← Κύπρος

Πέτρου Κωνσταντίνου ν. Μάριου Πολυκάρπου, Αρ. Αγωγής: 319/2009, 11/7/2014

Πέτρου Κωνσταντίνου ν. Μάριου Πολυκάρπου, Αρ. Αγωγής: 319/2009, 11/7/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A290 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 319/2009 Μεταξύ: Πέτρου Κωνσταντίνου, από τη Λεμεσό Ενάγοντα και Μάριου Πολυκάρπου, από τη Λεμεσό Εναγόμενου --------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 11.7.2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγοντα: κα Κ. Πετρίδου Για εναγόμενο: κ. Π. Κυπριανού (για ν' ακούσει απόφαση κ. Χρ. Ανδρέου) Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αξίωση του ενάγοντα εναντίον του εναγόμενου, σύμφωνα με το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της αγωγής του πρώτου είναι για: «Α. Γενικές και Ειδικές αποζημιώσεις, για πραγματικές σωματικές βλάβες και/ή ζημίες, έξοδα και απώλειες, τις οποίες υπέστη ο Ενάγοντας, συνεπεία της αυθαίρετης, απρόκλητης και/ή άνευ ευλόγου αιτίας, παράνομης επίθεσης εναντίον του, από τον Εναγόμενο, η οποία έλαβε χώρα κατά/ή περί την 3/9/2006 στο νυχτερινό Κέντρο Drops, στην περιοχή Αγ. Τύχωνα, στη Λεμεσό. Β. Οποιαδήποτε περαιτέρω ή άλλη θεραπεία, την οποία το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει δίκαιη και εύλογη, υπό τις περιστάσεις. Γ. Τόκους προς 8%, ετησίως, από την ημερομηνία της αυθαίρετης, απρόκλητης και/ή άνευ ευλόγου αιτίας, παράνομης επίθεσης εναντίον του ήτοι την 3/9/2006 μέχρι πλήρους και τελικής εξόφλησης. Δ. Διαζευκτικά, νόμιμους τόκους. Ε. Έξοδα, πλέον Φ.Π.Α.» Η εκδοχή του ενάγοντα αναφορικά με τα ουσιαστικά γεγονότα της υπόθεσης περιέχεται στην παράγραφο 3 της έκθεσης απαίτησης, το περιεχόμενο της οποίας παρατίθεται αυτούσιο: «

  1. Κατά ή περί την 3/9/2006, κατά την διάρκεια έντονης συζήτησης για ποδοσφαιρικά θέματα μεταξύ των κ. Αναξαγόρα Χριστοφόρου και του Εναγόμενου, στο νυχτερινό κέντρο "Drops", στην περιοχή Αγ. Τύχωνα, στη Λεμεσό, άρχισαν να διαπληκτίζονται και να σπρώχνει ο ένας τον άλλο, με αποτέλεσμα σε κάποια στιγμή ο Ενάγοντας να παρέμβει για να τους αποτρέψει από το να συνεχίζουν να καβγαδίζουν. Στην συνέχεια, ο Εναγόμενος, παράνομα, άδικα, αυθαίρετα, απρόκλητα, σκόπιμα και χωρίς εύλογη αιτία, επιτέθηκε εναντίον του Ενάγοντα και μπροστά στα μάτια τρίτων προσώπων, τον κτύπησε βίαια με αιχμηρό αντικείμενο στη μύτη και στο πρόσωπο, με αποτέλεσμα να προκαλέσει σ' αυτόν σοβαρές σωματικές βλάβες, ειδικές ζημιές και έξοδα». Οι λεπτομέρειες σωματικών βλαβών που υπέστη ο ενάγοντας, σύμφωνα πάντοτε με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του εκτίθενται στην παράγραφο 6 της έκθεσης απαίτησης και σ' αυτές περιλαμβάνονται και τα έξοδα μελλοντικής επέμβασης, με κόστος €3.500,
  2. Επισημαίνεται ότι μέρος αυτών αναφέρονται στο ιατρικό πιστοποιητικό του ωτορινολαρυγγολόγου Τ. Τιμοθέου (τεκμήριο 1) το περιεχόμενο του οποίου, με εξαίρεση την ημερομηνία που ο ενάγοντας προσήλθε στο νοσοκομείο που είναι στις 3.9.2006 και όχι 2008 είναι παραδεκτό και από τις δυο πλευρές. Στην ίδια παράγραφο εκτίθενται και ο ειδικές ζημιές που υπέστη ο ενάγοντας, που επίσης είναι παραδεκτές, οι οποίες ανέρχονται στο συνολικό ποσό των €118,
  3. Η εκδοχή του εναγόμενου για το επίδικο περιστατικό που είχε με τον ενάγοντα, σύμφωνα με τους δικούς του δικογραφημένους ισχυρισμούς είναι η εξής: Ενώ ο ίδιος προσπαθούσε να χωρίσει δύο άλλα πρόσωπα που είχαν συμπλακεί, ο ενάγοντας τού επιτέθηκε δίνοντάς του γροθιά, προκαλώντας του αιμορραγία στη μύτη. Κατόπιν προσπάθησε να του δώσει και δεύτερη γροθιά, πλην όμως ενεργώντας σε αυτοάμυνα ο ίδιος κατάφερε να τον εξουδετερώσει προτού προλάβει να του δώσει τη δεύτερη γροθιά. Αρνείται ότι κατηγορήθηκε στο Δικαστήριο για το αδίκημα της επίθεσης και πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης στον ενάγοντα και ότι παραδέχθηκε ενοχή. Ισχυρίζεται ότι αθωώθηκε στην κατηγορία της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης και παραδέχθηκε μόνο την κατηγορία της συμπλοκής. Δυνάμει ανταπαίτησης αξιώνει εναντίον του ενάγοντα γενικές, τιμωρητικές και παραδειγματικές αποζημιώσεις για την επίθεση που δέχθηκε από αυτόν, η οποία του προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη. Με αντιπαραβολή των εκατέρωθεν δικογραφημένων ισχυρισμών είναι σαφές, ότι, το βασικό επίδικο θέμα της υπόθεσης που καλούμαι να επιλύσω είναι το εξής: Δεδομένου ότι ο εναγόμενος παραδέχεται ότι επιτέθηκε εναντίον του ενάγοντα, το κρίσιμο ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο του επιτέθηκε ευρισκόμενος σε αυτοάμυνα, επειδή του επιτέθηκε πρώτα εκείνος ή απρόκλητα, παράνομα κ.λ.π., όπως είναι η θέση του ενάγοντα. Απ' εκεί και πέρα, σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να καθορισθεί και το ύψος των γενικών αποζημιώσεων που δικαιούται ο ενάγοντας, είτε σε πραγματική βάση - που θα δεχθώ δηλαδή την εκδοχή του σε σχέση με το βασικό επίδικο θέμα της υπόθεσης - είτε σε υποθετική βάση - που θα δεχθώ την εκδοχή του εναγόμενου σε σχέση με το βασικό επίδικο θέμα της υπόθεσης - και αυτό, χάριν πληρότητας της απόφασής μου. Οι ειδικές ζημιές του ενάγοντα και κατ' επέκταση οι σχετικές αποζημιώσεις που θα του επιδικαστούν σε περίπτωση που το βασικό επίδικο θέμα της αγωγής επιλυθεί υπέρ του, καθώς ήδη έχει αναφερθεί έχουν συμφωνηθεί μεταξύ των δύο πλευρών. Αναφορικά με την ανταπαίτηση του εναγόμενου δεν τίθεται καθόλου θέμα, αφού λαμβάνοντας υπόψη τον τρόπο χειρισμού της υπόθεσης εκ μέρους του είναι σαφές ότι αυτή, σιωπηρά έστω, έχει εγκαταλειφθεί. Κατά την ακρόαση, μαρτυρία για την υπόθεση του ενάγοντα Πέτρου Κωνσταντίνου, εκτός από τη δική του δόθηκε και από τον πλαστικό χειρουργό Νίκο Μαντά (Μ.Ε.1 και 2 αντίστοιχα). Από την άλλη, ο εναγόμενος Μάριος Πολυκάρπου είναι και ο μόνος που κατάθεσε για την υπόθεσή του. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί - με αναφορά και στη μαρτυρία - ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους διαδίκους - κατά κύριο λόγο, δεδομένης της φύσης, σημασίας και σπουδαιότητας της μαρτυρίας τους για την επίλυση του βασικού επίδικου θέματος της υπόθεσης - καθώς και το Μ.Ε.2 - του οποίου η μαρτυρία, επί της ουσίας παρέμεινε αναντίλεκτη - ενώ κατάθεταν ενόρκως ενώπιόν μου. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης τους αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο καθώς και την ύπαρξη του προσωπικού συμφέροντός και των δύο διαδίκων στην υπόθεση. Αντιπαραβάλλοντας τις εκατέρωθεν εκδοχές, με βάθρο τόσο τους εκατέρωθεν δικογραφημένους ισχυρισμούς όσο και την προσαχθείσα μαρτυρία προς υποστήριξη της εκδοχής κάθε πλευράς, είμαι βέβαιος ότι τα πραγματικά και ουσιαστικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο είναι σύμφωνα με την εκδοχή του ενάγοντα, η οποία, για λόγους που θα διαφανούν στη συνέχεια, μου φαίνεται και πιο λογική, συν τοις άλλοις, από την αντίστοιχη του εναγόμενου. Ο ενάγοντας ως μάρτυρας, σε γενικές γραμμές μου έχει κάνει αρκετά καλή εντύπωση. Ήταν άμεσος και σταθερός καθ' όλη τη διάρκεια που έδινε μαρτυρία, ιδιαίτερα σε σχέση με τα ουσιαστικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο και απαντούσε αυθόρμητα σ' όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, χωρίς να υποπέσει σε καμιά σοβαρή αντίφαση. Εξάλλου, η μαρτυρία του και κατ' επέκταση η εκδοχή του, επί της ουσίας πάντοτε, σε σημαντικό βαθμό ενισχύεται και/ή επιβεβαιώνεται ακόμη και από τον εναγόμενο, αλλά και από το περιεχόμενο της ιατρικής μαρτυρίας, η οποία καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Γεωργίου ν. Αστυνομίας

(1997)2 Α.Α.Δ. 439): «.σε τέτοιες υποθέσεις είναι πολύ ζωτικής σημασίας. Αποτελεί και πραγματική μαρτυρία η οποία συνιστά αξιόπιστο βοήθημα και σταθερό οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων». Ο ενάγοντας υπέπεσε σίγουρα σε κάποιες μικροαντιφάσεις. Ωστόσο, δεν αποδίδω ιδιαίτερη σημασία σ' αυτές, επειδή αφορούν σε μικρολεπτομέρειες και είναι τόσο ασήμαντες, σε βαθμό που, όχι μόνο δεν είναι ικανές να αποδυναμώσουν ή κλονίσουν την αξιοπιστία του ως μάρτυρα, αλλά, αντίθετα, την ενδυναμώνουν. Οι εν λόγω αντιφάσεις, αν αποδεικνύουν κάτι είναι ότι ο ενάγοντας κατάθεσε στο Δικαστήριο αυθόρμητα και χωρίς προσχεδιασμό. Εν πάση περιπτώσει, εξ αντικειμένου αποδίδω αυτές, μεταξύ άλλων και στο χρονικό διάστημα των έξι και πλέον ετών που μεσολάβησε από τότε που διαδραματίστηκαν τα γεγονότα μέχρι και την μέρα που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο για να καταθέσει γι αυτά και σε κάτι ακόμη, εξίσου σημαντικό∙ στο γεγονός ότι επιχειρήθηκε αμφισβήτηση και κλονισμός της αξιοπιστίας του με μικροσκοπική, θα έλεγα, προσέγγιση ακόμη και για επουσιώδη θέματα και μάλιστα, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη και το όλο κλίμα ένστασης που επικρατούσε κατά τον κρίσιμο χρόνο. Επειδή ο ευπαίδευτος δικηγόρος του εναγόμενου, στην προσπάθειά του να με πείσει ότι ο ενάγοντας είναι αναξιόπιστος μάρτυρας, με τη γραπτή του αγόρευση αποδίδει ιδιαίτερα μεγάλη σημασία, στο γεγονός ότι αυτός, ενώ με τη μαρτυρία του κατονομάζει τον εναγόμενο ως το δράστη της επίθεσης που δέχθηκε με αιχμηρό αντικείμενο, στην κατάθεσή του στην Αστυνομία αναφέρει ότι μετά το χτύπημα που δέχθηκε δεν έβλεπε τι γινόταν, μα ούτε και είδε το πρόσωπο που το χτύπησε και περαιτέρω, ότι στο γιατρό Μαντά που τον εξέτασε στις 30.3.2009 ανάφερε ότι οι ουλές που έφερε στο πρόσωπο ήταν αποτέλεσμα τραυματισμού του από χτύπημα με γροθιά το καλοκαίρι του 2006 παρατηρώ τα εξής: Αναφορικά με το πρώτο, με μόνο λόγο ότι ο εναγόμενος παραδέχεται όχι απλώς με τη μαρτυρία του, αλλά και με τα δικόγραφά του ότι επιτέθηκε του ενάγοντα στον ουσιώδη χρόνο διερωτώμαι τι νόημα έχει να ανάγεται σε μείζων θέμα, το γεγονός ότι ο ενάγοντας, ενώ στη γραπτή κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία για το επίδικο συμβάν (τεκμήριο 5) δεν κατονομάζει τον εναγόμενο ως το δράστη της επίθεσης που δέχθηκε, στο Δικαστήριο και συγκεκριμένα με τη γραπτή του δήλωση (τεκμήριο 4) το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης, τον κατονομάζει. Απ' εκεί και πέρα, αναφορικά με τον ισχυρισμό του ότι ο εναγόμενος τού επιτέθηκε με αιχμηρό αντικείμενο και το φερόμενο ισχυρισμό του στο γιατρό Μαντά ότι τραυματίστηκε από χτύπημα με γροθιά και πάλιν παρατηρώ τα εξής: Είναι γεγονός ότι ο ενάγοντας στη γραπτή του δήλωση ισχυρίζεται ότι ο εναγόμενος του επιτέθηκε χτυπώντας τον με αιχμηρό αντικείμενο. Μολονότι ο εν λόγω ισχυρισμός του, όπως θα διαφανεί αμέσως έχει έρεισμα, όχι αυτό που είδε αλλά, αυτό που δικαιολογημένα μάλλον υπέθεσε και πάλιν δεν δημιουργείται πρόβλημα επί της αξιοπιστίας του. Καταρχήν, στη κατάθεσή του στην Αστυνομία αναφέρει ότι απ' ό, τι κατάλαβε αργότερα, αυτός που του χτύπησε πρέπει να το χτύπησε είτε με μπουκάλα είτε με ποτήρι, επειδή τραυματίστηκε ελαφρά και άλλος κόσμος που ήταν γύρω του. Ότι πρόκειται για υπόθεση την οποία έκανε συναφώς με το θέμα αποδεικνύεται και από την απάντηση που έδωσε, όταν, αντεξεταζόμενος από τον κ. Κυπριανού, μεταξύ άλλων που ανάφερε είναι ότι του το είπαν και οι γιατροί ότι δέχθηκε χτύπημα με αιχμηρό αντικείμενο. Απ' εκεί και πέρα, ο γιατρός Μαντάς (Μ.Ε. 2), σύμφωνα με την ιατρική γνωμάτευση που ετοίμασε για τον ενάγοντα (τεκμήριο 2) ενώ το φέρει να του αναφέρει ότι χτυπήθηκε με γροθιά, απ' όσα ο ίδιος ανάφερε και στα δύο βασικά στάδια της μαρτυρίας του είναι φανερό πως δεν μπορεί να εξαχθεί με ασφάλεια το συμπέρασμα ότι ο ενάγοντας προέβη όντως στη συγκεκριμένη δήλωση στον ίδιο. Εν πάση περιπτώσει, η ουσία της μαρτυρίας του γιατρού Μαντά και επί του προκειμένου, αλλού έγκειται, ιδιαίτερα, αν ληφθεί υπόψη ότι παρέμεινε και αναντίλεκτη. Για ό, τι τώρα μας ενδιαφέρει απορρέει μέσα από την απάντηση που έδωσε όταν κλήθηκε από τη δικηγόρο του ενάγοντα να πει τη γνώμη του για την αιτία του τραυματισμού που υπέστη ο τελευταίος στον ουσιώδη χρόνο. Ακολουθεί αυτούσια: «Από τη στιγμή που υπάρχει κάταγμα ρινικό σημαίνει ότι έχει ασκηθεί ισχυρή πίεση με αμβλύ τραύμα το οποίο προκάλεσε το κάταγμα αυτό μπορεί να προκληθεί είτε από γροθιά είτε από χτύπημα με αντικείμενο. Η παρουσία του θλαστικού τραύματος μπορεί να οφείλεται σε τρεις μηχανισμούς Εάν χτυπηθεί με γροθιά από οποιοδήποτε άλλο αμβλύ αντικείμενο, μπουκάλι, πέτρα, η πίεση είναι τόσο ισχυρή που μπορεί να προκληθεί κάταγμα και ρήξη του δέρματος. Ο άλλος μηχανισμός είναι εάν χτυπηθεί με ένα μπουκάλι ή ένα ποτήρι, να προκληθεί το κάταγμα, να σπάσει το γυάλινο αντικείμενο και να τραυματίσει ως αιχμηρό πια αντικείμενο ή εάν στο χέρι υπάρχει δακτυλίδι που μπορεί να προκαλέσει αμβλύ τραύμα και ταυτόχρονα θλαστικό». Η ουσία, για να καταλήξω είναι ότι οι τραυματισμοί που υπέστη ο ενάγοντας στον ουσιώδη χρόνο αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών ότι προκλήθηκαν από τον εναγόμενο και κατά τη γνώμη μου αποτελεί στοιχείο αδιάφορο εάν είναι με γροθιά που του τους προκάλεσε ή με τη χρήση αιχμηρού αντικειμένου και τούτο, αν ληφθεί υπόψη, ότι οι εν λόγω τραυματισμοί μπορούσαν να προκληθούν και με του δύο τρόπους. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Για όλους τους παραπάνω λόγους, αλλά και λαμβάνοντας υπόψη όσα ακολουθούν με αναφορά στον εναγόμενο ως μάρτυρα, η μαρτυρία του ενάγοντα, επί της ουσίας γίνεται δεκτή στο σύνολό της. Προτού υπεισέλθω στη μαρτυρία του εναγόμενου θα ήθελα να προσθέσω τα εξής, πέραν όσων ήδη έχουν αναφερθεί για τη μαρτυρία του πλαστικού χειρουργού Νίκου Μαντά (Μ.Ε.2): Ο μάρτυρας εξέτασε τον ενάγοντα στο ιατρείο του στις 30.3.2009 και ετοίμασε τη σχετική ιατρική γνωμάτευση (τεκμήριο 2) στην οποία καταγράφει τις διαπιστώσεις του καθώς και την πρόγνωσή του. Συναφώς με αυτά δεν αντεξετάστηκε καθόλου από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του εναγόμενου, επομένως, η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή, αφού, εκτός από αξιόπιστη είναι και αναντίλεκτη. Θα αναφερθώ σ' αυτή αργότερα. Η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του εναγόμενου ως μάρτυρα που είναι και ο μόνος που κατάθεσε για την υπόθεσή του είναι αρνητική. Σε ουσιώδεις πτυχές της υπόθεσης υπήρξε αντιφατικός, προέβαλε ισχυρισμούς που στερούνται λογικής και πειστικότητας, είτε ακόμη που δεν υποβλήθηκαν στον ενάγοντα, για να του δοθεί η ευκαιρία, αν μη τι άλλο να σχολιάσει, χωρίς να μου διαφεύγει και το γεγονός, ότι, υπήρξαν περιπτώσεις που άλλα υπόβαλλε ο δικηγόρος του στον ενάγοντα και άλλα ισχυριζόταν ο ίδιος με τη μαρτυρία του. Τέλος είναι και το γεγονός ότι αρκετοί από τους ισχυρισμούς του, είτε δεν καλύπτονται από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του είτε δε συνάδουν με αυτούς είτε παρέμειναν έωλοι. Από τα παραδείγματα που θα παραθέσω στη συνέχεια είναι σαφές ότι η μαρτυρία του και κατ' επέκταση η εκδοχή του είναι κατασκευασμένη προκειμένου να αποστεί της ευθύνης του για ό, τι έκανε σε βάρος του ενάγοντα στον ουσιώδη χρόνο. Ακολουθεί ότι η μαρτυρία του, επί της ουσίας πάντοτε, στο βαθμό και την έκταση που είναι αντίθετη με τη μαρτυρία του ενάγοντα, είτε ακόμη που δε συνάδει με το περιεχόμενο των παραδεκτών γεγονότων απορρίπτεται ως αναξιόπιστη και ψευδής. Ακολουθούν μερικά παραδείγματα, τα οποία αιτιολογούν επαρκώς, πιστεύω, όλες τις παραπάνω διαπιστώσεις μου, αναφορικά με την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του ως μάρτυρα. Ειδικότερα: Στην κυρίως εξέταση, αναφορικά με το βασικό επίδικο θέμα της υπόθεσης, μεταξύ άλλων ισχυρίστηκε τα εξής: Ενώ καθόταν στο μπαρ με κάποιους φίλους του, σε κάποια φάση είδε το φίλο του Μαρίνο Ηροδότου να συζητά με τον Αναξαγόρα για τις ομάδες. Σε κάποια φάση τους είδε που άρχισαν να αλληλοσπρώχνονται και ακολούθως τον Αναξαγόρα να κουτουλά το Μαρίνο. Μόλις τους είδε πήγε προς το μέρος τους για να τους χωρίσει οπότε είδε τον ενάγοντα να έρχεται προς το μέρος τους με άγριες διαθέσεις, ο οποίος προσπάθησε να του δώσει μια γροθιά, αλλά τον απέφυγε. Συγκεκριμένα, του έδωσε τη γροθιά, την οποία έφαγε λίγο πάνω στη μύτη και έτρεχε αίμα. Μετά ο ενάγοντας προσπάθησε να του δώσει ακόμη μια γροθιά, αλλά τον πρόλαβε και του έδωσε αυτός τη γροθιά, πρώτος. Λόγω της γροθιάς που δέχθηκε ο ενάγοντας πήγε προς τα πίσω, ήταν λίγο ζαλισμένος και του φώναξε να μην ξανάρθει. Αυτός δεν τον άκουσε, προσπάθησε να ξανάρθει και να τον ξαναχτυπήσει, οπότε έφαγε και τη δεύτερη γροθιά. Όταν μετά το συμβάν το βρήκε έξω από το μπαρ σε μια γωνιά, του φώναζε για τη μάνα του και ότι θα του κινήσει αγωγή. Ακολουθούν τα σχόλιά μου: Αντεξεταζόμενος ο εναγόμενος υιοθέτησε το περιεχόμενο της ανακριτικής κατάθεσης που έδωσε στην Αστυνομία αναφορικά με το επίδικο συμβάν (τεκμήριο 8) επτά μόλις μέρες μετά από αυτό και σ' αυτή, αναφέρει τα εξής, μεταξύ άλλων, τα οποία προφανώς δε συνάδουν με τους παραπάνω ισχυρισμούς του: Όταν επέμβηκε για να χωρίσει όσους συμμετείχαν στη συμπλοκή, ο ενάγοντας ήταν ένας από αυτούς που λάμβανε μέρος στη συμπλοκή. Τότε ήταν που του έδωσε τη γροθιά στο πρόσωπο ο ενάγοντας, οπότε του έδωσε και αυτός δύο γροθιές, επίσης στο πρόσωπο. Όταν τον έβγαλαν έξω από την μπυραρία είδε κάποιο τραυματισμένο στο πρόσωπο, αλλά δεν ξέρει αν είναι αυτόν που χτύπησε ο ίδιος, διότι ήταν σκοτεινά. Ούτε και αναγνωρίζει ποιο χτύπησε ο ίδιος. Παρόλα αυτά, ενόρκως (για να επαναλάβω) ισχυρίστηκε ότι ο ενάγοντας έξω από το μπαρ βρισκόταν σε μια γωνιά και του φώναζε για τη μάνα του και ότι θα του κινήσει αγωγή. Και ενώ στο Δικαστήριο ισχυρίστηκε ότι όταν του χτύπησε ο ενάγοντας έτρεχε αίμα από τη μύτη του, τελειώνει την ανακριτική του κατάθεση με τη φράση «Δεν τραυματίστηκα.» Στο σημείο αυτό προστίθεται και η δικογραφημένη θέση του, σύμφωνα με την οποία, ενώ ο ίδιος προσπαθούσε να χωρίσει δύο άλλα πρόσωπα που είχαν συμπλακεί ο ενάγοντας του επιτέθηκε δίνοντάς του μια γροθιά στο πρόσωπο προκαλώντας του αιμορραγία στη μύτη. Κατόπιν προσπάθησε να του δώσει και δεύτερη γροθιά, πλην όμως, προτού προλάβει, εβρισκόμενος σε αυτοάμυνα ο ίδιος κατάφερε να τον εξουδετερώσει. Παρόλα αυτά, ενόρκως φέρει τον ενάγοντα να του επιτίθεται ουσιαστικά τρεις φορές, ενώ, ο ισχυρισμός του ότι έξω από το μπαρ, βασικά του εξύβρισε τη μάνα, δε δικογραφείται. Ας δούμε όμως και τι υποβλήθηκε από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του στον ενάγοντα, για να διαφανεί πόσο αυτά συνάδουν, είτε μεταξύ τους είτε με τους παραπάνω ισχυρισμούς και θέσεις του ίδιου του εναγόμενου: Καταρχήν, ότι στην επίθεση του Αναξαγόρα (φίλου του ενάγοντα) εναντίον του Ηρόδοτου (φίλου του εναγόμενου) ο εναγόμενος επενέβηκε για να τους χωρίσει και ο ενάγοντας επιτέθηκε του εναγόμενου και του έδωσε μια γροθιά. Ακολούθως ότι προσπάθησε να του δώσει και τη δεύτερη γροθιά, αλλά, ο εναγόμενος ενεργώντας σε αυτοάμυνα του έδωσε εκείνος γροθιά. Τέλος, του υποβλήθηκε ότι αυτός ήταν ο επιτιθέμενος και επειδή νικήθηκε σ' αυτή τη συμπλοκή που ο ίδιος ξεκίνησε πλήγηκε ο εγωισμός του και δημιούργησε αυτή την ιστορία ότι το χτύπησε ο εναγόμενος από πίσω και μάλιστα με μπουκάλι ή ποτήρι. Ότι ο εναγόμενος θα έφθανε στο σημείο να υποβάλει στον ενάγοντα ότι αυτός είναι που ξεκίνησε ακόμη και τη συμπλοκή, χωρίς να αισθάνεται το μέγεθος της αντίφασης στην οποία υπέπιπτε, ομολογώ πως δεν το περίμενα. Ας δούμε τώρα και τι ανάφερε αντεξεταζόμενος, που κατά τη γνώμη μου τον εκθέτουν ακόμη περισσότερο ως αναξιόπιστο μάρτυρα. Ειδικότερα: Στο εντελώς αρχικό στάδιο, ερωτηθείς εάν - στην κυρίως εξέταση -ανάφερε ότι έγινε ένα επεισόδιο και μετά αναμίχθηκε και ο ίδιος, «Δεν αναμίχθηκα, πήγα να τους χωρίσω.» απάντησε. «Αναμίχθηκες, όποια πρόθεση και να είχες.» του υποβλήθηκε στη συνέχεια. Και η απάντησή του: «Επήα να τους χωρίσω, δεν αναμίχθηκα, ούτε χτύπησα κανένα, ούτε κάτι.» Μου φαίνεται πολύ νωρίς αναίρεσε τον ισχυρισμό του ότι έδωσε στον ενάγοντα όχι απλώς μία αλλά δύο γροθιές. Λίγο παρακάτω ισχυρίστηκε ότι ο λόγος που ο ενάγοντας δεν του χτύπησε δυνατά είναι γιατί απόφυγε. Κληθείς όμως στη συνέχεια από την κα Πετρίδου να πει αν συμφωνεί μαζί της ότι η επαφή με το χέρι του ενάγοντα στο πρόσωπό του δεν ήταν δυνατή, έδωσε την ακόλουθη απάντηση: «Ήταν δυνατή για να τρέξει αίμα. Πόσο δυνατή μπορεί να ήταν για να βγάλει.» «Έσπασε η μύτη σου;» ήταν η ερώτηση που ακολούθησε. «Για να τρέξει αίμα, έσπασε.» απάντησε. Ερωτηθείς στη συνέχεια αν πήγε στο γιατρό, απάντησε αρνητικά. Το μέγεθος της αντίφασης είναι ολοφάνερο, χωρίς να μου διαφεύγει και ο ισχυρισμός του της ανακριτικής του κατάθεσης ότι δεν τραυματίστηκε. Άξιος αναφοράς και ο ισχυρισμός του ότι ο λόγος που δεν πήγε στην Αστυνομία από μόνος του για να δώσει κατάθεση είναι γιατί δεν είχε λόγο. Όντως δεν είχε λόγο, αφού αυτός είναι που επιτέθηκε στον ενάγοντα και όχι το αντίθετο. Και κάτι ακόμη. Αφού όπως ανάφερε προηγουμένως, η εμπλοκή του στο επίδικο επεισόδιο ήταν ότι παρενέβη για να χωρίσει κάποιους άλλους που συμμετείχαν σε συμπλοκή, στην οποία ο ίδιος δε συμμετείχε, γιατί στο Δικαστήριο παραδέχθηκε και μάλιστα μετά που του είπε ο δικηγόρος του, όπως ισχυρίστηκε, τη σχετική κατηγορία, δηλαδή της συμπλοκής; Έπειτα, πόσο πειστικός είναι όταν στην κυρίως εξέταση προέβαλλε τον ισχυρισμό ότι αθωώθηκε στην κατηγορία της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, με παραπονούμενο τον ενάγοντα (βλ. το τεκμήριο 7, το σχετικό κατηγορητήριο), τη στιγμή που αντεξεταζόμενος προσπαθούσε να με πείσει πως δε θυμόταν αν έγινε ακρόαση για τη σχετική κατηγορία. Μολονότι δε δεσμεύομαι από τα ευρήματα οποιουδήποτε άλλου Δικαστηρίου αναδεικνύω το θέμα προκειμένου να αναδείξω και την ευκολία με την οποία ο εναγόμενος προσπαθούσε με διάφορες αναλήθειες να με πείσει να δεχθώ την εκδοχή του. Ασφαλώς και δε δέχομαι ότι αθωώθηκε στην κατηγορία της επίθεσης μετά από ακροαματική διαδικασία, επειδή, πολύ απλά, αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, δε βλέπω για πιο λόγο να μην παρουσιάσει και τη σχετική απόφαση του Δικαστηρίου, κάτι που έκανε για το κατηγορητήριο της υπόθεσης (τεκμήριο 7) και τη γραπτή κατηγορία που του προσάφθηκε από την Αστυνομία (τεκμήριο 6). Η απάντηση που έδωσε στην κα Πετρίδου, όταν το ρώτησε εάν συμφωνεί μαζί της ότι στην Αστυνομία δεν ανάφερε ότι τραυματίστηκε στη συμπλοκή αποτελεί κραυγαλέο παράδειγμα της ευκολίας με την οποία κατέφευγε στο ψεύδος, αλλά και που προέβαλλε ισχυρισμούς που στερούνται λογικής και πειστικότητας. Ακολουθεί η απάντησή: «Στην Αστυνομία που έδωσα κατάθεση ήταν τρεις αστυνομικοί, ερώταν ο ένας, ο άλλος, ο άλλος και έπρεπε να απαντώ.» Με μόνο λόγο ότι συνελήφθηκε και τέθηκε υπό κράτηση από την Αστυνομία, η οποία τον ανέκρινε για υπόθεση επίθεσης με πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης εναντίον του ενάγοντα, ο ισχυρισμός του ότι ο ενάγοντας τον τραυμάτισε θεωρώ πως θα έπρεπε να ήταν από τους βασικούς ισχυρισμούς που όφειλε να προβάλει ανακρινόμενος, για να μην πω ότι θα έπρεπε να δεσπόζει. Φυσικά ότι ο λόγος που δεν ανάφερε στην Αστυνομία ότι τραυματίστηκε στη συμπλοκή δεν είναι γιατί μπορεί να του διέφυγε αλλά επειδή δε συνέβη κάτι τέτοιο, το ομολογεί ο ίδιος στην ίδια την ανακριτική του κατάθεση, στην οποία, καταλήγοντας (για να επαναλάβω) ρητά δηλώνει πως δεν τραυματίστηκε. Ωστόσο, η παραπάνω απάντηση του περικλείει ακόμη ένα ψέμα το οποίο θεωρώ μείζονος σοβαρότητας απ' ό τι το προηγούμενο και τούτο, αν ληφθεί υπόψη ότι ενώ με το πρώτο υπήρξε αντιφατικός με τον εαυτό του, με το δεύτερο κατόρθωσε να συγκρουστεί και με το περιεχόμενο της πραγματικής μαρτυρίας, με ό, τι αυτό συνεπάγεται για την αποδεικτική της αξία και τη σημασία της για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων. Προφανώς, δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι στην Αστυνομία το ρωτούσαν (δηλαδή τον ανέκριναν) τρεις αστυνομικοί, τη στιγμή που από δύο σημεία στην ίδια την κατάθεση αποδεικνύεται ότι μόνο ένας αστυνομικός τον ανέκρινε. Συγκεκριμένα, ο λοχίας 4657, Α. Λεωνίδα (βλ. τη φράση στο μέρος της κατάθεσης που διαλαμβάνει και τα προσωπικά στοιχεία του εναγόμενου «ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΠΟΥ ΛΑΜΒΑΝΕΙ ΤΗΝ ΚΑΤΑΘΕΣΗ» και τη σχετική πιστοποίηση του λοχία Λεωνίδα στο τέλος της κατάθεσης, ο οποίος, δια της υπογραφής του πιστοποιεί ότι αυτός έλαβε από τον εναγόμενο την κατάθεση). Και κάτι ακόμη. Επειδή ο εναγόμενος κατέβαλε σημαντική προσπάθεια να με πείσει ότι επιτέθηκε στον ενάγοντα αμυνόμενος, διερωτώμαι πόσο συνάδει η θέση αυτή, με την ακόλουθη, την οποία προέβαλε επτά μόλις μέρες μετά το επίδικο περιστατικό στην Αστυνομία και συγκεκριμένα στο πλαίσιο της ανακριτικής του κατάθεσης (τεκμήριο 8), στην οποία ισχυρίζεται απλώς ότι όταν πήγε κοντά σ' αυτούς που συμμετείχαν στη συμπλοκή και τους είπε να σταματήσουν, ένας από αυτούς που συμμετείχαν στη συμπλοκή (ο ενάγοντας) του έδωσε μία γροθιά στο πρόσωπο και τότε του έδωσε και αυτός δύο γροθιές στο πρόσωπο, χωρίς να ισχυρίζεται ότι αντέδρασε όπως αντέδρασε, επειδή βρισκόταν είτε σε άμυνα είτε σε αυτοάμυνα. Και κάτι τελευταίο, που θα έλεγα περικλείει μία από τις ελάχιστες αλήθειες που είπε ο εναγόμενος στο Δικαστήριο. Όταν στο στάδιο της αντεξέτασης τού υποβλήθηκε ότι ο λόγος που δεν πήγε στην Αστυνομία μόνος του ήταν επειδή ήξερε ότι ήταν υπεύθυνος για τον καβγά, δηλαδή ότι έλαβε μέρος στον καβγά και γι' αυτό δεν πήγε για να μην μπλέξει, έδωσε την ακόλουθη απάντηση: «Εν ήξερα ότι επήε κάποιος να κάμει καταγγελία για να πάω στην Αστυνομία σαν Μάριος, για να πάω στην Αστυνομία να τους πω τι; Ότι έκαμα καφκά;» Συμφωνώ μαζί του. Όντως, ένας που κάνει καβγά δεν έχει λόγο να πάει στην Αστυνομία να τον καταγγείλει, συμβάλλοντας έτσι ο ίδιος στην ενοχοποίησή του. Αυτό ισχύει και για τον ίδιο στην παρούσα υπόθεση, ο οποίος γνωρίζοντας ότι επιτέθηκε του ενάγοντα τον οποίο τραυμάτισε, δεν είχε κανένα λόγο να καταγγείλει στην Αστυνομία το συμβάν. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ, προκειμένου να αναδείξω το μέγεθος της αναξιοπιστίας του ως μάρτυρα. Κατ' ακολουθία των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου βρίσκω ότι τα πραγματικά και ουσιαστικά γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση είναι σύμφωνα με την εκδοχή του ενάγοντα. Ειδικότερα: Ο ενάγοντας που είναι από τη Λεμεσό, στον ουσιώδη χρόνο για την αγωγή, ήταν ηλικίας 20 ετών, καθόλα υγιείς και φοιτούσε σε κολλέγιο. Στις 3.9.2006 γύρω στις 02:00, ενώ βρισκόταν με μερικούς φίλους του για διασκέδαση στο νυχτερινό κέντρο «Drops» στη Λεμεσό, κάποια στιγμή είδε το φίλο του Χριστόφορο Αναξαγόρα να συζητά έντονα με κάποιο άλλο. Υπήρχε ένταση μεταξύ τους και ακολούθως τους είδε που άρχισαν να αλληλοσπρώχνονται. Παρενέβη τότε για να τους χωρίσει οπότε του επιτέθηκε ο εναγόμενος, ο οποίος του χτύπησε στο πρόσωπο και συγκεκριμένα στη μύτη τραυματίζοντάς τον. Υπεισέρχομαι τώρα στη νομική πτυχή της υπόθεσης. Το αστικό αδίκημα της επίθεσης κατά το άρθρο 26 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα των Αρτέμη & Ερωτοκρίτου «Κεφάλαιο 148 Αστικά Αδικήματα Δίκαιο και Αποφάσεις» τόμος 1, σελ. 93 περιλαμβάνει τα δύο συναφή αδικήματα του κοινού δικαίου, της απειλής χρήσης βίας και της εφαρμογής βίας. Τα συστατικά του αδικήματος προστίθεται είναι πρώτο, η απειλή χρήσης βίας ή η χρήση βίας, δεύτερο, η ύπαρξη πρόθεσης και τρίτο, η έλλειψη συναίνεσης. Το γεγονός ότι ο εναγόμενος εντελώς αναίτια, απρόκλητα και αδικαιολόγητα επιτέθηκε του ενάγοντα χτυπώντας τον στο πρόσωπο και συγκεκριμένα στη μύτη συνιστά εκ προθέσεως χρήση βίας εναντίον του ενάγοντα. Και, με δεδομένο ότι δεν υπήρξε οποτεδήποτε συναίνεση του ενάγοντα για την εφαρμογή της, η ευθύνη του εναγόμενου για τη διάπραξη του αδικήματος της επίθεσης στοιχειοθετείται πλήρως. Σε συνδυασμό και με την παραδοχή του ότι επιτέθηκε του ενάγοντα χτυπώντας τον στο πρόσωπο, το κατά πόσο αυτό έγινε με τη χρήση οποιουδήποτε αιχμηρού αντικειμένου, είτε με γροθιά αποτελεί στοιχείο αδιάφορο για σκοπούς στοιχειοθέτησης της ευθύνης του εναγόμενου για τη διάπραξη του αδικήματος. Προχωρώ τώρα στον καθορισμό του ύψους των γενικών αποζημιώσεων που δικαιούται ο ενάγοντας για τις σωματικές βλάβες που υπέστη συνεπεία της επίθεσης που δέχθηκε, υπό το φως και όσων έχουν αναφερθεί από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του εναγόμενου με αναφορά και σε νομολογία συναφώς με το θέμα, προκειμένου να τεκμηριώσει την έμμεση εισήγησή του πως δε θα πρέπει να επιδικάσω στον ενάγοντα γενικές αποζημιώσεις. Εν ολίγοις, ο κ. Κυπριανού, με αναφορά στην υπόθεση Ευαγγέλου ν. Γιαννακού
(1992)1(Β) Α.Α.Δ.1243 εισηγείται πως δε θα πρέπει να επιδικαστούν γενικές αποζημιώσεις στον ενάγοντα για τις σωματικές βλάβες που υπέστη, επειδή αυτός δεν έχει εξηγήσει, πρώτο, γιατί δεν έχει κάνει μέχρι σήμερα την εγχείρηση για την οποία ζητά αποζημίωση, δεύτερο, με τη μαρτυρία του δεν αναφέρει κατά πόσο προτίθεται να υποβληθεί σε οποιαδήποτε εγχείριση, και τρίτο, δε διευκρινίζει ποια είναι η σε μικρότερο βαθμό ταλαιπωρία που συνεχίζει να υπάρχει μέχρι σήμερα συνεπεία της επίθεσης που δέχθηκε από τον εναγόμενο μα ούτε και πόσο δύσμορφη είναι η ουλή στη μύτη και γιατί δεν την έδειξε στο Δικαστή. Στην Ευαγγέλου (ανωτέρω), ο λόγος για τον οποίο παραμερίστηκε η πρωτόδικη απόφαση αναφορικά με τις γενικές αποζημιώσεις που επιδικάστηκαν στον εφεσείοντα ήταν η διαπίστωση κενών ως προς την ακριβή φύση και ιδιαίτερα τις επιπτώσεις των κακώσεων που αυτός υπέστη, γεγονός το οποίο καθιστούσε αδύνατη και την εκτίμηση της εισήγησής του ότι το ποσό που του αποδόθηκε υπό μορφή γενικών αποζημιώσεων ήταν έκδηλα χαμηλό. Το σχετικό απόσπασμα ακολουθεί αυτούσιο: «Κενά επίσης διαπιστώνονται ως προς την ακριβή φύση και ιδιαίτερα τις επιπτώσεις και συνέπειες των κακώσεων που υπέστη ο εφεσείοντας. Βάση για τα ευρήματα του δικαστηρίου αποτέλεσαν ιατρικά πιστοποιητικά, τα οποία κατατέθηκαν κοινή συναινέσει. Δεν κρίθηκε αναγκαίο να κληθούν οι ιατροί που τα είχαν εκδώσει για να επεξηγήσουν πτυχές των κακώσεων και των επιπτώσεων τους που έχρηζαν διασαφήνισης και περαιτέρω εξήγησης. Τα πιστοποιητικά δε διευκρινίζουν τις επιπλοκές του αιμοπνευμοθώρακα, ούτε το χρόνο αποθεράπευσης του εφεσείοντα. Επίσης, αφήνεται σκοτεινή η περίοδος της προσωρινής ανικανότητας του ανηλίκου που επέφερε η βράχυνση κατά 2 εκατοστά του δεξιού ποδιού, παρόλο που υπάρχουν ενδείξεις ότι αυτή διάρκεσε για πολύ χρόνο. Επίσης, αδιευκρίνιστες παραμένουν οι συνέπειες των επιπτώσεων του ατυχήματος στο πρόγραμμα σπουδών του ανήλικου. Υπό το πρίσμα αυτών των διαπιστώσεων καθίσταται αδύνατη η εκτίμηση της ζημιάς που υπέστη ο ανήλικος και κατ' επέκταση η εκτίμηση των εισηγήσεων που υποβλήθηκαν ότι το ποσό των £2.000.- που αποδόθηκε ως γενικές αποζημιώσεις είναι έκδηλα χαμηλό». Παρατηρώ τα εξής: Κατά πόσο ισχύει και αν ναι σε ποια έκταση η Ευαγγέλου (ανωτέρω) στην παρούσα υπόθεση, θα διαφανεί αργότερα. Για την ώρα περιορίζομαι να πω τα εξής: Το γεγονός ότι ο ενάγοντας, έξι και πλέον χρόνια μετά το επίδικο επεισόδιο και τους τραυματισμούς που υπέστη συνεπεία της επίθεσης που δέχθηκε από τον εναγόμενο, χωρίς να δώσει καμιά εξήγηση παρέλειψε να υποβληθεί στη ρινοπλαστική και πλαστική επέμβαση του διαφράγματος για διόρθωση όσων ουλών μπορούσαν να διορθωθούν καθώς και της παραμόρφωσης που κατά το γιατρό Μαντά παρουσίαζε κατά την εξέτασή του στο ιατρείο του στις 30.3.2009, τον απονομιμοποιεί από το να διεκδικεί το ποσό που θα κοστίσει η συγκεκριμένη επέμβαση, υπό μορφή, είτε γενικών είτε ειδικών αποζημιώσεων. Και τούτο, έστω κι αν η σχετική δαπάνη έχει αποκρυσταλλωθεί, οπότε θα μπορούσε κάλλιστα να του επιδικαστεί υπό μορφή ειδικών αποζημιώσεων. Το συμπέρασμα μου αυτό εδράζεται στις ακόλουθες αρχές, οι οποίες απορρέουν από την απόφαση στην υπόθεση Ταμπούρας ν. Κολάνη
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 384 στην οποία με παρέπεμψε η ευπαίδευτη δικηγόρος του ενάγοντα προκειμένου να καθοδηγηθώ για το ύψος του ποσού των γενικών αποζημιώσεων που θα πρέπει να επιδικάσω σ' αυτόν. Ειδικότερα: Ο ενάγων έχει καθήκον να μετριάσει όσο το δυνατό τις ζημιές που υπέστη, αρχή που ισχύει και στις υποθέσεις αστικών αδικημάτων και πρέπει να ενεργεί έχοντας υπόψη όχι μόνο τα συμφέροντά του, αλλά και του εναγόμενου. Η άρνηση ή παράλειψή του να υποβληθεί σε εγχείριση ή να υποστεί μία κατά τα άλλα ενδεδειγμένη θεραπεία θα πρέπει να είναι λογική υπό τις περιστάσεις. Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγοντας (για να επαναλάβω), μολονότι απέδειξε την αναγκαιότητα της παραπάνω επέμβασης, με μόνο λόγο ότι δεν έδωσε καμιά εξήγηση γιατί δεν την έκανε (τουλάχιστον μέχρι και την ημέρα που κατάθεσε στο Δικαστήριο) μα ούτε και ανάφερε κατά πόσο προτίθεται να την κάνει δε δικαιούται να αιτιάται τον εναγόμενο για τα όποια προβλήματα αντιμετωπίζει ακόμη, τα οποία καθιστούν αναγκαία την επέμβαση (ουλές και παραμόρφωση της ρινός κατά το γιατρό Μαντά) και πολύ περισσότερο, να αξιώνει εναντίον του εναγόμενου το ποσό που θα κοστίσει η επέμβαση, υπό μορφή, είτε γενικών είτε ειδικών αποζημιώσεων. Μόνη εξαίρεση αποτελεί η δυσμορφία, που κατά το γιατρό Μαντά, πάντοτε, δεν μπορεί να διορθωθεί με την επέμβαση που προτείνει, την οποία ασφαλώς και θα λάβω υπόψη για σκοπούς καθορισμού του ύψους των γενικών αποζημιώσεων που θα επιδικάσω υπέρ του ενάγοντα. Σύμφωνα και πάλιν με τους Δικαστές Αρτέμη και Ερωτοκρίτου και το σύγγραμμά τους «Κεφάλαιο 148 Αστικά Αδικήματα Δίκαιο και Αποφάσεις», σελ. 99, όπως σε κάθε αστικό αδίκημα, έτσι και στο αδίκημα της επίθεσης, οι αποζημιώσεις έχουν βασικά αντισταθμιστικό χαρακτήρα με σκοπό την αποκατάσταση του ενάγοντα. Σ' αυτές, προστίθεται, μπορεί να περιλαμβάνονται και επαυξημένες αποζημιώσεις, ανάλογα με τις περιστάσεις του αδικήματος, που δίδονται στον ενάγοντα για τη βλάβη στα αισθήματα αξιοπρέπειάς του. Περαιτέρω, σύμφωνα με την Ταμπούρας (ανωτέρω): «Όσον αφορά ευρύτερα την επάρκεια των γενικών αποζημιώσεων που δόθηκαν είναι δεδομένη και αποδεκτή από τη νομολογία η αυξητική τάση στις αποζημιώσεις για τον ανθρώπινο πόνο και την ταλαιπωρία, έχοντας υπόψη και τη σημασία των αποζημιώσεων. (A. Panayides Contracting Ltd v. Χαραλάμπους
(2004)1 Α.Α.Δ. 416). Η απόδοση αποζημιώσεων πρέπει επίσης να αντανακλά και να αντικατοπτρίζει την αγοραστική αξία του χρήματος σε δεδομένη στιγμή, ώστε με εύλογο τρόπο να προσεγγίζεται τουλάχιστο χρηματικά η αποκατάσταση της ζημιάς. (Lankuttis v. Νικόλα
(2002)1 Α.Α.Δ. 1128). Βεβαίως, ορθή είναι και η άλλη διαπίστωση στη νομολογία ότι προηγούμενες αποφάσεις στα θέματα των αποζημιώσεων δεν αποτελούν κατ' ανάγκη δεσμευτικό προηγούμενο (G & L Calibers Ltd v. Λεμεσιανού
(2003)1 Α.Α.Δ. 948), ενώ η αυξητική τάση στις αποζημιώσεις δεν αποτελεί και οδικό χάρτη για αιτιολόγηση παροχής αυξανόμενων ποσών σε κάθε περίπτωση (Σπύρος Μελάς και Ελένη Λτδ ν. Πολίτη
(2003)1 Α.Α.Δ. 590)». Παρατηρώ τα εξής: Η συμπεριφορά του εναγόμενου έναντι του ενάγοντα ήταν σκληρή, επώδυνη, μειωτική, ταπεινωτική, προσβλητική και εξευτελιστική, αν ληφθεί υπόψη ότι εκδηλώθηκε σε δημόσιο μέρος στην παρουσία άλλων ατόμων, ανάμεσά τους και φίλοι του ενάγοντα, ο οποίος, συνεπεία της επίθεσης που δέχθηκε τραυματίστηκε σοβαρά, αιμορραγούσε και ζαλίστηκε. Απ' εκεί και πέρα, την ίδια μέρα προσήλθε στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών και Ατυχημάτων του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού για περίθαλψη. Κατά την εξέτασή του από τον ωτορινολαρυγγολόγο Τ. Τιμοθέου έφερε θλαστικό τραύμα ρινός, θλάση - οίδημα ρινός και επίσταξη. Υποβλήθηκε σε ακτινολογικό έλεγχο ο οποίος έδειξε κάταγμα ρινικού οστού, οπότε εισήχθηκε στο χειρουργείο όπου του έγινε ανάταξη του κατάγματος και πρόσθιος πωματισμός άμφω και τοποθέτηση ρινικού νάρθηκα. Στο θλαστικό τραύμα έγινε συρραφή. Στις 6.9.2006, του έγινε αφαίρεση του πωματισμού και εξήλθε του νοσοκομείου. Επισημαίνεται ότι όλα τα παραπάνω αναφέρονται στο ιατρικό πιστοποιητικό που ετοίμασε ο γιατρός Τιμοθέου για τον ενάγοντα (τεκμήριο 1) το περιεχόμενο του οποίου αποτελεί παραδεκτό γεγονός. Στις 30.3.2009 καθώς ήδη έχει αναφερθεί εξετάστηκε και από τον πλαστικό χειρουργό Νίκο Μαντά (Μ.Ε.2), ο οποίος, σύμφωνα με τη σχετική ιατρική γνωμάτευση που ετοίμασε (τεκμήριο 2) διαπίστωσε τα εξής :
  1. Σκολίωση του ρινικού διαφράγματος με μερική απόφραξη των μυκτήρων.
  2. Ουλή στη ράχη της ρινός 0,5χ1.5 εκ, υποχρωστική και ανώμαλη.
  3. Εμπίεσμα του αριστερού πλάγιου οστού.
  4. Εξόστωση στην ράχη της ρινός. Σύμφωνα με την πρόγνωση του γιατρού Μαντά, όλες οι παραπάνω ουλές και παραμόρφωση της ρινός είναι μόνιμες, χωρίς περιθώρια περαιτέρω αυτόματης βελτίωσης. Υπάρχει δυνατότητα αποκατάστασης με ολική ρινοπλαστική και πλαστική του διαφράγματος, η οποία θα διορθώσει όλες τις δυσμορφίες, πλην της πρώτης. Το κόστος της εν λόγω επέμβασης υπολογίζεται σε €3.500,00 και θα απαιτηθεί ανάρρωση για τέσσερις βδομάδες. Οι λόγοι για τους οποίους δεν αποδίδω σημασία σε όσα καταγράφονται από το γιατρό Μαντά στην ιατρική του γνωμάτευση (ανωτέρω) στην έκταση που ισχύει αυτό, για σκοπούς υπολογισμού του ύψους των γενικών αποζημιώσεων που δικαιούται ο ενάγοντας έχουν ήδη αναφερθεί με αναφορά και σε νομολογία (βλ. την Ταμπουράς, ανωτέρω). Κατά συνέπεια, δεν προτίθεμαι να τους επαναλάβω. Απ' εκεί και πέρα, στο βαθμό που ο ευπαίδευτος δικηγόρος του εναγόμενου, με αναφορά στην Ευαγγέλου (ανωτέρω επίσης), έστω έμμεσα εισηγείται πως δε θα πρέπει να επιδικαστούν καθόλου γενικές αποζημιώσεις στον ενάγοντα παρατηρώ τα εξής, τα οποία διαγράφουν και την έκταση εφαρμογής της εν λόγω απόφασης στην παρούσα υπόθεση: Καταρχήν, ο ενάγοντας, ακόμη και να μην τραυματιζόταν εξαιτίας της επίθεσης που δέχθηκε θα δικαιούταν στην καταβολή γενικών αποζημιώσεων, με μόνο λόγο τη σε βάρος του διάπραξη του αστικού αδικήματος της επίθεσης. Το πόσο δύσμορφη είναι η ουλή στη μύτη του και γενικά πλείστα όσα καταγράφονται στην ιατρική γνωμάτευση του γιατρού Μαντά, για λόγους που ήδη έχουν αναφερθεί σε πολύ μικρό βαθμό με απασχολούν, ενώ, το γεγονός ότι ο ενάγοντας δε μου έδειξε την ουλή στη μύτη δε με απασχολεί καθόλου. Υπενθυμίζω στον εναγόμενο, ότι η μαρτυρία του γιατρού Μαντά για το σύνολο των διαπιστώσεών του κατά την εξέταση του ενάγοντα καθώς και για την πρόγνωσή του παρέμεινε αναντίλεκτη. Σε συμφωνία με τον κ. Κυπριανού, δε λαμβάνω καθόλου υπόψη τον ισχυρισμό του ενάγοντα ότι συνεπεία της επίθεσης που δέχθηκε ταλαιπωρείται μέχρι σήμερα. Και τούτο, επειδή δεν επεξήγησε σε τι συνίσταται η ταλαιπωρία που ανάφερε. Το τελευταίο ισχύει και για το περιεχόμενο της ιατρικής γνωμάτευσης του χειρουργού ωτορινολαρυγγολόγου Γεώργιου Σάββα (τεκμήριο 3), το οποίο, μολονότι είναι παραδεκτό, εντούτοις, δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα του ενάγοντα, ο οποίος καταχώρησε της έκθεση απαίτησης στις 9.7.2009 και εξετάστηκε από το γιατρό Σάββα, μόλις στις 29.1.
  5. Συγκεφαλαιώνοντας, σε σχέση με τη φύση, έκταση και σοβαρότητα των τραυματισμών που υπέστη ο ενάγοντας εξαιτίας της επίθεσης που δέχθηκε από τον εναγόμενο στον ουσιώδη χρόνο, κατά βάση λαμβάνω υπόψη όσα καταγράφονται στο ιατρικό πιστοποιητικό του γιατρού Τιμοθέου (τεκμήριο 1). Σύμφωνα με αυτό, ο ενάγοντας, όταν προσήλθε στο νοσοκομείο έφερε θλαστικό τραύμα ρινός και κάταγμα ρινικού οστού. Σε σχέση με το πρώτο του έγινε συρραφή, ενώ για το δεύτερο εισήχθηκε στο χειρουργείο όπου υπό νάρκωση έγινε ανάταξη του κατάγματος και πρόσθιος πωματισμός άμφω και τοποθέτηση ρινικού νάρθηκα. Ο ενάγοντας παρέμεινε στο νοσοκομείο για τρεις μέρες. Απ' εκεί και πέρα, καθώς ήδη έχει αναφερθεί συνεπεία της επίθεσης που δέχθηκε, αιμορραγούσε και ζαλίστηκε. Η συμπεριφορά του εναγόμενου έναντί του ήταν σκληρή, επώδυνη, μειωτική, ταπεινωτική και εξευτελιστική, αν ληφθεί υπόψη ότι του επιτέθηκε σε δημόσιο μέρος στην παρουσία άλλων ατόμων, ανάμεσά τους και φίλοι του. Αποτιμώντας όλα τα παραπάνω είναι σαφές, ότι, εκτός τις σωματικές βλάβες που υπέστη ο ενάγοντας υπέστη και ηθική βλάβη, υπό τη έννοια της βλάβης και στα αισθήματα της αξιοπρέπειάς του. Επομένως, οι αποζημιώσεις που θα του επιδικαστούν θα πρέπει να είναι επαυξημένες (aggravated). Στην Ταμπούρας πάντοτε (ανωτέρω), ο εφεσείοντας, συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος υπέστη τους ακόλουθους τραυματισμούς που σε σημαντικό βαθμό ομοιάζουν με τους τραυματισμούς του ενάγοντα: Ζάλη και πονοκεφάλους, σημεία εγκεφαλικής διάσεισης, εκδορές και εκχυμώσεις στο μέτωπο, θλαστικό τραύμα που έτυχε συρραφής, θλάσεις των μυών της περιοχής με συνοδευόμενη αυχεναλγία και πρήξιμο και οίδημα ρινός. Αυτά διαπιστώθηκαν κατά τη μεταφορά του στο τμήμα πρώτων βοηθειών του νοσοκομείου, στο οποίο, όπως και ο ενάγοντας παρέμεινε τρεις μέρες. Τα παράπονα για κεφαλαλγία και ζάλη, σημεία μεταδιασεισικού συνδρόμου εξακολουθούσαν να υπάρχουν και κατά την επανεξέτασή του έξι μήνες μετά. Μετατραυματικά και συγκεκριμένα κατά την εξέτασή του δεκατέσσερις περίπου μήνες μετά το ατύχημα διαπιστώθηκε κάταγμα στη μύτη, με εξωτερική ανεπαίσθητη παρεκτόπιση ράχεως ρινός, ελαφριά δυσμορφία της ρινός και σκολίωση του ρινικού διαφράγματος που του προκαλούσε δυσκολία στην αναπνοή, η οποία θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί με πλαστική εγχείρηση του διαφράγματος. Η εγχείριση θα αποκαθιστούσε τη μύτη στη φυσιολογική της κατάσταση, επιτυγχάνοντας αποθεραπεία σε έξι με επτά μέρες και δε θα ήταν επώδυνη ή θα προκαλούσε ιδιαίτερη ταλαιπωρία. Τέλος, η εξωτερική δυσμορφία της ρινός ήταν πολύ ελαφριά, δεν επηρέαζε τη λειτουργικότητα της μύτης ή την αναπνοή και το θέμα ήταν καθαρά αισθητικό. Το εφετείο λαμβάνοντας υπόψη όλους τους παραπάνω τραυματισμούς του εφεσείοντα, την ηλικία του και ιδιαίτερα τη μόνιμη δυσμορφία της ρινός, έστω και ελαφριάς μορφής και αφού στο μεταξύ θεώρησε αδικαιολόγητη την απροθυμία που αυτός είχε λόγω φόβου να υποβληθεί σε πλαστική εγχείριση του διαφράγματος η οποία θα του επέλυε το πρόβλημα αναπνοής θεώρησε ανεπαρκές το ποσό των £4.000,00 που του είχε επιδικαστεί πρωτόδικα υπό μορφή γενικών αποζημιώσεων, το οποίο αντικατέστησε με το ποσό των €11.000,
  6. Συγκρίνοντας τους τραυματισμούς του εφεσείοντα με τους τραυματισμούς του ενάγοντα είναι σαφές ότι του δεύτερου είναι ήσσονος σοβαρότητας. Ωστόσο, του πρώτου ήταν το αποτέλεσμα τροχαίου ατυχήματος, σε αντίθεση με αυτούς του δεύτερου που ήταν το αποτέλεσμα της παράνομης επίθεσης που δέχθηκε από το εναγόμενο στον ουσιώδη χρόνο, ο οποίος οφείλει να τον αποζημιώσει και για την ηθική βλάβη που του έχει προκαλέσει. Καθώς ήδη έχει κριθεί ο ενάγοντας δικαιούται επαυξημένες αποζημιώσεις. Σταθμίζοντας όλα τα δεδομένα της υπόθεσης και λαμβάνοντας υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες που διέπουν το θέμα, έχω τη γνώμη ότι ένα ποσό της τάξης των €8.000,00 αποτελεί δίκαιη και εύλογη αποζημίωση για σκοπούς πλήρους αποκατάστασης του ενάγοντα. Ο ενάγοντας δε δικαιούται στην καταβολή παραδειγματικών και/ή τιμωρητικών αποζημιώσεων, με μόνο λόγο την απουσία μαρτυρίας αναφορικά με την οικονομική κατάσταση του εναγόμενου, παράγοντας, που καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Papakokkinou and Others v. Kanther
(1982)1 C.LR. 65 και Κωνσταντίνου ή Μήτα ν. Γ. & Κ. Σοφοκλέους Λτδ
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1952) πρέπει να λαμβάνεται υπόψη αναφορικά με το ύψος των συγκεκριμένων αποζημιώσεων. Οι ειδικές αποζημιώσεις που δικαιούται ο ενάγοντας έχουν συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων στο ποσό των €118,79, για το οποίο ο ενάγοντας δικαιούται στην έκδοση σχετικής απόφασης. Αναφορικά με τον τόκο που θα φέρουν τα παραπάνω ποσά, δεδομένου ότι μέσα από τη μαρτυρία δεν έχει αναδειχθεί κάποιος λόγος για το γεγονός ότι ο ενάγοντας καταχώρησε την αγωγή του σχεδόν δυόμισι χρόνια μετά τη γένεση του αγώγιμου δικαιώματος και τα δύο ποσά για τα οποία θα εκδοθεί απόφαση, θα φέρουν νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της αγωγής. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αγωγή, στην έκταση που έχει αναφερθεί επιτυγχάνει. Εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον των εναγόμενου για το ποσό των €8.000,00, υπό μορφή γενικών αποζημιώσεων και για το ποσό των €118,79, υπό μορφή ειδικών αποζημιώσεων. Και τα δύο ποσά θα φέρουν νόμιμο τόκο από τις 28.1.2009 (ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής) μέχρι εξοφλήσεως. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται λόγω παράλειψης προώθησής της. Τα έξοδα της αγωγής (ένα σετ, απαίτηση και ανταπαίτηση), όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα και σε βάρος του εναγόμενου. (Υπ.) . ........... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ-TA Subject: Civil/Other Actions /Final Αναφορά: Πολιτική - επίθεση - Αποζημιώσεις. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.