← Κύπρος

ROYAL HIGHGATE PUBLIC COMPANY LIMITED ν. ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Αρ. Αγωγής: 2854/08, 27/6/2014

ROYAL HIGHGATE PUBLIC COMPANY LIMITED ν. ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Αρ. Αγωγής: 2854/08, 27/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A268 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2854/08 Μεταξύ: ROYAL SPORTS BETTING (FAMAGUSTA) LTD Εναγόντων και ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ Εναγόμενης ---------------------------------------------------------------------------- (Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερ. 6.6.13) Μεταξύ: ROYAL HIGHGATE PUBLIC COMPANY LIMITED Εναγόντων και ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ Εναγόμενης Ημερομηνία: 27.6.

  1. Για Ενάγοντες: κ. Γ. Τριλλίδης για Πολάκης Σαρρής & Σια Δ.Ε.Π.Ε.. Για Εναγόμενη: κ. Α. Κωνσταντίνου. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή οι Ενάγοντες αξιώνουν το ποσό των €11.513,37, δυνάμει υπόλοιπου λογαριασμού και/ή συμφωνίας παροχής υπηρεσιών και/ή συμφωνηθέντος υπολοίπου λογαριασμού, πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης μετά από διάταγμα Δικαστηρίου ημερ. 31.1.13, η εταιρεία ROYAL SPORTS BETTING (FAMAGUSTA) LΤD (στο εξής η εταιρεία) συγχωνεύθηκε (με ημερομηνία ισχύος 31.12.12) με την εταιρεία ROYAL HIGHGATE PUBLΙC COMPANY LIΜIΤΕD (στο εξής οι Ενάγοντες) και διαλύθηκε χωρίς εκκαθάριση. Περαιτέρω διατάχθηκε η μεταβίβαση στους Ενάγοντες ολόκληρης της επιχείρησης, ιδιοκτησίας καθώς και οποιωνδήποτε υποχρεώσεων της εταιρείας. Κατά τους ουσιώδεις για την αγωγή χρόνους η εταιρεία ασχολείτο μεταξύ άλλων με την αποδοχή και/ή την διεξαγωγή στοιχημάτων για ποδοσφαιρικά και/ή άλλα παιχνίδια. Δυνάμει γραπτής συμφωνίας που έγινε στη Λεμεσό με ημερομηνία 14.10.02 η εταιρεία αποδέχθηκε και/ή συμφώνησε και/ή προχώρησε στον διορισμό της Εναγόμενης ως Βοηθού Αποδέκτη στοιχημάτων αυτής με τους ακόλουθους όρους (μεταξύ άλλων): (α) η Εναγόμενη σε αντάλλαγμα των προσφερόμενων υπηρεσιών της προς της εταιρεία θα λάμβανε προμήθεια που ανερχόταν στο 10% (συμπεριλαμβανομένου και του Φ.Π.Α) και που θα υπολογιζόταν επί των εισπράξεων από στοιχήματα που θα ενεργούσε, αφού πρώτα από τις πιο πάνω εισπράξεις αφαιρείτο ο φόρος στοιχήματος, (β) τα ποσά που θα εισέπραττε η Εναγόμενη από παίκτες στοιχημάτων θα ήταν περιουσία της εταιρείας και η Εναγόμενη θα ενεργούσε σαν αντιπρόσωπος και θεματοφύλακας των ποσών αυτών, (γ) η εταιρεία θα παρείχε στην Εναγόμενη τριών ημερών πίστωση για κάθε υπ' αυτής οφειλόμενο ποσό από στοιχήματα. Κάθε Τετάρτη η Εναγόμενη υποχρεούνταν να εξοφλεί στην εταιρεία το σύνολο των εισπράξεων από στοιχήματα συμπεριλαμβανομένης και της φορολογίας που επιβάλλεται από την Κυπριακή Κυβέρνηση επί των αποδεχθέντων στοιχημάτων, που έγιναν από την Εναγόμενη μέχρι την προηγούμενη Κυριακή, αφού αφαιρούσε την συμφωνηθείσα προμήθεια και τα κερδηθέντα ποσά τα οποία κατέβαλε η Εναγόμενη προς τους πελάτες της που κέρδισαν. Σε αντίθετη περίπτωση η εταιρεία εδικαιούτο να τερματίσει αμέσως την συμφωνία αυτή και να αξιώσει από την Εναγόμενη και από τους εγγυητές της να πληρώσουν αμέσως όλα τα οφειλόμενα ποσά και αποζημιώσεις. Με την υπογραφή της ως άνω συμφωνίας η εταιρεία κατόπιν συναίνεσης και/ή εν γνώσει της Εναγόμενης και/ή εν πάση περιπτώσει χωρίς αυτή ουδέποτε να διαμαρτυρηθεί άνοιξε και/ή διατηρούσε για την Εναγόμενη λογαριασμό στον οποίο η Εναγόμενη χρεωνόταν και/ή πιστωνόταν με τις γενόμενες απ' αυτήν πληρωμές. Η Εναγόμενη από το 2002 έως το 2007 κατέβαλλε εβδομαδιαίως διαφορά ποσά για τις οφειλές της και ουδέποτε εξέφρασε οποιονδήποτε παράπονο και/ή ουδέποτε αμφισβήτησε τις χρεώσεις και πιστώσεις της κατάστασης λογαριασμού. Κατά το έτος 2007 το χρεωστικό υπόλοιπο της Εναγόμενης εξακολουθούσε να παραμένει σε υψηλά επίπεδα και η εταιρεία καλούσε την Εναγόμενη όπως εξοφλήσει αυτό. Παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες η Εναγόμενη δεν ανταποκρίθηκε και η εταιρεία την 16.11.07 τερμάτισε την προαναφερόμενη συμφωνία. Κατόπιν τούτου η εταιρεία απέστειλε στις 19.11.07 επιστολή στην Αρμόδια Αρχή με την οποία κοινοποιούσε το γεγονός και ζητούσε όπως ακυρωθεί η άδεια Βοηθού Αποδέκτη της Εναγομένης. Κατά τον τερματισμό της συμφωνίας το χρεωστικό υπόλοιπο της Εναγόμενης ήταν €28.599,
  2. Μετά την είσπραξη της εγγυητικής, η οποία είχε εκδοθεί επ' ονόματι της εταιρείας την 28.12.07 από την Εναγόμενη, ύψους €17.086.01, το οφειλόμενο ποσό ήταν €11.513.
  3. Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις η Εναγόμενη αρνείται και/ή παραλείπει και/ή αμελεί μέχρι σήμερα να εξοφλήσει το ως άνω χρέος της. Η Εναγόμενη καταχώρησε έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτηση στην αγωγή. Στην έκθεση υπεράσπισης αρνείται τα όσα αναφέρονται σε σχέση με τη συγχώνευση της εταιρείας με τους Ενάγοντες. Παραδέχεται ότι συνήψε συμφωνία με την εταιρεία (ROYAL SPORTS BETTING (FAMAGUSTA) LΤD) για να δέχεται στοιχήµατα. Αρνείται όμως ότι με την υπογραφή της συμφωνίας η εταιρεία άνοιξε και διατηρούσε λογαριασμό για την Εναγόμενη, ο οποίος χρεωπιστωνόταν ανάλογα και ότι ουδέποτε παραπονέθηκε ή αμφισβήτησε τις χρεωπιστώσεις της κατάστασης λογαριασμού. Ισχυρίζεται δε ότι κατέβαλλε τακτικά στην εταιρεία κάθε ποσό που εισέπραττε για λογαριασµό της και δηλώνει ότι συχνά είχαν διαφορές ως προς το ύψος του ποσού που απαιτούσε η εταιρεία, γεγονός για το οποίο η Εναγόµενη διαµαρτυρόταν. Περαιτέρω αρνείται ότι κατά το 2007 το χρεωστικό υπόλοιπο της εξακολουθούσε να παραμένει σε υψηλά επίπεδα, ότι η εταιρεία την καλούσε όπως το εξοφλήσει καθώς και ότι για αυτόν τον λόγο η εταιρεία τερμάτισε τη συμφωνία και ισχυρίζεται ότι ο λόγος τερματισμού ήταν ότι η Εναγόμενη δεν ανταποκρίθηκε στις παράλογες απαιτήσεις της εταιρείας. Άρνηση υπάρχει και για το ότι οφείλει το ποσό που αξιώνεται από τους Ενάγοντες και δηλώνει ότι δεν τους οφείλει κανένα ποσό και ότι η εταιρεία παράνοµα έκανε χρήση της εγγυητικής που τους είχε παραχωρήσει για το ποσόν των €17.086,
  4. Ισχυρίζεται δε ότι οι Ενάγοντες ουδέποτε πριν την καταχώρηση της αγωγής απαίτησαν είτε προφορικά είτε γραπτά να τους καταβάλει οιονδήποτε ποσό. Η εταιρεία την χρέωνε αυθαίρετα και αρκετές φορές αµελούσε να αφαιρέσει από τα ποσά που χρέωναν τις πληρωµές που έκανε η Εναγόµενη για λογαριασµό της σε άτοµα που είχαν κερδίσει και σταµάτησε να καταβάλλει στην Ενάγουσα το ποσόν των Λ.Κ.500 µηνιαίως που είχαν συµφωνήσει να καταβάλλεται για την κάλυψη των εξόδων του καταστήµατος. Όταν δε η Εναγόµενη διαµαρτυρήθηκε η εταιρεία τερµάτισε την συµφωνία. Ως εκ των άνω ζητά απόρριψη της αγωγής. Όσον αφορά την ανταπαίτηση της, η Εναγόμενη επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς της στην έκθεση υπεράσπισης της και ισχυρίζεται περαιτέρω ότι οι Ενάγοντες παράνοµα έκαναν χρήση της εγγυητικής και εισέπραξαν το ποσόν των €17.086,01, για το οποίο πλούτισαν αδικαιολόγητα. Έτσι ανταπαιτεί το εν λόγω ποσό με τόκους 9% από 16.11.07, πλέον έξοδα. Στην απάντηση τους στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση οι Ενάγοντες αρνούνται τους ισχυρισµούς της Εναγοµένης και αφού ουσιαστικά επαναλαμβάνουν τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης αναφέρουν ότι ουδέποτε υπήρξε οποιαδήποτε διαφορά µεταξύ της εταιρείας και της Εναγοµένης ως προς τα ποσά τα οποία απαιτούσε η πρώτη και ουδέποτε η Εναγόμενη διαµαρτυρήθηκε, εξέφρασε παράπονο και/ή αµφισβήτησε τις χρεώσεις και πιστώσεις της κατάστασης λογαριασµού. Περαιτέρω απορρίπτουν ως ψευδείς και εξωφρενικούς τους ισχυρισµούς ότι η εταιρεία παράνοµα έκανε χρήση της εγγυητικής και ότι πλούτισαν αδικαιολόγητα. Ισχυρίζονται επίσης ότι ουδέποτε χρέωσαν αυθαίρετα ούτε και αµέλησαν να αφαιρέσουν από τα ποσά που χρέωναν τις πληρωµές που έκανε η Εναγόµενη για λογαριασµό τους σε άτοµα που είχαν κερδίσει. Επιπρόσθετα δηλώνουν ότι κατέβαλλαν µηνιαίως το ποσό των Λ.Κ.500 στην Εναγοµένη και το συγκεκριµένο ποσό δόθηκε στην Εναγοµένη και κατά τον Ιανουάριο του 2008, δηλαδή µετά τον τερµατισµό της συµφωνίας. Ως εκ των άνω ζητούν απόρριψη της ανταπαίτησης με έξοδα υπέρ τους. Μαρτυρία Για την απόδειξη της υπόθεσης των Εναγόντων κατέθεσε ένας μάρτυρας. Από την πλευρά της η Εναγόμενη κατέθεσε η ίδια και κάλεσε άλλους δύο μάρτυρες. Κατατέθηκαν δε συνολικά 15 τεκμήρια. Ως Μ.Ε.1 κατέθεσε ο Φώτης Ψυντρίδης, οικονομικός διευθυντής των Εναγόντων, ο οποίος ανέφερε ουσιαστικά τα εξής: Οι Ενάγοντες είναι εταιρεία, η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα της οργάνωσης, διεξαγωγής και αποδοχής συλλογικών στοιχημάτων. Η εταιρεία Royal Sports Betting (Famagusta) Ltd (στο εξής RSBF) - στην οποία ο μάρτυρας ήταν επίσης ένας εκ των διευθυντών - συγχωνεύθηκε με διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημερομηνίας 30.1.13, με τους Ενάγοντες. Στα πλαίσια της συγχώνευσης αυτής μεταβιβάσθηκε στους Ενάγοντες ολόκληρη η επιχείρηση, η ιδιοκτησία και οι υποχρεώσεις της RSBF και η τελευταία διαλύθηκε χωρίς εκκαθάριση (με ημερομηνία ισχύος την 31.12.12) (βλ. τεκμήρια 2 και 3). Την 4.10.02 στη Λεμεσό, η RSBF συνήψε συμφωνία με την Εναγομένη (τεκμήριο 6) με την οποία τη διόριζαν ως Βοηθό Αποδέκτη Συλλογικών Στοιχημάτων (κοινώς πράκτορα στοιχημάτων). Ήταν ρητοί όροι της συμφωνίας, μεταξύ άλλων ότι: (α) η Εναγόμενη ως αντάλλαγμα των προσφερόμενων υπηρεσιών της λάμβανε προμήθεια από την RSBF ανερχόμενη στο 10% (συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ). Το 10% υπολογιζόταν επί των καθαρών εισπράξεων από τα στοιχήματα που διενεργούσε η Εναγόμενη (δηλαδή αφαιρούνταν προηγουμένως ο καταβλητέος προς την Κυπριακή Δημοκρατία, φόρος στοιχήματος), (β) τα χρηματικά ποσά που η Εναγόμενη εισέπραττε από τη διεξαγωγή στοιχημάτων ήταν περιουσία της RSBF και η Εναγόμενη φύλασσε αυτά τα ποσά υπέρ της RSBF ως θεματοφύλακάς τους, (γ) η RSBF παρείχε στην Εναγόμενη πίστωση 3 ημερών για κάθε οφειλόμενο από αυτή χρηματικό ποσό και κάθε Τετάρτη η Εναγόμενη είχε την υποχρέωση να καταβάλλει στην RSBF το σύνολο των εισπράξεων από τα στοιχήματα που είχε διεξαγάγει μέχρι την προηγούμενη Κυριακή (συμπεριλαμβανομένης της φορολογίας) αφού προηγουμένως είχε αφαιρέσει τη συμφωνηθείσα προμήθεια του 10% και οποιαδήποτε χρηματικά ποσά είχαν κερδίσει παίκτες και τα οποία η Εναγόμενη κατέβαλε απευθείας σε εκείνους, (δ) σε περίπτωση που η Εναγόμενη δεν τηρούσε τα όσα αναφέρονται υπό το (γ) ανωτέρω, η RSBF είχε δικαίωμα να τερματίσει τη συμφωνία και να αξιώσει από αυτήν όπως πληρώσει όλα τα οφειλόμενα χρηματικά ποσά. Με την υπογραφή της συμφωνίας, η RSBF άρχισε την τήρηση κατάστασης λογαριασμού επ' ονόματι της Εναγόμενης στον οποίο καταγράφονταν με ημερολογιακή σήμανση όλες οι χρεώσεις και οι πιστώσεις της Εναγόμενης ως αποτέλεσμα της συνεργασίας της με την RSBF. Κατέθεσε ως τεκμήριο 7 σχετική κατάσταση λογαριασμού της Εναγόμενης. Αναφορικά με το πως παίζονταν τα στοιχήματα ανέφερε ότι μέχρι το 2004 η συναλλαγή του πελάτη με τον κάθε πράκτορα δεν γινότανε μηχανογραφικά αλλά με το σύστημα της φώτομπετ κάμερας και του φαξ. Συγκεκριμένα ο πελάτης έγραφε τα στοιχήματα που ήθελε να παίξει με το ποσό σε ένα χαρτί, αυτό φωτογραφιζόταν με τη φώτομπετ κάμερα και στελλόταν με φαξ στα κεντρικά γραφεία των Εναγόντων για καταχώρηση. Από το 2004 εισήχθηκε μηχανογραφικό σύστημα και η όλη συναλλαγή γίνεται ηλεκτρονικά. Δηλ. μπαίνει στη μηχανή δελτίο στοιχήματος και αυτό μηχανογραφικά με τερματική μηχανή σκανάρεται και εισάγεται στο σύστημα των Εναγόντων και ο πελάτης παίρνει την μηχανογραφημένη απόδειξη από το πρακτορείο. Τέτοιο μηχάνημα μηχανογράφησης παραχωρήθηκε και στην Εναγόμενη. Στα κεντρικά γραφεία των Εναγόντων υπάρχει ένα κεντρικό μηχάνημα που ελέγχει όλα τα μηχανήματα των αντιπροσώπων. Έτσι όποιο παιγνίδι παιχτεί και το ποσό που παίζεται πάει στο κεντρικό σύστημα. Αυτό συνέβαινε και στην περίπτωση της Εναγόμενης. Το εν λόγω μηχάνημα δεν είναι ρυθμισμένο για κάθε πρακτορείο να κλείνει από μόνο του αυτόματα και να μην δέχεται άλλο στοίχημα, στην περίπτωση που δεν πληρωθούν τα στοιχήματα που παίχτηκαν την προηγούμενη εβδομάδα. Ως εξήγησε ο μάρτυρας αυτό θα ήταν εφικτό εάν ήταν συνδεδεμένη η τερματική μηχανή με το κεντρικό σύστημα της εταιρείας και την τράπεζα. Δεν υπήρχε όμως τέτοια σύνδεση με την τράπεζα και έτσι δεν μπορεί να γνωρίζει το μηχάνημα εάν έχει πληρώσει ο πράκτορας ή όχι. Έτσι για να δώσει την εντολή το κεντρικό σύστημα να απενεργοποιηθεί η μηχανή πρέπει να υπεισέλθει ο ανθρώπινος παράγοντας. Από την αρχή της συνεργασίας, το χρεωστικό υπόλοιπο της Εναγόμενης προς την RSBF ήταν αρκετά υπολογίσιμο και η RSBF καλούσε προφορικά και σε φιλικό τόνο την Εναγόμενη να το μειώσει. Παρά τις οχλήσεις της RSBF, το έτος 2007 το χρεωστικό υπόλοιπο της Εναγόμενης εξακολουθούσε να είναι υψηλό και παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της RSBF, η Εναγόμενη αμελούσε ή αδυνατούσε να το εξοφλήσει. Κατόπιν τούτου η RSBF με επιστολή ημερομηνίας 16.11.07 προς την Εναγόμενη τερμάτισε τη συμφωνία. Από έρευνα που έκανε ο μάρτυρας δεν κατόρθωσε να εντοπίσει αντίγραφο της εν λόγω επιστολής. Περαιτέρω η RSBF με επιστολή της ημερ. 19.11.07 (τεκμήριο 8) ενημέρωσε το Γενικό Λογιστή της Δημοκρατίας για τον προαναφερόμενο τερματισμό και ο Γενικός Λογιστής με επιστολή του ημερ. 20.11.07 (τεκμήριο 9) ακύρωσε την άδεια Βοηθού Αποδέκτη της Εναγόμενης. Κατά τον τερματισμό της συμφωνίας, το χρεωστικό υπόλοιπο της Εναγόμενης ήταν €28.599,
  5. Η Εναγόμενη στα πλαίσια της συμφωνίας της με την RSBF, είχε καταθέσει προς όφελος της τελευταίας, ανέκκλητη τραπεζική εγγύηση (εγγυητική) ύψους €17.086,01, η οποία ανανεωνόταν και ήταν σε ισχύ προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων της Εναγόμενης κατά τον τερματισμό της συμφωνίας. Η RSBF την 19.11.07, μετά τον τερματισμό της συμφωνίας, απέστειλε επιστολή προς τη ΣΠΕ Αλεθρικού με την οποία ζητούσε την εξαργύρωση της εν λόγω εγγυητικής (τεκμήριο 10). Η ΣΠΕ Αλεθρικού ενέκρινε το αίτημα και η RSBF εξαργύρωσε την εν λόγω εγγυητική στις 28.12.07 και αφαίρεσε το ποσό αυτής από το χρεωστικό υπόλοιπο της Εναγόμενης με αποτέλεσμα η Εναγόμενη να οφείλει μέχρι και σήμερα στους Ενάγοντες το ποσό των €11.513,
  6. Το ότι η Εναγόμενη καθυστερούσε τακτικά στην καταβολή των οφειλόμενων χρημάτων προς την RSBF με αποτέλεσμα να εξακολουθεί να οφείλει το ποσό των €11.513,37 από το 2008 μέχρι και σήμερα, επιβεβαιώνεται, μεταξύ άλλων, και από τα στοιχεία του ελεγκτικού οίκου KPMG, ορκωτών λογιστών της RSBF, οι οποίοι ελέγχουν ετησίως τις οικονομικές καταστάσεις της RSBF (σχετική επιστολή ημερ. 11.10.12 κατατέθηκε ως τεκμήριο 13). Ανέφερε επίσης ο μάρτυρας στην αντεξέταση του ότι όλα τα κουπόνια που παίζονταν στο πρακτορείο της Εναγόμενης πήγαιναν με τους πιο πάνω αναφερόμενους τρόπους στα κεντρικά γραφεία των Εναγόντων και βάση αυτών γινόταν η χρέωση της Εναγόμενης. Σε ερώτηση εάν μπορεί να παρουσιάσει στο Δικαστήριο τα κουπόνια που παίχτηκαν από το πρακτορείο της Εναγομένης για να εξακριβωθεί σε τι ποσό ανέρχονται και αφού αφαιρεθούν τα ποσά τα οποία κατέβαλε η Εναγομένη να εξακριβωθεί κατά πόσο οφείλει και τι, εξήγησε ότι αυτό δεν είναι εφικτό καθότι πρόκειται για δεκάδες χιλιάδες κουπόνια, τα οποία είναι αποθηκευμένα στο κεντρικό σύστημα και ότι γι' αυτό το λόγο έχουν και τους ελεγκτές που επιβεβαιώνουν τα νούμερα. Εξήγησε σχετικά με το τεκμήριο 7 ότι από την 1.7.04 εισήξαν μηχανογραφημένο λογιστικό σύστημα, οπόταν όλα τα προηγούμενα υπόλοιπα μεταφέρθηκαν σε αυτό σαν «opening balance». Έτσι και για την Εναγόμενη υπήρχε χρεωστικό υπόλοιπο για την προηγούμενη περίοδο που μεταφέρθηκε. Όταν ρωτήθηκε ουσιαστικά στην αντεξέταση του να πει με βάση τις αναφορές στο τεκμήριο 7, πώς βγαίνει χρεωστικό υπόλοιπο και συγκεκριμένα τι στοιχήματα παίχτηκαν ανέφερε ότι δεν τα είχε στη διάθεση του και εξήγησε ότι το συνολικό ποσό των στοιχημάτων που φαίνεται εκεί αφορά το συνολικό αριθμό αξίας των στοιχημάτων, μείον την προμήθεια του πράκτορα, μείον τα κέρδη των πελατών. Επανέλαβε ότι πρόκειται για χιλιάδες στοιχήματα και πρόσθεσε ότι συνήθως οι πράκτορες ξέρουν ακριβώς τον αριθμό των στοιχημάτων και κρατάνε αρχείο λογιστικό και εάν υπάρξει κάποια ασυνεννοησία, θα πρέπει να πάνε στα γραφεία των Εναγόντων για να εξετάσουμε το θέμα. Δεν τέθηκε δε ποτέ τέτοιο θέμα από την Εναγόμενη κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους. Είπε επίσης ότι ουδέποτε η RSBF ή οι Ενάγοντες χρέωσαν αυθαίρετα την Εναγόμενη και ουδέποτε αμέλησαν να αφαιρέσουν από τον λογαριασμό της οποιαδήποτε ποσά που έδωσε σε άτομα που είχαν κερδίσει στοιχήματα. Επίσης ουδέποτε η Εναγόμενη εξέφρασε οποιεσδήποτε διαφωνίες ή διαμαρτυρίες σχετικά με χρηματικές διαφορές με την RSBF ή τους Ενάγοντες και ουδέποτε οι RSBF ή οι Ενάγοντες είχαν παράλογες απαιτήσεις από αυτήν. Κατά τη συνεργασία τους με την Εναγόμενη η τελευταία δέχθηκε πολλές φορές - αλλά όχι γραπτώς - ότι οφείλει χρήματα και πολλές φορές είχαν καταλήξει σε τρόπου αποπληρωμής του χρεωστικού υπολοίπου με κάποιες δόσεις. Δεν ζητήθηκε δε ποτέ από την Εναγόμενη να αποδεχτεί γραπτώς οποιοδήποτε πιστωτικό λογαριασμό. Πριν την καταχώρηση της αγωγής, οι δικηγόροι της RSBF απέστειλαν στην Εναγόμενη στην οδό Γλάδστωνος 96 στη Λεμεσό, διπλοσυστημένη επιστολή ημερ. 15.4.08 με την οποία την καλούσαν να εξοφλήσει το εν λόγω υπόλοιπο πλην αυτή επιστράφηκε με την ένδειξη «ΑΖΗΤΗΤΟ» (η επιστολή με τον φάκελο κατατέθηκε ως τεκμήριο 11). Το ποσό των Λ.Κ.500 μηνιαίως που καταβαλλόταν προς την Εναγόμενη ex gratia ουδέποτε διακόπηκε αλλά καταβαλλόταν κανονικά και απρόσκοπτα. Μάλιστα η τελευταία δόση των Λ.Κ.500 καταβλήθηκε την 2.1.08, δηλαδή μετά τον τερματισμό της συμφωνίας. Σχετική κατάσταση λογαριασμού, όπου φαίνονται οι μηνιαίες καταβολές του εν λόγω ποσού στην Εναγόμενη, κατατέθηκε ως τεκμήριο
  7. Το ποσό αυτό ήταν για το πρακτορείο R105 δηλ. για το πρακτορείο της Εναγόμενης και το λάμβανε είτε η Εναγόμενη είτε ο Γιώργος Κωνσταντίνου. Ως Μ.Υ.1 κατέθεσε ο Φλώρης Χριστοδούλου, ο οποίος ανέφερε τα ακόλουθα: Από το 1991 και μέχρι πριν δύο χρόνια ήταν αντιπρόσωπος ποδοσφαιρικών στοιχημάτων αρχικά με άλλη εταιρεία και στη συνέχεια μετά τη συγχώνευση της με τους Ενάγοντες. Διατηρούσε πρακτορείο στη Λεμεσό. Αναφορικά με το πώς παίζονταν τα στοιχήματα είπε ότι εκδιδόταν μόνο ένα κουπόνι το οποίο έπαιρνε ο πελάτης και αυτό διοχετευόταν στο σύστημα της εταιρείας. Ο αντιπρόσωπος δεν είχε αντίγραφο του κουπονιού. Σε ερώτηση πότε ήταν υποχρεωμένος να πληρώσει στην εταιρεία τα κουπόνια που παίζονταν είπε ότι κάθε πράκτορας με δικό του κωδικό δούλευε για όλη την εβδομάδα και κάθε Δευτέρα πρωί έπρεπε να περάσει τον κωδικό του στο μηχάνημα και εκδιδόταν εβδομαδιαίο «statement» όπου αναγραφόταν το σύνολο του εβδομαδιαίου ποσού που παιζόταν στο πρακτορείο του, αφαιρούσε την προμήθεια του, μετά αφαιρούνταν τα κέρδη που είχε το πρακτορείο και ανάλογα μετά από ένα πολύ μικρό χρονικό διάστημα μετά την έκδοση του εβδομαδιαίου λογαριασμού, αν θυμάται καλά την Τετάρτη ή την Πέμπτη, έπρεπε να πληρωθεί το συγκεκριμένο ποσό στην εταιρεία. Σε περίπτωση που τα κέρδη ήταν πιο πολλά από τον τζίρο η εταιρεία έκανε κατάθεση στο λογαριασμό του αντιπροσώπου. Εάν κάποιος αντιπρόσωπος δεν πλήρωνε την εταιρεία εντός του χρονικού πλαισίου τότε η εταιρεία μπορούσε να κλείσει το μηχάνημα. Σε ερώτηση εάν έκλεινε πάντα το μηχάνημα είπε ότι αυτό δεν συνέβηκε ποτέ στον ίδιο. Πρόσθεσε δε ουσιαστικά ότι από ότι γνωρίζει από συναδέλφους του σε ορισμένες περιπτώσεις υπήρχε διαπραγμάτευση και ήταν στην ευχέρεια της εταιρείας να δώσει παράταση πληρωμής. Δεν μπορεί να γνωρίζει όμως εάν μπορούσε να δοθεί τέτοια παράταση ανεξάρτητα του οφειλόμενου ποσού. Πιστεύει ότι αν ήταν μεγάλο το ποσό δεν μπορούσε να δοθεί παράταση. Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι η συνεργασία του με την εταιρεία, καθ' όλο το χρονικό διάστημα που ήταν πράκτορας ήταν ομαλή και δεν είχαν ποτέ σοβαρές διενέξεις. Δεν χρειάστηκε ποτέ η εταιρεία να του απενεργοποιήσει το μηχάνημα διεξαγωγής στοιχημάτων κάτι που συνέβαινε επειδή ήταν εντάξει με τις υποχρεώσεις του. Δεν είχε ποτέ διαφωνίες με την εταιρεία όσον αφορά το εβδομαδιαίο «statement» που εξέδιδε το μηχάνημα ούτε όσον αφορά οποιοδήποτε ποσό αυτός όφειλε ή του οφειλόταν. Δεν μπορεί να γνωρίζει πώς διατηρούσε η εταιρεία τα αρχεία της δηλαδή αν διατηρούσε κάποιο λογαριασμό όσον αφορά το πρακτορείο του όπου καταγράφονταν οι χρεωπιστώσεις σε εβδομαδιαία βάση. Ο ίδιος είχε το λογιστή του οπόταν έδιδε όλα τα «statement» σ' αυτόν, ο οποίος έκλεινε τα βιβλία κάθε τέλος του χρόνου. Πιστεύει ότι και η εταιρεία θα είχε ένα ειδικό «statement» για τον κάθε αντιπρόσωπο γιατί το σύστημα που δούλευαν ο καθένας είχε την μερίδα και τον κωδικό του, οπόταν πιστεύει ότι με ένα πάτημα ενός κουμπιού στο κεντρικό θα μπορούσε να είχε την ευχέρεια η εταιρεία να δει ότι ήθελε για το συγκεκριμένο αντιπρόσωπο δηλαδή όσα λεφτά είχαν στοιχηματίσει στο πρακτορείο, πόση προμήθεια πήρε ο αντιπρόσωπος και αν το πρακτορείο ήταν ζημιογόνο ή κερδοφόρο. Αυτό το συμπεραίνει γιατί ορισμένες φορές που είχε συνάντηση με την εταιρεία στα κεντρικά γραφεία στην Λευκωσία του είχαν παρουσιάσει σε χαρτί αναλυτικά αυτά που προανέφερε. Σε ερώτηση εάν συμφωνεί ότι το μηχάνημα σε περίπτωση που υπήρχε χρεωστικό υπόλοιπο δεν έκλεινε αυτόματα αλλά χρειαζόταν ο ανθρώπινος παράγοντας για να δώσει την εντολή να κλείσει, απάντησε ότι πιστεύει ότι ο ανθρώπινος παράγοντας θα ερχόταν μετά το κλείσιμο του συστήματος. Σε σχέση με την αναφορά του σε ευχέρεια διαπραγμάτευσης στην κυρίως εξέταση, είπε στην αντεξέταση ότι δεν αναφέρθηκε αν αυτό ήταν πριν ή μετά το κλείσιμο της μηχανής αλλά ότι τέτοια ευχέρεια υπήρχε. Τέλος σε ερώτηση εάν μπορούσε να υπάρχει και πριν το κλείσιμο της μηχανής απάντησε ότι δεν ξέρει αλλά πιστεύει όχι. Ως Μ.Υ.2 κατέθεσε ο Γιώργος Κωνσταντίνου, ο οποίος ανέφερε τα ακόλουθα: Εργαζόταν στο πρακτορείο της Εναγόμενης από την έναρξη της λειτουργίας του μέχρι το κλείσιμο του. Είχε συμφωνήσει με την Εναγόμενη να παίρνει ποσοστά από την προμήθεια της και αυτό το γνώριζαν οι Ενάγοντες και το αποδέχτηκαν. Κατά την υπογραφή της συμφωνίας μεταξύ Εναγόντων και Εναγομένων ήταν παρών και ο μάρτυρας, ο οποίος και εγγυήθηκε γραπτώς την Εναγόμενη. Δεν είχε δοθεί τότε στην Εναγόμενη το ποσόν των €100.000 σε μετρητά, όπως αναφέρεται στη συμφωνία, ούτε οποιοδήποτε άλλο ποσό. Τα στοιχήματα από τους πελάτες τα δεχόταν ο μάρτυρας και ορισμένες φορές η Εναγόμενη. Ως προς το πώς διεξαγόταν ένα στοίχημα είπε ότι οι πελάτες έγραφαν σε ένα πρόχειρο χαρτί τις ομάδες και τα αποτελέσματα και το ποσό και το έδιναν στο μάρτυρα. Ο τελευταίος περνούσε αυτό το χαρτί από ένα ειδικό μηχάνημα που τους είχαν παραχωρήσει οι Ενάγοντες και αυτό πήγαινε αμέσως ηλεκτρονικά στα κεντρικά γραφεία των Εναγόντων. Συγχρόνως το μηχάνημα έβγαζε μια απόδειξη - κουπόνι (διευκρίνισε στην αντεξέταση ότι αυτά ήταν το ίδιο πράγμα), στην οποία αναγράφονταν τα αποτελέσματα, το ποσό που είχε πληρωθεί για το στοίχημα και το ποσό που θα κέρδιζε και η απόδειξη αυτή παραδιδόταν στον πελάτη. Στο πρακτορείο δεν κρατούσαν κανένα από αυτά τα έγγραφα αφού την απόδειξη την έδιδαν στον πελάτη και το πρόχειρο χαρτί που τους έδινε ο πελάτης το πέταγαν. Οι δε Ενάγοντες τους χρέωναν με το ποσό που αναγραφόταν στην απόδειξη. Μέχρι την Τετάρτη της επόμενης εβδομάδας έπρεπε να πληρωθεί στους Ενάγοντες όλο το ποσό των στοιχημάτων που είχαν παιχτεί μέχρι την Κυριακή, αφού προηγουμένως αφαιρείτο η προμήθεια που ήταν 10% και το ποσό που το πρακτορείο πλήρωνε σ' αυτούς που είχαν κερδίσει. Πλήρωναν πάντοτε με αυτό τον τρόπο τους Ενάγοντες κάθε εβδομάδα και ουδέποτε υπήρχε χρεωστικός λογαριασμός για το πρακτορείο. Τις πληρωμές προς τους Ενάγοντες τις έκανε πάντοτε ο μάρτυρας. Η πληρωμή γινόταν με κατάθεση στο τραπεζικό λογαριασμό των Εναγόντων. Όταν γινόταν τέτοια κατάθεση απέστελλαν την ίδια ημέρα με φαξ την απόδειξη της κατάθεσης στα γραφεία των Εναγόντων στη Λευκωσία. Σε περίπτωση που το ποσό των στοιχημάτων της προηγούμενης εβδομάδας δεν είχε εξοφληθεί μέχρι την Τετάρτη, το μηχάνημα ήταν ρυθμισμένο από τους Ενάγοντες να κλείνει και να μην μπορεί να δεχτεί άλλα στοιχήματα. Υπήρχε όρος στη συμφωνία που υπόγραψε η Εναγόμενη με τους Ενάγοντες να καταβάλλουν οι Ενάγοντες στην Εναγόμενη το ποσόν των Λ.Κ.500 κάθε μήνα για την κάλυψη μέρους των αναγκών της λειτουργίας του πρακτορείου (δηλαδή ποτά και πρόχειρο φαγητό που κερνούσαν σε πελάτες, καθαριστικά, ηλεκτρισμό, νερό κ.λ.π.). Από τις αρχές του 2007 άρχισαν να δημιουργούνται προβλήματα στις σχέσεις τους με τους Ενάγοντες αφού οι τελευταίοι τους πίεζαν να αυξήσουν τον κύκλο των εργασιών και σταμάτησαν να καταβάλλουν το προαναφερόμενο ποσό των Λ.Κ.
  8. Τους κατέβαλαν αυτό το ποσό μόνο τον Μάρτιο και τον Μαίο του
  9. Στις 15.11.07 ο μάρτυρας πήγε στα γραφεία των Εναγόντων στην Λευκωσία και διαμαρτυρήθηκε στον Μ.Ε.1 για τις πιέσεις που δέχονταν και κυρίως για την αποκοπή του ποσού των Λ.Κ.
  10. Στις 16.11.07 ο Μ.Ε.1 έδωσε οδηγίες σε υπάλληλο των Εναγόντων, ο οποίος πήγε στο πρακτορείο της Εναγόμενης και πήρε το μηχάνημα που δεχόταν τα στοιχήματα. Ουδέποτε έστειλαν στην Εναγόμενη ή στον μάρτυρα, σαν εγγυητή, επιστολή τερματισμού της συμφωνίας. Επίσης ποτέ πριν την καταχώρηση της αγωγής, οι Ενάγοντες ενόχλησαν την Εναγόμενη και το μάρτυρα είτε προφορικά είτε γραπτώς, ότι τους οφείλουν οποιοδήποτε ποσό. Τέλος ως Μ.Υ.3 κατέθεσε η ίδια η Εναγόμενη, της οποίας η εκδοχή ήταν η ακόλουθη: Τον Οκτώβριο του 2002 συμφώνησε γραπτώς με τους Ενάγοντες να δέχεται στοιχήματα για λογαριασμό τους σε πρακτορείο που βρισκόταν στην οδό Γλάδστωνος 96 στη Λεμεσό. Τα στοιχήματα στο πρακτορείο τα δεχόταν ο Μ.Υ.2 με τον οποίο η Εναγόμενη είχε συνεργασία αφού έπαιρνε ποσοστά από την προμήθεια της, η οποία ήταν 10% πάνω στις καθαρές εισπράξεις των στοιχημάτων. Ο πελάτης που ήθελε να παίξει στοίχημα έγραφε, πάνω σε έντυπα με την επωνυμία των Εναγόντων που την προμήθευαν, τις ομάδες που ήθελε και τα αποτελέσματα που ζητούσε. Στη συνέχεια το έντυπο αυτό περνούσε από μια ειδική μηχανή που την είχαν προμηθεύσει οι Ενάγοντες και μεταφερόταν απευθείας στα κεντρικά γραφεία των Εναγόντων και συγχρόνως το μηχάνημα εξέδιδε μια απόδειξη στην οποία φαίνονταν οι ομάδες και τα αποτελέσματα που ζητούσε και το ποσό που έπρεπε να πληρώσει. Αυτή την απόδειξη την έπαιρνε ο πελάτης. Στο πρακτορείο δεν κρατούσαν αντίγραφο του κουπονιού αλλά ούτε και αντίγραφο της απόδειξης αφού μια απόδειξη έκδιδε το μηχάνημα και την έπαιρνε ο πελάτης. Πάντοτε μέχρι την Τετάρτη της επόμενης εβδομάδας πλήρωνε στους Ενάγοντες όλο το ποσό των στοιχημάτων που είχαν παιχτεί στο πρακτορείο μέχρι την Κυριακή, αφού προηγουμένως αφαιρούσε την προμήθεια της και τα ποσά που είχε πληρώσει σε παίκτες που είχαν κερδίσει. Ουδέποτε υπήρχε χρεωστικός λογαριασμός. Η πληρωμή γινόταν κάθε εβδομάδα με κατάθεση στον τραπεζικό λογαριασμό των Εναγόντων. Τις πληρωμές τις έκανε συνήθως ο Μ.Υ.2 και κάποτε η Εναγόμενη. Όταν γινόταν η πληρωμή στην τράπεζα η Εναγόμενη έστελλε με φαξ στα κεντρικά γραφεία των Εναγόντων την απόδειξη της κατάθεσης. Εάν το ποσό των στοιχημάτων της προηγούμενης εβδομάδας δεν είχε εξοφληθεί μέχρι την Τετάρτη, το μηχάνημα ήταν ρυθμισμένο από τους Ενάγοντες να κλείνει και να μην μπορεί να δεχτεί άλλα στοιχήματα. Υπήρχε όρος στη συμφωνία με τους Ενάγοντες ότι οι τελευταίοι θα καταβάλλουν κάθε μήνα Λ.Κ.500 για το ενοίκιο του υποστατικού όπου στεγαζόταν το πρακτορείο και άλλες Λ.Κ.500 για την κάλυψη μέρους των εξόδων του πρακτορείου. Αρχές του 2007 άρχισαν να δημιουργούνται προβλήματα στις σχέσεις της με τους Ενάγοντες αφού την πίεζαν να αυξήσει τον κύκλο των εργασιών και σταμάτησαν να της καταβάλλουν το αντίστοιχο ποσό των Λ.Κ.500 για τα έξοδα. Της κατέβαλαν το ποσό αυτό μόνο για τον Μάρτιο και τον Μάιο του
  11. Η Εναγόμενη είχε μιλήσει τηλεφωνικώς πολλές φορές με τον Μ.Ε.1 και πάντοτε διαμαρτυρόταν για τις πιέσεις που δεχόταν κυρίως από τον ίδιο και για την αποκοπή του ποσού των Λ.Κ.500 για την κάλυψη μέρους των εξόδων. Στις 16.11.07 ο Μ.Ε.1 έδωσε οδηγίες σε υπάλληλο των Εναγόντων και πήγε στο πρακτορείο και πήρε το μηχάνημα που δεχόταν τα στοιχήματα. Ουδέποτε οι Ενάγοντες της απέστειλαν επιστολή τερματισμού της συμφωνίας. Ποτέ δεν την ενόχλησαν είτε προφορικά είτε γραπτώς ότι τους οφείλει οποιοδήποτε ποσό. Στη συμφωνία αναγράφεται ότι οι Ενάγοντες με την υπογραφή της έδωσαν το ποσό των Λ.Κ.100.000 σε μετρητά. Ουδέποτε της έδωσαν αυτό το ποσό ή οποιοδήποτε άλλο ποσό και εκείνη υπέγραψε τη συμφωνία χωρίς να προσέξει τον όρο αυτό. Κανένα ποσό οφείλει στους Ενάγοντες και παράνομα έκαναν χρήση της εγγυητικής που τους είχε παραχωρήσει και εισέπραξαν το ποσό των €17.086 το οποίο ζητά να της επιστραφεί. Αξιολόγηση μαρτυρίας Ο Μ.Ε.1 θα πρέπει να λεχθεί ότι μου έκανε καλή εντύπωση. Επεξήγησε ικανοποιητικά και με σαφήνεια το πως δημιουργήθηκε και διαμορφώθηκε το αξιούμενο χρέος της Εναγόμενης, απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα στις ερωτήσεις και όλα όσα του τέθηκαν, δεν περιέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις, οι θέσεις του ήταν σταθερές και συνεπείς καθόλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του, συνήδαν με το περιεχόμενο των τεκμηρίων που κατέθεσε και δεν κλονίσθηκαν κατά την αντεξέταση του. Το μόνο σημείο της μαρτυρίας του που δεν μπορεί να γίνει δεκτό είναι το σχετικό με το ότι με την υπογραφή της συμφωνίας, καταβλήθηκε στην Εναγόμενη ποσό Λ.Κ.100.000, ως προβλέπει η συμφωνία. Πρέπει όμως να διευκρινισθεί ότι η κατάληξη αυτή δεν έχει να κάνει με την αξιοπιστία του μάρτυρα αλλά με το ότι το θέμα δεν δικογραφείται. Άλλωστε προέκυψε μετά από σχετική ερώτηση στην αντεξέταση του. Ως εκ των άνω η μαρτυρία του Μ.Ε.1, με τη διευκρίνιση που προαναφέρθηκε, γίνεται δεκτή. Ο Μ.Υ.1 θα πρέπει να λεχθεί ότι επίσης μου έκανε καλή εντύπωση. Απαντούσε με αμεσότητα και σαφήνεια στις ερωτήσεις που του τέθηκαν, ήταν συνεπής στις θέσεις του, οι οποίες ως επί το πλείστω δεν αμφισβητήθηκαν και γενικά άφησε την εντύπωση ενός ειλικρινούς μάρτυρα. Όσον δε αφορά το κλείσιμο του μηχανήματος στην κυρίως εξέταση του είπε ότι εάν κάποιος αντιπρόσωπος δεν πλήρωνε την εταιρεία εντός του χρονικού πλαισίου τότε η εταιρεία μπορούσε να κλείσει το μηχάνημα. Ήταν όμως σαφής ότι δεν συνέβηκε ποτέ στον ίδιο κάτι τέτοιο. Δεν είχε λοιπόν προσωπική γνώση. Σε ερώτηση δε στην αντεξέταση εάν συμφωνεί ότι το μηχάνημα σε περίπτωση που υπήρχε χρεωστικό υπόλοιπο δεν έκλεινε αυτόματα αλλά χρειαζόταν ο ανθρώπινος παράγοντας για να δώσει την εντολή να κλείσει, απάντησε, όχι με βάση κάποια προσωπική του γνώση αλλά δηλώνοντας ουσιαστικά γνώμη (την οποία δεν εξήγησε πως διαμόρφωσε), ότι πιστεύει ότι ο ανθρώπινος παράγοντας θα ερχόταν μετά το κλείσιμο του συστήματος. Ανέφερε επίσης ότι από ότι γνωρίζει από συναδέλφους του σε ορισμένες περιπτώσεις υπήρχε διαπραγμάτευση και ήταν στην ευχέρεια της εταιρείας να δώσει παράταση πληρωμής. Δεν γνώριζε όμως εάν μπορούσε να δοθεί τέτοια παράταση ανεξάρτητα του οφειλόμενου ποσού. Διευκρίνισε δε στην αντεξέταση ότι τα όσα ανέφερε για ευχέρεια διαπραγμάτευσης δεν τα τοποθετούσε χρονικά πριν ή μετά το κλείσιμο της μηχανής αλλά με την έννοια ότι υπήρχε γενικά τέτοια ευχέρεια. Ούτε λοιπόν για το θέμα της διαπραγμάτευσης ο μάρτυρας είχε προσωπική γνώση. Ως εκ των άνω κρίνεται ότι για το θέμα του αυτόματου κλεισίματος του μηχανήματος σε περίπτωση ύπαρξης χρεωστικού υπολοίπου αλλά και για το θέμα της διαπραγμάτευσης σε τέτοια περίπτωση, η μαρτυρία του Μ.Υ.1 δεν μπορεί να γίνει δεκτή, εφόσον, πέραν του ότι δεν προερχόταν από προσωπική του γνώση, δεν χαρακτηριζόταν από τον απαιτούμενο βαθμό βεβαιότητας και δεν εδραζόταν σε συγκεκριμένα στοιχεία. Συνεπώς η μαρτυρία του Μ.Υ.1, με την διευκρίνιση που έγινε ανωτέρω, γίνεται κατά τα λοιπά δεκτή. Αναφορικά με την αποδοχή μέρους μαρτυρίας μάρτυρα και απόρριψης άλλου μέρους παραπέμπω στις υποθέσεις Kades v. Nicolaou & Another

(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ.
  1. Αντίθετα με τους προαναφερθέντες μάρτυρες ο Μ.Υ.2 δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση. Η μνήμη του ήταν επιλεκτική, οι θέσεις του δεν χαρακτηρίζονταν από σταθερότητα και συνέπεια, κάποιες από αυτές δεν βρίσκουν έρεισμα στη λογική ενώ για άλλες η βεβαιότητα που εξέφρασε δεν στηριζόταν σε γεγονότα και στοιχεία αλλά σε συμπεράσματα του που δεν εδράζονταν σε πραγματικά γεγονότα. Ήταν εμφανές ότι δεν προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια αλλά για να βοηθήσει την Εναγόμενη να πείσει για την εκδοχή της. Πέραν των πιο πάνω ενώ, ως θα διαφανεί στη συνέχεια, προσπάθησε να στηρίξει την εκδοχή της Εναγόμενης και η μαρτυρία της τελευταίας δόθηκε ώστε να συνάδει με τη αυτή του μάρτυρα, εντούτοις κάποια σημεία της μαρτυρίας τους διαφοροποιούνται ουσιωδώς. Συγκεκριμένα: Στην γραπτή του δήλωση, η οποία κατατέθηκε ως μέρος της κυρίως εξέταση του, αναφορικά με το ποσό των Λ.Κ.500 που είχε συμφωνηθεί να δίδουν οι Ενάγοντες στην Εναγόμενη κάθε μήνα για την κάλυψη μέρους των αναγκών της λειτουργίας του πρακτορείου, είπε ότι από τις αρχές του 2007 άρχισαν να δημιουργούνται προβλήματα στις σχέσεις με τους Ενάγοντες αφού οι τελευταίοι τους πίεζαν να αυξήσουν τον κύκλο των εργασιών και σταμάτησαν να τους το καταβάλλουν. Είπε όμως ότι τους κατέβαλαν αυτό το ποσό μόνο τον Μάρτιο και τον Μάιο του
  2. Στη συνέχεια στην κυρίως εξέταση του είπε αναφορικά με το τεκμήριο 12 (το οποίο δέχθηκε ουσιαστικά ότι αφορούσε το πρακτορείο τους με βάση τον κωδικό R105) και πιο συγκεκριμένα για την σελίδα 9 αυτού, ότι την 1.3.07 τους κατέβαλαν το εν λόγω ποσό. Το ίδιο είπε και για την ημερομηνία 1.5.07 στη σελίδα 10 του ίδιου τεκμηρίου. Αναφορικά όμως με τη σελίδα 12 και την καταγραφή εκεί ότι στις 2.1.08 τους καταβλήθηκε ως έξοδα ίδιο ποσό, είπε ουσιαστικά ότι δεν πήραν αυτό το ποσό εφόσον οι Ενάγοντες διέκοψαν τη συνεργασία το
  3. Στη συνέχεια είπε ουσιαστικά ότι αυτό έγινε τον Ιούνιο του 2007 για να προσθέσει όμως αμέσως μετά ότι δεν μπορεί να θυμηθεί αλλά ότι ήταν το
  4. Εδώ να σημειωθεί ότι σε άλλο μέρος της αντεξέτασης του είπε ότι η συνεργασία διακόπηκε στις 16.11.
  5. Στην αντεξέταση του δέχθηκε ότι από το 2002 ως το τέλος του 2006 οι Ενάγοντες τους έδιναν κανονικά το εν λόγω ποσό. Όταν του τέθηκαν τα όσα είπε σχετικά στην κυρίως εξέταση για τη σελίδα 9 του τεκμηρίου 12 και του ζητήθηκε να δει από την ίδια σελίδα και να πει εάν σε προηγούμενες ημερομηνίες πήρε αυτός ή το πρακτορείο κάποιο ποσό, απάντησε ότι δεν καταλαβαίνει τι γράφει η εν λόγω σελίδα και δεν βλέπει καλά. Επέμενε παρόλα αυτά ότι για το 2007 οι Ενάγοντες τους κατέβαλαν τέτοιο ποσό μόνο τους μήνες Μάρτιο και Μάιο. Όταν όμως ρωτήθηκε γιατί ειδικά αυτούς τους μήνες, μη πειστικά απάντησε ότι δεν ξέρει και για να δώσει κάποια εξήγηση είπε ότι αυτό το αποφάσισαν οι Ενάγοντες για να προσθέσει μάλιστα, το μη λογικό, ότι το έκαναν γιατί όπως φάνηκε είχαν σκοπό να μην τους καταβάλουν αυτό το ποσό. Όταν δε ρωτήθηκε πως θυμάται ο ίδιος για αυτούς τους δύο μήνες είπε ουσιαστικά για πρώτη φορά, και πάλι μιλώντας γενικά και αόριστα, ότι το θυμάται γιατί μέσα στο 2007 ο Μ.Ε.1 αποφάσισε ότι θα σταματούσε να τους δίδει το εν λόγω ποσό χωρίς προειδοποίηση. Όταν δε του επαναλήφθηκε η ίδια ερώτηση αμέσως μετά είπε όμως και πάλι ότι δεν μπορεί να θυμηθεί μετά από τόσα χρόνια αλλά και πάλι επέμενε ότι θυμάται ότι το 2007 οι Ενάγοντες τους πλήρωσαν δύο μήνες για να συμπληρώσει πλέον ότι «νομίζει» ότι ήταν για τον Μάρτιο και τον Μάιο. Σε άλλο δε σημείο της αντεξέτασης του ήταν η θέση του ότι οι Ενάγοντες σταμάτησαν να τους καταβάλλουν το ποσό μετά τον Μάιο του
  6. Όταν δε ρωτήθηκε στη συνέχεια εάν άρα για τους μήνες Ιανουάριο μέχρι Μάιο του 2007 τους κατέβαλαν αυτό το ποσό απάντησε «Όχι πάντα». Όταν του τέθηκε πολύ εύλογα ουσιαστικά η ερώτηση γιατί εφόσον η καταβολή του εν λόγω ποσού ήταν μέρος της συμφωνίας δεν σκέφτηκαν από τον Μάιο του 2007 να τερματίσουν τη συμφωνία απάντησε ότι ο ίδιος πήγε στα γραφεία των Εναγόντων και διαμαρτυρήθηκε στον Μ.Ε.1 στις 15.11.
  7. Δεν είναι όμως λογικό να έγινε κάτι τέτοιο το Μάιο και εντούτοις για το εν λόγω ποσό, το οποίο αφορούσε έξοδα λειτουργίας του πρακτορείου να μην διαμαρτυρήθηκαν παρά μόνο 6 περίπου μήνες αργότερα. Για να το δικαιολογήσει δε αυτό στη συνέχεια της αντεξέτασης του ανέφερε πλέον για πρώτη φορά ότι δεν τερμάτισαν τη συμφωνία γιατί ο Μ.Ε.1 τους έλεγε ότι θα το διευθετούσε και ότι έβαζε παράταση μέχρι που ο μάρτυρας επισκέφθηκε τα κεντρικά γραφεία στις 15.11.07 και του ανακοινώθηκε επίσημα ότι δεν θα τους έδιναν το ποσό. Τέλος για το ίδιο θέμα στην αντεξέταση του είπε αρχικά ότι οι πληρωμές αυτού του ποσού γίνονταν μέσω τράπεζας για να το αναιρέσει ουσιαστικά αμέσως μετά και να πει πρώτα ότι το αφαιρούσαν (το πρακτορείο) από το «statement» κάθε τέλος του μήνα και στη συνέχεια ότι η αφαίρεση γινόταν από το σύστημα. Ήταν δε η θέση του ότι τα στοιχήματα στο πρακτορείο τα δεχόταν ο ίδιος και ορισμένες φορές η Εναγόμενη. Η τελευταία όμως στη μαρτυρία της ήταν σαφής ότι τα στοιχήματα τα δεχόταν μόνο ο μάρτυρας. Ήταν επίσης βασική του θέση του ότι η Εναγόμενη πάντα πλήρωνε τους Ενάγοντες κανονικά, ως η συμφωνία και δεν υπήρχε ποτέ οποιοδήποτε οφειλόμενο ποσό. Προς επιβεβαίωση της θέσης του αυτής υποστήριξε ότι σε περίπτωση που το ποσό των στοιχημάτων της προηγούμενης εβδομάδας δεν είχε εξοφληθεί μέχρι την Τετάρτη, το μηχάνημα ήταν ρυθμισμένο από τους Ενάγοντες να κλείνει και να μην μπορεί να δεχτεί άλλα στοιχήματα και ότι στην περίπτωση της Εναγόμενης αυτό δεν έγινε ποτέ. Όσον αφορά τις θέσεις του αυτές θα πρέπει να λεχθούν τα εξής: Κατ' αρχήν για να πείσει ότι γίνονταν κανονικά και ανελλιπώς οι πληρωμές προς τους Ενάγοντες είπε ουσιαστικά κατά απόλυτο τρόπο ότι αυτές γίνονταν πάντα από τον ίδιο. Αυτό έρχεται όμως σε αντίθεση με τη μαρτυρία της Εναγόμενης, η οποία είπε σχετικά ότι τέτοιες πληρωμές έκανε κάποτε και αυτή. Ενώ όμως ήταν αυτός που ουσιαστικά λειτουργούσε το πρακτορείο και έπαιρνε μετά από συμφωνία με την Εναγόμενη μέρος της προμήθειας της και επέμενε σε βαθμό πλήρους βεβαιότητας ότι ποτέ η Εναγόμενη δεν όφειλε και δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στους Ενάγοντες, στην αντεξέταση του όταν ρωτήθηκε σχετικά, δεν θυμόταν δήθεν καν κατά πόσο είχαν λογιστή που έλεγχε τα βιβλία τους. Σε ερώτηση όμως που γνωρίζει ότι δεν χρωστούσαν ποτέ στους Ενάγοντες είπε ότι αν γινόταν αυτό θα το γνώριζε γιατί θα έκλεινε η μηχανή και αφού ποτέ δεν έκλεισε σημαίνει ότι οι πληρωμές γίνονταν εβδομαδιαίως και πάντα. Προκύπτει λοιπόν ότι η πιο πάνω θέση αποτελούσε συμπέρασμα του στηριζόμενο στο γεγονός ότι δεν έκλεισε ποτέ η μηχανή. Πιο συγκεκριμένα από τη μαρτυρία του (όπως και από τη μαρτυρία της Εναγόμενης αλλά και τις υποβολές του συνηγόρου της Εναγόμενης) προκύπτει ότι η σχετική θέση τους ήταν ότι σε περίπτωση μη πληρωμής το μηχάνημα έκλεινε αυτόματα. Σε σχέση με αυτό θα πρέπει να λεχθεί αρχικά ότι η σχετική μαρτυρία του Μ.Υ.1 δεν έγινε δεκτή για τους λόγους που εξηγήθηκαν ανωτέρω. Πέραν τούτου η σχετική θέση των Εναγόντων ότι το μηχάνημα δεν μπορούσε να κλείσει αυτόματα βρίσκει έρεισμα στη λογική με βάση τα δεδομένα που τέθηκαν σχετικά σε αντίθεση με τη θέση του Μ.Υ.2 και της Μ.Υ.
  8. Και εξηγώ: Ήταν η θέση του Μ.Υ.2 ότι οι πληρωμές προς τους Ενάγοντες γίνονταν με κατάθεση στο τραπεζικό λογαριασμό των Εναγόντων και την ίδια μέρα απέστελλαν με φαξ την απόδειξη της κατάθεσης στα γραφεία των Εναγόντων στη Λευκωσία. Δεν τέθηκε δε οποιαδήποτε μαρτυρία που να δείχνει ότι με τον τρόπο αυτό ενημερωνόταν αυτόματα για τις πληρωμές το μηχάνημα και ότι σε τέτοια περίπτωση το μηχάνημα μπορούσε ή ήταν προγραμματισμένο από μόνο του να κλείνει. Όταν δε ο Μ.Υ.2 ρωτήθηκε πως το γνώριζε αυτό απάντησε ουσιαστικά, πάλι γενικά και αόριστα και για πρώτη φορά στην αντεξέταση του, ότι τους το είπαν οι Ενάγοντες (κάτι που δεν υποβλήθηκε στον Μ.Ε.1). Προς επίρρωση δε της θέσης του είπε και πάλι γενικά ότι άκουσε και από άλλους συναδέλφους ότι είχαν πρόβλημα. Διευκρίνισε δε ότι δεν άκουσε κάτι τέτοιο από τον Μ.Υ.1 αλλά παρά ταύτα ήταν σίγουρος ότι εκείνος ξέρει περιπτώσεις που έκλεισε το μηχάνημα. Φαίνεται δε από τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ότι οι Ενάγοντες λάμβαναν γνώση για τις πληρωμές στην τράπεζα μέσω φαξ και, ως ανέφερε ο Μ.Ε.1 πολύ λογικά και δεν αμφισβητήθηκε, το μηχάνημα δεν μπορούσε να γνωρίζει εάν και ποια πληρωμή έγινε ώστε να κλείνει αυτόματα δηλ. χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση. Όσον αφορά το πως σταμάτησε η συνεργασία με τους Ενάγοντες στην κυρίως εξέταση του ο Μ.Υ.2 είπε ότι από τις αρχές του 2007 άρχισαν να δημιουργούνται προβλήματα στις σχέσεις τους με τους Ενάγοντες αφού οι τελευταίοι τους πίεζαν να αυξήσουν τον κύκλο των εργασιών και σταμάτησαν να καταβάλλουν το προαναφερόμενο ποσό των Λ.Κ.
  9. Όταν όμως του ζητήθηκε στην αντεξέταση να προσδιορίσει τι αύξηση ήθελαν οι Ενάγοντες απάντησε και πάλι μη πειστικά ότι γενικά πάντα τους πίεζαν να αυξήσουν τον εβδομαδιαίο τζίρο. Σε επόμενη δε ερώτηση αφού πάντα τους πίεζαν τι άλλαξε στις αρχές του 2007 είπε ότι δεν μπορεί να ξέρει και στη συνέχεια περιόρισε ουσιαστικά την αιτία έναρξης των προβλημάτων στο ότι οι Ενάγοντες τους ανέφεραν ότι είχαν σκοπό να μην τους δίδουν το συμφωνηθέν ποσό των Λ.Κ.500 για τα έξοδα. Επέμενε επίσης ότι οι Ενάγοντες ουδέποτε έστειλαν στην Εναγόμενη οποιαδήποτε επιστολή τερματισμού της συμφωνίας. Στην αντεξέταση του υποστήριξε ουσιαστικά ότι το γνωρίζει αυτό γιατί αν η Εναγόμενη είχε παραλάβει κάτι τέτοιο θα του το ανέφερε. Σε ερώτηση εάν γνωρίζει κατά πόσο οι Ενάγοντες έστειλαν επιστολή στην Εναγόμενη επέμενε ότι γνωρίζει ότι η Εναγόμενη δεν παρέλαβε τέτοια επιστολή. Σε επόμενη όμως ερώτηση ότι άρα δεν αποκλείεται να στάληκε τέτοια αλλά να μην παραλήφθηκε υπεκφεύγοντας απάντησε ότι αφού δεν παραλήφθηκε σημαίνει ότι δεν στάληκε. Δέχθηκε όμως ουσιαστικά ότι όλη η αλληλογραφία και όλες οι ειδοποιήσεις πήγαιναν στην διεύθυνση του πρακτορείου στην οδό Γλάδστωνος
  10. Ανέφερε επίσης στην αντεξέταση του ότι μετά τις 16.11.07 όταν πήραν το μηχάνημα το πρακτορείο δεν συνέχισε τη λειτουργία του. Στη συνέχεια όμως είπε ουσιαστικά ότι η λειτουργία του περιορίσθηκε κάθε Τετάρτη και Κυριακή για ιπποδρομιακές συναντήσεις μόνο (όχι ποδοσφαιρικά στοιχήματα). Είπε επίσης ότι αργότερα συνεργάστηκαν με άλλη εταιρεία την Eurogoal για τα ποδοσφαιρικά στοιχήματα. Και πάλι όμως πολύ βολικά δεν θυμόταν πότε ακριβώς έγινε αυτό. Όταν δε του ζητήθηκε να καθορίσει πόσο μετά τον Νοέμβριο του 2007 είπε ότι ήταν περίπου 5-6 μήνες. Τέλος ήταν η θέση του ότι την εγγυητική που έβαλε στην τράπεζα η Εναγόμενη την πήραν οι Ενάγοντες χωρίς προειδοποίηση μετά που αφαίρεσαν την μηχανή από το πρακτορείο και δήλωσε ότι αδίκως την πήραν. Όταν όμως του τέθηκε πολύ εύλογα η ερώτηση γιατί η Εναγόμενη ή ο ίδιος δεν κινήθηκαν εναντίον των Εναγόντων εφόσον αδίκως έγινε αυτό, έδωσε και πάλι τη μη πειστική απάντηση ότι δεν το γνωρίζει, για να προσθέσει αμέσως μετά ότι φυσικά και θα κινούνταν εναντίον των Εναγόντων αλλά πρόλαβαν εκείνοι. Δεν θυμόταν όμως και πάλι πότε κινήθηκε η παρούσα αγωγή. Δεν είναι δε λογική η θέση του ότι η εγγυητική για ένα τέτοιο ποσό εξαργυρώθηκε παράνομα και όμως παρά ταύτα δεν έκαναν κάτι παρά μόνο μετά που εγέρθηκε η παρούσα αγωγή. Ως εκ των άνω κρίνω ότι ο Μ.Υ.2 δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και συναφώς η μαρτυρία του δεν γίνεται δεκτή. Τέλος ούτε η Εναγόμενη (Μ.Υ.3) μου έκανε καλή εντύπωση. Οι θέσεις που προέβαλε δεν ήταν σταθερές και σε ουσιώδη θέματα όταν αντιλαμβανόταν την ασυνέπεια αυτή απαντούσε ότι δεν θυμάται και κατέφευγε σε μη πειστικές απαντήσεις. Η μνήμη της ήταν επιλεκτική, κάποιες δε από τις θέσεις της δεν βρίσκουν έρεισμα στην τεθείσα μαρτυρία όπως για παράδειγμα στην συμφωνία τεκμήριο 6, άλλες στερούνται λογικής ενώ κάποιες έρχονται σε πλήρη αντίθεση με την αντίστοιχη μαρτυρία του Μ.Υ.2, με την οποία θα έπρεπε λογικά να συνάδει ή δεν αναφέρθηκαν καν από τον Μ.Υ.
  11. Συγκεκριμένα: Στην γραπτή της δήλωση (κυρίως εξέταση) ανέφερε ότι υπήρχε όρος στη συμφωνία με τους Ενάγοντες ότι οι τελευταίοι θα καταβάλλουν κάθε μήνα Λ.Κ.500 για το ενοίκιο του υποστατικού όπου στεγαζόταν το πρακτορείο και άλλες Λ.Κ.500 για την κάλυψη μέρους των εξόδων του πρακτορείου. Ήταν μάλιστα η θέση της ότι της καταβαλλόταν το ποσό για το ενοίκιο. Εδώ να σημειωθεί αρχικά ότι ο Μ.Υ.2 δεν έκανε αναφορά για συμφωνία πληρωμής του ενοικίου ύψους Λ.Κ.500 μηναίως από τους Ενάγοντες στην Εναγόμενη ούτε για τέτοιες πληρωμές, κάτι που λογικά όχι μόνο θα γνώριζε ο μάρτυρας αλλά και αναμενόταν (εάν ληφθεί υπόψην το εύρος των θεμάτων που αφορούσε η μαρτυρία του) να αναφέρει στο Δικαστήριο. Θα πρέπει επίσης να λεχθεί ότι η συμφωνία τεκμήριο 6, την οποία η Εναγόμενη αναγνώρισε ότι υπέγραψε δεν προβλέπει κάτι τέτοιο. Στο όρο 3.14 λέει ουσιαστικά ότι η εταιρεία (RSBF) έχει το δικαίωμα να καταβάλλει στον ιδιοκτήτη του υποστατικού όπου διεξάγεται η επιχείρηση του αποδέκτη το ενοίκιο του καταστήματος και να υποκαθιστά τον τελευταίο σαν ενοικιαστής. Όταν υποδείχθηκε στην Εναγόμενη ο όρος αυτός και της ζητήθηκε να πει αν είναι αυτός ο όρος που ανέφερε στη γραπτή της δήλωση για το θέμα του ενοικίου απάντησε καταφατικά. Δέχθηκε όμως περαιτέρω ότι πουθενά στον όρο αυτό γίνεται αναφορά για Λ.Κ.500 καθώς και ότι θα της κατέβαλλαν εκείνης κάποιο ποσό. Σε ερώτηση δε εάν αυτό υπάρχει κάπου αλλού στη συμφωνία απάντησε αρνητικά. Δέχθηκε επίσης ότι ο όρος αυτός λέει ότι έχουν απλώς δικαίωμα να πληρώσουν το ενοίκιο στον ιδιοκτήτη. Παρόλα αυτά όταν ρωτήθηκε εάν τελικά συμφωνεί ότι το τεκμήριο 6 δεν αναφέρει αυτά που η ίδια λέει στη γραπτή της δήλωση, απάντησε ότι θυμάται ότι συμφώνησαν με τους Ενάγοντες Λ.Κ.500 για ενοίκιο και Λ.Κ.500 για έξοδα. Σε ερώτηση εάν αυτό το συμφώνησαν εκτός της γραπτής συμφωνίας είπε ότι δεν θυμάται ακριβώς και ότι μπορεί να το είπαν προφορικά. Ήταν επίσης η θέση της ότι το εν λόγω ποσό για ενοίκιο καταβαλλόταν στην ίδια προσωπικά κάθε μήνα. Δεν θυμόταν όμως εάν πληρωνόταν με επιταγές. Στη συνέχεια όμως σε ερώτηση με ποιους τρόπους μπορούσε να καταβάλλεται αυτό το ποσό, ουσιαστικά υποθέτοντας, είπε ότι μπορούσε με επιταγή, με το να το αφαιρούν από τα λεφτά που ήθελαν οι Ενάγοντες ή να το έστελλαν απευθείας στην ίδια. Ήταν δε τελικά η θέση της ότι η πληρωμή γινόταν κανονικά με ένα από αυτούς τους τρόπους. Σε υποβολή ότι ουδέποτε υπήρχε συμφωνία για καταβολή ποσού για ενοίκιο επέμενε ότι το ποσό αυτό οι Ενάγοντες το πλήρωναν. Να σημειωθεί δε εδώ ότι αυτή η θέση δεν τέθηκε στον Μ.Ε.1 κατά την αντεξέταση του ώστε να αξιολογηθεί. Στην κυρίως εξέταση της είπε ότι αρχές του 2007 άρχισαν να δημιουργούνται προβλήματα στις σχέσεις της με τους Ενάγοντες αφού την πίεζαν να αυξήσει τον κύκλο των εργασιών και σταμάτησαν να της καταβάλλουν το αντίστοιχο ποσό των Λ.Κ.500 για τα έξοδα και ότι της κατέβαλαν το ποσό αυτό μόνο για τον Μάρτιο και τον Μαίο του
  12. Στην αντεξέταση της όμως όσον αφορά τον τρόπο πληρωμής του ποσού των Λ.Κ.500 για τα έξοδα είπε ότι για αυτά μόνο δύο φορές της έδωσαν τα λεφτά. Όταν ρωτήθηκε εάν οι δύο φορές αυτές ήταν για το 2007 ή από την αρχή της συνεργασίας τους δηλαδή από το 2002 μέχρι τη λήξη της είπε ότι απ' ότι θυμάται ήταν δύο φορές και ότι ήταν τον Μάρτιο και Μάιο του
  13. Στη συνέχεια όμως, σε πλήρη αντίθεση με τον Μ.Υ.2, είπε ότι αυτό το ποσό δεν τους διδόταν μηνιαίως για τα έτη από 2003 μέχρι
  14. Όταν δε ρωτήθηκε εάν δηλαδή για πέντε χρόνια δεν τους κατέβαλαν αυτό το ποσό και άρα παραβίασαν την συμφωνία, απάντησε καταφατικά. Σε ερώτηση τι έκανε γι' αυτό είπε ότι απλά το συζητούσαν προφορικά και από ότι θυμάται η συζήτηση αυτή γινόταν για πέντε χρόνια. Όταν ρωτήθηκε στη συνέχεια πια ήταν η κατάληξη απάντησε μη πειστικά ότι απλά υπήρχαν μικροδιαφορές, μικροπροβλήματα και ότι μόνο για δύο μήνες της δόθηκε το ποσό. Όταν όμως ρωτήθηκε γιατί αυτό έγινε τους δύο συγκεκριμένους μήνες ειδικά, απάντησε ότι δεν θυμάται, απάντηση που έδωσε και σε ερώτηση πώς θυμάται ότι ήταν ο Μάρτιος και Μάιος του
  15. Επίσης δεν θυμόταν με ποιο τρόπο τους δόθηκαν τα λεφτά γι' αυτούς τους μήνες. Για το πότε και γιατί άρχισαν τα προβλήματα με τους Ενάγοντες στην αντεξέταση της είπε ότι άρχισαν στις αρχές του 2007 επειδή οι Ενάγοντες τους πίεζαν να αυξήσουν τον κύκλο εργασιών. Σε ερώτηση αν πίεζαν την ίδια είπε ότι έτυχε να μιλήσει και η ίδια στο τηλέφωνο μαζί τους και ο Μ.Υ.
  16. Όταν δε ρωτήθηκε πόσο πίεζαν οι Ενάγοντες να αυξηθεί ο κύκλος εργασιών απάντησε γενικά και αόριστα ότι τους πίεζαν για να κάνουν μεγαλύτερο τζίρο. Δεν θυμόταν όμως να τους είπαν συγκεκριμένο ποσοστό ή ποσό, κάτι που δεν βρίσκει έρεισμα στη λογική. Όσον αφορά τις πληρωμές, ως έχει ήδη αναφερθεί, ο Μ.Υ.2 είπε ότι τις έκανε πάντοτε ο ίδιος. Η δε Εναγόμενη είπε ότι κάποτε τις έκανε αυτή κάτι για το οποίο επέμενε. Ήταν και της Εναγόμενης η θέση ότι εάν το ποσό των στοιχημάτων της προηγούμενης εβδομάδας δεν είχε εξοφληθεί μέχρι την Τετάρτη, το μηχάνημα ήταν ρυθμισμένο από τους Ενάγοντες να κλείνει και να μην μπορεί να δεχτεί άλλα στοιχήματα. Όταν ρωτήθηκε στην αντεξέταση της πώς γνωρίζει ότι το μηχάνημα κλείνει αυτόματα σε τέτοιες περιπτώσεις είπε συγκεκριμένα ότι νομίζει πως τους το είχαν αναφέρει οι Ενάγοντες, ότι όταν δεν θα καταβάλουν το συγκεκριμένο ποσό έχουν το δικαίωμα να κλείνουν την μηχανή οι ίδιοι. Η απάντηση της όμως αυτή δείχνει ότι ακόμη και εάν οι Ενάγοντες της ανέφεραν κάτι τέτοιο η μηχανή δεν θα έκλεινε αυτόματα αλλά μετά από παρέμβαση των τελευταίων. Προς επίρρωση δε της θέσης της είπε γενικά και αόριστα ότι είχε ακούσει ότι αυτό έτυχε σε άλλους πράκτορες αλλά και πάλι δεν είχε υπόψη της κάποιο συγκεκριμένο όνομα για να ξέρει σίγουρα. Ήταν η θέση της στην κυρίως εξέταση ότι ουδέποτε οι Ενάγοντες της απέστειλαν επιστολή τερματισμού της συμφωνίας. Δέχθηκε στην αντεξέταση της ότι μετά που τους πήραν την μηχανή οι Ενάγοντες, άνοιγαν το πρακτορείο Τετάρτη και Κυριακή και λίγο καιρό αργότερα συνεργάστηκαν με την Eurogoal. Είπε επίσης ότι ένα χρόνο μετά τις 16.11.07 το πρακτορείο βρισκόταν ακόμα στην ίδια διεύθυνση. Δεν θυμόταν όμως μέχρι πότε περίπου βρισκόταν εκεί ούτε πόσο διήρκησε η συνεργασία της με την Eurogoal. Όταν της υποδείχθηκε το τεκμήριο 11 και ερωτήθηκε αν το αναγνωρίζει είπε ότι πρώτη φορά το βλέπει. Συμφώνησε όμως ότι στις 15.4.08 το πρακτορείο εξακολουθούσε να βρίσκεται στην οδός Γλάδστωνος
  17. Σε σχετική υποβολή δεν απέκλεισε η εν λόγω επιστολή τεκμήριο 11 να της στάληκε διπλοσυστημένη και να επιστράφηκε αζήτητη λέγοντας ότι η ίδια δεν την παρέλαβε ποτέ. Σε υποβολή ουσιαστικά ότι η επιστολή δεν παραλήφθηκε από αυτήν για το λόγο ότι η ίδια παρά το ότι ειδοποιήθηκε για να πάει στο ταχυδρομείο να την παραλάβει δεν πήγε, απάντησε ότι η ίδια δεν έλαβε ποτέ τέτοια ειδοποίηση και διερωτήθηκε μήπως αυτή χάθηκε. Όταν όμως στη συνέχεια ρωτήθηκε αν δηλαδή το ταχυδρομείο λέει ψέματα όταν ανέγραψε ότι αυτή η επιστολή ήταν αζήτητη, απάντησε αρνητικά για να πει στη συνέχεια ότι η ίδια δεν πήρε τέτοια ειδοποίηση. Παρά δε το ότι θυμόταν κάποια πράγματα εντούτοις κάποια άλλα εξίσου σημαντικά που αναμενόταν λογικά να θυμάται ιδιαίτερα σε σχέση με την ιδιότητα της ως Βοηθός Αποδέχτης Συλλογικών Στοιχημάτων, η μνήμη της ήταν εμφανώς επιλεκτική. Και εξηγώ. Δεν θυμόταν αν ξαναείδε την επιστολή του Γενικού Λογιστή της Δημοκρατίας προς την ίδια στην τότε διεύθυνση της (τεκμήριο 9). Δεν θυμόταν κατά πόσο το τεκμήριο 9 την καλούσε να επιστρέψει το πρωτότυπο της άδειας της ως Βοηθού Αποδέχτη Συλλογικών Στοιχημάτων και δεν θυμόταν εάν το επέστρεψε στον Γενικό Λογιστή. Επίσης δεν θυμόταν αν όταν ξεκίνησε συνεργασία με την Eurogoal έβγαλε άλλη άδεια. Τέλος ήταν η θέση της ότι οι Ενάγοντες παράνομα έκαναν χρήση της εγγυητικής που τους είχε παραχωρήσει και εισέπραξαν το ποσό των €17.086 εφόσον δεν τους οφείλει οποιοδήποτε ποσό. Στην αντεξέταση της είπε ότι έμαθε για την εξαργύρωση της εγγυητικής, νομίζει λίγες μέρες μετά την λήξη της συνεργασίας με το που έγινε η εξαργύρωση. Θεωρούσε δε και τότε όπως και σήμερα ότι παράνομα οι Ενάγοντες χρησιμοποίησαν την εγγυητική. Όταν δε ερωτήθηκε τι έκανε γι' αυτό απάντησε ότι δεν θυμάται τώρα να το συζήτησαν ή αν μίλησε η ίδια ή ο Μ.Υ.2 με τους Ενάγοντες. Δέχθηκε δε ότι για το θέμα αυτό δεν έκανε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια. Όταν εύλογα ερωτήθηκε κατά πόσο δεν έπρεπε, εφόσον τους πήραν το ποσό της εγγυητικής και θεωρεί ότι το πήραν παράνομα, να κινηθεί νομικά για να το διεκδικήσει είπε ότι δεν θυμάται ποια κίνηση έκανε. Όταν της υποβλήθηκε ότι δεν έκανε καμία κίνηση απάντησε ρωτώντας τον συνήγορο των Εναγόντων πώς είναι σίγουρος. Σε επόμενη δε υποβολή ότι από τον Δεκέμβρη που εξαργυρώθηκε η εγγυητική μέχρι που της επιδόθηκε η αγωγή στις 3.7.08 δεν έκανε τίποτα για να διεκδικήσει το ποσό της εγγυητικής απάντησε ότι δεν θυμάται. Δεν είναι δε λογική η θέση της ότι η εγγυητική εξαργυρώθηκε παράνομα και όμως παρά ταύτα δεν έκανε κάτι παρά μόνο μετά που της επιδόθηκε η παρούσα αγωγή. Ως εκ των άνω κρίνεται ότι ούτε η Εναγόμενη ήταν ειλικρινής και συνεπώς ούτε αυτής η μαρτυρία γίνεται δεκτή. Απόδειξη του χρέους-οφειλής της Εναγόμενης Οι Ενάγοντες με την έκθεση απαίτησης τους αξιώνουν ουσιαστικά χρεωστικό υπόλοιπο, το οποίο η Εναγόμενη τους όφειλε στα πλαίσια της επίδικης συμφωνίας (κατά τον τερματισμό αυτής, αφαιρουμένου του ποσού που κάλυπτε σχετική εγγυητική που έδωσε η Εναγόμενη και εξαργυρώθηκε), για ποσά από στοιχήματα που εισέπραξε στο πρακτορείο της. Η Εναγόμενη με την υπεράσπιση της αρνείται ότι οι Ενάγοντες διατηρούσαν για αυτήν λογαριασμό που χρεωπιστωνόταν ανάλογα καθώς και ότι τους οφείλει το αξιούμενο ή οποιοδήποτε άλλο ποσό και ισχυρίζεται ότι τους κατέβαλλε τακτικά κάθε ποσό που εισέπραττε για λογαριασµό τους. Με άλλα λόγια η Εναγόμενη αρνείται την ύπαρξη οφειλή-χρέους στους Ενάγοντες και ισχυρίζεται ότι δεν οφείλει κανένα ποσό σε αυτούς. Κατ' επέκταση δεν υπάρχει παραδοχή του χρέους και ισχυρισμός εξόφλησης του ώστε να δημιουργείται ειδικό βάρος απόδειξης εξόφλησης του, το οποίο θα έφερε η Εναγόμενη. Το γενικό βάρος απόδειξης της οφειλής βρίσκεται στους ώμους των Εναγόντων, οι οποίοι οφείλουν να αποδείξουν αυτήν στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (βλ. Ιορδάνου ν. Ζήνωνος
(1998)1Β Α.Α.Δ 652). Το Δικαστήριο οφείλει λοιπόν να εξετάσει κατά πόσον έχει ενώπιον του ικανή, επαρκή και θετική μαρτυρία που να τεκμηριώνει και αποδεικνύει την αξίωση των Εναγόντων. Σε περίπτωση δε που κριθεί ότι οι Ενάγοντες έχουν προσάξει τέτοια μαρτυρία τότε θα έχουν ικανοποιήσει το νομικό πρωταρχικό βάρος που είχαν («legal burden of proof») και θα είναι πλέον στους ώμους της Εναγόμενης η αντίκρουση της («evidencial burden of proof») (βλ. A.I. Mantovani & Sons Ltd v. Christis Travel & Tourism Ltd
(1999)1 A.A.Δ. 156 και Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου
(2009)1Α Α.Α.Δ 339). Στην A.I. Mantovani & Sons Ltd ανωτέρω λέχθηκε ότι οι λογαριασμοί εμπορευομένου δεν αποτελούν αφεαυτών απόδειξη των γεγονότων που καταγράφουν. Επικυρώθηκε δε από το Εφετείο η πρωτόδικη απόφαση με την οποία κρίθηκε ότι οι εφεσείοντες δεν απέδειξαν την απαίτηση τους. Η μαρτυρία όμως εκεί, ως θα διαφανεί στη συνέχεια, δεν ήταν της ίδιας βαρύτητας με την παρούσα. Στην υπόθεση εκείνη η μόνη μαρτυρία που προσήχθηκε για απόδειξη του χρέους προήλθε από το λογιστή των εφεσειόντων, ο οποίος κατέθεσε ότι σύμφωνα με την κατάσταση των δοσοληψιών μεταξύ των διαδίκων όπως απεικονίζονταν στο λογαριασμό τον οποίο τηρούσαν, οι εφεσίβλητοι φαίνεται να οφείλουν το ποσό το οποίο διεκδικούσαν οι εφεσείοντες, χωρίς όμως να έχει προσωπική γνώση για τις συναλλαγές των διαδίκων, ούτε μπορούσε να επιμαρτυρήσει το υπαρκτό των γεγονότων τα οποία αντανακλούνται στους λογαριασμούς. Άλλωστε ως λέχθηκε στην πολύ πρόσφατή Κλεάνθους κ.α. ν. Λευκόνικο Χρηματιστηριακή Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. 364/2008, ημερ. 20.6.12, η υπόθεση A.I. Mantovani & Sons Ltd αφορούσε εξ ακοής μαρτυρία με βάση το άρθρο 5Α του Κεφ. 9, το οποίο όμως καταργήθηκε (βλ. επίσης Ζερβού κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2011)1Γ Α.Α.Δ 2192). Επαναλήφθηκε δε ουσιαστικά στην Κλεάνθους αυτό που τέθηκε και στην Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ανωτέρω, ότι δηλ. όταν η μαρτυρία που προσκομίζεται είναι εκ πρώτης όψεως αρκετή για να αποδείξει το υπόλοιπο των λογαριασμών εναπόκειται πλέον στην άλλη πλευρά να αντικρούσει τα στοιχεία που αποτελούν το λογαριασμό, ώστε να πείσει το Δικαστήριο ότι οι αντίδικοι τους δεν απέδειξαν και την υπόθεση τους επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Θα πρέπει λοιπόν στην παρούσα να εξετασθεί κατά πόσο η μαρτυρία που έγινε δεκτή είναι επαρκής και θετική σε βαθμό ώστε να μπορεί το Δικαστήριο να καταλήξει ότι αποδείχθηκε το υπόλοιπο του λογαριασμού στο βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Η μαρτυρία που προσκομίσθηκε για τον σκοπό αυτό και έγινε δεκτή προήλθε από τον Μ.Ε.1, ο οποίος ήταν οικονομικός διευθυντής όχι μόνο των Εναγόντων αλλά προηγουμένως ήταν και διευθυντής της εταιρείας Royal Sports Betting (Famagusta) Ltd. Είχε δηλ. την ιδιότητα αυτή από την αρχή μέχρι το τέλος της συνεργασίας με την Εναγόμενη και γνώριζε έτσι από πρώτο χέρι τα γεγονότα. Έτσι στα πλαίσια της μαρτυρίας του και ιδιαίτερα μετά από σχετικές ερωτήσεις στην αντεξέταση του αναφέρθηκε και εξήγησε με πειστικό τρόπο το περιεχόμενο της επίδικης συμφωνίας, το πως παίζονταν τα στοιχήματα και πως γίνονταν οι χρεωπιστώσεις στον λογαριασμό που τηρούσαν για την Εναγόμενη (τεκμήριο 7) αλλά και ότι η Εναγόμενη δεν εξοφλούσε, στον χρόνο που προβλεπόταν στη συμφωνία, τα οφειλόμενα ποσά αλλά ουσιαστικά πλήρωνε έναντι και παρέμενε υπόλοιπο με αποτέλεσμα κάποια χρονική στιγμή να τερματισθεί η επίδικη συμφωνία. Συγκεκριμένα εξήγησε ότι ουσιαστικά τα δελτία-κουπόνια με το ποσό των στοιχημάτων που παίζονταν από το πρακτορείο της Εναγόμενης κατέληγαν αυτόματα και αυτούσια στο κεντρικό σύστημα των Εναγόντων, χωρίς δηλ. οποιαδήποτε άλλη παρέμβαση καταχωρούνταν εκεί το σύνολο των ποσό που παίχτηκαν ως στοιχήματα. Δεν έχει δε αμφισβητηθεί ότι στα εν λόγω δελτία-κουπόνια αναγραφόταν το πραγματικό ποσό που παίχθηκε, ούτε ότι το κεντρικό σύστημα λειτουργούσε κανονικά. Έγινε επίσης δεκτή η μαρτυρία του Μ.Ε.1 ότι το μηχάνημα στο πρακτορείο δεν έκλεινε αυτόματα όταν δεν γινόταν πληρωμή, όπως προέβλεπε η συμφωνία, και η αντίθετη, από τις βασικές θέσεις της Εναγόμενης για να πείσει ότι δεν είχε ποτέ οποιοδήποτε υπόλοιπο, απορρίφθηκε. Απαιτείτο λοιπόν ανθρώπινη παρέμβαση για να σταματήσει το μηχάνημα στο πρακτορείο να δέχεται στοιχήματα, κάτι που για τους λόγους που εξήγησε ο Μ.Ε.1 δεν έγινε ποτέ στην περίπτωση της Εναγόμενης. Η ίδια δε η Εναγόμενη και ο Μ.Υ.2 ανέφεραν ότι αφού αφαιρούσαν από το συνολικό ποσό των εισπραχθέντων στοιχημάτων τα ποσά που κέρδισαν οι πελάτες σε στοιχήματα και την προμήθεια του πρακτορείου, έκαναν πληρωμές στον τραπεζικό λογαριασμό των Εναγόντων και η σχετική απόδειξη στελλόταν με φαξ στα κεντρικά γραφεία. Αφαιρείτο λοιπόν από το εκάστοτε υπόλοιπο το πληρωθέν και παρέμενε υπόλοιπο που κατά τον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας (για τον οποίο ο Μ.Ε.1 είχε επίσης προσωπική γνώση) ήταν €28.599,13 και στη συνέχεια μετά την αφαίρεση του ποσού της εγγυητικής που έδωσε η Εναγόμενη, περιορίσθηκε στο ποσό των €11.513,31 δηλ. ως το αξιούμενο στην παρούσα. Θα πρέπει επίσης να λεχθεί αναφορικά με τον επίδικο λογαριασμό τεκμήριο 7 ότι δεν πρόκειται για περίπλοκο έγγραφο. Σε αυτό φαίνονται καθαρά οι ημερομηνίες, οι χρεώσεις, οι πιστώσεις και το εκάστοτε υπόλοιπο μέχρι και το τελικό υπόλοιπο που ανέρχεται στο αξιούμενο ποσό. Δεν αμφισβητήθηκε δε ούτε η ακρίβεια ή ορθότητα των καταχωρήσεων ούτε ότι τα ποσά που αναγράφονται στον λογαριασμό είναι ακριβή. Προσκόμισε επίσης ο Μ.Ε.1 και σχετική βεβαίωση από τους ελεγκτές-ορκωτούς λογιστές (τεκμήριο 13), οι οποίοι έλεγχαν ετησίως τις οικονομικές καταστάσεις της RSBF, με την οποία επιβεβαιώνεται ουσιαστικά η ορθότητα των υπολοίπων του λογαριασμού (τεκμήριο 7) από τις 31.12.02 και στη συνέχεια την 31η Δεκεμβρίου κάθε επόμενου έτους μέχρι και τις 31.12.
  1. Τέλος ως επίσης προκύπτει από τη μαρτυρία που έγινε δεκτή, από την αρχή της συνεργασίας μέχρι και το 2007 υπήρχε χρεωστικό υπόλοιπο της Εναγόμενης προς την RSBF και η τελευταία καλούσε προφορικά την Εναγόμενη να το μειώσει χωρίς όμως αποτέλεσμα. Ενόψει των ανωτέρω κρίνεται ότι δεν χρειαζόταν να προσκομισθούν από πλευράς Εναγόντων τα χιλιάδες κουπόνια που παίχθηκαν για να αποδειχθεί το συνολικό ποσό των στοιχημάτων και άρα χρεώσεων στον επίδικο λογαριασμό, βασική θέση στην οποία στήριξε η υπεράσπιση της εισήγηση της ότι δεν αποδείχθηκε οποιοδήποτε χρέος της Εναγόμενης προς τους Ενάγοντες. Περαιτέρω κρίνεται ότι η μαρτυρία που παρουσίασαν οι Ενάγοντες ήταν τέτοια ώστε αποδεικνύεται επαρκώς και με θετικό τρόπο, πάντα στο βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι η Εναγόμενη όφειλε και εξακολουθεί να οφείλει στους Ενάγοντες το ποσό των €11.513,
  2. Συνεπώς το αποδεικτικό βάρος ότι πληρώθηκε ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό μετατοπίσθηκε στην Εναγόμενη, η οποία όμως απέτυχε να το αποσείσει εφόσον η μαρτυρία που προσκόμισε δεν έγινε δεκτή. Ευρήματα Λαμβάνοντας υπόψην τα πιο πάνω καταλήγω στα ακόλουθα: Οι Ενάγοντες είναι εταιρεία, η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα της οργάνωσης, διεξαγωγής και αποδοχής συλλογικών στοιχημάτων. Η εταιρεία Royal Sports Betting (Famagusta) Ltd (στο εξής RSBF) συγχωνεύθηκε με διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημερ. 30.1.13, με τους Ενάγοντες. Στα πλαίσια της συγχώνευσης αυτής μεταβιβάσθηκε στους Ενάγοντες ολόκληρη η επιχείρηση, η ιδιοκτησία και οι υποχρεώσεις της RSBF και η τελευταία διαλύθηκε χωρίς εκκαθάριση (με ημερ. ισχύος την 31.12.12). Την 4.10.02 στη Λεμεσό, η RSBF συνήψε συμφωνία με την Εναγομένη με την οποία τη διόριζαν ως Βοηθό Αποδέκτη Συλλογικών Στοιχημάτων. Ήταν ρητοί όροι της συμφωνίας, μεταξύ άλλων ότι: (α) η Εναγόμενη ως αντάλλαγμα των προσφερόμενων υπηρεσιών της λάμβανε προμήθεια από την RSBF ανερχόμενη στο 10% (συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ). Το 10% υπολογιζόταν επί των καθαρών εισπράξεων από τα στοιχήματα που διενεργούσε η Εναγόμενη (δηλαδή αφαιρούνταν προηγουμένως ο φόρος στοιχήματος), (β) τα χρηματικά ποσά που η Εναγόμενη εισέπραττε από τη διεξαγωγή στοιχημάτων ήταν περιουσία της RSBF και η Εναγόμενη φύλασσε αυτά τα ποσά για λογαριασμό της RSBF ως θεματοφύλακάς τους, (γ) η RSBF παρείχε στην Εναγόμενη πίστωση 3 ημερών για κάθε οφειλόμενο από αυτή χρηματικό ποσό και κάθε Τετάρτη η Εναγόμενη είχε την υποχρέωση να καταβάλλει στην RSBF το σύνολο των εισπράξεων από τα στοιχήματα που είχε διεξαγάγει μέχρι την προηγούμενη Κυριακή (συμπεριλαμβανομένης της φορολογίας) αφού προηγουμένως είχε αφαιρέσει τη συμφωνηθείσα προμήθεια του 10% και οποιαδήποτε χρηματικά ποσά είχαν κερδίσει παίκτες και τα οποία η Εναγόμενη κατέβαλε απευθείας σε εκείνους, (δ) σε περίπτωση που η Εναγόμενη δεν τηρούσε τα όσα αναφέρονται υπό το (γ) ανωτέρω, η RSBF είχε δικαίωμα να τερματίσει τη συμφωνία και να αξιώσει από αυτήν όπως πληρώσει τα οφειλόμενα χρηματικά ποσά. Από την αρχή της συνεργασίας υπήρχε χρεωστικό υπόλοιπο της Εναγόμενης προς την RSBF και η τελευταία καλούσε προφορικά την Εναγόμενη να το μειώσει. Παρά τις οχλήσεις της RSBF, το έτος 2007 το χρεωστικό υπόλοιπο της Εναγόμενης ήταν ψηλό και παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της RSBF, η Εναγόμενη αμελούσε ή αδυνατούσε να το εξοφλήσει. Κατόπιν τούτου η RSBF με επιστολή ημερομηνίας 16.11.07 προς την Εναγόμενη τερμάτισε τη συμφωνία. Κατά τον τερματισμό της συμφωνίας, το χρεωστικό υπόλοιπο (χρήματα που είχε εισπράξει ουσιαστικά για λογαριασμό της RSBF και δεν τους απέδωσε) της Εναγόμενης ήταν €28.599,
  3. Η Εναγόμενη στα πλαίσια της συμφωνίας της με την RSBF, είχε καταθέσει προς όφελος της τελευταίας, ανέκκλητη τραπεζική εγγύηση (εγγυητική) ύψους €17.086,01, η οποία ανανεωνόταν και ήταν σε ισχύ προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων της Εναγόμενης κατά τον τερματισμό της συμφωνίας. Η RSBF την 19.11.07, μετά τον τερματισμό της συμφωνίας, απέστειλε επιστολή προς τη ΣΠΕ Αλεθρικού με την οποία ζητούσε την εξαργύρωση της εν λόγω εγγυητικής. Η ΣΠΕ Αλεθρικού ενέκρινε το αίτημα και η RSBF εξαργύρωσε την εν λόγω εγγυητική στις 28.12.07 και αφαίρεσε το ποσό αυτής, από το χρεωστικό υπόλοιπο της Εναγόμενης με αποτέλεσμα η Εναγόμενη να οφείλει μέχρι και σήμερα στους Ενάγοντες το ποσό των €11.513,
  4. Συμπεράσματα Με βάση λοιπόν τα ευρήματα του Δικαστηρίου κρίνεται ότι οι Ενάγοντες έχουν αποδείξει την απαίτηση τους στο βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Όσον δε αφορά την ανταπαίτηση της Εναγόμενης θα πρέπει να λεχθεί κατ' αρχήν ότι αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου και άλλωστε δεν ήταν διαφορετική η θέση της Εναγόμενης, ότι η εγγυητική δόθηκε από αυτήν στην RSBF, προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων της πρώτης προς τους δεύτερους κατά τον τερματισμό της συμφωνίας. Ενόψει λοιπόν του ότι κατά τον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας η Εναγόμενη είχε έναντι της RSBF οικονομική οφειλή ύψους €28.599,13, δικαιωματικά και νόμιμα οι τελευταίοι προχώρησαν στην εξαργύρωση της εγγυητικής, το ποσό της οποίας αφαιρέθηκε από το αμέσως προαναφερόμενο συνολικώς οφειλόμενο ποσό. Ως εκ των άνω κρίνεται ότι η Εναγόμενη απέτυχε να αποδείξει την ανταπαίτηση της. Κατάληξη Καταληκτικά εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγόμενης για το ποσό των €11.513,37, με νόμιμο τόκο μέχρι εξοφλήσεως. Η ανταπαίτηση της Εναγόμενης απορρίπτεται. Τα έξοδα της υπόθεσης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγόμενης. (Υπ.)............ Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: Αστικό - Τελική - Οφειλή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.