμενο της ερώτησης ή της υποβολής που του γίνονταν, ωστόσο, δεν μπορούν να παραπλανήσουν και το Δικαστήριο. Παρενθετικά να πω, ότι, στο ίδιο πλαίσιο, δηλαδή του εκνευρισμού που είχε κυριεύσει το μάρτυρα εντάσσω και την άρνησή του στην υποβολή ότι οι εναγόμενοι δεν ολοκλήρωσαν τις εργασίες τους με βάση την προσφορά τους και τερμάτισαν την επίδικη συμφωνία τους με τους εναγόμενους, προτού ολοκληρωθεί το έργο. Από την απάντηση του μάρτυρα στην εν λόγω υποβολή είναι σαφές, ότι, ενώ ο κ. Λυσάνδρου του υπόβαλλε για το σύνολο των εργασιών που ανέλαβαν οι ενάγοντες να εκτελέσουν, δυνάμει της συμφωνίας (τεκμήριο 1), ο μάρτυρας, που πιθανόν και να μην αντιλήφθηκε πλήρως το νόημα της υποβολής, ναι μεν την αρνήθηκε πλην όμως, με όσα είπε στη συνέχεια είναι φανερό ότι αναφερόταν στις εργασίες για τις οποίες εκδόθηκε το επίδικο διατακτικό πληρωμής (βλ. τη φράση, «Επιμένω ότι τη συγκεκριμένη εργασία που εκδόθηκε το διατακτικό την είχα εκτελέσει πλήρως, γι' αυτό το λόγο ζητώ τα λεφτά....Μιλώ για το συγκεκριμένο διατακτικό»). Ούτε και είχε λόγο πιστεύω να αρνηθεί ότι εν τέλει δεν εκτελέστηκαν όλες οι εργασίες που προέβλεπε η επίδικη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, αφού, το γεγονός αυτό προκύπτει και από τη συνδυασμένη ερμηνεία του περιεχομένου της ίδιας της συμφωνίας και των τεκμηρίων 2 και 3 τα οποία παρουσιάστηκαν από τον ίδιο στο Δικαστήριο. Ούτε και το γεγονός ότι ο μάρτυρας, όπως φάνηκε, δεν ήταν σε θέση να πει το ποσό ακριβώς που συνθέτει την απαίτηση των εναγόντων εναντίον των εναγόμενων δημιουργεί οποιοδήποτε πρόβλημα είτε στην αξιοπιστία του είτε στην υπόθεση των εναγόντων. Όπως θα διαφανεί στη συνέχεια, με τη μαρτυρία της Μ.Ε.2 σε συνδυασμό και με το περιεχόμενο αριθμού εγγράφων - τεκμηρίων, που αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών το περιεχόμενό τους, το ποσό αυτό στοιχειοθετείται και αποδεικνύεται πλήρως, ενώ, για λόγους που θα αναφερθούν στο πλαίσιο αξιολόγησης της μαρτυρίας του διευθυντή των εναγόμενων, θα γίνει πλήρως αντιληπτό και κατανοητό, γιατί θεωρώ αβάσιμη και την ακόλουθη υποβολή προς το μάρτυρα, την οποία δικαιολογημένα αρνήθηκε: «Και επίσης σου υποβάλλω ότι από κακοτεχνίες και ή λανθασμένες τοποθετήσεις κατά την εκτέλεση των εργασιών που έχετε πληρωθεί, οι εναγόμενοι αναγκάστηκαν να προβούν σε επιδιορθώσεις και συμπληρωματικές εργασίες, οι οποίες τους έχουν κοστίσει το ποσό των €14.405,00, ποσό που αν εσείς εκτελούσατε καλότεχνα τις εργασίες σας, δε θα αναγκάζονταν να πληρώσουν.» Υπεισέρχομαι τώρα στη μαρτυρία της Μ.Ε.2, Μαρίας Σιάμπλεττου, η οποία, όπως ανάφερε, ήταν στον ουσιώδη χρόνο και εξακολουθεί να είναι μέχρι σήμερα υπεύθυνη του λογιστηρίου των εναγόντων. Η ουσία της μαρτυρίας της έγκειται στους ακόλουθους ισχυρισμούς της, οι οποίοι, βασικά παρέμειναν αναντίλεκτοι: Η κατάσταση λογαριασμού (τεκμήριο 4) αφορά τους εναγόμενους. Οι χειρόγραφες σημειώσεις σ' αυτή είναι δικές της και είναι επεξηγηματικές. Αφορούν στα διάφορα τιμολόγια που έχουν εκδοθεί από τους ενάγοντες προς τους εναγόμενους και τις σχετικές πληρωμές που έχουν γίνει από αυτούς. Πρόκειται για τέσσερις πληρωμές, για το συνολικό ποσό των £30.141,
  6. Το ποσό αυτό αφορά τα τιμολόγια (τεκμήρια 6, 7 και 8) καθώς και το ποσό των £7.461,49 που δόθηκε ως προκαταβολή στις 6.9.2006 (βλ. το τεκμήριο 5 το σχετικό τιμολόγιο). Μετά έχει σημειώσει την εκτελεσθείσα εργασία με βάση το πιστοποιητικό του αρχιτέκτονα (πρόκειται για το τεκμήριο 3 αυτό, όπως ανάφερε αργότερα), η οποία ανέρχεται στο ποσό των £30.805,00 και μαζί με το Φ.Π.Α., στο ποσό των £35.425,
  7. Αφαιρώντας από το ποσό αυτό το ποσό των £30.141,87 που αποτελεί τις τέσσερις πληρωμές υπάρχει υπόλοιπο για πληρωμή το ποσό των £5.283,88 (€9.028,00). Η μάρτυρας αναγνώρισε και τα διάφορα τεκμήρια που τεκμηριώνουν τις παραπάνω αναφορές και υπολογισμούς της. Περαιτέρω ανέλυσε, συσχέτισε και εξήγησε τις διαφορές που υπάρχουν μεταξύ των τεκμηρίων 2 και
  8. Αντεξεταζόμενη ισχυρίστηκε χωρίς να έχει αμφισβητηθεί ότι το επίδικο διατακτικό πληρωμής (τεκμήριο 3) είναι του πολιτικού μηχανικού και ότι οι ενάγοντες το έλαβαν με φαξ. Αυτή έκανε τις χειρόγραφες σημειώσεις δεξιά του εγγράφου, στο λογιστήριο. Το τι της υποβλήθηκε στη συνέχεια αναφορικά με αυτές και τη σημασία τους και οι λόγοι για τους οποίους δε δέχομαι ότι αυτά ευσταθούν έχουν αναφερθεί στο πλαίσιο αξιολόγησης της μαρτυρίας του Μ.Ε.
  9. Επομένως, δεν προτίθεμαι να τα επαναλάβω. Απ' εκεί και πέρα, θεωρώ άσκοπο να παραθέσω και μια σειρά από υποβολές που έγιναν στη μάρτυρα, οι οποίες παρέμειναν έωλες. Ακολουθεί ότι η μαρτυρία και αυτής, επί της ουσίας, γίνεται αποδεκτή. Η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του ιδιοκτήτη και διευθυντή των εναγόμενων, Ρόη Νικολαϊδη (Μ.Υ.1) είναι τόσο αρνητική, σε βαθμό που απορρίπτω τη μαρτυρία του επί της ουσίας όσων ανάφερε, με εξαίρεση εκείνο μόνο το μέρος που συνάδει με άλλη, αξιόπιστη μαρτυρία. Ο μάρτυρας, σε ουσιώδεις πτυχές της υπόθεσης υπήρξε αντιφατικός, ενώ, αρκετοί από τους ισχυρισμούς του, είτε στερούνται λογικής και πειστικότητας είτε δεν υποβλήθηκαν στους μάρτυρες των εναγόντων, για να τους δοθεί η ευκαιρία, αν μη τι άλλο να σχολιάσουν είτε έρχονται σε ευθεία σύγκρουση με το περιεχόμενο της γραπτής μαρτυρίας είτε τέλος, δεν καλύπτονται από τα δικόγραφα των εναγόμενων. Περαιτέρω, ο μάρτυρας, προκειμένου να με πείσει να δεχθώ τη μαρτυρία του και κατ' επέκταση την εκδοχή των εναγόμενων επιστράτευσε ακόμη και ψευδομάρτυρες, με αποτέλεσμα να έρθει σε σύγκρουση με τον ένα από αυτούς, στην πλέον ουσιώδη πτυχή της υπόθεσης των εναγόμενων που αφορά και επηρεάζει τόσο την υπεράσπισή τους στην αγωγή όσο και την ανταπαίτησή τους εναντίον των εναγόντων. Ακολουθούν μερικά παραδείγματα, τα οποία αιτιολογούν επαρκώς, πιστεύω, όλες τις παραπάνω διαπιστώσεις μου, αναφορικά με την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του διευθυντή και ιδιοκτήτη των εναγόμενων, ως μάρτυρα. Ειδικότερα: Ισχυρίστηκε ο μάρτυρας στην κυρίως εξέταση, ότι, όταν έγινε το τελευταίο διατακτικό πληρωμής, σε πολλά σημεία που αυτό αναφερόταν υπήρχαν κακοτεχνίες οι οποίες εντοπίστηκαν και από τον πολιτικό μηχανικό και από τους εργολάβους του έργου προτού εκδοθεί το διατακτικό, οι οποίοι έβλεπαν στην πράξη πως γίνονταν οι δουλειές. Μέσω τους ήρθε το μήνυμα ότι πρέπει να ελεγχτεί ξανά τα κτίριο, επειδή οι κακοτεχνίες θα προκαλέσουν τεράστιες και ανεπανόρθωτες ζημιές σ' αυτό, που υφίστανται μέχρι σήμερα. Για να μην επαναλαμβάνω όσα ήδη έχουν αναφερθεί για το περιεχόμενο και την ερμηνεία του επίδικου διατακτικού πληρωμής (τεκμήριο 3) δε νομίζω ότι αν ίσχυε οτιδήποτε απ' όσα ισχυρίστηκε ο μάρτυρας ότι ο πολιτικός μηχανικός θα επιβράβευε τους ενάγοντες οι οποίοι ευθύνονται γι' αυτά, εκδίδοντας το εν λόγω διατακτικό πληρωμής. Ως θέμα καθαρά κοινής λογικής, θα έπρεπε να τους διατάξει να επιδιορθώσουν τις εργασίες που εκτέλεσαν κακότεχνα και σε κάθε περίπτωση, να μη διατάξει την πληρωμή των εν λόγω εργασιών από τους εναγόμενους. Λέγοντας αυτά δε μου διαφεύγει ότι στη Μ.Ε. 2, σε μία περίπτωση υποβλήθηκε ότι οι χειρόγραφες σημειώσεις επί του τεκμηρίου 3 αφορούν στις εκτελεσθείσες εργασίες, σε αντίθεση με τις υπόλοιπες (για τις οποίες δεν υπάρχουν χειρόγραφες σημειώσεις) που δεν εκτελέστηκαν, που αποτελεί ασφαλώς αντίφαση. Σε συνέχεια των προηγούμενων είναι και το γεγονός, ότι, οι κατ' ισχυρισμό του μάρτυρα κακοτεχνίες που υπήρχαν, στις οποίες αναφέρθηκε λεπτομερώς με τη μαρτυρία του, ουδέποτε υποβλήθηκαν στους δύο μάρτυρες των εναγόντων και ιδιαίτερα στο Μ.Ε.1, για να του δοθεί η ευκαιρία να σχολιάσει. Στην κυρίως εξέταση και πάλιν ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, ότι, επειδή ο Μ.Ε.1 αρνείτο να πάει να εξετάσει τις κακοτεχνίες, οι εναγόμενοι κάλεσαν μία εταιρεία να ελέγξει τις σωλήνες του νερού και τις αποχετεύσεις με ειδικά πιεστικά που βάζουν για να δουν αν υπάρχει διαρροή και σχεδόν στο 80%, όπως είπε, υπήρχε διαρροή. Ωστόσο, αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε τα εξής, συναφώς με τα παραπάνω: Ερωτηθείς τι του είπε ο πολιτικός μηχανικός, Πανίκος Λοϊζου, για τις κακοτεχνίες, του υπέδειξε τους μετρητές, κάποιες υδρορροές απάντησε. «Δηλαδή είχε σημεία που έτρεχε νερό;» ήταν η αμέσως επόμενη ερώτηση που του υποβλήθηκε. «Όχι» απάντησε. Ακολούθως κλήθηκε από την κα Αρκάδη να πει τι εννοεί «υδρορροές». Ακολουθεί η απάντησή του: «Τούτο που φεύγουν τα νερά που πάνω στο κτίριο, αλλά δεν είμαι μηχανικός να καταλαβαίνω.» «Άρα έπεφταν νερά;» ρωτήθηκε στη συνέχεια. Και η απάντησή του: «Όχι. Κατασκευαστικώς θεωρήθηκαν λάθος, αφού δεν υπήρχε νερό στο κτίριο.» Κατά τ' άλλα, η εταιρεία που ανάφερε στην κυρίως εξέταση, μετά που έλεγξε τις σωλήνες βρήκε ότι υπήρχε διαρροή, σχεδόν στο 80% . Το μέγεθος της αντίφασης είναι ολοφάνερο, χωρίς να μου διαφεύγει και το γεγονός, ότι, ο διευθυντής της εν λόγω εταιρείας, που υποτίθεται διενήργησε το σχετικό έλεγχο και βρήκε ότι υπήρχε διαρροή σε ποσοστό σχεδόν 80%, με τη μαρτυρία του ισχυρίστηκε ότι προέβηκε σε διάφορες εργασίες, χωρίς όμως σ' αυτές να περιλαμβάνεται και η παραπάνω. Το πόσο άβολα θα πρέπει να ένιωσε ο μάρτυρας όταν αντιλήφθηκε το μέγεθος της παραπάνω αντίφασης καταφαίνεται και από την απάντηση που έδωσε, όταν, αντεξεταζόμενος πάντοτε ρωτήθηκε ευθέως τι σημαίνει διαρροή: «Δεν είμαι μηχανολόγος για να ξέρω τι σημαίνει.» ήταν η απάντησή του. Διερωτώμαι ειλικρινά, πόσο λογικό είναι για να το πιστέψω, τη στιγμή που αναφέρθηκε τόσο λεπτομερώς στις επίδικες εργασίες, να μη γνωρίζει τι σημαίνει διαρροή. Ερωτηθείς από το δικηγόρο των εναγόμενων κατά πόσο αυτοί έχουν καταβάλει τα ποσά που αναγράφονται στα τεκμήρια 14 και 15 (τεκμήρια Γ και Δ προς αναγνώριση τότε) απάντησε καταφατικά. Ισχυρίστηκε ακόμη ότι τα εν λόγω τεκμήρια (προφανώς εννοούσε το περιεχόμενό τους) είναι αποτέλεσμα των κακοτεχνιών των εναγόντων. Τα ίδια περίπου ανάφερε και αντεξεταζόμενος, ισχυριζόμενος μάλιστα ότι μπορεί να τα αποδείξει με τις επιταγές και αποδείξεις. Εκτός του ότι ούτε επιταγές μα ούτε και αποδείξεις παρουσιάστηκαν οποτεδήποτε στο Δικαστήριο είναι και το γεγονός, ότι, ο Μ.Υ.3, διευθυντής και ιδιοκτήτης της μίας από τις δύο εταιρείες που υποτίθεται κλήθηκαν να διορθώσουν τις εργασίες που οι ενάγοντες εκτέλεσαν κακότεχνα (όπως ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, κατά μία εκδοχή), ερωτηθείς από το δικηγόρο των εναγόμενων αν έχει πληρωθεί το ποσό για τις εργασίες που έκανε σύμφωνα με την προσφορά της εταιρείας του (τεκμήριο 15) έδωσε την ακόλουθη απάντηση: «Δεν πληρώθηκα το ποσό αυτό, γιατί ο κύριος (εννοώντας το Μ.Υ.1) έδωσε μας €800.000,00 και του είπα μόλις τελειώσουν την πολυκατοικία και λόγω της κρίσης, ακόμη και εάν κάμει μία πώληση, «να μας πληρώσεις, δεν έχω..»» Παρόλα αυτά, ο Μ.Υ.1 είχε και τις επιταγές και τις αποδείξεις με τις οποίες προέβηκε στις εν λόγω πληρωμές. Ερωτηθείς από τον κ. Λυσάνδρου γιατί προχώρησαν στην πληρωμή του ποσού των €18.041,78 προς τους ενάγοντες (βλ. το τεκμήριο 10 η σχετική απόδειξη) απάντησε ως εξής: «Θεωρήσαμε σωστό αυτό που είχε γίνει κανονική εργασία να πληρωθεί και το πληρώσαμε ακριβώς όπως έβγαινε με την ακρίβεια των σεντ.» Το περιεχόμενο του τεκμηρίου 10 καθώς και του τεκμηρίου 2, στο οποίο παραπέμπει το πρώτο και βασικά επικαλείται ο μάρτυρας προκειμένου με την παραπάνω απάντησή του να τεκμηριώσει τη θέση του για εργασίες τις οποίες οι ενάγοντες είτε εκτέλεσαν κακότεχνα είτε δεν εκτέλεσαν καθόλου αποτελεί πραγματική μαρτυρία με ό, τι αυτό συνεπάγεται για την αποδεικτική της αξία και τον αφήνει ανεπανόρθωτα εκτεθειμένο, αν ληφθεί υπόψη, ότι με ένα απλό μαθηματικό υπολογισμό των διαφόρων ποσών που αναγράφονται κατ' αντιστοιχία εργασίας επί του τεκμηρίου 2 στο οποίο παραπέμπει το τεκμήριο 10 προκύπτει το συνολικό ποσό των €14.735,00 και μαζί με το Φ.Π.Α, το ποσό των €16.945,
  10. Ότι ο μάρτυρας επιχείρησε να οικοδομήσει σε σαθρό θεμέλιο είναι ολοφάνερο. Ο ισχυρισμός του στο στάδιο της αντεξέτασης ότι οι χειρόγραφες σημειώσεις επί του επίδικου διατακτικού πληρωμής (τεκμήριο 3) ήταν τα σημεία που έδειξαν οι μηχανικοί του έργου και ήταν ο λόγος τη διαφοράς, ως επίσης και ότι ο ίδιος ήταν παρών μαζί με το μηχανικό του έργου και όχι με το Μ.Ε.1 όταν γίνονταν οι εν λόγω σημειώσεις αποτελεί ακόμη μία εκδοχή συναφώς με τις αυτές, με αναφορά στο ποιος τις έχει κάνει και γιατί και στην παρουσία ποιων έχουν γίνει. Η εκδοχή του μάρτυρα προστίθεται σε ό, τι έχει υποβληθεί κατά τρόπο αντιφατικό από το δικηγόρο των εναγόμενων στους δύο μάρτυρας των εναγόντων. Μολονότι θα μπορούσα να συνεχίσω και να παραθέσω σωρεία άλλων παραδειγμάτων τα οποία αναδεικνύουν το μέγεθος της αναξιοπιστίας του διευθυντή και ιδιοκτήτη των εναγόμενων ως μάρτυρα, επειδή θεωρώ αρκετά όσα έχουν παρατεθεί, μένω ως εδώ. Όμως, προτού καταλήξω με την αξιολόγηση της μαρτυρίας του υπό αναφορά, θα ήθελα να επισημάνω τα εξής: Στο βαθμό και την έκταση που και οι δύο πλευρές επικαλέστηκαν τη μαρτυρία του αρχιτέκτονα και πολιτικού μηχανικού των επίδικων εργασιών προκειμένου να με πείσουν να δεχθώ την εκδοχή τους επί των βασικών επίδικων θεμάτων της υπόθεσης σε σχέση, τόσο με την απαίτηση όσο και την ανταπαίτηση, μόνο η πλευρά των εναγόντων το πέτυχε και τούτο γιατί, εκτός του ότι θεωρώ και τους δύο μάρτυρές της καθόλα αξιόπιστους και ειλικρινείς επί της ουσίας όσων ανάφεραν και οι δύο, στο βαθμό που επικαλέστηκαν τον αρχιτέκτονα και πολιτικό μηχανικό, το έχουν κάνει με γραπτή μαρτυρία που προέρχεται από τον αυτόν και συνάδει με τη δική τους μαρτυρία. Οι εναγόμενοι που δέχονται την ύπαρξη της εν λόγω μαρτυρίας, δεδομένου ότι επιχείρησαν να αποδώσουν διαφορετική ερμηνεία από αυτή που προκύπτει από το περιεχόμενό της, επικαλούμενοι μάλιστα το συντάκτη του σχετικού εγγράφου θεωρώ πως το ελάχιστον που όφειλαν να κάνουν και που χωρίς να δώσουν καμιά εξήγηση δεν έκαναν, ήταν να παρουσιάσουν ως μάρτυρά τους τον πολιτικό μηχανικό. Εύλογα μπορώ να συμπεράνω ότι ο λόγος που δεν το έκαναν είναι γιατί γνώριζαν πως εάν ερχόταν στο Δικαστήριο και κατάθετε ως μάρτυρας ο πολιτικός μηχανικός δε θα τους επιβεβαίωνε για οτιδήποτε ανάφεραν μέσω του διευθυντή τους εκ μέρους και εξ ονόματός του. Οι λόγοι για τους οποίους θεωρώ αναξιόπιστο μάρτυρα το διευθυντή και ιδιοκτήτη των εναγόμενων δεν μου αφήνει καθόλου περιθώριο να δεχθώ τη μαρτυρία των δύο μαρτύρων που παρουσιάστηκαν από τους εναγόμενους, οι οποίοι υποτίθεται πως εκτέλεσαν και επιδιόρθωσαν τις διάφορες εργασίες τις οποίες, όπως αναληθώς ισχυρίστηκε ο Μ.Υ.1, οι ενάγοντες, είτε δεν εκτέλεσαν είτε εκτέλεσαν κακότεχνα. Αναφέρομαι στους Μ.Υ.2 και 3, οι οποίοι είναι φανερό ότι επιστρατεύθηκαν από το Μ.Υ.1 προκειμένου να το βοηθήσουν να με πείσει να δεχθώ τη μαρτυρία του συναφώς με τα παραπάνω. Θεωρώ και τους δύο αναξιόπιστους μάρτυρες, χωρίς να μου διαφεύγει και το γεγονός, ότι, πλείστα όσα έχουν αναφέρει δεν υποβλήθηκαν στους δύο μάρτυρες των εναγόντων, για να τους δοθεί η ευκαιρία, τουλάχιστον να σχολιάσουν. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου βρίσκω ότι τα ουσιαστικά γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση είναι σύμφωνα με την εκδοχή των εναγόντων. Προτού τα συνοψίσω θα ήθελα να τοποθετηθώ επί του ισχυρισμού των εναγόμενων, τον οποίο προβάλλουν μέσω του δικηγόρου τους στο πλαίσιο της γραπτής του αγόρευσης, σύμφωνα με τον οποίο, η φύση της απαίτησης των εναγόντων την οποία προώθησαν κατά τη δίκη δεν καλύπτεται από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς τους και συγκεκριμένα από την παράγραφο 3 της έκθεσης απαίτησης, η οποία παρατίθεται αυτούσια: «Οι Ενάγοντες δυνάμει συμβάσεων πώλησης και/ή γραπτών και/ή προφορικών συμφωνιών και/ή σύμφωνα με οδηγίες, και/ή παράκληση των Εναγομένων και/ή αντιπροσώπων και/ή υπηρετών αυτών, πώλησαν επί πιστώσει και/ή εγκατέστησαν και/ή παρέδωσαν σε αυτούς διάφορα εμπορεύματα της ειδικότητας τους. (Λεπτομέρειες θα δοθούν κατά την δικάσιμο).» Σε αυτή, μεταξύ άλλων γίνεται αναφορά σε γραπτές συμφωνίες καθώς και σε διάφορα εμπορεύματα της ειδικότητας των εναγόντων, τα οποία πώλησαν και/ή εγκατέστησαν και/ή παρέδωσαν στους εναγόμενους. Υπάρχει ακόμη η σημείωση ότι λεπτομέρειες θα δοθούν κατά τη δικάσιμο. Προκύπτει από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 1 που έχει τίτλο «ΣΥΜΦΩΝΙΑ Μηχανολογικών εργασιών πολυκατοικίας στην Χαλκούτσα» ότι πρόκειται για την επίδικη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, την οποία κατά τη δίκη επικαλέστηκαν και οι δύο πλευρές για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσής τους. Επομένως, οι εναγόμενοι δεν μπορούν να ισχυρίζονται βάσιμα ότι η μαρτυρία των εναγόντων αναφορικά με την απαίτησή τους δεν καλύπτεται από τα δικόγραφά τους. Υπάρχει όμως ακόμα κάτι που πιθανολογώ πως ξεχνούν ίσως οι εναγόμενοι για να προβάλλουν τον παραπάνω αβάσιμο ισχυρισμό. Την πρώτη μέρα ακρόασης της υπόθεσης έγιναν μόνο δύο πράγματα. Το πρώτο είναι ότι οι εναγόμενοι παραδέχθηκαν την παράγραφο 1 της έκθεσης απαίτησης. Το δεύτερο και πιο σημαντικό που έγινε είναι η εξ συμφώνου κατάθεση της επίδικης συμφωνίας (τεκμήριο 1) ως πραγματικό γεγονός, με δήλωση εκ μέρους των δικηγόρων των διαδίκων, ότι πρόκειται για τη συμφωνία για την οποία γίνεται αναφορά στην παράγραφο 3 της έκθεσης απαίτησης αυτή. Το περιεχόμενο της εν λόγω δήλωσης αποτελεί παραδεκτό γεγονός. Επειδή όμως τίθεται από τους εναγόμενους θέμα για μαρτυρία των εναγόντων που δεν καλύπτεται από δικόγραφά τους, διερωτώμαι πόσο καλύπτεται από τα δικά τους δικόγραφα η μαρτυρία τους, στο βαθμό που με αυτή επιχείρησαν να αποδείξουν ότι τα δύο ποσά που συνθέτουν την ανταπαίτησή τους εναντίον των εναγόντων, τα πλήρωσαν στις δύο εταιρείες και για την εκτέλεση εργασιών που δεν εκτέλεσαν οι τελευταίοι, τη στιγμή που με την παράγραφο 3 (ε) της υπεράσπισής τους είναι εντελώς ξεκάθαρο, ότι, αυτό που ισχυρίζονται είναι ότι οι σχετικές πληρωμές τους στις δύο εταιρείες ήταν για να προβούν σε επιδιόρθωση των εργασιών που οι ενάγοντες εκτέλεσαν κακότεχνα και/ή λανθασμένα . Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Ακολουθεί παράθεση των ουσιαστικών γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση: Οι ενάγοντες που ασχολούνται με την εμπορία και εγκατάσταση κεντρικών θερμάνσεων, συστημάτων κλιματισμού και άλλων παρεμφερών εμπορευμάτων καθώς και με την προσφορά υπηρεσιών συντήρησης, επιδιόρθωσης κλπ τέτοιων εμπορευμάτων, δυνάμει γραπτής συμφωνίας που συνήψαν με τους εναγόμενους, ημερομηνίας 20.6.2006 ανέλαβαν τις μηχανολογικές εργασίες πολυκατοικίας των εναγόμενων στη Χαλκούτσα, για το συνολικό ποσό των £42.255,00, πλέον Φ.Π.Α. Η εν λόγω συμφωνία (τεκμήριο 1) διαλαμβάνει τα εξής αναφορικά με τον τρόπο πληρωμής των εναγόντων: «15% Με την Συμφωνία. 80% Με την πρόοδο της εργασίας, παράδοση ή μερική παράδοση εξοπλισμού και υλικών στα υποστατικά σας ή στις αποθήκες μας. 5% Με την αποπεράτωση και την τελική παράδοση σε καλή λειτουργική κατάσταση.» Οι ενάγοντες, σε εφαρμογή των συμβατικών τους υποχρεώσεων έναντι των εναγόμενων εκτέλεσαν διάφορες εργασίες, συνολικής αξίας €52.633,47 (£30.805,00). Το ποσό αυτό αναγράφεται (σε λίρες Κύπρου) στο τελευταίο διατακτικό πληρωμής (τεκμήριο 3) που εξέδωσε ο αρχιτέκτονας και πολιτικός μηχανικός των επίδικων εργασιών, Πανίκος Λοϊζου, το οποίο, μαζί με το Φ.Π.Α. ανέρχεται στο ποσό των €60.528,49 (£35.425,75). Οι εναγόμενοι, έναντι του ποσού αυτού κατέβαλαν στους ενάγοντες με τέσσερις πληρωμές το συνολικό ποσό των €51.500,44 (£30.141,87). Επισημαίνεται ότι της έκδοσης κάθε πιστοποιητικού πληρωμής από τον αρχιτέκτονα και πολιτικό μηχανικό του έργου προηγείτο η υποβολή σ' αυτόν από τους ενάγοντες σχετικής κατάστασης λογαριασμού, με αναφορά σ' αυτή (μεταξύ άλλων), στην περιγραφή των εργασιών που ανέλαβαν να εκτελέσουν δυνάμει της επίδικης συμφωνίας τους με τους εναγόμενους και στο συμφωνημένο ποσό για κάθε εργασία καθώς και στο ποσό που διεκδικούν με βάση τις εκτελεσθείσες εργασίες. Μετά την έκδοση του πιστοποιητικού πληρωμής από τον αρχιτέκτονα και πολιτικό μηχανικό, οι ενάγοντες εξέδιδαν σχετικό τιμολόγιο το οποίο παρέδιδαν στους εναγόμενους για πληρωμή. Οι ενάγοντες τηρούσαν και κατάσταση λογαριασμού για τις επίδικες συναλλαγές τους με τους εναγόμενους, ο οποίος στις 21.4.2008 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο το ποσό των €9.028,00 (£5.283,88). Το ποσό αυτό προκύπτει μετά από αφαίρεση από το ποσό των €60.528,49 (£35.425,75), που είναι η συνολική και πιστοποιημένη αξία των εκτελεσθέντων εργασιών τους (στις οποίες περιλαμβάνονται και έξτρα εργασίες) του συνολικού ποσού των €51.500,44 (£30.141,87) που οι εναγόμενοι τους κατέβαλαν με τέσσερις διαφορετικές πληρωμές. Αναφορικά με την αξία της εκτελεσθείσας εργασίας παραπέμπω στο περιεχόμενο του τεκμηρίου 3, το οποίο θα πρέπει να ιδωθεί σε συνάρτηση και με το περιεχόμενο των τεκμηρίων 1 και
  11. Αναφορικά με τις τέσσερις πληρωμές στις οποίες προέβησαν οι εναγόμενοι παραπέμπω στο περιεχόμενο των τεκμηρίων 4 μέχρι 8 και
  12. Οι εναγόμενοι, μολονότι κλήθηκαν από τους ενάγοντες να καταβάλουν το παραπάνω ποσό (€9.028,00) παρέλειψαν να συμμορφωθούν. Αναφορικά με τον ισχυρισμό των εναγόμενων ότι οι ενάγοντες παρέλειψαν να εκτελέσουν μέρος των επίδικων εργασιών, είτε εκτέλεσαν αυτές κακότεχνα, πέραν όσων έχουν αναφερθεί στο πλαίσιο αξιολόγησης της μαρτυρίας συναφώς με τα παραπάνω, επιπλέον θα ήθελα να επισημάνω τα εξής: Η αξίωση των εναγόντων εναντίον των εναγόμενων, που για όλους τους λόγους που έχουν αναφερθεί στοιχειοθετείται αφορά σε εκτελεσθείσες (και πιστοποιημένες ως τέτοιες από το αρχιτέκτονα και πολιτικό μηχανικό του επίδικου έργου) εργασίες. Το γεγονός ότι οι ενάγοντες λόγω της παράλειψης των εναγόμενων να τους καταβάλουν την αμοιβή τους, με την επιστολή τους ημερομηνίας 13.6.2008 (τεκμήριο 11) προέβησαν σε τερματισμό της επίδικης συμφωνίας, δεν παρέχει έρεισμα στην ανυπόστατη ανταπαίτηση των εναγόμενων, για εργασίες που οι ενάγοντες εκτέλεσαν δήθεν κακότεχνα, καθώς και για όσες όντως δεν εκτέλεσαν, για τις οποίες, εν πάση περιπτώσει, ουδέν ποσό αξιώνουν εναντίον των εναγόμενων. Κατ' ακολουθία όλων όσων ανάφερα η αγωγή επιτυγχάνει σε αντίθεση με την ανταπαίτηση, η ο οποία είναι έκθετη σε απόρριψη. Κατά συνέπεια εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγόμενων για το ποσό των €9.028,00, με νόμιμο τόκο επί του ποσού αυτού. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται. Δεδομένης της συνεκδίκασης των εκατέρωθεν απαιτήσεων, τα έξοδα της αγωγής (ένα σετ, απαίτηση και ανταπαίτηση), όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και σε βάρος των εναγόμενων. (Υπ.) . ........... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ-TA Subject: Civil/Other Actions /Final Αναφορά: Πολιτική - συμφωνία παροχής υπηρεσιών. Υπεράσπιση και ανταπαίτηση για κακοτεχνίες. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.