Τζοάννας Ιωάννου ν. Μάριου Χρίστου, Αρ. Αγωγής: 3110/12, 26/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A264 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3110/12 Μεταξύ: Τζοάννας Ιωάννου, από τη Λεμεσό Ενάγουσας και Μάριου Χρίστου, από το Φοινί Εναγόμενου ------------------------------ Αίτηση ημερομηνίας 6.2.2014 Ημερομηνία: 26.6.2014 Εμφανίσεις: Για εναγόμενο-αιτητή: κ. Π. Κωνσταντίνου (για ν' ακούσει απόφαση κα Χρ. Ερωτοκρίτου) Για ενάγουσα-καθ' ης η αίτηση: κα Ε. Ιωάννου Για δι' ανταπαιτήσεως εναγόμενη: κα Σαββίδου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αγωγή της η ενάγουσα αξιώνει εναντίον του εναγόμενου γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες, ζημιές και απώλεια που υπέστη συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος που έγινε κατά ή περί τις 29.1.2012 στη Λεμεσό, το οποίο αποδίδει στην αμέλεια και/ή παράβαση των νομικών υποχρεώσεων του εναγόμενου. Τα δικόγραφα συμπληρώθηκαν στις 19.12.2012 και η αγωγή, μετά από αίτηση ορισμού την οποία καταχώρησε η ενάγουσα ορίστηκε για οδηγίες πρώτη φορά, στις 27.2.2013, ημερομηνία κατά την οποία επαναορίστηκε για οδηγίες στις 23.4.2013, με οδηγίες για ένορκη αποκάλυψη εγγράφων εκατέρωθεν, μέχρι τότε. Η ενάγουσα καταχώρησε τη σχετική ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων στις 15.4.2013 και σ' αυτή επισυνάπτονται και όλα τα έγγραφα που αποκαλύπτει. Ο εναγόμενος, συμμορφούμενος και αυτός με τις παραπάνω οδηγίες του Δικαστηρίου, στις 26.3.2013 καταχώρησε τη δική του ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων στην οποία επισυνάπτει και αυτός τα διάφορα έγγραφα που αποκαλύπτει. Στις 23.4.2013, η κα Αντωνιάδου, εκ των δικηγόρων του εναγόμενου ζήτησε όπως η υπόθεση οριστεί εκ νέου για οδηγίες, επειδή, όπως ανάφερε, θα ζητούσαν την εξέταση της ενάγουσας από το γιατρό της ασφαλιστικής εταιρείας. Η ευπαίδευτη δικηγόρος της ενάγουσας - εναγόμενης στην ανταπαίτηση συναίνεσε στο αίτημα, ενώ, η κα Ιωάννου που παρουσιάστηκε εκ μέρους της σε σχέση με την απαίτηση περιορίστηκε να ζητήσει ημερομηνία ακρόασης. Ενέκρινα το αίτημα του εναγόμενου και όρισα την υπόθεση εκ νέου για οδηγίες, στις 25.6.
- Στις 30.4.2013, ο εναγόμενος καταχώρησε αίτηση με την οποία ζητούσε διάταγμα που να υποχρεώνει την ενάγουσα να του επιτρέψει σε χρόνο που θα ορίσει το Δικαστήριο, να επιθεωρήσει και λάβει αντίγραφα των εγγράφων που αποκάλυψε με τη σχετική ένορκη δήλωσή της, ημερομηνίας 15.4.
- Επιλήφθηκα της αίτησης στις 11.6.2013 η οποία και αποσύρθηκε. Την ίδια μέρα, επαναόρισα την αγωγή για οδηγίες στις 30.9.2013 και ακύρωσα την 25η 6.
- Στις 7.8.2013, ο εναγόμενος καταχώρησε παρόμοια αίτηση με την υπό κρίση, με την οποία ζητούσε: «Α) Διαταγή του Δικαστηρίου αναστέλλουσαν την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης μέχρις ότου η Ενάγουσα συγκατατεθεί σε εξέταση από ιατρό της επιλογής του εναγόμενου υπό του Δρα Αχιλλέα Περδίο εκ Λευκωσίας. Β) Τα έξοδα της παρούσας Αίτησης». Υπήρξε ένταση στην αίτηση, διεξάχθηκε ακροαματική διαδικασία και με την έκδοση της ενδιάμεσης απόφασής μου ημερομηνίας 20.1.2014 απέρριψα την αίτηση, για το διαδικαστικό λόγο, ότι ο ενόρκως δηλών για τον εναγόμενο - αιτητή, που δεν ήταν ο ίδιος ο αιτητής, στο βαθμό και την έκταση που αυτά που ανάφερε στη ένορκη του δήλωση δεν προέκυπταν από το φάκελο της υπόθεσης, κατά παράβαση της Δ.39 Θ.2 και της σχετικής νομολογίας, δεν αποκάλυψε κατά πόσο ενέπιπταν στη σφαίρα της προσωπικής του γνώσης ή εάν τα είχε πληροφορηθεί απ' οπουδήποτε και στη δεύτερη περίπτωση, την πηγή ή πηγές της πληροφόρησής του και που βασίζονταν αυτές. Ωστόσο, υπεισήλθα και στην ουσία της αίτησης και αφού απέρριψα όλους τους σχετικούς λόγους ένστασης, καταλήγοντας ανάφερα τα εξής: «Συγκεφαλαιώνοντας, δεδομένου ότι ο εναγόμενος - υποθετικά - απέδειξε το εύλογο της απαίτησής του για ιατρική εξέταση της ενάγουσας, σε αντίθεση με την τελευταία, η οποία δεν προέβαλε παραδεκτούς λόγους που να στηρίζουν την άρνησή της στην αιτούμενη εξέτασή της είναι σαφές, ότι, εάν δε συνέτρεχαν οι λόγοι για τους οποίους η αίτηση θα απορριφθεί θα εξέδιδα το αιτούμενο διάταγμα και θα διέτασσα την αναστολή της διαδικασίας, έως ότου η ενάγουσα συγκατατεθεί να εξεταστεί από τον ειδικό νευροχειρουργό Αχιλλέα Περδίο, σε σχέση, μόνο, με τους ισχυριζόμενους εκ μέρους της τραυματισμούς και/ή σωματικές βλάβες που υπέστη, που εμπίπτουν στην ειδικότητα του συγκεκριμένου γιατρού. Δηλαδή, νευρολογικής φύσεως.» Με την έκδοση της παραπάνω απόφασης, η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 24.9.
- Δύο βδομάδες αργότερα και συγκεκριμένα στις 6.2.2014, ο εναγόμενος καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητά και πάλιν: «Α) Διαταγή του Δικαστηρίου αναστέλλουσαν την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης μέχρις ότου η Ενάγουσα συγκατατεθεί σε εξέταση από ιατρό της επιλογής του εναγόμενου υπό του Δρα Αχιλλέα Περδίο εκ Λευκωσίας. Β) Τα έξοδα της παρούσας Αίτησης». Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.48 Θ.Θ.1 και 2, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και τέλος, στην υπόθεση Δημοσθένους ν. Αντωνίου
(1975)1 Α.Α.Δ. σελ.
- Τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η αίτηση εκτίθενται και πάλιν στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του Αδάμου Κόνια από τη Λάρνακα, ο οποίος, στις παραγράφους 1, 2 και 9 αναφέρει τα εξής: «
- Είμαι δικηγόρος στο Δικηγορικό Γραφείο των κκ Ανδρέα Π Ερωτοκρίτου & Σια ΔΕΠΕ, Δικηγόρους εναγόμενου στην ως άνω αγωγή και είμαι εξουσιοδοτημένος από τον εναγόμενο να προβώ στην παρούσα Ένορκο Δήλωση.»
- Τα όσα κατωτέρω αναφέρω, τα γνωρίζω από μελέτη του φακέλου της παρούσας υπόθεσης και των σχετικών με αυτόν εγγράφων και από όσα με έχει πληροφορήσει ο Εναγόμενος και ο δικηγόρος που χειρίζεται την υπόθεση, κος. Περικλής Κωνσταντίνου. .................................
- Οι Δικηγόροι του Εναγόμενου σεβόμενοι την ενδιάμεση απόφαση που εξέδωσε το σεβαστό Δικαστήριο αναφορικά με την αίτηση του Εναγόμενου ημερομηνίας 07/08/13 αλλά και λαμβάνοντας υπόψη τους λόγους απόρριψης της, με επιστολή τους προς τους Δικηγόρους της Ενάγουσας ημερομηνίας 22/01/14, κάλεσαν αυτούς να τους ενημερώσουν κατά πόσο η Ενάγουσα ήτο διατεθειμένη να προβεί σε ιατρική εξέταση. Οι Δικηγόροι της Ενάγουσας δεν ανταποκρίθηκαν στην εν λόγω επιστολή. Αντίγραφο της άνω επιστολής επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 'Γ'.» Κατά τα λοιπά, τα όσα αναφέρει ο ενόρκως δηλών αποτελούν επανάληψη του περιεχομένου της ένορκης του δήλωσης στην οποία προέβηκε προς υποστήριξη της προηγούμενης αίτησης, το οποίο μεταφέρεται αυτούσιο και στην παρούσα ένορκη δήλωση. Η ενάγουσα καταχώρησε ένσταση στην αίτηση η οποία εδράζεται στους ακόλουθους λόγους: «α.Υπάρχει δεδικασμένο και κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου καθ' ότι για τα ίδια θέματα ο Αιτητής καταχώρησε αίτηση με ημερ. 7.08.2013 η οποία κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας απερρίφθη υπό του Δικαστηρίου στις 20.01.
- β. Δεν εξειδικεύεται από τον Αιτητή με ποιο τρόπο και για ποιους λόγους θα στερηθεί του δικαιώματος του να υπερασπίσει τον εαυτό του αν δεν του δοθεί το αιτούμενο διάταγμα. γ. Δεν αιτιολογείται γιατί προκειμένου να παρουσιάσει επαρκώς την δική του ιατρική μαρτυρία είναι απολύτως αναγκαίο να εξετασθεί η Καθ' ης η Αίτηση από γιατρό της επιλογής του Αιτητή. δ. Δεν υπάρχει αναφορά στα τραύματα της Καθ' ης η Αίτηση και δεν υπάρχει λεπτομερή αιτιολογία σε συσχετισμό με αυτά των λόγων αδυναμίας προώθησης της υπεράσπισης αν δεν διαταχθεί η ιατρική εξέταση. ε. Η γενική και απλή αναφορά του Αιτητή στις παραγράφους 5, 6, 10 και 11 ότι είναι αναγκαία η εξέταση για να μπορέσει ο Αιτητής να παρουσιάσει επαρκώς την υπόθεση του δεν καλύπτει τις προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία για έγκριση του αιτήματος. ζ. Η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αποτελεί εξαίρεση από τον γενικό κανόνα σεβασμού στην προσωπική ελευθερία του ατόμου και πρέπει να αιτιολογείται επαρκώς και να εκδίδεται μόνο όταν το Δικαστήριο είναι της άποψης ότι είναι απόλυτα αναγκαίο και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. η. Η γενική τοποθέτηση του Αιτητή για καλύτερη παρουσίαση της υπεράσπισης του δεν αποτελεί επαρκή δικαιολογία του αιτήματος. θ. Η αναφορά του Αιτητή στην παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης του ότι η εξέταση επιβάλλεται για να διαπιστωθεί η έκταση των τραυμάτων της Καθ' ης η Αίτηση και αν αυτές ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα δεν είναι αρκετή για να δικαιολογήσει το αίτημα διότι η ιατρική εξέταση δεν γίνεται προκειμένου να επιβεβαιωθούν ή να αντικρουστούν τα τραύματα της Καθ' ης η Αίτηση. ι. Η ένορκος δήλωση έγινε έγινε από δικηγόρο στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας παρά το γεγονός ότι στον τίτλο της ένορκης δήλωσης αναφέρεται το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού και εν πάση περιπτώσει αναφέρεται ότι ο ενόρκως δηλών υπέγραψε στην 5.02.2014, δεν αναφέρει ημερομηνία καταχώρησης της ένορκης δήλωσης ενώ η αίτηση καταχωρήθηκε μεταγενέστερα της ημερομηνίας που υπέγραψε ο ενόρκως δηλών και συγκεκριμένα καταχωρήθηκε την 6.02.
- κ. Η αίτηση βασίζεται και σε νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατά παράβαση της Δ.48 Θ.1 όπου αναφέρεται ότι η αίτηση πρέπει να αναφέρει το ειδικό άρθρο του νόμου ή τον ειδικό κανόνα του Δικαστηρίου που στηρίζεται. λ. Το βάρος απόδειξης καλού λόγου γιατί να ζητείται η εξέταση είναι στον Εναγόμενο Αιτητή, πράγμα που απέτυχε να πράξει. μ. Υπάρχει αδικαιολόγητος καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσης αίτησης χωρίς να δίδεται οποιαδήποτε εξήγηση εκ μέρους του Εναγομένου για την εν λόγω καθυστέρηση διότι η Καθ' ης η Αίτηση με επιστολή της μέσω του Δικηγόρου της ημερ. 30.08.2012 απέστειλε όλα τα ιατρικά πιστοποιητικά της προς την ασφαλιστική εταιρεία του Αιτητή πλην όμως παρέλειψαν να ζητήσουν την ιατρική εξέταση της Καθ' ης η Αίτηση και ένα χρόνο ακριβώς μετά καταχώρησαν την παρούσα αίτηση χωρίς να δίνουν οποιαδήποτε δικαιολογία. ν. Η έκδοση του αιτουμένου διατάγματος συνιστά παράβαση των συνταγματικών δικαιωμάτων της Ενάγουσας Καθ' ης η Αίτηση. ξ. Η αίτηση στο στάδιο που έχει καταχωρηθεί αποκλειστικό σκοπό έχει να βλάψει, περιπλέξει και καθυστερήσει την δικαία εκδίκαση της υπόθεσης της Ενάγουσας Καθ' ης η Αίτηση. ο. Αμέσως μετά το δυστύχημα ήτο εμφανή και νωπά τα τραύματα της Ενάγουσας πλην όμως ο Εναγόμενος δεν ζήτησε να εξετασθεί τούτη παρά μετά την πάροδο αρκετού χρόνου προφανώς για να εκλείψουν οι συνέπειες των τραυμάτων της Ενάγουσας. π. Η παρέλευση αρκετού χρόνου από την ημερομηνία του δυστυχήματος είναι λόγος για τον οποίο δεν θα πρέπει να επιτραπεί η ιατρική εξέταση διότι δεν εξυπηρετεί κανέναν σκοπό. ρ. Ο Ιατρός Αχιλλέας Πέρδιος ως Ιατρός Ασφαλιστικών Εταιρειών δεν είναι αντικειμενικός και η εξέταση του δεν θα βοηθήσει στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης αλλά αντίθετα αποκλειστικό σκοπό έχει να βλάψει την Ενάγουσα. σ. Δεν δίδεται οποιαδήποτε επαρκής δικαιολογία του αιτήματος και η ένορκος δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση δεν περιέχει τέτοια και τόσα γεγονότα κατά τρόπο ώστε να καλύπτονται οι προϋποθέσεις της νομολογίας για έγκριση του αιτήματος. τ. Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση γίνεται από δικηγόρο πράγμα ανεπιθύμητο και ανεπίτρεπτο εκτός από τις περιπτώσεις που κρίνεται απόλυτα αναγκαίο. Δεν δίνεται εξήγηση γιατί ο Αιτητής να μην προβαίνει ο ίδιος σε ένορκο δήλωση. υ. Ο ενόρκως δηλών δικηγόρος Αδάμος Κόνιας δεν ήτο εις θέση να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης και ειδικότερα δεν ήτο εις θέση να δώσει μαρτυρία και να ισχυρισθεί ότι θα επηρεασθούν αρνητικά τα δικαιώματα του Εναγομένου. φ. Το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να αποδεχθεί ως μαρτυρία το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του Αδάμου Κόνια καθ' ότι το εν λόγω περιεχόμενο είναι αντικανονικό και δεν συνάδει με τις πρόνοιες της Δ.39 Θ.
- Θ2.». Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.48 Θ. 4 και Δ.39 Θ.Θ.2 και 6, στο άρθρο 30
(2)του Συντάγματος και τέλος, στην πρακτική και τις εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η ένσταση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση της ενάγουσας. Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενό τους και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Έχοντας υπόψη ότι τα όσα έχουν τεθεί εκατέρωθεν, υπέρ και κατά της αίτησης αντίστοιχα, κατά βάση αποτελούν επανάληψη όσων υποστηρίχθηκαν και στο πλαίσιο της προηγούμενης - παρόμοιας - αίτησης που καταχώρησε ο εναγόμενος είναι σαφές, ότι, όσα ακολουθούν, σε σημαντικό βαθμό αποτελούν επανάληψη όσων εκτίθενται στην απόφασή μου ημερομηνίας 20.1.2014. Απλή ανάγνωση του περιεχομένου των είκοσι ενός συνολικά λόγων ένστασης αναδεικνύει ότι αυτοί ταξινομούνται σε τρεις κατηγορίες. Στην πρώτη κατηγορία εμπίπτει ο πρώτος λόγος ένστασης - υπό (α) στο σώμα της - , στη δεύτερη, οι ένατος, δέκατος, δέκατος ένατος, εικοστός και εικοστός πρώτος λόγοι ένστασης - υπό (ι), (κ), (τ), (υ) και (φ) στο σώμα της - και στην τρίτη κατηγορία, όλοι οι υπόλοιποι λόγοι. Με τον πρώτο λόγο ένστασης, η ενάγουσα εγείρει θέμα δεδικασμένου και κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας. Με τους λόγους που συναποτελούν τη δεύτερη από τις παραπάνω κατηγορίες εναντιώνεται στην αίτηση, επειδή θεωρεί ότι τόσο αυτή όσο και η υποστηρικτική της ένορκη δήλωση είναι αντικανονικές και ελαττωματικές. Οι υπόλοιποι λόγοι άπτονται των ουσιαστικών προϋποθέσεων που διέπουν την αίτηση, δεδομένης της φύσης της, οι οποίες, όπως είναι η θέση της, δεν πληρούνται. Θα έλεγα πως, ό, τι διαφοροποιεί την παρούσα αίτηση από την προηγούμενη, από τη μια είναι η προσπάθεια του εναγόμενου να εξαλείψει την αιτία για την οποία απορρίφθηκε η προηγούμενη αίτησή του και από την άλλη, πέραν από την επιμονή της ενάγουσας ότι το σχετικό πρόβλημα εξακολουθεί να υφίσταται και η προβολή της θέσης της, ότι, επειδή ό εναγόμενος για τα ίδια θέματα καταχώρησε και την προηγούμενη αίτηση η οποία απορρίφθηκε μετά από ακροαματική διαδικασία υπάρχει δεδικασμένο, ενώ η καταχώρηση της παρούσας αίτησης αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Παρατηρώ τα εξής: Για δύο λόγους θεωρώ αβάσιμο τον πρώτο λόγο ένστασης. Χωρίς να χρειάζεται να αναφερθώ σ' όλους τους αναγκαίους όρους του δεδικασμένου περιορίζομαι να πω τα εξής: Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα του Τάκη Ηλιάδη «Το Δίκαιο της Απόδειξης (Μια πρακτική προσέγγιση)» σελ. 94, με αναφορά στην υπόθεση Χάσικος κ.ά. ν. Χαραλαμπίδη
(1990)1 Α.Α.Δ. 389, ένας από τους αναγκαίους όρους του δεδικασμένου είναι ότι η απόφαση θα πρέπει να είναι τελεσίδικη σε αντίθεση με ενδιάμεση απόφαση που δεν επιτρέπεται η εφαρμογή του κανόνα. Με αυτό δεδομένο, με μόνο λόγο ότι η απόφασή μου ημερομηνίας 20.1.2014 είναι ενδιάμεση, ο πρώτος λόγος ένστασης είναι αβάσιμος και κατά συνέπεια απορρίπτεται. Απ' εκεί και πέρα, υπάρχει ακόμη ένας λόγος συναφώς με τον προηγούμενο για τον οποίο θεωρώ αβάσιμο το συγκεκριμένο λόγο ένστασης. Με απλή ανάγνωση της απόφασής μου ημερομηνίας 20.1.2014 είναι σαφές, ότι, η προηγούμενη αίτηση απορρίφθηκε για καθαρά διαδικαστικούς λόγους (το σκεπτικό της απόφασής μου αναφέρεται σε άλλο σημείο στην αρχή της παρούσας απόφασης) και όχι για λόγους ουσίας. Απεναντίας, παρά την απόφασή μου να απορρίψω την αίτηση, εξετάζοντάς την και επί της ουσίας έκρινα ότι πληρούνται όλες οι ουσιαστικές προϋποθέσεις, σε σημείο που όπως αναφέρω στο σχετικό μέρος της εν λόγω απόφασης (για να επαναλάβω): «..εάν δε συνέτρεχαν οι λόγοι για τους οποίους η αίτηση θα απορριφθεί θα εξέδιδα το αιτούμενο διάταγμα και θα διέτασσα την αναστολή της διαδικασίας, έως ότου η ενάγουσα συγκατατεθεί να εξεταστεί από τον ειδικό νευροχειρουργό Αχιλλέα Περδίο, σε σχέση, μόνο, με τους ισχυριζόμενους εκ μέρους της τραυματισμούς και/ή σωματικές βλάβες που υπέστη, που εμπίπτουν στην ειδικότητα του συγκεκριμένου γιατρού. Δηλαδή, νευρολογικής φύσεως.» Στην υπόθεση Salaman v. Κυριάκου
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1741 απορρίφθηκε αίτηση εγγραφής δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε στην Αγγλία, για το διαδικαστικό λόγο ότι δεν είχε επισυναφθεί στην αίτηση η απόφαση του αλλοδαπού Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο δεν εξέτασε την αίτηση επί της ουσίας. Ο αιτητής επανήλθε με παρόμοια αίτηση η οποία, μετά από ακροαματική διαδικασία έγινε αποδεκτή. Τόσο πρωτόδικα όσο και κατ' έφεση τέθηκε θέμα δεδικασμένου, υπό την έννοια ότι άλλο Δικαστήριο που λειτούργησε ως Δικαστήριο εγγραφής απέρριψε την προηγούμενη παρόμοια αίτηση που αφορούσε την ίδια απόφαση. Το εφετείο που απέρριψε συνολικά την έφεση παρατηρεί τα εξής, συναφώς με τα παραπάνω: «Τούτο είναι γεγονός. Ο λόγος όμως που απορρίφθηκε η προηγούμενη αίτηση ήταν γιατί δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις του Κανονισμού 3
(1), γιατί δεν είχε επισυναφθεί σ' αυτήν η απόφαση του αρχικού Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο, στην υπό συζήτηση απόφασή του, αφού έκαμε αναφορά στη νομολογία που άπτεται της αρχής του δεδικασμένου, κατέληξε στο συμπέρασμα πως δεν εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση γιατί στην άλλη αίτηση, 216/94, το [*1745]Δικαστήριο δεν εξέτασε την ουσία της συνδρομής των προϋποθέσεων εγγραφής, που θέτει ο Νόμος και οι νομολογιακές αρχές, και ως εκ τούτου το θέμα της εγγραφής της απόφασης παρέμεινε ζωντανό για να διερευνηθεί στην ενώπιόν του αίτηση. Συμφωνούμε. Ο αιτητής δεν εμποδιζόταν να επανέλθει στο Δικαστήριο με νέα αίτηση, γιατί η προηγούμενη είχε απορριφθεί για καθαρά διαδικαστικούς τυπικούς λόγους, και όχι ουσίας. Δεν απώλεσε ο αιτητής τα δικαιώματα που έχει σύμφωνα με το Νόμο, επειδή εκ παραδρομής δεν τηρήθηκαν πλήρως οι δικονομικές διατάξεις του Κανονισμού. Η αρχή του δεδικασμένου θα εφαρμοζόταν αν το Δικαστήριο απέρριπτε την εγγραφή για λόγους ουσίας, αν π.χ. συνέτρεχαν οι λόγοι που αναφέρονται στο άρθρο 6 του Νόμου». Μολονότι αποτελούν γεγονός όσα συνθέτουν τον ένατο λόγο ένστασης, εντούτοις, αυτά, δεν αποτελούν παραδεκτό λόγο, είτε απόρριψης της αίτησης είτε για να μη ληφθεί υπόψη η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Η Δ.39 Θ.7 προνοεί ότι κάθε ένορκη δήλωση μπορεί να γίνει ενώπιον ενός Δικαστή ή Πρωτοκολλητή οιουδήποτε Δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση, η ένορκη δήλωση έγινε ενώπιον Πρωτοκολλητή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας και στον τίτλο της, πολύ ορθά αναγράφεται το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, επειδή σ' αυτό εκκρεμεί η αγωγή, στο πλαίσιο της οποίας καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση. Απ' εκεί και πέρα, ούτε και το γεγονός, ότι η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση φέρει ημερομηνία προγενέστερη της ημερομηνίας καταχώρησης της αίτησης αποτελεί δικαιολογημένο λόγο για να μη ληφθεί υπόψη η ένορκη δήλωση. Στις υποθέσεις Βαβέλ Μπουτίκ Λτδ
(1995)1 Α.Α.Δ. 947 και Stavros Hotel Aprts Ltd κ.ά. (Αρ.2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 836, που η ευπαίδευτη δικηγόρος της ενάγουσας με παρέπεμψε κατά την εκδίκασή της προηγούμενης αίτησης καθιερώνεται η αρχή, σύμφωνα με την οποία, μαρτυρία υπό μορφή ένορκης δήλωσης που προηγείται χρονικά της αγωγής, δεν μπορεί να αποτελέσει το πραγματικό υπόβαθρο για χορήγηση θεραπείας, επειδή το περιεχόμενό της συναρτάται με ανύπαρκτη αγωγή. Παρόλα αυτά κρίθηκε ότι είναι δυνατή η λήψη τέτοιας μαρτυρίας, εφόσον ακολουθήσει ο απαραίτητος συσχετισμός της με την αγωγή και η ενσωμάτωση του περιεχομένου στα δεδομένα της. Επισημαίνεται ότι τα παραπάνω λέχθηκαν σε σχέση με ένορκη δήλωση, υποστηρικτική αίτησης για έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος, η οποία προηγήθηκε χρονικά της καταχώρησης της αγωγής και όχι της αίτησης για έκδοση του διατάγματος. Ωστόσο, ακόμη και σ' αυτή την περίπτωση, διευκρινίζεται ότι σε εξαιρετικές περιπτώσεις, το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει το παρεμπίπτον διάταγμα, νοουμένου ότι απαιτεί ανάληψη υποχρέωσης για επαναόρκιση και κατάθεση νέας ένορκης δήλωσης. Στην προκειμένη περίπτωση κανένα πρόβλημα αντιμετωπίζει είτε η αίτηση είτε η υποστηριχτική της ένορκη δήλωση, επειδή, πολύ απλά, η ένορκη δήλωση καταχωρήθηκε μετά την αγωγή. Το γεγονός ότι η αίτηση, όπως αναφέρεται στο σώμα της βασίζεται και σε νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι καθόλα επιτρεπτό και αυτό είναι και το μόνο που θα ήθελα να πω συναφώς με το σχετικό - δέκατο λόγο ένστασης. Στην υπόθεση Ξενοφώντος ν. Κυριάκου, Αγωγή 1738/92, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, ημερομηνίας 22.9.1993, στην οποία με παρέπεμψε η ευπαίδευτη δικηγόρος της ενάγουσας, για διαφορετικό λόγο, το Δικαστήριο υπέδειξε ότι στη νομική βάση της αίτησης θα μπορούσε να παρατεθεί και η σχετική νομολογία που διέπει την εξουσία του Δικαστηρίου που επιλαμβάνεται αίτησης, όπως η υπό κρίση. Και ο δέκατος ένατος λόγος ένστασης είναι αβάσιμος, επειδή, πολύ απλά, η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, ναι μεν γίνεται από δικηγόρο και μάλιστα στο γραφείο των δικηγόρων του εναγόμενου, ωστόσο, δεν προκύπτει απ' οπουδήποτε ότι πρόκειται για το δικηγόρο που χειρίστηκε σ' οποιοδήποτε στάδιο καθ' οιονδήποτε τρόπο την υπόθεση του τελευταίου, για να τίθεται θέμα κωλύματός του να ορκιστεί ως προς τα γεγονότα, αντί του εναγόμενου. Αυτή είναι η καθιερωμένη νομολογιακή αρχή, η οποία απορρέει απ' όλες τις υποθέσεις στις οποίες με παρέπεμψε η ευπαίδευτη δικηγόρος της ενάγουσας. Στην πολύ πρόσφατη υπόθεση Rybolovlev κ.ά. v. Rybolovleva
(2010)1(A) Α.Α.Δ.82, η οποία μνημονεύεται στην ακόμη πιο πρόσφατη υπόθεση Νικολάου ν. Total Properties Ltd κ.ά.
(2011)1(Β) Α.Α.Δ.1358, στην οποία με παρέπεμψε η ευπαίδευτη δικηγόρος της ενάγουσας επισημαίνονται τα εξής, συναφώς με το θέμα: «Το θέμα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, διέπεται από καλά καθιερωμένες αρχές που εκπηγάζουν από τη νομολογία. Αν χρειάζεται να τις συνοψίσουμε ξανά, θα λέγαμε ότι γενικά ομιλούντες, μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. Αφ΄ ης όμως στιγμής δικηγόρος έχει με τον ένα ή άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται, λόγω ασυμβιβάστου, να συνεχίζει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεσή του πελάτη του ως δικηγόρος. (Ahapittas v. Roc Chic Ltd
(1968)1 CLR 1, In re Efthymiou
(1987)1CLR 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 ΑΑΔ 1036)». Οι δύο τελευταίοι λόγοι ένστασης είναι συναφείς μεταξύ τους, οπότε θα συνεξεταστούν. Η Δ.48 Θ.1, μεταξύ άλλων προνοεί ότι κάθε αίτηση θα πρέπει να είναι γραπτή. Περεταίρω, ότι αν στηρίζεται σε γεγονότα που δεν υπάρχουν στα βιβλία ή πρακτικά του Δικαστηρίου, πρέπει να υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση. Η εν λόγω Διαταγή, ασφαλώς θα πρέπει να ιδωθεί σε συνάρτηση με τη Δ.39, η οποία διαλαμβάνει τους κανόνες που διέπουν τον καταρτισμό ένορκης δήλωσης. Για ό, τι μας αφορά παραπέμπω στο Θ.2, ο οποίος, σε ελεύθερη μετάφραση προνοεί ότι: «Οι ένορκες δηλώσεις πρέπει να περιορίζονται σε τέτοια γεγονότα που ο μάρτυρας είναι ικανός να αποδείξει εξ ιδίας γνώσης, αλλά, σε ενδιάμεσες αιτήσεις, μία ένορκη δήλωση μπορεί να περιέχει δηλώσεις κατόπιν πληροφορίας και πίστης (εξ όσων κάλλιον πιστεύει και πληροφορείται) με τις πηγές και πού βασίζονται αυτές......» Όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ και άλλης
(1992)1(Β) Α.Α.Δ.1453 : «Η µαρτυρία η οποία υποστηρίζει την αίτηση παρέχεται µε ένορκη δήλωση, όπως προβλέπεται στη ∆.
- Η ένορκη δήλωση πρέπει να συνάδει µε τους κανόνες που διέπουν τον καταρτισμό της και προβλέπονται στη ∆.
- Ο οµνύων υπόκειται σε αντεξέταση εφόσο κρίνει τούτο αναγκαίο το ∆ικαστήριο ή κατόπιν αιτήσεως του αντιδίκου (∆. 39 θ. 1). Το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης πρέπει να έχει ως πηγή την προσωπική γνώση των γεγονότων από τον οµνύοντα· σε ενδιάµεσες αιτήσεις η ένορκη δήλωση µπορεί να αναφέρεται και σε γεγονότα για τα οποία δεν έχει προσωπική γνώση ο µάρτυρας, νοουµένου ότι αποκαλύπτει την πηγή από την οποία αντλείται η πληροφόρηση του. Το θέµα ρυθµίζεται από τις διατάξεις της ∆. 39 θ. 2, η οποία βασίζεται στους αγγλικούς Θεσµούς που ίσχυαν µέχρι το
- Η Αγγλική νοµολογία, ερμηνευτική των παλαιών Αγγλικών Θεσμών, υποστηρίζει ότι, ένορκη δήλωση η οποία δε βασίζεται σε γεγονότα για τα οποία ο καταθέτων έχει προσωπική γνώση και δεν αποκαλύπτει την πηγή πληροφοριών, είναι αντικανονική [βλ. In κ J.L. Young Manufacturing Company Limited [1900] 2 Ch. 753, C.A. και Lumley v. Osborne [1901] 1 K.B. 532]· ενώ ένορκη δήλωση η οποία βασίζεται σε πληροφορίες που παρέχονται από το δικηγόρο του διαδίκου, δε συνιστά µαρτυρία [In re Palmes [1901] W. Ν.
- Βλ. επίσης The Annual Practice 1960, σσ. 922 µέχρι 923]. Η ∆. 39 θ. 2 αποτελεί εξαίρεση από τον κανόνα που διέπει την απόδειξη γεγονότων, σύµφωνα µε το δίκαιο της απόδειξης, που αποκλείει την εξ ακοής µαρτυρία. Όπως κάθε εξαίρεση από τον κανόνα και η εξαίρεση που προβλέπεται από τη ∆. 39 θ.2 συναρτάται µε την τήρηση των προϋποθέσεων που τίθενται για την επίκλησή της. Στην προκείµενη περίπτωση η ένορκη δήλωση η οποία στοιχειοθετεί την αίτηση, είναι πρόδηλα αντικανονική. Η πηγή προέλευσης των πληροφοριών της για τα ουσιώδη γεγονότα στα οποία αναφέρεται, όπως η φήµη και η εμπορική εύνοια που απολαμβάνουν τα προϊόντα των εφεσειόντων στην τοπική αγορά και διεθνώς, καθώς και οι συνέπειες από τις ενέργειες των εφεσιβλήτων, δεν αποκαλύπτονται. Το κενό δεν πληρώνεται µε την πίστη της ομνύουσας για την ορθότητα των αόριστων πληροφοριών της». Θεωρώ αβάσιμους τους υπό εξέταση λόγους ένστασης, επειδή, πολύ απλά, ο ενόρκως δηλών για τον εναγόμενο, αυτή τη φορά, σε αντίθεση με την προηγούμενη, συμμορφούμενος πλήρως με όσα διαλαμβάνονται στη Δ.39.Θ.2, στο βαθμό που η ένορκη δήλωσή του περιέχει δηλώσεις που αποτελούν εξ ακοής μαρτυρία, δηλαδή, που αφορούν σε γεγονότα και ισχυρισμούς που δεν είναι ικανός να αποδείξει εξ ιδίας γνώσης, αποκαλύπτει την πηγή της πληροφόρησής του και που βασίζονται οι πηγές του. Επιπλέον, για σκοπούς τεκμηρίωσης μερικών από τους ισχυρισμούς του επισυνάπτει και διάφορα τεκμήρια. Δε νομίζω πως χρειάζεται να προσθέσω οτιδήποτε άλλο, συναφώς με τους υπό κρίση λόγους ένστασης, παρά μόνο να επαναλάβω το περιεχόμενο της παραγράφου 2 της σχετικής ένορκης δήλωσης, το οποίο μιλά από μόνο του: «Τα όσα κατωτέρω αναφέρω, τα γνωρίζω από μελέτη του φακέλου της παρούσας υπόθεσης κα των σχετικών με αυτόν εγγράφων και από όσα με έχει πληροφορήσει ο Εναγόμενος και ο δικηγόρος που χειρίζεται την υπόθεση, κος. Περικλής Κωνσταντίνου.» Το μόνο που θέλω να πω αναφορικά με τον ισχυρισμό της ευπαίδευτης δικηγόρου της ενάγουσας (από τη γραπτή της αγόρευση) ότι ο ενόρκως δηλών για τον εναγόμενο, κατά παράβαση της Δ.39 Θ.20 παραλείπει να επισυνάψει ως τεκμήρια τα ιατρικά πιστοποιητικά της ενάγουσας, για τα οποία κάνει αναφορά στην παράγραφο 4 της ένορκης του δήλωσης, πράγμα ανεπίτρεπτο, όπως είναι η θέση της είναι το εξής: Δεν εντοπίζω κανένα λόγο ένστασης που να καλύπτει τη θέση αυτή. Υπεισέρχομαι τώρα στους λόγους ένστασης που άπτονται των ουσιαστικών προϋποθέσεων που διέπουν την αίτηση. Οι αρχές που διέπουν την εξουσία του Δικαστηρίου να διατάζει την αναστολή της δίκης, μέχρις ότου ο διάδικος συγκατατεθεί να υποβληθεί σε ιατρική εξέταση αναφέρονται σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το θέμα ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου - η οποία ασφαλώς, όπως πάντοτε θα πρέπει να ασκείται δικαστικά και όχι αυθαίρετα - και όχι στην ύπαρξη ανεξάρτητου δικαιώματος του εναγόμενου. Καθόλα σχετικά με το θέμα είναι όσα ακολουθούν από την απόφαση στην υπόθεση Αριστοδήμου ν. Πετάση
(1990)1 Α.Α.Δ.112: «Η εξέταση δεν επιβάλλεται µε διαταγή του δικαστηρίου, που θα συνιστούσε απαράδεκτη επέμβαση στην ατομική ακεραιότητα και ελευθερία του διαδίκου αλλά έµµεσα µε την αναστολή της δίκης µέχρις ότου ο διάδικος συμφωνήσει να υποβληθεί σε ιατρική εξέταση. Συναρτάται η τύχη της υπόθεσής του µε τη συμφωνία του για ιατρική εξέταση ο,ποτεδήποτε τούτο κρίνεται αναγκαίο για την άρτια απονομή της δικαιοσύνης. Η φύση της δικαιοδοσίας και οι παράγοντες που σταθμίζονται στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου εξετάστηκαν και στη µμεταγενέστερη απόφαση του Εφετείου Krakow and Another v. Stygian
(1982)1 C.L.R.
- Για τον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης στη συγκεκριμένη περίπτωση αντισταθμίζονται δυο εξίσου σημαντικοί παράγοντες: Η ελευθερία του ατόμου και το δικαίωμα του καθενός να προσφύγει στο δικαστήριο για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων του αφενός, καθώς και το δικαίωμα του αντιδίκου για την παροχή ουσιαστικής ευκαιρίας για υπεράσπιση, δικαίωμα συνυφασµένο µε την ουσιαστική απονομή της δικαιοσύνης, αφετέρου. Οι παράγοντες αυτοί αντισταθμίζονται µε γνώμονα το δίκαιο µέσα από τη δικαστική λειτουργία, όπως προκύπτει από τη Starr v. National Coal Board [1977] 1 All E.R.
- Το εύλογο της απαίτηση για ιατρική εξέταση, καθώς και οι λόγοι στους οποίους στηρίζεται η άρνηση του ενάγοντα, πρέπει να τύχουν προσεκτικής εξέτασης στο πλαίσιο της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Το στοιχείο της δίκαιης και ισορροπημένης µεταχείρισης των διαδίκων βρίσκεται στο επίκεντρο της άσκησης της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου - Megarity v. D.J. Ryan & Sons Ltd. [1980] 2 All E.R.
- Η αρχή που αναγνωρίστηκε στην Edmeades και ακολουθήθηκε σε µεταγενέστερες αποφάσεις [βλ. επίσης Prescott v. Bulldog Tools Ltd. [1981] 3 All E.R. 869], αποκαλύπτει µια τάση χαλάρωσης του στοιχείου της αντιπαράθεσης στη διεξαγωγή της δίκης (που αποτελεί βασικό γνώρισµα του αγγλικού συστήµατος απονομής της δικαιοσύνης) και διεύρυνση των δικαστικών µέσων για την ανεύρεση της αλήθειας. Ο προσδιορισμός των συµφερόντων της δικαιοσύνης στη συγκεκριμένη υπόθεση είναι σύνθετο έργο και περιλαμβάνει τη στάθμιση πολλών παραγόντων που άπτονται των δικαιωμάτων των διαδίκων. Ένας από αυτούς είναι το δικαίωμα του διαδίκου για τη διεξαγωγή της δίκης και τη διάγνωση των αστικών του δικαιωμάτων µέσα σε εύλογο χρόνο, που αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα βάσει του άρθρου 30.2 του Συντάγματος. Άλλο σημαντικό στοιχείο είναι το δικαίωμα του διαδίκου να ενημερώνεται έγκαιρα για τη θέση του αντιδίκου του ώστε µε βεβαιότητα να είναι σε θέση να προσδιορίσει τα αποδεικτικά µέσα και τη µαρτυρία που είναι αναγκαία για την απόδειξη της υπόθεσής του. Η ανταλλαγή δικογράφων σ' αυτό αποβλέπει. Είναι για το λόγω αυτό που δικονομικά µμετρά που αποβλέπουν στον καθορισμό των εκατέρωθεν θέσεων πρέπει να λαμβάνονται, κατά κανόνα, πριν την έναρξη της δίκης. Η αίτηση για την ιατρική εξέταση του αντιδίκου πρέπει, όπως σωστά διαπίστωσε το πρωτόδικο ∆ικαστήριο, να υποβάλλεται πριν την έναρξη της δίκης. Κάθε καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης πρέπει να δικαιολογείται. Όσο µμεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση, ανάλογα ισχυρότεροι πρέπει να είναι οι λόγοι που την υποστηρίζουν». Ομοίως και τ' ακόλουθα, από την απόφαση στην υπόθεση Τhanοs Hotels Ltd ν. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036: «Το Ανώτατο ∆ικαστήριο στην υπόθεση ∆ηµοσθένους ν. Αντωνίου
(1975)1 Α.Α.∆. 1, αναγνώρισε την εξουσία των 1039 Κυπριακών ∆ικαστηρίων να αναστέλλουν τη διαδικασία σε τέτοια περίπτωση, αν οι συνθήκες το δικαιολογούν και ανέφερε πως η διακριτική ευχέρεια του ∆ικαστηρίου πρέπει να ασκείται µε βάση τις ίδιες περίπου αρχές που αναλύονται στην Αγγλική Νοµολογία. Στην υπόθεση Κυριάκου και Άλλος ν. Στυλιανού
(1982)1 Α.Α.∆. 524 το Ανώτατο ∆ικαστήριο ανάλυσε τις αρχές που διέπουν το υπό εξέταση θέµα. Στην απόφαση αυτή γίνεται και αναφορά στην Αγγλική υπόθεση Edmeades v. Thames Board Mills Ltd [1969] 2 All E.R. 127, όπου αναγνωρίστηκε η εξουσία του ∆ικαστηρίου να διατάζει αναστολή της διαδικασίας αν ο εναγόμενος θα βρισκόταν σε µειονεκτική θέση να υπερασπίσει τον εαυτό του χωρίς τέτοια εξέταση. Οι αρχές που αναφέρθηκαν στην απόφαση Edmeades (πιο πάνω), εφαρµόστηκαν στην υπόθεση Lane v. Willis [1972] 1 All E.R. 438, όπου αναφέρθηκε το βάρος ικανοποίησης του ∆ικαστηρίου για την αναγκαιότητα µιάς ή περισσοτέρων ιατρικών εξετάσεων φέρει ο διάδικος ο οποίος τη ζητά και ότι οποιοδήποτε διάταγμα για τον σκοπό αυτό αποτελεί επέμβαση στην προσωπική ελευθερία του ατόµου και θα πρέπει να δίδεται µόνο όταν το ∆ικαστήριο ικανοποιείται ότι τούτο είναι αναγκαίο για να αποδοθεί δικαιοσύνη. Στην απόφαση Starr v. National Coal Board [1977] 1 All E.R. 243 λέχθηκε ότι το ∆ικαστήριο πρέπει να εξετάσει προσεκτικά τόσο το εύλογο της βάσης της αίτησης για εξέταση, όσο και το εύλογο της βάσης της άρνησης για εξέταση. Τονίστηκε επίσης ότι ο αιτητής θα πρέπει να αποκαλύψει πλήρως τους λόγους για τους οποίους ζητά να εξεταστεί ο ενάγοντας και το ∆ικαστήριο στο τέλος θα πρέπει να ισοζυγίσει την ανάγκη διασφάλισης της ελευθερίας του ατόµου µε το συµφέρον της δικαιοσύνης. Πάντοτε η προσπάθεια του ∆ικαστηρίου θα πρέπει ν' αποσκοπεί στη εξασφάλιση δικαιοσύνης και για τις δύο πλευρές». Βλέπε και την απόφαση στην υπόθεση Χ'' Σάββα ν. Διονυσίου
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 1301, στην οποία επαναλαμβάνονται περίπου τα ίδια. Έχοντας υπόψη όλες τις παραπάνω αρχές και λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη όσους από τους λόγους ένστασης έχουν προωθηθεί από την ενάγουσα μέσω του περιεχομένου της γραπτής αγόρευσης της δικηγόρου της παρατηρώ τα εξής: Δε συμφωνώ ότι από το περιεχόμενο της υποστηρικτικής του υπό κρίση αιτήματος, ένορκης δήλωσης, δεν αποκαλύπτονται οι λόγοι για τους οποίους ο εναγόμενος ζητά την ιατρική εξέταση της ενάγουσας, ως επίσης και γιατί σε διαφορετική περίπτωση θα βρίσκεται σε μειονεκτική θέση να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Και για το ένα και για το άλλο παραπέμπω - βασικά, υπό μορφή επανάληψης - στους ακολούθους ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντα για τον εναγόμενο: Η εξέταση της ενάγουσας από γιατρό της επιλογής του εναγόμενου επιβάλλεται για να διαπιστωθεί σε ποια έκταση οι κατ' ισχυρισμό της σωματικές βλάβες ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και δικαιολογούν τις απαιτήσεις που εγείρει με την αγωγή (παράγραφος 6 της ένορκης δήλωσης). Η σκοπούμενη εξέταση είναι κεφαλαιώδους σημασίας για τον εναγόμενο. Προκειμένου να είναι σε θέση να προετοιμάσει κατά τον καλύτερο τρόπο την υπεράσπισή του σε σχέση με τη φύση και το ύψος των απαιτήσεων της ενάγουσας, αυτή θα πρέπει να εξεταστεί από γιατρό της επιλογής του ώστε να έχει την άποψή του και όπου χρειαστεί τη μαρτυρία ειδικού για να αντικρούσει τους ισχυρισμούς της και τη μαρτυρία ειδικών που πολύ πιθανόν να παρουσιάσει η ίδια (παράγραφος 10 της ένορκης δήλωσης). Χωρίς την ιατρική εξέταση της ενάγουσας από γιατρό της επιλογής του εναγόμενου, που να μπορεί και να είναι σε θέση να παρίσταται και καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου, ο τελευταίος θα βρεθεί σε μειονεκτική θέση να υπερασπίσει τον εαυτό του. Το θέμα εμπίπτει στο πεδίο γνώσης εμπειρογνώμονα γιατρού και ο εναγόμενος είναι ορθό και δίκαιο να εξασφαλίσει τη μαρτυρία του. Πρόκειται για τον ειδικό νευροχειρουργό Αχιλλέα Περδίο, ο γιατρός που θα εξετάσει την ενάγουσα αναφορικά με τα τραύματα που ισχυρίζεται ότι υπέστη τα οποία εμπίπτουν στην ειδικότητα του υπό αναφορά γιατρού (παράγραφοι 11, 12 και 14 της ένορκης δήλωσης). Δεδομένης της φύσης της αγωγής της ενάγουσας και των αιτούμενων με αυτή αξιώσεών της εναντίον του εναγόμενου, από τα παραπάνω αποκαλύπτονται με απόλυτη σαφήνεια, αλλά και επάρκεια, τόσο οι λόγοι για τους οποίους ο εναγόμενος ζητά την ιατρική εξέταση της ενάγουσας από γιατρό της επιλογής του, τον οποίο μάλιστα κατονομάζει όσο και γιατί θα βρεθεί σε μειονεκτική θέση να υπερασπιστεί τον εαυτό του σε αντίθετη περίπτωση. Περιορίζομαι να πω τούτο∙ είναι καλά γνωστό ότι σε υποθέσεις σωματικών βλαβών, η ιατρική μαρτυρία είναι απολύτως αναγκαία, τόσο για σκοπούς απόδειξης των σωματικών βλαβών καθώς και των συνακόλουθων επιπτώσεων συνεπεία αυτών - άμεσων και μελλοντικών - επί της υγείας εκείνου που υφίσταται τις σωματικές βλάβες όσο και για σκοπούς υπολογισμού του ύψους των γενικών αποζημιώσεων. Με αυτά ως δεδομένα καταρρίπτεται η θέση της ενάγουσας, ότι από το περιεχόμενο των παραπάνω ισχυρισμών του ενόρκως δηλούντα για τον εναγόμενο, δεν αποκαλύπτονται οι λόγοι για τους οποίους ο τελευταίος ζητά την ιατρική εξέτασή της από γιατρό της επιλογής του, ως επίσης και γιατί σε διαφορετική περίπτωση θα βρίσκεται σε μειονεκτική θέση να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Δε συμφωνώ ότι υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης, για να τίθεται θέμα παροχής εξηγήσεων από τον εναγόμενο. Απεναντίας αποτελεί θέση μου ότι ουδεμία καθυστέρηση υπάρχει. Χωρίς να χρειάζεται να επαναλάβω τη σχετική επί του θέματος νομολογία περιορίζομαι να πω τούτο∙ Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε δύο βδομάδες μετά που απορρίφθηκε η προηγούμενη παρόμοια αίτηση, η οποία καταχωρήθηκε στο στάδιο των οδηγιών και συγκεκριμένα, σε διάστημα μικρότερο των τεσσάρων μηνών από την ημερομηνία που η ενάγουσα προέβη σε ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων. Απ' εκεί και πέρα, η ασφαλιστική εταιρεία του εναγόμενου, στην οποία ο δικηγόρος της ενάγουσας, στις 30.8.2012 απέστειλε με επιστολή όλα τα ιατρικά πιστοποιητικά της τελευταίας, δεν αποτελεί διάδικο και συγκεκριμένα τον εναγόμενο, για να προσμετρά σε βάρος του για οποιοδήποτε λόγο, ο χρόνος που μεσολάβησε έκτοτε μέχρι και την ημερομηνία που καταχώρησε την αίτησή του. Τέλος είναι και το γεγονός, ότι, δεδομένου ότι τα δικόγραφα συμπληρώθηκαν μόλις στις 19.12.2012, ημερομηνία κατά την οποία η ενάγουσα, υπό την ιδιότητά της ως δι ανταπαιτήσεως εναγόμενης καταχώρησε υπεράσπιση στην ανταπαίτηση, η ευπαίδευτη δικηγόρος της, δεν μπορεί να επικαλείται την 30η 8.2012 που απέστειλε με την επιστολή της τα ιατρικά πιστοποιητικά στην ασφαλιστική εταιρεία του εναγόμενου, ως αφετηριακή βάση, για σκοπούς υπολογισμού του χρόνου που μεσολάβησε μέχρι και την ημερομηνία καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης, προκειμένου να διαγνωστεί κατά πόσο υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης. Συνάγεται από την Αριστοδήμου (ανωτέρω) ότι η ανταλλαγή δικογράφων, κατά κάποιο τρόπο, εξ αντικειμένου αποτελεί αναγκαίο όρο για σκοπούς καταχώρησης αίτησης, όπως η παρούσα, η οποία, εν πάση περιπτώσει, θα πρέπει να υποβάλλεται πριν από την έναρξη της δίκης, η οποία στην περίπτωσή μας δεν έχει ακόμη αρχίσει. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Στην Αριστοδήμου και πάλιν δίδεται απάντηση και στο γενικό και αόριστο ισχυρισμό της ενάγουσας ότι η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος συνιστά παράβαση των συνταγματικών δικαιωμάτων της, ο οποίος επίσης απορρίπτεται ως αβάσιμος. Κατά τα λοιπά, όλοι οι άλλοι λόγοι για τους οποίους η ευπαίδευτη δικηγόρος της ενάγουσας εισηγείται την απόρριψη της αίτησης έχουν ήδη απαντηθεί. Συγκεφαλαιώνοντας, δεδομένου ότι ο εναγόμενος απέδειξε το εύλογο της απαίτησής του για ιατρική εξέταση της ενάγουσας, σε αντίθεση με την τελευταία, η οποία δεν προέβαλε παραδεκτούς λόγους που να στηρίζουν την άρνησή της στην αιτούμενη εξέτασή της είναι σαφές, ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Εκδίδεται διάταγμα αναστολής της διαδικασίας της αγωγής, έως ότου η ενάγουσα συγκατατεθεί να εξεταστεί από τον ειδικό νευροχειρουργό Αχιλλέα Περδίο, από τη Λευκωσία, σε σχέση με τους ισχυριζόμενους εκ μέρους της τραυματισμούς και/ή σωματικές βλάβες που υπέστη, που εμπίπτουν στην ειδικότητα του συγκεκριμένου γιατρού. Η Ανταπαίτηση παραμένει κανονικά για ακρόαση στις 24.9.2014. Τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ του εναγόμενου και σε βάρος της ενάγουσας και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ............. Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ-TA Subject: Civil/Other Actions /Interim Αναφορά: Πολιτική - Αίτηση αναστολής της διαδικασίας, έως ότι η ενάγουσα συγκατατεθεί να υποβληθεί σε ιατρική εξέταση από γιατρό της επιλογής του εναγόμενου. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο