J.E & A (CYPRUS) DEVELOPMENTS CO LIMITED ν. PETER THEODOTOU (ΠΕΤΡΟΣ ΘΕΟΔΟΤΟΥ), Αρ. Αγωγής: 1781/11, 27/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A267 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1781/11 Μεταξύ: J.E & A (CYPRUS) DEVELOPMENTS CO LIMITED Εναγόντων και PETER THEODOTOU (ΠΕΤΡΟΣ ΘΕΟΔΟΤΟΥ) Εναγόμενου Αίτηση για παραμερισμό απόφασης Ημερομηνία: 27.6.2014. Για Εναγόμενο - Αιτητή: κ. Νεοφύτου για Νεοφύτου & Νεοφύτου Δ.Ε.Π.Ε. Για Ενάγοντες - Καθ' ων η αίτηση: κ. Χριστοφόρου για Χρ. Σ. Χριστοφόρου Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 31.5.11, στη βάση μονομερούς αίτησης ημερ. 9.5.11, για έκδοση απόφασης εναντίον του Εναγόμενου, λόγω παράλειψης αυτού να εμφανισθεί, εκδόθηκε εναντίον του απόφαση για το ποσό των €94,290, με νόμιμο τόκο μέχρι εξοφλήσεως, πλέον έξοδα. Με την παρούσα αίτηση, η οποία καταχωρήθηκε στις 3.10.13, ο Εναγόμενος (στο εξής ο Αιτητής) ζητά την ακύρωση και/ή παραμερισμό της πιο πάνω απόφασης. Η αίτηση βασίζεται στις Δ.17 Κ.10 και Δ.48 Κ.8
(4), 9(h) των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στο άρθρο 30
(3)του Συντάγματος, στους κανόνες φυσικής δικαιοσύνης και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από ένορκη δήλωση του Αιτητή, στην οποία αναφέρονται βασικά τα ακόλουθα: Ο Αιτητής δεν μπορεί να διαβάσει ούτε και να γράψει Ελληνικά. Μπορεί μόνο να συνεννοηθεί περιορισµένα στην Ελληνική γλώσσα. Ως φαίνεται από το φάκελο του Δικαστηρίου και από την ένορκη δήλωση του επιδότη Γιαννάκη Βαλανίδη ηµερ. 29.4.11 η παρούσα αγωγή επιδόθηκε την 28.4.11 σε κάποιο τρίτο πρόσωπο ήτοι τον Μιχαλάκη Κουβά και ουδέποτε επιδόθηκε στον Αιτητή ούτε ήρθε ποτέ εις γνώση του έγκαιρα. Στην ένορκη δήλωση επίδοσης αναφέρεται ότι η επίδοση έγινε στον υπεύθυνο τόπου εργασίας του Αιτητή χωρίς να αναγράφεται η διεύθυνση του χώρου εργασίας και ενώ ο Αιτητής δεν εργάζεται. Ουδέποτε αυτός έδωσε εξουσιοδότηση σε οιονδήποτε να λαµβάνει δικαστικά έγγραφα ή και δικόγραφα εκ µέρους του και δια λογαριασµό του. Γνώση για το περιεχόµενο της αγωγής αλλά και για τα πιο πάνω έλαβαν εκ µέρους του οι δικηγόροι του περί τον lούνιο του 2013 µετά από σχετική έρευνα που διεξήγαγαν στο φάκελο της υπόθεσης, κατόπιν οδηγιών του Αιτητή. Προσωπικά ο Αιτητής ενηµερώθηκε ότι εκδόθηκε η επίδικη απόφαση, διά µέσου των πτωχευτικών διαδικασιών, οι οποίες κινήθηκαν εναντίον του από τους Ενάγοντες (επισυνάπτει ως τεκμήρια 1.2 και 1.3 ειδοποίηση πτώχευσης αρ. 86/13 και την αίτηση παραµερισµού αυτής που καταχώρησε, αντίστοιχα). Λόγω κακής κατάστασης της υγείας του (επισυνάπτει ιατρικό πιστοποιητικό ως τεκμήριο 1.5) ήταν κλινήρης και δεν µπόρεσε να έρθει πιο γρήγορα στο Δικαστήριο για να ορκιστεί και να προβάλει τις θέσεις του. Συνεπώς δικαιούται σε παραµερισµό της απόφασης. Όσον αφορά την ουσία της αγωγής υποστηρίζει ότι έχει έγκυρη και ισχυρή υπεράσπιση. Είναι σχετικά η θέση του ότι δεν οφείλει το ποσό των €89,
- Επισυνάπτει προς απόδειξη αυτού ως τεκμήρια 2-33 αποδείξεις πληρωµών προς τους Ενάγοντες, μέσω του εκπροσώπου ή και µετόχου αυτών Πανίκου Αριστείδου. Επίσης ισχυρίζεται ότι το ποσό για το οποίο εκδόθηκε η εν λόγω απόφαση είναι υπερβολικό. Για περαιτέρω στήριξη των ισχυρισμών του παραθέτει τα ακόλουθα γεγονότα: Κατά ή περί το 2009 γνώρισε για πρώτη φορά τους εκπροσώπους ή και μετόχους ή και συνεταίρους των Εναγόντων σε ένα εστιατόριο στη Λεμεσό. Συγκεκριμένα, συναντήθηκε με τον Πανίκο Αριστείδου, Tom Πάρκινσον, Dave και Ιωάννου, οι οποίοι φαίνονται να είναι συνεταίροι ή και μέτοχοι των Εναγόντων. Στην παρουσία και των άλλων ο Αριστείδου είπε στον Αιτητή ότι ήταν σε ποσοστό 25% συνεταίρος στους Ενάγοντες κάτι που αναγνώρισαν και επιβεβαίωσαν οι άλλοι τρεις. Ο λόγος της συνάντησης ήταν επειδή πλησίασαν τον Αιτητή µε σκοπό να του πωλήσουν ένα σπίτι το οποίο βρισκόταν στο χωριό Αγ. Τύχωνας. Οι Ενάγοντες για τον σκοπό αυτό διόρισαν τον Αριστείδου για να συζητήσει με τον Αιτητή. Επειδή ο τελευταίος μόλις είχε επαναπατριστεί από το Ηνωµένο Βασίλειο και δεν ήταν εξοικειωµένος ούτε µε τις τιµές, ούτε µε τη γραπτή ή προφορική γνώση της ελληνικής γλώσσας, ζήτησε από τον Αριστείδου να διορίσει έναν ανεξάρτητο εκτιµητή και βάση της δικής του αξιολόγησης, θα εξέταζε στη συνέχεια το ενδεχόµενο να κάνει προσφορά για το προαναφερόμενο σπίτι. Η εκτίµηση, η οποία διενεργήθηκε µε το σύνδεσµο του Αριστείδου ανήλθε στις €350,
- Οι Ενάγοντες ζήτησαν €260,000 και παρουσίασαν την εν λόγω εκτίµηση στον Αιτητή προκειµένου να τον πείσουν ότι αγόραζε το σπίτι σε µια πραγµατικά χαµηλή τιµή. Τελικά ο Αιτητής βασιζόµενος στην εκτίμηση έκανε πρόταση για το σπίτι για €260,
- Αργότερα ο Αιτητής ανακάλυψε ότι η εκτίμηση ήταν ψευδής αφού η πραγµατική αξία του σπιτιού µε µία εκτίµηση από την Τράπεζα Κύπρου ήταν για όχι περισσότερα από €250,
- Παρόλα αυτά τίμησε τη συµφωνία με τους Ενάγοντες καταβάλλοντας την προκαταβολή των €10,000 και αργότερα τραπεζική επιταγή €164,
- Ο Αριστείδου ετοίµασε όλα τα χαρτιά για τις συµβάσεις, Κτηµατολόγιο και του ανέθεσε να κάνει τις πληρωµές στον λογιστή των Εναγόντων Γιάννη Ιωάννου. Σε κανένα σηµείο κανείς δεν του είπε ο Αριστείδου ότι δεν αντιπροσώπευε τους Ενάγοντες. Ο Αιτητής έκανε τις πληρωμές στους Ενάγοντες µέσω του Αριστείδου, του δικηγόρου και του λογιστή των Αιτητών (παραπέμπει σχετικά στα τεκμήρια 2-33). Δεν υπάρχει δε οιαδήποτε ανεξήγητη αργοπορία στην υποβολή της παρούσας αίτησης καθότι ο Αιτητής κινήθηκε για να ξανανοίξει την υπόθεση και να προβάλει την υπεράσπιση του µε την πρώτη δυνατή ευκαιρία ενώ στο ενδιάµεσο αντιµετώπιζε διάφορες αστικές και πτωχευτικές διαδικασίες από µέρους των Εναγόντων. Επίσης αντιµετώπιζε και συνεχίζει να αντιµετωπίζει διάφορα σοβαρά προβλήµατα υγείας (καρδίας, αρτηριακής πίεσης, σακχαρώδους διαβήτη, θροµβώσεων στα πόδια κλπ) τα οποία τον καθιστούν κλινήρη για µεγάλα χρονικά διαστήµατα. Εν όψει των ανωτέρω ζητά όπως παραµερισθεί η απόφαση ηµεροµηνίας 31.5.
- Οι Ενάγοντες (στο εξής οι Καθ' ων η αίτηση) καταχώρησαν στις 7.1.14 ένσταση στην αίτηση, η οποία στηρίζεται στις Δ.17 Κ.10 και Δ.48 Κ.1-4,8 και 9 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στο άρθρο 30
(2)
(3)(β) του Συντάγματος, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στη νομολογία. Οι λόγοι ένστασης είναι ουσιαστικά οι ακόλουθοι:
- Ο Αιτητής αδικαιολόγητα παρέλειψε να εμφανιστεί και να προβάλει την υπεράσπιση του στην αγωγή.
- Ο Αιτητής δεν καταδεικνύει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ούτε προβάλλει καλή δικαιολογία για την μη εμφάνιση του.
- Η συμπεριφορά του Αιτητή είναι ασυγχώρητη και ισοδυναμεί με περιφρονητική παραγνώριση της δικαστικής διαδικασίας.
- Ο Αιτητής προέβαινε σε διαδικασίες και ενέργειες για εξασφάλιση των Εναγόντων με αναφορά στην εκδοθείσα απόφαση από τον Αύγουστο 2011 πλην όμως οι προσπάθειες του απέβησαν άκαρπες. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Γιάννου Ιωάννου, αντιπροσώπου των Καθ' ων η αίτηση, ο οποίος δηλώνει πως γνωρίζει πλήρως τα γεγονότα και είναι εξουσιοδοτημένος να προβεί σε αυτήν. Στην εν λόγω ένορκη δήλωση αναφέρονται βασικά τα ακόλουθα: Τα όσα επικαλείται ο Αιτητής σε σχέση με την επίδοση της αγωγής δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια. Η αγωγή επιδόθηκε στον Κουβά στις 28.4.11, ο οποίος είναι ο υπεύθυνος του χώρου εργασίας του Αιτητή, ως ενόρκως δηλώνει ο ιδιώτης επιδότης Βαλανίδης. Περαιτέρω ο Ιωάννου παραπέμπει σχετικά στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ίδιου επιδότη ημερομηνίας 24.5.
- Αρνείται και απορρίπτει τους ισχυρισμούς του Αιτητή ως προς τον χρόνο που πληροφορήθηκε για το περιεχόμενο της αγωγής και της εκδόσεως αποφάσεως εναντίον του και αναφέρει ότι:
(1)Ο Αιτητής έκδωσε και παρέδωσε στους Καθ' ων η αίτηση 4 επιταγές ως ακολούθως: αρ. επιταγής 86520296, ημερ. πληρωμής 13.7.10 για €8,000, αρ. επιταγής 86520295 ημερ. πληρωμής 31.7.10 για €86,920, αρ. επιταγής 94369201 ημερ. πληρωμής 17.12.10 για €5,000 και αρ. επιταγής 94369202 ημερ. πληρωμής 14.1.11 για €5,
- Για τις επιταγές με αρ. 86520296 και 86520295 καταχωρήθηκε η ως άνω αγωγή, στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε η επίδικη απόφαση. Για τις επιταγές με αρ. 94369201 και 94369202 καταχωρήθηκαν αντίστοιχα οι ποινικές υπόθεσεις με αρ. 405/11 και 2228/11 Ε.Δ. Λεμεσού, με παραπονούμενους του Καθ' ων η αίτηση και κατηγορούμενο τον Αιτητή (τεκμήρια Β και Γ). Ο Αιτητής, ο οποίος έλαβε γνώση τόσον της εκδοθείσας αποφάσης εναντίον του όσον και των δύο ως άνω ποινικών υποθέσεων διόρισε δικηγόρους για να διαπραγματευθούν τον τρόπον εξοφλήσεως ή διακανονισμού ή εξασφαλίσεως των Καθ' ων η αίτηση στην αγωγή και στις ποινικές υποθέσεις. Οι διάδικοι κατέληξαν σε συμφωνία, η οποία προνοούσε ότι ο Αιτητής, ο οποίος αναγνώριζε το χρέος του, θα υποθήκευε περιουσία της εταιρείας του (PETER ΤΗΕΟ PROPERTlES (CYPRUS) LTD, ως πρώτη υποθήκη προς όφελος των Καθ' ων η αίτηση για το συμφωνηθέν ποσό των €100,000, προς πλήρη εξόφληση των υποχρεώσεων του πλέον τα δικηγορικά έξοδα. Προς τούτο ο Αιτητής είχε δώσει σχετικές οδηγίες προς τον δικηγόρο του να ετοιμάσει όλα τα σχετικά έγγραφα. Οι Καθ' ων η αίτηση δεν θα λάμβαναν οποιαδήποτε μέτρα για εκτέλεση της αποφάσεως καθότι θα ήταν εξασφαλισμένοι με την υποθήκη και ο Αιτητής υποσχόταν και διαβεβαίωνε ότι σε σύντομο χρονικό διάστημα θα εξοφλούσε το συμφωνηθέν ποσό των €100,000 και απαλείψεως της υποθήκης. Εν όψει της ανωτέρω συμφωνίας στις 29.8.11, ο δικηγόρος του Αιτητή απέστειλε επιστολή με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο (τεκμήριο Δ) στον δικηγόρο των Καθ' ων η αίτηση με κοινοποίηση στον διευθυντή των Καθ' ων η αίτηση, όπου επιβεβαίωνε την συμφωνία και στην οποία επισύναπτε (α) έκθεση εκτίμησης του ακινήτου το οποίο θα υποθήκευε, (β) αντίγραφο τίτλου ιδιοκτησίας, (γ) έντυπο της μεταφοράς χρημάτων από τον Αιτητή στην εταιρεία του δια το ποσό των €472,425.48 και (δ) δείγμα συμφωνίας, η οποία ετοιμάσθηκε από τους δικηγόρους του Αιτητή. Στην ίδια επιστολή ο δικηγόρος του Αιτητής εισηγείτο όπως στις 30.8.11 συναντηθούν στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού για την προαναφερόμενη υποθήκευση. Στις 30.8.11 ο Ιωάννου μετέβηκε με τον δικηγόρο των Καθ' ων η αίτηση στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού οπού συνάντησαν τον Αιτητή και τον δικηγόρο του. Δεν κατέστη όμως δυνατή η συμφωνηθείσα υποθήκευση. Ο Αιτητής εκεί ζητούσε από τον Ιωάννου όπως του παραδώσει τις επιταγές για να προβεί σε διαδικασίες εισπράξεων των πλην όμως ο Ιωάννου ζήτησε, για να του παραδώσει τις επιταγές, πρώτα να υποθηκεύσει το ακίνητο της εταιρείας του ως είχε συμφωνηθεί. Στην συζήτηση που είχε με τον Αιτητή παρέμβηκε ο δικηγόρος του τελευταίου, ο οποίος ανάφερε ότι εγγυάται προσωπικά την πληρωμή του ποσού των €100,000 και ότι ήδη η εταιρεία του Αιτητή του έχει μεταφέρει στον λογαριασμό του ένα πολύ σεβαστό ποσό και μέχρι τις 15.9.11 θα είναι σε θέση να το καταβάλει στους Καθ' ων η αίτηση. Στο σημείο αυτό παρέμβηκε ο δικηγόρος των Καθ' ων η αίτηση, ο οποίος ανάφερε στον Ιωάννου ότι θα πρέπει να δείξουν εμπιστοσύνη και αξιοπιστία στον συνάδελφο του και ζήτησε όπως εφόσον ο δικηγόρος του Αιτητή είναι τόσο σίγουρος για την καταβολή του ποσού που έχει στην κατοχή του, να υπογράψει ο ίδιος έγγραφο ανάληψης χρέους για το ποσό των €100,000 και να παραδοθούν οι επιταγές στον Αιτητή. Μετά την ως άνω διευθέτηση και με την σύμφωνο συγκατάθεση του δικηγόρου του Αιτητή, του ίδιου του Αιτητή και του Ιωάννου, ο δικηγόρος των Καθ' ων η αίτηση ετοίμασε σχετικό έγγραφο το οποίο τιτλοφορείται «ΑΝΑΛΗΨΗ ΧΡΕΟΥΣ» (τεκμήριο Στ), το οποίο ο δικηγόρος του Αιτητή διάβασε, συμφώνησε και υπόγραψε, οπόταν ο Ιωάννου του παρέδωσε τις επιταγές. Περαιτέρω ο δικηγόρος του Αιτητή κατέβαλε τοις μετρητοίς στον δικηγόρο των Καθ' ων η αίτηση το ποσό των €3,000 για εξόφληση των συμφωνηθέντων δικηγορικών εξόδων της αγωγής και των δύο ποινικών υποθέσεων καθώς επίσης και τα έξοδα του για την καταχώρηση υποθήκης. Στις 6.9.11 ο δικηγόρος του Αιτητή απέστειλε επιστολή με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο (τεκμήριο Θ) στον δικηγόρο των Καθ' ων η αίτηση όπου επισύναπτε έντυπο του Κτηματολογίου για υποθήκευση του ακινήτου της εταιρείας του Αιτητή προς έγκριση και/ή διορθώσεις και επίσης ανάφερε ότι είχε ετοιμάσει όλα τα έγγραφα ώστε η υποθήκευση του ακινήτου να γίνει στις 8.9.
- Παρά τις διαβεβαιώσεις του δικηγόρου του Αιτητή για υποθήκευση του ακινήτου στις 8.9.11, ο ίδιος ζήτησε αναβολή της ημερομηνίας καθότι δεν μπορούσε ο πελάτης του και έκτοτε ουδέποτε επανήλθε για υποθήκευση του ακινήτου ή διευθετήσεως του ποσού των €100,
- Ως εκ τούτου οι Καθ' ων η αίτηση αναγκάσθηκαν να λάβουν δικαστικά μέτρα εναντίον του δικηγόρου του Αιτητή, στην βάση της αναλήψεως υποχρεώσεως (τεκμήριο Στ). Έτσι εκ συμφώνου εκδόθηκε η απόφαση εναντίον του στα πλαίσια της αγωγής 1321/12 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Περαιτέρω οι Καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν στις 8.5.12 την ειδοποίηση πτώχευσης 396/12 Ε.Δ. Λεμεσού, η οποία επιδόθηκε προσωπικά στον Αιτητή (τεκμήρια Ζ και Ζ1). Σε αυτήν ο Αιτητής αναγνωρίζοντας το οφειλόμενο ποσό κατέβαλε το ποσό των €5,000 και έλαβε αποδείξεις. Η εν λόγω διαδικασία δεν προχώρησε λόγω των υποσχέσεων του Αιτητή ότι σε σύντομο χρόνο θα κατέβαλλε και/ή διευθετούσε το υπόλοιπο ποσό. Ο Αιτητής στην ένορκη του δήλωση κάνει αναφορά στην ειδοποίηση πτώχευσης 86/13 Ε.Δ. Λεμεσού αλλά παραλείπει να αναφερθεί στην ειδοποίηση πτώχευσης 396/12 Ε.Δ. Λεμεσού που καταχωρήθηκε ένα χρόνο προηγουμένως. Ήταν λοιπόν σε γνώση του Αιτητή και του δικηγόρου του η έκδοση της επίδικης απόφασης τουλάχιστον από τον Αύγουστο 2011 και σε καμιά ενέργεια προέβηκε για αμφισβήτηση της αλλά αντίθετα προέβαινε σε ενέργειες προς εξασφάλιση των Καθ' ων η αίτηση. Αντί αυτού καταχώρησε την παρούσα αίτηση δύο χρόνια αργότερα και αφού απέβησαν άκαρπες οι προσπάθειες του για εξασφάλιση των Καθ' ων η αίτηση. Εν όψει όλων των ανωτέρω δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι τα όσα επικαλείται ο Αιτητής τόσο για το θέμα της επίδοσης όσο και για το πότε έλαβε γνώση της αγωγής αλλά και την ύπαρξη καλής υπεράσπισης, δεν είναι τίποτα άλλο από δεύτερες σκέψεις και προβάλλονται επιτηδευμένα σε βαθμό περιφρονήσεως των δικαστικών διαδικασιών προς παρεμπόδιση των Καθ' ων η αίτηση να εκτελέσουν την εκδοθείσα απόφαση εναντίον του. Περαιτέρω είναι η θέση του Ιωάννου ότι η βάση αγωγής είναι δύο ακάλυπτες επιταγές που έκδοσε ο Αιτητής προς όφελος των Καθ' ων η αίτηση και τις οποίες ο Αιτητής ουδέποτε ξόφλησε. Ο Αιτητής στην ένορκη του δήλωση δεν κάνει καμία αναφορά στις εν λόγω επιταγές και δεν αναφέρει οτιδήποτε που να αφορά την έκδοση και την μη τίμηση αυτών. Ακόμη και τα τεκμήρια-αποδείξεις που επισυνάπτει αφορούν ισχυριζόμενες πληρωμές πριν την ημερομηνία που φέρουν οι επίδικες επιταγές. Επιπλέον σε κανένα σημείο δεν κάνει αναφορά για τις επίδικες επιταγές και δεν προβάλλει καμία υπεράσπιση για αυτές. Για όλους τους πιο πάνω λόγους ζητείται η απόρριψη της αίτησης με έξοδα εναντίον του Αιτητή. Μετά δε από σχετική αίτηση, στις 9.5.14 εκδόθηκε διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο επιτράπηκε στον Αιτητή να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση αναφορικά με κάποιους από τους ισχυρισμούς στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Σε αυτήν αναφέρονται δε τα ακόλουθα: Δηλώνει ότι δεν του επιδόθηκε ποτέ η επίδικη απόφαση και ότι αντιλήφθηκε την φύση της αγωγής όταν εγέρθηκαν οι διαδικασίες πτώχευσης εναντίον του στην 86/
- Αρνείται τα όσα αναφέρει ο Ιωάννου αναφορικά με την συμφωνία για υποθήκευση ακινήτου της εταιρείας του Αιτητή και δηλώνει ότι οι οδηγίες που έδωσε στον δικηγόρο του ήταν για δύο λόγους, ήτοι για χρήµατα που χρωστούσε στον δικηγόρο του και για να έµπαινε υποθήκη στο τεµάχιο γης στον Άγιο Τύχωνα προς όφελος των Καθ' ων η αίτηση µέχρι να ξεκαθαρίσει το ζήτηµα του τι έγινε µε τα χρήµατα που έδωσε στον Πανίκκο Αριστείδου για το χρέος το οποίο έχει αποπληρώσει προς τους Καθ' ων η αίτηση. Ο λόγος δε που πήγε στο Κτηµατολόγιο ήταν για να δώσει στους Καθ' ων η αίτηση, προσωρινή επιβάρυνση µέχρις ότου έβρισκαν µία λύση αναφορικά µε το θέµα που προέκυψε µε τον Αριστείδου. Προσωπικά έκδοσε κάποιες επιταγές προς τους Καθ' ων η αίτηση σαν ασφάλεια µέχρι να τους δώσει τα χρήµατα ο Αριστείδου αφού ο Αιτητής είχε ήδη πληρώσει τα χρήµατα σε εκείνον. Αρνείται επίσης τα όσα αναφέρει ο Ιωάννου για την επιστολή του δικηγόρου του Αιτητή αναφορικά με τη συμφωνία για διευθέτηση και δηλώνει ότι όπως τον πληροφόρησε ο δικηγόρος του στην επικοινωνία µε τους Καθ' ων η αίτηση, ως τον είχε εξουσιοδοτήσει ο Αιτητής να προβεί µε στην υποθήκη του ακινήτου, οι Καθ' ων η αίτηση δεν ενηµέρωσαν καθόλου το δικηγόρο για το περιεχόµενο της αγωγής αλλά απλά του είπαν ότι εκδόθηκε απόφαση. Προσωπικά ο Αιτητής είχε λάβει τις ποινικές υποθέσεις για τις επιταγές και νόµιζε ότι αυτή η υπόθεση είχε να κάνει µε τις επιταγές. Δεν έδωσε δε καµία οδηγία για να τον αντιπροσωπεύσει ο δικηγόρος του στην παρούσα αγωγή. Κατά την ακρόαση της αίτησης οι συνήγοροι των διαδίκων περιορίστηκαν σε αγορεύσεις, χωρίς να προβούν σε αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Οι θέσεις τους έχουν μελετηθεί με προσοχή, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθούν στο σημείο αυτό. Νομική Πτυχή. Οι αρχές που διέπουν το θέμα του παραμερισμού απόφασης που εκδόθηκε από πρωτόδικο Δικαστήριο έχουν καθορισθεί στην υπόθεση Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646 και έχουν υιοθετηθεί και εφαρμόζονται και στην Κυπριακή νομολογία (βλ. Ioannis Kotsapas & Sons Ltd v. Titan Constructions and Engineering Company
(1961)1 C.L.R. 317 και Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204). Η γενική αρχή του Δικαίου όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία είναι ότι για να επιτύχει τον παραμερισμό μιας απόφασης ο Αιτητής πρέπει να πείσει ότι έχει μια εκ πρώτης όψεως ή συζητήσιμη υπεράσπιση στην απαίτηση που προβάλλεται εναντίον του. Όμως η χωρίς ουσιαστικό λόγο παράλειψη του να εμφανισθεί (βλ. Phylactou ανωτέρω) και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να πάρει έγκαιρα μέτρα για ακύρωση της εναντίον του εκδοθείσας απόφασης μπορεί να αποτελέσουν λόγους για απόρριψη της αίτησης (βλ. Mine & Quarry Services Ltd v. Γεωργίου
(1993)1 Α.Α.Δ. 36). Η εξουσία του Δικαστηρίου για παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, η οποία παρέχεται από τη Δ.17 Κ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, έχει διακριτικό χαρακτήρα. Μέσα στα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής εξουσίας του το Δικαστήριο θα πρέπει να ισοζυγίσει δύο παράγοντες θεμελιακούς για την απονομή της δικαιοσύνης ήτοι από τη μια την ανάγκη αποτελεσματικής διασφάλισης του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουστεί και από την άλλη την ανάγκη της ταχείας διεκπεραίωσης των διαδικαστικών διαδικασιών. Στην υπόθεση Phylactou ανωτέρω, πέραν των πιο πάνω, προστίθεται ότι «η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας, αλλά υψίστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Η αρχή αυτή είναι στενά συνυφασμένη και με ένα άλλο λόγο, επίσης σημαντικό για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας». Στο σημείο αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι σε περίπτωση που η επίδοση της αγωγής στον Εναγόμενο κριθεί ως κακή, με την έννοια ότι ο τελευταίος δεν λαμβάνει γνώση για την ύπαρξη της αγωγής, το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο ex debito justitiae, αυτόματα να παραμερίσει την απόφαση. Δεν τίθεται δηλ. θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας. Αυτό γιατί το να εκδοθεί μια απόφαση εναντίον κάποιου προσώπου χωρίς να του γίνει επίδοση της αγωγής ουσιαστικά παραγνωρίζει το βασικό ανθρώπινο δικαίωμα του να πληροφορηθεί για τα δικαστικά μέτρα εναντίον του, τους λόγους για τους οποίους καλείται να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να προβάλει τους ισχυρισμούς του (βλ. άρθρο 30
(3)(α)(β) του Συντάγματος και Γιωργαλλίδης ν. Χρίστου
(1997)1 ΑΑΔ 243 και Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Μιχαήλ
(2003)1 ΑΑΔ 1044). Το βάρος απόδειξης φέρει σε τέτοιους είδους αιτήσεις ο Εναγόμενος - Αιτητής. Όσον αφορά το θέμα της απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης αυτή πρέπει να προκύπτει χωρίς το Δικαστήριο να προχωρεί σε αξιολόγηση οποιασδήποτε μαρτυρίας που προσάγεται για σκοπούς κατάρριψης του ισχυρισμού αυτού και χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης (βλ. Φραντζής ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις Λτδ)
(1996)1 Α.Α.Δ. 1094). Στην υπόθεση Phylactou (ανωτέρω) επεξηγήθηκε ότι θα ήταν αντινομικό εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου να αποφασίσει επί της ορθότητας οποιωνδήποτε γεγονότων που τίθενται ενώπιον του στο στάδιο της αίτησης διότι το έργο του εξαντλείται στο να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτεται επαρκής υπεράσπιση που είναι και το βασικό κριτήριο που θα δικαιολογούσε το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Ο Αιτητής έχει το βάρος να αποκαλύψει τα στοιχεία που θα συνιστούσαν την υπεράσπιση του. Το αποδεικτικό αυτό βάρος εξαντλείται με την παράθεση στην ένορκη δήλωση επαρκών στοιχείων για την εκ πρώτης όψεως υπόθεση έστω και αν αυτή αμφισβητείται με την ένσταση (βλ. Evans ανωτέρω και Merkis General Bonded Warehouse v. Yiannoukas Ltd
(1994)1 A.A.Δ. 736). Στην υπόθεση Λυσιώτη ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2000)1Α Α.Α.Δ. 364 με αναφορά στη σχετική νομολογία έχει αναφερθεί ότι το «απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις, το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του αιτητή είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Όπου η διαγωγή του διαδίκου, ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται, ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση» (βλ. και Phylactou ανωτέρω). Στην παρούσα αποτελεί θέση του Αιτητή ότι δεν έλαβε γνώση της εναντίον του εγερθείσας αγωγής πριν την έκδοση απόφασης. Είναι κατ' αρχήν δεδομένο ότι το κλητήριο ένταλμα της αγωγής δεν επιδόθηκε προσωπικά στον Αιτητή. Προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης (ένορκη δήλωση επίδοσης του ιδιώτη επιδότη Γιαννάκη Βαλανίδη ημερ. 29.4.11) και το επικαλούνται και οι Καθ' ων η αίτηση ότι η επίδοση έγινε σε κάποιον Μιχαλάκη Κουβά, ως «υπεύθυνο του τόπου εργασίας» του Αιτητή. Στον φάκελο υπάρχει επίσης συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ίδιου επιδότη, ημερ. 24.5.11, η οποία έγινε στα πλαίσια απόδειξης της αίτησης με βάση την οποία εκδόθηκε η επίδικη απόφαση. Σε αυτήν αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η επίδοση του επίσημου αντίγραφου του κλητήριου εντάλματος στην αγωγή με αριθμό 1781/2011 έγινε στον τόπο εργασίας του Εναγόμενου και την παρέλαβε ο υπεύθυνος τόπου εργασίας του Εναγόμενου, κ. Μιχάλης Κουβάς, ο οποίος ήταν παρών στον τόπο αυτό. Η επίδοση δεν έγινε στον ίδιο τον Εναγόμενο, καθότι την συγκεκριμένη στιγμή που επισκέφθηκα τον τόπο εργασίας του Εναγόμενου, με πληροφόρησε ο υπεύθυνος του τόπου εργασίας του ότι ο Εναγόμενος ευρίσκεται εκτός πόλεως για εκτέλεση επαγγελματικών του καθηκόντων. Εν' όψει αυτού επέδωσα το αντίγραφο του κλητήριου εντάλματος στον υπεύθυνο του τόπου εργασίας του» Ο Αιτητής υποστηρίζει ότι ο ίδιος δεν εργαζόταν και ότι ουδέποτε έδωσε εξουσιοδότηση σε οιονδήποτε να λαµβάνει δικαστικά έγγραφα ή και δικόγραφα εκ µέρους του και δια λογαριασµό του. Συνεπώς είναι ουσιαστικά η θέση του ότι σε καμία περίπτωση, ο Μιχαλάκης Κουβάς, αποτελεί πρόσωπο «υπεύθυνο του τόπου εργασίας του», ως ανέφερε ο επιδότης στις ένορκες δηλώσεις του. Στον πιο πάνω ισχυρισμό του Αιτητή ο ενόρκως δηλών για τους Καθ' ων η αίτηση απαντά, περιοριζόμενος να παραπέμψει στις πιο πάνω αναφερόμενες ένορκες δηλώσεις του επιδότη. Το ότι λοιπόν ο χώρος όπου έγινε επίδοση ήταν ο χώρος εργασίας του Αιτητή και το πρόσωπο που έλαβε το κλητήριο ένταλμα ήταν υπεύθυνος του χώρου αυτού δεν προέρχεται από προσωπική γνώση του Ιωάννου αλλά από τις προαναφερόμενες ένορκες δηλώσεις του επιδότη. Ο Ιωάννου δεν αμφισβήτησε καν τον ισχυρισμό του Αιτητή ότι δεν εργαζόταν. Ούτε και προσκομίσθηκε από πλευράς των Καθ' ων η αίτηση άλλη μαρτυρία, η οποία να αντικρούει αυτό. Οι δε ένορκες δηλώσεις του επιδότη δεν αναφέρουν ποια ήταν η διεύθυνση του εν λόγω χώρου εργασίας ούτε και ποια εργασία εκτελείτο εκεί. Πέραν δε από την αναφορά του επιδότη ότι το πρόσωπο στο οποίο έγινε η επίδοση ήταν ο υπεύθυνος του χώρου εργασίας δεν υπάρχουν άλλα στοιχεία σε σχέση με το εν λόγω πρόσωπο, την ιδιότητα του συναρτώμενη με τον χώρο και την όποια σχέση του με τον Αιτητή ώστε να καταδεικνύεται ότι μπορεί να θεωρηθεί ως υπεύθυνος του χώρου εργασίας, στα πλαίσια της Δ.5 Κ.2(ii) («with any person apparently of such age and in charge of the place of his employment»). Από τη στιγμή λοιπόν που ο Αιτητής προβάλλει ενόρκως ουσιαστικά ότι δεν έγινε επίδοση σε πρόσωπο υπεύθυνο του χώρου εργασίας του εφόσον αυτός δεν εργαζόταν, ουσιαστικά αντικρούει τα όσα αναφέρονται στις ένορκες δηλώσεις του επιδότη. Μετά από αυτό εναπόκειτο πλέον στους Καθ' ων η αίτηση να προσκομίσουν τέτοια μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι η εν λόγω επίδοση ήταν καλή, κάτι που όμως δεν έπραξαν. Ως εκ των άνω κρίνεται ότι έχει καταδειχθεί ότι το κλητήριο ένταλμα στην αγωγή δεν επιδόθηκε σε πρόσωπο υπεύθυνο του χώρου εργασίας του Αιτητή, ως επιτρέπει η Δ.5 Κ.2(ii) σε περίπτωση που η επίδοση δεν γίνεται προσωπικά στον Εναγόμενο. Κατ' επέκταση κρίνεται ότι έγινε κακή επίδοση και ότι ο Αιτητής έχει καταδείξει πειστικό λόγο για το ότι δεν έλαβε γνώση της αγωγής πριν την έκδοση της απόφασης εναντίον του. Μετά την πιο πάνω διαπίστωση το Δικαστήριο είναι, σύμφωνα και με τη σχετική νομολογία, υποχρεωμένο ex debito justitiae να παραμερίσει την επίδικη απόφαση και δεν τίθεται θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας, μετά από εξέταση δηλ. της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης και της καθυστέρησης ή όχι στην έγερση της αίτησης. Ως έχει προαναφερθεί έκαστος έχει το βασικό ανθρώπινο δικαίωμα να πληροφορηθεί για τα δικαστικά μέτρα εναντίον του, τους λόγους για τους οποίους καλείται να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να προβάλει τους ισχυρισμούς του. Ως εκ των άνω εκδίδεται διάταγμα παραμερισμού της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του Εναγόμενου - Αιτητή, στις 31.5.11, στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Ο Εναγόμενος να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης και έκθεση υπεράσπισης εντός 21 ημερών από σήμερα. Κατά τα λοιπά να ακολουθηθούν οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί. Όσον αφορά τα έξοδα, η παρούσα δεν εμπίπτει στις περιπτώσεις στις οποίες παραμερίζεται απόφαση, η οποία εκδόθηκε κανονικά αλλά διαπιστώνεται ότι υπήρξε υπαιτιότητα του Εναγομένου και ως εκ τούτου, κατά συνήθη πρακτική, αυτά επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα (βλ. Κλεάνθους ν. Tradex Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 988). Εδώ η απόφαση παραμερίζεται καθότι εκδόθηκε χωρίς ο Αιτητής να γνωρίζει την ύπαρξη των εναντίον του δικαστικών μέτρων (αγωγής) και αυτός ήγειρε την παρούσα αίτηση για να προασπίσει τα δικαιώματα του και για να διορθώσει το σφάλμα. Συνεπώς δεν είναι ορθό ούτε και δίκαιο τα έξοδα να βαρύνουν τον Αιτητή (βλ. Γιωργαλλίδης ανωτέρω). Λαμβανομένων δε υπόψην όλων των περιστάσεων της παρούσας υπόθεσης θεωρώ δίκαιο όπως η κάθε πλευρά επωμισθεί τα έξοδα της, τόσον αυτά της παρούσας αίτησης όσον και τα μέχρι σήμερα έξοδα της αγωγής που χάνονται από τον παραμερισμό, με εξαίρεση τα έξοδα που επιδικάσθηκαν στον Εναγόμενο - Αιτητή με την προηγούμενη ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 9.5.14, για τα οποία θα ισχύει η εκεί εκδοθείσα διαταγή. (Υπ.) ............... Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim (Αναφορά: Πολιτική Δικονομία - Αίτηση παραμερισμού απόφασης) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο