ΜΑΣΤΕΛΟ ΛΤΔ ν. REDJEP MEHMET, Αρ. Αγωγής 4079/13, 30/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A274 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Μαυρονικόλα, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 4079/13 Μεταξύ: ΜΑΣΤΕΛΟ ΛΤΔ, από τη Λεμεσό Ενάγουσας -και- REDJEP MEHMET, από το Ηνωμένο Βασίλειο και τώρα Λεμεσό Εναγόμενου -------------------------------- Αίτηση ημερ. 20.9.13 Ημερομηνία: 30.6.2014 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα-Αιτήτρια: κ. Σ. Φασουλιώτης Για τον Εναγόμενο-Καθ΄ ου η αίτηση: κα Α. Κλαϊδη Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αίτηση η ενάγουσα αιτήτρια αιτείται την έκδοση του ακόλουθου διατάγματος: «A. Προσωρινό διάταγμα το οποίο να απαγορεύει στον Εναγόμενο και/ή σε οποιοδήποτε αντιπρόσωπο του να μεταβιβάσει και/ή πωλήσει και /ή ενοικιάσει και/ή εκμισθώσει και/ή επιβαρύνει και/ή υποθηκεύσει και/ή εκχωρήσει δια δωρεάς και/ή κατόπιν ανταλλάγματος και/ή άλλως αποξενώσει το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 0/21625, Φύλλο/Σχέδιο 53/64, Τεμάχιο 703, όλο μερίδιο, στην τοποθεσία Αλουπούς, στο Δήμο Κάτω Πολεμιδιών, της επαρχίας Λεμεσού, μέχρι πλήρους αποπεράτωσης της παρούσας αγωγής.» Η αίτηση βασίζεται στη Δ.48 Θ.1 έως 3 και 9, στα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 6), στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου αρ. 14/60 και στις συμφυείς δικαστικές εξουσίες, διακριτική ευχέρεια και νομολογία του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται εκτίθενται στην ένορκη δήλωση του διευθυντή της ενάγουσας, ο οποίος δηλώνει ότι γνωρίζει τα γεγονότα και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην παρούσα. Υποστηρίζει ότι δυνάμει αγοραπωλητηρίου εγγράφου ημερ. 5.2.2008 (Τεκ. Α), το οποίο υπογράφηκε στη Λεμεσό, ο εναγόμενος συμφώνησε όπως πωλήσει και μεταβιβάσει στην ενάγουσα το ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/21625, Φ/Σχ. 53/64, τεμ. 703 το όλο στην τοποθεσία Αλουπούς στο Δήμο Κάτω Πολεμιδιών στη Λεμεσό, αντί του συμφωνηθέντος τιμήματος των €521.123,44, το οποίο θα ήταν πληρωτέο ως ακολούθως: α) το ποσό των €2.000 υπό μορφή κράτησης και ως δικαίωμα αγοράς του ακινήτου κατά την 5.2.2008, β) το ποσό των €83.430 ως υπόλοιπο προκαταβολής κατά την ημερομηνία καταχώρησης του στο Κτηματολόγιο Λεμεσού η οποία έγινε στις 6.2.2008, γ) το υπόλοιπο ποσό των €433.693,44 θα ήταν πληρωτέο ταυτόχρονα με τη μεταβίβαση του ακινήτου. Ήταν ρητός όρος της πιο πάνω σύμβασης ότι θα ίσχυε μόνο με την εξασφάλιση της απαιτούμενης άδειας μεταβίβασης από τον Υπουργό Εσωτερικών υπό την ιδιότητα του ως Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών Περιουσιών. Ήταν επίσης ρητός όρος ότι σε περίπτωση αδυναμίας εξασφάλισης της αιτούμενης άδειας για λόγους που οφείλονται στον εναγόμενο, τότε ολόκληρο το ποσό της προκαταβολής το οποίο θα είχε καταβληθεί από την ενάγουσα, θα καθίσταται αμέσως επιστρεπτέο από τον εναγόμενο προς την ενάγουσα με τόκο προς 7% ετησίως από την ημερομηνία που αυτό θα είχε εισπραχθεί από τον εναγόμενο μέχρι πλήρους εξόφλησης. Η ενάγουσα ενεργώντας στη βάση των πιο πάνω, κατέβαλε στον εναγόμενο την 5.2.2008 το ποσό των €2.000 και την 6.2.2008 των ποσό των €83.430, ως μέρος του πιο πάνω συμφωνηθέντος τιμήματος πώλησης. Στη συνέχεια, τόσο η ενάγουσα όσο και ο εναγόμενος, προέβηκαν σε ενέργειες με σκοπό την εξασφάλιση της απαιτούμενης άδειας για ολοκλήρωση της πιο πάνω πώλησης και διενέργειας της μεταβίβασης. Στις 29.7.2013, με επιστολή το Υπουργείο Εσωτερικών, ενημέρωσε τους διάδικους ότι ο Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, αφού μελέτησε όλα τα δεδομένα και περιστατικά που διέπουν την πιο πάνω αγοραπωλησία, αποφάσισε ότι δεν είναι δυνατό να χορηγήσει τη συγκατάθεση του για αποδοχή της πώλησης του πιο πάνω τεμαχίου (Τεκ. Γ). Ως αποτέλεσμα της άρνησης ο Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Λεμεσού δεν μπορούσε να προβεί σε αποδοχή του πιο πάνω αγοραπωλητηρίου εγγράφου και κατ΄ επέκταση της δήλωσης μεταβίβασης του πωλούμενου ακινήτου από τον εναγόμενο προς την ενάγουσα και ως εκ τούτου όλα τα σχετικά έγγραφα θα τους επιστρέφονταν. Στις 16.9.2013 κάλεσε προφορικά τον εναγόμενο όπως προβεί στις απαραίτητες διευθετήσεις για την όσο το δυνατό συντομότερη επιστροφή προς την ενάγουσα του ποσού των €85.430, το οποίο του είχε καταβληθεί από την ενάγουσα έναντι του συμφωνηθέντος τιμήματος πώλησης, πλέον τόκους προς 7% ετησίως από την ημερομηνία είσπραξης τους μέχρι πλήρους εξόφλησης, ανερχόμενο στο ποσό των €33.533 ήτοι συνολικού ποσού των €118.
- Ο εναγόμενος σε απάντηση τον πληροφόρησε ότι δεν είχε την οικονομική δυνατότητα αλλά ούτε και τη διάθεση να επιστρέψει οποιοδήποτε ποσό, το οποίο είχε εισπράξει δυνάμει του επίδικου αγοραπωλητηρίου εγγράφου. Όπως τον συμβουλεύει ο δικηγόρος του πληρούνται όλες οι αναγκαίες προϋποθέσεις έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος και ζητά την έκδοση του. Ο Εναγόμενος Καθ΄ ου η αίτηση καταχώρησε ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως του στην αίτηση της Ενάγουσας-Αιτήτριας. Την βάσισε στους πιο κάτω λόγους: «Α) Η παρούσα αίτηση αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας (abuse of process), καθ΄ ότι αιτείται διάφορα διατάγματα τα οποία δεν μπορούν να εκδοθούν από το Δικαστήριο και η συμπεριφορά και ενέργειες της Ενάγουσας-Αιτήτριας είναι κακόπιστη. Β) Η τυχόν έκδοση των διαταγμάτων θα επιφέρει σοβαρές επιπτώσεις εις τον Εναγόμενο-Καθ΄ ου η αίτηση και δεν θα απονεμηθεί δικαιοσύνη. Γ) Η Ενάγουσα-Αιτήτρια δεν νομιμοποιούνται εις την παρούσα αίτηση, καθ΄ ότι τα κριτήρια του άρθρου 4 και 5 Κεφ. 6 δεν ικανοποιούνται. Δ) Η Ενάγουσα-Αιτήτρια απέκρυψεν ουσιώδη γεγονότα και/ή πληροφορίες από το Σεβαστό Δικαστήριο και το Δικαστήριο πρέπει να απορρίψει την αίτηση χωρίς να εξετάσει την ουσία της. Ε) Η Ενάγουσα εταιρεία δεν έδωσεν εις το Σεβαστό Δικαστήριο οποιαδήποτε στοιχεία και/ή μαρτυρία και/ή λεπτομέρειες εν σχέση με την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας και καμία μαρτυρία εδώθηκε εν σχέση με τον ισχυρισμό της αποξένωσης και/ή πώλησης και/ή δωρεάς του επίδικου ακινήτου. ΣΤ) Το Σεβαστό Δικαστήριο δεν μπορεί να επιληφθεί και να εκδώσει διατάγματα σύμφωνα με το Αιτητικό Α της αίτησης της Ενάγουσας-Αιτήτριας, καθ΄ ότι οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 δεν ικανοποιούνται, ότι θα είναι δύσκολο και/ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Ζ) Η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει, καθ΄ ότι τυχόν έκδοσης των Διαταγμάτων θα ισοδυναμεί με την εκδίκαση της αγωγής. Η) Η Ενάγουσα-Αιτήτρια δεν έχει έρθει ενώπιον της δικαιοσύνης με καθαρά χέρια (he who comes to equity must come with clean hands), καθ΄ ότι απέκρυψεν ουσιώδη γεγονότα και/ή πληροφορίες από το Σεβαστό Δικαστήριο και το Δικαστήριο πρέπει να απορρίψει την αίτηση χωρίς να εξετάσει την ουσία της. Θ) Δεν υπάρχουν εξαιρετικές περιπτώσεις που να δικαιολογούν την έκδοση διατάγματος. Ι) Η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει, καθ΄ ότι πάσχει νομικά και βασίζεται σε λανθασμένη νομική βάση. Κ) Τα γεγονότα που υποστηρίζουν την εν λόγω αίτηση είναι αναληθή». H ένσταση του υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του ιδίου. Αρνείται καθ΄ ολοκληρία το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει το αίτημα της Ενάγουσας-Αιτήτριας και υποστηρίζει ότι συμμορφώθηκε πλήρως με τους όρους της γραπτής σύμβασης ημερ. 5.2.2008 αφού προέβηκε σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες προς τον Υπουργό Εσωτερικών με σκοπό εξασφάλισης της απαιτούμενης έγκρισης για μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου προς την Ενάγουσα-Αιτήτρια. Περί τις αρχές Ιουλίου του 2013 πληροφορήθηκε από τους δικηγόρους του για την απαίτηση του Διευθυντή Υπηρεσίας Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών όπως προβεί σε ένορκη δήλωση με την οποία να δηλώνει ότι δεν διαθέτει Ελληνοκυπριακή περιουσία στην κατεχόμενη Κύπρο. Αντίγραφο της ένορκης δήλωσης του ημερ. 5.7.13 η οποία στάληκε στον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, επισύναψε ως Τεκμήριο Α. Συμφωνεί ότι με επιστολή ημερ. 29.7.13 το Υπουργείο Εσωτερικών μέσω του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, γνωστοποίησε την άρνηση του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών να δώσει την απαιτούμενη έγκριση για ολοκλήρωση της αγοραπωλησίας (Τεκμήριο 2). Όταν πληροφορήθηκε για τους λόγους απόρριψης του αιτήματος, έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους του, όπως υποβάλουν γραπτό αίτημα για επανεξέταση της απόρριψης της αίτησης, καθότι οι λόγοι της απόρριψης δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα. Υποστηρίζει ότι με βάση τα πιο πάνω συνεχίζει τη συμβατική του υποχρέωση για εξασφάλιση της απαραίτητης άδειας από το Υπουργείο Εσωτερικών και δηλώνει πως σε περίπτωση όπου το αίτημα του για επανεξέταση δεν γίνει αποδεκτό και δεν εκδοθεί έγκριση, προτίθεται να καταχωρήσει προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο. Αναφέρει ότι στις 16.9.13 όταν η Ενάγουσα-Αιτήτρια του ζήτησε την επιστροφή των χρημάτων που του είχε καταβάλει, την ενημέρωσε ότι συνεχίζει να προβαίνει στις δέουσες ενέργειες και διαδικασίες για την εξασφάλιση της άδειας από τις αρμόδιες αρχές και από τον Διευθυντή Τουρκοκυπριακών Περιουσιών. Δεν αρνείται ότι της απάντησε ότι δεν θα της επιστρέψει το ποσό που του είχε καταβληθεί εφόσον δεν είχε εξαντλήσει όλες τις νομικές διαδικασίες διά επανεξέταση του αιτήματος του, έτσι θεωρεί ότι ήταν αντισυμβατικό να του ζητηθεί επιστροφή των χρημάτων. Τα ως άνω λεχθέντα μεταξύ του ιδίου και της Ενάγουσας-Αιτήτριας στις 16.9.13 θεωρεί πως είναι ουσιώδη γεγονότα και έχουν αποκρυβεί από το Δικαστήριο. Εξίσου σημαντικό θεωρεί ότι το πωλητήριο έγγραφο ημερ. 5.2.2008 εξακολουθεί να παραμένει σε ισχύ καθότι ουδέποτε έχει τερματιστεί από την Ενάγουσα εταιρεία. Ενόψει των πιο πάνω θεωρεί την αγωγή και την αίτηση πρόωρη και καταδικασμένη σε αποτυχία χωρίς ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Περαιτέρω υποστηρίζει ότι η Ενάγουσα-Αιτήτρια απέκρυψε από το Δικαστήριο ότι το πωλητήριο έγγραφο ημερ. 5.2.2008 παραμένει καταχωρημένο στο Κτηματολόγιο με συνέπεια το ακίνητο του να βαρύνεται με την καταχώρηση και είναι αδύνατο να το αποξενώσει και πωλήσει. Σύμφωνα με πληροφορίες που έλαβε από το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας στις 31.1013 η Ενάγουσα εταιρεία καταχώρησε το πωλητήριο έγγραφο ημερ. 5.2.2008 στις 8.2.2008 και μέχρι σήμερα παραμένει κατατεθειμένο στο μητρώο του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας όπου διατηρείται το αρχείο σε σχέση με Τουρκοκυπριακή περιουσία. Υποστηρίζει ότι η σημερινή αξία του επίδικου ακινήτου υπερβαίνει το ποσό των €850.000 και υπερκαλύπτει την αξίωση της Ενάγουσας-Αιτήτριας. Τέλος αναφέρει πως δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία που να δικαιολογεί την έκδοση του διατάγματος, συγκεκριμένα σε σχέση του ότι θα ήταν δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο και ούτε ίχνος μαρτυρίας από την Ενάγουσα εταιρεία ότι υπάρχει κίνδυνος αποξένωσης του επίδικου ακινήτου. Ζητά δε την απόρριψη της αίτησης επειδή δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Οι δικηγόροι των διαδίκων, προφανώς αφού δεν αμφισβητούνται τα γεγονότα, δεν αντεξέτασαν τους ενόρκως δηλούντες και περιορίστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Η αίτηση βασίζεται σε όλα τα άρθρα δυνάμει των οποίων εκδίδονται προσωρινά διατάγματα, ήτοι στα άρθρα 4 και 5 του Νόμου, Κεφ. 6 και στο άρθρο 32 του Νόμου 14/
- Σημειώνω πως θα είναι αρκετό ο Ενάγων - Αιτητής να επιτύχει στη βάση μόνο μιας από τις τρεις πρόνοιες που επικαλείται (βλ. Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου
(1996)1 Α.Α.Δ. 253). Το άρθρο 4 Στην υπόθεση Cyprus Palestine Plantations Ltd v. Olivier & Co. (Cyprus) Ltd 16 C.L.R. 122, αποφασίστηκε πως το άρθρο 4 του Κεφ. 6 παρέχει δικαιοδοσία στο Δικαστήριο να εκδίδει παρεμπίπτον διάταγμα όταν αυτό αφορά μόνο στο αντικείμενο αγωγής. Η αρχή αυτή υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Sophoclis Mamas & Co. v. Carl FW Borgward and the Chartered Bank
(1962)C.L.R. 209, óπου αποφασίστηκε επίσης πως διάταγμα που εκδίδεται βάσει του άρθρου 4 δεν επεκτείνεται μέχρι της εκτέλεσης της απόφασης κάτι που προβλέπεται ειδικά στο άρθρο 5 του Κεφ.6. Στην υπόθεση Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1980, 1988 υποδεικνύεται ότι: «Το άρθρο 4
(1)και 5 του Κεφ.6 σχολιάζει σε αντιπαραβολή με το άρθρο 32 του Ν.14/60 η απόφαση Α.Β.Ρ. Holdings Ltd v. Κιταλίδη κ.ά. (αρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694. Η τελευταία αυτή διάταξη παρέχει ευρύτατες εξουσίες για χορήγηση προσωρινών διαταγμάτων που υπερκαλύπτουν εκείνες του νόμου περί Πολιτικής Δικονομίας. Εν πάση περιπτώσει, η εξουσία που παρέχεται διατηρεί και στις δύο περιπτώσεις το διακριτικό της χαρακτήρα. Μάλιστα στο άρθρο 5
(2)((ισχύει το ίδιο και για το άρθρο 4
(1)), το διάταγμα δεν εκδίδεται αν ο αιτητής δε φαίνεται να έχει καλή βάση αγωγής.» Το άρθρο 5 Το άρθρο 5 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 σκοπό έχει να διασφαλίσει στον Ενάγοντα την είσπραξη του εξ αποφάσεως χρέους που θα προκύψει από πιθανή επιτυχία του στην αγωγή (βλ. Παναγιώτου ν. Κολλάτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1306). Το άρθρο 5
(2), προνοεί ότι δεν εκδίδεται συντηρητικό διάταγμα παρεμπόδισης της αποξένωσης τόσου μέρους της ακίνητης περιουσίας του Εναγομένου, όσο κατά τη γνώμη του δικαστηρίου είναι επαρκές να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντος, εκτός όταν ο ενάγων έχει καλή βάση αγωγής και ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι με την πώληση ή τη μεταβίβαση της ιδιοκτησίας σε τρίτο είναι πιθανόν να εμποδιστεί στην ικανοποίηση της απόφασης που τυχόν να εκδοθεί υπέρ του. Η απαίτηση του άρθρου 5 για ύπαρξη πιθανότητας να εμποδιστεί ο ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του αν δεν εκδοθεί το παρεμπίπτον διάταγμα, αντιστοιχεί ουσιαστικά προς την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν.14/60, δηλαδή τη δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως έχει λεχθεί και στην υπόθεση C. Phasarias (Automotive Centre) Limited v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λίμιτεδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 785, εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η τυχόν αποξένωση ή επιβάρυνση στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί ή όπως αναφέρεται στην υπόθεση Τσιολάκκη κ.ά. ω. Στυλιανίδη
(1992)1 Α.Α.Δ. 782, 785, εκείνο που απαιτείται είναι «η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος (βλ. την υπόθεση Ρένα Αριστοτέλους Λτδ κ.ά. ν. Benfleet Enterprises Ltd κ.ά.
(2006)1 ΑΑΔ 280). Το άρθρο 32 Ο τρόπος εφαρμογής του άρθρου 32 εξετάστηκε και αναλύθηκε σε μεγάλο αριθμό υποθέσεων. Υποδεικνύονται στη Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 τα εξής: «Στη διαδικασία του προσωρινού διατάγματος, το έργο του Δικαστηρίου είναι περιορισμένο. Το καθήκον του περιορίζεται στη διαπίστωση κατά πόσο ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις που απαιτούνται για επιτυχία: (α) Σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση. (β) Ορατή προοπτική και/ή πιθανότητα ότι ο ενάγων δικαιούται σε θεραπεία στην αγωγή. (γ) Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του διατάγματος. Το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης.» Το Δικαστήριο στο τελικό στάδιο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει και το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή ν. Χ"Βασίλη
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Η ύπαρξη απλώς των τριών θεσμικών προϋποθέσεων δεν είναι αρκετή (βλ. Κούνουνα ν. C. & A. Simonos Ltd
(2002)1 A.A.Δ. 1361, 1366). Δεν τίθεται θέμα οριστικής διάγνωσης στο πλαίσιο διαδικασίας για έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος ως προς τα θέματα που συνάπτονται προς τα επίδικα της αγωγής. Είναι στοιχειώδες πως δεν τίθεται σε αυτό το στάδιο ζήτημα απόδειξης της βάσης της αγωγής. (Βλ. Νικόλα ν. Κεφάλα κ.ά.
(1998)1 Α.Α.Δ. 1400). Έχει δε επεξηγηθεί στην Τσιολάκκη κ.ά ν. Στυλιανίδης
(1992)1 Α.Α.Δ. 782 ο όρος «υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκασιν» που τίθεται στην επιφύλαξη του άρθρου 32
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου 1960 (Ν.14/60). Επιβάλλει την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης (arguable case) ως προϋπόθεση για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος (βλ. Οdysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 A.A.Δ. 557, στη σελ. 569). Η δεύτερη προϋπόθεση του πιο πάνω άρθρου αναλύθηκε στην υπόθεση Πουργουρίδης κ.ά. ν. Μέζου κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. 201, στη σελίδα 207 όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «Η δεύτερη προϋπόθεση επιβάλει στις εφεσείουσες να δείξουν ότι έχουν πιθανότητα επιτυχίας. Όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates & Others
(1982)1 C.L.R. 557, η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις. Σύμφωνα με τη Odysseos (πιο πάνω), στη σελίδα 569, η πιθανότητα στα πλαίσια της επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)του Νόμου 14/60, απαιτεί από τις εφεσείουσες να δείξουν ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας.» Η πρώτη προϋπόθεση ικανοποιείται εάν αντικειμενικά από τα δικόγραφα προκύπτει η ύπαρξη καλής βάσης αγωγής. Ακολούθως, το Δικαστήριο θα πρέπει να προχωρεί στην εξέταση της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας του Ενάγοντα, με βάση τη μαρτυρία και τα στοιχεία που έχει ενώπιον του (βλ. Hellenic Bank Public Company Limited v. Alpha Panareti Public Limited Πολ. Έφ. 145/2011 ημερ. 13.6.2013). Η έκδοση διατάγματος υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Η άσκηση διακριτικής εξουσίας δεν πρέπει να παραγνωρίζει και την ποιότητα της αξίωσης, η διάγνωση της οποίας δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας (βλ. την Ανδρέα Κυτάλα ν. Άννας Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253). Σ΄ αυτό το στάδιο το Δικαστήριο δεν θα επιλύσει την ουσιαστική διαφορά των Αιτητών με τους Καθ΄ ων η Αίτηση. Αναπόφευκτα όμως θα πρέπει να διαπιστώσει κατά πόσο ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60. Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του (Τ.Α. Micrologic Comp. Consult. Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 A.A.Δ. 1802, 1809). Στην παρούσα αίτηση δεν τίθεται ζήτημα απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων, ούτε αν η έκδοση του διατάγματος επείγει. Η αίτηση έγινε δια κλήσεως και το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να ακούσει και τις δύο πλευρές. Επομένως, με κριτήριο τις πιο πάνω νομικές αρχές και με αναφορά στην Απαίτηση της Ενάγουσας - Αιτήτριας και στα γεγονότα όπως προβάλλονται στις ένορκες δηλώσεις και τεκμήρια που υποστηρίζουν την Αίτηση και την Ειδοποίηση για Πρόθεση Ένστασης αντίστοιχα, που γίνεται αναφορά πιο πάνω, και έχοντας υπόψη τις θέσεις των δικηγόρων των διαδίκων, θα εξετάσω κατά πόσο ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 5 του Κεφ.6 και του άρθρου 32 του Ν.14/60. Θα παραλείψω να εξετάσω την εφαρμογή του άρθρου 4 του Κεφ.6 εφ΄ όσον ο δικηγόρος της Ενάγουσας - Αιτήτριας παρέλειψε να το πράξει. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας - Αιτήτριας η βάση της αγωγής της στηρίζεται σε παράβαση σύμβασης πώλησης ακινήτου ημερ. 5.2.2008 από τον Εναγόμενο - Καθ' ου η αίτηση και απαίτηση της για επιστροφή του ποσού των €85.430 το οποίο ως προκαταβολή είχε καταβληθεί στον Εναγόμενο έναντι του συμφωνηθέντος τιμήματος πώλησης του ακινήτου πλέον τόκους σύμφωνα με τον όρο 8 της σύμβασης. Ακολούθως, με βάση τη μαρτυρία και τα τεκμήρια που έχω ενώπιον μου, εξέτασα την ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας της Ενάγουσας και θεωρώ ότι προκύπτει η ύπαρξη πιθανότητας η Ενάγουσα - Αιτήτρια να δικαιούται στις αιτούμενες θεραπείες που παρέχονται σύμφωνα με τον όρο 8 της επίδικης σύμβασης. Ο όρος 8 της σύμβασης ημερ. 5.2.2008 προνοεί: «Σε περίπτωση που υπάρχει αδυναμία στην απόκτηση της έγκρισης τότε αν η αδυναμία είναι εξ' υπαιτιότητας του πωλητή τότε το ποσό της προκαταβολής θα επιστραφεί με τόκον 7%.» Στην προκείμενη υπόθεση ο κηδεμόνας τουρκοκυπριακών περιουσιών αποφάσισε όπως μη χορηγήσει τη συγκατάθεση του για την αποδοχή της επίδικης αγοραπωλησίας. H διαπίστωση αν όντως υπήρξε παράβαση της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας από μέρους του Εναγόμενου ή αν απαιτείτο ο τυπικός τερματισμός της επίδικης σύμβασης και κατά πόσο η Ενάγουσα δικαιούται στις αιτούμενες θεραπείες είναι θέματα που θα εξετάσει το Δικαστήριο στα πλαίσια της δίκης της αγωγής. Τα εν λόγω ζητήματα αφορούν την ουσία της διαφοράς. Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του (Τ.Α. Micrologic Comp. Consult. Ltd v. Microsoft Corporation (ανωτέρω)). Επομένως, διαπιστώνοντας με βάση τα πιο πάνω ότι συντρέχουν οι δύο πρώτες προϋποθέσεις σε σχέση με το αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας, το επόμενο ζήτημα που πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσο υπάρχει βάσιμος κίνδυνος ότι η απόφαση υπέρ της Ενάγουσας που τυχόν εκδοθεί υπέρ της θα παραμείνει ανικανοποίητη. Στην εξέταση της τρίτης προϋπόθεσης δεν είναι απαραίτητη η παρουσίαση μαρτυρίας για την απόδειξη της πραγματικής πρόθεσης ενός εναγομένου για τη μεταβίβαση ή επιβάρυνση της περιουσίας του (βλ. την υπόθεση C. Phasarias (Automotive Centre) Limited v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ (ανωτέρω), Letricon Co. v. Detergenta Developments Ltd (ανωτέρω), Ρένα Αριστοτέλους Λτδ κ.α. ν. Βenfleet Enterprises Ltd κ.α. (ανωτέρω)). Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μην ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία. Όπως επιμαρτυρεί η επιστολή του Κτηματολογίου Λευκωσίας ημερ. 29.7.13 (Τεκμήριο 5), ο Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Λεμεσού δεν μπορούσε να προβεί σε αποδοχή του αγοραπωλητηρίου εγγράφου και της δήλωσης μεταβίβασης και όλα τα έγγραφα που έχουν προσκομίσει στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού, θα τους επιστρέφονταν. Επομένως εφ' όσον το επίδικο αγοραπωλητήριο έγγραφο έχει επιστραφεί δεν συνιστά εμπράγματο βάρος επί του επίδικου ακινήτου. Περαιτέρω, όπως υπεδείχθη στις υποθέσεις C. Phasarias (Automotive Centre) Limited v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ (ανωτέρω), Letricon Co. v. Detergenta Developments Ltd (ανωτέρω), Ρένα Αριστοτέλους Λτδ κ.α. ν. Βenfleet Enterprises Ltd κ.α. (ανωτέρω), δεν σημαίνει αν ήταν μεγάλη η διαφορά μεταξύ της αξίας του ακινήτου και της αξίωσης δεν θα ήταν δυνατό να εκδοθεί τέτοιο παρεμπίπτον διάταγμα. Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να δεσμευτεί ακίνητη περιουσία αρκετή ώστε ο Ενάγων να διασφαλίζεται ότι τυχόν δικαστική απόφαση υπέρ του θα ικανοποιηθεί. Υπό το φως των πιο πάνω, πιστεύω, ικανοποιούνται σωρευτικά όλες οι προϋποθέσεις και στις δύο πρόνοιες που επικαλέστηκε η Ενάγουσα - Αιτήτρια για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και καταρρίπτονται όλοι οι λόγοι ένστασης του Εναγόμενου - Καθ' ου η αίτηση. Εξετάζοντας δε, κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο, ισοζυγίζοντας τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση μου που δόθηκε στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο ήταν εσφαλμένη και με γνώμονα τη διατήρηση του υφιστάμενου κράτους πραγμάτων μέχρι την τελική απόφαση, αποφασίζω όπως ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της Ενάγουσας - Αιτήτριας και εκδώσω το αιτούμενο διάταγμα. Τέλος, θα ήθελα να παρατηρήσω ότι η στάση του Εναγομένου - Καθ' ου η αίτηση προκαλεί ερωτηματικά, δεν νοείται αφ' ενός μεν να υποστηρίζει ότι το επίδικο αγοραπωλητήριο έγγραφο βρίσκεται σε ισχύ, αφ' ετέρου δε να αρνείται την έκδοση του παρεμπίπτοντος διατάγματος το οποίο σκοπό έχει τη διατήρηση του status quo μέχρι την τελική απόφαση. Συνεπώς εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος (Α) της αίτησης. Ενόψει του αποτελέσματος, τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας - Αιτήτριας και σε βάρος του Εναγομένου - Καθ' ου η αίτηση, να πληρωθούν στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.) ..................................................... Μ. Μαυρονικόλας, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΚ, ΟΟ Subject: Civil/Other Action/Interim Αναφορά: Προσωρινό διάταγμα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο