← Κύπρος

DEREK GEORGE OGILVIE ν. CA ROMANO LTD κ.α., Αρ. Αγωγής 5036/13, 30/6/2014

DEREK GEORGE OGILVIE ν. CA ROMANO LTD κ.α., Αρ. Αγωγής 5036/13, 30/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A272 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Μαυρονικόλα, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 5036/13 Μεταξύ: DEREK GEORGE OGILVIE, από την Ολλανδία Ενάγοντα - και -

  1. CA ROMANO LTD, από τη Λευκωσία
  2. ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, από τη Λεμεσό
  3. ΜΑΡΙΑ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, από τη Λευκωσία Εναγομένων ------------------------------ Αίτηση ημερομηνίας 13.11.13 Ημερομηνία: 30.6.2013 Για Ενάγοντα/Αιτητή: κα Π. Κυριακίδου για Κυριακίδου Λαμάρη ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους /Καθ' ων η αίτηση: κ. Χριστοφή για Χρίστος Σ. Χριστοφόρου ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Κατά την ίδια ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής ο Ενάγων/Αιτητής καταχώρησε μονομερή αίτηση και την επομένη εξασφάλισε διατάγματα ως οι παράγραφοι Α και Γ του παρακλητικού της αίτησης. Τα παρακλητικά Α και Γ της αίτησης τα παραθέτω αυτούσια στη συνέχεια: «(Α). Προσωρινό διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον την παγοποίηση από τα υφιστάμενα κεφάλαια των Καθ' ων η αίτηση /Εναγομένους 1 και/ή 2, τα οποία είναι κατατεθειμένα σε οποιοδήποτε τραπεζικό λογαριασμό στη Λεμεσό, και/ή σε οποιαδήποτε άλλη τράπεζα στην Κυπριακή Δημοκρατία, ποσού ανερχομένου σε €250.000 (Διακόσιες Πενήντα Χιλιάδες ευρώ) και/ή τη μη αποξένωση και/ή άλλως πως διάθεση και/ή μεταφορά εκτός δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου του ως άνω ποσού μέχρι την πλήρη εκδίκαση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του. (Γ) Προσωρινό διάταγμα του Δικαστηρίου απαγορεύον και/ή εμποδίζον τους Καθ' ων η αίτηση/Εναγόμενους 1 και/ή 2 προσωπικά και/ή τους διευθυντές και/ή υπαλλήλους τους και/ή αντιπροσώπους τους και/ή οποιαδήποτε πρόσωπα ενεργούν με βάση οδηγίες τους από του να πωλήσουν και/ή δωρίσουν και/ή υποθηκεύσουν και/ή μεταβιβάσουν και/ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο αποξενώσουν την ακίνητη ιδιοκτησία που βρίσκεται εγγεγραμμένη επ' ονόματι του Καθ' ου η αίτηση 2 εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας και ιδιαιτέρως των ακινήτων με αριθμό εγγραφής 32772, στον Ποταμό Γερμασόγειας της επαρχίας Λεμεσού και με αριθμό εγγραφής 12397, στον Άγιο Τύχωνα της επαρχίας Λεμεσού, στο μερίδιο το οποίο έχει εγγεγραμμένο επ' ονόματι του, μέχρι την πλήρη και τελεία εκδίκαση της παρούσας αγωγής ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.» Η αίτηση βασίζεται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στα άρθρα 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6, στη Δ.48 θ1-4, 8 και 9, Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στις συμφυείς εξουσίες και την εν γένει πρακτική του Δικαστηρίου καθώς και στις αρχές που έχει καθιερώσει η Νομολογία. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του Ενάγοντος. Υποστηρίζει ότι κατά ή περί τον Ιούνιο του 2010 οι Εναγόμενοι/Καθ' ων η αίτηση 2 και 3 ήταν οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/3/399, Τεμάχιο 360, Φ/Σχ. 2-210-342, στην οδό Πλάτωνος, στον Άγιο Τύχωνα της επαρχίας Λεμεσού οι οποίοι συμφώνησαν μαζί του να του πωλήσουν το ακίνητο. Ακολούθως επειδή ο Εναγόμενος 2/Καθ΄ου η αίτηση ήταν διευθυντής της Εναγομένης 1/Καθ' ης η αίτηση συμφώνησαν όπως η Εναγομένη 1/Καθ' ης η αίτηση προβεί στην ανοικοδόμηση της κατοικίας του επί του ακινήτου. Για την αγορά του ακινήτου και την ανοικοδόμηση της κατοικίας του επί του ακινήτου συμφώνησαν το ποσό των €1.500.
  4. Προς τούτο υπέγραψαν δύο ξεχωριστές συμφωνίες, συγκεκριμένα στις 5.8.2010 υπέγραψε με τους Εναγόμενους 2 και 3 γραπτό συμφωνητικό έγγραφο με το οποίο συμφώνησαν την αγοραπωλησία του ακινήτου (Παράρτημα Α) και περί το Νοέμβριο του 2010 υπέγραψε συμφωνία με την Εναγομένη 1/Καθ' ης η αίτηση 1 με την οποία η τελευταία ανέλαβε να ανεγείρει την κατοικία του επί του ακινήτου για το ποσό των €750.000 πλέον Φ.Π.Α. Για την πιστή εκτέλεση και τήρηση της συμφωνίας αυτής ο Εναγόμενος 2/Καθ' ου η αίτηση υπέγραψε προσωπική εγγύηση (Παράρτημα Β). Στις 29.3.2012 εστάλη μέσω του δικηγόρου του στην Εναγομένη 1/Καθ' ης η αίτηση επιστολή ειδοποίησης στην οποία επισημαίνονται οι κακοτεχνίες και οι πλημμελείς εργασίες και διαπιστώνεται ότι ο υπεργολάβος εγκατέλειψε το εργοτάξιο. Τονίζετο ότι αν δεν ξεκινούσαν οι εργασίες στο εργοτάξιο θα τερμάτιζε το συμβόλαιο και θα διεκδικούσε αποζημιώσεις (Παράρτημα Γ). Μετά από έντονες διαβουλεύσεις η συμφωνία (Παράρτημα Β) τερματίστηκε κοινή συναινέσει και υπογράφτηκε προς τούτο γραπτό συμφωνητικό έγγραφο στις 12.4.2012 (Παράρτημα Δ) το οποίο προέβλεπε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: (α) Η Εναγομένη 1/Καθ' ης η αίτηση αποδέχθηκε ευθύνη προς τον ίδιο σε σχέση με τις εργασίες που είχαν γίνει στο σπίτι μέχρι την ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας σε περίπτωση που οποιαδήποτε προβλήματα προέκυπταν ή δημιουργούνταν λόγω των εργασιών στο μέλλον αλλά μόνο όσο αφορά τις οικοδομικές εργασίες που έγιναν από την Εναγομένη 1/Καθ΄ης η αίτηση ή τους υπεργολάβους της. (β) Η Εναγομένη 1/Καθ' ης η αίτηση παραδέχτηκε ή αποδέχτηκε ότι παραβίασε ουσιώδεις όρους της συμφωνίας (Παράρτημα Β) και ότι υπήρχε αδυναμία συνέχισης των εργασιών. (γ) Μέχρι τον Απρίλιο του 2012 κατέβαλε στους Εναγομένους 1 και 2/Καθ΄ ων η αίτηση γύρω στα 58% του ποσού των €750.000 ήτοι περίπου το ποσό των €435.000 και οι τελευταίοι δεν είχαν προβεί στην αναμενόμενη ή συμφωνημένη πρόοδο των τεχνικών εργασιών κατά παράβαση των όρων της συμφωνίας. (δ) Πρόσθετα με την υπογραφή της συμφωνίας αυτής κατέβαλε το ποσό των €140.000 στην Εναγομένη 1/Καθ' ης η αίτηση και επιπλέον κατέβαλε το ποσό των €217.500 από τον Απρίλιο μέχρι και τον Αύγουστο του
  5. (ε) Η Εναγόμενη 1/Καθ' ης η αίτηση συμφώνησε στον τερματισμό της μεταξύ τους συμφωνίας (Παράρτημα Β) και προσκόμισε δηλώσεις απαλλαγής από όλους τους υπεργολάβους της δίδοντας του το δικαίωμα να προχωρήσει άμεσα στο διορισμό άλλου εργολάβου για ολοκλήρωση της κατοικίας παραδίδοντας του την κατοχή του εργοταξίου. Στις 2.5.2012 υπέγραψε νέα συμφωνία εργολαβίας για την οικοδόμηση ή ολοκλήρωση των τεχνικών εργασιών για την κατοικία του με την εταιρεία A.K.I. Constructions Ltd. Συμφωνήθηκε προς τούτο το ποσό των €500.
  6. Αντίγραφο μέρους της εν λόγω συμφωνίας επεσύναψε ως Τεκμήριο Ε. Αποδίδει αντισυμβατική συμπεριφορά ή υπαιτιότητα και αμέλεια στους Εναγόμενους 1 και 2 λόγω της οποίας αναγκάστηκε να υπογράψει νέο συμβόλαιο εργολαβίας με το νέο εργολάβο και να υποστεί ζημιά πέραν των €500.
  7. Περί τον Απρίλιο του 2012 προέβηκε σε διορισμό νέου αρχιτέκτονα και επιμετρητή ποσοτήτων οι οποίοι επιθεώρησαν την κατοικία του και ανέλαβαν την παρακολούθηση της εξέλιξης των εργασιών από το νέο εργολάβο. Ο αρχιτέκτονας και ο επιμετρητής ποσοτήτων ετοίμασαν σχετικές εκθέσεις στις οποίες παρουσιάζονται οι ζημιές και οι απώλειες που έχει υποστεί λόγω της αντισυμβατικής συμπεριφοράς ή εξ υπαιτιότητος ή αμέλειας των Εναγομένων 1, 2 και
  8. Επισυνάπτει την έκθεση του αρχιτέκτονα ημερ. 31.10.13 (Παράρτημα ΣΤ) στην οποία καταγράφονται αναλυτικά τα πορίσματα για την αποκατάσταση των κακοτεχνιών και των διορθωτικών εργασιών αλλά και εναντίον αναβαθμίσεων για την επισκευή της κατοικίας λόγω των πλημμελών εργασιών και κακοτεχνιών που προκάλεσαν εξ υπαιτιότητος ή εξ αμελείας τους οι Εναγόμενοι 1 και 2/Καθ' ων η αίτηση. Επισυνάπτει επίσης την έκθεση του επιμετρητή ποσοτήτων ημερ. 29.10.13 (Παράρτημα Ζ) στην οποία περιγράφεται η κοστολόγηση των ως άνω επιδιορθώσεων και κατασκευών που χρειάστηκε να γίνουν για το συνολικό ποσό των €220.347,94 ποσό το οποίο συνιστά απώλεια και ζημιά για τον ίδιο. Στη συνέχεια υποστηρίζει πως ο Εναγόμενος 2/Καθ' ου η αίτηση προτίθεται να εγκαταλείψει την Κυπριακή Δημοκρατία και να διαμένει μόνιμα στο εξωτερικό και να σταματήσει κάθε είδους επαγγελματική δραστηριότητα στην Κύπρο, να πωλήσει την ακίνητη ιδιοκτησία του και να κλείσει τους τραπεζικούς τους λογαριασμούς και θεωρεί κατ' επείγον να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Κατόπιν έρευνας προέκυψε ότι η περιουσία της Εναγομένης 1/Καθ' ης η αίτηση επιβαρύνεται με τρεις επιβαρύνσεις προς όφελος τράπεζας για το συνολικό ποσό των €1.213.400 (Παράρτημα Η). Αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα μονομερώς οι Εναγόμενοι/Καθ' ων η αίτηση μόλις λάβουν γνώση των δικαστικών διαταγμάτων θα προβούν σε διαβήματα αποξένωσης του ποσού των €250.000 για να αποκλείσουν την ικανοποίηση οποιασδήποτε απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Οι Εναγόμενοι 1 και 2/Καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν ειδοποίηση προθέσεως ενστάσεως αναφορικά με την αίτηση του Ενάγοντος/Αιτητή. Η ένσταση βασίζεται σε επτά λόγους ένστασης τους οποίους ακολούθους παραθέτω αυτούσιους: «
  9. Η παρούσα αίτηση του Ενάγοντα/Αιτητή έγινε με τεράστια και αδικαιολόγητη καθυστέρηση.
  10. Δεν υπάρχει και/ή δεν εγείρεται νομικό υπόβαθρο που να δικαιολογεί την συνέχιση των εκδοθέντων διαταγμάτων. Τα όσα προβάλλει ο Ενάγοντας/Αιτητής είναι αβάσιμα και ανεδαφικά και δεν υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας της Αγωγής του. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση και/ή συνέχιση και/ή παραμονή των εκδοθέντων μονομερώς διαταγμάτων. Ο Ενάγοντας/Αιτητής δεν προσήλθε εις το δικαστήριο με «καθαρά χέρια» και τα όσα επικαλείται δεν υποστηρίζονται από παραδεκτή μαρτυρία αλλά αντίθετα η μαρτυρία που προσφέρει είναι κατασκευασμένη η οποία αποσκοπεί εις την αποκόμιση παράνομου οικονομικού οφέλους. Ο Ενάγοντας κατά την παράθεση της μαρτυρίας του ενώπιον του δικαστηρίου στην βάση της οποίας εκδόθηκαν τα διατάγματα ημερομηνίας 14.11.2013 απέκρυψε γεγονότα υπό του δικαστηρίου τα οποία εάν έθετε ενώπιον του δικαστηρίου προφανώς το δικαστήριο να μην έκδιδε τα εν λόγω διατάγματα. Ο Εναγόμενος 2 καμιά προσωπική ευθύνη έχει δια οποιοδήποτε λόγο έναντι του Ενάγοντα/Αιτητή ενόψει της συμφωνίας μεταξύ Ενάγοντα και Εναγομένης 1 ημερομηνίας 12 Απριλίου 2012.» Η ειδοποίηση για πρόθεση καταχώρισης ένστασης υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Εναγομένου 1/Καθ' ου η αίτηση ο οποίος είναι διευθυντής και της Εναγομένης 1/Καθ' ης η αίτηση. Παραδέχεται ότι η συμφωνία (Παράρτημα Β) τερματίστηκε κοινή συναινέσει και υπογράφτηκε προς τούτο συμφωνητικό έγγραφο στις 12.4.2012 (Τεκμήριο Δ) όπου η Εναγομένη 1/Καθ' ης η αίτηση αποδέχτηκε ευθύνη σε σχέση με τις εργασίες που είχαν γίνει μέχρι την ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας για τις οικοδομικές εργασίες που έγιναν από την ίδια ή τους υπεργολάβους της. Παραδέχτηκε επίσης ότι παραβίασε ουσιώδεις όρους της συμφωνίας (Παράρτημα Β) και ότι υπήρχε αδυναμία συνέχισης των εργασιών. Τέλος ότι συμφώνησε στον τερματισμό της συμφωνίας (Παράρτημα Β) και προσκόμισε δηλώσεις απαλλαγής από όλους τους υπεργολάβους δίδοντας το δικαίωμα στον Ενάγοντα να διορίσει άλλο εργολάβο για ολοκλήρωση της κατοικίας του παραδίδοντας του κατοχή του εργοταξίου. Ισχυρίζεται ότι με τη συμφωνία ημερ. 12.10.2012 ο Ενάγων κατέβαλε το συνολικό ποσό των €473.945,90 πλέον το ποσό των €140.000 και κανένα άλλο δικαίωμα επιφύλαξε για οποιεσδήποτε άλλες ζημιές πλην των όσων αναφέρονται ρητώς στην παράγραφο 6 της εν λόγω συμφωνίας και ειδικότερα μόνο για τις κατασκευαστικές εργασίες και όχι οικοδομικές ως λανθασμένα αναφέρει ο Ενάγων. Αρνείται επίσης ότι ο Ενάγων κατέβαλε το ποσό των €217.
  11. Επικαλείται επίσης απόκρυψη γεγονότων εκ μέρους του Ενάγοντος καθότι στην ένορκη δήλωση του ο Ενάγων έχει επισυνάψει μέρος της συμφωνίας με την εταιρεία AKI Constructions Ltd. Ο Ενάγων είχε δικαίωμα να συνάψει συμφωνία με άλλη εργοληπτική εταιρεία της επιλογής του ο ίδιος όμως και η Εναγομένη 1 δεν είχαν ευθύνη ή καμιά υποχρέωση για το ποσό που συμφωνήθηκε μεταξύ του Ενάγοντος και της εν λόγω εταιρείας. Αρνείται και απορρίπτει τους ισχυρισμούς του Ενάγοντος και την αλήθεια του περιεχομένου των εκθέσεων τόσο του αρχιτέκτονα όσο και του επιμετρητή ποσοτήτων. Αρνείται τους ισχυρισμούς του Ενάγοντος ότι στη συμφωνία διευθέτησης ημερ. 12.4.2012 ήταν εγγυητής της Εναγομένης 1 και επαναλαμβάνει ότι ήταν εγγυητής της Εναγομένης 1 στη συμφωνία Νοεμβρίου του 2010 η οποία ακυρώθηκε κοινή συναινέσει και ο Ενάγων δεν μπορεί να αντλεί δικαιώματα από την ήδη ακυρωθείσα συμφωνία. Υποστηρίζει ότι οι Εναγόμενοι δεν έχουν οποιανδήποτε υποχρέωση να αποζημιώσουν τον Ενάγοντα δυνάμει οποιασδήποτε συμφωνίας πλην της συμβατικής υποχρέωσης της Εναγομένης 1 η οποία φέρει ευθύνη για τυχόν ελαττώματα σε ότι αφορά μόνο τις κατασκευαστικές εργασίες. Υποστηρίζει πως ο Ενάγων καμιά πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής του έχει εναντίον τόσο του ιδίου όσο και της Εναγομένης 3 η οποία σε καμιά περίπτωση έχει εμπλακεί σε οποιανδήποτε συμφωνία με τον Ενάγοντα πλην της συμφωνίας πώλησης του ακινήτου. Τέλος υποστηρίζει ότι τα ακίνητα τα οποία δέσμευσε ο Ενάγων ο οποίος δεν αποκαλύπτει την πηγή γνώσεως του από πού πήρε την πληροφορία για τους ιδιοκτήτες τους αναφέρει ότι και τα δύο ακίνητα ανήκουν στη μητέρα του και στον ίδιο και δεν έχουν οποιανδήποτε σχέση με την Εναγομένη
  12. Ζητά δε την ακύρωση του διατάγματος που αφορά τη δέσμευση των λογαριασμών της Εναγομένης 1 και του ιδίου και υποστηρίζει ότι η Εναγομένη 1 είναι ενεργός εταιρεία η οποία είναι ικανή να αποζημιώσει τον Ενάγοντα σε περίπτωση που αποδειχθεί ότι φέρει ευθύνη έναντι του δυνάμει της συμφωνίας διευθέτησης. Οι δικηγόροι των διαδίκων, προφανώς αφού δεν αμφισβητούνται τα γεγονότα, δεν αντεξέτασαν τους ενόρκως δηλούντες και περιορίστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Εξέτασα τις θέσεις των δύο πλευρών όπως έχουν στις γραπτές αγορεύσεις των δικηγόρων των διαδίκων, και τις οποίες διευκρίνισαν κατά τη δίκη, σε συνάρτηση με τα γεγονότα της υπόθεσης. Θεωρώ σκόπιμο πρώτα να εξετάσω και αποφασίσω αν ευσταθεί ο ισχυρισμός των Εναγομένων 1 και 2 - Καθ΄ ων η Αίτηση ότι δεν έχει στοιχειοθετηθεί το κατεπείγον του αιτήματος για την έκδοση των πιο πάνω διαταγμάτων στην απουσίας τους και δεύτερον θα εξετάσω αν ευσταθεί ο ισχυρισμός των Εναγομένων ότι ο Ενάγων - Αιτητής δεν αποκάλυψε στο Δικαστήριο όλα τα ουσιώδη γεγονότα. Και αυτό γιατί, αν ήθελε αποδειχθεί ότι έτσι έχουν τα πράγματα τα εκδοθέντα διατάγματα είναι ακυρώσιμα χωρίς να εξεταστεί η ουσία της αίτησης. Σύμφωνα με τη νομολογία, το κατεπείγον συνιστά δικαιοδοτικό όρο για την έκδοση διατάγματος επί μονομερούς αιτήσεως. Όπως υποδεικνύεται στην Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Limited κ.α.

(1996)1 Α.Α.Δ. 597, επαναλαμβάνεται στη M & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co of USA
(1997)1 A.A.Δ. 1791 και τονίζεται στη Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ. 598, γεγονότα που σχετίζονται με το κατεπείγον του αιτήματος ενέχουν άμεση σημασία για τη χορήγηση θεραπείας στην απουσία του αντιδίκου. Απόκρυψη γεγονότων που καθιστούν το αίτημα μη επείγον, αναιρούν τη βασική προϋπόθεση για την παροχή ενδιάμεσης θεραπείας στην απουσία του εναγόμενου. Το υπαρκτό του επείγοντος, όπως υποδεικνύεται σε δύο αποφάσεις του Κωνσταντινίδη Δ, (In Re Stavros Hoterl Appartments Ltd
(1994)1 A.A.Δ. 836, In Re B.P. Cyprus Ltd
(1996)1(B) A.A.Δ. 861) «αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας κάτω από το άρθρο 9 του Κεφ.6». Στην υπόθεση Χατζηβασιλείου ν. White Knight Holdings Ltd
(2004)A.A.Δ. 202, 207 υπεδείχθησαν τα εξής: «Η αδράνεια του εφεσείοντος να ζητήσει θεραπεία μόλις τα κρίσιμα γεγονότα περιήλθαν σε γνώση του αναιρεί το κατεπείγον του αιτήματος. Κατεπείγον θεωρείται ζήτημα, το οποίο περιέρχεται σε γνώση του προσφεύγοντος σε χρόνο που δεν του παρέχεται η δυνατότητα κίνησης των νενομισμένων διαδικασιών προς γνωστοποίηση του αιτήματος του στον αντίδικό του και εξασφάλιση του δικαιώματος του δευτέρου να ακουστεί.» Στην υπόθεση ΑΜΒΡΟΣΙΑΔΟΥ ν. COWARD Έφεση αρ.3/2011 και 4/2011 ημερ. 15.1.2013 υποδείχθηκε πως «η υποχρέωση αποκάλυψης επεκτείνεται και στα γεγονότα που αφορούν το κατεπείγον», γίνεται δε αναφορά στην Μitsingas, (ανωτέρω) όπου στη σελ.1797 υποδεικνύεται ότι «... σε μονομερείς αιτήσεις ουσιώδη είναι και τα γεγονότα που σχετίζονται με το επείγον του ζητήματος». Όπως έχει λεχθεί και στην υπόθεση Ιερά Μητρόπολις Πάφου ν. Aristo Developments Ltd, Π.Ε. 211/10, ημερ. 14.7.2011, με αναφορά στη Seamark Consultancy Services Ltd κ.α. ν. Joseph P. Lasala κ.α.
(2007)1 Α.Α.Δ. 162, σελ. 185-186, ο παράγων του χρόνου συνεκτιμάται με τις θεραπείες που ζητούνται, το πολύπλοκο της υπόθεσης και την όλη διαφορά που προέκυψε μεταξύ των διαδίκων. Όσον αφορά το δεύτερο, αποτελεί πάγια θέση της νομολογία ότι μια μονομερής αίτηση είναι υψίστης πίστεως ("uberrima fides") και παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση, οδηγεί στην ακύρωση της διαταγής που δόθηκε στη μονομερή αίτηση. Σε παράλειψη παρουσίασης των γεγονότων αυτών ενώπιον του Δικαστηρίου στην ex parte αίτηση, η οποία μπορεί να θεωρηθεί ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου, το Δικαστήριο απαντά: «Δεν σας ακούω πλέον» και ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε. Στην Τimberland Co. v. Evans & Sons Ltd κ.ά.
(1998)1 A.A.Δ. 1179, 1186 ο Γ.Μ. Πικής, Π. με αναφορά στη Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Limited κ.ά.
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ. 597 και την M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.ά. ν. Τhe Timberland Co of USA 1
(1997)(Γ) Α.Α.Δ. 1791 θέτει το ζήτημα ως εξής: «. η αποκάλυψη συναρτάται με την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται σε κάθε εξαιρετική περίπτωση που επιζητείται θεραπεία στην απουσία αντιδίκου. Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος επενεργεί καταλυτικά, διασαλεύει τη βάση του διατάγματος, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πρόθεσης για εξαπάτηση του δικαστηρίου. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Συναρτάται (η μη αποκάλυψη) με τις, εξ αντικειμένου, συνέπειες στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, όπως επισημαίνεται στην Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Limited κ.ά. (ανωτέρω): - (σελ. 601-602) «Ό,τι ανατρέπει τη βάση του διατάγματος είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην απουσία τους, η απόφαση του δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής.» Στη Μ & CH Mitsingas Trading Ltd. κ.ά. v. The Timberland Co of USA, (ανωτέρω), αποφασίστηκε ότι το ουσιώδες ενός ζητήματος προσδιορίζεται στο πλαίσιο της αντιδικίας των μερών. Δεν αποτελεί υποχρέωση του αιτούντος η προβολή αντεκδικήσεων τρίτων προς τα δικαιώματα του, τις οποίες αμφισβητεί. Ό,τι πρέπει να αποκαλυφθεί, τονίζεται, σε κάθε περίπτωση, είναι:- (σελ. 1798) «. γεγονότα γνωστά στον αιτητή ή γεγονότα τα οποία θα μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογες προσπάθειες, τα οποία σχετίζονται με: (α) το βάσιμο του δικαιώματος του όπως διαγράφεται στο δικόγραφό του, και (β) τη σοβαρότητα του ζητήματος το οποίο εγείρεται, καθώς και (γ) την πιθανότητα επιτυχίας.» Όπως υποδεικνύεται στην πολύ πρόσφατη υπόθεση Public Company Ltd κ.α. ν. BAT (CYPRUS) Ltd, Πολ. Έφ. Αρ. 263/2009 ημερ. 16.2.2012 από τον Νικολάτο, Δ.: «Καθοδηγητική για το ζήτημα της υποχρέωσης αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων, όταν υποβάλλονται μονομερείς αιτήσεις, είναι η απόφαση στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου κ.α
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 όπου έγινε ευρεία παράθεση κυπριακής και αγγλικής νομολογίας. Στην υπόθεση εκείνη έγινε ειδική αναφορά στις κατευθυντήριες γραμμές που δόθηκαν στην απόφαση του Αγγλικού Εφετείου στην υπόθεση Brink´s Mat Ltd v. Elcombe
(1988)1 W.L.R.
  1. Σ΄ αυτές περιλαμβάνεται το καθήκον του αιτητή για πλήρη και δίκαιη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων. Τα ουσιώδη γεγονότα είναι εκείνα που είναι σημαντικό να τα γνωρίζει το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αιτήσεως. Το ουσιώδες προς αποκάλυψη αποφασίζεται από το δικαστήριο και όχι από τους νομικούς συμβούλους του αιτητή. Ο αιτητής έχει καθήκον να προβαίνει σε έρευνα ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης. Το εύρος της έρευνας εξαρτάται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Αν αποδειχθεί ουσιαστική απόκρυψη γεγονότος, το δικαστήριο θα πρέπει να βεβαιωθεί ότι ο αιτητής δεν αποκομίζει πλεονέκτημα από την απόκρυψη. Η ουσιαστικότητα και σημασία του γεγονότος που απεκρύβη κρίνεται από τον εκδικάζοντα Δικαστή, με γνώμονα τη σημασία του γεγονότος σε σχέση με τα επίδικα θέματα. Τελικά, το εκδικάζον δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια ως προς το κατά πόσον θα ακυρώσει ή όχι ένα παρεμπίπτον διάταγμα που εκδόθηκε στη βάση αιτήσεως στην οποία απεκρύβη κάποιο γεγονός. Όπως τονίστηκε στη Γρηγορίου (ανωτέρω) το δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια, παρόλη την απόδειξη «ουσιαστικής» μη αποκάλυψης που δικαιολογεί την άμεση ακύρωση του διατάγματος που εκδόθηκε στη μονομερή αίτηση, να διατάξει τη συνέχιση της ισχύος του ή να εκδώσει νέο διάταγμα με όρους.» Στη Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου κ.α. (ανωτέρω) στη σελ. 266 υπεδείχθη ότι: «Υποχρέωση της πλήρους αποκάλυψης δεν καλύπτει μόνο ουσιώδη γεγονότα που είναι γνωστά στον αιτητή, αλλά και εκείνα που μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογη έρευνα. Ο Δικαστής κρίνει αν το γεγονός που παραλείφθηκε είναι ουσιαστικό, αν δεν ήταν γνωστό στον αιτητή και δεν μπορούσε εύλογα να γίνει γνωστό και αν η παράλειψη έγινε χωρίς σκοπό παραπλάνησης. Αυτά ενέχουν ουσιαστική βαρύτητα, αλλά δεν είναι και οι μόνοι αποφασιστικοί παράγοντες. Τελικά το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια, παρ' όλη την απόδειξη ουσιαστικής μη αποκάλυψης που δικαιολογεί την άμεση ακύρωση του διατάγματος που εκδόθηκε στη μονομερή αίτηση, να διατάξει τη συνέχιση της ισχύος του ή να εκδώσει νέο διάταγμα με όρους». Στη συνέχεια θα εξετάσω και αποφασίσω: Ι. Κατά πόσο ευσταθεί η θέση των Εναγομένων 1 και 2/Καθ' ων η αίτηση ότι δεν έχει στοιχειοθετηθεί το κατεπείγον του αιτήματος για τη χορήγηση θεραπείας στην απουσία τους. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του Ενάγοντος/Αιτητή περί το Νοέμβριο του 2010 υπεγράφη συμφωνία μεταξύ του Ενάγοντος και της Εναγομένης 1 με την οποία η τελευταία ανέλαβε να ανεγείρει την επίδικη κατοικία (Παράρτημα Β). Στις 28.3.12 στάληκε η επιστολή ειδοποίησης για τις ισχυριζόμενες κακοτεχνίες και πλημμελείς εργασίες (Παράρτημα Γ). Στις 12.4.12 τερματίστηκε κοινή συναινέσει η συμφωνία, Παράρτημα Β, και υπογράφτηκε η συμφωνία, Παράρτημα Δ. Στις 2.5.12 ο Ενάγων ανέθεσε στην εταιρεία Α.Κ.Ι. Constructions Ltd την ολοκλήρωση της ημιτελούς κατοικίας του (Παράρτημα Ε). Στις 31.10.13 ετοίμασε την έκθεση του ο αρχιτέκτονας (Παράρτημα ΣΤ) και στις 29.10.13 ετοίμασε την έκθεση του ο επιμετρητής ποσοτήτων (Παράρτημα Ζ). Οι εν λόγω εκθέσεις παρουσιάζουν τις κατ' ισχυρισμό ζημιές και απώλειες που έχει υποστεί ο Ενάγων/Αιτητής λόγω της αντισυμβατικής συμπεριφοράς ή αμέλειας των Εναγομένων 1 και
  2. Η αγωγή και η επίδικη αίτηση καταχωρίστηκαν στις 13.11.
  3. Θεωρώ ότι η πολυπλοκότητα των επίδικων θεμάτων αλλά και όσων τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου στο μονομερές στάδιο, δικαιολογούσαν την καταχώριση μονομερώς της αίτησης στις 13.11.13, δηλαδή 13 ημέρες μετά τη συλλογή και συμπλήρωση των στοιχείων που είχαν αρχίσει να αναζητούνται μετά τις 2.5.12 όταν τερματίστηκε κοινή συναινέσει η συμφωνία, Παράρτημα Β και υπογράφτηκε η συμφωνία, Παράρτημα Δ. Με αυτή τη θεώρηση των πραγμάτων, είναι φανερό ότι ο Ενάγων/Αιτητής ενήργησε με γοργούς ρυθμούς και στα πλαίσια της ευθύνης του να καταχωρίσει την αγωγή το συντομότερο δυνατό ή ευθύς αμέσως μετά τη συλλογή των απαραίτητων γεγονότων για να στοιχειοθετήσει την αγωγή και αίτηση του με τα επισυνημμένα στην ένορκη δήλωση του τεκμήρια. Τα πιο πάνω καθορίζουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο το Δικαστήριο, θεωρώ, ορθά έκδωσε τα προσωρινά διατάγματα με βάση τη μονομερή αίτηση. ΙΙ. Κατά πόσο υπήρξε απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων από τον Ενάγοντα/Αιτητή. Οι Εναγόμενοι 1 και 2/Καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι ο Ενάγων/Αιτητής προέβηκε σε απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων από το Δικαστήριο τα οποία εάν έθετε ενώπιον του Δικαστηρίου, το Δικαστήριο δεν θα έκδιδε τα επίδικα διατάγματα, δηλαδή ότι ο Ενάγων/Αιτητής στην ένορκη δήλωση του έχει επισυνάψει μέρος της συμφωνίας του με την εταιρεία Α.Κ.Ι. Constructions Ltd και όχι ολόκληρη τη συμφωνία. Ο ισχυρισμός αυτός των Εναγομένων 1 και 2/Καθ' ων η αίτηση παρέμεινε μετέωρος αφού δεν συνοδεύεται από καμιά συγκεκριμένη αναφορά από το κατ' ισχυρισμό υπόλοιπο μέρος της συμφωνίας του Ενάγοντος μετά της εταιρείας Α.Κ.Ι. Constructions Ltd ούτως ώστε αυτός να συνεκτιμηθεί κατά πόσο έχει σχέση με το αγώγιμο δικαίωμα του Ενάγοντος. Επί της ουσίας της αίτησης: Το ζήτημα του κατά πόσο το προσωρινό διάταγμα το οποίο εκδόθηκε μετά από μονομερή αίτηση θα συνεχίσει να βρίσκεται σε ισχύ, αποφασίζεται με βάση τα γεγονότα που υποστηρίζουν τη μονομερή αίτηση για την έκδοση του προσωρινού διατάγματος. Ο κανόνας είναι ότι δεν επιτρέπεται η επανόρθωση παράλειψης πρωθύστερα έτσι ώστε να μεταβληθεί ή αλλοιωθεί η εικόνα που δόθηκε πρωταρχικά στο δικαστήριο (βλ. αναφορικά με την Νicolaou Bros Tourist Enterprises Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 201, 214, Stav. Geor. & Son (Scrap Metals) Ltd v. Πλοίου Lipa
(2000)1 A.A.Δ. 1976, 1981). Το βάρος απόδειξης βρίσκεται καθ' όλη τη διάρκεια της διαδικασίας οριστικοποίησης στους Ενάγοντες-Αιτητές. Η μόνη υποχρέωση που έχει ο Εναγόμενος-Καθ'ου η αίτηση είναι να δείξει ότι ο αιτητής κατά το στάδιο της μονομερούς αίτησης δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις έκδοσης του διατάγματος ή μπορεί να δείξει ότι η μαρτυρία του Ενάγοντος είναι ελλιπής και κατάδηλα εσφαλμένη (βλ. Cyprus Trading Corporation Ltd v. ZIM ISRAEL NAVIGATION LTD
(1999)1 ΑΑΔ 1168, 1180, GCC Computers Ltd v. Pencil Datacom Ltd
(2000)1 A.A.Δ. 1584 που αφορά αίτηση για επίδοση κλητηρίου στο εξωτερικό. Η αρχή όμως είναι η ίδια). Η αίτηση βασίζεται σε όλα τα άρθρα δυνάμει των οποίων εκδίδονται προσωρινά διατάγματα, ήτοι στα άρθρα 4 και 5 του Νόμου, Κεφ. 6 και στο άρθρο 32 του Νόμου 14/60. Σημειώνω πως θα είναι αρκετό ο Ενάγων - Αιτητής να επιτύχει στη βάση μόνο μιας από τις τρεις πρόνοιες που επικαλείται (βλ. Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου
(1996)1 Α.Α.Δ. 253). Το άρθρο 4 Στην υπόθεση Cyprus Palestine Plantations Ltd v. Olivier & Co. (Cyprus) Ltd 16 C.L.R. 122, αποφασίστηκε πως το άρθρο 4 του Κεφ. 6 παρέχει δικαιοδοσία στο Δικαστήριο να εκδίδει παρεμπίπτον διάταγμα όταν αυτό αφορά μόνο στο αντικείμενο αγωγής. Η αρχή αυτή υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Sophoclis Mamas & Co. v. Carl FW Borgward and the Chartered Bank
(1962)C.L.R. 209, óπου αποφασίστηκε επίσης πως διάταγμα που εκδίδεται βάσει του άρθρου 4 δεν επεκτείνεται μέχρι της εκτέλεσης της απόφασης κάτι που προβλέπεται ειδικά στο άρθρο 5 του Κεφ.6. Στην υπόθεση Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1980, 1988 υποδεικνύεται ότι: «Το άρθρο 4
(1)και 5 του Κεφ.6 σχολιάζει σε αντιπαραβολή με το άρθρο 32 του Ν.14/60 η απόφαση Α.Β.Ρ. Holdings Ltd v. Κιταλίδη κ.ά. (αρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694. Η τελευταία αυτή διάταξη παρέχει ευρύτατες εξουσίες για χορήγηση προσωρινών διαταγμάτων που υπερκαλύπτουν εκείνες του νόμου περί Πολιτικής Δικονομίας. Εν πάση περιπτώσει, η εξουσία που παρέχεται διατηρεί και στις δύο περιπτώσεις το διακριτικό της χαρακτήρα. Μάλιστα στο άρθρο 5
(2)((ισχύει το ίδιο και για το άρθρο 4
(1)), το διάταγμα δεν εκδίδεται αν ο αιτητής δε φαίνεται να έχει καλή βάση αγωγής.» Το άρθρο 5 Το άρθρο 5 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 σκοπό έχει να διασφαλίσει στον Ενάγοντα την είσπραξη του εξ αποφάσεως χρέους που θα προκύψει από πιθανή επιτυχία του στην αγωγή (βλ. Παναγιώτου ν. Κολλάτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1306). Το άρθρο 5
(2), προνοεί ότι δεν εκδίδεται συντηρητικό διάταγμα παρεμπόδισης της αποξένωσης τόσου μέρους της ακίνητης περιουσίας του Εναγομένου, όσο κατά τη γνώμη του δικαστηρίου είναι επαρκές να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντα, εκτός όταν ο ενάγων έχει καλή βάση αγωγής και ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι με την πώληση ή τη μεταβίβαση της ιδιοκτησίας σε τρίτο είναι πιθανόν να εμποδιστεί στην ικανοποίηση της απόφασης που τυχόν να εκδοθεί υπέρ του. Η απαίτηση του άρθρου 5 για ύπαρξη πιθανότητας να εμποδιστεί ο ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του αν δεν εκδοθεί το παρεμπίπτον διάταγμα, αντιστοιχεί ουσιαστικά προς την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν.14/60, δηλαδή τη δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως έχει λεχθεί και στην υπόθεση C. Phasarias (Automotive Centre) Limited v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λίμιτεδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 785, εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η τυχόν αποξένωση ή επιβάρυνση στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί ή όπως αναφέρεται στην υπόθεση Τσιολάκκη κ.ά. ω. Στυλιανίδη
(1992)1 Α.Α.Δ. 782, 785, εκείνο που απαιτείται είναι «η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος (βλ. την υπόθεση Ρένα Αριστοτέλους Λτδ κ.ά. ν. Benfleet Enterprises Ltd κ.ά.
(2006)1 ΑΑΔ 280). Το άρθρο 32 Ο τρόπος εφαρμογής του άρθρου 32 εξετάστηκε και αναλύθηκε σε μεγάλο αριθμό υποθέσεων. Υποδεικνύονται στη Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 τα εξής: «Στη διαδικασία του προσωρινού διατάγματος, το έργο του Δικαστηρίου είναι περιορισμένο. Το καθήκον του περιορίζεται στη διαπίστωση κατά πόσο ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις που απαιτούνται για επιτυχία: (α) Σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση. (β) Ορατή προοπτική και/ή πιθανότητα ότι ο ενάγων δικαιούται σε θεραπεία στην αγωγή. (γ) Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του διατάγματος. Το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης.» Το Δικαστήριο στο τελικό στάδιο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει και το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή ν. Χ"Βασίλη
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Η ύπαρξη απλώς των τριών θεσμικών προϋποθέσεων δεν είναι αρκετή (βλ. Κούνουνα ν. C. & A. Simonos Ltd
(2002)1 A.A.Δ. 1361, 1366). Δεν τίθεται θέμα οριστικής διάγνωσης στο πλαίσιο διαδικασίας για έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος ως προς τα θέματα που συνάπτονται προς τα επίδικα της αγωγής. Είναι στοιχειώδες πως δεν τίθεται σε αυτό το στάδιο ζήτημα απόδειξης της βάσης της αγωγής. (Βλ. Νικόλα ν. Κεφάλα κ.ά.
(1998)1 Α.Α.Δ. 1400). Έχει δε επεξηγηθεί στην Τσιολάκκη κ.ά ν. Στυλιανίδης
(1992)1 Α.Α.Δ. 782 ο όρος «υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκασιν» που τίθεται στην επιφύλαξη του άρθρου 32
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου 1960 (Ν.14/60). Επιβάλλει την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης (arguable case) ως προϋπόθεση για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος (βλ. Οdysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 A.A.Δ. 557, στη σελ. 569). Η δεύτερη προϋπόθεση του πιο πάνω άρθρου αναλύθηκε στην υπόθεση Πουργουρίδης κ.ά. ν. Μέζου κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. 201, στη σελίδα 207 όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «Η δεύτερη προϋπόθεση επιβάλει στις εφεσείουσες να δείξουν ότι έχουν πιθανότητα επιτυχίας. Όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates & Others
(1982)1 C.L.R. 557, η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις. Σύμφωνα με τη Odysseos (πιο πάνω), στη σελίδα 569, η πιθανότητα στα πλαίσια της επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)του Νόμου 14/60, απαιτεί από τις εφεσείουσες να δείξουν ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας.» Η πρώτη προϋπόθεση ικανοποιείται εάν αντικειμενικά από τα δικόγραφα προκύπτει η ύπαρξη καλής βάσης αγωγής. Ακολούθως, το Δικαστήριο θα πρέπει να προχωρεί στην εξέταση της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας του Ενάγοντα, με βάση τη μαρτυρία και τα στοιχεία που έχει ενώπιον του (βλ. Hellenic Bank Public Company Limited v. Alpha Panareti Public Limited Πολ. Έφ. 145/2011 ημερ. 13.6.2013). Η έκδοση διατάγματος υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Η άσκηση διακριτικής εξουσίας δεν πρέπει να παραγνωρίζει και την ποιότητα της αξίωσης, η διάγνωση της οποίας δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας (βλ. την Ανδρέα Κυτάλα ν. Άννας Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253). Σ΄ αυτό το στάδιο το Δικαστήριο δεν θα επιλύσει την ουσιαστική διαφορά των Αιτητών με τους Καθ΄ ων η Αίτηση. Αναπόφευκτα όμως θα πρέπει να διαπιστώσει κατά πόσο ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60. Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του (Τ.Α. Micrologic Comp. Consult. Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 A.A.Δ. 1802, 1809). Με κριτήριο τις πιο πάνω νομικές αρχές και με αναφορά στην Απαίτηση του Ενάγοντος - Αιτητή και στα γεγονότα όπως προβάλλονται στις ένορκες δηλώσεις και τεκμήρια που υποστηρίζουν την Αίτηση και την Ειδοποίηση για Πρόθεση Ένστασης αντίστοιχα, που γίνεται αναφορά πιο πάνω, και έχοντας υπόψη τις θέσεις των δικηγόρων των διαδίκων, θα εξετάσω κατά πόσο τα προσωρινά διατάγματα τα οποία εκδόθηκαν στις 14.11.13 θα γίνουν απόλυτα. Με τους λόγους ένστασης τους οι Εναγόμενοι 1 και 2/Καθ' ων η αίτηση εκείνο το οποίο εισηγούνται είναι ότι κατά το στάδιο της μονομερούς αίτησης ο Ενάγων/Αιτητής δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις έκδοσης των διαταγμάτων. Συναφώς θα εξετάσω κατά πόσο ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 για το πρώτο διάταγμα και του άρθρου 5 του Κεφ.6 σωρευτικά με το άρθρο 32 του Ν.14/60 για το δεύτερο διάταγμα. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Ενάγοντος η βάση της αγωγής του στηρίζεται σε παράβαση ή διάρρηξη σύμβασης από τους Εναγόμενους 1 και 2/Καθ' ων η αίτηση και απαίτηση του για καταβολή αποζημιώσεων. Ακολούθως, θα προχωρήσω στην εξέταση της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας του Ενάγοντος με βάση τη μαρτυρία και τα στοιχεία που έχω ενώπιον μου. Δηλαδή, εάν ο Ενάγων έχει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα να δικαιούται στις αιτούμενες θεραπείες. Η Εναγόμενη 1/Καθ' ης η αίτηση παραδέχεται ότι με τη γραπτή συμφωνία με τον Ενάγοντα ημερ. 12.4.12 (Παράρτημα Δ) παραδέχτηκε και/ή αποδέχτηκε ότι παραβίασε ουσιώδεις όρους της συμφωνίας (Παράρτημα Β) και ότι υπήρχε αδυναμία συνέχισης των εργασιών εκ μέρους της. Περαιτέρω με την ίδια συμφωνία (Παράρτημα Δ) η Εναγόμενη 1/Καθ' ης η αίτηση αποδέχτηκε ευθύνη προς τον Ενάγοντα σε σχέση με τις εργασίες που έχουν γίνει στο σπίτι μέχρι την ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας σε περίπτωση που οποιαδήποτε προβλήματα προέκυπταν ή δημιουργούνταν λόγω αυτών των εργασιών στο μέλλον αλλά μόνο όσον αφορά τις οικοδομικές εργασίες που έγιναν από την Εναγόμενη 1/Καθ' ης η αίτηση και τους υπεργολάβους της. Με βάση την έκθεση του αρχιτέκτονα ημερ. 31.10.13 (Παράρτημα ΣΤ) και την έκθεση του επιμετρητή ποσοτήτων ημερ. 29.10.13 (Παράρτημα Ζ) το κόστος των επιδιορθώσεων και επισκευών που χρειάστηκε να γίνουν ανέρχεται στις €220.347,
  1. Είναι η θέση του Εναγόμενου 2 ότι δεν έχει προσωπική ευθύνη έναντι του Ενάγοντος/Αιτητή ενόψει της συμφωνίας μεταξύ του Ενάγοντος και της Εναγομένης 1 ημερ. 12.4.
  2. Υποστηρίζει ότι από τη στιγμή που η αρχική συμφωνία (Παράρτημα Β) όπου ήταν εγγυητής της Εναγόμενης 1, ακυρώθηκε κοινή συναινέσει, ο Ενάγων δεν μπορεί να αντλεί δικαιώματα από την προσωπική εγγύηση του. Από τη στιγμή που ο Ενάγων και η Εναγόμενη 1 προέβησαν σε άλλη συμφωνία μεταξύ τους, δεν εξυπακούεται ότι θα συνεχίσει να εγγυάται την Εναγόμενη 1 και για τη νέα συμφωνία. Η θέση του Ενάγοντος/Αιτητή είναι εντελώς αντίθετη. Εισηγείται ότι ενόσω ο Εναγόμενος 2 ευθύνεται ως εγγυητής της Εναγομένης 1 στην κυρίως συμφωνία (Παράρτημα Β), κατόπιν της παραδοχής της Εναγομένης 1 ότι η συμφωνία τερματίστηκε εξ' υπαιτιότητος της θεωρεί πως ο Εναγόμενος 2 ευθύνεται για τη μη εκπλήρωση των όρων της συμφωνίας του 2010 (Παράρτημα Β). Όπως υποδεικνύεται ανωτέρω σε σειρά αποφάσεων, το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της αίτησης για προσωρινό διάταγμα πρέπει να αποφεύγει να καταλήξει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού ή νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Σ' αυτό το στάδιο δεν τίθεται θέμα απόδειξης της βάσης της αγωγής. Στην παρούσα υπόθεση, έχοντας υπόψη τις πρόνοιες του άρθρου 91 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149, θεωρώ πως υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις πως ο εγγυητής δεν απαλλάσσεται εξαιτίας της νέας σύμβασης ημερ. 12.4.12 (Παράρτημα Δ) για προγενέστερες υποχρεώσεις του της νέας σύμβασης και ενδεχομένως να μην απαλλάσσεται καθόλου, αφού η νέα σύμβαση έγινε εν γνώσει του και με τη συναίνεση του. Ο ίδιος ενεργούσε ως ο διευθυντής της Εναγομένης 1 κατά τη σύναψη της νέας σύμβασης ημερ. 12.4.12 (Παράρτημα Δ). Η διαπίστωση αν όντως υπήρξε παράβαση της συμφωνίας από μέρους της Εναγομένης 1 και κατά πόσο ο Εναγόμενος 2 ευθύνεται ως εγγυητής και εάν ο Ενάγων δικαιούται στις αιτούμενες θεραπείες, είναι θέματα που θα εξετάσει το Δικαστήριο στα πλαίσια της δίκης της αγωγής. Στο παρόν στάδιο διαπιστώνονται σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης τους. Επομένως, αφού συντρέχουν οι δύο πρώτες προϋποθέσεις, το επόμενο ζήτημα που πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσο υπάρχει βάσιμος κίνδυνος ότι η απόφαση υπέρ του Ενάγοντος που τυχόν εκδοθεί υπέρ του θα παραμείνει ανικανοποίητη. Στην εξέταση της τρίτης προϋπόθεσης δεν είναι απαραίτητη η παρουσίαση μαρτυρίας για την απόδειξη της πραγματικής πρόθεσης ενός εναγομένου για τη μεταβίβαση ή επιβάρυνση της περιουσίας του. (Βλ. την υπόθεση C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιϊα «Λεωνίκ» Λτδ (ανωτέρω), Letricon Co. v. Detergenta Developments Ltd (ανωτέρω), Ρένα Αριστοτέλους Λτδ κ.ά. ν. Benfleet Enterpises Ltd κ.ά. (ανωτέρω)). Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μην ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία. Όπως δε εξηγήθηκε στην απόφαση του Λοϊζου, Π. στη Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου (Αρ.1)
(1992)1 Α.Α.Δ.54 εκδίδεται το διάταγμα «ώστε να αποφευχθεί τέτοια αποξένωση ως αποτέλεσμα της οποίας να μη μπορεί να ικανοποιηθεί ο ενάγων». Σχετικά με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου (πιο πάνω) το άρθρο αυτό δίδει στο Δικαστήριο ευρύτερη εξουσία από εκείνη που παρέχεται από το άρθρο 5 του Κεφ.6. Αυτό δεν περιορίζεται σε ότι αφορά το αντικείμενο της αγωγής ούτε και το περιεχόμενο της. Εκδίδεται δε το διάταγμα αν το Δικαστήριο κρίνει ότι τούτο είναι δίκαιο και πρόσφορο και προς εξυπηρέτηση των αναγκών της δικαιοσύνης, δηλαδή τη διατήρηση των πραγμάτων ως έχουν, ώστε να αποφευχθεί τέτοια αποξένωση ως αποτέλεσμα της οποίας να μην μπορεί να ικανοποιηθεί ο ενάγων. Υπό το φως των πιο πάνω, πιστεύω, ικανοποιούνται σωρευτικά όλες οι προϋποθέσεις και στις δύο πρόνοιες που επικαλέστηκε ο Ενάγων - Αιτητής για έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων και καταρρίπτονται όλοι οι λόγοι ένστασης των Εναγομένων 1 και 2 - Καθ' ων η αίτηση. Εξετάζοντας δε, κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο, ισοζυγίζοντας τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση μου που δόθηκε στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο ήταν εσφαλμένη και με γνώμονα τη διατήρηση του υφιστάμενου κράτους πραγμάτων μέχρι την τελική απόφαση, αποφασίζω όπως ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της Ενάγοντος - Αιτητή και οριστικοποιήσω τα εκδοθέντα διατάγματα. Ενόψει του αποτελέσματος, τα έξοδα της αίτησης όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντος - Αιτητή και σε βάρος των Εναγομένων 1 και 2 - Καθ΄ ων η Αίτηση, να πληρωθούν στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.) ..................................................... Μ. Μαυρονικόλας, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΚ Subject: Civil/Other Action/Interim Αναφορά: Προσωρινό διάταγμα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.