Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Ελένης Αργυρού κ.α., Aρ. Αγωγής: 4286/2009, 17/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A249 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Aρ. Αγωγής: 4286/2009 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, από τη Λευκωσία Εναγόντων και
- Ελένης Αργυρού, από τη Λεμεσό
- Στέλιου Αργυρού, από τη Λεμεσό
- Ανδρέα Αργυρού, από τη Λεμεσό Εναγόμενων ------------------ Αίτηση ημερομηνίας 28.5.2014 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 17.6.2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Εναγόμενους-Αιτητές 1 μέχρι 3: κ. Α. Μαθηκολώνης (για ν' ακούσει απόφαση κα Παναγίδου) Για Ενάγοντες-Καθ' ων η Αίτηση: κα Ε. Χατζήπαπα ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες, οι οποίοι σύμφωνα με την τροποποιημένη έκθεση απαίτησης της αγωγής τους διεξάγουν τραπεζικές εργασίες, στις 4.7.2005 συνήψαν γραπτή συμφωνία με την εταιρεία FASHION MAGAZINE O. C. LTD, εναντίον της οποίας εκκρεμεί αίτηση εκκαθάρισης (στο εξής «η εταιρεία»), δυνάμει της οποίας ενέκριναν και χορήγησαν σ' αυτή όριο σε τρεχούμενο λογαριασμό, για το ποσό των €25.629,00 (£15.000,00). Οι εναγόμενοι 1 μέχρι 3 (στο εξής «οι εναγόμενοι»), με γραπτή επίσης συμφωνία την οποία συνήψαν με τους ενάγοντες, ημερομηνίας κι αυτή 4.7.2005 εγγυήθηκαν όλες τις υποχρεώσεις της εταιρείας έναντι των εναγόντων, παρούσες και μελλοντικές. Επειδή ο λογαριασμός της εταιρείας παρουσίαζε υπερβάσεις και καθυστερήσεις, οι ενάγοντες, με την επιστολή τους ημερομηνίας 10.4.2009 προς την εταιρεία, τον εκκαθαριστή της και τους εναγόμενους τερμάτισαν τη λειτουργία του τρεχούμενου λογαριασμού και κάλεσαν τους εναγόμενους να ξοφλήσουν το χρεωστικό υπόλοιπο του δανείου, πληροφορώντας τους ότι σε διαφορετική περίπτωση θα ληφθούν δικαστικά μέτρα εναντίον τους. Επειδή οι εναγόμενοι παρέλειψαν και/ήαρνήθηκαν να συμμορφωθούν οι ενάγοντες καταχώρησαν την παρούσα αγωγή, με την οποία ζητούν την έκδοση απόφασης εναντίον τους, για το ποσό των €29.538,98, πλέον τόκους και έξοδα. Οι εναγόμενοι, με την υπεράσπισή τους παραδέχονται σωρεία ουσιωδών ισχυρισμών των εναγόντων οι οποίοι συνθέτουν τη βάση της εναντίον τους αγωγής τους, όπως είναι η ιδιότητα των εναγόντων και η σύναψη των επίδικων συμφωνιών (ανωτέρω) καθώς και οι όροι τους. Συναφώς με αυτά παραδέχονται ρητά τις σχετικές παραγράφους της έκθεσης απαίτησης. Η ουσία της υπεράσπισής τους στην αγωγή έγκειται στους ακόλουθους ισχυρισμούς τους: Αρνούνται ότι ο λογαριασμός της εταιρείας παρουσίαζε οποτεδήποτε υπερβάσεις και καθυστερήσεις καθώς και τον τερματισμό του λογαριασμού από τους ενάγοντες. Ισχυρίζονται ότι ουδέποτε παρέλαβαν την επιστολή τερματισμού. Περαιτέρω αρνούνται ότι οφείλουν οποιοδήποτε ποσό στους ενάγοντες, ωστόσο, ισχυρίζονται ότι αν φανεί ότι υπάρχει οποιοδήποτε υπόλοιπο, οι ενάγοντες δεν μπορούν νομικά να το απαιτούν, καθότι προέρχεται από την επιβολή επιτοκίου μεγαλύτερου του συμφωνηθέντος και/ή παράνομου επιτοκίου καθώς και από διάφορες «υποχρεώσεις» («υπερχρεώσεις» υποθέτω ήθελαν να πουν) που έκαναν οι ενάγοντες στον επίδικο λογαριασμό. Ισχυρίζονται ακόμη, ότι οι ενάγοντες δεν μπορούν να απαιτούν την επιβολή επιτοκίου προς 13,75%, επειδή ουδέποτε τους ειδοποίησαν είτε γραπτώς είτε με δημοσίευση στον τύπο, σύμφωνα με το νόμο, για την αλλαγή του επιτοκίου. Οι εναγόμενοι, στις 28.5.2014 καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητούν τροποποίηση της υπεράσπισής τους, ως ακολούθως: «Α. Διά της τροποποιήσεως της Υπεράσπισης με την διαγραφή των παραγράφων 1, 2, 3, 4, 5 και 6 και Β. Διά της προσθήκης των ακόλουθων νέων παραγράφων ως παραγράφων 1-:
- «Οι Εναγόμενοι αρνούνται όλους μαζί και τον κάθε ένα χωριστά τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης των εναγόντων εκτός εκεί όπου ρητά παραδέχονται πιο κάτω.
- Οι εναγόμενοι παραδέχονται την παράγραφο 1 της έκθεσης απαίτησης των εναγόντων.
- Οι εναγόμενοι αναφορικά με την παράγραφο 2 της έκθεσης απαίτησης παραδέχονται μόνο ότι η συγκεκριμένη εταιρεία βρίσκεται υπό εκκαθάριση.
- Οι εναγόμενοι αναφορικά με την παράγραφο 3 της έκθεσης απαίτησης των εναγόντων ισχυρίζονται ότι ο επίδικος τρεχούμενος ή και η επίδικη σύμβαση πιστωτικών διευκολύνσεων είναι άκυρη ή και μη εκτελεστή καθότι καταρτίστηκε κατά παράβαση του καταστατικού της εταιρείας FASHION MAGAZINE O.C. LTD ή και καταρτίστηκε με υπογραφή μη εξουσιοδοτημένου από την εταιρεία προσώπου. Συγκεκριμένα οι εναγόμενοι ισχυρίζονται τα ακόλουθα: 4.
- Η εν λόγω σύμβαση των πιστωτικών διευκολύνσεων υπεγράφη από πρόσωπο το οποίο δεν ήταν αξιωματούχος της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας ή και πρόσωπο το οποίο δικαιούτο να υπογράφει για λογαριασμό της εταιρείας. 4.
- Η αίτηση για έγκριση της επίδικης σύμβασης έγινε από πρόσωπο το οποίο δεν ήταν αξιωματούχος της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας ή και πρόσωπο το οποίο δικαιούτο να υπογράφει για λογαριασμό της εταιρείας. 4.
- Ο επίδικος τρεχούμενος λογαριασμός ελεγχόταν ή και το πρόσωπο το οποίο υπέγραφε για την κίνηση του εν λόγω λογαριασμού δεν ήταν αξιωματούχος της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας ή και πρόσωπο το οποίο δικαιούτο να υπογράφει για λογαριασμό της εταιρείας. 4.
- Η επίδικη σύμβαση πιστώσεων δεν συνήφθηκε την 04/07/
- 4.
- Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες προέβαιναν σε παράνομες χρεώσεις ή και παράνομους ανατοκισμούς με αποτέλεσμα την υπερβολική ή και παράνομη αύξηση του χρεωστικού υπολοίπου.
- Οι εναγόμενοι αρνούνται την παράγραφο 4 της έκθεσης απαίτησης των εναγόντων και ισχυρίζονται ως η παράγραφος 4 της Υπεράσπισης των.
- Αναφορικά με την παράγραφο 5 της έκθεσης απαίτησης των εναγόντων οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι ισχυρισμοί στις παραγράφους 5(α)(β)(γ) είναι όροι καταχρηστικοί, άκυροι, παράνομοι ή και είναι αόριστοι και ασαφείς και άκυροι και ανεφάρμοστοι.
- Οι εναγόμενοι αρνούνται τις παραγράφους 6 και 7 της έκθεσης απαίτησης των εναγόντων.
- Οι εναγόμενοι αναφορικά με τις παραγράφους 8 και 9 της έκθεσης απαίτησης ισχυρίζονται ότι η σύμβαση εγγύησης είναι άκυρη ή και ακυρώσιμη ή και ανεφάρμοστη ή και μη εκτελεστή καθότι 8.
- καταρτίστηκε κατά παράβαση των προνοιών του Νόμου 197
(1)/2003 ή και οι Ενάγοντες παρέλειψαν να συμμορφωθούν με τις πρόνοιες των Άρθρων 4 και 5 του Νόμου 197
(1)/2003 8.2. διότι οι ενάγοντες παρέλειψαν να παραδώσουν στους Εναγόμενους και επιστολή με το περιεχόμενο που προβλέπει το εν λόγω Άρθρο του Νόμου ή και οι Ενάγοντες περαιτέρω παρέλειψαν να ενημερώνουν τους Εναγόμενους σύμφωνα με τις υποχρεώσεις, δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 12
(1)της ως άνω νομοθεσίας ή και 8.3. οι Ενάγοντες παρέλειψαν να εκπληρώσουν την υποχρέωσή τους έναντι των Εναγόμενων με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 12
(2)
(3)της ως άνω νομοθεσίας ή και οι εναγόμενοι δεν πληροφορήθηκαν ή και δεν γνώριζαν καθόλου ή και επαρκώς για την επίδικη σύμβαση πιστωτικών διευκολύνσεων ή και η επίδικη σύμβαση πιστωτικών διευκολύνσεων καταρτίστηκε μετά από την σύμβαση εγγύησης. 8.
- Οι ενάγοντες παραπλάνησαν τους εναγόμενους παραπέμποντας τους σε λανθασμένη ή και ανύπαρκτη απόφαση των εναγόντων διά την αποδοχή των για παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων. 8.
- Περαιτέρω τέλος και εν πάση περιπτώσει είναι ισχυρισμός των Εναγόμενων ότι η πιο πάνω συμπεριφορά ή και παραλείψεις των Εναγόντων συνιστούν παραβίαση ουσιώδους όρου της σύμβασης εγγύησης από τους Ενάγοντες με αποτέλεσμα οι Εναγόμενοι να δικαιούνται να τερματίσουν και να ακυρώσουν την εν λόγω εγγύηση ή και να ζητήσουν την απαλλαγή τους.
- Οι εναγόμενοι αρνούνται την παράγραφο 10 της έκθεσης απαίτησης των εναγόντων και ισχυρίζονται ότι ουδέποτε παρέλαβαν τις ισχυριζόμενες επιστολές ή και ουδέποτε απεστάλησαν στις ορθές διευθύνσεις ή και η επίδικη σύμβαση πιστωτικών διευκολύνσεων και ο τρεχούμενος λογαριασμός ουδέποτε τερματίσθηκαν ορθώς ή και εν τη έννοια του νόμου και ουδέποτε το ισχυριζόμενο οφειλόμενο ποσό κατέστη πληρωτέο και απαιτητό και ουδέποτε απαιτήθηκε ορθώς ή και νόμιμα από τους εγγυητές εναγόμενους 1, 2 και
- Οι εναγόμενοι αναφορικά με την παράγραφο 11 ισχυρίζονται ότι πέραν από τις παράνομες χρεώσεις ή και τους παράνομους ανατοκισμούς επί του επιδίκου τρεχούμενου λογαριασμού οι ενάγοντες παράνομα χρέωναν τον επίδικο τρεχούμενο λογαριασμό με €150- μηνιαίως διά εντολής προσώπου το οποίο δεν ήτο αξιωματούχος ή και πρόσωπο δικαιούμενο να υπογράφει για λογαριασμό της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας με αποτέλεσμα ο επίδικος τρεχούμενος παράνομα χρεώθηκε με ποσό ύψους €5.400.» Γ. Διά της αρίθμησης της παραγράφου 7 ως νέα παράγραφος
- Δ. Διά της περαιτέρω προσθήκης Ανταπαίτησης ως νέας παραγράφου 12 ως ακολούθως.-
- Οι Εναγόμενοι επαναλαμβάνουν όλους μαζί αλλά και τον κάθε ένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς ή και τις υπερασπίσεις τους όπως αναφέρονται ανωτέρω και αξιώνουν ανταπαιτητικώς κατά των εναγόντων ως ακολούθως:- Α. Δήλωση ή και απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι η σύμβαση εγγύησης καταρτίστηκε παράνομα ή και κατά παράβαση του Νόμου Περί της προστασίας ορισμένης κατηγορίας εγγυητών Νόμος του 2003, 193/2003 ή και η σύμβαση εγγύησης είναι άκυρη παράνομη και ανεφάρμοστη. Β. Απόφαση του Δικαστηρίου για το ποσό των €5.400- ως η παράγραφος 10 της Υπεράσπισης ως παράνομες χρεώσεις. Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.25 Θ.Θ.1 και 5 και Δ.48 Θ.Θ.1 μέχρι 9 και τέλος, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του εναγόμενου 3, Ανδρέα Αργυρού. Οι ενάγοντες καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση, η οποία εδράζεται στους ακόλουθους λόγους: «
- Με την αιτούμενη τροποποίηση επιχειρείται στην ουσία η εισαγωγή εκτεταμένων πραγματικών ισχυρισμών που θεμελιώνουν νέα βάση υπεράσπισης με προτιθέμενους ισχυρισμούς ή και θέσεις που βρίσκονται σε αντίθεση με υφιστάμενους ισχυρισμούς και θέσεις της υπεράσπισης ή και παραδοχές κατά τρόπο αδικαιολόγητο και/ή χωρίς να δίδεται ειδική και/ή επαρκής εξήγηση για τούτο.
- Επιδιώκεται ουσιαστικά η διεύρυνση των νομικών και πραγματικών πλαισίων της δίκης με αποτέλεσμα τον ουσιαστικό επαναπροσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία. Περαιτέρω οι Αιτητές επιδιώκουν την υπερπήδηση των προβλημάτων που προέκυψαν κατά την ακροαματική διαδικασία λόγω μη αντεξέτασης της μάρτυρας των Εναγόντων επί θεμάτων τα οποία θα μπορούσε αυτή να αντεξετασθεί με βάση την υφιστάμενη Υπεράσπιση.
- Οι Αιτητές παρέλειψαν να αποκαλύψουν στην Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση και/ή να επισυνάψουν σ' αυτή τα έγγραφα που εντόπισαν ώστε το Δικαστήριο να ελέγξει κατά πόσο οι αιτούμενες τροποποιήσεις συνδέονται απόλυτα με τα εν λόγω έγγραφα.
- Με την αιτούμενη τροποποίηση επιχειρείται η άρση παραδοχών και/ή προβολή αντίθετων ισχυρισμών αδικαιολόγητα με βάση την ένορκη δήλωση της Αίτησης και κατά τρόπο που θα έχει ως αποτέλεσμα τον δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων των Καθ' ων η Αίτηση σε ανεπανόρθωτο βαθμό και/ή κατά τρόπο ώστε οι Καθ' ων η Αίτηση να βρεθούν σε δυσμενή θέση και/ή κατά τρόπο που η επιδίκαση εξόδων δεν θα συνιστά επαρκή και/ή εύλογη αποζημίωση των Καθ' ων η Αίτηση υπό τις περιστάσεις.
- Η αιτούμενη τροποποίηση της Υπεράσπισης ζητείται σε πολύ προχωρημένο στάδιο της δίκης, ήτοι μετά από πάροδο 4 περίπου χρόνων από την καταχώρηση της και μετά το κλείσιμο της υπόθεσης τους από τους Καθ' ων η Αίτηση και αφού δεν προβλήθηκε τέτοιο αίτημα σε πολύ πιο προγενέστερο στάδιο ενώ αυτό ήταν εφικτό για τους ζητούμενους να προστεθούν με την Αίτηση ισχυρισμούς.
- Οι Αιτητές δεν ενήργησαν με την αναγκαία ταχύτητα και σπουδή για την καταχώρηση Αίτησης τροποποίησης αλλά αντίθετα επέδειξαν βραδύτητα, κωλυσιεργία και αδιαφορία, αφού μεταξύ άλλων οι ισχυρισμοί που ζητούνται να προστεθούν ήσαν γνωστοί στην άλλη πλευρά πριν από την έναρξη της ακρόασης και εν πάση περιπτώσει πολύ νωρίτερα από τον χρόνο που καταχωρήθηκε η Αίτηση.
- Δεν δίδεται ουδεμία δικαιολογία ή/και δεν δικαιολογείται επαρκώς η προβολή νέας βάσης υπεράσπισης και η έγερση ανταπαίτησης στο προχωρημένο αυτό στάδιο ή/και ουδεμία εξήγηση δίδεται στην Αίτηση ή/και στην υποστηρικτική αυτής Ένορκη Δήλωση ή/και ουδεμία βάσιμη δικαιολογία προβάλλεται.
- Πλείστοι ισχυρισμοί όπως σημαντικό μέρος των όσων αναφέρονται στις προτιθέμενες παραγράφους αντιτίθενται ή και βρίσκονται σε αντίφαση με την υφιστάμενη Υπεράσπιση.
- Τυχόν έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος θα καθυστερήσει ακόμη περισσότερο την τελική εκδίκαση της υπόθεσης κατά τρόπο που επηρεάζονται ανεπανόρθωτα τα συνταγματικά δικαιώματα των Καθ' ων η Αίτηση αναφορικά με εκδίκαση της υπόθεσης εντός ευλόγου χρόνου.
- Με την παρούσα Αίτηση ζητείται η προσπέραση ή και υπερκάλυψη και/ή η άρση ισχυρισμών που εμπεριείχαν παραδοχές ή και θέσεις που περιόριζαν τους ισχυρισμούς των Αιτητών χωρίς να αποκαλύπτεται στην Αίτηση καθόλου ή επαρκής λόγος για κάτι τέτοιο.
- Ζητείται η προσθήκη αχρείαστων ισχυρισμών ή και ισχυρισμών που δεν δικαιολογούν ανάγκη τροποποίησης.
- Δεν αποκαλύπτονται ούτε στοιχειοθετούνται επαρκείς λόγοι για το κατά πόσο είναι νομικά και πραγματικά βάσιμη η αίτηση.
- Το Δικαστήριο στερείται εξουσίας να εκδώσει τα αιτούμενα Διατάγματα με βάση τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.25 Θ.Θ.1 μέχρι 5 και Δ.48 Θ.Θ.1 μέχρι 4 και τέλος, στη διακριτική ευχέρεια και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση της Δήμητρας Χριστοφή. Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενό τους και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Οι αρχές που διέπουν το θέμα τροποποίησης δικογράφων εκτίθενται σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Preece κ.ά. ν. Ρωσσίδου
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ.2138 επισημαίνονται τα εξής: «Οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, Διαταγή 25 καν. 1, παρέχουν δυνατότητα τροποποίησης των δικογράφων. Η επί τούτου απόφαση, ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου η οποία ασκείται στη βάση καθιερωμένων κριτηρίων. Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κα
(2002)1(Α) ΑΑΔ 237. Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Στην Astor Manufacturing and Exporting Co και Άλλων ν. A.G. Levendis και Άλλων
(1993)1 ΑΑΔ 726 αναφορικά με τον παράγοντα του χρόνου ειπώθηκαν τα εξής, «Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντας ρόλο. Η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογισθούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης.» Ομοίως και στην Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστα Γρηγοριάδη & Συνεταίροι κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. 79/2009, ημερομηνίας 4.5.2012, από την οποία και το απόσπασμα που ακολουθεί: «Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου σε σχέση με αιτήσεις που έχουν ως νομικό υπόβαθρο τις πρόνοιες του κ. 1 της Δ.25[1], όπως είναι η παρούσα περίπτωση, έχουν γίνει αντικείμενο εξέτασης και λεπτομερούς ανάλυσης σε πληθώρα υποθέσεων[2]. Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι ότι στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά.» Και λίγο παρακάτω: «Δεν έχει διαφύγει της προσοχής μας ότι ο λόγος καθυστέρησης από μόνος του δεν συνιστά κατ' ανάγκη αιτία για απόρριψη αίτησης για τροποποίηση, ούτε και ότι το γεγονός της καθυστέρησης δεν εξισούται κατ' ανάγκη με κακοπιστία. Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός και συνιστά έναν από τους πολλούς παράγοντες που το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, συνεκτιμάται δε σαν λογική απόρροια του άρθρου 30.2 του Συντάγματος (Astor Manufacturing (πιο πάνω) και Clive Preece (πιο πάνω))». Παραπέμπω τέλος και στην υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Χαρίδη
(2011)1(Β) Α.Α.Δ.825, σύμφωνα με την οποία: «Στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) ν. Νίκου Κ. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44, επιβεβαιώθηκε κατ΄αρχάς η λεγόμενη σύγχρονη τάση της νομολογίας όπως τα Δικαστήρια επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις, ακόμη και αν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Σημειώνεται ότι στην υπόθεση εκείνη, η αγωγή είχε καταχωρηθεί κατά το 1986 ενώ το συγκεκριμένο αίτημα τροποποίησης υποβλήθηκε κοντά το 1998, δηλαδή περί τα 12 χρόνια αργότερα και ενώ η ακρόαση είχε προηγουμένως αρχίσει και διεξαχθεί μερικώς δύο φορές αλλά διατάχθηκε η εξ υπαρχής ακρόαση λόγω διορισμού των εκδικαζόντων Προέδρων ως δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου». Υπεισέρχομαι τώρα στην ουσία της αίτησης, υπό το φως και των λόγων ένστασης σ' αυτή. Η ουσία του πρώτου λόγου ένστασης είναι ότι με την αιτούμενη τροποποίηση επιχειρείται η εισαγωγή νέων ισχυρισμών και θέσεων που θεμελιώνουν νέα βάση υπεράσπισης που βρίσκεται σε αντίθεση με την αρχική. Ο συγκεκριμένος λόγος είναι αβάσιμος. Ακολουθεί το σκεπτικό: Καταρχήν, καθώς ήδη έχει αναφερθεί με αναφορά σε νομολογία (βλ. την Παπαχρυσοστόμου, ανωτέρω), η εισαγωγή ενός νέου θέματος δε συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου βέβαια ότι αυτό δε θα έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά. Πολλώ μάλλον, που στην προκειμένη περίπτωση, οι εναγόμενοι, όπως θα διαφανεί στη συνέχεια, με τις αιτούμενες τροποποίησες, κατά βάση είναι διεύρυνση της υφιστάμενης βάσης υπεράσπισης που επιδιώκουν και όχι την εισαγωγή νέας και μάλιστα, χωρίς να αναιρούν τις διάφορες παραδοχές στις οποίες προβαίνουν με την υφιστάμενη υπεράσπισή τους. Ειδικότερα: Με την παράγραφο 1 της υφιστάμενης υπεράσπισής τους παραδέχονται τις παραγράφους 1 μέχρι 5 και 8 της έκθεσης απαίτησης. Δηλαδή παραδέχονται τα εξής: Την ύπαρξη των εναγόντων ως νομικής οντότητας και τη φύση των εργασιών τους. Περαιτέρω, τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας μεταξύ εναγόντων και της εταιρείας καθώς και τους όρους της. Ακολούθως, τη μεταξύ τους και των εναγόντων σύναψη της επίδικης συμφωνίας εγγύησης, με την οποία οι ίδιοι εγγυήθηκαν όλες τις υποχρεώσεις της εταιρείας έναντι των εναγόντων, είτε αυτές ήταν παρούσες, είτε μελλοντικές. Τέλος παραδέχονται και τους όρους της εν λόγω συμφωνίας, τους οποίους οι ενάγοντες εκθέτουν στην παράγραφο 8 της έκθεσης απαίτησης. Με τις επιδιωκόμενες τροποποιήσεις, η υπεράσπισή τους συναφώς με τους παραπάνω ισχυρισμούς των εναγόντων διαμορφώνεται ως ακολούθως: Παραδέχονται και πάλιν την ύπαρξη των εναγόντων καθώς και τη φύση των εργασιών τους, ως επίσης και ότι η εταιρεία βρίσκεται σε εκκαθάριση. Ουσιαστικά παραδέχονται τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας μεταξύ εναγόντων και εταιρείας, με μόνη διαφορά, ότι, για λόγους που αναφέρουν ισχυρίζονται ότι αυτή είναι άκυρη και/ή μη εκτελεστή. Δεδομένου ότι παραδέχονται τη σύναψη της εν λόγω συμφωνίας, προφανώς εναπόκειται στους ίδιους να αποδείξουν τους λόγους για τους οποίους, όπως είναι η θέση τους, η συμφωνία είναι είτε άκυρη, είτε μη εκτελεστή, είτε και τα δύο. Με αυτό, απαντώ εν μέρει και στον ισχυρισμό των εναγόντων, ότι σε περίπτωση αποδοχής της αίτησης, θα επηρεαστούν δυσμενώς τα δικαιώματά τους σε ανεπανόρθωτο βαθμό, δηλαδή, σε βαθμό που η ζημιά τους δεν μπορεί να αποκατασταθεί με χρήμα. Η παράγραφος 4 της έκθεσης απαίτησης, την οποία οι εναγόμενοι, με την προτεινόμενη - νέα παράγραφο 5 της υπεράσπισής τους αρνούνται πια, παραπέμποντας στην επίσης προτεινόμενη - νέα παράγραφο 4 της υπεράσπισής τους, ουσιαστικά, εν μέρει αποτελεί επανάληψη της παραγράφου 3 της έκθεσης απαίτησης. Με αυτό δεδομένο, το νόημα της νέας παραγράφου 5 της υπεράσπισης των εναγόμενων είναι ότι, αυτοί, μολονότι παραδέχονται την σύναψη της επίδικης συμφωνίας, εντούτοις, για όλους τους νομικούς και πραγματικούς λόγους που αναφέρουν στην νέα παράγραφο 4 της υπεράσπισής τους εμμένουν στον ισχυρισμό τους ότι εν λόγω συμφωνία είναι άκυρη και μη εκτελεστή. Η παράγραφος 5 της έκθεσης απαίτησης, την οποία οι εναγόμενοι με την υφιστάμενη υπεράσπισή τους παραδέχονται διαλαμβάνει μερικούς από τους όρους της επίδικης συμφωνίας που συνήψε η εταιρεία με τους ενάγοντες. Οι εναγόμενοι, με την προτεινόμενη - νέα παράγραφο 6 της υπεράσπισής τους, ισχυρίζονται απλώς ότι οι υπό αναφορά όροι είναι καταχρηστικοί, άκυροι, παράνομοι και/ή αόριστοι και ασαφείς και ανεφάρμοστοι. Προφανώς, εναπόκειται και πάλιν στους ίδιους να αποδείξουν γιατί και σε ποια έκταση ισχύει οτιδήποτε από τα παραπάνω, σε σχέση με οποιοδήποτε όρο της επίδικης συμφωνίας. Επομένως, οι ενάγοντες, αδικαιολόγητα εγείρουν θέμα δυσμενούς επηρεασμού των δικαιωμάτων τους, σε περίπτωση που επιτραπεί η επί του προκειμένου αιτούμενη τροποποίηση. Με μόνο λόγο ότι οι εναγόμενοι (για να επαναλάβω), δεν αμφισβητούν τους κατ' ισχυρισμό τους όρους της επίδικης συμφωνίας που συνήψαν με την εταιρεία, δεν αντιλαμβάνομαι γιατί αντιδρούν τόσο έντονα στη σχετική τροποποίηση. Το μόνο που θέλω να πω για τις προτεινόμενες - νέες παραγράφους 6 και 7 της υπεράσπισης είναι ότι τις θεωρώ αχρείαστες, υπό την έννοια ότι, το περιεχόμενό τους, ενώ δεν προσθέτει οτιδήποτε στην υπεράσπιση των εναγόμενων, την ίδια ώρα, ούτε και επηρεάζει δυσμενώς καθοιονδήποτε τρόπο την υπόθεση των εναγόντων. Η παράγραφος 8 της έκθεσης απαίτησης είναι γεγονός ότι αποτελεί μία από της πλέον σημαντικές παραγράφους για σκοπούς θεμελίωσης του αγώγιμου δικαιώματος των εναγόντων εναντίον των εναγόμενων, αφού περικλείει τους ισχυρισμούς των πρώτων αναφορικά με την επίδικη συμφωνία εγγύησης που συνήψαν με τους δεύτερους στον ουσιώδη χρόνο, με αναφορά στην ημερομηνία της συμφωνίας, το περιεχόμενο και τους όρους της, ανάμεσά τους και το ύψος της σχετικής εγγύησης. Αποτελεί επίσης γεγονός ότι οι εναγόμενοι, με τη υφιστάμενη υπεράσπισή τους παραδέχονται ρητά την εν λόγω παράγραφο της έκθεσης απαίτησης. Πώς διαφοροποιείται η υπεράσπισή τους με τις αιτούμενες τροποποιήσεις; Με τη σχετική - νέα παράγραφο 8, χωρίς και πάλιν να αρνούνται οτιδήποτε από τα παραπάνω, συναφώς με την επίδικη σύμβαση εγγύησης, για διάφορους λόγους, νομικούς και πραγματικούς - τους οποίους παραθέτουν - ισχυρίζονται ότι αυτή είναι άκυρη ή ακυρώσιμη και/ή ανεφάρμοστη και/ή μη εκτελεστή. Προφανώς, εναπόκειται και πάλιν στους ίδιους να αποδείξουν τους επί του προκειμένου ισχυρισμούς τους και όχι στους ενάγοντες να τους καταρρίψουν, των οποίων η βασική τους θέση ότι συνήψαν μαζί τους την επίδικη συμφωνία εγγύησης, όχι απλώς παραμένει αναλλοίωτη, αλλά θα πρέπει να θεωρείται και αποδεδειγμένη. Αναφορικά με την νέα παράγραφο 9 της υπεράσπισης, θα έλεγα πως, ουσιαστικά αποτελεί επανάληψη της παραγράφου 2 της υφιστάμενης υπεράσπισης, με διαφορετική διατύπωση και κάπως διευρυμένη η νέα, έναντι της υφιστάμενης. Οι ενάγοντες, με την παράγραφο 11 της έκθεσης απαίτησης ισχυρίζονται ότι οι εναγόμενοι τους οφείλουν το ποσό των €29.538,98, πλέον τόκους προς 13,75% ετησίως, από 9.9.2009 μέχρι εξοφλήσεως. Οι αντίστοιχες θέσεις και ισχυρισμοί των εναγόμενων, με βάση την ισχύουσα υπεράσπισή τους, συναφώς με τους παραπάνω ισχυρισμούς των εναγόντων περικλείονται στις παραγράφους 3, 4 και
- Συγκεκριμένα, με την παράγραφο 3, καταρχήν αρνούνται τους εν λόγω ισχυρισμούς των εναγόντων, τους οποίους καλούν σε αυστηρή απόδειξή τους. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι αν φανεί πως υπάρχει οποιοδήποτε υπόλοιπο, δεν μπορεί να απαιτηθεί νομικά, επειδή προέρχεται από την επιβολή επιτοκίου μεγαλύτερου του συμφωνηθέντος και/ή παράνομου επιτοκίου καθώς και από διάφορες υπερχρεώσεις που έκαναν οι ενάγοντες κατά τον ουσιώδη χρόνο στον επίδικο τρεχούμενο λογαριασμό. Με την παράγραφο 4 ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες δεν μπορούν να απαιτούν την επιβολή επιτοκίου προς 13,75%, επειδή οι ίδιοι ουδέποτε ειδοποιήθηκαν από αυτούς είτε γραπτώς, είτε με σχετική δημοσίευση στον τύπο, σύμφωνα με το νόμο, για την αλλαγή του συμφωνηθέντος επιτοκίου. Τέλος, με την παράγραφο 5 ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες στην έκθεση απαίτησης δεν αναφέρονται σε ειδοποίησή τους για την αλλαγή του επιτοκίου σε 13,75% μα ούτε και αναφέρουν την ημερομηνία από την οποία άρχισαν να επιβάλλουν επιτόκιο 13,75% επί του επίδικου τρεχούμενου λογαριασμού. Αν επιτραπούν οι αιτούμενες τροποποιήσεις, οι παραπάνω παράγραφοι της υπεράσπισης διαγράφονται. Η προτεινόμενη - νέα παράγραφος 10 της υπεράσπισης απαντά στην παράγραφο 11 της έκθεσης απαίτησης, επομένως είναι σαφές ότι προτείνεται σε αντικατάσταση των προς διαγραφή παραγράφων 3, 4 και 5 της υφιστάμενης υπεράσπισης. Με απλή ανάγνωση του περιεχομένου της γίνεται εύκολα αντιληπτό, ότι, εν μέρει αποτελεί επανάληψη των ισχυρισμών των εναγόμενων που περιέχονται στις προς διαγραφή παραγράφους και κατά τα λοιπά, διεύρυνσή τους. Εν πάση περιπτώσει, για ό, τι αφορά τους ενάγοντες, η επί του προκειμένου νέα υπεράσπιση των εναγόμενων έναντι των αντίστοιχων - δικών τους ισχυρισμών, επί της ουσίας δεν αλλάζει. Αναφορικά με την προτεινόμενη ανταπαίτηση των εναγόμενων παρατηρώ τα εξής: Στο βαθμό που με αυτή ζητούν δήλωση ότι η επίδικη σύμβαση εγγύησης καταρτίστηκε παράνομα, δεδομένων των τροποποιήσεων που επιδιώκουν να επιφέρουν στην υπεράσπισή τους, μολονότι θεωρώ αχρείαστη τέτοια δήλωση, εντούτοις κατανοώ το σχετικό αίτημα. Εκείνο που δεν κατανοώ και που για δύο λόγους, σε καμιά περίπτωση είμαι διατεθειμένος να επιτρέψω είναι το αίτημά τους για έκδοση απόφασης εναντίον των εναγόντων για το ποσό των €5.400,00, που κατά τους ισχυρισμούς τους αποτελεί παράνομες χρεώσεις στις οποίες προέβαιναν οι ενάγοντες επί του επίδικου λογαριασμού. Ακόμη κι αν ήθελε αποδειχθεί ότι οι ενάγοντες προέβαιναν σε παράνομες χρεώσεις για το συγκεκριμένο ή οποιοδήποτε άλλο ποσό, δεδομένου ότι ο λογαριασμός είναι της εταιρείας και όχι των ιδίων, διερωτώμαι πώς θεμελιώνεται νομικά το δικαίωμά τους να ζητούν την έκδοση απόφασης προς όφελός τους γι' αυτό. Ακολούθως είναι και το γεγονός, ότι, πουθενά στην υπεράσπισή τους, είτε την ισχύουσα, είτε την προτεινόμενη ισχυρίζονται ότι οι ίδιοι, υπό την ιδιότητά τους ως εγγυητών των υποχρεώσεων της εταιρείας έναντι των εναγόντων κατέβαλαν στους τελευταίους οποιοδήποτε ποσό, για να νομιμοποιούνται να ζητούν την επιστροφή εκείνου του ποσού που κατέβαλαν για παράνομες χρεώσεις. Προχωρώ τώρα και στους υπόλοιπους λόγους ένστασης στην αίτηση. Ο δεύτερος λόγος ένστασης, αναφορικά με το πρώτο σκέλος απαντάται απ' όσα έχουν αναφερθεί σε σχέση με τον πρώτο λόγο ένστασης. Αναφορικά με το δεύτερο σκέλος, όπως τίθεται (βλ. τη φράση, «..οι Αιτητές επιδιώκουν την υπερπήδηση των προβλημάτων που προέκυψαν κατά την ακροαματική διαδικασία λόγω μη αντεξέτασης της μάρτυρας των Εναγόντων.» δεν μπορώ να πάρω θέση, αφού, αν το κάνω είναι ως εάν να τοποθετούμαι επί της ουσίας της υπόθεσης και να αποφαίνομαι ακόμη και για θέματα αξιολόγησης μαρτυρίας και αξιοπιστίας μαρτύρων. Δεδομένου ότι η ακρόαση της υπόθεσης βρίσκεται σε εξέλιξη, κάτι τέτοιο, προφανώς είναι απαράδεκτο. Για τον ίδιο λόγο θεωρώ όχι απλώς αβάσιμο, αλλά και απαράδεκτο και τον τρίτο λόγο ένστασης, με τον οποίο οι ενάγοντες, εσφαλμένα και πάλιν, θεωρούν ότι θα μπορούσα σ' αυτό το στάδιο να υπεισέλθω στο περιεχόμενο εγγράφων, τα οποία ενδεχομένως να είναι ήδη κατατεθειμένα ως τεκμήρια για τους σκοπούς και τις ανάγκες της ακροαματικής διαδικασίας και ερμηνεύοντας το περιεχόμενό τους, να ελέγξω κατά πόσο συνδέεται με τις αιτούμενες τροποποιήσεις. Ο τέταρτος λόγος ένστασης έχει ήδη απαντηθεί και είναι αβάσιμος. Για όλους τους λόγους που έχουν αναφερθεί δε συμφωνώ ότι με τις αιτούμενες τροποποιήσεις επιχειρείται η άρση παραδοχών, είτε ακόμη η προβολή αντίθετων ισχυρισμών. Επομένως, με αναφορά πάντοτε στο συγκεκριμένο λόγο ένστασης, εξ αντικειμένου δεν τίθεται καθόλου θέμα δυσμενούς επηρεασμού των δικαιωμάτων των εναγόντων, συνεπεία των αιτούμενων τροποποιήσεων. Οι πέμπτος και έκτος λόγοι ένστασης είναι συναφείς μεταξύ τους, επομένως θα συνεξεταστούν. Συμφωνώ με τους ενάγοντες ότι οι εναγόμενοι δεν είναι και ιδιαίτερα πειστικοί σε σχέση με το χρόνο που επέλεξαν να καταχωρήσουν την υπό κρίση αίτηση, ως επίσης και ότι θα μπορούσαν να την καταχωρήσουν ενωρίτερα. Τίθεται όμως το ερώτημα, κατά πόσο μπορώ να απορρίψω την αίτηση, αυτοτελώς γι' αυτό το λόγο. Η απάντηση στο ερώτημα είναι αρνητική. Καθώς ήδη έχει αναφερθεί με αναφορά σε νομολογία (βλ. τη Χριστοδούλου, ανωτέρω), η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα Δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις, ακόμη και όταν η τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δε θα προκληθεί ζημιά στην άλλη πλευρά που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός μα όχι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας (βλ. την Astor Manufacturing, ανωτέρω επίσης). Ομοίως και στην Παπαχρυσοστόμου και πάλιν, σύμφωνα με την οποία: «. ο λόγος καθυστέρησης από μόνος του δεν συνιστά κατ' ανάγκη αιτία για απόρριψη αίτησης για τροποποίηση, ούτε και ότι το γεγονός της καθυστέρησης δεν εξισούται κατ' ανάγκη με κακοπιστία. Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός και συνιστά έναν από τους πολλούς παράγοντες που το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, συνεκτιμάται δε σαν λογική απόρροια του άρθρου 30.2 του Συντάγματος (Astor Manufacturing (πιο πάνω) και Clive Preece (πιο πάνω))». Για το γεγονός ότι η αίτηση καταχωρήθηκε μετά την έναρξη της ακρόασης και κατά πόσο αυτό οδηγεί άνευ άλλου σε απόρριψή της, η απάντηση δίδεται και πάλιν στην Παπαχρυσοστόμου. Ακολουθεί το σχετικό απόσπασμα: «Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ.» Και κάτι ακόμη. Μολονότι δεν είναι ορθό ότι η αίτηση καταχωρήθηκε μετά το κλείσιμο της υπόθεσης των εναγόντων (η αλήθεια είναι ότι οι ενάγοντες, εν γνώση τους ότι είχε καταχωρηθεί η αίτηση, μέσω της δικηγόρου τους δήλωσαν ότι κλείνουν την υπόθεσή τους) ακόμη και να συνέβαινε κάτι τέτοιο και πάλιν δεν αποτελεί αυτοτελή λόγο απόρριψης της αίτησης. Όμως, επειδή το θέμα θα πρέπει να ιδωθεί και σε συνάρτηση με τα δεδομένα της υπόθεσης και όχι μόνο γενικά ως θέμα νομολογιακής αρχής, μολονότι οι ενάγοντες εν γνώσει τους ότι εκκρεμούσε η υπό κρίση αίτηση και παρότι γνώριζαν και το περιεχόμενο των αιτούμενων τροποποιήσεων, εντούτοις, ίσως βέβαιοι ότι η αίτηση θα απορριφθεί έσπευσαν να κλείσουν την υπόθεσή τους, δε θεωρώ ότι αυτό δημιουργεί οποιουδήποτε είδους τετελεσμένα προς βλάβη της υπόθεσής τους καθώς και των συμφερόντων τους, εάν επιτραπούν οι αιτούμενες τροποποιήσεις. Για να μη θεωρηθεί ότι τους καθοδηγώ εναπόκειται στους ίδιους πως θα αντιδράσουν σε τέτοια περίπτωση, για σκοπούς αντιμετώπισης των νέων δεδομένων που θα προκύψουν. Ο έβδομος λόγος ένστασης, ουσιαστικά απαντάται με όσα έχουν αναφερθεί αναφορικά με τον πρώτο λόγο ένστασης, ο οποίος έχει κριθεί αβάσιμος. Το ίδιο ισχύει και για τον όγδοο λόγο ένστασης, ο οποίος, επίσης απορρίπτεται ως αβάσιμος. Ως αβάσιμος απορρίπτεται και ο ένατος λόγος ένστασης, για τον οποίο θα ήθελα να προβώ σε δύο σχόλια. Το πρώτο είναι ότι σε περίπτωση που επιτραπούν οι αιτούμενες τροποποιήσεις, θα δοθούν τέτοιες οδηγίες σε σχέση με το χρόνο καταχώρησης των τροποποιημένων δικογράφων ώστε η ακρόαση της υπόθεσης να συνεχιστεί απρόσκοπτα, εντός ελάχιστων ημερών από σήμερα. Το δεύτερο, κατά πόσο επηρεάζεται για οποιοδήποτε λόγο το συνταγματικό δικαίωμα, είτε των εναγόντων, είτε των εναγόμενων για δίκη εντός ευλόγου χρόνου συναρτάται και με τη συμπεριφορά που επιδεικνύουν και τα δύο μέρη, από την καταχώρηση της αγωγής μέχρι και την εκδίκασή της και είναι κάτι που θα διαγνωστεί μέσα από τη διεξαγωγή της δίκης στο τελικό στάδιο και όχι τώρα με την κατάργησή της. Ο δέκατος λόγος ένστασης, βασικά αποτελεί επανάληψη του πρώτου λόγου ο οποίος απορρίφθηκε ως αβάσιμος. Συνεπώς και αυτός απορρίπτεται. Ο εντέκατος λόγος ένστασης έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τον πρώτο λόγο ένστασης, οπότε δεν αντιλαμβάνομαι και γιατί προβάλλεται. Εν πάση περιπτώσει δε συμφωνώ ότι στο σύνολό τους οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι αχρείαστες και μη αναγκαίες. Στο βαθμό που ισχύει κάτι τέτοιο έχει γίνει σχετική αναφορά. Θεωρώ εντελώς αβάσιμους τους δύο τελευταίους λόγους ένστασης, επομένως και αυτοί απορρίπτονται. Συγκεφαλαιώνοντας θα έλεγα τα εξής: Ως εκ της φύσεώς τους οι αιτούμενες τροποποιήσεις θεωρώ πως είναι αναγκαίες και απαραίτητες για σκοπούς ορθής και αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης, αφού, σε περίπτωση που δεν επιτραπούν, οι εναγόμενοι θα στερηθούν του δικαιώματος να προωθήσουν τη νομική, κατά βάση, θέση τους, ότι οι δύο επίδικες συμφωνίες είναι άκυρες και μη εκτελεστές. Απ' εκεί και πέρα, δεν έχω πειστεί ότι με το υπό κρίση διάβημά τους ενεργούν κακόπιστα, είτε ακόμη, ότι σε περίπτωση αποδοχής της αίτησης, οι ενάγοντες θα υποστούν ζημιά που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Και τούτο, έστω κι αν οι εναγόμενοι δεν κατόρθωσαν με ιδιαίτερα πειστικό τρόπο να δικαιολογήσουν το χρόνο που επέλεξαν να καταχωρήσουν την υπό κρίση αίτηση. Αντίθετα θεωρώ ότι ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ τω διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών καθιστούν επιβεβλημένες τις αιτούμενες τροποποιήσεις. Συναφώς με τα παραπάνω και όσα ακολουθούν (υπό μορφή επανάληψης) από την υπόθεση Preece κ.ά. (ανωτέρω), στην οποία παραμερίστηκε η πρωτόδικη απόφαση και διατάχθηκε επανεκδίκαση της υπόθεσης, με μόνο λόγο ότι δεν επιτράπηκε η αίτηση τροποποίησης των εφεσειόντων: «Οι εφεσείοντες μπορεί να μην κατάφεραν να δικαιολογήσουν με απόλυτη πειστικότητα την καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην προώθηση του δικονομικού διαβήματος. Ωστόσο, η μερική αυτή αδυναμία δεν έπρεπε να οδηγήσει στην απόρριψη της αίτησης εφόσον το πλέον ουσιώδες υπό τις περιστάσεις κριτήριο ήταν η στάθμιση των παραγόντων που θα αποτελούσαν το εχέγγυο για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Το αίτημα υποβλήθηκε στο αρχικό στάδιο της ακρόασης και προτού συμπληρωθεί η κύρια εξέταση του εφεσείοντα.» Για να επαναλάβω, το γεγονός ότι οι ενάγοντες, ενώ γνώριζαν ότι εκκρεμούσε η υπό κρίση αίτηση, η οποία καταχωρήθηκε στις 28.5.2014 καθώς και το περιεχόμενο των αιτούμενων τροποποιήσεων, στις 3.6.2014 που η αίτηση ορίστηκε για να τοποθετηθούν σ' αυτή οι ίδιοι, έσπευσαν να κλείσουν την υπόθεσή τους, για ό, τι με αφορά δε δημιουργεί κανένα δεδομένο που να μου επιτρέπει να αποστώ από τις παραπάνω αρχές. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αίτηση, στην έκταση που έχει αναφερθεί, επιτυγχάνει. Εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης, ως οι παράγραφοι Α., Β., Γ. και Δ. (με την προσθήκη της παραγράφου
- Α.) της αίτησης. Η τροποποιημένη υπεράσπιση και ανταπαίτηση να καταχωρηθεί εντός 2 ημερών από σήμερα. Η απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση να καταχωρηθεί εντός περαιτέρω 8 ημερών. Τα έξοδα της αίτησης καθώς και αυτά που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και σε βάρος των εναγόμενων 1 μέχρι 3· στο σύνολό τους, θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) . ........... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ-ΤΑ Subject: Civil/Other Actions /Interim Αναφορά: Πολιτική - Αίτηση για τροποποίηση της υπεράσπισης και προσθήκη ανταπαίτησης. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο