GORSOAN LIMITED κ.α. ν. JANNA BULLOCK κ.α., Αρ. Αγωγής 3573/2012, 20/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A256 ΣΤO ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙO ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 3573/2012 Μεταξύ:
- GORSOAN LIMITED
- GAZPROMABANK OJSC Εναγόντων -και-
- JANNA BULLOCK
- ALEXEY KUZNETSOV
- LAZIAR HOLDINGS LIMITED
- NOVA PROVA ENGINEERING LIMITED
- NOGION HOLDINGS LIMITED
- NAKODA LIMITED
- ALCORK LIMITED
- HITNELL LIMITED
- ELMWOOD VENTURES LIMITED
- SOLFERINO DEVELOPMENT S.A.
- SARL PRALONG
- SARL CRYSTAL
- SCI CHATEAU DU PUY ROBERT
- EURL SOCIETE D´EXPLOITATION DE L' HOTEL CHATEAU DU PUY ROBERT
- SAS SOCIETE DES HOTELS D' ALTITUDE
- C.P. PALEMA LIMITED
- C.P. PALEMA SERVICES LIMITED
- CYPROMAN SERVICES LIMITED
- ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΠΑΠΑ ΑΛΛΩΣ ΠΑΜΠΟΣ ΠΑΠΑΣ
- ZOULIAN MANAGEMENT LIMITED
- ZOULIAN LIMITED
- ΕΛΕΝΗΣ ΚΙΝΑΝΗ
- ΜΑΡΙΑΣ ΑΤΖΙΝΗ
- ΓΙΑΝΝΑΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ
- ΑΦΡΟΔΙΤΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
- ΓΕΩΡΓΙΑΣ ΜΙΧΑΗΛ
- ΧΡΙΣΤΙΑΝΑΣ ΧΡΙΣΤΟΥ
- ΠΑΝΙΚΟΥ ΣΥΜΕΟΥ
- CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LIMITED
- HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LIMITED Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 12.3.2014 20 Ιουνίου 2014 Για Ενάγοντες-Αιτητές: κ. Α. Τσιρίδης και κ. Μ. Γρηγόρης Δράκος Για Εναγόμενους-Καθ' ων η αίτηση: κ. Αχ. Δημητριάδης, για την εκφώνηση της απόφασης κ. Μ. Φιερός ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση οι Αιτητές-Ενάγοντες ζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου ότι δεν είναι αναγκαίο να συντελεστεί προσωπική επίδοση του διατάγματος 6.3.2013 στην Εναγόμενη 1, όπως επίσης και διάταγμα με το οποίο να δίδεται άδεια σε αυτούς να επιδώσουν το εν λόγω διάταγμα στην Εναγόμενη 1 μέσω υποκατάστατης επίδοσης, συγκεκριμένα μέσω προσωπικής επίδοσης στον δικηγόρο κ. Αχιλλέα Δημητριάδη, δικηγόρο στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Εναγόμενη 1 στην παρούσα διαδικασία. Η νομική βάση της αίτησης είναι κυρίως η Δ.42A Θ.Θ.1-3 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, καθώς και άλλοι συναφείς θεσμοί ως εμφαίνονται στο σώμα αυτής. Την αίτηση στηρίζει ένορκη ομολογία της κας Αποστολίδου, δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων των Εναγόντων, η οποία δηλώνει δεόντως εξουσιοδοτημένη απ' αυτούς, οι οποίοι δεν βρίσκονται στην Κύπρο, εξάλλου η δήλωση αυτή αφορά οικονομικά ζητήματα, τα οποία η κα Αποστολίδου δηλώνει ότι γνωρίζει. Άλλωστε γίνεται παραπομπή και σε προηγούμενες ένορκες δηλώσεις της ιδίας επί άλλων αιτήσεων, οι οποίες επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 1-
- Στις 6.3.2013 το Δικαστήριο εξέδωσε το επίδικο διάταγμα. Αφού κατέστησε απόλυτο το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 14.8.2012 περαιτέρω διέταξε την Εναγόμενη 1 όπως εντός 14 ημερών από την επίδοση του διατάγματος αποκαλύψει με ένορκη δήλωση τα περιουσιακά της στοιχεία στη Κύπρο κλπ. Σύμφωνα με την παράγραφο 5 της δήλωσης το διάταγμα επιδόθηκε προσωπικά στην Εναγόμενη 1 με μετάφραση στην Αγγλική από αδειούχο επιδότη στις ΗΠΑ την 24.4.2013 (επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 5 σχετική ένορκη δήλωση. Σχετικό είναι επίσης και το Τεκμήριο 6 επιστολή από δικηγόρο στη Νέα Υόρκη που επιβεβαιώνει την νομιμότητα της επίδοσης). Είναι η θέση της ενόρκως δηλούσας ότι η Εναγόμενη 1 μέχρι σήμερα δεν έχει υπακούσει το διάταγμα και μάλιστα ότι αυτό το πράττει εσκεμμένα και με πρόθεση ανυπακοής, λέει συγκεκριμένα η ενόρκως δηλούσα: «ξεκάθαρα γνωρίζει το περιεχόμενο του, αφού της επιδόθηκε προσωπικά αλλά και διότι η Εναγόμενη 1 εκπροσωπήθηκε σε όλα τα στάδια της διαδικασίας από δικηγόρους». Συμπεραίνεται ακόμη και από το γεγονός ότι κατέθεσε έφεση κατά του διατάγματος. Είναι η περαιτέρω θέση των Αιτητών διά της πιο πάνω δήλωσης ότι παρά το ότι θεωρούν την επίδοση που έγινε πιο πάνω, ως κανονική, εντούτοις «για να αποφευχθεί η οποιαδήποτε αμφισβήτηση της τυπικότητας της επίδοσης» αιτήθηκαν και πήραν άδεια από το Δικαστήριο για υποκατάστατη επίδοση, βάση των προνοιών της Σύμβασης της Χάγης, κατόπιν αιτήσεως που κατέθεσαν την 9.12.2013 και σχετικής άδειας του Δικαστηρίου 19.12.
- Βάση του πιο πάνω διατάγματος, οι Αιτητές προσπάθησαν να επιδώσουν επανειλημμένα στην Εναγόμενη 1 χωρίς επιτυχία. Επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 7 ένορκη δήλωση συγκεκριμένου επιδότη που περιγράφει τις προσπάθειες για επίδοση. Έχω εξετάσει το Τεκμήριο 7, στο οποίο αναγράφονται 9 προσπάθειες εντοπισμού της Εναγόμενης 1 στην Νέα Υόρκη, σε συγκεκριμένη διεύθυνση, όλες κατά τον Ιανουάριο
- Είναι η κατάληξη του επιδότη αυτού ότι στις 27.1.2014 και 28.1.2014 ο θυρωρός της πολυκατοικίας της δοθείσας διεύθυνσης της Εναγόμενης 1 του εμπόδισε την είσοδο λέγοντας του ότι δεν διαμένει στη διεύθυνση αυτή. Είναι η πεποίθηση της κας Αποστολίδου, όπως εκφράζεται κυρίως στις παραγράφους 10 και 11, ότι αυτή αποφεύγει την επίδοση για να αποφύγει να εκτελέσει τις υποχρεώσεις της και να μην υπακούσει τις επιταγές του διατάγματος. Για τεκμηρίωση της θέσης αυτής η ενόρκως δηλούσα αναφέρει προηγούμενες δυσκολίες στην επίδοση δικαστικών εγγράφων και ότι επιδόσεις που έγιναν στην Εναγόμενη 1 στη διεύθυνση, στην οποία έγινε προσπάθεια και από τον επιδότη, ως πιο πάνω, τελικά της επιδόθηκε. Ακόμη, αναφέρει τα ακόλουθα: «10.
- Είναι πραγματικά απίθανο ότι δήθεν η εναγόμενη 1, η οποία την Παρασκευή 24.01.2014 διέμενε σε εκείνη τη διεύθυνση, αλλά την Δευτέρα 27.01.2014 δεν ήταν εκεί η διαμονή της. Περαιτέρω, όπως διαφαίνεται από την ένορκη δήλωση του κ. DiGregorio, η Εναγόμενη 1 φαίνεται να έδωσε εντολές στον θυρωρό να εμποδίσει με κάθε τρόπο την είσοδο του κ. DiGregorio στο κτίριο, ενώ, φαίνεται επίσης, δεν δίστασε να δώσει οδηγίες στον θυρωρό να πει ψέματα αναφορικά με τον τόπο διαμονής της εναγόμενης
- 10.
- Όπως διαφαίνεται από το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 5, η Εναγόμενη 1 προσπάθησε, ανεπιτυχώς, να αποφύγει την επίδοση των δικαστικών εγγράφων και την 24.04.2013, όταν κατάφερε να της επιδώσει το διάταγμα ο κ. Navon Fahie. Χαρακτηριστικά, αναφέρει στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 5 ο κ. Fahie: "deponent observed Janna Bullock exiting 120 E. 87th Street, New York, New York (U.S.A) who was approached and served with said papers. Janna Bullock then attempted to evade service by walking away toward East 86th Street & Lexington Avenue Subway Station and kept advising Janna Bullock that she was served. Janna Bullock still continued to refuse to accept the papers in hand.". Οι Αιτητές επιμένουν και διά των αγορεύσεων τους ότι ο προτεινόμενος τρόπος επίδοσης στον δικηγόρο της Εναγόμενης 1 είναι ένας επαρκής τρόπος, με τον οποίο η Εναγόμενη 1 θα πληροφορηθεί με βεβαιότητα το περιεχόμενο του διατάγματος, αφού, ο δικηγορικός οίκος στον οποίο ανήκει ο κ. Δημητριάδης την έχει εκπροσωπήσει εξ αρχής μέχρι σήμερα και οι δικηγόροι της έχουν λάβει σχετικά διαδικαστικά διαβήματα με τα οποία φαίνεται η συνεχής επικοινωνία τους με την Εναγόμενη
- Εξάλλου, φαίνεται ως διεύθυνση επίδοσης της Εναγόμενης 1 το συγκεκριμένο γραφείο. Η ένσταση της πλευράς της Εναγόμενης 1, όπως προκύπτει από την ένορκη δήλωση της κας Ιακώβου, δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων της Εναγόμενης 1, όπως επίσης και από τις αγορεύσεις που έχουν κατατεθεί, στηρίζεται σε παρόμοια νομική βάση και έχει ως πυρήνα τα ακόλουθα:
(1)Τα αιτούμενα Διατάγματα δεν βρίσκουν νομικό έρεισμα και σε κάθε περίπτωση δεν δικαιολογούνται με βάση το δίκαιο και την νομολογία στην Κύπρο αφού λόγω της φύσης του Διατάγματος ημερ. 6.3.13, η επίδοση αυτού πρέπει να είναι προσωπική.
(2)Οι Ενάγοντες-Αιτητές στηρίζουν την αίτησή τους σε αντιφατικούς και ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς.
(3)Η αίτηση των Εναγόντων-Αιτητών είναι καταχρηστική και επιδιώκει αδικαιολόγητα να προκαλέσει ταλαιπωρία και να βλάψει τα νόμιμα δικαιώματα της Εναγομένης 1.
(4)Οι Ενάγοντες-Αιτητές εμποδίζονται να προωθούν την παρούσα αίτηση αφού προβάλλουν αντιφατικούς ισχυρισμούς για δήθεν προσωπική επίδοση στην Εναγόμενη 1.
(5)Η αιτούμενη άδεια για υποκατάστατη επίδοση έρχεται σε αντίθεση με την Διαταγή 42 Α των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι θα συνιστά κατάλληλη επίδοση.
(6)Τα Συνταγματικώς προστατευμένα Ανθρώπινα Δικαιώματα της Εναγόμενης 1 για δίκαιη δίκη και προστασία της ιδιοκτησίας της παραβιάζονται δια της έκδοσης των αιτούμενων Διαταγμάτων. Λόγω της επιτακτικής φύσεως του διατάγματος που εξεδόθηκε στις 6.3.2013, με βάση τη Δ.42Α η επίδοση πρέπει να είναι προσωπική. Ο σκοπός της πρόβλεψης αυτής είναι να εξασφαλίσει ότι αυτός που διατάσσεται έχει πλήρη γνώση της υποχρέωσης του, αφού παράλειψη του να συμμορφωθεί επιφέρει ποινικές ευθύνες. Γι' αυτό και ο νόμος είναι ιδιαίτερα αυστηρός. Στην αγόρευση του επισημαίνει ο κ. Δημητριάδης, ιδιαίτερα, την αντιφατικότητα των ισχυρισμών ότι αφενός έγινε επίδοση προσωπικά στην Εναγόμενη 1 ενώ επιδιώκεται και η παρούσα αίτηση. Παρατηρεί ακόμη ότι οι Ενάγοντες δεν μπορούν να επιμένουν σε υποκατάστατη επίδοση όταν δηλώνουν ότι ο σκοπός τους είναι να προωθήσουν διαδικασία παρακοής. Αναφορικά με τον λόγο ένστασης 6 ο κ. Δημητριάδης εισηγείται τα ακόλουθα: Η επίδοση των αιτούμενων διαταγμάτων με τον εισηγούμενο τρόπο θέτει σε κίνδυνο τα νόμιμα δικαιώματα της Εναγόμενης 1 και της στερεί την προστασία που της προσφέρει ο Νόμος, δηλαδή να μην διώκεται και να μην υφίσταται αδικαιολόγητη ταλαιπωρία χωρίς να έχει πλήρη γνώση των δεδομένων που την αφορούν και είναι αντίθετη με τα Ανθρώπινα και Συνταγματικά δικαιώματα της Εναγομένης 1 για δίκαιη δίκη, (βλ. και το Άρθρο 30
(3)(α) του Συντάγματος αναφορικά με το δικαίωμα πληροφόρησης δια τους λόγους που κάποιος καλείται να εμφανισθεί στο Δικαστήριο (Λόγος Ένστασης 3). Το δικαίωμα πληροφόρησης και υπεράσπισης, όπως επίσης κατοχυρώνεται στο ίδιο Άρθρο, είναι βασικό ανθρώπινο δικαίωμα και αποτελεί και προϋπόθεση για τη δίκαιη δίκη του ατόμου. Η τήρηση μάλιστα τέτοιας προϋπόθεσης και ο σεβασμός των ουσιωδών αυτών παραμέτρων του δικαιώματος αυτού γίνεται πιο επιτακτική στις περιπτώσεις όπου ένα πρόσωπο κινδυνεύει να κατηγορηθεί για παρακοή διατάγματος (όπως αυτό είναι φανερό από τα έγγραφα που έχουν καταχωρήσει οι Ενάγοντες/Αιτητές) και που μάλιστα οι συνέπειες τέτοιων πράξεων θα είναι πολύ σοβαρές (οιονεί ποινικές). Για τέτοιες περιπτώσεις ο Νόμος και η νομολογία έχουν προβλέψει αυστηρές εγγυήσεις του δικαιώματος πλήρους και ορθής πληροφόρησης, ώστε να μην πλήττονται τα εν λόγω θεμελιώδη δικαιώματα περιλαμβανομένου του Άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για δίκαιη δίκη καθώς και του Άρθρου 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου σχετικά με την περιουσία της η οποία θα τύχει επηρεασμού (Λόγος Ένστασης 6). Οι Αιτητές στη δική τους αγόρευση ισχυρίζονται ότι με βάση τη Δ.42Α ρητά προσδίδεται στο Δικαστήριο ευχέρεια να διατάξει υποκατάστατο επίδοση του διατάγματος, παρά το ότι, όπως επισημαίνουν και οι ίδιοι, κυπριακή νομολογία επί του ζητήματος δεν φαίνεται να υπάρχει, καθώς όλες οι υποθέσεις στις οποίες τονίστηκε η σημασία της προσωπικής επίδοσης αφορούσαν περιπτώσεις όπου δεν είχε δοθεί συγκεκριμένα άδεια για υποκατάστατο επίδοση. Όμως οι Αιτητές διά των δικηγόρων τους επικαλούνται αγγλική νομολογία, με βάση τις αντίστοιχες 42A αγγλικές πρόνοιες, Order 41 Rule 5 και Order 44 Rule 2 (Annual Practice 1958). Είναι χρήσιμο, κρίνω, να παραθέσω το μέρος της αγόρευσης του κ. Δράκου, που στηρίζει ακριβώς την πτυχή αυτής της αίτησης με βάση την επικαλούμενη αγγλική νομολογία: Στο σύγγραμμα Halsbury's Law of England, Τόμος 8 (3η έκδοση, 1954), παράγραφος 64, σελ. 38, αναφέρεται ότι: "Upon an affidavit showing sufficient grounds for the application an order for substituted service of the order to be enforced may be obtained ex parte. Personal service of an order to do an act may be dispensed with if it clearly shown that the person to be served is evading service." Στην υπόθεση Worboys v. Worboys
(1953)P. 192, Αγγλικό Δικαστήριο αναφέρθηκε σε σειρά προηγούμενων αποφάσεων όπου διατάχθηκε υποκατάστατη επίδοση διατάγματος και τόνισε, με αναφορά στις προηγούμενες αυθεντίες, ότι θα ήταν παράλογο αν το δικαστήριο δεν είχε τέτοια εξουσία, καθώς ένας εναγόμενος θα μπορούσε να αποφεύγει τις υποχρεώσεις του με το να κρύβεται. Τίθενται τα αποσπάσματα από την υπόθεση αυτή: "My attention was also called to Whyte-Melville v. Whyte-Melville 4 Τ.L.R. 491. That was a case in which an order had been made upon a reverend gentleman directing him within four days of the service of the order to deliver up to a receiver certain securities. It was impossible to serve the defendant with this order, and the plaintiff obtained an order directing that service upon the defendant's solicitor should be deemed good service; in other words, an order for substituted service. The defendant did not comply with the order, and an application for a writ of attachment against him was made to, and granted by, Stirling J., who said in the course of his judgment, 14 after referring to R.S.C., Ord. 67, r. 6: "The theory upon which that power was given to the court was that if the court found that the person to be served was in communication with a person within the jurisdiction of the court, and there was a reasonable probability that substituted service of the order would have the result of its reaching the person upon whom it was made, the court would act upon that presumption." That judgment, as I have said, was on an application for attachment. In the Chancery Division in 1892, in In re A Solicitor, 15 North J. gave leave for substituted service of a notice of motion to commit." (σελ. 199) "In Kistler v. Tettmar an order had been made for a judgment debtor to attend and to be examined as to her means. It had been impossible to effect personal service of that order upon her and it was sought to attach her for non-compliance with the order. Stirling L.J. said 19: "The general rule always has been that a writ of sequestration cannot be issued unless the party applying for it is in a position to obtain a writ of attachment. This being the law, the only remaining question to be considered is one of fact, namely, whether the judge was right in coming to the conclusion that the judgment debtor was evading service of the order. It seems to me that he was. It may be that, instead of leaving the copy order with the husband of the judgment debtor, as the process-server did, the better course would have been to apply for an order for substituted service, which might in my opinion have been made under Order LXVII, r. 6." That is a clear statement by Stirling L.J. as to the power of the court. The point that Kekewich J. referred to in the last cited case is reiterated by Mathew L.J. where he says 20: "It was argued for the judgment debtor that the rule requiring personal service of an order, before a writ of attachment can be issued for disobedience of it, admitted of no exception; and consequently that in this case no writ of attachment could issue even although the judgment debtor was well aware of the existence of the order, and was evading the service of it. This is a somewhat startling proposition, for, after all, the only object of the rule requiring personal service is that the party should know what the order was and the consequences of disobeying it. I do not think that there is any authority for this proposition, which would lead to a manifest absurdity, namely, that the court would be rendered powerless to enforce its order if the person against whom the order was made chose to lock himself up, and so prevent personal service upon him." (σελ. 200 - 201)". Ακόμη, επικαλούνται οι Αιτητές, πρόσφατη απόφαση του αγγλικού εφετείου στην υπόθεση Benson v. Richards
(2002)EWCA Civ.1402 όπου το δικαστήριο ανέφερε στις παραγράφους 40 και 41 ότι, "40. As we have noted, the Judge took a limited view of her discretion to dispense with the requirement for service before the time fixed for compliance. With respect to her, we think this was too narrow a view of the wide discretion conferred by paragraph
(7). Unfortunately, the Judge's attention does not seem to have been drawn to a decision of this court (Davy International -v- Tazzyman [1997] 1 WLR 1256), which makes quite clear the "unfettered" nature of the discretion conferred by that paragraph, even where it is exercised "retrospectively". 41. No doubt, the Court must be careful before concluding that it is 'Just" to dispense with service, in a case not covered by the specific rules of sub-section
(6). However, when considering the impact of the various orders, the Court is entitled to have regard to the realities of the matter. Subject to one point of detail, to which we shall come, all these orders were designed to achieve a single purpose namely the removal of the fence erected as long ago as
- To that extent it is wholly artificial to talk of "retrospectively" waiving the requirements for service in relation to the orders of July
- The power to fix a new time for compliance with a mandatory order (see RSC Ord 45 r 6) is intended to assist the enforcing claimant, not to put a procedural minefield in his way. There was no injustice to Miss Richards in proceeding on the basis that these later orders were simply reinforcing and continuing the effect of the order granted on 8th May 1998, and in dispensing with the technical lapses of service along the way. As the Judge found, there was no doubt that at all times she knew perfectly well what was involved and what its consequences were. Any other view is an encouragement, as this case shows, for a persistent offender to use technicalities to defeat the purpose of the orders." (ακολουθούνται οι υπογραμμίσεις που έχουν τεθεί από τους ευπαίδευτους συνηγόρους). Είναι η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Αιτητών ότι με βάση τη σύγχρονη αγγλική νομολογία «το Δικαστήριο μπορεί σε κατάλληλες περιπτώσεις να διατάξει ότι δεν χρειάζεται καν να γίνει δήλωση ή να επικυρώσει αντικανονική επίδοση όταν διαπιστωθεί ότι ο Εναγόμενος γνώριζε τις υποχρεώσεις του». Σε σχέση με την άδεια για υποκατάστατη επίδοση δικαστικών εγγράφων σε δικηγόρους, υποδεικνύεται ότι είναι μία πρακτική που ακολουθείται «για να αποφευχθούν καθυστερήσεις και τυπικές δυσκολίες». (Βλ. JSC BTA Bank v. Ablyazov
(2011)EWHC 2988 και Αbela v. Baadarani
(2013)1 W.L.R. 2043). Είναι η κατάληξη της πλευράς των Αιτητών επ' αυτού του θέματος ότι με την επίδοση στους δικηγόρους, αποφεύγονται ατέρμονες και χρονοβόρες διαδικασίες για τυπικά θέματα επίδοσης. Αυτή η ανάγκη είναι εντονότερη σε υποθέσεις που έχουν διεθνή χαρακτήρα και ο Εναγόμενος είναι δύσκολο να ανευρεθεί. (Βλ. σχετική παράγραφο 18 της αγόρευσης του κ. Δράκου). Ακόμη, ισχυρίζονται οι Αιτητές και αναλύεται αυτός ο λόγος στις παραγράφους 20 και επόμενα της αγόρευσης του κ. Δράκου, ότι η Εναγόμενη εσκεμμένα αποφεύγει την επίδοση. Οι περί αντιθέτου θέσεις της κας Ιακώβου είναι γενικές και μετέωρες, υποστηρίζουν οι Αιτητές. Ακόμη ισχυρίζονται ότι δεν έχουν αντικρουστεί οι ένορκες θέσεις των δυο επιδοτών που παρατίθενται στην ένορκη δήλωση της κας Αποστολίδου. Στη συνέχεια γίνεται και πάλι αναφορά στην ασφαλή βεβαιότητα γνώσης της Εναγόμενης 1 που θα προκύψει από την επίδοση στο δικηγόρο της. Δέχεται ο κ. Δράκος ότι είναι σύνηθες σε διεθνείς υποθέσεις κύπριοι δικηγόροι να παίρνουν τις οδηγίες του σε καθημερινή βάση από δικηγόρους του εξωτερικού, αυτό όμως, όπως επιχειρηματολογεί δεν σημαίνει ότι αν χρειαστεί να επικοινωνήσουν με τους πελάτες τους απευθείας αυτό δεν θα καταστεί δυνατό. Είναι στη φύση της υποκατάστατης επίδοσης, λέει ο κ. Δράκος, ότι συνήθως γίνεται σε πρόσωπο που κατά λογική πιθανότητα θα διαβιβάσει τα έγγραφα αλλά κατά τα άλλα δεν είναι εξουσιοδοτημένο να δέχεται επιδόσεις εκ μέρους των Εναγομένων. Ο σκοπός της υποκατάστατης επίδοσης είναι να μην επιτραπεί σε διάδικο να αποφεύγει τις υποχρεώσεις του με το να κρύβεται. Σε σχέση με το επιχείρημα της Εναγόμενης 1 ότι τίθεται θέμα αντιφατικών ισχυρισμών, οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι έγινε επίδοση προσωπική, σύμφωνα με το νόμο της Νέας Υόρκης όμως «δεν είναι ξεκάθαρο κατά πόσο η προσωπική επίδοση αυτή αποτελεί και προσωπική επίδοση βάση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας.» Αυτό εξηγείται ως εξής: Βάσει της Δ.5Β, Θ. 1 «H προβλεπόμενη από τους Θεσμούς επίδοση κλητηρίου εντάλματος εναρκτήριας αίτησης, έφεσης, δικογράφων και παντός δικαστικού εγγράφου, καθώς και η επίδοση οποιουδήποτε εγγράφου ήθελε διατάξει το Δικαστήριο, διενεργείται από ιδιώτη επιδότη στον οποίο έχει χορηγηθεί άδεια από το Ανώτατο Δικαστήριο, o οποίος στο Διαδικαστικό Κανονισμό θα αναφέρεται ως "ο επιδότης".» Η πρόνοια αυτή είναι εύκολο να εφαρμοστεί όσον αφορά επιδόσεις στην Κύπρο, δημιουργείται όμως μία ασάφεια όταν πρόκειται περί επίδοσης σε ξένη χώρα και ακριβώς λόγω αυτής της αβεβαιότητας, οι Αιτητές θεώρησαν συνετό να προχωρήσουν σε αίτηση για υποκατάστατο επίδοση, αφού πλέον και η Καθ' ής η αίτηση έλαβε τα μέτρα της και δεν επιτρέπει σε επιδότες να πλησιάσουν την κατοικία της. Έχω μελετήσει όλα τα πιο πάνω, με βάση τα γεγονότα που προσφέρονται από τους διαδίκους και έχοντας υπόψη την αυστηρή προσέγγιση της νομολογίας για την προσωπική επίδοση διαταγμάτων επιτακτικής μορφής. Είναι γεγονός ότι το 42Α το οποίο έχει προβληθεί παρέχει διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να διατάξει υποκατάστατη επίδοση αντί προσωπική. Είναι χρήσιμο να θέσουμε τη Δ42 Α αυτούσια. «1. Where any order is issued by any Court directing any act to be done or prohibiting the doing of any act there shall be endorsed by the Registrar on the copy of it, to be served on the person required to obey it, a memorandum in the words or to the effect following: «If you, the within-named A.B., neglect to obey this order, by the time therein limited, you will be liable to be arrested and to have your property sequestered. 2. An office copy of the order shall be served on the person to whom the order is directed. The service shall, unless otherwise directed by the Court of a Judge be personal.» Κατά την ακρόαση της αίτησης ελέχθη ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να προχωρήσει στην έκδοση των αιτουμένων θεραπειών γιατί δεν πρέπει τυπικά θέματα που άπτονται της επίδοσης να αποτελούν τροχοπέδη στη διαδικασία (βλ. σχετικά αποσπάσματα από τις αγορεύσεις των Αιτητών). Με όλο το σεβασμό στη πιο πάνω προσέγγιση, θεωρώ ότι περιέχει ένα ουσιώδες σφάλμα. Το θέμα της επίδοσης και δη της επίδοσης ενός διατάγματος επιτακτικής μορφής δεν μπορεί να είναι τυπικό θέμα. Άπτεται της ουσίας του πράγματος και είναι το βάθρο που στηρίζει την όλη διαδικασία. Δεν με βρίσκει σύμφωνη η θέση που εξεφράσθη από την πλευρά των Αιτητών ότι η γνώση του διατάγματος από την πλευρά της Εναγομένης είναι αρκετή. Όπως τίθεται στο Annual Practice του 1955 στην ανάλυση του σχετικού θεσμού O.41, r.4,5, σελ. 712 αναφέρεται ότι το γεγονός ότι ο Καθ' ου η Αίτηση ήταν παρών στο Δικαστήριο όταν εδίδετο το διάταγμα δεν είναι αρκετό να απαλλάξει τον Αιτητή από την υποχρέωση επίδοσης. (Βλ. Re Tuck, supra; Century Insurance Co. v. Larkin
(1910)1 Ir. R. 91, Haydon v. Haydon
(1911)2 K.B. 191, C.A.). Είναι αυτονόητο, ότι το θέμα της επίδοσης του διατάγματος, το οποίο μπορεί να αποτελέσει την αφετηρία μίας αίτησης παρακοής, πρέπει να αντιμετωπίζεται αυστηρά και στα πλαίσια της Δ.42 Α όπως εξελίχθηκε νομολογιακά. Στην υπόθεση Aναφορικά με την αίτηση του Τάκη Μακρίδη
(1991)1 ΑΑΔ 401, 406, αναφέρεται πως «. σε περιπτώσεις όπως εδώ που αφορούν την ελευθερία του πολίτη, οι δικονομικές διατάξεις που ρυθμίζουν την διαδικασία πρέπει να τηρούνται αυστηρά και κατά γράμμα». Δεν αμφιβάλλει κανείς ότι υπάρχει ευχέρεια για μη προσωπική επίδοση ενός διατάγματος, πλην όμως αυτό δεν μπορεί να είναι παρά σπάνια εξαίρεση. Χαρακτηριστικό ακριβώς της σπάνιας εφαρμογής της διακριτικής αυτής εξουσίας του Δικαστηρίου είναι ότι, όπως παραδέχθηκαν και οι συνήγοροι, δεν υπάρχει καμία απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί της δυνατότητας έκδοσης οδηγιών για μη προσωπική επίδοση διατάγματος με επιτακτική μορφή. Η δε Αγγλική νομολογία που παρατίθεται είναι εναρμονισμένη ακριβώς απόλυτα με την προσέγγιση ότι η μη προσωπική επίδοση είναι η εξαίρεση η οποία πρέπει αυστηρά να δικαιολογείται (βλ. πιο πάνω). Αποτελεί περαιτέρω προϋπόθεση που πηγάζει από το 42Α ότι οποιοδήποτε διάταγμα επιτακτικής ή απαγορευτικής μορφής θα πρέπει να οπισθογραφηθεί από τον Πρωτοκολλητή στο αντίγραφο που θα επιδοθεί στο πρόσωπο από το οποίο ζητείται να υπακούσει σε αυτό, με μία σημείωση ως εξής: Εάν εσείς ο κατονομαζόμενος ΑΒ παραλείψετε να υπακούσετε στο διάταγμα αυτό εντός του χρόνου που καθορίζεται σε αυτό, θα υπόκεισθε σε σύλληψη (προσαγωγή ενώπιον του Δικαστηρίου) και η περιουσία σας σε κατάσχεση. Η πιο πάνω φρασεολογία στηρίζει ακριβώς την κατ' αρχήν επιτακτική ανάγκη προσωπικής επίδοσης. Περαιτέρω, είναι σημαντικό ότι η προσωπική επίδοση συναρτάται και με την ενδεχόμενη μεταγενέστερη προσέγγιση του Δικαστηρίου στο χειρισμό της αίτησης παρακοής. Δεν πρέπει να παραγνωρίζεται ότι όσον αφορά τον Καθ' ου η αίτηση σε διαδικασία παρακοής διατάγματος, η υποχρέωση του για εμφάνιση συναρτάται με την προσωπική επίδοση της αίτησης καθώς και της μαρτυρικής κλήσης με την οποία καλείται να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου σε συγκεκριμένη ημερομηνία (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση του Αλέκου Κωνσταντινίδη για Certiorari
(2003)1 Α.Α.Δ.1298). Οπότε και εν προκειμένω επανέρχεται το θέμα του διεθνή χαρακτήρα της διαδικασίας κυρίως με την διαμονή της Εναγομένης 1 στο εξωτερικό. Έχοντας κατά νου την νομολογία που παρατέθηκε στην εκδίκαση της αίτησης, είναι η θεώρηση μου ότι η διακριτική αυτή εξουσία του Δικαστηρίου για να διατάξει μη προσωπική επίδοση του διατάγματος, πρέπει να ασκείται με ιδιαίτερη προσοχή και παρά πολύ σπάνια. Το βάρος είναι απόλυτα στη πλευρά των Αιτητών να καταδείξουν ότι αφενός αυτή η προσωπική επίδοση είναι αντικειμενικά αδύνατη αλλά και το κυριότερο να αποδείξουν με απτό τρόπο ότι ο Καθ' ου η αίτηση εσκεμμένα αποφεύγει την επίδοση, ώστε εντέλει να αποφύγει την δεσμευτικότητα του διατάγματος και την συνακόλουθη αίτηση παρακοής. Το βάρος, ακριβώς, είναι ιδιαίτερα επαχθές για τους Αιτητές, γιατί είναι αυστηρή η προσέγγιση του Δικαστηρίου επί των δικονομικών προνοιών που πηγάζουν από το 42 Α αλλά και από τις λοιπές νομοθετικές πρόνοιες που αφορούν τις συνέπειες σε περίπτωση παράβασης δικαστικού διατάγματος. Προσεκτικά μελετώντας την ένορκη δήλωση της κας Αποστολίδου, που είναι το υπόβαθρο στη πραγματική διάσταση του αιτήματος, δεν έχω πεισθεί ότι οι Αιτητές απέσεισαν το βάρος ότι (α) είναι αντικειμενικά αδύνατη η επίδοση προσωπικά στην Εναγόμενη 1 αλλά και ούτε (β) έχω πεισθεί ότι οι προβαλλόμενες σ' αυτή την ένορκη δήλωση και τα συναφή τεκμήρια, θέσεις είναι τέτοιες που να καταδεικνύουν σαφώς πρόθεση της Εναγόμενης 1 να αποφύγει την επίδοση αλλά και την εκ του διατάγματος υποχρέωση της. Ειδικά οι αναφορές από τους συγκεκριμένους επιδότες στην Νέα Υόρκη (ιδιαίτερα εκ του Τεκμηρίου 6) δεν οδηγούν στο συμπέρασμα στο βαθμό που θα ήταν αναμενόμενο σε τέτοιας φύσεως αυστηρή διαδικασία, ότι υπάρχει πρόθεση ηθελημένη της Εναγόμενης 1 να αποφύγει την επίδοση. Το τι ελέχθη από τον θυρωρό μίας πολυκατοικίας ή η ανεπιτυχής προσπάθεια να βρεθεί η Εναγόμενη 1 στη συγκεκριμένη διεύθυνση για κάποια περίοδο, έχει τεθεί υπό μορφή κατάληξης της θέσης ότι υπάρχει αυτή η πρόθεση εκ μέρους της. Αυτό, κατά τη κρίση μου, δεν είναι αρκετό. Η κατάληξη αυτή δίδεται με συμπεράσματα των ίδιων των Αιτητών, μέσω της ένορκης δήλωσης, η οποία δεν έχει πείσει για την εξάντληση των τρόπων και μεθόδων ως προς την επίδοση στην Εναγόμενη 1, ως οι Αιτητές οφείλουν να πράξουν δυνάμει του 42Α. Επαναλαμβάνω ότι, το θέμα της επίδοσης ενός επιτακτικού διατάγματος είναι θεμελιώδους σημασίας και δεν αρκούν τέτοιοι γενικοί ισχυρισμοί, ώστε οι Αιτητές να αποσείσουν το βάρος που έχουν να καταδείξουν τα πιο πάνω αναφερόμενα. Στη βάση αυτών που έχω εξηγήσει, θεωρώ ότι η αίτηση δεν στοιχειοθετείται επαρκώς και απορρίπτεται. Έχοντας υπόψη το αντικειμενικά ατελέσφορο του διατάγματος ως προς την υποχρέωση που αφορά την Εναγόμενη 1, ανεξάρτητα από την επίδοση του ή όχι, θεωρώ ορθό, παρά την πιο πάνω κατάληξη, να μην εκδοθεί διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ............. Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ../ΙΜ/ΞΠ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: Αίτηση για προσωπική επίδοση διατάγματος cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο