← Κύπρος

ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΣΙΤΗΡΩΝ ΚΥΠΡΟΥ ν. Κ.Κ. NEW EXTRA LTD, Αριθμός αγωγής: 4054/12, 11/6/2014

ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΣΙΤΗΡΩΝ ΚΥΠΡΟΥ ν. Κ.Κ. NEW EXTRA LTD, Αριθμός αγωγής: 4054/12, 11/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A242 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε. Δ. Αριθμός αγωγής: 4054/12 Μεταξύ: ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΣΙΤΗΡΩΝ ΚΥΠΡΟΥ, από τη Λευκωσία Εναγόντων και Κ.Κ. NEW EXTRA LTD, από τη Λεμεσό Εναγόμενων --------------------- Αίτηση ημερομηνίας 3.12.2013 για έκδοση συνοπτικής απόφασης ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 11.6.2014 EMΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγοντες-αιτητές: κ. Γ. Παρμακλής (για ν' ακούσει απόφαση κ. Χριστοφή) Για εναγόμενους - καθ' ων η αίτηση: κ. Κοτσέλης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες, με την αγωγή τους η οποία καταχωρήθηκε με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα αξιώνουν εναντίον των εναγόμενων τ' ακόλουθα: «(Α) €8.551,85 καθυστερημένα ενοίκια για τη χρήση του σιλό για την περίοδο 26/06/10 - 25/06/

  1. (Β) €7.783,82 για κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος για την περίοδο Ιουλίου 2010 - Ιουνίου
  2. (Γ) €89,56 για ασφάλιστρα κεραίας αναμετάδοσης. (Δ) Νόμιμο τόκο. (Ε) Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ή διαταγή ως το Δικαστήριο θα ήθελε θεωρήσει αναγκαία ή εύλογη. (ΣΤ) Έξοδα πλέον ΦΠΑ.» Η αγωγή επιδόθηκε στους εναγόμενους, οι οποίοι, στις 11.9.2013 καταχώρησαν εμφάνιση. Οι ενάγοντες, στις 3.12.2013 καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση, με την οποία ζητούν την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των εναγόμενων. Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.18 Θ.Θ.1(α), 2, 4, 5, 6, 8 και 9 και Δ.48 Θ.Θ.1, 2, 3, 4 και 9 και τέλος, στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση εμφαίνονται στην ακόλουθη ένορκη δήλωση του Σταύρου Κοντού: «Ο κάτωθι υπογεγραμμένος Σταύρος Κοντός από τη Λευκωσία, ορκίζομαι και λέγω τα ακόλουθα:
  3. Σε κάθε ουσιώδη για την αγωγή χρόνο, ήμουν στην υπηρεσία των Αιτητών. Υπηρετώ ως λειτουργός του λογιστηρίου τους και έχω υπό την φύλαξή μου τον φάκελο της παρούσης υπόθεσης. Είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβώ στην παρούσα ένορκη δήλωση και επιπλέον έχω άμεση και προσωπική γνώση των γεγονότων που αφορούν την πιο πάνω υπόθεση. α. Έχω διαβάσει την Έκθεση Απαιτήσεως στην πιο πάνω αγωγή, συμφωνώ με το περιεχόμενο της και την υιοθετώ πλήρως. β. Οι Αιτητές είναι Οργανισμός Δημοσίου Δικαίου που υφίσταται και λειτουργεί βάσει νομοθεσίας κι ασχολείται μεταξύ άλλων με την εμπορία, αποθήκευση και διάθεση σιτηρών. γ. Οι Αιτητές είναι καθ' όλους τους ουσιώδες χρόνος ήσαν ιδιοκτήτες κτιρίων και αποθηκευτικών εγκαταστάσεων σιτηρών στο λιμάνι Λεμεσού (στη συνέχεια σιλό). δ. Κατά καιρούς οι Αιτητές είχαν παράσχει έναντι χρηματικού ανταλλάγματος διευκολύνσεις σε ραδιοφωνικούς και/ή τηλεοπτικούς σταθμούς για την εγκατάσταση κεραιών αναμετάδοσης στο σιλό Λεμεσού. ε. Οι Καθ' ων η Αίτηση είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης που συστάθηκε στην Κύπρο με έδρα την Λεμεσό, ασχολούμενη μεταξύ άλλων με την λειτουργία ραδιοφωνικών και/ή τηλεοπτικών σταθμών περιλαμβανομένου του τηλεοπτικού σταθμού γνωστού σαν "NEW EXTRA TV" (στη συνέχεια ο σταθμός). στ. Ύστερα από αίτημα των Καθ' ων η Αίτηση οι Αιτητές συμφώνησαν να τους επιτρέψουν να εγκαταστήσουν στο σιλό κεραία αναμετάδοσης των εκπομπών του σταθμού σύμφωνα με τους όρους συμφωνίας ημερ. 26/03/1996 την οποία επισυνάπτω ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α, η οποία είχε υπογραφεί μεταξύ των μερών και προνοούσε τα εξής: i. Η αρχική διάρκεια της συμφωνίας ήταν για 3 χρόνια ανανεωνόμενη μετά τη λήξη της αρχικής περιόδου κάθε χρόνο με τους ίδιους όρους πλην του όρου που αφορούσε το ενοίκιο το οποίο αυξάνετο κατά 10% το χρόνο. ii. Το ενοίκιο είχε καθοριστεί σε £100,00 ήτοι €302,70 το μήνα για τον 1ο χρόνο, σε £110,00 ήτοι €332,97 το μήνα για το 2ο, σε £121,00 ήτοι €366,26 για τον τρίτο και στη συνέχεια με αύξηση κατά 10% το χρόνο επί του ενοικίου του αμέσως προηγούμενου χρόνου. iii. Το ενοίκιο ήταν πάντα πληρωτέο κάθε τρίμηνο προκαταβολικά. iv. Οι Αιτητές είχαν υποχρέωση να παρέχουν στους Καθ' ων η Αίτησης ηλεκτρικό ρεύμα από τον υποσταθμό που βρίσκεται στο χώρο του σιλό, την αξία της κατανάλωσης του οποίου όφειλαν πάντα να πληρώνουν οι Καθ' ων η Αίτηση σύμφωνα με τις ενδείξεις μετρητή που θα εγκαθίστατο από το σταθμό με βάση την διατίμηση με την οποία οι Ενάγοντες θα εχρεώνοντο από καιρού σε καιρό από την Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου. Η ισχύς και οι προδιαγραφές του ηλεκτρικού ρεύματος θα καθορίζετο από τους Ενάγοντες κατά την απόλυτη κρίση τους. v. Οι Ενάγοντες περαιτέρω είχαν υποχρέωση όπως ασφαλίζουν την εν λόγω κεραία αναμετάδοσης. vi. Μετά τη σύναψη της συμφωνίας εγκαταστάθηκε σχετικός μετρητής ηλεκτρικού ρεύματος σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας.
  4. Οι Εναγόμενοι κατά παράβαση βασικών όρων της πιο πάνω συμφωνίας παρέλειψαν να καταβάλουν: i. Ενοίκια για την περίοδο από 26/06/10 έως 25/06/11 συμποσούμενα σε €8.954,12 μείον το ποσό των €402,27 που κατέβαλαν έναντι ενοικίων την 21/03/
  5. ii. Κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος για την περίοδο μεταξύ Ιουλίου 2010 και Ιουνίου 2011 συμποσούμενα σε €7.783,
  6. iii. Ασφάλιστρα για την περίοδο από 01/07/10 - 30/06/11 συμποσούμενα σε €89,
  7. Ήτοι συνολικό ποσό εκ €16,425,23 όπως φαίνεται και από την κατάσταση λογαριασμού την οποία και επισυνάπτω ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Β. Την συγκεκριμένη κατάσταση λογαριασμού την έχω ετοιμάσει ως μέρος των καθηκόντων μου στο τμήμα λογιστηρίου. Επιπλέον επισυνάπτω και σχετικά τιμολόγια τα οποία είχα ετοιμάσει στα πλαίσια των καθηκόντων μου όπου διαφαίνονται αναλυτικά οι χρεώσεις. Τα εν λόγω τιμολόγια επισυνάπτονται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Γ.
  8. Οι Αιτητές επανειλημμένα κάλεσαν τους Καθ' ων η Αίτηση να εξοφλήσουν τα πιο πάνω ποσά πλην όμως αυτοί αρνήθηκαν να συμμορφωθούν. Οι Αιτητές, μέσω των δικηγόρων τους, απέστειλαν επιστολή ημερ. 13.02.2012, την οποία επισυνάπτω ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Δ, με την οποία καλούσαν τους Καθ' ων η Αίτηση όπως αποπληρώσουν τις καθυστερημένες τους δόσεις.
  9. Αληθινά πιστεύω και δεόντως με έχουν συμβουλεύσει ότι οι Καθ' ων η Αίτηση 1 δεν έχουν καμιά απολύτως υπεράσπιση στην πιο πάνω αγωγή κι εξαιτούμαι εκ μέρους των Αιτητών, απόφασης όπως αναφέρεται στην ως άνω Αίτηση και στην Έκθεση Απαίτησης στην πιο πάνω αγωγή.
  10. Ως έχω πληροφορηθεί η καταχώρηση δε του Σημειώματος Εμφάνισης έχει γίνει με μόνο σκοπό την πρόκληση καθυστέρησης εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση.
  11. Πάντα τα ανωτέρω δηλώ εξ' όσων κάλλιον γνωρίζω και πιστεύω ως αληθή». Οι εναγόμενοι καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση, η οποία εδράζεται στους ακόλουθους λόγους: «
  12. Οι Εναγόμενοι έχουν καλή υπεράσπιση και ανταπαίτηση εναντίον της Ενάγουσας.
  13. Η απαίτηση της Ενάγουσας είναι αβάσιμη και/ή αναληθής και/ή διογκωμένη.
  14. Ο Ενόρκως Δηλών δεν αναφέρει στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης όλα τα ουσιώδη ή/και σχετικά γεγονότα που αφορούν στην παρούσα υπόθεση.
  15. Η Αίτηση και η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση δεν ικανοποιούν τις προϋποθέσεις για έκδοση συνοπτικής απόφασης.
  16. Η αίτηση ημερ. 03-12-2013 είναι νόμω και ουσία αβάσιμη ή/και τα γεγονότα ενώπιον του Σεβαστού Δικαστηρίου δεν συνηγορούν στην έκδοση συνοπτικής απόφασης». Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.18 Θ.Θ.1, 2, 3, 4, 5, 6, 8 και 9, Δ.39, Δ.48 Θ.Θ.1, 2, 3, 4, 6, 7 και 9, Δ.59 και Δ.64, στα άρθρα, 2, 21, 29 30, 31 και 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στη νομολογία και τέλος, στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση εμφαίνονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του διευθυντή των εναγόμενων, Κυριάκου Κωνσταντίνου. Θα αναφερθώ σ' αυτή αργότερα. Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Η αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης βασίζεται στη Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη Δ.18 Θ.1(α), η οποία αποτέλεσε αντικείμενο ανάλυσης και ερμηνείας επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο, σε σωρεία αποφάσεών του, για να επιληφθεί ένα Δικαστήριο αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης, θα πρέπει να πληρούνται τρεις προκαταρκτικές - δικαιοδοτικής φύσεως προϋποθέσεις. Ειδικότερα: (α) Το κλητήριο ένταλμα θα πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο, δυνάμει της Δ.2 Θ.
  17. (β) Ο εναγόμενος θα πρέπει να έχει καταχωρήσει εμφάνιση, και (γ) Η αίτηση θα πρέπει να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση προσώπου που να μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα και να επαληθεύσει το αγώγιμο δικαίωμα και το ποσό που απαιτείται, καθώς επίσης και να δηλώνει ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. (βλ. Αθηνούλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ

(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782, The Chain Gulf Traders Ltd κ.α. ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ
(1997)1(B) Α.Α.Δ. 1168, Νεάρχου κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 818 κ.ο.κ.). Αν διαπιστωθεί ότι οι πιο πάνω προϋποθέσεις πληρούνται - σωρευτικά εννοείται - το δικαίωμα του ενάγοντα να αποταθεί στο Δικαστήριο για έκδοση συνοπτικής απόφασης θεμελιώνεται, ενώ την ίδια ώρα, το βάρος να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν επαρκή για να του δοθεί το δικαίωμα υπεράσπισης μετατοπίζεται στον εναγόμενο (βλ. Kyprianides v. Ioannou
(1961)1 C.L.R. 265, Hermes Insurance Co Ltd v. Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333 κ.α.). Δεν είναι αναγκαίο να καταδειχθεί βεβαιότητα επιτυχίας μιας υπεράσπισης, αφού, μια καλή πιθανότητα επιτυχίας θα είναι αρκετή. Τα εγειρόμενα θέματα προς υπεράσπιση θα πρέπει να δίνονται ενόρκως, με ικανές λεπτομέρειες στις οποίες στηρίζονται (βλ. Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Ltd v. Abdul Azziz Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ. 239). Καθ' όλα σχετικά είναι και όσα ακολουθούν από την εντελώς πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Κυριάκου ν. Αναστασίου, Πολιτική Έφεση Αρ. 230/2009, ημερομηνίας 22.1.2013: «.είναι γνωστό ότι η δυνατότητα που παρέχεται από τη Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προς έκδοση συνοπτικής απόφασης, αποτελεί τον επιτρεπόμενο δικονομικά τρόπο παράκαμψης της συνήθους διεξαγωγής της δίκης και κατά συνέπεια αποτελεί από αυτή την άποψη ένα εξαιρετικό μέτρο. Προσφέρεται στα πλαίσια όσο το δυνατόν γρήγορης απονομής της δικαιοσύνης εκεί όπου ο ενάγων συμμορφούμενος με τις διατάξεις της Δ.18 θ.1, μετατοπίζει το βάρος στους ώμους του εναγομένου για να αποκαλύψει καλή υπεράσπιση. Ο εναγόμενος θα πρέπει σύμφωνα με σαφή και καθιερωμένη νομολογία, να δώσει επαρκείς λεπτομέρειες προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου για να του δοθεί άδεια να υπερασπιστεί την υπόθεση. Αναμφίβολα η εξουσία του Δικαστηρίου κάτω από τη Δ.18 ασκείται με φειδώ και όπου εμφανώς τα γεγονότα που η πλευρά του εναγομένου παραθέτει μέσα από την ένσταση της, δεν αφήνουν περιθώρια για νόμιμη υπεράσπιση, (δέστε Μάρκος Νικολάου Λτδ ν. Adamko Constructions Ltd
(2005)1 Α.Α.Δ. 376). Έχει υποδειχθεί στη N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 1912 και έχει επιβεβαιωθεί εκ νέου στην υπόθεση Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 408, ότι το δικαίωμα υπεράσπισης χωρίς όρους δεν «.. ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση διαφορετικά, θα ήταν εύκολο σε σχεδόν κάθε περίπτωση να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς με αποτέλεσμα την αχρήστευση του.». Το τι αναμένεται από ένα εναγόμενο όταν αντιμετωπίζει αίτηση για συνοπτική απόφαση έχει διαχρονικά επιβεβαιωθεί από τη φράση «condescend upon particulars». Στο Annual Practice 1970 σελ. 127, παρ. 14/3-4/4, αναφέρονται τα εξής: «The defendant´s affidavit must "condescend upon particulars", and should, as far as possible, deal specifically with the plaintiff´s claim and affidavit, and state clearly and concisely what the defence is, and what facts are relied on as supporting it. It should also state whether the defence goes to the whole or part of the claim, and in the latter case it should specify the part. ... if a legal objection is raised, the facts and the point of law arising thereon must be clearly stated. Indeed, in all cases, sufficient facts and particulars must be given to show that there is a bona fide defence.» Αναφορικά με το σκοπό της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση, σύμφωνα με τη Νεάρχου (ανωτέρω) αυτός είναι: «.κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί που τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόση καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή όμως η διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπίσει την υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18 κκ. 1 - 5, όπως αυτά εξηγήθηκαν τόσο σε αγγλική νομολογία όσο και σε νομολογία του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου.». Στην υπό κρίση αίτηση αποτελεί γεγονός ότι οι δύο πρώτες προκαταρκτικές - δικαιοδοτικής φύσεως προϋποθέσεις πληρούνται. Καθώς ήδη έχει αναφερθεί οι ενάγοντες καταχώρησαν την αγωγή τους με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και οι εναγόμενοι καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης. Προχωρώ τώρα να εξετάσω κατά πόσο ο ενόρκως δηλών για τους ενάγοντες είναι πρόσωπο το οποίο θα μπορούσε να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα και να επιβεβαιώσει την αιτία της αγωγής, έχοντας υπόψη και τις σχετικές αρχές που διέπουν το θέμα, υπό το φως όσων αναφέρονται στις υποθέσεις Δημητρίου, The Chain Gulf Traders Ltd και Νεάρχου (ανωτέρω), από την οποία (Νεάρχου) και το ακόλουθο απόσπασμα: «Η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης για συνοπτική απόφαση πρέπει να συμμορφώνεται προς ορισμένα κριτήρια π.χ. να είναι από τον ίδιο τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης, και τη βάση της αγωγής και περαιτέρω να δηλώνει ρητά ότι απ' ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκεί που ο Αιτητής είναι νομικό πρόσωπο τότε μπορεί να ορκισθεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από την εταιρεία το οποίο όμως να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει την βάση της αγωγής και το αιτούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει. (Βλ. Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Banka S.A. πιο πάνω, σελ. 136 - 138) όπου γίνεται αναφορά και σε αγγλική νομολογία)». Καθόλα σχετικά είναι και όσα ακολουθούν από την απόφαση στην υπόθεση Σπηταλιώτης κ.ά. ν. Liberty Life Insurance Ltd
(2004)1(B) A.A.Δ.1113: «Σε αίτηση για συνοπτική απόφαση σύμφωνα με τις πρόνοιες της Διαταγής 18, η ένορκη δήλωση μπορεί να υπογραφεί από τον ενάγοντα που έχει προσωπική γνώση των γεγονότων ή από πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα (or by any other person who can swear positively to the facts). Σε περιπτώσεις εταιρειών ή τραπεζικών οργανισμών η ένορκη δήλωση βασίζεται σε δηλώσεις αξιωματούχων που έχουν αποκτήσει, σύμφωνα με τα καθήκοντα που εκτελούν, τις αναγκαίες γνώσεις για να προβούν στην απαραίτητη ένορκη δήλωση. Όπως ορθά σημειώνεται από το πρωτόδικο Δικαστήριο "από τη στιγμή που ο οργανισμός εξουσιοδοτεί το συγκεκριμένο άτομο να ορκιστεί επί της επαλήθευσης της απαίτησης από τη θέση που του έχει εμπιστευθεί εργοδοτώντας τον, σημαίνει ότι ικανοποιείται το κριτήριο της θετικής γνώσης"». Παρατηρώ τα εξής: Για λόγους που θα παραθέσω στη συνέχεια θεωρώ ότι ο ενόρκως δηλών για τους ενάγοντες είναι πρόσωπο το οποίο θα μπορούσε να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης καθώς και να επιβεβαιώσει τη βάση της αγωγής και τα διάφορα ποσά που συνθέτουν τις αξιώσεις των εναγόντων εναντίον των εναγόμενων. Συνεπώς, η περί αντιθέτου θέση των εναγόμενων δε με βρίσκει σύμφωνο. Ειδικότερα: Στη Σπηταλιώτης κ.ά. (ανωτέρω), ο ενόρκως δηλών για τους αιτητές θεωρήθηκε πρόσωπο που μπορούσε να ορκιστεί θετικά για το περιεχόμενο της ένορκης του δήλωσης, στη βάση συγκεκριμένων γεγονότων, από τα οποία προκύπτουν κατά συγκεκριμένο τρόπο, τόσο η γνώση του όσο και η προσωπική του ανάμιξη, συναφώς, σχεδόν με όλα τα ουσιαστικά γεγονότα της υπόθεσης καθώς και η εμπλοκή του σ' αυτή. Τα εν λόγω γεγονότα αναφέρονται από το εφετείο στο απόσπασμα που ακολουθεί: « Στην παρούσα περίπτωση φαίνεται ότι ο Παναγιώτης Χ" Παναγή ήταν γνώστης του περιεχομένου της συμφωνίας της 22/11/96 (που είχε ακυρώσει τη συμφωνία της 19/9/94), έχει επισυνάψει τα πιο πάνω έγγραφα στην ένορκη του δήλωση (Chain Gulf Trends v. Λαϊκή Τράπεζα
(1997)1 ΑΑΔ 1168), ήταν παρών στην υπογραφή της συμφωνίας της 22/11/96 από τον α΄ εφεσείοντα, γνώριζε από τα διάφορα έγγραφα της εφεσίβλητης τις κινήσεις του λογαριασμού του α΄ εφεσείοντος και είχε τερματίσει στις 21/9/98 ο ίδιος τη συμφωνία της εφεσίβλητης με τον α΄ εφεσείοντα. Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενόρκως δηλών για τους ενάγοντες, σύμφωνα πάντοτε με το περιεχόμενο της ένορκης του δήλωσης, σε κάθε ουσιώδη χρόνο για την αγωγή ήταν στην υπηρεσία των εναγόντων, υπηρετεί ως λειτουργός του λογιστηρίου τους και έχει υπό τη φύλαξή του το φάκελο της παρούσας υπόθεσης. Είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση και έχει άμεση και προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης. Δε μένει όμως μέχρι εδώ. Ακολούθως παραθέτει και όλα τα γεγονότα που συνθέτουν τη βάση της αγωγής των εναγόντων, τα οποία στοιχειοθετούν και τις διάφορες αξιώσεις τους εναντίον των εναγόμενων. Τα όσα αναφέρει, σχεδόν στο σύνολό τους τεκμηριώνονται από το περιεχόμενο αριθμού εγγράφων - τεκμηρίων τα οποία θέτει ενώπιον του Δικαστηρίου, όχι ως απλός κομιστής τους, αλλά, ως το πρόσωπο που είχε άμεση - ενεργό ανάμειξη και εμπλοκή στην ετοιμασία τους. Για παράδειγμα, ο ισχυρισμός του ότι τα διάφορα ποσά που παρέλειψαν να καταβάλουν οι εναγόμενοι στους ενάγοντες κατά παράβαση της μεταξύ τους - επίδικης συμφωνίας, ημερομηνίας 26.3.1996 (βλ. το τεκμήριο Α στην ένορκη του δήλωση η συμφωνία, η οποία γίνεται ρητά παραδεκτή και από τους εναγόμενους) ανέρχονται στο συνολικό ποσό των €16.425,23, φαίνεται και στη σχετική κατάσταση λογαριασμού (τεκμήριο Β στην ένορκη του δήλωση) δεν παραπέμπει γενικά και αόριστα σε κάποιο έγγραφο που περιήλθε στην κατοχή του και απλώς το παρουσιάζει, αλλά, σε έγγραφο που έχει ετοιμάσει ο ίδιος, όπως αναφέρει, ως μέρος των καθηκόντων του στο τμήμα λογιστηρίου. Το ίδιο ισχύει και για τα σχετικά τιμολόγια που επισυνάπτει (τεκμήριο Γ στην ένορκη του δήλωση), τα οποία, όπως αναφέρει, επίσης έχει ετοιμάσει ο ίδιος και πάλιν στο πλαίσιο των καθηκόντων του. Απ' εκεί και πέρα, δεν είναι ορθό ότι στηρίζεται στη συμβουλή που πήρε από το δικηγόρο του, είτε ακόμη ότι παραθέτει την άποψη του δικηγόρου του και όχι το τι ο ίδιος πιστεύει, συναφώς με τον ισχυρισμό του ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν υπεράσπιση στην αγωγή. Με ορθή ερμηνεία της φράσης (από την παράγραφο 4 της ένορκης του δήλωσης), «Αληθινά πιστεύω και δεόντως με έχουν συμβουλεύσει ότι οι Καθ' ων η Αίτηση δεν έχουν καμιά απολύτως υπεράσπιση στην πιο πάνω αγωγή.» είναι σαφές, ότι, υπάρχει πλήρης συμμόρφωση εκ μέρους του με τη σχετική απαίτηση της Δ.18 Θ.1, υπό την έννοια ότι, δηλώνει απλώς κάτι παραπάνω απ' ό, τι είναι αναγκαίο για σκοπούς ικανοποίησης της συγκεκριμένης απαίτησης. Η φράση «Αληθινά πιστεύω» την οποία προφανώς οι εναγόμενοι παραβλέπουν έχει την έννοια της προσωπικής πίστης του ενόρκως δηλούντα για τους ενάγοντες ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν υπεράσπιση στην αγωγή, ενώ η φράση «και δεόντως με έχουν συμβουλεύσει» την οποία οι εναγόμενοι απομονώνουν από την προηγούμενη έχει την έννοια ότι ο ισχυρισμός του ενόρκως δηλούντα για τους ενάγοντες ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν καμιά απολύτως υπεράσπιση στην αγωγή, δεν εδράζεται μόνο στην πίστη του ιδίου, αλλά και σε δέουσα συμβουλή που προφανώς έχει πάρει από τους δικηγόρους των εναγόντων ότι ισχύει αυτό που πιστεύει ο ίδιος. Για όλους τους παραπάνω λόγους θεωρώ ότι ο ενόρκως δηλών για τους ενάγοντες ενδεχομένως να είναι και το μόνο πρόσωπο που θα μπορούσε να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης καθώς και να επιβεβαιώσει τη βάση της αγωγής και τα διάφορα ποσά που συνθέτουν τις αξιώσεις των εναγόντων εναντίον των εναγόμενων. Έχοντας υπόψη ότι και οι τρεις δικαιοδοτικής φύσεως προϋποθέσεις πληρούνται το δικαίωμα των εναγόντων να αποταθούν στο Δικαστήριο για έκδοση συνοπτικής απόφασης θεμελιώνεται οπότε, το βάρος να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ότι έχουν καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψουν τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν επαρκή για να τους δοθεί το δικαίωμα υπεράσπισης μετατοπίζεται στους εναγόμενους (βλ. Kyprianides v. Ioannou
(1961)1 C.L.R. 265, Hermes Insurance Co Ltd v. Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333 κ.α.). Στο ερώτημα κατά πόσο οι εναγόμενοι με όσα αναφέρει ο διευθυντής τους στην ένορκη του δήλωσή που υποστηρίζει την ένσταση στην υπό κρίση αίτηση, δίδουν επαρκείς λεπτομέρειες προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου ώστε να τους δοθεί άδεια να υπερασπιστούν την υπόθεση, παρατηρώ τα εξής: Έναντι των ισχυρισμών των εναγόντων που με τεκμηριωμένο τρόπο θεμελιώνουν τη βάση της αγωγής τους και τα διάφορα ποσά που συνθέτουν τις διάφορες αξιώσεις τους εναντίον εναγόμενων, οι τελευταίοι, κάθε άλλο παρά επαρκείς λεπτομέρειες δίδουν ώστε να τους δοθεί άδεια να καταχωρήσουν υπεράσπιση. Αντίθετα περιορίζονται στην προβολή διάφορων γενικών και αόριστων ισχυρισμών προκειμένου απλώς να εξουδετερώσουν το δικαίωμα των εναγόντων να πετύχουν την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον τους. Ειδικότερα: Ισχυρίζονται οι ενάγοντες ότι οι εναγόμενοι τους οφείλουν το συνολικό ποσό των €16.425,23, υπό μορφή ενοικίων, κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος και ασφαλίστρων. Το ποσό αυτό αναλύεται χωριστά για κάθε δαπάνη και με αναφορά στην περίοδο που αυτή καλύπτει. Επιπλέον, οι ενάγοντες προσκομίζουν και αριθμό τεκμηρίων για σκοπούς στοιχειοθέτησης της απαίτησης τους για κάθε ποσό που αξιώνουν. Τι αντιτείνουν οι εναγόμενοι σ' όλα αυτά ώστε να τους δοθεί το δικαίωμα να καταχωρήσουν υπεράσπιση; Τα εξής, τα οποία απορρέουν από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του διευθυντή τους: Πλήρωναν πάντοτε τις οποιεσδήποτε υποχρεώσεις τους που απέρρεαν από την επίδικη συμφωνία. Εξάλλου, κατά η περί το 2010 εξέφρασαν παράπονα προς τους ενάγοντες για τη χρέωση που υφίσταντο αναφορικά με την κατανάλωση ρεύματος, αφού, μετά από έρευνα που έγινε από υπάλληλο της ΑΗΚ διαπίστωσαν ότι οι ενάγοντες είχαν προβεί σε υπερτιμολόγηση σε βάρος τους (βλ. την παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης του διευθυντή τους). Τα εύλογα ερωτήματα που ανακύπτουν από τους παραπάνω ισχυρισμούς των εναγόμενων είναι τα εξής: Αφού πλήρωναν και μάλιστα πάντοτε, όπως ισχυρίζονται, τις υποχρεώσεις τους προς τους ενάγοντες, γιατί παρέλειψαν να προσκομίσουν, έστω και μία απόδειξη πληρωμής ή εξόφλησης που να τεκμηριώνει τον επί του προκειμένου ισχυρισμό τους σε σχέση με οτιδήποτε αξιώνουν οι ενάγοντες με την αγωγή τους εναντίον τους; Και τούτο, αν ληφθεί υπόψη πως δεν ισχυρίζονται ότι ενώ αυτοί πλήρωναν στους ενάγοντες, είτε τα ενοίκια, είτε το ρεύμα της επίδικης περιόδου, η τελευταίοι δεν εξέδιδαν μα ούτε και τους έδιναν σχετική απόδειξη κάθε φορά. Ακολούθως, πώς εξέφρασαν στους ενάγοντες τα παράπονά τους για υπερχρέωση σε σχέση με την κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος; Προφορικά ή γραπτώς; Και αν ισχύει το δεύτερο, γιατί παρέλειψαν να παρουσιάσουν στο Δικαστήριο τη σχετική επιστολή; Ουδεμία απάντηση δίδεται εκ μέρους τους στα παραπάνω ερωτήματα. Υπάρχει όμως και συνέχεια. Όταν ο ενόρκως δηλών γι' αυτούς και διευθυντής τους ισχυρίζεται στην παράγραφο 7 της ένορκης του δήλωσης ότι οι ενάγοντες, παρά τις υποσχέσεις τους για εξέταση των παραπόνων τους, συνέχισαν να τους στέλλουν τιμολόγια με υπερτιμολόγηση της αξίας κατανάλωσης ρεύματος, με αποτέλεσμα στο ποσό της σχετικής αξίωσής τους να συμπεριλαμβάνονται ποσά παρανόμως και αντισυμβατικά χρεωθέντα, γιατί δεν αναφέρει ποιο το ύψος των παρανόμως και αντισυμβατικά χρεωθέντων αυτών ποσών; Προφανής η απάντηση. Επειδή αυτό που ισχυρίζεται, δεν ισχύει. Θα έλεγα πως στην περίπτωσή των εναγόμενων ισχύουν απόλυτα όσα ακολουθούν (υπό μορφή επανάληψης) από την Κυριάκου (ανωτέρω): «Έχει υποδειχθεί στη N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 1912 και έχει επιβεβαιωθεί εκ νέου στην υπόθεση Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 408, ότι το δικαίωμα υπεράσπισης χωρίς όρους δεν «.. ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση διαφορετικά, θα ήταν εύκολο σε σχεδόν κάθε περίπτωση να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς με αποτέλεσμα την αχρήστευση του.». Για να συνεχίσω όμως, πόσο πειστικοί είναι οι εναγόμενοι, όταν δια του διευθυντή τους πάντοτε, από τη μια, (με την παράγραφο 6 της ένορκης του δήλωσης) ισχυρίζονται ότι πλήρωναν πάντοτε τις οποιεσδήποτε υποχρεώσεις τους προς τους ενάγοντες που απορρέουν από τη μεταξύ τους - επίδικη συμφωνία και από την άλλη, (με την παράγραφο 8 της ίδιας ένορκης δήλωσης) ισχυρίζονται ότι κατά την περίοδο 2010 - 2011 είχαν επανειλημμένα εκφράσει την άρνησή τους προς την εξόφληση ποσών αξιούμενων ενοικίων; Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ για να τεκμηριώσω το συμπέρασμά μου ότι οι εναγόμενοι απέτυχαν να αποδείξουν πως έχουν εκ πρώτης ώστε όψεως καλόπιστη υπεράσπιση στην αγωγή ώστε να τους δοθεί το δικαίωμα να την προβάλουν. Μολαταύτα, η τύχη της αίτησης δεν έχει ακόμη κριθεί. Απ' όσα ακολουθούν θα γίνει αντιληπτό τι εννοώ. Τα όσα προηγήθηκαν αφορούν στην προσπάθεια των εναγόμενων να πείσουν ότι έχουν καλή υπεράσπιση στην αγωγή, με την αυστηρή ερμηνεία του όρου υπεράσπιση και συγκεκριμένα, υπό την έννοια της προβολής ισχυρισμών που καταρρίπτουν τους αντίστοιχους ισχυρισμούς γεγονότων των εναγόντων που συνθέτουν τη βάση της αγωγής τους και θεμελιώνουν τις διάφορες αξιώσεις τους εναντίον των εναγόμενων. Οι εναγόμενοι, στην προσπάθειά τους αυτή, για όλους τους λόγους που έχουν αναφερθεί απότυχαν. Ωστόσο, με τον πρώτο λόγο ένστασης στην αίτηση δεν ισχυρίζονται απλώς ότι έχουν καλή υπεράσπιση στην αγωγή. Ισχυρίζονται ότι έχουν και ανταπαίτηση εναντίον των εναγόντων. Αναφορικά με αυτή, ο διευθυντής τους, στις παραγράφους 9 και 10 της ένορκης του δήλωσης αναφέρει τα εξής: «
  1. Επιπρόσθετα, για σκοπούς λειτουργίας του τηλεοπτικού σταθμού γνωστού ως "NEW EXTRA TV" οι Εναγόμενοι προέβηκαν σε έξοδα αναφορικά με την εγκατάσταση κεραίας, εγκατάσταση παροχής ηλεκτρισμού, κατασκευή και εγκατάσταση δωματίου για τα μηχανήματα, τα οποία μηχανήματα και κινητές εγκαταστάσεις παραμένουν ιδιοκτησία των Εναγομένων, ως οριζόταν στο άρθρο 4.
  2. της συμφωνίας, ημερομηνίας 26-03-
  3. Περαιτέρω αναφέρω ότι, οι εναγόμενοι ζήτησαν επανειλημμένως, τόσο πριν τον τερματισμό της ισχύος της συμφωνίας ημερομηνίας 26-03-1996, όσο και μετά τον τερματισμό της, από τους Ενάγοντες, όπως τους επιστρέψουν τα μηχανήματα, ιδιοκτησίας των Εναγομένων, ενόψει του ότι η συνεργασία μεταξύ των εμπλεκομένων μερών είχε τερματιστεί και οι Εναγόμενοι θα προέβαιναν σε εγκατάσταση και τοποθέτηση των εν λόγω μηχανημάτων για την λειτουργία του σταθμού σε κάποιο άλλο μέρος, όμως οι Ενάγοντες, επικαλούμενοι τα αξιούμενα από αυτούς ποσά, δεν επέστρεψαν τα εν λόγω μηχανήματα με αποτέλεσμα οι Εναγόμενοι να υποστούν ζημιά αξίας €25.056,00- Παρουσιάζω ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α κατάσταση λογαριασμού της εταιρείας LINEAR SRL, η οποία ασχολείται με τον σχεδιασμό και παραγωγή μηχανημάτων για ανάγκες ραδιοτηλεοπτικών φορέων και ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Β αίτηση για μεταφορά χρημάτων της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου προς την εταιρεία LINEAR SRL για την εξόφληση αγοράς των ως άνω μηχανημάτων». Στην υπόθεση Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1(Α) Α.Α.Δ.22 αναφέρονται τα εξής: «Είναι καθιερωμένο ότι όπου εγείρεται καλή τη πίστει ανταπαίτηση που προκύπτει από τα ίδια γεγονότα της αγωγής και συνδέεται άμεσα με τους λόγους υπεράσπισης πρέπει να δίδεται τέτοια άδεια, ακόμα και αν ο εναγόμενος παραδέχεται μέρος ή ολόκληρη την απαίτηση (Βλέπε: Morgan & Son Ltd. v. S. Martin Johnson & Co. [1949] 1 K.B. 107). Η ανταπαίτηση είναι αγωγή (cross action) αλλά για τους σκοπούς της Δ.18 πρέπει να θεωρείται ως Υπεράσπιση (Βλέπε: Zoedone Co. v. Barrett [1882] 26 S.J. 657)». Των παραπάνω λεχθέντων τίθεται το ερώτημα κατά πόσο οι εναγόμενοι προβάλλουν τέτοιους ισχυρισμούς γεγονότων και δίνουν τέτοιες λεπτομέρειες ώστε να μπορεί να βάσιμα να λεχθεί ότι εγείρουν συζητήσιμη υπόθεση και καλή τη πίστη υπεράσπιση τη εννοία όσων αναφέρονται στη Subotic (ανωτέρω). Και σ' αυτό το ερώτημα, η απάντηση είναι αρνητική. Για λόγους που θα αναφέρω αμέσως θεωρώ πως η ισχυριζόμενη εκ μέρους τους ανταπαίτησή τους εναντίον των εναγόντων, στην καλύτερη περίπτωση μπορεί να περιγράφει ως σκιώδης και τίποτα περισσότερο. Εν πάση περιπτώσει, δε θεωρώ ότι εγείρεται καλή τη πίστη, επομένως, δε θα πρέπει να τους δοθεί άδεια να την προβάλουν. Ειδικότερα: Καταρχήν, ενώ ισχυρίζονται ότι τόσο πριν όσο και μετά τον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας τους με τους ενάγοντες ζήτησαν από αυτούς να τους επιστρέψουν τα μηχανήματά τους, ενόψει του ότι η μεταξύ τους συνεργασία είχε τερματιστεί και οι ίδιοι θα προέβαιναν σε εγκατάσταση και τοποθέτηση των εν λόγω μηχανημάτων τους για τη λειτουργία του σταθμού σε κάποιο άλλο μέρος, δε διευκρινίζουν κατά πόσο τερμάτισαν οι ίδιοι ή οι ενάγοντες τη μεταξύ τους - επίδικη συμφωνία και αν ναι, πότε και με ποιο τρόπο. Και τούτο, αν ληφθεί υπόψη, ότι οι ενάγοντες ουδέποτε ισχυρίστηκαν ότι τερμάτισαν την εν λόγω συμφωνία, η οποία, σύμφωνα με τον όρο 10.
  1. αυτής, μετά τα πρώτα τρία χρόνια, θα ανανεώνεται αυτόματα για συνεχείς περιόδους ενός χρόνου, εκτός εάν οποιοσδήποτε από τους συμβαλλόμενους ειδοποιήσει τον άλλο γραπτώς, τουλάχιστον έξι μήνες πριν τη λήξη της περιόδου ενοικίασης, για την πρόθεσή του περί τερματισμού της συμφωνίας, ενώ, σύμφωνα με τον όρο
  2. της συμφωνίας, ο σταθμός, δηλαδή οι εναγόμενοι, έχουν δικαίωμα τερματισμού της συμφωνίας, με γραπτή ειδοποίηση, τουλάχιστον δύο μηνών, πριν τη λήξη της περιόδου ενοικίασης. Από τις εν λόγω πρόνοιες είναι σαφές, ότι ο τερματισμός της επίδικης συμφωνίας θα πρέπει να γίνεται γραπτώς. Παρόλα αυτά, όχι μόνο επιστολή τερματισμού της δεν έχει τεθεί ενώπιόν μου από τους εναγόμενους μα ούτε πότε και από ποιον αυτή έχει τερματιστεί (αν έχει συμβεί κάτι τέτοιο) γνωρίζω. Απ' εκεί και πέρα, ο γενικός και αόριστος ισχυρισμός του διευθυντή των εναγόμενων ότι ζήτησαν επανειλημμένα από τους ενάγοντες να τους επιστρέψουν τα μηχανήματά τους, ενόψει του ότι η μεταξύ τους συνεργασία είχε τερματιστεί τα οποία θα εγκαθιστούσαν και τοποθετούσαν για τη λειτουργία του σταθμού σε κάποιο άλλο μέρος, χωρίς και πάλιν να διευκρινίζεται πότε και με ποιο τρόπο συνέβη αυτό, δεν ικανοποιεί την απαίτηση της νομολογίας για παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση (βλ. την Κυριάκου και πάλιν (ανωτέρω)) ώστε να τους δοθεί το δικαίωμα να προβάλουν την ανταπαίτηση που ισχυρίζονται ότι έχουν εναντίον των εναγόντων. Και τούτο, αν ληφθεί υπόψη, ότι εντελώς άγνωστο, μου είναι κάτι ακόμη, το οποίο θεωρώ κεφαλαιώδους σημασίας για το βάσιμο ή μη της κατ' ισχυρισμό τους ζημιάς που υπέστησαν, όπως είναι η θέση τους, εξαιτίας της άρνησης των εναγόντων να τους επιστρέψουν τα μηχανήματά τους, επικαλούμενοι ως λόγο τα ποσά που αξιώνουν εναντίον τους με την αγωγή τους. Αφ' ης στιγμής η ζημιά που υπέστησαν συνίσταται στην αξία των μηχανημάτων τους τα οποία δεν τους επιστρέφουν οι ενάγοντες για να μπορέσουν να λειτουργήσουν το σταθμό τους σε κάποιο άλλο μέρος, το πρώτο πράγμα για το οποίο ανάμενα να με πληροφορήσουν είναι για το μέρος που λειτουργούν το σταθμό τους μετά τον κατ' ισχυρισμό τους τερματισμό της συμφωνίας τους με τους ενάγοντες. Ακολούθως (σε συνέχεια του προηγούμενου), εάν, παρά τον τερματισμό της εν λόγω συμφωνίας εξακολουθούν να λειτουργούν το σταθμό τους στο μέρος που το λειτουργούσαν προτού τερματιστεί η συμφωνία και με τα ίδια μηχανήματα, διερωτώμαι πώς τεκμηριώνεται νομικά η ζημιά που ισχυρίζονται ότι υπέστησαν, η οποία συνθέτει την ανταπαίτησή τους εναντίον των εναγόμενων; Το περιεχόμενο των δύο τεκμηρίων που επισυνάπτονται από το διευθυντή τους στην ένορκη του δήλωση, για σκοπούς τεκμηρίωσης του ισχυρισμού τους ότι η αξία των περί ου ο λόγος μηχανημάτων τους τα οποία αγόρασαν από συγκεκριμένη εταιρεία από την Ιταλία ανέρχεται στο ποσό των €25.056,00 και τα έχουν ξοφλήσει, προφανώς, δε δίδει απάντηση στα παραπάνω ερωτήματα μα ούτε και αναιρεί τη διαπίστωσή μου, ότι, στο σύνολό τους, οι διάφοροι ισχυρισμοί που προβάλλουν μέσω του διευθυντή τους είναι τόσο γενικοί και αόριστοι, σε βαθμό που, όχι μόνο εκ πρώτης όψεως καλόπιστη ανταπαίτηση δεν αποδεικνύουν, αλλά, αντίθετα είναι φανερό ότι προβάλλονται από αυτούς, με αποκλειστικό σκοπό να εξουδετερώσουν το δικαίωμα των εναγόντων να εξασφαλίσουν την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον τους. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Κατ' ακολουθία όλων όσων ανάφερα η αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγόμενων για το ποσό των €16.425,23, με νόμιμο τόκο επί του ποσού αυτού, πλέον έξοδα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) . ........... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ-TA Subject: Civil/Other Actions /Interim Αναφορά: Πολιτική - αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.