ΓΙΑΝΝΗΣ ΧΡΙΣΤΟΦΙΝΗΣ ν. ΣΟΦΙΑΣ ΚΑΚΟΥ, Αρ. Αγωγής: 1627/08, 10/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A241 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Ι. Κίτσιου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1627/08 Μεταξύ: ΓΙΑΝΝΗΣ ΧΡΙΣΤΟΦΙΝΗΣ, από τη Λεμεσό Ενάγοντα - και - ΣΟΦΙΑΣ ΚΑΚΟΥ, από Φλογητά Χαλκιδικής Ελλάδος Εναγόμενης Ημερομηνία: 10.06.2014 Για τον Ενάγοντα: κ. Φ. Αποστολίδης. Για την Εναγόμενη: κα Δ. Κωνσταντίνου για κ. Ν. Καλλή (κα Κατωδρύτου κατά την απόφαση) Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή ο Ενάγοντας αξιώνει: (α) Απόφαση η οποία να αναγνωρίζει ότι οποιαδήποτε προφορική και/ή γραπτή συμφωνία πώλησης ημερομηνίας 07.01.2004, μεταξύ των διαδίκων, αναφορικά με το διαμέρισμα με αριθμό εγγραφής 1/58055 επί της πολυκατοικίας CENDE COURT στη Λεμεσό (στο εξής το διαμέρισμα), έχει τερματισθεί νόμιμα από τον Ενάγοντα και/ή εκ συμφώνου και/ή από υπαιτιότητα της Εναγόμενης. (β) Απόφαση με την οποία να αναγνωρίζεται ότι η γραπτή συμφωνία πώλησης ημερομηνίας 07.01.2004, συναφθείσα από τους διάδικους, και η οποία καταχωρήθηκε στο μητρώο του Κτηματολογίου Λεμεσού από την Εναγόμενη, είναι άκυρη και/ή στερούμενη αποτελέσματος και/ή να ακυρώνεται. (γ) Διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται ο Διευθυντής του Κτηματολογίου Λεμεσού να διαγράψει από το σχετικό μητρώο την κατατεθείσα συμφωνία ημερομηνίας 07.01.
- (δ) Διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η Εναγόμενη να παύσει να επεμβαίνει παράνομα στο επίδικο διαμέρισμα. (ε) Διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η Εναγόμενη να παραδώσει ελεύθερη κατοχή του επίδικου διαμερίσματος. (στ) Γενικές και ειδικές αποζημιώσεις. (ζ) Ειδικές αποζημιώσεις και/ή ενδιάμεσα οφέλη και/ή €854,30 μηνιαίως από 21.06.2004 μέχρι την τελική παράδοση του επίδικου διαμερίσματος. Οι πιο πάνω αξιώσεις του Ενάγοντα στηρίζονται, σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, στο ότι αυτός, ως ιδιοκτήτης του επίδικου διαμερίσματος, συμφώνησε αρχές Ιανουαρίου του 2004 να το πωλήσει στην Εναγόμενη στην τιμή των ΛΚ60.000,
- Συμφωνήθηκε επίσης όπως η παράδοση του διαμερίσματος γίνει με την υπογραφή πωλητηρίου εγγράφου και την προκαταβολή του ποσού των ΛΚ8.000,
- Η μεταβίβαση και εγγραφή του διαμερίσματος, επ΄ ονόματι της Εναγόμενης, θα γινόταν τέλος Μαρτίου και/ή αρχές Απριλίου του 2004, ταυτόχρονα με την εξόφληση του τιμήματος. Παρά τα πιο πάνω συμφωνηθέντα, η Εναγόμενη μετακόμισε μαζί με την οικογένεια της, στις 05.01.2004 στο επίδικο διαμέρισμα και ενώ ο Ενάγοντας κατοικούσε σ΄ αυτό. Ζήτησε από τον Ενάγοντα να της ετοιμάσει και παραδώσει απόδειξη για το ποσό των ΛΚ8.000,00 για την προκαταβολή. Αφού ο Ενάγοντας ετοίμασε χειρόγραφη απόδειξη για το ποσό των ΛΚ8.000,00, την παρέδωσε στην Εναγόμενη η οποία προέβαλε τον ισχυρισμό ότι δεν είχε τα χρήματα εκείνη τη στιγμή και πως θα πήγαινε στην Τράπεζα για να πάρει και να του τα δώσει αργότερα. Την ίδια ημέρα, το απόγευμα, η Εναγόμενη επέστρεψε στο διαμέρισμα χωρίς να καταβάλει το ποσό της προκαταβολής (ΛΚ8.000,00) δηλώνοντας στον Ενάγοντα ότι το θέμα της προκαταβολής μπορούσε να διευθετηθεί στις 07.01.2004 όταν θα πήγαιναν μαζί στην Τράπεζα. Στις 07.01.2004 η Εναγόμενη αντί να πληρώσει το ποσό των ΛΚ8.000,00, παρέδωσε στον Ενάγοντα επιταγή της Λαϊκής Τράπεζας, επ΄ ονόματι του για το ποσό των ΛΚ10.000,00 αξιώνοντας ταυτόχρονα απόδειξη είσπραξης, την οποία ο Ενάγοντας εξέδωσε χειρογράφως. Ο Ενάγοντας ζήτησε και το ποσό της προκαταβολής όμως η Εναγόμενη ζήτησε χρόνο μέχρι που θα έστελλε ο σύζυγος της χρήματα από το εξωτερικό. Όταν ο Ενάγοντας ζήτησε ξανά το ποσό της προκαταβολής και η Εναγόμενη δεν το κατέβαλε, αυτός της ζήτησε να του επιστρέψει την απόδειξη που της έδωσε για τις ΛΚ8.000,00, όμως η Εναγόμενη τον διαβεβαίωσε ότι την έχασε. Στις 07.01.2004 υπογράφηκε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων για την πώληση του επίδικου διαμερίσματος για την τιμή των ΛΚ50.000,
- Αντίγραφο της συμφωνίας η Εναγόμενη κατέθεσε στο Κτηματολόγιο Λεμεσού για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης με αριθμό ΠΩΕ 99/
- Στις Αρχές Απριλίου 2004 η Εναγόμενη δήλωσε στον Ενάγοντα ότι αδυνατούσε να εξασφαλίσει δάνειο για την πληρωμή του διαμερίσματος, και ότι άλλαξε γνώμη. Παρακάλεσε δε τον Ενάγοντα να της επιστρέψει το ποσό των ΛΚ10.000,00 που του κατέβαλε, αφού αφαιρούνταν κάποια έξοδα (ρεύμα - νερό κλπ). Ο Ενάγοντας συμφώνησε στην ακύρωση της πώλησης, δεν ήταν όμως σε θέση να επιστρέψει το ποσό των ΛΚ10.000,00, και συμφωνήθηκε όπως καταχωρηθεί εκ μέρους του αγγελία πώλησης του διαμερίσματος σε εφημερίδες και ανάθεση σε κτηματομεσίτη για εξεύρεση νέου αγοραστή. Στις αρχές Ιουνίου 2004 ο Ενάγοντας εξασφάλισε το ποσό των ΛΚ10.000,00 και συμφώνησε με την Εναγόμενη όπως συναντηθούν στο Κτηματολόγιο Λεμεσού στις 21.06.2004 όπου αυτή θα απέσυρε το πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 07.01.2004 αφού προηγουμένως ο Ενάγοντας θα της επέστρεφε το ποσό των ΛΚ9.792,
- Ο Ενάγοντας μετέβηκε στο Κτηματολόγιο Λεμεσού στις 21.06.2004, ωστόσο η Εναγόμενη δεν έπραξε ανάλογα και ούτε ανταποκρινόταν στα τηλεφωνήματα του. Στη συνέχεια, ο Ενάγοντας αξίωσε με επιστολή του δικηγόρου του, ημερομηνίας 30.06.2004, την καταβολή του ποσού των ΛΚ50.000,
- Απαντήθηκε η επιστολή από δικηγόρο της Εναγόμενης η οποία ισχυριζόταν ότι κατέβαλε ήδη το ποσό των ΛΚ28.000,
- Με νέα επιστολή του δικηγόρου του ο Ενάγοντας απόρριψε τη θέση της Εναγόμενης, επαναλαμβάνοντας τον τερματισμό της συμφωνίας 07.01.
- Καμία απάντηση στην τελευταία επιστολή υπήρξε εκ μέρους της Εναγόμενης. Συνακόλουθα, ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι μετά τις 21.06.2004 η Εναγόμενη κατέχει παράνομα το επίδικο διαμέρισμα. Ως εκ τούτου, υφίσταται ζημιές €854,30 μηνιαίως. Ισχυρίζεται ακόμη ότι η Εναγόμενη δε δικαιούται στη λήψη μέτρων για ειδική εκτέλεση, αφού παρήλθε η περίοδος των 6 μηνών από τις 07.01.2004 και/ή από άλλη ημερομηνία που προνοείται στο Κεφ.
- Στην Υπεράσπιση της, καταχωρηθείσα 18.05.2011, η Εναγόμενη ήγειρε προδικαστική ένσταση η οποία ήδη αποφασίστηκε από το Δικαστήριο στις 20.01.2014 και απορρίφθηκε. Επί της ουσίας των ισχυρισμών του Ενάγοντα, η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η αγορά του επίδικου διαμερίσματος ήταν για το ποσό των ΛΚ50.000,00 και ΛΚ8.000,00 έχουν δοθεί ως προκαταβολή στον Ενάγοντα γι΄ αυτό και της εξέδωσε σχετική απόδειξη, οπότε της παρέδωσε κατοχή του διαμερίσματος. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι συνολικά του κατέβαλε μεγαλύτερο ποσό από αυτό που ο Ενάγοντας λέει, έναντι του τιμήματος του διαμερίσματος. Ουδέποτε συμφώνησε όπως καταχωρηθεί αγγελία προς πώληση του διαμερίσματος ή αποδέχθηκε την ακύρωση του πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 07.01.
- Επίσης ουδέποτε συμφώνησε να παρουσιασθεί στο Κτηματολόγιο Λεμεσού με τον Ενάγοντα, και δη στις 21.06.2004 για απόσυρση του πωλητηρίου εγγράφου από το μητρώο του Κτηματολογίου. Ο οποιοσδήποτε τερματισμός της συμφωνίας είναι παράνομος, αδικαιολόγητος και χωρίς νομική ισχύ. Καλεί τον Ενάγοντα σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών του, και πλην των ισχυρισμών που αποδέχεται ρητά, απορρίπτει τους υπόλοιπους ισχυρισμούς επί της Έκθεσης Απαίτησης. Περαιτέρω, η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι το πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 07.01.2004 είναι σε ισχύ, δεν έχει τερματισθεί από τον Ενάγοντα ο οποίος εξακολουθεί να δεσμεύεται από αυτό. Η δε Εναγόμενη είναι το μόνο πρόσωπο που δικαιούται στην εφαρμογή του, δια ειδικής εκτέλεσης, και στη μεταβίβαση του διαμερίσματος επ΄ ονόματι της, αφού βέβαια αυτή καταβάλει το υπόλοιπο του τιμήματος ήτοι ΛΚ22.000,
- Συνακόλουθα, η Εναγόμενη ανταπαιτεί: (α) Δήλωση και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου ότι η συμφωνία ημερομηνίας 07.01.2004 είναι έγκυρη και δεσμευτική για τους διαδίκους και ότι η Εναγόμενη δικαιούται σε ειδική εκτέλεση αυτής. (β) Απόφαση και/ή δήλωση και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τον Ενάγοντα να μεταβιβάσει και εγγράψει επ΄ ονόματι της Εναγόμενης το επίδικο διαμέρισμα δυνάμει ειδικής εκτέλεσης του αγοραπωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 07.01.
- (γ) Διαζευκτικά, αποζημιώσεις ύψους €15.000,00 ποσό το οποίο αντιπροσωπεύει τη σημερινή αξία του διαμερίσματος. Στην Απάντηση που ο Ενάγοντας καταχώρησε, πέραν των θεμάτων της προδικαστικής ένστασης που ήγειρε η Εναγόμενη και τα οποία αποφασίστηκαν, επαναλαμβάνει πως το μόνο ποσό που εισέπραξε από την Εναγόμενη είναι το ποσό των ΛΚ10.000,
- Τέλος, ισχυρίζεται πως η Εναγόμενη απώλεσε οποιαδήποτε δικαιώματα για ειδική εκτέλεση του πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 07.01.2004 λόγω της παρέλευσης 6 μηνών από την προθεσμία που προβλέπεται στο άρθρο 2(γ) και (δ) του Κεφ. 232 και/ή από την ημερομηνία που ο Ενάγοντας ακύρωσε την εν λόγω συμφωνία με επιστολή του ημερομηνίας 30.06.
- Κατά την ακροαματική διαδικασία, αγωγή και ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν, κατέθεσαν για την αγωγή δύο μάρτυρες (στο εξής Μ.Ε.) και μία μάρτυρας (στο εξής Μ.Υ.) για την υπεράσπιση και ανταπαίτηση. Κατατέθηκαν ως τεκμήρια τα ακόλουθα έγγραφα: Τεκμήριο 1: Δέσμη από τρία έγραφα,
(1)έγγραφο κτηματολογίου ΓΛ17
(2)έγγραφο κτηματολογίου που αφορά την κατάθεση συμβάσεως πώλησης και
(3)πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 07.01.
- Τεκμήριο 2: Γραπτή δήλωση Μ.Ε.2 - Ενάγοντα. Τεκμήριο 3: Φωτοαντίγραφο επιταγής για ποσό ΛΚ9.792,00 με σημείωση της τράπεζας. Τεκμήριο 4: Δισέλιδη επιστολή ημερομηνίας 30.06.2004 προς την Σοφία Κάκου - Εναγόμενη. Τεκμήριο 5: Επιστολή ημερομηνίας 10.09.2004 από δικηγόρο του Ενάγοντα προς δικηγόρο της Εναγόμενης. Τεκμήριο 6: Επιστολή ημερομηνίας 05.06.2004 από δικηγόρο Εναγόμενης προς δικηγόρο Ενάγοντα. Τεκμήριο 7: Γραπτή δήλωση της Μ.Υ. Τατιάνας Καλλή. Τεκμήριο 8: Επιστολή δικηγόρου Εναγομένης ημερομηνίας 18.06.2004 Τεκμήριο 9: Επιστολή δικηγόρου Εναγομένης ημερομηνίας 03.01.2005 Τεκμήριο 10: Φωτοαντίγραφο πληρεξουσίου εγγράφου ημερομηνίας 16.06.2004 Τεκμήριο 11: Έγγραφη συμφωνία ημερομηνίας 16.06.2004 Τεκμήριο 12: Δέσμη από δύο χειρόγραφες αποδείξεις και μια απόδειξη ((α), (β), (γ)) πληρωμής της Λαϊκής Τράπεζας. Ως Μ.Ε.1 κατέθεσε η Φανίτα Αγαθαγγέλου, κτηματολογικός λειτουργός και υπεύθυνη του τμήματος αναγκαστικών πωλήσεων και εμπράγματων βαρών στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού. Κατέθεσε το Τεκμήριο 1, πρόκειται για έγγραφα του Κτηματολογίου για κατάθεση πωλητηρίου εγγράφου το οποίο είναι κατατεθειμένο στο Κτηματολόγιο από 19.01.2004 μέχρι σήμερα. Μ.Ε.2 κατάθεσε ο Γιάννης Χριστοφίνης, Ενάγοντας στην παρούσα υπόθεση. Είναι, ως ανέφερε, ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του διαμερίσματος αρ. 1, στον 5ο όροφο της πολυκατοικίας CENDE COURT
- Βάσει προφορικής συμφωνίας που έκανε με την Εναγόμενη, αρχές Ιανουαρίου 2004, συμφώνησε να της πωλήσει το πιο πάνω διαμέρισμα στην τιμή των ΛΚ60.000,00 και όπως η παράδοση του διαμερίσματος γίνει με την υπογραφή πωλητηρίου εγγράφου και με την πληρωμή του ποσού των ΛΚ8.000,00 ως προκαταβολή. Η μεταβίβαση και εγγραφή του επίδικου διαμερίσματος θα γινόταν κατά το τέλος Μαρτίου - αρχές Απριλίου του 2004, ταυτόχρονα με την πλήρη εξόφληση του τιμήματος πώλησης. Παρά το ότι ο Ενάγοντας κατοικούσε μέσα στο διαμέρισμα και παρά τη συμφωνία που έκαναν, η Εναγόμενη στις 05.01.2004 γύρω στις 06:45 π.μ. του χτύπησε την πόρτα και όταν αυτός της άνοιξε, η Εναγόμενη του ζήτησε να μετακομίσει στο διαμέρισμα. Της ζήτησε την προκαταβολή των ΛΚ8.000,00 και όταν αυτός της έδωσε χειρόγραφη απόδειξη για το ισάξιο ποσό, η Εναγόμενη του πρόβαλε πως εκείνη τη στιγμή δεν είχε τα λεφτά αλλά θα πήγαινε στην τράπεζα της για να του τα φέρει. Η Εναγόμενη επέστρεψε αργά το απόγευμα της ίδιας μέρας χωρίς να του φέρει το ποσό της προκαταβολής. Του ανέφερε ότι προτιμούσε να διευθετήσουν το θέμα της προκαταβολής στις 07.01.2004 όταν θα πήγαιναν μαζί στην τράπεζα της. Στις 07.01.2004 η Εναγόμενη αντί να του καταβάλει το ποσό των ΛΚ8.000,00, του παρέδωσε μια τραπεζική επιταγή της Λαϊκής Τράπεζας για το ποσό των ΛΚ10.000,00 και αυτός της εξέδωσε νέα απόδειξη για το ισάξιο ποσό. Παρόλο ότι της ζήτησε να του καταβάλει και την προκαταβολή των ΛΚ8.000,00 αυτή του συνέστησε να περιμένει ακόμα 10 ημέρες οπότε και θα της έστελλε χρήματα ο σύζυγος της από τη Ρωσία. Την ίδια ημέρα, 07.01.2004 υπόγραψε με την Εναγόμενη συμφωνία για την πώληση του επίδικου διαμερίσματος για την τιμή των ΛΚ50.000,00 στη βάση του ότι, εφόσον του έδωσε τις ΛΚ10.000,00 του όφειλε ακόμα ΛΚ50.000,
- Στη συνέχεια ο Ενάγοντας ζήτησε ξανά από την Εναγόμενη το ποσό της προκαταβολής αλλά αυτή του συνέστηνε να κάνει υπομονή γιατί θα της έστελλε χρήματα ο σύζυγος της. Αρχές Φεβρουαρίου 2004 ζήτησε την επιστροφή της απόδειξης των ΛΚ8.000,00 και η Εναγόμενη του ανέφερε ότι την έχασε. Αρχές Απριλίου του 2004 η Εναγόμενη τον πληροφόρησε ότι αδυνατούσε να εξασφαλίσει δάνειο για την πληρωμή του διαμερίσματος και πως άλλαξε γνώμη και δεν ήθελε να αγοράσει το διαμέρισμα. Τον παρακάλεσε δε να της επιστρέψει το ποσό των ΛΚ10,000,00 που του είχε καταβάλει. Αυτός συμφώνησε νοουμένου ότι θα αφαιρούνταν κάποια έξοδα λόγω της χρήσης του διαμερίσματος. Παρ' όλο που συμφώνησε στην ακύρωση της πώλησης, δεν ήταν έτοιμος να της επιστρέψει το ποσό των ΛΚ10.000,
- Συμφώνησαν ακόμη όπως ο Ενάγοντας καταχωρήσει αγγελία πώλησης του διαμερίσματος σε εφημερίδες και να αναθέσει σε κτηματομεσίτες την εξεύρεση νέου αγοραστή. Αρχές Ιουνίου 2004 ο Ενάγοντας ενημέρωσε την Εναγόμενη ότι ήταν έτοιμος να της επιστρέψει το ποσό των ΛΚ10.000,00 και συμφώνησαν όπως στις 21.06.2004 συναντηθούν στο Κτηματολόγιο Λεμεσού, οπότε αυτός θα της επέστρεφε το ποσό των ΛΚ9.792,00 αφαιρουμένων δηλαδή από τις ΛΚ10.000,00 κάποιων εξόδων, και η Εναγόμενη θα απέσυρε από το Κτηματολόγιο το πωλητήριο έγγραφο που κατάθεσε. Ο Ενάγοντας πήγε στο Κτηματολόγιο στις 9:00 π.μ. έχοντας μαζί του επιταγή ύψους ΛΚ9.792,00 για να την παραδώσει στην Εναγόμενη, όμως η τελευταία δεν παρουσιάστηκε καθόλου στο Κτηματολόγιο Λεμεσού και ούτε ανταποκρίθηκε στα τηλεφωνήματα του. Μετά τα πιο πάνω, ο Ενάγοντας επισκέφθηκε δικηγόρο ο οποίος απέστειλε επιστολή ημερομηνίας 30.06.2004 προς την Εναγόμενη ζητώντας την καταβολή των ΛΚ50.000,00 εντός επτά ημερών. Η εν λόγω επιστολή απαντήθηκε από δικηγόρο της Εναγόμενης η οποία για πρώτη φορά πρόβαλε τη θέση ότι είχε καταβάλει, έναντι της αγοράς του διαμερίσματος, το ποσό των ΛΚ28.000,
- Το περιεχόμενο της επιστολής του δικηγόρου της Εναγόμενης απαντήθηκε με νέα επιστολή του δικηγόρου του Ενάγοντα, ημερομηνίας 10.09.2004, απορρίπτοντας τις θέσεις της Εναγόμενης και ταυτόχρονα επαναλάμβανε την ακύρωση του πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 07.01.
- Η τελευταία επιστολή στάληκε και με τηλεομοιότυπο στο δικηγόρο της Εναγόμενης στις 27.09.2004, όμως, δεν υπήρξε απάντηση σ΄ αυτήν. Η Εναγόμενη κατείχε παράνομα, το επίδικο διαμέρισμα μέσω της πληρεξούσιας αντιπροσώπου της, Τατιάνας Καλλή, και ο Ενάγοντας υπέστηκε ζημιές και/ή απώλειες €854,30 μηνιαίως από 21.06.2004 οπότε και ακυρώθηκε η συμφωνία. Περί τα τέλη Αυγούστου του 2013 τον ειδοποίησε η διαχειριστική επιτροπή, της πολυκατοικίας όπου βρίσκεται το επίδικο διαμέρισμα, ότι αυτό είναι ακατοίκητο και έγινε εστία ποντικιών και κατσαρίδων και θα ήταν καλά να το ανοίξει και να το καθαρίσει. Στην παρουσία πιστοποιούντα υπαλλήλου και κλειδαρά ανοίχθηκε το διαμέρισμα το οποίο βρισκόταν σε άθλια κατάσταση. Πιστεύει ότι η Εναγόμενη εγκατέλειψε το επίδικο διαμέρισμα από το 2005 και το χρησιμοποιούσε, χωρίς να ξέρει μέχρι πότε, η πληρεξούσια αντιπρόσωπος της. Μετά που αυτός πήρε κατοχή του επίδικου διαμερίσματος, δηλαδή το Σεπτέμβριο του 2013 δεν υπήρξε οποιαδήποτε επικοινωνία μαζί του από την Εναγόμενη ή διαμαρτυρία από αυτήν. Τέλος αρνήθηκε ότι παρέλαβε την επιστολή του δικηγόρου της Εναγόμενης ημερομηνίας 18.06.2004, Τεκμήριο 8, λέγοντας ότι η οδός που αναφέρεται στην εν λόγω επιστολή δε σχετίζεται μαζί του αφού αυτός ζούσε στην οδό Γρηγόρη Αυξεντίου 1, στην Παρεκλησιά. Μ.Υ. κατέθεσε η Τατιάνα Καλλή. Ως ανέφερε έχει πληρεξούσιο έγγραφο από την Εναγόμενη για σκοπούς διορισμού δικηγόρου και να την υπερασπίζεται σε οποιαδήποτε διαδικασία εκκρεμεί εναντίον της. Όσα αναφέρει στη μαρτυρία της προέρχονται από αναφορές της Εναγόμενης που έγιναν σ΄ αυτήν προσωπικά αλλά και από έγγραφα που της έδωσε. Με τη συμφωνία ημερομηνίας 07.01.2004 η Εναγόμενη αγόρασε το επίδικο διαμέρισμα στην τιμή των ΛΚ50.000,
- Η Εναγόμενη σε τρεις διαφορετικές ημερομηνίες κατέβαλε (α) το ποσό των ΛΚ8.000,00 στις 05.01.2004, (β) το ποσό των ΛΚ10.000,00 στις 07.01.2004 και (γ) το ποσό των ΛΚ10.000,00 στις 07.01.
- Παρουσίασε ως αποδείξεις πληρωμών, των εν λόγω ποσών, το Τεκμήριο 12 (α), (β) και (γ). Η κατοχή του διαμερίσματος παραδόθηκε στην Εναγόμενη αφού αυτή προηγουμένως κατέβαλε το ποσό των ΛΚ8.000,00 ως προκαταβολή παίρνοντας σχετική απόδειξη προς τούτο. Η Εναγόμενη ουδέποτε συμφώνησε με τον Ενάγοντα για να καταχωρήσει αυτός αγγελία πώλησης του επίδικου διαμερίσματος διότι η Εναγόμενη ουδέποτε συμφώνησε ή αποδέχθηκε την ακύρωση της συμφωνίας 07.01.
- Αυτό το γνωρίζει επειδή η Εναγόμενη πώλησε το επίδικο διαμέρισμα σε αυτήν (Τεκμήριο 11 γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 16.06.2004). Επίσης η Εναγόμενη ουδέποτε συμφώνησε να συναντηθεί με τον Ενάγοντα στις 21.06.2004, στο Κτηματολόγιο Λεμεσού, για να αποσύρει το πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 07.01.
- Η Μ.Υ. ανέφερε ακόμη ότι με τη συμφωνία πώλησης του επίδικου διαμερίσματος ημερομηνίας 16.06.2004, που υπόγραψε με την Εναγόμενη, αυτή ανέλαβε να εξοφλήσει τον Ενάγοντα όταν αυτός μεταβιβάσει το ακίνητο επ΄ ονόματι της. Τέλος ανέφερε πως απ΄ ότι πιστεύει, η Εναγόμενη πρέπει να βρίσκεται στην Ελλάδα, και είχε μιλήσει μαζί της πριν ένα χρόνο για άσχετο θέμα με την αγωγή, απλά η Εναγόμενη τη ρώτησε αν τελείωσε η υπόθεση. Δεν την έχει ενημερώσει ότι θα έδινε μαρτυρία στο Δικαστήριο και δεν έχει τον αριθμό τηλεφώνου της. Κατά τις αγορεύσεις οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων ανέπτυξαν τις θέσεις τους προς υποστήριξη της εκδοχής των πελατών τους. Ο Ενάγοντας εμμένει στη θέση ότι αποδείχτηκε πως το πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 07.01.2004 ακυρώθηκε εκ συμφώνου με την Εναγόμενη και ως εκ τούτου δικαιούται την επιστροφή του διαμερίσματος του ως επίσης αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση αλλά και διαγραφή ή εξάλειψη του πωλητηρίου από το μητρώο του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού. Είναι η θέση του ότι η μαρτυρία του παρέμεινε αναντίλεκτη, η δε μαρτυρία της Μ.Υ. δεν θα πρέπει να γίνει αποδεκτή, αφού συνιστά εξ ακοής μαρτυρία χωρίς να πληρούνται τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις του άρθρου 27 του Κεφ. 9 για να στηριχτεί το Δικαστήριο σ΄ αυτή. Από την πλευρά της Εναγόμενης, η εισήγηση είναι πως με την προσκομισθείσα μαρτυρία ο Ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει ότι τερμάτισε νόμιμα το πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 07.01.
- Ως αποτέλεσμα το εν λόγω πωλητήριο είναι έγκυρο και βρίσκεται σε ισχύ, η δε Εναγόμενη δικαιούται σε εγγραφή επ΄ ονόματι της του επίδικου διαμερίσματος, νοουμένου βέβαια ότι ταυτόχρονα θα καταβάλει στον Ενάγοντα το υπόλοιπο του τιμήματος, πράγμα για το οποίο ήταν πάντοτε πρόθυμη να πράξει, όπως φαίνεται από τις επιστολές του δικηγόρου της. Αξιολόγηση μαρτυρίας:- Κατά την ακροαματική διαδικασία, το Δικαστήριο είχε την ευχέρεια και παρακολούθησε με κάθε δυνατή προσοχή τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια τη στάση τους στο εδώλιο του μάρτυρα καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων που κατατέθηκαν στη δίκη, το Δικαστήριο θα προβεί στην αξιολόγηση τους. Η Μ.Ε.1 είναι κτηματολογικός λειτουργός και κατέθεσε πιστό αντίγραφο του πωλητηρίου εγγράφου, πρωτότυπο του οποίου βρίσκεται μέχρι σήμερα από 19.01.2004, κατατεθειμένο στο Κτηματολόγιο. Η εν λόγω μάρτυρας δεν υποβλήθηκε σε αντεξέταση. Η μαρτυρία της παρέμεινε αναντίλεκτη και αδιαμφισβήτητη. Χωρίς οποιοδήποτε ενδοιασμό κρίνεται αξιόπιστη και η μαρτυρία της αποδεκτή. Μ.Ε.2 ήταν ο Ενάγοντας. Διαπιστώνεται συνοχή στην αφήγηση των λεγομένων του αλλά και συμβατότητα με τα Τεκμήρια που κατατέθηκαν για τους λόγους που θα εξηγηθούν στη συνέχεια. Ειδικότερα ως προς το γεγονός ότι μεταξύ των διαδίκων συμφωνήθηκε προφορικά, και πριν την υπογραφή του πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 07.01.2014, ότι η μεταβίβαση του διαμερίσματος θα γινόταν τέλη Μαρτίου - αρχές Απριλίου 2004, παρατηρείται ότι η μαρτυρία του Ενάγοντα, πέραν του ότι δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση, φαίνεται να συνάδει με την κοινή λογική σε συνδυασμό με την αναφορά που γίνεται στο πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 07.01.2004, ότι η Εναγόμενη θα έκανε δάνειο από τράπεζα για εξόφληση του τιμήματος. Ο χρόνος αυτός ήταν στα πλαίσια της εξασφάλισης δανείου. Ομοίως και η μαρτυρία του Ενάγοντα ότι στις 21.06.2004 μετέβηκε στο Κτηματολόγιο Λεμεσού για να επιστρέψει στην Εναγόμενη το ποσό των ΛΚ10.000,00, αφαιρουμένων κάποιων εξόδων με αποτέλεσμα το ποσό να μειωθεί σε ΛΚ9.792,00, και η τελευταία να αποσύρει το πωλητήριο. Η παρουσίαση του Τεκμηρίου 3 εκ μέρους του Ενάγοντα σε συνάρτηση με τη μη αμφισβήτηση του, και το οποίο φέρει ημερομηνία 21.06.2004 βεβαιώνει και ενισχύει τον Ενάγοντα. Προς τι η έκδοση τραπεζικής επιταγής (Banker's Draft) στο όνομα της Εναγόμενης για το ποσό των ΛΚ9.792,00 αν ο σκοπός δεν ήταν να της παραδοθεί; Κατά την αντεξέταση του, στο βαθμό που αντεξετάστηκε, παρέμεινε σταθερός. Παρατηρείται επίσης ότι μέρος της μαρτυρίας του δεν έτυχε αντεξέτασης και ως εκ τούτου αυτή παρέμεινε αναντίλεκτη. Ως τέτοια είναι η μαρτυρία του ότι στις 07.01.2004 η Εναγόμενη του κατέβαλε το ποσό των ΛΚ10.000,00 με τραπεζική επιταγή (bankers draft - Τεκμήριο 12 (γ) η σχετική απόδειξη πληρωμής) και αυτός της εξέδωσε και παρέδωσε ανάλογη απόδειξη (Τεκμήριο 12(β)). Δεν αμφισβητήθηκε και ούτε υποβλήθηκε ότι επρόκειτο για δύο ξεχωριστές πληρωμές, θέση που θα ήταν αναμενόμενο να προβληθεί από την υπεράσπιση αφού το ποσό των ΛΚ28.000,00, που η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι κατέβαλε έναντι του τιμήματος του επίδικου διαμερίσματος, μόνο έτσι θα μπορούσε να στοιχειοθετηθεί. Είναι σαφές από τη μαρτυρία πλέον ότι η απόδειξη πληρωμής - Τεκμήριο 12(γ) αφορά στο ποσό της επιταγής των ΛΚ10.000,00 και όχι ποσό το οποίο πληρώθηκε στον Ενάγοντα μέσω εμβάσματος όπως ισχυρίζεται η Εναγόμενη, μέσω του δικηγόρου της, με την επιστολή ημερομηνίας 05.06.2004 (Τεκμήριο 6). Ξενίζει δε η θέση της Εναγόμενης ότι έγιναν δύο ξεχωριστές πληρωμές για το ποσό των ΛΚ10.000,00, όταν μέσα από την παράγραφο 9 της έκθεσης απαίτησης, η οποία σχετίζεται με την παράγραφο 8, προκύπτει ότι αφορά μία πληρωμή και η παράγραφος 9 είναι παραδεκτή (βλέπε παράγραφος 8 της Υπεράσπισης και της Ανταπαίτησης). Ακόμη, ο Ενάγοντας κατέθεσε ότι δεν παρέλαβε την επιστολή του δικηγόρου της Εναγόμενης (Τεκμήριο 8) ημερομηνίας 18.06.2004 λέγοντας ότι αυτός δε διέμενε στην οδό Νικοδήμου Μυλωνά αρ. 33, όπου απευθύνεται η εν λόγω επιστολή, αλλά διέμενε στην οδό Γρηγόρη Αυξεντίου, στην Παρεκλησιά. Ούτε αυτή η μαρτυρία αμφισβητήθηκε. Ακόμη, ο Ενάγοντας κατέθεσε ότι μετά που η Εναγόμενη δεν του έδωσε το ποσό των ΛΚ8.000,00, που αφορούσαν στην απόδειξη που της εξέδωσε - Τεκμήριο 12(α), αυτός ζήτησε την επιστροφή της και η Εναγόμενη τον διαβεβαίωσε ότι έχασε τη σχετική απόδειξη. Ομοίως, ούτε αυτή η μαρτυρία αμφισβητήθηκε. Αμφισβητήθηκε ο Ενάγοντας στο θέμα του τερματισμού του πωλητηρίου εγγράφου. Φαίνεται ωστόσο ότι, μέσω της αλληλογραφίας του δικηγόρου του, επαναλαμβάνεται η θέση περί του τερματισμού του πωλητηρίου, με την τελευταία χρονικά επιστολή ημερομηνίας 10.09.2004 (Τεκμήριο 5), στην οποία η Εναγόμενη δεν τοποθετήθηκε έγκαιρα παρά μόνο μέσω του δικηγόρου της επανήλθε στις 03.01.2005 (στην οποία γίνεται λόγος πρώτη φορά για ύπαρξη πληρεξούσιας αντιπροσώπου) επαναλαμβάνοντας ετοιμότητα και πρόθεση για εξόφληση του τιμήματος και μεταβίβαση επ΄ ονόματι της του επίδικου διαμερίσματος. Εν' όψει όλων των πιο πάνω, ο Ενάγοντας κρίνεται αξιόπιστος και η μαρτυρία του αποδεκτή. Μ.Υ. κατέθεσε η Τατιάνα Καλλή, πληρεξούσια αντιπρόσωπος της Εναγόμενης (Τεκμήριο 10 γενικό πληρεξούσιο έγγραφο). Η ίδια ξεκαθάρισε στη μαρτυρία της ότι δεν είχε προσωπική γνώση για τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν μεταξύ Ενάγοντα και Εναγόμενης, και ό,τι γνωρίζει είναι από λεγόμενα της Εναγόμενης και από έγγραφα που η τελευταία της παρέδωσε. Η θέση ότι το Τεκμήριο 12 (α), (β) και (γ) αποτελούν τρεις ξεχωριστές πληρωμές δε γίνεται αποδεκτή, αφού είναι ξεκάθαρο, και ως έχει εξηγηθεί νωρίτερα, πως το Τεκμήριο 12(β) αφορά την πληρωμή των ΛΚ10.000,00 που πληρώθηκαν στον Ενάγοντα με επιταγή [Τεκμήριο 12(γ)]. Όσον αφορά στο Τεκμήριο 12(α) σημειώνεται πως, εφόσον η μάρτυρας δεν ήταν παρούσα κατά την έκδοση του, η μόνη εξήγηση για την πληρωμή ή όχι, είναι η μαρτυρία που έδωσε ο Ενάγοντας ο οποίος κρίθηκε αξιόπιστος. Επίσης, η Μ.Υ., δεν ήταν παρούσα και ως εκ τούτου δεν μπορεί να γνωρίζει εάν η Εναγόμενη συμφώνησε ή αποδέχθηκε την ακύρωση του πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 07.01.
- Η προσπάθεια υποστήριξης της μαρτυρίας αυτής με το γεγονός ότι η ίδια υπέγραψε συμφωνία αγοράς του επίδικου διαμερίσματος από την Εναγόμενη, είναι συμπερασματική και όχι αποδειχτική του γεγονότος που αφορά στη σχέση μεταξύ Ενάγοντα και Εναγόμενης. Δεν αποκλείει το ένα γεγονός το άλλο. Το ίδιο ισχύει και με τη μαρτυρία της πως η Εναγόμενη ουδέποτε συμφώνησε με τον Ενάγοντα για να μεταβεί στο Κτηματολόγιο στις 21.06.
- Είναι φανερό πως η εξ ακοής μαρτυρία της Μ.Υ. δε μπορεί να γίνει αποδεκτή και για άλλο λόγο. Η ίδια η Μ.Υ. παρουσιάζεται να έχει συμφέρον στην υπόθεση και στην εκδοχή που παρουσιάζει λόγω της συμφωνίας αγοράς (Τεκμήριο 11) του επίδικου διαμερίσματος την οποία υπέγραψε με την Εναγόμενη. Αναμφίβολα η επιτυχία της εκδοχής της θα προστατεύσει τα συμφέροντα της όπως πηγάζουν από τη συμφωνία που σύναψε με την Εναγόμενη, αντίθετα, η μη επιτυχία θα την αφήσει εκτεθειμένη από την Εναγόμενη. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι κατάλληλο πρόσωπο για να παρουσιάσει τη μαρτυρία προς υποστήριξη των ισχυρισμών της Εναγόμενης ήταν η ίδια. Δε δόθηκε εξήγηση γιατί η ίδια, έστω και αν κατοικεί στην Ελλάδα, δεν προσήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει για ένα τέτοιο σοβαρό ζήτημα που την αφορά, αφού μόνο αυτή είχε προσωπική γνώση των ουσιαστικών γεγονότων της υπόθεσης. Ενόψει των προαναφερομένων το Δικαστήριο κρίνει πως θα ήταν ακροσφαλές να δεχθεί τη μαρτυρία της ΜΥ. Αποδέχεται ωστόσο τη μαρτυρία της ότι όντως στις 16.06.2004 σύναψε με την Εναγόμενη συμφωνία αγοράς του επίδικου διαμερίσματος (Τεκμήριο 11) και ότι η Εναγόμενη της παραχώρησε πληρεξούσιο έγγραφο (Τεκμήριο 10). Αυτή η μαρτυρία αποδεικνύεται μέσα από τα ίδια τα Τεκμήρια 10 και
- Ευρήματα Δικαστηρίου:- Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση, διαπιστώνεται ότι τα ουσιώδη πραγματικά γεγονότα που διέπουν την παρούσα υπόθεση και τα οποία αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου, έχουν ως θα παρατεθούν στη συνέχεια. Ο Ενάγοντας είναι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης ενός διαμερίσματος με αρ. εγγραφής 1/58055, Τεμάχιο ΕΠΙ225, Φύλλο/Σχέδιο:54/590102 Τμήμα 1, 5ος όροφος, αρ. 051 της πολυκατοικίας CENDE COURT, Αρ.4, στην οδό Τζων Κέννετυ στη Λεμεσό. Ο Ενάγοντας, αρχές Ιανουαρίου 2004, συμφώνησε αρχικά, προφορικά με την Εναγόμενη, όπως πωλήσει σε αυτήν το προαναφερόμενο διαμέρισμα για το ποσό των ΛΚ60.000,
- Η κατοχή του διαμερίσματος θα γινόταν με την υπογραφή πωλητηρίου εγγράφου και την καταβολή των ΛΚ8.000,00 ως προκαταβολή, η δε μεταβίβαση του διαμερίσματος θα γινόταν κατά το τέλος Μαρτίου και/ή αρχές Απριλίου 2004, ταυτόχρονα με την πλήρη εξόφληση του τιμήματος πώλησης. Στις 05.01.2004 η Εναγόμενη μετακόμισε στο διαμέρισμα του Ενάγοντα ζητώντας του απόδειξη για το ποσό των ΛΚ8.000,00 - προκαταβολή που θα του πλήρωνε. Όταν ο Ενάγοντας της παρέδωσε τη σχετική απόδειξη, [Τεκμήριο 12(α)] η Εναγόμενη του πρόβαλε το επιχείρημα ότι δεν είχε τα χρήματα εκείνη τη στιγμή και πως θα πήγαινε στην τράπεζα της, στην οποία θα παρουσίαζε τη σχετική απόδειξη, θα έπαιρνε χρήματα και θα του τα έδινε. Ωστόσο, η Εναγόμενη, αργότερα την ίδια μέρα, ανέφερε στον Ενάγοντα πως το θέμα της προκαταβολής θα το διευθετούσε στις 07.01.2004 όταν θα πήγαιναν μαζί στην τράπεζα της. Στις 07.01.2004 η Εναγόμενη παρέδωσε στον Ενάγοντα τραπεζική επιταγή (bankers draft) [Τεκμήριο 12(γ)]για το ποσό των ΛΚ10.000,00 και ο Ενάγοντας της εξέδωσε και παρέδωσε νέα απόδειξη είσπραξης [Τεκμήριο 12(β)] για το ανάλογο ποσό. Της ζήτησε επίσης την προκαταβολή των ΛΚ8.000,00, όμως η Εναγόμενη του συνέστησε να κάνει υπομονή για 10 μέρες περίπου μέχρι που θα της έστελλε χρήματα ο σύζυγος της από τη Ρωσία. Την ίδια μέρα 07.01.2004, ο Ενάγοντας και η Εναγόμενη υπέγραψαν πωλητήριο έγγραφο (μέρος του Τεκμηρίου 1) για την πώληση του διαμερίσματος. Το τίμημα της πώλησης συμφωνήθηκε στις ΛΚ50.000,00 στη βάση του ότι είχαν ήδη, αμέσως προηγουμένως, πληρωθεί ΛΚ10.000,
- Ο τρόπος πληρωμής συμφωνήθηκε να γίνει με τη μεταβίβαση στο Κτηματολόγιο Λεμεσού και πως η πληρωμή θα γινόταν με δάνειο από την τράπεζα της Εναγόμενης. Στις 19.01.2004 το πωλητήριο έγγραφο κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο Λεμεσού (Τεκμήριο 1). Ο Ενάγοντας στη συνέχεια, συνέχισε να ζητά από την Εναγόμενη να του καταβάλει το ποσό των ΛΚ8.000,00 που αντιπροσώπευε την προκαταβολή και αυτή του συνέστησε πάλι να κάνει υπομονή γιατί θα της έστελνε χρήματα ο σύζυγος της. Αρχές Φεβρουαρίου 2004, επειδή η Εναγόμενη δεν του κατέβαλλε το ποσό της προκαταβολής, ο Ενάγοντας της ζήτησε να του επιστρέψει την απόδειξη που της είχε δώσει για το ποσό των ΛΚ8.000,
- Η Εναγόμενη του ανέφερε ότι έχασε την εν λόγω απόδειξη. Στη συνέχεια, αρχές Απριλίου 2004, η Εναγόμενη πληροφόρησε τον Ενάγοντα ότι αδυνατούσε να εξασφαλίσει δάνειο για την αγορά του διαμερίσματος, ως εκ τούτου, είχε αλλάξει γνώμη και δεν ήθελε να αγοράσει το διαμέρισμα. Του δήλωσε ακόμη ότι σκόπευε να μεταβεί για εγκατάσταση στην Ελλάδα γιατί θα της παραχωρούνταν κατοικία δωρεάν στην περιοχή της Αλεξανδρούπολης. Τον παρακάλεσε δε να της επιστρέψει το ποσό των ΛΚ10.000,00 που του κατέβαλε. Ο Ενάγοντας συμφώνησε στην ακύρωση της πώλησης και στην επιστροφή του ποσού των ΛΚ10.000,00 αφού πρώτα αφαιρούσε κάποια έξοδα, όπως κοινόχρηστα, ΣΑΛΑ, ηλεκτρικό ρεύμα και κατανάλωση νερού, για το χρόνο που η Εναγόμενη χρησιμοποίησε το διαμέρισμα. Δεν ήταν ωστόσο σε θέση να επιστρέψει άμεσα το ποσό των ΛΚ10.000,
- Συμφώνησε έτσι με την Εναγόμενη όπως καταχωρήσει αγγελία πώλησης του διαμερίσματος σε εφημερίδες αλλά και να αναθέσει σε κτηματομεσίτη την εξεύρεση νέου αγοραστή. Αρχές Ιουνίου 2004, ο Ενάγοντας εξασφάλισε το ποσό των ΛΚ10.000,00, ενημέρωσε την Εναγόμενη, και συμφώνησαν όπως στις 21.06.2004 συναντηθούν στο Κτηματολόγιο Λεμεσού για να της επιστρέψει το ποσό των ΛΚ9.792,00, στο οποίο συμφώνησαν, και αυτή να αποσύρει το πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 07.01.2004 που κατέθεσε στο Κτηματολόγιο και κάθε συμφωνία μεταξύ τους να ακυρωθεί. Στις 21.06.2004 ο Ενάγοντας μετέβηκε στο Κτηματολόγιο Λεμεσού έχοντας μαζί του Τραπεζική επιταγή (bankers draft) στο όνομα της Εναγόμενης (Τεκμήριο 3 σχετική απόδειξη από την Ελληνική Τράπεζα) για να την παραδώσει στην Εναγόμενη. Η τελευταία δε μετέβηκε στο Κτηματολόγιο ούτε ανταποκρινόταν στα τηλεφωνήματα του Ενάγοντα. Ενόψει αυτής της εξέλιξης, ο Ενάγοντας αποτάθηκε σε δικηγόρο ο οποίος απέστειλε επιστολή ημερομηνίας 30.06.2004, Τεκμήριο 4, προς την Εναγόμενη ζητώντας της να πληρώσει το τίμημα για την αγορά του διαμερίσματος εντός 7 ημερών, διαφορετικά θα λαμβάνονταν δικαστικά μέτρα εναντίον της. Η επιστολή Τεκμήριο 4 απαντήθηκε με επιστολή του δικηγόρου της Εναγόμενης - Τεκμήριο 6 (προφανώς η ημερομηνία 05.06.2004 είναι λανθασμένη αφού είναι προγενέστερη της 30.06.2004) στην οποία η Εναγόμενη προβάλλει τη θέση ότι κατέβαλε έναντι του τιμήματος της αγοράς του διαμερίσματος το ποσό των ΛΚ28.000,00 και δηλώνει ετοιμότητα για μεταβίβαση του διαμερίσματος επ΄ ονόματι της. Προβάλλει εδώ αναγκαίο να αναφερθεί πως η θέση της Εναγόμενης ότι, καθ΄ όλη τη διάρκεια μετά τη συμφωνία ημερομηνίας 07.01.2004 μέχρι και σήμερα, ήταν έτοιμη να καταβάλει το υπόλοιπο του τιμήματος, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, αφού αναφέρεται σε λανθασμένο ποσό ως υπόλοιπο του τιμήματος. Σύμφωνα με τα ευρήματα, η συμφωνία ήταν για ΛΚ 60.000,00, το υπόλοιπο του τιμήματος είναι ΛΚ50.000,00, αφού αφαιρέθηκαν οι ΛΚ10.000,00, οι οποίες καταβλήθηκαν λίγο πριν τη σύναψη της γραπτής συμφωνίας. Με επιστολή του δικηγόρου του Ενάγοντα ημερομηνίας 10.09.2004 (Τεκμήριο 5) προς το δικηγόρο της Εναγόμενης, απορρίφθηκε η θέση της Εναγόμενης για την πληρωμή των ΛΚ28.000,00 λέγοντας ότι το μόνο ποσό που εισπράχθηκε από τον Ενάγοντα ήταν οι ΛΚ10.000,00 προβαίνοντας ταυτόχρονα σε ακύρωση του πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 07.01.2004 και καλώντας την Εναγόμενη να εγκαταλείψει το επίδικο διαμέρισμα εντός 15 ημερών. Η Εναγόμενη επανήλθε στις 03.01.2005 με επιστολή του δικηγόρου της (Τεκμήριο 9), απορρίπτοντας τα περί τερματισμού του πωλητηρίου εγγράφου, δηλώνοντας ετοιμότητα για εξόφληση του τιμήματος, στο ποσό των ΛΚ22.000,00 και μεταβίβαση του διαμερίσματος στο όνομα της. Είναι γεγονός πως οι επιστολές των δικηγόρων των διαδίκων Τεκμήρια 4, 5, 6, 8 και 9, προβάλλουν τις θέσεις αυτών, όμως η υπόθεση δεν μπορεί να κριθεί με μόνο αυτές, αλλά με βάση την προσαχθείσα και αξιόπιστη - αποδεκτή μαρτυρία που να αποδεικνύουν τις θέσεις των διαδίκων. Σύμφωνα με παραδεκτό γεγονός, η ενοικιαστική αξία του επίδικου διαμερίσματος τον Απρίλιο του 2004 ήταν €500,00 μηνιαίως. Συμπεράσματα:- Λαμβανομένων υπόψη των δικογραφημένων ισχυρισμών των διαδίκων, καθίσταται σαφές ότι για να επιτύχουν στις αξιώσεις τους, όπως προκύπτουν από τα δικόγραφα τους, θα πρέπει να αποδείξουν τα ακόλουθα: Ο Ενάγοντας: (α) Είτε ότι το πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 07.01.2004 ακυρώθηκε εκ συμφώνου, είτε νόμιμο τερματισμό του εν λόγω πωλητηρίου. (β) Τη χρονική περίοδο που η Εναγόμενη κατέχει παράνομα το επίδικο διαμέρισμα, και (γ) Την ενοικιαστική αξία του επίδικου διαμερίσματος κατά την περίοδο της παράνομης επέμβασης. Η Εναγόμενη: (α) Ότι το πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 07.01.2004 εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ, και (β) Ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις της νομοθεσίας για ειδική εκτέλεση του πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 07.01.
- Με βάση τα ευρήματα κρίνεται ότι ο Ενάγοντας απέδειξε ότι το πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 07.01.2004 ακυρώθηκε με τη συγκατάθεση της Εναγόμενης. Εξ' ου και αυτός μετέβηκε στο Κτηματολόγιο, στις 21.06.2004, έτοιμος να της επιστρέψει το ποσό που του κατέβαλε έχοντας μαζί του τραπεζική επιταγή επ΄ονόματι της. Με αυτό ως δεδομένο η συμφωνία πώλησης του διαμερίσματος ημερομηνίας 07.01.2004 ακυρώθηκε εκ συμφώνου και κατέστηκε χωρίς οποιαδήποτε έννομα αποτελέσματα. Το ότι δεν καταβλήθηκε ή επιστράφηκε στην Εναγόμενη το ποσό των ΛΚ9.792,00 δεν επιδρά στην ακυρότητα αφού ο Ενάγοντας ήταν έτοιμος να εκπληρώσει τα συμφωνηθέντα. Προφανώς για κάποιο λόγο η Εναγόμενη αντί να μεταβεί στο Κτηματολόγιο Λεμεσού, επέλεξε να μην πάει, προχώρησε δε, από τις 16.06.2004, σε πώληση του επίδικου διαμερίσματος στην Μ.Υ. Τατιάνα Καλλή. Τι μεσολάβησε και η Εναγόμενη δεν πήγε στο Κτηματολόγιο το γνωρίζει καλύτερα η ίδια, η οποία όμως, δεν ήρθε να διαφωτίσει το Δικαστήριο. Πιθανόν όμως, η όλη στάση της, να μην είναι άσχετη με τη λήψη των ΛΚ14.000,00 ως προκαταβολή από την Τατιάνα Καλλή - Μ.Υ. - και την παραχώρηση σ΄ αυτήν πληρεξουσίου εγγράφου. Ίσως να είναι αυτός και ο λόγος που δεν αξιώνει με την ανταπαίτησης της, διαζευκτικά σε περίπτωση απόφασης ότι ακυρώθηκε νόμιμα η συμφωνία πώλησης ημερομηνίας 07.01.2004, την επιστροφή από τον Ενάγοντα του ποσού των ΛΚ10.000,00 που του κατέβαλε. Το ότι η Εναγόμενη πώλησε το διαμέρισμα, στις 16.06.2004, στην Τατιάνα Καλλή - Μ.Υ. - ενισχύει τη θέση του Ενάγοντα ότι από τον Απρίλιο του 2004 η Εναγόμενη δεν ήθελε να προχωρήσει με την αγορά του διαμερίσματος και πως ήθελε πίσω τα λεφτά (ΛΚ10.000,00) που του κατέβαλε, γιατί θα έφευγε στην Ελλάδα μόνιμα. Διαφάνηκε μέσα από τη δίκη ότι όντως η Εναγόμενη ουδέποτε επέστρεψε στην Κύπρο μετά το 2004 (Ιούνιος). Περαιτέρω όμως, έστω και αν ήθελε αποδειχθεί ότι το πιο πάνω συμπέρασμα του Δικαστηρίου είναι λανθασμένο, μέσα από τα ευρήματα προκύπτει ότι ο Ενάγοντας τερμάτισε νόμιμα τη συμφωνία πώλησης ημερομηνίας 07.01.2004, αποστέλλοντας επιστολή ημερομηνίας 10.09.2004 προς την Εναγόμενη (Τεκμήριο 5) ακυρώνοντας την πώληση αφού με προηγούμενη επιστολή (Τεκμήριο 4), του δικηγόρου του Ενάγοντα προς την Εναγόμενη αυτή κλήθηκε να εξοφλήσει το τίμημα της πώλησης και δεν το έπραξε κάτι που όφειλε να πράξει τέλος Μαρτίου - αρχές Απριλίου 2004 και ως εκ τούτου βρισκόταν σε παράβαση των συμφωνηθέντων. Σημειώνεται πως έχει ήδη αποφασισθεί η θέση της Εναγόμενης, ότι ήταν έτοιμη για εξόφληση του τιμήματος και δεν έγινε αποδεκτή εφ' όσον δεν απέδειξε ότι το υπόλοιπο ήταν αυτό που ισχυριζόταν και/ή ισχυρίστηκε στη δίκη. Κατ' επέκταση των πιο πάνω κρίνεται πως, μετά είτε την εκ συμφώνου ακύρωση της συμφωνίας πώλησης ημερομηνίας 07.01.2004, είτε μετά το νόμιμο τερματισμό της από τον Ενάγοντα, η Εναγόμενη όφειλε να εγκαταλείψει το επίδικο διαμέρισμα και να το παραδώσει στον Ενάγοντα. Η Εναγόμενη κλήθηκε για πρώτη φορά να εγκαταλείψει το διαμέρισμα με την επιστολή ημερομηνίας 10.09.2004 (Τεκμήριο 5). Προκύπτει όμως το ερώτημα αν το Δικαστήριο έχει μαρτυρία ενώπιον του ότι η Εναγόμενη κατείχε το διαμέρισμα όντως μετά τον Ιούνιο του
- Η απάντηση είναι αρνητική. Προφανώς η Εναγόμενη μετά την πώληση του διαμερίσματος στις 16.06.2004 προς την ΜΥ (Τεκμήριο 11) εγκατέλειψε την Κύπρο, εξ' ου και δεν υπάρχει αλληλογραφία που να απαντά στις επιστολές του δικηγόρου του Ενάγοντα παρά μόνο η επιστολή του δικηγόρου της (Τεκμήριο 9) στις 03.01.2005 με εμφάνιση όμως στο προσκήνιο της υπόθεσης, της πληρεξούσιας αντιπροσώπου. Αυτό εξηγεί και την απουσία έγερσης αγωγής εκ μέρους της Εναγόμενης εναντίον του Ενάγοντα από το 2004 (Ιούνιος) μέχρι το 2008 όπου κινήθηκε η παρούσα αγωγή, για οποιαδήποτε θεραπεία ή ειδική εκτέλεση του πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 07.01.
- Προδήλως η Εναγόμενη εισέπραξε το ποσό των ΛΚ14.000,00 ως προκαταβολή από την ΜΥ και νοιώθοντας ικανοποιημένη εγκατέλειψε την Κύπρο, αλλά μαζί εγκατέλειψε και την επιθυμία της για συνέχιση της συμφωνίας ημερομηνίας 07.01.2004 που σύναψε με τον Ενάγοντα, κάτι που άλλωστε του είχε δηλώσει και νωρίτερα. Ταυτόχρονα παραχώρησε πληρεξούσιο έγγραφο στην ΜΥ ώστε να μπορεί αυτή, ως πίστευε, να εξοφλήσει το υπόλοιπο του τιμήματος και να εγγραφεί επ' ονόματι της το διαμέρισμα. Τα πιο πάνω δίνουν την απάντηση στο κατά πόσο αποδείχθηκε εκ μέρους του Ενάγοντα ότι αυτός δικαιούται τις αποζημιώσεις, για παράνομη επέμβαση, που διεκδικεί εναντίον της Εναγόμενης για την περίοδο Ιουνίου του 2004 μέχρι τον Αύγουστο του 2013 οπότε παρέλαβε την κατοχή του διαμερίσματος του. Η απάντηση είναι αρνητική στη βάση των προλεχθέντων αφού δεν αποδείχθηκε ότι η Εναγόμενη κατείχε το διαμέρισμα μετά που εγκατέλειψε την Κύπρο. Ο ίδιος ο Ενάγοντας στη μαρτυρία του κατέθεσε, πως από ότι πιστεύει, το 2005 η Εναγόμενη εγκατέλειψε το διαμέρισμα και ότι το κατείχε η πληρεξούσια αντιπρόσωπος της (ΜΥ). Επιπλέον ο Ενάγοντας δεν παρουσίασε μαρτυρία ότι επιχείρησε να πάρει κατοχή του διαμερίσματος, μετά το Σεπτέμβριο του 2004, και όμως να τον εμποδίσει η Εναγόμενη. Κατάληξη του Δικαστηρίου είναι πως δεν αποδείχθηκε με ασφάλεια ότι η Εναγόμενη κατείχε το διαμέρισμα μετά τον Ιούνιο ή Σεπτέμβριο του
- Το γεγονός να το κατείχε η πληρεξούσια αντιπρόσωπος της (Μ.Υ.), δεν είναι βέβαιο από τότε μέχρι πότε το κατείχε αλλά και υπό ποια ιδιότητα, εν' όψει του ότι με το Τεκμήριο 11 η ΜΥ το είχε αγοράσει από την Εναγόμενη. Ενδεχομένως να το κατείχε και νόμιμα ή αν ήταν παράνομα τότε η απαίτηση για αποζημιώσεις θα έπρεπε να είχε στραφεί εναντίον της. Συνακόλουθα με όλα τα πιο πάνω, παρά το παραδεκτό γεγονός ότι η ενοικιαστική αξία του επίδικου διαμερίσματος ήταν €500,00 μηνιαίως κατά τον Απρίλιο του 2004, δεν αποδείχθηκε η αξίωση για αποζημιώσεις, λόγω παράνομης επέμβασης, εναντίον της Εναγόμενης. Βεβαίως ο Ενάγοντας δεν θα πρέπει να αισθάνεται αδικημένος καθότι ουδέποτε επέστρεψε το ποσό των ΛΚ10.000,00 (ΛΚ9.792,00) που του καταβλήθηκε, χωρίς βέβαια να ευθύνεται γι΄ αυτό, αφού η Εναγόμενη δεν το διεκδίκησε με την ανταξίωση της και πιθανό να μην μπορεί πλέον ενόψει του ότι ενδεχομένως να κωλύεται να το εγείρει στο μέλλον λόγω δεδικασμένου. Ενόψει όλων των πιο πάνω εκδίδονται διατάγματα στην αγωγή ως οι παράγραφος Α, Β και Γ της Έκθεσης Απαίτησης. Τα αιτούμενα διατάγματα ως οι παράγραφοι Δ και Ε είναι άνευ αντικειμένου μετά το εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Ενάγοντας από τον Αύγουστο του 2013 κατέχει το επίδικο διαμέρισμα. Η Εναγόμενη διατάσσεται να καταβάλει στον Ενάγοντα τα έξοδα της δίκης στην αγωγή, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Αναφορικά με την ανταπαίτηση κρίνεται ότι δε δύναται να επιτύχει. Μετά το συμπέρασμα του Δικαστηρίου ότι η συμφωνία πώλησης του επίδικου διαμερίσματος ακυρώθηκε εκ συμφώνου και/ή τερματίστηκε νόμιμα δε δύναται να επιτύχει η αξίωση για ειδική εκτέλεση του πωλητηρίου εγγράφου (μέρος Τεκμηρίου 1). (Σχετική νομοθεσία για ειδική εκτέλεση είναι ο Ν. 81
(1)/2011 και όχι το Κεφ. 232 ως εισηγείται η πλευρά του Ενάγοντα.) Διαζευκτικά η Εναγόμενη δεν απόδειξε ότι δικαιούται σε τέτοια εκτέλεση, εφόσον δεν εξόφλησε και ούτε ήταν έτοιμη να εξοφλήσει το ακριβές ποσό του τιμήματος του διαμερίσματος. Ούτε αποζημιώσεις δικαιολογούνται ως η αξίωση Γ. Η παραχώρηση πληρεξουσίου εγγράφου προς τη Μ.Υ. και η σύναψη συμφωνίας πώλησης (Τεκμήριο 11) ταυτόχρονα, δεν είναι από μόνο του κάτι το μεμπτό. Στην πορεία όμως, η Μ.Υ. ταύτισε τα δύο προς υπεράσπιση των συμφερόντων της. Είτε όμως, υπό την ιδιότητα της ως πληρεξούσια αντιπρόσωπος, είτε ως νέος αγοραστής, ουδέποτε, μετά τις 03.01.2005 (τελευταία επιστολή δικηγόρου Εναγόμενης), επικοινώνησε με τον Ενάγοντα για σκοπούς εξόφλησης του τιμήματος και να ζητήσει μεταβίβαση είτε στο όνομα της Εναγόμενης είτε στο όνομα της ως πρόσωπο δικαιούμενο σε εγγραφή. Η εγκατάλειψη της συμφωνίας πώλησης ημερομηνίας 07.01.2004 θεωρείται δεδομένη πλέον, ούτως ή άλλως μετά τον Αύγουστο του 2013, οπότε ο Ενάγοντας πήρε κατοχή του επίδικου διαμερίσματος χωρίς να υπάρξει αμφισβήτηση από την Εναγόμενη ή την πληρεξούσια αντιπρόσωπο της. Τα έξοδα της δίκης στην ανταπαίτηση η οποία απορρίπτεται επιδικάζονται προς όφελος του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγόμενης. Να υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή για να εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Δ. Ι. Κίτσιος, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./ΜΔ-ΛΗ Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: Συμβάσεις - Νόμιμος Τερματισμός - Εκ συμφώνου ακύρωση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο