← Κύπρος

Πανίκου Αντωνίου Θρασυβούλου κ.α. ν. Πανίκου Χαραλάμπους Παναγή κ.α., Γενική Αίτηση: 158/2013, 30/6/2014

Πανίκου Αντωνίου Θρασυβούλου κ.α. ν. Πανίκου Χαραλάμπους Παναγή κ.α., Γενική Αίτηση: 158/2013, 30/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A271 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Γενική Αίτηση: 158/2013 Αναφορικά με τον Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμον, Κεφ. 224 και Τροποποιητικούς Νόμους αρ. 3/60 μέχρι 144

(1)/99, άρθρα 50, 58, 80 και
  1. Μεταξύ:
  2. Πανίκου Αντωνίου Θρασυβούλου εκ Λεμεσού
  3. Νίκης Αντωνίου Θρασυβούλου εκ Λεμεσού
  4. Τάκη Αντωνίου Θρασυβούλου εκ Λεμεσού Αιτητών/Εφεσειόντων και
  5. Πανίκου Χαραλάμπους Παναγή εκ Λεμεσού
  6. Κωνσταντίνου Χαραλάμπους εκ Λεμεσού Καθ' ων η Αίτηση /Εφεσίβλητων ---------------------- Αίτηση ημερομηνίας 18.2.2014 για άδεια καταχώρησης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 30.6.2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για αιτητές/εφεσείοντες 1 μέχρι 3: κ. Στ. Χαραλάμπους Για εφεσίβλητους/καθ' ων η αίτηση 1 μέχρι 2: κ. Α. Γεωργίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι αιτητές/εφεσείοντες 1 μέχρι 3 στην παρούσα υπόθεση που υπέχει θέση έφεσης (στο εξής «αιτητές») επιδιώκουν την ακύρωση της απόφασης του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας (στο εξής «Διευθυντής») με την οποία επίλυσε σε βάρος τους συνοριακή διαφορά που είχαν με τους καθ' ων η αίτηση/εφεσίβλητους 1 και 2 (στο εξής «καθ' ων η αίτηση»). Η έφεσή τους βασίζεται σε 16 συνολικά λόγους και στηρίζεται σε γεγονότα που εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του αιτητή
  7. Οι καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση στην έφεση η οποία εδράζεται σε διάφορους λόγους και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση στην οποία προέβη ο καθ' ου η αίτηση
  8. Οι αιτητές, με την υπό κρίση αίτηση ζητούν τ' ακόλουθα: «Α. Διάταγμα και/ή Άδεια του Δικαστηρίου που να επιτρέπει και/ή να παραχωρεί άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης του Χωρομέτρη Τοπογράφου Μηχανικού, εκ Λάρνακος κ. Παναγιώτη Μενοίκου η οποία επισυνάπτεται ως παράρτημα «Α» προς υποστήριξη της αίτησης των Αιτητών, η οποία καταχωρήθηκε την 12/2/2013 εναντίον της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου με ημερομηνία 22/1/2013 η οποία εκδόθηκε σύμφωνα με τον Φάκελλο Α.Χ. 648/
  9. Β. Διάταγμα και/ή Άδεια του Δικαστηρίου που να επιτρέπει και/ή να παραχωρεί άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης του Αιτητή Πανίκου Αντωνίου Θρασυβούλου, εκ Λεμεσού η οποία επισυνάπτεται ως παράρτημα «Β» προς υποστήριξη της αίτησης των Αιτητών, η οποία καταχωρήθηκε την 12/2/2013 εναντίον της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου με ημερομηνία 22/1/2013 η οποία εκδόθηκε σύμφωνα με τον Φάκελο Α.Χ. 648/
  10. Γ. Οποιοδήποτε άλλο διάταγμα και/ή θεραπεία κρίνει εύλογη το Δικαστήριο. Δ. Έξοδα της παρούσας Αίτησης». Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.48 Θ.Θ. 1 μέχρι 9 και Δ.39 Θ.Θ.1 και 2, στους περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς του 1956, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και τέλος, στη νομολογία. Τα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του αιτητή 1 στην κυρίως υπόθεση, Πανίκου Αντωνίου Θρασυβούλου. Οι καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση η οποία εδράζεται στους ακόλουθους λόγους: «
  11. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται από την Νομολογία για την έγκριση τέτοιας αίτησις.
  12. Δεν έχουν δοθεί καθόλου και/ή επαρκείς δικαιολογίες που να στηρίζουν τες αιτούμενες θεραπείες.
  13. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται από τον Νόμο και/ή τους Σχετικούς Κανονισμούς για την έγκριση τέτοιας αιτήσεως.
  14. Η αίτηση είναι αντικανονική παράτυπη και/ή παράνομη και/ή δεν συνάδει με τον Νόμο.
  15. Περαιτέρω οι αιτητές με την αίτηση των δεν παρέθεσαν ζητήματα στα οποία το δικαστήριο θα δώσει προσοχή για να δώσει άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως.
  16. Η παρούσα έφεσης δεν εμπίπτει ως πολιτική αγωγή κι' όθεν η διαδικασία που προνοείται βάσει του Κεφ. 4 και των Θεσμών Διαταγή 48 δεν έχει εφαρμογή.
  17. Στις εφέσεις το δικαστήριον δεν επιλαμβάνεται ούτε έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί της διαφοράς στο που ανήκει το φιλονικούμενον τμήμα. Όθεν το δικαστήριο δεν θα ακούσει μαρτυρία επί του προκειμένου». Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.39 Θ.Θ.1 και 3 και Δ.48 Θ.Θ.1 μέχρι 6, στους περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς του 1956 και τέλος, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα που υποστηρίζουν την ένσταση αναφέρονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του καθ' ου η αίτηση 2, Κωνσταντίνου Χαραλάμπους. Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενό τους και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Προτού υπεισέλθω στην ουσία της αίτησης θα ασχοληθώ με τα θέματα παρατυπιών που εγείρονται εκ μέρους και των δύο πλευρών, σε σχέση τόσο με την αίτηση όσο και με την ένσταση. Συγκεκριμένα, οι αιτητές, με τη γραπτή αγόρευση του δικηγόρου τους ισχυρίζονται (βάσιμα) ότι οι καθ' ων η αίτηση παραβιάζοντας τις οδηγίες μου για καταχώρηση ένστασης μέχρι και τις 10.4.2014 την καταχώρησαν στις 25.4.
  18. Ενόψει αυτού, όπως είναι η θέση τους, θα πρέπει να θεωρήσω πως δεν υπάρχει ένσταση και να εκδώσω άνευ άλλου τα αιτούμενα διατάγματα. Από την άλλη, οι καθ' ων η αίτηση, που με τον τέταρτο λόγο ένστασης ισχυρίζονται ότι η αίτηση μεταξύ άλλων είναι αντικανονική και παράτυπη, με τη γραπτή αγόρευση του δικηγόρου τους, επεξηγώντας το συγκεκριμένο λόγο προβάλλουν (κι αυτοί βάσιμα) τη θέση ότι στη νομική βάση της αίτησης δε διευκρινίζεται σε ποιο κανονισμό των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμών του 1956 αυτή στηρίζεται. Παρατηρώ τα εξής: Αναμφίβολα, η υπό κρίση αίτηση διέπεται από τον κανονισμό 10
(3)των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμών του 1956, όπως τροποποιήθηκε από τον περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) (Τροποποιητικό) (Αρ. 2) Διαδικαστικό Κανονισμό, ημερομηνίας 22.11.2006. Ο ισχύον νέος κανονισμός 10
(3)προνοεί ότι: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών.» Η υπό κρίση αίτηση είναι ενδιάμεση, επομένως, σε εφαρμογή της Δ.48 Θ.1 που ισχύει τηρουμένων των αναλογιών, θα πρέπει να είναι γραπτή και να αναφέρεται στο ειδικό άρθρο του νόμου ή τον ειδικό κανόνα του Δικαστηρίου που στηρίζεται. Επισημαίνεται ότι αυτό ισχύει και για την ένσταση σύμφωνα με το Θ.4
(1)της ίδιας Διαταγής. Τίθεται το ερώτημα για τις επιπτώσεις στην αίτηση, ένεκα του γεγονότος ότι στη νομική της βάση, ενώ γίνεται αναφορά γενικά στους περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς του 1956, δε συγκεκριμενοποιείται ο κανονισμός επί του οποίου στηρίζεται η αίτηση και ότι πρόκειται για τον κανονισμό 10
(3)(ανωτέρω) αυτός. Το άλλο ερώτημα που τίθεται είναι για τις επιπτώσεις στην ένσταση, η οποία, κατά παράβαση των οδηγιών μου για καταχώρησή της μέχρι και τις 10.4.2014, καταχωρήθηκε στις 25.4.2014, δηλαδή εκπρόθεσμα. Στην υπόθεση Wunderlich κ.ά. ν. Παναγιώτου
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 366 γίνεται εκτεταμένη ανάλυση της νέας Δ.64 η οποία διαλαμβάνει για τη θεραπεία παρατυπιών που αποτελούνται από παράλειψη συμμόρφωσης με τους Θεσμούς. Όπως αναφέρεται συναφώς με το θέμα, το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να θεραπεύσει θεμελιώδεις παραλείψεις, ενώ σε σχέση με τις μη ουσιώδεις ή θεμελιώδεις παραλείψεις που είναι θεραπεύσιμες επισημαίνονται από το εφετείο τα εξής, αναφορικά με πως επιτυγχάνεται η θεραπεία: «Πώς όμως επιτυγχάνεται η θεραπεία και μάλιστα σε περιπτώσεις, όπως η παρούσα, όπου η άλλη πλευρά δεν έχει εγείρει θέμα ακυρότητας ή παρατυπίας; Και ποιοί είναι οι παράγοντες που ασκούν επιρροή στην άσκηση της σχετικής διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου όταν εξετάζει τα ζητήματα παρατυπίας; Το θέμα έχει τύχει αντιμετώπισης από το Αγγλικό Εφετείο στην Metroinvest Ansalt and Others v. Commercial Union [1985] 1 W.L.R. 513, 520, 521,
  1. Στην υπόθεση εκείνη έχει ερμηνευθεί η νέα αγγλική Δ.2 - αντιστοιχεί με τη δική μας νέα Δ.64 - και από τη μελέτη της απόφασης προκύπτουν τα εξής:
  2. Όπου διαπιστώνεται παρατυπία λόγω παράλειψης συμμόρφωσης με τους Θεσμούς το παράτυπο μέτρο ή έγγραφο παραμένει παράτυπο inter partes μέχρις ότου το ζήτημα εξεταστεί από το δικαστήριο δυνάμει της νέας Δ.64 θ.
  3. Επιβάλλεται η εξέταση του ζητήματος της παρατυπίας από το δικαστήριο έστω και αν τέτοιο ζήτημα δεν είχε εγερθεί από τους διάδικους.
  4. Η παραίτηση της άλλης πλευράς, με τρόπο ρητό ή εξυπακουόμενο, από το δικαίωμα που της παρέχεται λόγω της παρατυπίας αποτελεί καλό λόγο για να γίνει αποδεκτή η παρατυπία.
  5. Ένας από τους κύριους λόγους που λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας δυνάμει της Δ.64 θ.2 είναι ο δυσμενής επηρεασμός (prejudice) της άλλης πλευράς λόγω της συγκεκριμένης παρατυπίας. Ωστόσο η νέα Δ.64 θ.2 είναι διατυπωμένη με τρόπο που να παρέχει στο δικαστήριο την ευρύτερη δυνατή εξουσία για να απονέμει δικαιοσύνη*.
  6. Στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το δικαστήριο [*378]μπορεί να παραμερίσει πλήρως ή μερικώς τη διαδικασία στην οποία έχει σημειωθεί η παρατυπία ή - διαζευκτικά - "να εκδώσει τέτοιο διάταγμα αναφορικά με τη διαδικασία γενικά όπως κρίνει πρέπον". Στην ίδια απόφαση επισημαίνονται και τα εξής συναφώς με τα παραπάνω: Μέτρα που λαμβάνονται εν γνώσει της παρατυπίας είτε με σκοπό να προβληθεί υπεράσπιση επί της ουσίας ισοδυναμούν με παραίτηση από το δικαίωμα έγερσης του θέματος παρατυπίας. Οι παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την εξέταση θέματος παρατυπίας είναι ο δυσμενής επηρεασμός της άλλης πλευράς, η πρόκληση αδικίας στο διάδικο που ευθύνεται για την παρατυπία και το μέγεθος της παρατυπίας. Παρατηρώ τα εξής: Κατά τη γνώμη μου, οι εκατέρωθεν παραλείψεις δεν είναι ουσιώδεις, αλλά παρατυπίες που είναι θεραπεύσιμες. Και οι δυο πλευρές, οι οποίες εκπροσωπούνται από δικηγόρο από την αρχή της διαδικασίας, ουδεμία ζημιά έχουν υποστεί συνεπεία των εν λόγω παραλείψεων. Ακολούθως είναι και το γεγονός ότι και οι δυο πλευρές, με τη συμπεριφορά τους αφότου περιήλθε σε γνώση τους η παρατυπία που εγείρουν η μια πλευρά για την άλλη, θεωρώ ότι παραιτήθηκαν του δικαιώματος να την εγείρουν σ' αυτό το στάδιο. Για παράδειγμα, οι καθ' ων η αίτηση που προβάλλουν ως αυτοτελή λόγο ένστασης την παράλειψη των αιτητών να συμπεριλάβουν στη νομική βάση της αίτησης τον κανονισμό 10
(3)των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμών του 1956, δεν επεξηγούν για ποιο λόγο η ένστασή τους είναι κανονική και όχι παράτυπη για να τη λάβω υπόψη, τη στιγμή που ούτε και αυτοί συγκεκριμενοποιούν σε ποιο κανονισμό των ίδιων Κανονισμών βασίζεται η ένστασή τους. Προφανώς, όσο παράτυπη και αντικανονική είναι η αίτηση, εξίσου παράτυπη και αντικανονική είναι και η ένσταση. Ακολούθως, αφ' ης στιγμής εν γνώση τους ότι η αίτηση ήταν παράτυπη έλαβαν μέτρα στη διαδικασία καταχωρώντας ένσταση, αποποιήθηκαν του δικαιώματός τους να εγείρουν θέμα παρατυπίας (βλ. και την Πεγιώτης ν. Κωμοδρόμου
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1601). Εν πάση περιπτώσει, δε θεωρώ σοβαρότερη την επί του προκειμένου παράλειψη των αιτητών από την παράλειψη των καθ' ων η αίτηση να καταχωρήσουν εμπρόθεσμα την ένστασή τους με την οποία φθάνουν στο σημείο (για να επαναλάβω) να ζητούν την απόρριψη της αίτησης, αυτοτελώς και για την προαναφερθείσα παρατυπία. Ομολογώ ότι εάν προσέγγιζα το εγερθέν και από τις δυο πλευρές θέμα με αυστηρό και όχι φιλελεύθερο τρόπο, οι καθ' ων η αίτηση, όχι απλώς θέμα παρατυπίας της αίτησης δε θα είχαν δικαίωμα να εγείρουν μα ούτε και οποιοδήποτε άλλο λόγω ένστασης σ' αυτή, επειδή, πολύ απλά, δε θα λάμβανα καθόλου υπόψη την ένστασή τους με την οποία εγείρουν και θέμα παρατυπίας της αίτησης. Ωστόσο, ούτε και αυτό θα συμβεί, επειδή και οι αιτητές, με τη συμπεριφορά τους αποποιήθηκαν του δικαιώματος να εγείρουν το θέμα της επί του προκειμένου παρατυπίας που βαραίνει τους καθ' ων η αίτηση. Αφ' ης στιγμής και αυτοί αντιλήφθηκαν ότι η ένσταση καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα θα έπρεπε να εκδηλώσουν άμεσα την αντίδρασή τους κατά τη σχετικής παράβασης και όχι να εγείρουν θέμα την ημέρα της ακρόασης της αίτησης, στο πλαίσιο της αγόρευσης του δικηγόρου τους. Και κάτι τελευταίο. Θεωρώ ότι η φύση και το μέγεθος των εκατέρωθεν παρατυπιών είναι τέτοια, που θα ήταν ιδιαίτερα σκληρό για τους διαδίκους, είτε να απέρριπτα την αίτηση είτε κατά την εξέτασή της, να μη λάμβανα υπόψη την ένσταση σ' αυτή, συνεπεία των παρατυπιών. Έχω τη γνώμη ότι κατά την άσκηση της διακριτικής μου εξουσίας που μου παρέχει η Δ.64 Θ.1
(2)ο ορθός και δίκαιος τρόπος χειρισμού του θέματος είναι να εκδώσω διάταγμα απαλλαγής από τις εκατέρωθεν παρατυπίες (το οποίο εκδίδω) και να εξετάσω κατά πόσο υπό το φως και των υπολοίπων λόγων ένστασης στην αίτηση πληρούνται ή όχι οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για χορήγηση των αιτούμενων θεραπειών. Οι καθ' ων η αίτηση με το δεύτερο λόγο ένστασης ισχυρίζονται ότι δεν έχουν δοθεί καθόλου και/ή επαρκείς δικαιολογίες που να στηρίζουν τις αιτούμενες θεραπείες. Περαιτέρω, με τον πέμπτο λόγο ένστασης καταλογίζουν στους αιτητές ότι με την αίτησή τους δεν παράθεσαν ζητήματα στα οποία το Δικαστήριο θα δώσει προσοχή για να δώσει άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Και οι δύο λόγοι ένστασης που είναι συναφείς μεταξύ τους είναι αβάσιμοι. Για την ώρα, αντί οποιασδήποτε άλλης απάντησης παραπέμπω στους ακόλουθους ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντα για τους αιτητές: Με την παρούσα αίτηση ζητούμε από το Δικαστήριο να μας επιτρέψει να καταχωρήσουμε συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις (οι οποίες επισυνάπτονται) για να υποστηρίξουμε ότι η απόφαση του Διευθυντή είναι λανθασμένη (παράγραφος 4 της ένορκης δήλωσης). Απ' ό, τι συμβουλεύομαι και πιστεύω το Δικαστήριο, για να αποφασίσει κατά πόσο η απόφαση του Διευθυντή είναι ορθή ή λάθος επιβάλλεται να τεθεί ενώπιόν του μαρτυρία χωρομέτρη. Η παρούσα αίτηση σκοπό έχει να ζητήσουμε από το Δικαστήριο να μας επιτρέψει να καταθέσουμε τέτοια μαρτυρία με την ένορκη δήλωση του χωρομέτρη Παναγιώτη Μενοίκου όσο και με τη δική μου (παράγραφος 5 της ένορκης δήλωσης). Με τη μαρτυρία του ιδιώτη χωρομέτρη αλλά και τη δική μου, θα τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα γεγονότα και χωρομετρικά στοιχεία που σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση και έτσι το Δικαστήριο θα έχει μια πλήρη εικόνα όσον αφορά τα τεχνικά θέματα και άλλα θέματα που εγείρονται στην παρούσα αίτηση/έφεση (παράγραφος 6 της ένορκης δήλωσης). Για να επαναλάβω ο νέος κανονισμός 10
(3)των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμών του 1956 που είναι πανομοιότυπος με τη Δ.48 Θ.4
(2)προνοεί ότι το Δικαστήριο μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα μπορεί για καλό λόγο να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων και περαιτέρω, ότι η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις, τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης δυνάμει της Δ.39 των Θεσμών. Νομίζω είναι σαφές ότι μετά την εφαρμογή του κανονισμού 10
(3)(ανωτέρω) η ακρόαση αίτησης/έφεσης διεξάγεται όπως και η ακρόαση ενδιάμεσης αίτησης. Αυτό πρακτικά σημαίνει πως δεν επιτρέπεται η προσαγωγή διά ζώσης μαρτυρίας για σκοπούς, είτε απόδειξης της υπόθεσης κάθε πλευράς είτε αντίκρουσης της υπόθεσης της άλλης πλευράς, παρά μόνο δυνατότητα (κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου) αντεξέτασης επί του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Δεδομένου ότι τα μόνα γεγονότα που λαμβάνονται υπόψη κατά την ακρόαση είναι αυτά που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις είναι σημαντικό για τους διαδίκους να περιλάβουν στην αίτηση και στις ένορκες δηλώσεις, όλα εκείνα τα γεγονότα που θεωρούν αναγκαία για σκοπούς στοιχειοθέτησης και απόδειξης της υπόθεσής τους. Αυτό κατά κανόνα θα πρέπει να γίνεται από την αρχή. Δηλαδή, με την καταχώρηση της αίτησης και ένστασης αντίστοιχα. Ωστόσο, ο σχετικός κανονισμός καθώς ήδη έχει αναφερθεί παρέχει στο Δικαστήριο την εξουσία μετά από σχετικό αίτημα, για καλό λόγο, να επιτρέψει στους διαδίκους να καταχωρήσουν συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Θεωρώ πως η ορθή ερμηνεία του εν λόγω κανονισμού έχει την έννοια ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να ασκήσει την επί του προκειμένου εξουσία του για οποιοδήποτε λόγο (μόνο για καλό) και σε κάθε περίπτωση, ασκώντάς την, επιτρέπει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης για σκοπούς παράθεσης περαιτέρω ισχυρισμών γεγονότων, προς συμπλήρωση όσων έχουν τεθεί με την αρχική ένορκη δήλωση και όχι επανάληψής τους. Για παράδειγμα θεωρώ πως δεν αποτελεί καλό λόγο οπότε και δε θα πρέπει να επιτραπεί σε κάποιο διάδικο να προβεί σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση για να παραθέσει γεγονότα και να προβάλει ισχυρισμούς τους οποίους, ενώ θα μπορούσε να συμπεριλάβει στην αρχική ένορκη δήλωσή του, είτε από αμέλεια είτε από αδιαφορία είτε από αδικαιολόγητη παράλειψη, δε συμπεριέλαβε. Παρατηρώ τα εξής: Οι λόγοι για τους οποίους οι αιτητές ζητούν να τους επιτραπεί να προβούν στις δύο συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις (οι οποίες επισυνάπτονται ως παραρτήματα στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση) έχουν αναφερθεί. Τίθεται το ερώτημα κατά πόσο αυτοί αποτελούν καλό λόγο σύμφωνα με την παραπάνω ερμηνεία, ακολούθως, κατά πόσο αυτά που θέλουν να καταθέσουν περαιτέρω οι αιτητές είναι για σκοπούς συμπλήρωσης όσων αναφέρουν στην αρχική ένορκη δήλωση και αν ναι, κατά πόσο είναι αναγκαία για σκοπούς ορθής και συμπληρωμένης παρουσίασης της υπόθεσής τους κατά την ακρόαση και τέλος, εάν μπορούσαν να τα συμπεριλάβουν εξ υπαρχής, δηλαδή με την καταχώρηση της αίτησης και σε τέτοια περίπτωση, κατά πόσο η μη συμπερίληψή τους οφείλεται σε οποιοδήποτε από τους παραπάνω λόγους. Όσα ακολουθούν απαντούν σ' όλα τα παραπάνω ερωτήματα. Ειδικότερα: Καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Πατσαλίδης ν. Δαμασκηνού κ.ά.
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 1248), το Δικαστήριο στα πλαίσια της αναθεωρητικής του δικαιοδοσίας δυνάμει του άρθρου 80 (του νόμου Κεφ.224) εξετάζει κατά πόσο η απόφαση του Διευθυντή είναι νόμιμη και ορθή στην ουσία της και όταν υπάρχουν όλα τα στοιχεία μπορεί να αντικαταστήσει την κρίση του Διευθυντή με δική του. Αυτό σημαίνει ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου επεκτείνεται και στις ρυθμίσεις των δικαιωμάτων των διαδίκων με γνώμονα το δίκαιο. Τα ίδια περίπου επαναλαμβάνονται σε σωρεία άλλων αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπως π.χ., στην Κουντουρίδη κ.ά. ν. Νικολάου
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 412 και στην εντελώς πρόσφατη Γεωργίου κ.ά. ν. Αργυρίδη, Πολιτική Έφεση Αρ. 65/2009, ημερομηνίας 27.7.2012, σύμφωνα με την οποία, το Επαρχιακό Δικαστήριο δικαιούται να αντικαταστήσει την κρίση του Διευθυντή, αλλά θα πρέπει να υπάρχουν ισχυροί λόγοι για να ακολουθήσει μια τέτοια πορεία. Οι παραπάνω αρχές απαντούν και στον ισχυρισμό των καθ' ων η αίτηση ότι το Δικαστήριο που επιλαμβάνεται έφεσης εναντίον απόφασης του Διευθυντή που ενήργησε δυνάμει του άρθρου 58 του Κεφ. 224 δεν υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς που οδήγησε στην έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης και ότι σε περίπτωση που αποδεχτεί την έφεση, η μόνη εξουσία που έχει είναι να παραπέμψει τη διαφορά στο κτηματολόγιο για επανεξέταση, χωρίς να μπορεί να υιοθετήσει τη μαρτυρία του ιδιώτη χωρομέτρη ακόμη κι αν αυτή γίνει αποδεκτή. Το εσφαλμένο αυτής της θέσης, μου φαίνεται πως δεν είναι ασύνδετο και με την άγνοια που πιθανολογώ πως έχουν οι καθ ων η αίτηση, για την αξία που προσλαμβάνει η μαρτυρία του χωρομέτρη σε υποθέσεις αυτής της φύσης, όπου το βάρος απόδειξης της ύπαρξης λάθους στην απόφαση του Διευθυντή βρίσκεται στον αιτητή, ανεξάρτητα από το πώς το Δικαστήριο θα ασκήσει τις εξουσίες του, σε περίπτωση που αποδεχθεί την έφεση και ακυρώσει την εκκαλούμενη απόφαση. Όπως επισημαίνεται συναφώς με το θέμα στην Προκοπίου ν. Jacquelin Lesley Ryan κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. 341/2008, ημερομηνίας 5.9.2012, η κτηματολογική εργασία είναι εξειδικευμένη και αμφισβήτησή της μπορεί να γίνει με παρουσίαση αναλόγου βαρύτητας πραγματογνωμοσύνης. Βλέπε και τη Χαρίτου κ.ά. ν. Σάββα κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. 88/2009, ημερομηνίας 21.11.2012, στην οποία απορρίφθηκε η έφεση επειδή κρίθηκε ότι οι εφεσείοντες απότυχαν να αποδείξουν με θετική μαρτυρά ότι η απόφαση του Διευθυντή ήταν λανθασμένη. Αυτά απαντούν και στον επίσης αβάσιμο ισχυρισμό των καθ' ων η αίτηση (τον οποίο προβάλλουν μέσω του ο καθ' ου η αίτηση 2 στην παράγραφο 7 της ένορκης του δήλωσης) ότι στην παρούσα διαδικασία ο κτηματολογικός λειτουργός προσέρχεται στο Δικαστήριο ως κοινός μάρτυρας και επεξηγεί τι έπραξε. Εξετάζοντας το περιεχόμενο των δύο συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων που οι αιτητές επιδιώκουν να τους επιτραπεί να καταχωρήσουν, τις θεωρώ αναγκαίες για σκοπούς ορθής και συμπληρωμένης παρουσίασης της υπόθεσής τους κατά την ακρόαση. Σε τέτοια περίπτωση, δηλαδή που η επιτραπεί η καταχώρηση των εν λόγω ενόρκων δηλώσεων, τα όσα και οι δύο ενόρκως δηλούντες θα καταθέσουν συμπληρωματικά με αυτές, καταρχήν είναι όντως συμπληρωματικά όσων αναφέρει ο ένας από αυτούς (ο αιτητής 1) στην αρχική ένορκη δήλωση που έχει προβεί με την καταχώρηση της έφεσης/αίτησης και όντως αποβλέπουν στο να αποδείξουν με θετική μαρτυρία το εσφαλμένο της εκκαλούμενης απόφασης. Πρόκειται για τοπογράφο μηχανικό ο άλλος, δηλαδή για τον εμπειρογνώμονα των αιτητών, του οποίου η μαρτυρία αποτελεί εκ των ων ουκ άνευ αναγκαίο όρο ώστε να ελπίζουν βάσιμα οι αιτητές ότι η έφεσή τους μπορεί να γίνει αποδεκτή, ενώ, η επιπλέον μαρτυρία του αιτητή 1 είναι άμεσα σχετική και αλληλένδετη με τη μαρτυρία του τοπογράφου μηχανικού. Όλα τα παραπάνω, σε συνδυασμό με όσα ακολουθούν θεωρώ ότι αποτελούν το πραγματικό του καλού λόγου προκειμένου κατά την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας να επιτρέψω στους αιτητές να καταχωρήσουν τις δύο συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις. Προκύπτει από το άρθρο 80 του Κεφ. 224, ότι η έφεση εναντίον οποιασδήποτε απόφασης του Διευθυντή την οποία έλαβε δυνάμει του εν λόγω νόμου, επομένως και της απόφασής του με την οποία επιλύει συνοριακή διαφορά δυνάμει του άρθρου 58 υποβάλλεται εντός 30 ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης της απόφασης στον επηρεαζόμενο από αυτή. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία του φακέλου της κυρίως αίτησης προκύπτει ότι η εκκαλούμενη απόφαση περιέχεται στην ειδοποίηση του Διευθυντή, ημερομηνίας 22.1.2013 και οι αιτητές την εφεσίβαλαν στις 12.2.
  1. Η έφεση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση στην οποία προέβη ο αιτητής 1, με την οποία, βασικά επαναλαμβάνει τους λόγους ακύρωσης της εκκαλούμενης απόφασης, όπως αυτοί αναφέρονται στο σώμα της έφεσης. Οι ατητές, προφανώς, αντιλαμβανόμενοι ότι η εν λόγω μαρτυρία δεν μπορεί να θεωρηθεί θετική, υπό την έννοια ότι δεν είναι ανάλογης βαρύτητας για να μπορεί να αμφισβητήσει την κτηματολογική εργασία επί της οποίας βασίζεται η εκκαλούμενη απόφαση, στο σώμα της έφεσης καταληκτικά αναφέρουν τα εξής: «Οι Αιτητές επιφυλάσσουν το δικαίωμα των όπως βασισθούν και σε άλλους λόγους (έφεσης) με συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις και/η σε συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις εμπειρογνωμόνων.» Τα ίδια ακριβώς αναφέρει και ο αιτητής 1 στην παράγραφο 22 της ένορκης του δήλωσης και υποθέτω πως, ένας από τους λόγους για τους οποίους οι αιτητές καταχώρησαν την έφεσή τους, ουσιαστικά, εν γνώσει τους ότι αυτή δεν υποστηρίζεται από θετική μαρτυρία είναι και το στενό, ομολογουμένως, χρονικό πλαίσιο των 30 ημερών που είχαν για να εφεσιβάλουν την απόφαση από την ημέρα που τους κοινοποιήθηκε. Πέραν όμως αυτού υπάρχει και η εξήγηση την οποία δίδουν οι ίδιοι, την οποία θεωρώ πειστική και θα έλεγα, όχι ασύνδετη με τον παραπάνω λόγο που αναδεικνύω αυτεπάγγελτα. Αυτή περιέχεται στις παραγράφους 7 και 8 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, το περιεχόμενο των οποίων ακολουθεί αυτούσιο: «
  2. Όλα τα γεγονότα και στοιχεία που αναφέρονται τόσο στην δική μου συμπληρωματική ένορκη δήλωση όσο και στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση του χωρομέτρη δεν ήταν σε γνώση μας κατά την καταχώρηση της κυρίως αίτησης. Τα νέα στοιχεία και γεγονότα τα έχουμε εξασφαλίσει μετά την επιθεώρηση των σχετικών φακέλων του Κτηματολογίου ύστερα από την επιστολή (Παράρτημα «Γ») που έστειλε ο δικηγόρος μας στο Κτηματολόγιο. Έχουμε επίσης εξασφαλίσει την 19/9/13 το σχετικό πιστοποιητικό έρευνας από το Κτηματολόγιο όσο και τις σχετικές αεροφωτογραφίες τα οποία επισυνάπτονται στην δική μου συμπληρωματική δήλωση και την συμπληρωματική δήλωση του χωρομέτρη Π. Μενοίκου.
  3. Πιστεύω πως οι ειδικές τεχνικές χωρομετρικές γνώσεις και η εμπειρία του ιδιώτη χωρομέτρη όπως τούτες περιλαμβάνονται στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση του αλλά και η δική μου συμπληρωματική ένορκη δήλωση θα βοηθήσουν το Δικαστήριο να αποφασίσει κατά πόσο η απόφαση του Διευθυντή είναι ορθή ή λάθος.» Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Κατ' ακολουθία όλων όσων ανάφερα η αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται διάταγμα, ως οι παράγραφοι Α και Β της αίτησης. Οι συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις να καταχωρηθούν εντός 15 ημερών από σήμερα. Τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των αιτητών και σε βάρος των καθ' ων η αίτηση και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της έφεσης. (Υπ.) . ........... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ-TA Subject: Civil/Other Actions /Interim Αναφορά: Πολιτική - Αίτηση για άδεια καταχώρησης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.