← Κύπρος

Άριστου Παπαδόπουλου ν. Λεύκιου Μακρίδη, Aρ. Αγωγής: 92/2013, 3/7/2014

Άριστου Παπαδόπουλου ν. Λεύκιου Μακρίδη, Aρ. Αγωγής: 92/2013, 3/7/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A279 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Aρ. Αγωγής: 92/2013 Μεταξύ: Άριστου Παπαδόπουλου, από τη Λεμεσό Ενάγοντα και Λεύκιου Μακρίδη , από τη Λεμεσό Εναγόμενου ------------------ Αίτηση ημερομηνίας 26.11.2013 για έκδοση προσωρινού διατάγματος ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 3.7.2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον ενάγοντα-αιτητή: κ. Σ. Αγιομαμίτης (για ν' ακούσει απόφαση κα Κ. Σαββίδου) Για τον εναγόμενο- καθ' ου η αίτηση κα Α. Ευσταθίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ενάγοντας, με την αγωγή του αξιώνει εναντίον του εναγόμενου τ' ακόλουθα: «Α. Ποσό €50.000 σέντ, το οποίο αντιπροσωπεύει υπόλοιπο τιμήματος πώλησης των μετοχών συνολικού ποσού €75.000,00 σέντ, τις οποίες συμφώνησε ο Ενάγοντας να πωλήσει προς τον Εναγόμενο και ο Εναγόμενος να αγοράσει και να αποδεχτεί τη μεταβίβαση από τον Ενάγοντα, με έγγραφο μεταβίβασης μετοχών ημερομηνίας 24/05/2011, όπως αναφέρεται λεπτομερειακά πιο πάνω. Β. Νόμιμο τόκο. Γ. Τα έξοδα της παρούσης αγωγής και Φ.Π.Α. (αρ. εγγραφής Φ.Π.Α. 10223061 Ε).» Τα γεγονότα που συνθέτουν τη βάση αγωγής του ενάγοντα και θεμελιώνουν το αγώγιμο δικαίωμά του εναντίον του εναγόμενου, σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του πρώτου είναι τα εξής: Δυνάμει γραπτής συμφωνίας, ημερομηνίας 24.5.2011, ο ενάγοντας συμφώνησε να πωλήσει και μεταβιβάσει στον εναγόμενο τις 1000 μετοχές που κατείχε στην εταιρεία MAZZELORA LIMITED, έναντι του ποσού των €75.000,00, πληρωτέου ως ακολούθως: ποσό €20.000,00, με την υπογραφή του εγγράφου μεταβίβασης των μετοχών. Το υπόλοιπο ποσό θα πληρωνόταν με μηνιαίες δόσεις, ύψους €1.000,00 από το Σεπτέμβρη του 2001 μέχρι και το Μάρτη του

  1. Ο εναγόμενος, σε εφαρμογή της επίδικης συμφωνίας κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των €20.000,00, με την υπογραφή της συμφωνίας και στη συνέχεια, το συνολικό ποσό των €3.000,00 που αντιπροσωπεύει τις δόσεις για τους μήνες Σεπτέμβρης, Οκτώβρης και Νοέμβρης, 2011, ενώ παρέλειψε να καταβάλει τις δόσεις για τους μήνες που ακολούθησαν μέχρι και τον Αύγουστο του 2012, που ανέρχονται στο συνολικό ποσό των €9.000,
  2. Μετά την επιστολή που του απέστειλαν οι δικηγόροι του ενάγοντα, ημερομηνίας 10.8.2012 κατέβαλε και το ποσό των €2.000,00 για τους μήνες Δεκέμβρης, 2011 και Γενάρης,
  3. Αποτελεί θέση του ενάγοντα ότι επειδή ο εναγόμενος παρέλειψε έκτοτε να καταβάλει οποιοδήποτε άλλο ποσό για τις μηνιαίες δόσεις που κατέστησαν πληρωτές, ολόκληρο το υπόλοιπο του συμφωνημένου τιμήματος πώλησης των επίδικων μετοχών, ύψους €50.000,00 καθίσταται πληρωτέο και απαιτητό. Ο εναγόμενος, με την υπεράσπισή του, κατά μία εκδοχή παραδέχεται τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας με τον ενάγοντα, ως επίσης και ότι του κατέβαλε το συνολικό ποσό των €25.000,
  4. Ισχυρίζεται ωστόσο ότι το σχετικό έγγραφο που διαλαμβάνει τη συμφωνία, μεταξύ άλλων είναι άκυρο και παράνομο και δεν παράγει οποιαδήποτε έννομα αποτελέσματα και δεσμεύσεις μεταξύ των μερών. Συνδέει την υπογραφή του σ' αυτό και την αγορά των επίδικων μετοχών του ενάγοντα στην προαναφερθείσα εταιρεία με κάποια άλλη - προφορική συμφωνία που συνήψε με τον ενάγοντα περί τις αρχές του Μάη, 2011, την οποία, όπως είναι η θέση του παραβίασε ο τελευταίος, με αποτέλεσμα να υποστεί ζημιές ο ίδιος, ύψους €70.000,
  5. Καταλήγοντας αρνείται ότι χρωστά οποιοδήποτε ποσό στον ενάγοντα και ζητά απόρριψη της αγωγής του. Δυνάμει ανταπαίτησης αξιώνει εναντίον του το ποσό των €70.000,00 (ανωτέρω) και το ποσό των €25.000,00 που του κατέβαλε χωρίς αντάλλαγμα και/ή για αντάλλαγμα που εξέλειπε (εννοώντας προφανώς το ποσό που του κατέβαλε για την αγορά των επίδικων μετοχών). Τα δικόγραφα συμπληρώθηκαν στις 14.11.2013 με την καταχώρηση από τον ενάγοντα απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση. Στις 26.11.2013, ο ενάγοντας καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητά: «Α. Ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα που να απαγορεύει τον Εναγόμενο και/ή τους αντιπροσώπους και/ή τους υπηρέτες του από του να πωλήσουν, μεταβιβάσουν, επιβαρύνουν, αποξενώσουν, δωρίσουν ή διαθέσουν με οποιονδήποτε τρόπο τις 1000 μετοχές που κατέχει στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας MAZZELORA LIMITED με αριθμό εγγραφής 180766 μέχρι την τελική εκδίκαση της πιο πάνω αγωγής και την πλήρη ικανοποίηση οποιασδήποτε απόφασης που πιθανό να εκδοθεί υπέρ του Ενάγοντα ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Β. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία θα θεωρήσει το Δικαστήριο ορθή και δίκαια υπό τις περιστάσεις. Γ. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης και Φ.Π.Α. (Αρ. Εγγραφής στο Φ.Π.Α 30010597R)». Η αίτηση βασίζεται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στα άρθρα 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στα άρθρα 2, 3, 4, 5 και 9 του περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμου 31

(1)/92, στη Δ.48 Θ.Θ.1, 2, 7 και 8 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και τέλος, στη διακριτική ευχέρεια και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση εμφαίνονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του ενάγοντα. Μολονότι καταχωρήθηκε μονομερώς η αίτηση, εντούτοις διέταξα την επίδοσή της στον εναγόμενο, ο οποίος καταχώρησε σ' αυτή ένσταση η οποία εδράζεται στους ακόλουθους λόγους: «α. Η παρούσα αίτηση είναι άνευ αντικειμένου, παράτυπη και/ή ελλιπής και/ή αόριστος και/ή ανεδαφική νόμω και ουσία αβάσιμος και/ή άλλως. β. Δεν ικανοποιούνται με την αίτηση οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 και των Άρθρων 7 και 9 του Κεφ. 6, για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. γ. Ο Αιτητής με την αγωγή του δεν αποκαλύπτει καλή βάση αγωγής και/ή δεν αποκαλύπτει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας εις την αγωγή του. δ. Ο Αιτητής δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και απέκρυψε από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα σκόπιμα και εκ του πονηρού και το Δικαστήριο πρέπει να απορρίψει την αίτηση χωρίς να εξετάσει την ουσία της. ε. Ο Αιτητής απέκρυψε σκόπιμα από το Δικαστήριο ότι ο Καθ΄ ού η Αίτηση είναι φερέγγυο πρόσωπο με ακίνητη περιουσία, ότι είναι εργαζόμενος και σε περίπτωση επιτυχίας του εις την παρούσα υπόθεση, είναι σε θέση να ικανοποιήσει την τυχόν υπέρ του Ενάγοντα εκδοθησομένη απόφαση. στ. Ο Εναγόμενος/Καθ' ου η αίτηση είναι φερέγγυο άτομο και δεν υπάρχει οποιοσδήποτε κίνδυνος να μην απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. η. Ο Αιτητής τεχνηέντως παραπλανεί το Δικαστήριο αποκρύπτοντας ή υποβαθμίζοντας ουσιαστικά γεγονότα ώστε να δώσει λανθασμένη και/ή παραπλανητική εικόνα στο Δικαστήριο με σκοπό την εξασφάλιση του αιτούμενου διατάγματος και/ή δεν έχει δικαιολογήσει και/ή προσφέρει επαρκείς εξηγήσεις για τους λόγους για τους οποίους το σκοπούμενο διάταγμα είναι απαραίτητο. θ. Ο Αιτητής με την αίτηση του επιδιώκει την δέσμευση περιουσίας, η πραγματική αξία της οποίας ανέρχεται εις το ποσό των €150.000,00, περίπου, ήτοι πολύ μεγαλύτερης αξίας από την αξίωση του βάσει της ισχυριζόμενης απαίτησης του. ι. Ο Ενάγοντας/Αιτητής απέτυχεν με την αίτηση του να αποκαλύψει το κατεπείγον έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. κι. Η αίτηση έχει καταχωρηθεί με μεγάλη καθυστέρηση. λ. Η παρούσα αίτηση είναι κακόπιστη, εκβιαστική, καταπιεστική και εκδικητική σε βάρος του Καθ' ου η Αίτησης και/ή προωθείται για αλλότριους και/ή αθέμιτους σκοπούς, στοχεύοντας στην άσκηση πίεσης στον Εναγόμενο/Καθ' ου η αίτηση. μ. Το αντικείμενο της παρούσας αγωγής δεν είναι επίδικο θέμα της αγωγής και/ή αντικείμενο της αγωγής. ν. Η τυχόν έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος θα προξενήσει μεγαλύτερη ζημιά εις τον Εναγόμενο/Καθ' ου η αίτηση και ταλαιπωρία από αυτή που θα προκληθεί εις τον Ενάγοντα/Αιτητή σε περίπτωση που η αίτηση απορριφθεί». Η ένσταση βασίζεται στα άρθρα 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.39 Θ.Θ.1 και 2 και Δ.48 Θ.Θ.1 μέχρι 4 και 7 μέχρι 9, στα άρθρα 2, 3, 4, 5 και 9 του περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμου 31
(1)/92 και τέλος, στις γενικές και συμφυείς εξουσίες καθώς και στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του εναγόμενου. Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχόμενου των ενόρκων δηλώσεων. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενό τους και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων που ακολούθησαν. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Με τον τέταρτο λόγο ένστασης και μέρος του έβδομου, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι ο ενάγοντας δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και απέκρυψε σκόπιμα και εκ του πονηρού ουσιώδη γεγονότα, οπότε, το Δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει την αίτηση, χωρίς να εξετάσει την ουσία της. Χωρίς να χρειάζεται να παραθέσω τη σχετική επί του συγκεκριμένου λόγου νομολογία, για δύο λόγους το θεωρώ αβάσιμο. Καταρχήν, αφ' ης στιγμής διέταξα την επίδοση της αίτηση χωρίς να εκδώσω το αιτούμενο διάταγμα και ουσιαστικά τη μετέτρεψα σε διά κλήσεως, εξ αντικειμένου, ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης είναι αβάσιμος και τούτο γιατί, η μη αποκάλυψη ή απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων, ιδιαίτερα όταν αυτά μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο αποτελεί δικαιολογημένο λόγο ακύρωσης προσωρινού διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς και συνακόλουθα απόρριψης της αίτησης στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκε τέτοιο διάταγμα. Και ο λόγος, επειδή, τέτοιου είδους συμπεριφορά αποτελεί είδους εξαπάτησης του Δικαστηρίου το οποίο απαντά «δεν σας ακούω πλέον» και ακυρώνει το διάταγμα που εξέδωσε χωρίς να εξετάσει την ουσία. Ακολούθως είναι και το γεγονός ότι η περί αντιθέτου εκδοχή του εναγόμενου αναφορικά με τα ουσιαστικά γεγονότα της υπόθεσης έναντι της εκδοχής του ενάγοντα συναφώς με αυτά, εξ αντικειμένου και πάλιν δεν μπορεί να προβάλλεται άνευ άλλου, ως το πραγματικό για σκοπούς στοιχειοθέτησης του υπό αναφορά λόγου ένστασης. Μόνο κατόπιν αξιολόγησης της μαρτυρίας και αποδοχή της μαρτυρίας του εναγόμενου και κατ' επέκταση της εκδοχής του αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα που κατά τον ίδιο, είτε απέκρυψε είτε δεν αποκάλυψε ο ενάγοντας είναι δυνατό να συμβεί κάτι τέτοιο που δεν μπορεί να συμβεί επειδή (για να επαναλάβω), όπως υποδεικνύεται στην Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(B) Α.Α.Δ. 788, γενικώς, η διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος δεν προσφέρεται για εξέταση αμφισβητούμενων γεγονότων. Με μόνο λόγο ότι διέταξα την επίδοση της αίτησης, χωρίς να εκδώσω το αιτούμενο διάταγμα, εξ αντικειμένου και πάλιν απορρίπτεται ως αβάσιμος και ο ένατος λόγος ένστασης, με τον οποίο ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι ο ενάγοντας απέτυχε να αποκαλύψει το κατεπείγον έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Υπεισέρχομαι τώρα στις ουσιαστικές προϋποθέσεις που θα πρέπει να πληρούνται για σκοπούς έκδοσης προσωρινού διατάγματος δυνάμει του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Σ' αυτό το πλαίσιο, ο περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμος 31
(1)/92 δε θα με απασχολήσει καθόλου και τούτο, επειδή, μολονότι συγκεκριμένες διατάξεις του περιλαμβάνονται στη νομική βάση της αίτησης, εντούτοις, ο ενάγοντας, με το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης του δικηγόρου του επιχειρηματολόγησε υπέρ της αίτησης, με αναφορά μόνο στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Επομένως Θεωρώ ότι εγκατέλειψε ως βάση τις διατάξεις του Νόμου 31
(1)/92 (ανωτέρω). Το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60)το οποίο περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο που διέπει την εξουσία έκδοσης παρεμπιπτόντων διαταγμάτων έχει τύχει εκτεταμένης ανάλυσης και ερμηνείας σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Βλ. μεταξύ άλλων Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co Ltd κ.ά.
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2015, AK International UK Ltd v. Πλοίου «Νaime S» (Αρ.2)
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1456, Κύριλλου ν. Λάμπρου
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1528 και Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 225, από την οποία και τ' ακόλουθο απόσπασμα: «Προσωρινά διατάγματα εκδίδονται με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 όταν το Δικαστήριο κρίνει πως η παροχή τέτοιας θεραπείας είναι δίκαιη και ευχερής. Το άρθρο αυτό του Νόμου έχει εξετασθεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο σε σωρεία υποθέσεων. Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, καθορίζονται συνοπτικά μεν αλλά πολύ περιεκτικά και με σαφήνεια, οι αρχές που διέπουν την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων και εκείνες που ρυθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι τρεις βασικές προϋποθέσεις είναι:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση,
(2)Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας και
(3)Η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Όπως υποδεικνύεται στην Odysseos, στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα (Βλ. επίσης την υπόθεση Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ"Bασίλη
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Πρέπει να τονίσουμε πως τα Δικαστήρια εκδίδουν τέτοια διατάγματα με φειδώ.» Σύμφωνα με την Κύριλλου (ανωτέρω): «Σε αιτήσεις για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται και οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 για να δημιουργηθεί το υπόβαθρο πάνω στο οποίο το Δικαστήριο στην ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα προχωρήσει να αποφασίσει υπέρ ή εναντίον της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Πρέπει να τονισθεί σε αυτό το στάδιο ότι το Δικαστήριο δεν εξετάζει σε βάθος την προσφερόμενη μαρτυρία για να προβεί σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και δεν καταλήγει σε ευρήματα γεγονότων εκτός μόνο για την εξακρίβωση εκείνων των αναγκαίων στοιχείων τα οποία θεωρούνται απαραίτητα για τη θεμελίωση των κριτηρίων του άρθρου 32». Για σκοπούς πληρέστερης αναφοράς στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου θεωρώ αναγκαίο να παρατεθούν και τ' ακόλουθα: Σύμφωνα με την Odysseos (ανωτέρω), σε σχέση με την πρώτη προϋπόθεση, το σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την ακρόαση, δεν υπάρχει λόγος να ερμηνευθεί ότι εξυπακούει οτιδήποτε περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης, με βάση τη δύναμη των εγγράφων προτάσεων· με αναφορά στη δεύτερη προϋπόθεση, η έννοια της πιθανότητας επιτυχίας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων» που είναι το μέτρο απόδειξης σε αστικές υποθέσεις. Η πιθανότητα στα πλαίσια της επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον αιτητή να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Τέλος, με αναφορά στην τρίτη προϋπόθεση επισημαίνεται ότι αυτή σχετίζεται με το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων, υπό το φως των γεγονότων κάθε υπόθεσης. Τέλος, σύμφωνα με την Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 253, η διακρίβωση της πιθανότητας επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, ενώ, όπως υποδεικνύεται στην Bacardi & Co. Ltd (ανωτέρω), γενικώς, η διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος δεν προσφέρεται για εξέταση αμφισβητούμενων γεγονότων. Έχοντας υπόψη όλες τις παραπάνω αρχές παρατηρώ τα εξής: Με απλή ανάγνωση του περιεχομένου των εκατέρωθεν δικογραφημένων ισχυρισμών, σε συνδυασμό ασφαλώς και με το περιεχόμενο των εκατέρωθεν ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση για έκδοση του επίδικου προσωρινού διατάγματος και τους λόγους ένστασης στην αίτηση, αντίστοιχα και λαμβάνοντας ιδιαίτερα σοβαρά υπόψη, όλα εκείνα τα γεγονότα που αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών, με κορυφαία και πιο ουσιώδη, τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας, ημερομηνίας 24.5.2011, με την οποία ο ενάγοντας πώλησε και μεταβίβασε στον εναγόμενο τις 1000 μετοχές του που κατείχε στην εταιρεία MAZZELORA LIMITED, για το ποσό των €75.000,00, πληρωτέο με τον τρόπο και κατά το χρόνο που αναφέρεται σε άλλο σημείο, πιο πάνω, από το οποίο ο εναγόμενος κατέβαλε στον ενάγοντα μόνο €25.000,00 είναι σαφές, ότι αποκαλύπτεται τόσο η βάση όσο και η αιτία αγωγής του ενάγοντα εναντίον των εναγόμενου. Το γεγονός ότι ο τελευταίος, για λόγους που αναφέρει ισχυρίζεται ότι, όχι απλώς δεν οφείλει στον ενάγοντα το υπόλοιπο του συμφωνημένου τιμήματος πώλησης των επίδικων μετοχών, αλλά, δυνάμει ανταπαίτησης αξιώνει εναντίον του επιστροφή του ποσού των €25.000,00 που του κατέβαλε για τον ίδιο λόγο αποδεικνύει και την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Η περί αντιθέτου θέση του εναγόμενου δε με βρίσκει σύμφωνο, ιδιαίτερα, αν ληφθεί υπόψη, ότι, οι πλέον ουσιαστικοί ισχυρισμοί του ενάγοντα συναφώς με τα παραπάνω αποδεικνύονται με την προσαγωγή εκ μέρους του και γραπτής μαρτυρίας. Απ' εκεί και πέρα, με μόνο λόγο ότι ο εναγόμενος (για να επαναλάβω) παραδέχεται ότι έναντι του συμφωνημένου τιμήματος πώλησης των επίδικων μετοχών του ενάγοντα, οι οποίες πια ανήκουν στον ίδιο, του κατέβαλε μόνο το ποσό των €25.000.00, διαγράφεται και η ορατότητα επιτυχίας της εναντίον του αγωγής του ενάγοντα, μέχρι και το ποσό των €12.000,00. Το ποσό αυτό προκύπτει με αφαίρεση του ποσού των €25.000,00 που κατέβαλε στον ενάγοντα, από το συνολικό ποσό των €37.00,00 που θα έπρεπε να του είχε καταβάλει δυνάμει της επίδικης συμφωνίας, μέχρι και το Γενάρη του 2013 που ο ενάγοντας καταχώρησε την παρούσα αγωγή. Δε μου διαφεύγει ότι ο εναγόμενος παραθέτει γεγονότα και ισχυρισμούς που αναιρούν, όπως είναι η θέση του, την υποχρέωσή του να καταβάλει το υπόλοιπο του συμφωνημένου τιμήματος πώλησης των επίδικων μετοχών. Παρόλα αυτά, δεδομένου ότι καθώς ήδη έχει αναφερθεί η διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος δεν προσφέρεται για εξέταση αμφισβητούμενων γεγονότων, η ουσία, για ό, τι αφορά την υπό εξέταση προϋπόθεση είναι η εξής: θεωρούμενα ως αληθή όσα ο ενάγοντας καταλογίζει στον εναγόμενο - υπό το φως και όσων από αυτά γίνονται παραδεκτά από τον εναγόμενο - στην έκταση που έχει αναφερθεί θεμελιώνουν πλήρως την αξίωση του πρώτου εναντίον του δεύτερου, σύμφωνα με την αγωγή του. Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση καθώς ήδη έχει αναφερθεί με αναφορά στην Odysseos και πάλιν, αυτή σχετίζεται με το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων, υπό το φως των γεγονότων κάθε υπόθεσης, σε βαθμό που, αν η επιδίκασή τους στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του ενάγοντα, τότε η έκδοση του διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Με αυτά φυσικά δε μου διαφεύγει ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (βλ. Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231), αλλά και διάφορα άλλα - μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά (βλ. Κυρρίσαββα κ.ά. ν. Κύζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245). Παρατηρώ τα εξής: Δεν ικανοποιείται η σχετική - τρίτη προϋπόθεση για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Ακολουθεί το σκεπτικό: Ο ενάγοντας, στην προσπάθειά του να με πείσει ότι πληρούται η υπό εξέταση προϋπόθεση, καταρχήν υπήρξε αντιφατικός. Ο ισχυρισμός του της παραγράφου 14 της ένορκης του δήλωσης ότι οι επίδικες μετοχές του εναγόμενου στην εταιρεία, η οποία δραστηριοποιείται και είναι κερδοφόρα είναι το μοναδικό και σημαντικότερο περιουσιακό του στοιχείο, περικλείει την πρώτη σοβαρή αντίφαση. Προφανώς, το εν λόγω περιουσιακό στοιχείο του εναγόμενου, δεν μπορεί να είναι το μοναδικό και την ίδια ώρα το σημαντικότερο, που με απλά λόγια σημαίνει ότι δεν είναι και το μοναδικό. Ακολούθως, εάν η εταιρεία της οποίας αποκλειστικός μέτοχος είναι ο εναγόμενος δραστηριοποιείται και είναι κερδοφόρα, διερωτώμαι πόσο συνάδει αυτό με τον ισχυρισμό του ενάγοντα στην ίδια παράγραφο ότι η οικονομική κατάσταση του εναγόμενου δεν είναι καλή, δεν είναι αξιόχρεος, δεν ανταποκρίνεται στις οικονομικές του υποχρεώσεις και οφείλει διάφορα ποσά. Όλα τα παραπάνω που αναφέρει ο ενάγοντας, τα αναφέρει απ' ό, τι καλύτερα γνωρίζει, πιστεύει και πληροφορείται από συνεργάτες του εναγόμενου καθώς και από πρόσωπα που συναλλάσσονται και συνεργάζονται μαζί του. Μάλιστα, όπως ισχυρίζεται στην παράγραφο 15 της ένορκης του δήλωσης, απ' ό, τι και πάλιν καλύτερα γνωρίζει, πιστεύει και πληροφορείται από διάφορους συνεργάτες του εναγόμενου, υπάρχουν θετικές πληροφορίες από άτομα που συναλλάσσεται ο εναγόμενος πως προτίθεται να πωλήσει και/ή μεταβιβάσει σε τρίτους και/ή αποξενώσει τις επίδικες μετοχές, με σκοπό να μετακομίσει στην Ελλάδα όπου κατοικεί η οικογένειά του και/ή προβαίνει σε έντονες παραστάσεις όπου αναζητεί αγοραστή. Και συνεχίζοντας, αναφέρει τα εξής στην επόμενη παράγραφο
(16): «Υπάρχουν βάσιμες και θετικές πληροφορίες από στενό συνεργάτη του Εναγόμενου πως τις τελευταίες δύο
(2)εβδομάδες διαπραγματεύεται έντονα με συγκεκριμένο άτομο για πώληση των συγκεκριμένων μετοχών και πως είναι θέμα ημερών για να ολοκληρωθεί η συναλλαγή.» Τα προβλήματα που ανακύπτουν από τους παραπάνω ισχυρισμούς του ενάγοντα δεν άπτονται απλώς της αξιοπιστίας του την οποία υπονομεύει ο ίδιος. Απ' όσα ακολουθούν αναδεικνύονται και σοβαρές παραβάσεις δικονομικής φύσης. Ειδικότερα: Καταρχήν, προβάλλονται ισχυρισμοί ουσιωδών γεγονότων διαζευκτικά, γεγονός ανεπίτρεπτο σε επίπεδο μαρτυρίας. Ακολούθως, ο ενάγοντας, ενώ είναι φανερό ότι δεν είναι ικανός να αποδείξει εξ ιδίας γνώσης όλους τους παραπάνω ισχυρισμούς του, κατά παράβαση της Δ.39. Θ.2, εντελώς ανεξήγητα και αδικαιολόγητα, δεν αποκαλύπτει έστω και ένα όνομα προερχόμενο από την πηγή ή πηγές πληροφόρησής του. Αν υποτεθεί ότι ο λόγος είναι επειδή πρόκειται για διάφορους συνεργάτες του εναγόμενου και πρόσωπα που συναλλάσσονται μαζί του οι πηγές του, όπως ισχυρίζεται, διερωτώμαι τι τον εμπόδιζε να αποκαλύψει αν όχι το όνομα του στενού συνεργάτη του εναγόμενου που τον πληροφόρησε βάσιμα και θετικά ότι ο εναγόμενος τις δύο τελευταίες βδομάδες διαπραγματεύεται έντονα με συγκεκριμένο άτομο την πώληση των επίδικων μετοχών, τουλάχιστον, το όνομα του υποψήφιου αγοραστή, μιας και πρόκειται για συγκεκριμένο άτομο αυτός, επομένως δεν μπορεί να μη γνωρίζει το όνομά του. Διερωτώμαι ακόμη και πόσο διαφορετικά πρόσωπα είναι οι συνεργάτες του εναγόμενου από τα πρόσωπα που συναλλάσσονται και συνεργάζονται μαζί του, τα οποία επικαλείται ο ενάγοντας ως πηγές πληροφόρησής του, συναφώς με τον ισχυρισμό του ότι η οικονομική κατάσταση του εναγόμενου δεν είναι καλή κλπ., τον οποίο προβάλλει στην παράγραφο 14 της ένορκης του δήλωσης. Τέλος διερωτώμαι πόσο θετικές μπορεί να είναι οι πληροφορίες του περί της πρόθεσης του εναγόμενου να πωλήσει και/ή μεταβιβάσει σε τρίτους και/ή αποξενώσει τις επίδικες μετοχές με σκοπό να μετακομίσει στην Ελλάδα, τη στιγμή που αυτές, όπως γενικά και αόριστα αναφέρει στην παράγραφο 15 της ένορκης του δήλωσης προέρχονται από διάφορους συνεργάτες του εναγόμενου, με βάση, όχι το τι γνωρίζουν οι ίδιοι, αλλά, γενικά και αόριστα και πάλιν, πληροφορίες από άτομα με τα οποία συναλλάσσεται ο εναγόμενος. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Υπάρχει όμως και συνέχεια. Ο ενάγοντας, (για να επαναλάβω) στην προσπάθειά του να με πείσει ότι πληρούται η συγκεκριμένη προϋπόθεση για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος υπέπεσε και σε άλλες αντιφάσεις, πέραν όσων έχουν ήδη αναφερθεί, σε βαθμό που διερωτώμαι πραγματικά, τι απ' όσα ακολουθούν ισχύει: Ο εναγόμενος προτίθεται να πωλήσει και/ή μεταβιβάσει σε τρίτους και/ή αποξενώσει τις επίδικες μετοχές, με σκοπό να μετακομίσει στην Ελλάδα και/ή προβαίνει σε έντονες παραστάσεις όπου αναζητεί αγοραστή, όπως ισχυρίζεται στην παράγραφο 15 της ένορκης του δήλωσης και αυτά, απ' ό, τι καλύτερα γνωρίζει, πιστεύει και πληροφορείται από διάφορους συνεργάτες του εναγόμενου, όπως αναφέρει στην ίδια παράγραφο ή τις τελευταίες δύο βδομάδες διαπραγματεύεται και μάλιστα έντονα με συγκεκριμένο άτομο για την πώληση των εν λόγω μετοχών, όπως ισχυρίζεται στην παράγραφο 16 της ένορκης του δήλωσης, επικαλούμενος προς τούτο θετικές και βάσιμες πληροφορίες του στενού συνεργάτη του εναγόμενου; Υπάρχει όμως ακόμη ένας λόγος για τον οποίο θεωρώ ότι ο ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει ότι πληρούται η τρίτη προϋπόθεση για σκοπούς έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Καθώς ήδη έχει αναφερθεί η εν λόγω προϋπόθεση σχετίζεται με το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων, σε βαθμό που, αν η επιδίκασή τους στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του ενάγοντα, τότε η έκδοση του διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Για να το πω και διαφορετικά, η έκδοση του διατάγματος είναι αναγκαία μόνο σε περίπτωση που αν δεν εκδοθεί το διάταγμα, ο ενάγοντας θα υποστεί τέτοια ζημιά, έτσι ώστε να μην μπορεί να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο. Στην προκειμένη περίπτωση, δεδομένης της φύσης της αξίωσης του ενάγοντα εναντίον του εναγόμενου, που είναι χρηματική, για να θεωρηθεί ότι ικανοποιείται η σχετική προϋπόθεση, κατά κάποιο τρόπο απαιτείται πρόβλεψη ότι σε περίπτωση μη έκδοσης του διατάγματος και επιτυχίας της αγωγής του ενάγοντα, η σχετική απόφαση που θα εκδοθεί δε θα μπορεί να εκτελεστεί. Ωστόσο, το θέμα δεν τελειώνει εδώ, αφού, η ενδεχόμενη ζημιά που θα υποστεί ο ενάγοντας σε περίπτωση μη έκδοσης του διατάγματος συναρτάται απόλυτα και με τη ζημιά που ενδεχομένως θα προκληθεί στον εναγόμενο, εξαιτίας της έκδοσης του διατάγματος, η οποία ασφαλώς δεν μπορεί να είναι δυσανάλογα μεγαλύτερη εκείνης που θα υποστεί ο ενάγοντας, εξαιτίας της μη έκδοσης του διατάγματος. Στην παρούσα υπόθεση, ο ενάγοντας, προκειμένου να διασφαλίσει τα συμφέροντά του έναντι του εναγόμενου από τον οποίο αξιώνει το ποσό των €50.000,00 (από το οποίο, για λόγους που έχουν αναφερθεί με την παρούσα αγωγή σε περίπτωση επιτυχίας δικαιούται μόνο €12.000,00) ζητά τη δέσμευση του συνόλου των επίδικων μετοχών του εναγόμενου στην εταιρεία, η οποία, όπως είναι η θέση του δραστηριοποιείται και είναι κερδοφόρα, χωρίς ωστόσο ίχνος μαρτυρίας για την πραγματική αξία των 1000 μετοχών της εταιρείας που επιδιώκει να δεσμεύσει με την υπό κρίση αίτηση. Τίθεται το ερώτημα κατά πόσο στην απουσία τέτοιας μαρτυρίας μπορώ να ασκήσω τη διακριτική μου εξουσία υπέρ της αίτησης και να εκδώσω το αιτούμενο διάταγμα; Η απάντηση είναι αρνητική. Μόνο σε περίπτωση που υπήρχε κατάλληλη μαρτυρία αναφορικά με την πραγματική αξία των επίδικων μετοχών θα μπορούσα να εκδώσω το αιτούμενο διάταγμα και μάλιστα σε τόση έκταση ώστε να διασφαλίζεται απλώς το δικαίωμα του ενάγοντα να εισπράξει το λαβείν του από τον εναγόμενο, σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής του. Για να το πω και διαφορετικά, εάν υπήρχε μαρτυρία αναφορικά με την πραγματική αξία των επίδικων μετοχών, με το αιτούμενο διάταγμα θα δέσμευα αριθμό μετοχών ανάλογης περίπου αξίας με το ποσό της απαίτησης του ενάγοντα. Στην απουσία τέτοιας μαρτυρίας, αυτό δεν μπορεί να γίνει επομένως η σχετική - τρίτη ουσιαστική προϋπόθεση για σκοπούς έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος δεν ικανοποιείται. Το γεγονός αυτό διαγράφει την τύχη της αίτησης η οποία θα πρέπει να απορριφθεί. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ του εναγόμενου και σε βάρος του ενάγοντα τα οποία θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) . ........... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ-TA Subject: Civil/Other Actions /Interim Αναφορά: Πολιτική - αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.