Προκόπη Σπύρου ν. Δήμου Αγίου Αθανασίου, Αρ. Αγωγής: 2946/08, 4/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A237 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής׃ 2946/08 Μεταξύ: Προκόπη Σπύρου Ενάγοντα και Δήμου Αγίου Αθανασίου Eναγομένων Ημερομηνία: 4/6/2014 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα/Αιτητή׃ κ. Κ. Καρατσής Για Εναγόμενους/Καθ' ων η αίτηση: κ. Σ. Βασιλείου (για την απαγγελία της απόφασης η κα Κυριάκου) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση αγωγή ο ενάγοντας αξιώνει από τους εναγομένους ποσό €977.25= για τις ζημιές που υπέστη το αυτοκίνητο του με αριθμούς εγγραφής KMJ
- Το ατύχημα αυτό και σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς του, επισυνέβη όταν ενώ το οδηγούσε σε δρόμο εντός των δημοτικών ορίων των εναγομένων επέπεσε σε μία «λαγκούβα» που βρισκόταν σε δρόμο. Οι εναγόμενοι με την Έκθεση Υπεράσπισης τους αρνούνται την αιτία του ατυχήματος και ότι υπέχουν οποιαδήποτε ευθύνη και προβάλλουν ότι ο ενάγοντας φέρει αποκλειστική και/ή συντρέχουσα αμέλεια για το ατύχημα, λεπτομέρειες της οποίας δικογραφούν. Η εκδίκαση της αγωγής ξεκίνησε στις 29/4/
- Πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι το αυτοκίνητο του ενάγοντα υπέστη από το ατύχημα ζημιές €930.39=. Την ημερομηνία αυτή έδωσε μαρτυρία ο ίδιος ο ενάγοντας (που από τώρα και στο εξής θα καλείται ο υφιστάμενος ενάγοντας). Αυτός κατά τη διάρκεια της κύριας του εξέτασης κατάθεσε ως Τεκμήριο 1 πιστοποιητικό εγγραφής του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής KMJ 136 στο οποίο ως ιδιοκτήτρια του αυτοκινήτου αναγράφεται η Θεοδώρα Νικηφόρου (η οποία από τώρα και στο εξής θα καλείται η προτιθέμενη ενάγουσα). Στη συνέχεια και όταν αντεξεταζόταν από τον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγομένων σε ερώτηση που του υποβλήθηκε σε σχέση με την ιδιοκτησία του αυτοκινήτου απάντησε ότι αυτό είναι εγγεγραμμένο στο όνομα της συζύγου του Θεοδώρας Νικηφόρου. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του, η υπόθεση ορίσθηκε για συνέχιση στις 8/5/2014 και στις 5/5/2014 μεσολάβησε η καταχώρηση της υπό κρίσης αίτησης με την οποία ο ενάγοντας ζητά την αντικατάσταση του από τη σύζυγο του Θεοδώρα Νικηφόρου. Την αίτηση, η οποία βασίζεται στο άρθρο 30 του Συντάγματος και το άρθρο 6
(1)του Περί της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως διά την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Κυρωτικού) Νόμου 39/62, στη Δ.9 ΘΘ. 2 και 10, Δ.25 ΘΘ.1 -5 και Δ.48, Θ.Θ.1-3,7 και 9, στη Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας καθώς και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου υποστηρίζει ένορκος δήλωση του ίδιου του υφιστάμενου ενάγοντα και σε αυτήν επισυνάπτεται συγκατάθεση της προτιθέμενης ενάγουσας με την οποία δηλώνει ότι συγκατατίθεται να αντικαταστήσει τον υφιστάμενο ενάγοντα. Σύμφωνα με τα όσα ο ενόρκως δηλών προβάλλει όταν επισκέφθηκε τους δικηγόρους του για να τους δώσει οδηγίες για την έγερση της αγωγής, δεν τους ανάφερε ότι εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του αυτοκινήτου είναι η σύζυγος του, θεωρώντας ότι ο ίδιος ως οδηγός του κατά τον ουσιώδη χρόνο, είχε το δικαίωμα να καταχωρήσει την αγωγή και να διεκδικήσει αποζημιώσεις για τη ζημιά που το αυτοκίνητο είχε υποστεί. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας ο ίδιος καταχώρησε ως Τεκμήριο 1 το πιστοποιητικό εγγραφής του αυτοκινήτου και αποκαλύφθηκε ότι η σύζυγος του είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του και όχι ο ίδιος. Το πιστοποιητικό εγγραφής το είχε παραδώσει στους δικηγόρους του λίγες μέρες πριν την έναρξη της διαδικασίας αλλά το γεγονός ότι η ιδιοκτησία του αυτοκινήτου δεν ανήκε στον ίδιο αλλά στη σύζυγο του διέλαθε της προσοχής τους. Όλα τα πιο πάνω καταδεικνύουν σύμφωνα με τη θέση του ότι πρόκειται για καλόπιστο λάθος για αποκατάσταση του οποίου καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση. Το αίτημα αυτό του ενάγοντα συνάντησε την ένσταση των εναγομένων, οι οποίοι και καταχώρησαν σχετική ειδοποίηση ένστασης, προβάλλοντας δεκαεπτά συνολικά λόγους, μερικοί από τους οποίους είναι μεταξύ τους συναφείς και στους οποίους δεν κρίνεται αναγκαίο να γίνει αναφορά στο παρών στάδιο για τους λόγους που θα διαφανούν στη συνέχεια. Η ακροαματική διαδικασία περιορίσθηκε σε αγορεύσεις και οι θέσεις και τα επιχειρήματα των διαδίκων, καταγράφονται και προκύπτουν από την αίτηση, την ένσταση και τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις που τις υποστηρίζουν, καθώς επίσης και από τις γραπτές αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων τους, γι' αυτό και δεν θεωρώ απαραίτητο να τα παραθέσω. Ως πρώτο λόγο για απόρριψη της αίτησης οι εναγόμενοι επικαλούνται το γεγονός ότι η αίτηση υποβλήθηκε από το δικηγορικό γραφείο N. Pirilides & Associates LLC και όχι από το δικηγορικό γραφείο Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης, Ν. Πιριλίδης & Συνεργάτες το οποίο υπογράφει την αγωγή ως δικηγόροι του ενάγοντα. Με την αγόρευση του ο ευπαίδευτος συνήγορος του ενάγοντα προβάλλει ότι η δικηγορική εταιρεία που τον εκπροσωπεί δραστηριοποιείται πλέον με την επωνυμία N. Pirilides & Associates LLC. Τα όσα προβάλλονται όμως με την αγόρευση δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη αφού μαρτυρία ως προς τα γεγονότα δεν μπορεί να εισάγεται με την αγόρευση δικηγόρου. Έτσι το ζήτημα θα εξετασθεί μόνο με βάση τα όσα προκύπτουν από το φάκελο της διαδικασίας. Όπως προκύπτει από αυτόν, πράγματι το κλητήριο ένταλμα υπογράφεται από τους Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης, Ν. Πιριλίδης & Συνεργάτες, ενώ η αίτηση από τους N. Pirilides & Associates LLC, χωρίς ποτέ να έχει καταχωρηθεί ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου. Προκύπτει ακόμα ότι η αίτηση για ορισμό της υπόθεσης που καταχωρήθηκε στις 26/8/2009, υπογράφεται από το γραφείο Ν. Πιριλίδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ. Από την τελευταία αυτή δικηγορική εταιρεία υπογράφεται επίσης και η Απάντηση στην Υπεράσπιση που καταχωρήθηκε στις 22/6/2010 μετά από τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης. Προκύπτει δηλαδή από τα πιο πάνω ότι δεν είναι η πρώτη φορά που ένα έγγραφο σχετικό με την υπόθεση υπογράφεται είτε από τους Ν. Πιριλίδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, είτε και από τους N. Pirilides & Associates LLC. Διαφαίνεται λοιπόν ότι ενώ από το 2009 παρατηρείται αυτή η ασυνέπεια ως προς την επωνυμία της δικηγορικής εταιρείας που εκπροσωπεί τον ενάγοντα και παρά τις επανειλημμένες εμφανίσεις που έγιναν από τις 26/8/2009 που για πρώτη φορά προέκυψε η ασυνέπεια αυτή και μέχρι την καταχώρηση της ειδοποίησης ένστασης που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση, οι εναγόμενοι ποτέ δεν ήγειραν το ζήτημα τούτο με αποτέλεσμα μέσα από την παράλειψη τους αυτή να αναδεικνύεται η ανοχή τους. Υπό το φως των δοσμένων περιστάσεων θεωρώ ότι το ζήτημα αποτελεί παρατυπία η οποία μπορεί να θεραπευθεί αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο αφού σύμφωνα με τα όσα αποφασίσθηκαν στην Πολιτ. Εφ. 63/10 ημερομηνίας 17/12/2013 Γ. Φαλέκκου K. Χριστοφίδη, το Δικαστήριο έχει τέτοια εξουσία. Ως εκ τούτου εκδίδεται διάταγμα για άρση της παρατυπίας αυτής και θα προχωρήσω να εξετάσω την ουσία της αίτησης η οποία έχει ως κύρια δικονομική βάση τη Δ.9 Θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία προνοεί τα ακόλουθα: «Όπου μια αγωγή εγερθεί στο όνομα λανθασμένου προσώπου ως ενάγοντα ή όπου αμφισβητείται ότι έχει εγερθεί στο όνομα του κατάλληλου ενάγοντα, το Δικαστήριο ή ο Δικαστής μπορεί αν ικανοποηθεί ότι έχει εγερθεί από λάθος καλή τη πίστει και ότι είναι αναγκαίο για τη διεκπεραίωση του πραγματικού ζητήματος να γίνει έτσι, μπορεί να διατάξει όπως οιονδήποτε άλλο πρόσωπο που αποδέχεται να υποκατασταθεί ή προστεθεί ως ενάγοντας, υποκατασταθεί και προστεθεί με τέτοιους όρους που ήθελε θεωρήσει δίκαιους». Η Δ.9 Θ.2 είναι σχεδόν πανομοιότυπη με τη Δ.16 Θ.2 των παλαιότερων Αγγλικών θεσμών. Γι' αυτό και καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από την Αγγλική νομολογία και πρακτική και ειδικότερα τα όσα καταγράφονται στο Annual Practice του 1958, στη σελίδα 325 και στις επόμενες. Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω παρέχεται στο Δικαστήριο η εξουσία για αντικατάσταση ενάγοντα, όπως είναι στη συγκεκριμένη περίπτωση η αιτούμενη θεραπεία, εφόσον συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) ότι η καταχώρηση της αγωγής με λανθασμένο πρόσωπο ως ενάγοντα οφείλεται σε καλόπιστο λάθος, (β) Ότι η αντικατάσταση είναι απαραίτητη για την επίλυση της διαφοράς, (γ) Το πρόσωπο που θα τεθεί ως νέος ενάγοντας να συγκατατίθεται. Στο ίδιο σύγγραμμα στη σελίδα 326 αναφέρεται επίσης σε σχέση με την ερμηνεία των λέξεων «through a bona fide mistake», ότι η σύγχρονη τάση της πρακτικής είναι να επιτρέπεται η τροποποίηση όταν ο εναγόμενος μπορεί να διασφαλιστεί ή εξασφαλιστεί ως προς τα έξοδα του και το Δικαστήριο εκδίδει διάταγμα αντικατάστασης ενάγοντα με τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα που το Δικαστήριο ήθελε κρίνει ορθούς και δίκαιους. Όπως αναφέρεται στη σελίδα 326 του Annual Practice πιο πάνω, στις περιπτώσεις όπου ο ενάγοντας θα αντικατασταθεί μπορεί να διαταχθεί να βαρύνεται με όλα τα έξοδα της αγωγής μέχρι το χρονικό σημείο της αντικατάστασης του. Παρόμοιοι όροι ως προς τα έξοδα τέθηκαν και στις υποθέσεις A.G. v. Pontypridd Waterworks
(1908)1 Ch. 388 και Ives v. Brown
(1919)2 Ch. 314. Με βάση λοιπόν όλα τα πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω εάν πρόκειται περί καλόπιστου λάθους. Η απάντηση είναι καταφατική και προκύπτει από την όλη συμπεριφορά του υφιστάμενου ενάγοντα. Αυτός, δίδοντας ενόρκως τη μαρτυρία του κατάθεσε ως Τεκμήριο 1 το πιστοποιητικό εγγραφής του αυτοκινήτου στο οποίο δηλώνεται ως εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του η προτιθέμενη ενάγουσα και όχι ο ίδιος. Η κατάθεση του πιστοποιητικού αυτού ως τεκμηρίου από τον ίδιο τον υφιστάμενο ενάγοντα δεικνύει ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε πρόθεση του να αποκρύψει το πραγματικό αυτό γεγονός. Αντεξεταζόμενος επί του θέματος, απάντησε ότι μη γνωρίζοντας το Νόμο και επειδή ο ίδιος ήταν οδηγός του αυτοκινήτου κατά τον ουσιώδη χρόνο θεώρησε ότι είχε δικαίωμα να εγείρει την παρούσα αγωγή και έτσι δεν ανάφερε στους δικηγόρους του ότι η σύζυγος του, προτιθέμενη ενάγουσα είναι η ιδιοκτήτρια του αυτοκινήτου. Αυτά τα αναφέρει και στην ένορκο δήλωση που στηρίζει την υπό κρίση αίτηση στην οποία επίσης ισχυρίζεται ότι λίγες μέρες πριν την ακροαματική διαδικασία παρέδωσε στους δικηγόρους του αυτό το πιστοποιητικό αλλά διέλαθε της προσοχής τους και δεν πρόσεξαν σε ποιον ανήκει η ιδιοκτησία του αυτοκινήτου. Τα όσα ο υφιστάμενος ενάγοντας έχει θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου από την πρώτη στιγμή αντεξεταζόμενος ως προς το λόγο που ο ίδιος έχει εγείρει την παρούσα αγωγή, καταδεικνύουν ότι πρόκειται για καλόπιστο λάθος το οποίο διαφάνηκε κατά την ακροαματική διαδικασία. Κανένα στοιχείο δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, έστω και έμμεσα ότι ο υφιστάμενος ενάγοντας ενήργησε με πρόθεση και κακοπιστία και δεν έθεσε από την αρχή την προτιθέμενη ενάγουσα ως ενάγουσα, αλλά άλλαξε τη θέση αυτή στην πορεία. Προκύπτει επίσης ότι η αντικατάσταση του ενάγοντα είναι απαραίτητη για την επίλυση της διαφοράς η οποία αφορά ζημιές που υπέστη το αυτοκίνητο. Η οποιαδήποτε διαφορά υπάρχει δεν μπορεί να είναι μεταξύ του υφιστάμενου ενάγοντα και των εναγομένων αλλά μεταξύ των τελευταίων και της προτιθέμενης ενάγουσας. Προκύπτει επίσης ότι η προτιθέμενη ενάγουσα συγκατατίθεται στην αίτηση, αφού επισυνάπτεται σε αυτήν η γραπτή της συγκατάθεση όπως προνοεί η συγκεκριμένη διάταξη (βλ. επίσης Annual Practice 1958 σελ. 325). Γι' αυτό και οι συναφείς με τα πιο πάνω λόγοι ένστασης δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί. Ένας από τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης είναι ότι με την αντικατάσταση του υφιστάμενου ενάγοντα, οι εναγόμενοι θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά η οποία δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα. Και αυτό γιατί στην περίπτωση έγκρισης της αίτησης και αντικατάστασης του υφιστάμενου ενάγοντα ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν οδηγός του αυτοκινήτου οι εναγόμενοι δεν θα μπορέσουν να ξεκινήσουν εναντίον του διαδικασία προσεπίκλησης τριτοδιαδίκου η οποία διέπεται από τις πρόνοιες της Δ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η Δ.10 Θ
(2)προνοεί τα ακόλουθα׃ «Αίτηση για έκδοση ειδοποίησης τριτοδιαδίκου υποβάλλεται οποτεδήποτε από την ημερομηνία καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης, αλλά το αργότερο πριν την πάροδο ενός μηνός από την ημερομηνία καταχώρησης της Έκθεσης Υπεράσπισης». Η ανάγκη αποφυγής πολλαπλότητας των διαδικασιών, ο περιορισμός των εξόδων (βλ. Νικήτα ν. MedconConstruction Limited κ.α.
(1997)1 Α.Α.Δ., 643, 653) αλλά και η ανάγκη όπως η διαδικασία προσεπίκλησης τριτοδιαδίκου συμπληρωθεί από τα αρχικά στάδια της διαδικασίας, οδήγησαν στον καθορισμό της προθεσμίας του ενός μηνός από την καταχώρηση της Έκθεσης Υπεράσπισης ακριβώς για να αποφεύγεται οποιαδήποτε καθυστέρηση αλλά και επιπλοκές στη διαδικασία. Στην υπόθεση Thas Maritime Co Ltd v. Ρήγα
(2000)1 (Α) ΑΑΔ 638 στην οποία εξετάσθηκε έφεση εναντίον απόφασης πρωτόδικου Δικαστηρίου με την οποία απέρριψε αίτηση για παραμερισμό της διαδικασίας τριτοδιαδίκου η οποία καταχωρήθηκε τέσσερα χρόνια μετά την καταχώρηση υπεράσπισης, λέχθηκαν τα ακόλουθα. «Από τα γεγονότα που προκύπτουν μέσα από το περιεχόμενο των φακέλων των δύο αγωγών φαίνεται ότι η υπεράσπιση του εναγομένου 1 στην αγωγή 620/90 καταχωρήθηκε στις 11/9/91 και η υπεράσπιση στην αγωγή 621/90 στις 30/5/
- Σύμφωνα με τις σχετικές δικονομικές διατάξεις η ειδοποίηση Τριτοδιαδίκου θα έπρεπε να καταχωρηθεί μέσα σε ένα μήνα από την καταχώριση της έκθεσης υπεράσπισης. Πιο συγκεκριμένα η Διαταγή 10 θεσμός 2 προνοεί ότι, "Το Δικαστήριο ή ο Δικαστής μπορεί να δώσει άδεια να εκδοθεί και επιδοθεί προσεπίκληση τριτοδιάδικου κατόπιν υποβολής μονομερούς αίτησης υποστηριζόμενη από ένορκη δήλωση, ή, εάν το Δικαστήριο ή ο Δικαστής διατάξει να υποβληθεί διμερής αίτηση, η άδεια μπορεί να δοθεί μετά από ακρόαση της διμερούς αίτησης. Η αίτηση για έκδοση ειδοποιήσεως τριτοδιαδίκου θα υποβάλλεται το αργότερο εντός ενός μηνός από την ημερομηνία της καταχωρήσεως της εκθέσεως υπερασπίσεως. Η προθεσμία αυτή δεν παρατείνεται." Οι χρονικές προθεσμίες που καθορίζουν οι δικονομικοί κανόνες έχουν ως απώτερο σκοπό την όσο το δυνατό ταχύτερη απονομή της δικαιοσύνης. Εκεί όπου η αυστηρή εφαρμογή των χρονικών προθεσμιών μπορεί να αποβεί άδικη για ένα από τους διαδίκους, οι δικονομικοί κανόνες παρέχουν την ευχέρεια παράτασης μιας χρονικής προθεσμίας νοουμένου ότι μια τέτοια παράταση είναι δικαιολογημένη κάτω από τις περιστάσεις. Στην παρούσα περίπτωση οι εφεσίβλητοι-ενάγοντες αποδέχθηκαν την απόσυρση της αγωγής εναντίον της εφεσίβλητης-εναγομένης 3 (Thas Maritime Co. Ltd.) με πρόθεση να καταχωρίσουν ειδοποίηση Τριτοδιαδίκου εναντίον της εφεσίβλητης-εναγομένης
- Η ειδοποίηση Τριτοδιαδίκου καταχωρήθηκε τέσσερα περίπου χρόνια μετά την καταχώριση των εκθέσεων υπερασπίσεων κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων της Δ.10, θεσμός
- Όμως οι σχετικές δικονομικές πρόνοιες της Δ.10, θεσμός 2 προνοούν ρητά ότι η ειδοποίηση Τριτοδιαδίκου θα πρέπει να καταχωρείται μέσα σε ένα μήνα από την καταχώριση της έκθεσης υπεράσπισης και ότι η χρονική αυτή περίοδος δεν παρατείνεται. Η πιο πάνω ρητή και αυστηρή πρόνοια αποκλείει οποιαδήποτε επέμβαση που θα μπορούσε να οδηγήσει σε παράταση της χρονικής περιόδου του ενός μηνός». Μετά την έκδοση της απόφασης αυτής στις 27/4/2000, ακολούθησε στις 20/12/2000 η τροποποίηση της συγκεκριμένης διάταξης με την οποία διαγράφηκε η τελευταία φράση «η προθεσμία αυτή δεν παρατείνεται» και η οποία πλέον διαβάζεται όπως πιο πάνω αναγράφεται. Σύμφωνα με τα όσα προνοούνται πλέον από τη συγκεκριμένη διάταξη και σε συνδυασμό με τη Δ.57 Θ.2 παρέχεται πλέον η δυνατότητα υποβολής αίτησης με την οποία να επιδιώκεται τέτοια παράταση, η τύχη βέβαια της οποίας θα εξετασθεί από το Δικαστήριο μέσα στα πλαίσια άσκησης της διακριτικής του ευχέρειας το οποίο θα την αποφασίσει υπό το πρίσμα των πραγματικών γεγονότων που περιβάλλουν την κάθε υπόθεση. Αφετηρία πάντως για τον υπολογισμό του χρόνου για καταχώρηση αίτησης για έκδοση και επίδοση ειδοποίησης τριτοδιαδίκου εξακολουθεί να αποτελεί ο ένας μήνας από την ημερομηνία καταχώρησης της Έκθεσης Υπεράσπισης. Όπως διαφαίνεται από τα πιο πάνω, οι συνέπειες που μπορεί να έχει η απορριπτική κατάληξη μιας αίτησης για προσεπίκληση του υφιστάμενου ενάγοντα ως τριτοδιαδίκου, πρέπει να συνυπολογισθούν καθότι θα είναι ουσιαστικής σημασίας για τους εναγομένους αφού στην περίπτωση που επιτραπεί η αντικατάσταση του υφιστάμενου ενάγοντα οι εναγόμενοι δεν θα μπορούν βεβαίως να επικαλεσθούν δική του αμέλεια αφού δεν θα είναι πλέον διάδικος στην αγωγή, εκτός εάν πετύχουν την προσεπίκληση του ως τριτοδιαδίκου. Για το λόγο αυτό και παρά το ότι δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας απόφασης θα πρέπει κατά την κρίση μου να εξετασθεί εάν παρέχεται στο στάδιο αυτό η δυνατότητα να το πράξουν. Με την Έκθεση Υπεράσπισης τους οι εναγόμενοι αρνούνται την αιτία του ατυχήματος και ότι υπέχουν οποιαδήποτε ευθύνη και ισχυρίζονται ότι ο υφιστάμενος ενάγοντας φέρει αποκλειστική και/ή συντρέχουσα αμέλεια, λεπτομέρειες της οποίας δικογραφούν. Έχουν προβάλει δηλαδή με την καταχώρηση της Έκθεσης Υπεράσπισης τους που έγινε στις 24/10/2008, ισχυρισμούς για αμέλεια του υφιστάμενου ενάγοντα. Χωρίς να αποφασίζω και χωρίς να προκαταλαμβάνω οτιδήποτε πρέπει να επισημάνω ότι οι πιθανότητες επιτυχίας μιας τέτοιας αίτησης είναι αν όχι ανύπαρκτες τουλάχιστο μηδαμινές. Και αυτό γιατί στην εξεταζόμενη υπόθεση το κλητήριο ένταλμα καταχωρήθηκε στις 8/7/2008 και η Έκθεση Υπεράσπισης στις 24/10/
- Εάν υποβληθεί αίτηση για παράταση του χρόνου για έκδοση και επίδοση ειδοποίησης τριτοδιαδίκου θα είναι μετά από πάροδο έξη σχεδόν χρόνων μετά την καταχώρηση της Έκθεσης Υπεράσπισης. Θα πρέπει επίσης να συνυπολογισθεί ότι η δίκη έχει ξεκινήσει αφού ο υφιστάμενος ενάγοντας έχει ήδη ολοκληρώσει τη μαρτυρία του ενώ το ύψος των ειδικών ζημιών που αφορά η αξίωση έχει δηλωθεί παραδεκτό γεγονός. Στο Annual Practice του 1953, στη σελ. 291, κάτω από τον τίτλο «when application made» αναγράφεται ότι: «The application will as a rule be refused if not made until after close of the pleadings (Birmingham Land Co. v. L. & N. W. Ry., 56 L.T. 702)». Στη σελ. 301 του ιδίου συγγράμματος κάτω από τον τίτλο «Time for application» αναγράφονται τα ακόλουθα: «The application should be made at a stage of proceedings when it is possible there may still be a trial of the action between plaintiff and defendant ( Rich. v. Darett, 28 S. J. 513; Caister v. Chapman , [1884] W.N.31; Flower v. Todd [1884] W.N 47;Gloucestershire Banking Co. v. Phillipps,12 Q.B.D. 533) ; but directions may be given after judgment against defendant (r.7
(2))». Όπως προκύπτει από όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω στην περίπτωση που το αίτημα για αντικατάσταση του υφιστάμενου ενάγοντα εγκριθεί οι εναγόμενοι θα υποστούν ζημιά που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με την έκδοση οποιασδήποτε διαταγής για την καταβολή των μέχρι σήμερα δημιουργηθέντων εξόδων. Ως εκ τούτου κρίνεται ότι παρά το ότι ο υφιστάμενος ενάγοντας έχει πετύχει να καταδείξει ότι πρόκειται για καλόπιστο λάθος, ότι η αντικατάσταση είναι απαραίτητη για επίλυση της διαφοράς και παρά το ότι υπάρχει η συγκατάθεση της προτιθέμενης ενάγουσας ενόψει του ότι οι εναγόμενοι θα υποστούν ζημιά που δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα η αίτηση θα πρέπει να έχει απορριπτική κατάληξη. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση και εναντίον του ενάγοντα/αιτητή όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και τα οποία να είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. Υπ............ Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής Civil/interim Subject : antikatastasi enagonta cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο