← Κύπρος

Πέτρος Χρ. Βασιλείου Λτδ ν. Kambi Olympus Palace Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 566/2007, 2/7/2014

Πέτρος Χρ. Βασιλείου Λτδ ν. Kambi Olympus Palace Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 566/2007, 2/7/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A278 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ENΩΠION: Μ. Λάρμου Παπαδήμα Αρ. Αγωγής: 566/2007 Μεταξύ: Εργοληπτική Εταιρεία Πέτρος Χρ. Βασιλείου Λτδ Εναγόντων Και 1.Kambi Olympus Palace Ltd

  1. Kοραλλία Λεωνίδα Σοφοκλέους 3.Ανδρέα Μιχαήλ Εναγομένων Όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 19/4/2013 Μεταξύ: Πέτρος Χρ. Βασιλείου Λτδ Εναγόντων και 1.Kambi Olympus Palace Ltd
  2. Kοραλλία Λεωνίδα Σοφοκλέους 3.Ανδρέα Μιχαήλ Εναγομένων Όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 16/12/2013 Μεταξύ: Πέτρος Χρ. Βασιλείου Λτδ Εναγόντων και 1.Kambi Olympus Palace Ltd
  3. Kοραλλία Λεωνίδα Σοφοκλέους 3.Ανδρέα Μιχαήλ Εναγομένων Ημερομηνία: 2/7/2014 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες ׃ κ. Ε. Κλεάνθους Για Εναγομένους 1-3: κ. Νικολάου (κα Μαυρή για την απαγγελία της απόφασης) Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την αγωγή τους οι ενάγοντες, αξιώνουν εναντίον όλων των εναγομένων ποσό Λ.Κ.12.919.05= συμπεριλαμβανομένου του φ.π.α. το οποίο αντιπροσωπεύει σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους υπόλοιπο για εκτέλεση οικοδομικών εργασιών. Αποτέλεσε κοινό έδαφος ότι κατά ή περί το 2005 οι ενάγοντες εκτέλεσαν οικοδομικές εργασίες σε τρία σπίτια, τα οποία είχαν ανεγερθεί σε ακίνητο ιδιοκτησίας της εναγομένης 2 στο χωριό Πισσούρι. Στην κατοικία 6 την οποία οι ενάγοντες ανέλαβαν και ανήγειραν από την αρχή, καθώς και στις οικίες 1 και 2 ή Α και Β όπως τις αποκαλούσαν και στις οποίες οι ενάγοντες ανέλαβαν να ολοκληρώσουν κάποιες έξτρα εργασίες που δεν είχαν εκτελεσθεί από τον προηγούμενο εργολάβο. Ήταν κοινά αποδεκτό ότι για την ανέγερση της οικίας 6 υπογράφηκε γραπτή συμφωνία (Τεκμήριο 8), ενώ για τη διεξαγωγή των έξτρα εργασιών στις οικίες 1 και 2, όπως από τώρα και στο εξής θα αποκαλούνται, το Τεκμήριο
  4. Δεν αμφισβητήθηκε επίσης ότι δυνάμει προφορικής συμφωνίας εκτελέσθηκαν και κάποιες άλλες έξτρα εργασίες πέραν αυτών που εκτίθενται στο Τεκμήριο 9, για την έκταση όμως των οποίων και το ύψος τους οι θέσεις των διαδίκων ήταν διϊστάμενες. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω αντικρουόμενων τους θέσεων προέβαλαν διαφορετικούς ισχυρισμούς ως προς την έκταση των έξτρα εργασιών που εκτελέσθηκαν και ως προς την ύπαρξη οφειλόμενου ποσού. Από τη μια οι ενάγοντες μέσω του Μ.Ε.1 υποστήριξαν ότι εκτέλεσαν πλήρως όλες τις εργασίες που αφορούσαν την οικία 6 και συμφωνήθηκαν με το Τεκμήριο 8, όλες τις έξτρα εργασίες που συμφωνήθηκαν με το Τεκμήριο 9, καθώς επίσης και αυτές που περιγράφονται σε κατάσταση που ετοίμασε ο Μ.Ε.1 (Τεκμήριο 10) και ότι γι' αυτές παραμένει οφειλόμενο το αξιούμενο ποσό. Αντίθετα οι εναγόμενοι δέχθηκαν ότι πράγματι εκτελέσθηκαν οι εργασίες των Τεκμηρίων 8 και 9, αλλά αμφισβήτησαν την εκτέλεση των εργασιών που εκτίθενται στο Τεκμήριο 10 και υποστήριξαν ότι οι έξτρα εργασίες που συμφώνησαν προφορικά και εκτέλεσαν οι ενάγοντες ήταν μόνο μερικά «κουτσοδούλεια» και ότι εν πάση περιπτώσει έχουν ξοφλήσει πλήρως τους ενάγοντες για όλες τις εκτελεσθείσες εργασίες και δεν τους οφείλουν κανένα απολύτως ποσό. Αμφισβήτηση επίσης υπήρξε ως προς το πρόσωπο που είναι υπεύθυνο για την πληρωμή οποιουδήποτε τυχόν οφειλομένου υπολοίπου, αφού από τη μια οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι οι εναγόμενοι 2 και 3 προσωπικά αλλά και ως διοικητικά στελέχη της εναγόμενης εταιρείας 1 εγγυήθηκαν την πληρωμή κάθε οφειλομένου ποσού, ενώ από την άλλη οι εναγόμενοι προβάλλουν αντίθετες θέσεις και αρνούνται οποιαδήποτε εμπλοκή της εναγόμενης εταιρείας
  5. Προς απόδειξη της υπόθεσης τους οι ενάγοντες κάλεσαν τέσσερεις μάρτυρες. Τους Πέτρο Βασιλείου, τον Φάνο Μυλωνά, την Ανδριάνα Μανδριώτη Ανδρέου και τον Ζαχαρία Φώτη (M.E.1-4). Για την υπεράσπιση κατέθεσαν οι εναγόμενοι 3 και 2 και στη συνέχεια ο Σωτήρης Νικολάου και ο Πανίκος Ευριπίδου (M.Y.1-4). Στη συνέχεια δε και μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων κατάθεσαν στο Δικαστήριο τις γραπτές τους αγορεύσεις, όπου εκτίθενται οι θέσεις και τα επιχειρήματα τους και τα οποία για το λόγο αυτό δεν θεωρώ αναγκαίο να παραθέσω. Αχρείαστο επίσης θεωρώ να επαναλάβω τη μαρτυρία που έχει προσκομισθεί και η οποία είναι καταγραμμένη στα πρακτικά, γι' αυτό και θα προχωρήσω αμέσως σε αξιολόγηση της, παραθέτοντας πολύ περιληπτικά τους ισχυρισμούς του κάθε μάρτυρα, έχοντας κατά νου τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων, ότι πρόκειται για υπόθεση πολιτικής φύσης που κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων και ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικά ή εξ' ολοκλήρου (βλ. Αγαπίου v. Παναγιώτου 1983

(1)ΑΑΔ 263, Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη 1995
(2)ΑΑΔ 207, Χάρης Χρίστου v. Eυγενία Khoreva 2002 (1Α) 454). Ως Μ.Ε.1 μαρτύρησε ο Πέτρος Βασιλείου, διευθυντής των εναγόντων. Αυτός υποστήριξε ότι πέραν των εργασιών για ανέγερση της οικίας 6 για τις οποίες εκδόθηκε η προσφορά και υπογράφηκε με την εναγομένη 2 η συμφωνία (Τεκμήριο 8), συμφωνήθηκαν και εκτελέσθηκαν και άλλες έξτρα εργασίες. Για κάποιες από αυτές υπογράφηκε στις 12/5/2005 από τον ίδιο και τον εναγόμενο 3 το Τεκμήριο
  1. Για κάποιες άλλες υπήρξε προφορική συμφωνία η οποία προνοούσε ότι για όσες εργασίες υπήρχε δυνάμει του Τεκμηρίου 9 συμφωνημένη τιμή μονάδας η χρέωση θα γινόταν με βάση αυτές τις τιμές μονάδας. Για όσες από τις εργασίες δεν υπήρχε συμφωνημένη τιμή μονάδας, η τιμή τους συμφωνήθηκε προφορικά. Για όσες εργασίες συμφωνήθηκαν προφορικά και εκτελέσθηκαν, τόσο ο ίδιος όσο και ο εναγόμενος 3 τηρούσαν κατά το χρόνο εκτέλεσης των εργασιών πρόχειρες καταστάσεις. Με βάση τη δική του πρόχειρη κατάσταση ετοίμασε το 2006 το Τεκμήριο
  2. Ο Μ.Ε.1 κατάθεσε στο Δικαστήριο βιβλιάρια τιμολογίων και αποδείξεων (Τεκμήρια 11 και 12 αντίστοιχα) που δεν αφορούν όμως όλες τις διεξαχθείσες εργασίες. Ανάφερε δε ως λόγο γι' αυτό ότι έτσι τον συμβούλευσε ο λογιστής του ο οποίος του ανάφερε ότι σε περίπτωση έκδοσης τιμολογίων τότε οι ενάγοντες θα έπρεπε να καταβάλουν το φ.π.α. που θα ήταν για ένα σεβαστό χρηματικό ποσό το οποίο όμως δεν θα είχε εισπράξει. Υποστήριξε ακόμα ότι οι εναγόμενοι 2 και 3 τον διαβεβαίωσαν ότι οι ίδιοι και προσωπικά αλλά και ως διοικητικά στελέχη της εναγόμενης εταιρείας 1, αναλάμβαναν να ξοφλήσουν κάθε οφειλόμενο ποσό. Παρά το ότι αρχικά η συμφωνία για ανέγερση της οικίας 6 (Τεκμήριο 8), υπογράφηκε με την εναγομένη 2, όταν ζήτησε από τους εναγομένους 2 και 3 χρήματα έτσι ώστε οι ενάγοντες να αρχίσουν τις εργασίες, αυτοί του ανάφεραν ότι τα τιμολόγια θα έπρεπε να εκδίδονται στο όνομα της εναγόμενης εταιρείας 1 γιατί η εταιρεία αυτή είχε αναλάβει να προβεί σε ανάπτυξη του ακινήτου. Όταν τους υπέβαλε το ερώτημα πως μπορούσε να γίνεται αυτό αφού η συμφωνία είχε υπογραφεί με την εναγομένη 2, του απάντησαν ότι οι ίδιοι προσωπικά αλλά και ως διοικητικά στελέχη της εταιρείας αναλάμβαναν να ξοφλήσουν κάθε οφειλόμενο ποσό. Για το λόγο αυτό τα τιμολόγια και οι αποδείξεις εκδίδονταν στο όνομα της εναγόμενης εταιρείας
  3. Όποτε εισέπραττε χρήματα, εξέδιδε πάντοτε και τιμολόγια και αποδείξεις. Τις περισσότερες φορές έναντι των εργασιών πληρωνόταν με επιταγές αλλά έτυχε να πληρωθεί και με μετρητά οπόταν σε τέτοια περίπτωση το κατέγραφε στην απόδειξη που εξέδιδε. Ο μάρτυρας αυτός μου έκαμε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας και με έπεισε ότι τα όσα προέβαλε ήταν όσα πραγματικά διαδραματίσθηκαν. Κατάθεσε με απλό, γνήσιο, αυθόρμητο και φυσικό τρόπο και απαντούσε στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν με αμεσότητα και ευθύτητα και χωρίς κανένα απολύτως δισταγμό. Ήταν σαφής και θετικός στις απαντήσεις του και δεν έχω αντιληφθεί οτιδήποτε ικανό να κλονίσει τη θετική εντύπωση που σχημάτισα γι' αυτόν. Γι' αυτό και αποδέχομαι πλήρως τη μαρτυρία του. Θα πρέπει πάντως να λεχθεί ότι επιχειρήθηκε να κλονισθεί η αξιοπιστία του με την κατάθεση από τον εναγόμενο 3 του Τεκμηρίου 18 το οποίο είναι στέλεχος βιβλιαρίου επιταγών και το οποίο καταδεικνύει σύμφωνα με τα όσα ισχυρίσθηκε ο εναγόμενος 3 ότι ο Μ.Ε.1 έπαιρνε από αυτόν χρήματα χωρίς όμως να εκδίδει αποδείξεις. Όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 18 φαίνεται να υπάρχουν τέσσερεις επιταγές με αριθμούς 07403164452, 07403164456, 07403164461 και 07403164492 με αντίστοιχες ημερομηνίες 3.6.05, 9.6.05, 17.6.05 και 5.8.05, οι δύο πρώτες για τα ποσά των Λ.Κ. 1000=, η 3η για ποσό Λ.Κ.800= και η 4η για Λ.Κ.1500=, οι αριθμοί των οποίων δεν καταγράφονται σε καμία από τις αποδείξεις που κατατέθηκαν. Οι τέσσερεις αυτές επιταγές φέρεται να εκδόθηκαν συνολικά για το ποσό των Λ.Κ. 4.300=. Σημαντικό είναι ότι ο εναγόμενος 3 κατάθεσε το Τεκμήριο 18, στο οποίο στα στελέχη των επιταγών που αναφέρονται πιο πάνω, αναγράφεται εκτός του ποσού και της ημερομηνίας, το όνομα Πέτρος εργολάβος το οποίο θα μπορούσε εύλογα να παραπέμψει στον Μ.Ε.
  4. Καταθέτοντας όμως ο εναγόμενος 3 το τεκμήριο αυτό δεν έδωσε καμιά απολύτως μαρτυρία εάν το όνομα που αναγράφεται και το οποίο καταγράφεται όχι πάντα με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, είναι πράγματι ο Μ.Ε.1, εάν οι επιταγές παραδόθηκαν σε αυτόν, αν η έκδοση τους αφορούσε τις επίδικες εργασίες, αν οι επιταγές αυτές πράγματι εξαργυρώθηκαν και από ποιον και γενικότερα δεν έδωσε καμία απολύτως μαρτυρία για τις συνθήκες που περιβάλλουν την έκδοση και πληρωμή των επιταγών. Η παράλειψη αυτή είναι βαρύνουσας σημασίας για την αποδεικτική αξία που μπορεί να δοθεί στο συγκεκριμένο τεκμήριο καθότι η κατάθεση του και μόνο χωρίς παράλληλα να συνοδεύεται από μαρτυρία που να εξηγεί τα πιο πάνω και όχι μόνο, εκμηδενίζει την αποδεικτική αξία που αυτό θα μπορούσε να έχει. Όπως λέχθηκε στην A. L. MANTOVANI & SONS LTD v. CHRISTIS TRAVEL & TOURISM LTD
(1999)1Α Α.Α.Δ 156, «Οι λογαριασμοί εμπορευομένου δεν αποτελούν αφεαυτών απόδειξη των γεγονότων που καταγράφουν. Τα γεγονότα που απεικονίζουν πρέπει να αποδειχθούν». Έτσι και στην εξεταζόμενη περίπτωση και παρόλο που δεν πρόκειται για λογαριασμούς αλλά για στελέχη επιταγών, τα όσα καταγράφονται σε αυτές χωρίς να δοθεί μαρτυρία που να αποδεικνύει τα γεγονότα αυτά, το περιεχόμενο του τεκμηρίου δεν έχει καμία αποδεικτική αξία. Πέραν των πιο πάνω υπάρχει στο Τεκμήριο 12 η απόδειξη με αριθμό 0009/15.7.05 για ποσό Λ.Κ.3.450= και στην οποία δεν αναφέρεται αν το τελευταίο αυτό ποσό για το οποίο εκδόθηκε η απόδειξη καταβλήθηκε με επιταγή ή με μετρητά ή με άλλο τρόπο. Την εκτέλεση των εργασιών από τους ενάγοντες επιβεβαίωσε και ο Μ.Ε.2 ο οποίος όπως προέβαλε εργάσθηκε στις τρεις οικίες ως εργοδοτούμενος των εναγόντων. Όπως είπε την οικία 6 την έκτισαν από την αρχή, ενώ στις οικίες 1 και 2 εκτέλεσαν ορισμένες εργασίες. Όταν του επιδείχθηκαν τα Τεκμήρια 7, 9 και 10, επιβεβαίωσε ότι οι εργασίες που περιγράφονται σε αυτά έχουν εκτελεσθεί και παραδοθεί και ότι και ο ίδιος συμμετείχε στην εκτέλεση τους. Διευκρίνησε πάντως ότι δεν γνώριζε οτιδήποτε σε σχέση με τις συμφωνηθείσες τιμές μονάδας, ούτε με τις πληρωμές που έγιναν και τις οποιοσδήποτε τυχόν υπάρχουσες οφειλές. Ο μάρτυρας αυτός μαρτύρησε με απλό και ανεπιτήδευτο τρόπο χωρίς σε καμία απολύτως στιγμή να διακρίνω οτιδήποτε που θα μπορούσε να κλονίσει την αξιοπιστία του. Παρά το γεγονός ότι όπως διαφάνηκε από τη μαρτυρία της Μ.Ε.3 δεν καταβάλλονταν γι' αυτόν εισφορές κοινωνικών ασφαλίσεων για όλη τη χρονική περίοδο για την οποία ισχυρίσθηκε ότι εργάσθηκε στις οικίες, αυτό δεν είναι ικανό να κλονίσει την αξιοπιστία του αφού αυτό πιθανό να οφείλεται σε διάφορους λόγους. Επιπρόσθετα πρέπει να λεχθεί ότι τα όσα ανάφερε ότι συμμετείχε σε κάποιο πρόγραμμα εργασίας επιβεβαιώνεται από την μαρτυρία της Μ.Ε.
  1. Για τους πιο πάνω λόγους αποδέχομαι πλήρως τη μαρτυρία του εκτός μόνο του μέρους αυτού, σε σχέση δηλαδή με την καταβολή των εισφορών αυτών για όλη τη χρονική περίοδο που εργάσθηκε στις οικίες. Η Μ.Ε.3 η οποία εργάζεται στο Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων παρουσίασε και κατάθεσε ως Τεκμήριο 16 αναλυτική κατάσταση ασφαλιστέων αποδοχών του Φάνου Μυλωνά (Μ.Ε.2) για το
  2. Για το 2004 και συγκεκριμένα για την περίοδο από 11/10/2004 μέχρι 8/3/2005, ανάφερε ότι το πρόσωπο αυτό, είχε ασφαλιστέες αποδοχές από την Αρχή Ανάπτυξης Ανθρώπινου Δυναμικού (Α.Ν.Α.Δ), κάτι που δεικνύει ότι έλαβε μέρος σε πρόγραμμα της Αρχής και επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς του συγκεκριμένου μάρτυρα. Σύμφωνα με τα αρχεία του τμήματος ο Μ.Ε.2 απασχολείτο στους ενάγοντες από τις 17/2/2005 μέχρι τις 30/4/2005 και από 11/7/2005 έως 24/12/
  3. Για το 2006 δεν είχε στοιχεία ότι ο Μυλωνάς εργαζόταν και επομένως δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει εάν εργοδοτείτο από τους ενάγοντες ή οπουδήποτε αλλού. Η μάρτυρας κατάθεσε τα όσα περιήλθαν σε γνώση της μέσα στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων της, χωρίς να διακρίνω οποιαδήποτε προσπάθεια της να αλλοιώσει ή να παραποιήσει την αλήθεια γι' αυτό και αποδέχομαι πλήρως τη μαρτυρία της. Ο Μ.Ε. 4 Ζαχαρίας Φώτη εργοδοτείτο από τους ενάγοντες από το 2001 μέχρι το 2010 και εργάσθηκε μαζί τους στο έργο στο οποίο όπως είπε δούλεψε μαζί τους και ο Μ.Ε.
  4. Επιβεβαίωσε την εκτέλεση των εργασιών στις τρεις οικίες και είπε ακόμα ότι ο εναγόμενος 3 μαζί με κάποιον Πανίκο, καλουψιή στο επάγγελμα, τον επισκέφθηκαν στο σπίτι του και του ζήτησαν να έλθει στο Δικαστήριο και να μαρτυρήσει ότι είδε τον εναγόμενο 3 να δίδει μετρητά στον Μ.Ε.1, με αποτέλεσμα η σύζυγος του να τους «βγάλει με τρόπο» έξω από το σπίτι. Παρόλο που δεν μπορούσε να προσδιορίσει με ακρίβεια ημερομηνίες, κάτι που θεωρώ ότι είναι εύλογα αναμενόμενο μετά την πάροδο τόσων πολλών χρόνων, ο απλός και πηγαίος τρόπος με τον οποίο μαρτύρησε με έπεισε για την ειλικρίνεια του. Απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν και χωρίς κανένα απολύτως δισταγμό και γι' αυτό αποδέχομαι πλήρως τη μαρτυρία του. Θα προχωρήσω τώρα σε αξιολόγηση της μαρτυρίας των μαρτύρων υπεράσπισης. Από το σημείο αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι η εκδοχή που προέβαλαν οι εναγόμενοι δεν με έπεισαν ότι ήταν η αληθινή. Και αυτό γιατί σε ορισμένα σημεία ήταν αντίθετη με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς τους, σε άλλα ασαφής και σε ορισμένες περιπτώσεις αντικρουόμενη μεταξύ της. Ο εναγόμενος 3 είναι σύζυγος της εναγομένης 2 και το άτομο το οποίο είχε άμεση συνεργασία με τον Πέτρο Βασιλείου, διευθυντή των εναγόντων (Μ.Ε.1). Αυτός προσπάθησε να πείσει ότι κανένα απολύτως ποσό δεν οφείλεται στους ενάγοντες και ισχυρίσθηκε ότι κάθε βδομάδα και συγκεκριμένα κάθε Παρασκευή, οι ενάγοντες ξοφλούνταν πλήρως για τις εργασίες που είχαν μέχρι τότε ολοκληρώσει χωρίς να παραμένει κανένα απολύτως υπόλοιπο και ότι ο ίδιος κατέβαλλε τα χρήματα αυτά στον Μ.Ε.
  5. Ήταν η θέση του ότι στις 5/11/2005 ημερομηνία κατά την οποία οι εργασίες και στις τρεις οικίες είχαν αποπερατωθεί, οι ενάγοντες είχαν εξοφληθεί πλήρως χωρίς να παραμένει κανένα απολύτως υπόλοιπο. Υποστήριξε επίσης ότι σε τρεις συγκεκριμένες ημερομηνίες, στις 3.6.05, 9.6.05 και 17.6.05, ο ίδιος κατέβαλε στον Μ.Ε.1 μετρητά αλλά αυτός δεν του έδωσε ούτε απόδειξη, ούτε και τιμολόγιο. Ο εναγόμενος 3 δεν με έπεισε για την ειλικρίνεια του, αλλά σχημάτισα την εντύπωση ότι σκοπός της μαρτυρίας του ήταν να αποφύγουν οι εναγόμενοι την καταβολή οποιουδήποτε ποσού. Παρακολουθώντας τον να καταθέτει, παρατηρώντας το ύφος, τον τρόπο που απαντούσε ακόμα και το βλέμμα του το οποίο παρά το ότι δεν εμφαίνεται από τα στυγνά πρακτικά ήταν πολύ χαρακτηριστικό, σχημάτισα γι' αυτόν αρνητική εντύπωση ως μάρτυρα της αλήθειας, γι' αυτό και απορρίπτω τη μαρτυρία του εκτός βεβαίως του μέρους που αποτέλεσε κοινό έδαφος μεταξύ των μερών. Πέραν της γενικότερης εντύπωσης που σχημάτισα γι' αυτόν ως μάρτυρα της αλήθειας και όλα όσα πιο κάτω αναφέρονται, ενέτειναν την αρνητική εντύπωση που σχημάτισα γι' αυτόν. Προσπαθώντας να πείσει για τα όσα ανάφερε, προέβαλε ισχυρισμούς που βρίσκονται εκτός των δικογραφημένων θέσεων των εναγομένων. Πιο συγκεκριμένα και ενώ πουθενά στην Έκθεση Υπεράσπισης δεν δικογραφείται οποιοσδήποτε ισχυρισμός για κακοτεχνίες, αντεξεταζόμενος προέβαλε για πρώτη φορά τέτοιο ισχυρισμό. Είπε συγκεκριμένα ότι οι τελευταίες εργασίες που ανάθεσαν στους ενάγοντες, παρουσίαζαν κακοτεχνίες και ενώ περίμεναν τον Μ.Ε.1 να αναλάβει τις ευθύνες του αυτός εγκατέλειψε το Πισσούρι και δεν ξαναπαρουσιάσθηκε. Όταν του υποβλήθηκε ότι ο ισχυρισμός του αυτός ήταν επινόηση της στιγμής, απάντησε αρνητικά, λέγοντας μάλιστα ότι έχει στην κατοχή του και φωτογραφίες. Και αυτό παρά το ότι σε προηγούμενο στάδιο είχε αναφέρει ότι όταν οι ενάγοντες έφυγαν από το εργοτάξιο δεν είχε κανένα παράπονο. Θεωρώ ότι εάν πράγματι ο ισχυρισμός του αυτός ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα τότε θα έπρεπε και είναι αναμενόμενο να το είχε αναφέρει στους συνηγόρους του έτσι ώστε να είχε συμπεριληφθεί και στην Έκθεση Υπεράσπισης, ενώ περαιτέρω δεν είναι κάτι το οποίο θα ανέμενε κανείς να τον προβάλει για πρώτη φορά κατά την αντεξέταση του και όχι προηγουμένως. Αξίζει δε να λεχθεί ότι η σύζυγος του εναγομένη 2 δεν προέβαλε τέτοιο ισχυρισμό. Απορίες επίσης και εύλογα ερωτηματικά δημιουργεί ο ισχυρισμός του ότι ενώ από τη μια ισχυρίσθηκε ότι ο ίδιος ξοφλούσε τους ενάγοντες κάθε Παρασκευή, στη συνέχεια προέβαλε αντεξεταζόμενος ότι «τα τιμολόγια και οι αποδείξεις μετά από το πρώτο τιμολόγιο που έδωσα την προκαταβολή δεν είχα πολλή σχέση με τις πληρωμές που έκανα κάθε Παρασκευή». Η απάντηση του αυτή δημιουργεί εύλογα το ερώτημα πως είναι δυνατό από τη μια ο ίδιος να πληρώνει για τις εκτελεσθείσες εργασίες και από την άλλη να μην έχει «πολλή σχέση» με τις πληρωμές. Αντιφατικοί ήταν οι ισχυρισμοί που προέβαλε σε σχέση με τα τιμολόγια που εξέδιδαν οι ενάγοντες. Είπε αρχικά ότι τα τιμολόγια εκδίδονταν στα ονόματα των εναγομένων 1 και
  6. Όταν όμως ερωτώμενος επί του Τεκμηρίου 11 που είναι το βιβλιάριο των τιμολογίων διαφάνηκε ότι αυτά εκδίδονταν μόνο στο όνομα της εναγομένης 1 εταιρείας, ανασκεύασε τα όσα είχε προβάλει προηγουμένως λέγοντας ότι εννοούσε τις αποδείξεις. Προσπαθώντας δε να δικαιολογήσει το λάθος του ισχυρίσθηκε ότι παρασύρθηκε γιατί ποτέ δεν πήρε τιμολόγια χωρίς απόδειξη. Στη συνέχεια όμως και όταν του υποδείχθηκαν οι αποδείξεις (Τεκμήριο 12) και του ζητήθηκε να υποδείξει σε ποια από αυτές αναγράφεται το όνομα της συζύγου του, εναγομένης 2, δέχθηκε ότι ούτε και σε αυτά το όνομα της δεν αναγράφεται. Θα πρέπει να λεχθεί ότι όπως προκύπτει από τα Τεκμήρια 11 και 12 αυτά εκδίδονταν μόνο στο όνομα της εναγομένης εταιρείας 1, ενώ σημαντικό επίσης είναι ότι αντιφατική επί του σημείου αυτού υπήρξε η μαρτυρία του με την εναγομένη 2 η οποία ρητά δήλωσε ότι η ίδια σημείωσε επί των τιμολογίων και των αποδείξεων που της παραδόθηκαν (Τεκμήριο 19) και το δικό της όνομα. Ενώ ισχυρίσθηκε ότι ο Μ.Ε.1 δεν εξέδιδε πάντοτε τιμολόγιο αλλά όποτε ο ίδιος έκρινε ότι θα έπρεπε να το πράξει, σε άλλο σημείο αντεξεταζόμενος ισχυρίσθηκε ότι αυτό που είχε πει ήταν ότι ο Μ.Ε.1 εξέδιδε τα τιμολόγια μετά την πληρωμή τους, σε κάποιες όμως περιπτώσεις και προηγουμένως. Ο εναγόμενος 3 με τη μαρτυρία του προσπάθησε να καταδείξει ότι η εναγόμενη εταιρεία 1 δεν είχε καμία σχέση με την εκτέλεση των έργων και την ανέγερση των κατοικιών. Προσπαθώντας να δικαιολογήσει πως και γιατί τα τιμολόγια και οι αποδείξεις (Τεκμήρια 11 και 12) εκδίδονταν στο όνομα της εναγομένης εταιρείας 1 απάντησε πολύ συγκεχυμένα και με τρόπο ασαφή. Αρχικά είπε ότι επειδή έτυχε να πληρώσει τους ενάγοντες με επιταγές της εταιρείας, ο Μ.Ε.1 τον ρώτησε εάν μπορούσε να χρησιμοποιεί το όνομα της εταιρείας και ο ίδιος του απάντησε ότι μπορούσε να το κάνει. Στη συνέχεια όμως είπε ότι όταν έτυχε να δώσει στον Μ.Ε.1 αυτές τις επιταγές, τότε ο τελευταίος «ίσως να θεώρησε καλό να βάζει το όνομα της εταιρείας». Ενώ δηλαδή από την μια ισχυρίσθηκε ότι όταν ρωτήθηκε προς τούτο από τον Μ.Ε.1 του έδωσε σχετική άδεια, στη συνέχεια απλώς προέβαλε κάτι υποθετικά, ενώ δεν εξήγησε και για ποιο λόγο οι ενάγοντες να ζητούν όπως αυτές εκδίδονται στο όνομα της εναγόμενης εταιρείας
  7. Ενώ στην κυρίως εξέταση προέβαλε ότι η εναγόμενη εταιρεία 1 ασχολείται κυρίως με την επιχείρηση του εστιατορίου που διατηρούν μαζί με τη σύζυγο του αλλά «χρησιμοποίησαν» το όνομα της εταιρείας όταν ανήγειραν τις οικίες, αντεξεταζόμενος ισχυρίσθηκε ότι η εταιρεία ασχολείται μόνο με την επιχείρηση εστιατορίου. Στη συνέχεια δε προέβαλε συγκεχυμένες απαντήσεις για το ζήτημα και για το τι τους συμβούλευσαν οι λογιστές της εταιρείας. Η εναγόμενη 2 και σύμφωνα με τη δυνατότητα που παρέχεται από τον Περί Αποδείξεως Νόμο, Κεφ.9 κατάθεσε ως Τεκμήριο Α γραπτή δήλωση την οποία ετοίμασε ως μέρος της κύριας της εξέτασης και στη συνέχεια αντεξετάσθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγόντων. Ούτε αυτή με έπεισε για την ειλικρίνεια της και την αλήθεια των ισχυρισμών της. Παρακολουθώντας την να καταθέτει και παρατηρώντας τον τρόπο και τη συμπεριφορά της θεωρώ ότι ο μοναδικός της στόχος ήταν η απαλλαγή των εναγομένων. Σε κάποιες περιπτώσεις μιλούσε με έντονο ύφος και ένταση στη φωνή, ενώ σε άλλες χειρονομούσε για να δώσει έμφαση στα λεγόμενα της. Υπήρξαν δε περιπτώσεις που της έγινε και παρατήρηση από το Δικαστήριο, ενώ παρατήρηση θα πρέπει να λεχθεί ότι έγινε κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας της και στο σύζυγο της εναγόμενο 3 ο οποίος ήταν παρών και βρισκόταν στην αίθουσα του Δικαστηρίου ενώ η εναγομένη 2 αντεξεταζόταν και της έκανε νοήματα για να της υποδείξει τι έπρεπε να πει. Μια περίπτωση στην οποία η εναγόμενη 2 απάντησε με ιδιαίτερη ένταση, ήταν όταν ρωτήθηκε αντεξεταζόμενη εάν πράγματι έγινε έλεγχος από την υπηρεσία φόρου προστιθέμενης αξίας στην εναγόμενη εταιρεία 1 και της επιβλήθηκε πρόστιμο. Με την ίδια ένταση απάντησε και σε ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν για εμπλοκή της εναγόμενης εταιρείας 1 στις διεξαχθείσες εργασίες, για έλεγχο που έγινε από το τμήμα του φ.π.α και για επιβολή προστίμου στην εναγόμενη εταιρεία 1, καθώς και σε υποβολές που της έγιναν από τον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγόντων. Σε μία μάλιστα περίπτωση όχι μόνο μιλούσε με ιδιαίτερα έντονο και πολύ ψηλό τόνο στη φωνή αλλά χτύπησε δυνατά και το χέρι της στο εδώλιο του μάρτυρα που ήταν μπροστά της. Αυτό ήταν κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης και όταν έλεγε ότι ο Μ.Ε.1 εξέδιδε τα τιμολόγια στο όνομα της εναγόμενης εταιρείας 1 και όχι στο όνομα της ίδιας. Δεν δίστασε ακόμα να πει στον συνήγορο των εναγόντων ότι ψεύδεται. Εκτός όμως από τη γενικότερη στάση και συμπεριφορά της και άλλα περαιτέρω στοιχεία δεν μου επέτρεψαν να σχηματίσω γι' αυτήν θετική εντύπωση ως μάρτυρα της αλήθειας. Αυτή προέβαλε ισχυρισμούς που βρίσκονται σε αντίθεση με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των εναγομένων στην Έκθεση Υπεράσπισης όπου γίνεται παραδοχή για σύναψη συμφωνίας των εναγομένων 2 και 3 με τους ενάγοντες με παράλληλη ρητά δικογραφημένη άρνηση για οποιαδήποτε εμπλοκή της εναγομένης εταιρείας
  8. Σε αντίθεση με τους δικογραφημένους αυτούς ισχυρισμούς η εναγόμενη 2 στη γραπτή της δήλωση (Τεκμήριο Α), αναφέρει ότι ο σύζυγος της ενεργούσε αποκλειστικά και μόνο ως αντιπρόσωπος της, χωρίς ο ίδιος να εμπλέκεται προσωπικά, ισχυρισμός που θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν είναι δικογραφημένος και συνεπώς σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη. Παρά τα πιο πάνω αντεξεταζόμενη και σε ερώτηση που της υποβλήθηκε εάν η ίδια και ο σύζυγος της συμφώνησαν μαζί με τους ενάγοντες να αναλάβουν την εκτέλεση των εργασιών απάντησε κατά λέξη «Ναι συμφωνήσαμε. Έκαμε την προσφορά ο Πέτρος Βασιλείου, την μελετήσαμε και τη δεχθήκαμε». Σε άλλο δε σημείο συμφώνησε ότι η ίδια και ο σύζυγος της είχαν συμφωνήσει την εκτέλεση των εργασιών τόσο ως φυσικά πρόσωπα καθώς επίσης και ως διοικητικά στελέχη της εναγόμενης εταιρείας 1 και ότι με αυτές τις ιδιότητες λειτούργησαν σε αυτή τη συμφωνία. Συμφώνησε επίσης σε άλλη υποβολή που της έγινε ότι οι συμφωνίες έγιναν και με τους τρεις εναγομένους και ότι η ίδια και ο σύζυγος της δεσμεύτηκαν ότι στην περίπτωση που η εναγόμενη εταιρεία 1 δεν ξοφλήσει τα οφειλόμενα ποσά τότε θα τα ξοφλούσαν οι ίδιοι λέγοντας κατά λέξη «σίγουρα και είναι όλα ξοφλημένα». Σε κάποια ουσιαστικά σημεία εκτός των όσων πιο πάνω αναφέρονται κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του εναγομένου 3, υπήρξαν αντιφάσεις στη μεταξύ τους μαρτυρία, κάτι το οποίο δεν θα έπρεπε να παρατηρείται εάν αυτά που προέβαλαν ήταν η αλήθεια. Ενώ ισχυρίσθηκε ότι η εναγόμενη εταιρεία 1 δεν είχε καμία απολύτως σχέση και εμπλοκή με την ανάπτυξη της γης που έγινε και την εκτέλεση των εργασιών στις οικίες και ότι από λάθος ο Μ.Ε.1 εξέδιδε τα τιμολόγια και τις αποδείξεις στο όνομα της εναγόμενης εταιρείας 1, ο σύζυγος της εναγόμενος 3 σε κάποιο σημείο της μαρτυρίας του ανάφερε ότι για το συγκεκριμένο έργο «χρησιμοποίησαν» όπως είπε το όνομα της εναγομένης εταιρείας
  9. Υποστήριξε επίσης η εναγόμενη 2 ότι η ίδια ζητούσε από τον Μ.Ε.1 να μην τα εκδίδει στο όνομα της εναγομένης εταιρείας 1, αλλά αυτός την αγνόησε και έτσι η ίδια συνέχισε σε όλο το χρονικό διάστημα της μεταξύ τους συνεργασίας να προσθέτει το όνομα της σε αυτές σε γνώση πάντα του λογιστή τους. Να σημειωθεί ότι ο εναγόμενος 3 σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του δεν προέβαλε τέτοιους ισχυρισμούς ότι δηλαδή ζήτησαν από τον Μ.Ε.1 να μην τα εκδίδει στο όνομα της εναγόμενης εταιρείας
  10. Παρά τα πιο πάνω σε άλλο σημείο της μαρτυρίας της, ισχυρίσθηκε ότι όταν ξεκίνησαν οι εργασίες και επειδή υπήρχε η εταιρεία, σκέφθηκαν όπως τα τιμολόγια εκδίδονται στο όνομα της εναγομένης εταιρείας 1, αλλά ο λογιστής τους είπε ότι δεν χρειάζεται. Δέχθηκε όμως σε άλλο σημείο ότι και με άλλα πρόσωπα, τα περισσότερα όπως είπε με τα οποία συνεργάσθηκαν σε σχέση με εργασίες που έγιναν στις οικίες, τα τιμολόγια εκδίδονταν στο όνομα της εταιρείας. Αναφορικά δε με το στέλεχος του βιβλιαρίου επιταγών (Τεκμήριο 18) και ερωτώμενη εάν ανήκει στην ίδια ή τον σύζυγο της ή στην εταιρεία απάντησε ότι είναι όλα κοινά και ότι μπορεί να γράφει το όνομα οποιουδήποτε από τους τρεις αποφεύγοντας να απαντήσει ευθέως. Άξιος επίσης σχολιασμού είναι ο ισχυρισμός της ότι ζητούσε από τον Μ.Ε.1 να εκδίδει τα τιμολόγια και τις αποδείξεις στο δικό της όνομα αλλά αυτός συνέχιζε να τα εκδίδει στο όνομα της εναγόμενης εταιρείας 1 και η ίδια συνέχισε να το αποδέχεται. Δεν θεωρώ ότι εάν αυτό πράγματι συνέβαινε και η ίδια για τους δικούς της λόγους δεν το ενέκρινε θα επέτρεπε τη συνέχιση αυτής της πρακτικής χωρίς να λάβει οποιαδήποτε μέτρα ή τουλάχιστον να επιμένει. Ειδικότερα από τη στιγμή που όπως ισχυρίσθηκε είχαν λογιστή ο οποίος γνώριζε τα πάντα. Ενώ ο εναγόμενος 3 αρνήθηκε ότι οι εργασίες που εκτίθενται στο Τεκμήριο 10 είχαν εκτελεσθεί, η εναγόμενη 2 δέχθηκε ότι αυτές πράγματι εκτελέσθηκαν λέγοντας μάλιστα ότι πληρώθηκαν και ότι έχει τις επιταγές με τις οποίες πλήρωσε. Στη συνέχεια όμως προσπάθησε να ανασκευάσει τα όσα είχε δηλώσει, λέγοντας ότι δεν μπορούσε να αναφέρει με βεβαιότητα τις εργασίες που εκτέλεσαν οι ενάγοντες. Ενώ αρχικά ισχυρίσθηκε ότι όταν πλήρωναν τον Μ.Ε.1 με μετρητά δεν τους εξέδιδε αποδείξεις, στη συνέχεια όταν της υποδείχθηκε η απόδειξη με αριθμό 2775 του Τεκμηρίου 18 στην οποία αναγράφεται ότι μέρος των χρημάτων πληρώθηκε με επιταγή και μέρος σε μετρητά ισχυρίσθηκε ότι αυτή είναι η μοναδική απόδειξη που έχει. Όπως όμως προκύπτει από το Τεκμήριο 12 που είναι το βιβλιάριο των αποδείξεων, αυτό συνέβη συνολικά τρεις φορές και συγκεκριμένα στις 21/6/2005, την 1/7/2005 και στις 5/8/05 κατά τις οποίες εκδόθηκαν οι αποδείξεις με αριθμό 005, 007, 0012 και στις οποίες αναγράφεται ότι ποσά χρημάτων παραλήφθηκαν σε μετρητά. Στη συνέχεια δε η εναγόμενη 2, είπε ότι μπορεί να της έδωσε απόδειξη και για 2η φορά ενώ σε άλλο στάδιο είπε ότι αυτό γινόταν τις περισσότερες φορές. Στο Τεκμήριο Α αναφέρει ότι σε διάφορες ημερομηνίες πλήρωσε στον Μ.Ε.1 διάφορα ποσά τα οποία όπως είπε υπολόγισε σε Λ.Κ.3.000 με Λ.Κ.4.000=. Όπως ανάφερε δεν μπορούσε με ακρίβεια να θυμηθεί το ύψος του ποσού που πλήρωσε γιατί τα κατέβαλλε σε μετρητά, δεν έχει καμία απόδειξη και δεν έχουν καταγραφεί πουθενά. Θεωρώ ότι ο ισχυρισμός της αυτός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός, καθότι δεν είναι εύλογο ούτε και αναμενόμενο ένα πρόσωπο που πληρώνει άλλο τρίτο πρόσωπο με το οποίο συνεργάζεται για ανέγερση οικοδομής και εκτέλεση εργασιών πολλών χιλιάδων λιρών να μην ζητά και να μην λαμβάνει αποδείξεις και να μην τηρεί έστω κάποιες δικές του σημειώσεις για τις πληρωμές που έκαμε με αποτέλεσμα να μην γνωρίζει ούτε και ο ίδιος πόσα χρήματα ακριβώς έχει πληρώσει. Ενώ σε κάποιο σημείο της μαρτυρίας της αρνήθηκε ότι τους έγινε έλεγχος από το φ.π.α. καθ' ον χρόνο εκτελούνταν οι εργασίες στις οικίες, σε άλλο σημείο προέβαλε ότι προς το τέλος των εργασιών πράγματι η υπηρεσία αυτή προέβη σε τέτοιο έλεγχο. Αξίζει τέλος να σχολιασθεί ο ισχυρισμός που προέβαλε τόσο η ίδια όσο και ο εναγόμενος 3 ότι δηλαδή πλήρωσαν στους ενάγοντες περισσότερα χρήματα από όσα πραγματικά τους όφειλαν. Ο ισχυρισμός του αυτός καταδεικνύει μέσα από την υπερβολή του, την προσπάθεια που κατέβαλαν για να πείσουν για τα όσα ισχυρίσθηκαν. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι κανένας από τους δύο δεν προσδιόρισε πόσα ακριβώς περισσότερα χρήματα κατέβαλαν ενώ και οι δύο αναφέρονταν σε «κουτσοδούλεια» που έκαμαν οι ενάγοντες χωρίς όμως και πάλι να τα προσδιορίσουν με ακρίβεια. Για τους πιο πάνω λόγους απορρίπτω τη μαρτυρία της εκτός μόνο από τα σημεία που συμπίπτουν με τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 καθώς επίσης ότι η ίδια συμπλήρωσε στις αποδείξεις και τα τιμολόγια και το δικό της όνομα, ότι με τα περισσότερα πρόσωπα με τα οποία συνεργάσθηκαν σε σχέση με τις εργασίες που έγιναν στις οικίες τα τιμολόγια εκδίδονταν στο όνομα της εναγόμενης εταιρείας 1, ότι οι συμφωνίες σε σχέση με τις εργασίες έγιναν και με τους τρεις εναγομένους, ότι οι εναγόμενοι 2 και 3 ως φυσικά πρόσωπα και ως διοικητικά στελέχη της εναγόμενης εταιρείας 1 δεσμεύτηκαν να πληρώσουν οποιαδήποτε οφειλόμενα ποσά, και ότι οι εργασίες που καταγράφονται στο Τεκμήριο 10 έχουν εκτελεσθεί. Ως Μ.Υ.3 κατάθεσε ο Σωτήρης Νικολάου, επιμετρητής ποσοτήτων και η εμπειρογνωμοσύνη του δεν αμφισβητήθηκε από τους ενάγοντες. Αυτός κατόπιν οδηγιών του εναγομένου 3 ετοίμασε έκθεση (Τεκμήριο 20) για κάποιες εργασίες που του υποδείχθηκαν από τον εναγόμενο
  11. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας εμπειρογνώμονα εδράζεται στις ίδιες αρχές με βάση τις οποίες και η μαρτυρία και των κοινών μαρτύρων (βλ. Κώστας Ψάλτης v. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 113). Σύμφωνα με τη νομολογία οι εμπειρογνώμονες μάρτυρες υπέχουν υποχρέωση να δώσουν στο Δικαστήριο τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να καθίσταται δυνατός ο έλεγχος της ακρίβειας των συμπερασμάτων τους έτσι ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να σχηματίζει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων στα γεγονότα που αποδεικνύονται με τη μαρτυρία (βλ. Cybarco Ltd v Kovascik
(2001)1 (Γ) ΑΑΔ 2013. Όπως σημειώνεται στο σύγγραμμα Phipson on Evidence,14η έκδοση, παρ. 32-14, «An expert may give his opinion upon facts which are either admitted, or proved by himself, or other witnesses in his hearing, at the trial, or are matters of common knowledge as well as upon an hypothesis bases thereon» . Στην υπόθεση Ανδρέας Θεοδούλου Μιχαήλ v. Γιαννάκη Ηλία Κυριάκου
(2004)1 ΑΑΔ 1825, η αντιμετώπιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να απορρίψει τη μαρτυρία εμπειρογνώμονα γιατί δεν είχε επεξηγήσει το μαθηματικό τρόπο με τον οποίο κατέληξε στα συμπεράσματα του και γιατί έλαβε υπόψη του την κατάσταση της ασφάλτου όπως ήταν ένα χρόνο μετά τη σύγκρουση και γιατί είπε ψέματα ότι επισκέφθηκε τη σκηνή του δυστυχήματος, κρίθηκε ως ορθή από το Ανώτατο Δικαστήριο. Όπως διαφάνηκε ο μάρτυρας επισκέφθηκε τις οικίες μόλις στις 3/10/2013, δηλαδή οκτώ περίπου χρόνια μετά την εκτέλεση των εργασιών. Σε ερώτηση που του υποβλήθηκε αντεξεταζόμενος εάν είναι πιθανό από την ολοκλήρωση των εργασιών μέχρι και την ημερομηνία που προχώρησε στην καταμέτρηση να έγιναν οποιεσδήποτε παρεμβάσεις, απάντησε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει και δέχθηκε ότι είναι υπαρκτά όλα τα ενδεχόμενα. Δεν προχώρησε σε καταμέτρηση όλων των εργασιών που οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι εκτέλεσαν και καταγράφονται στο Τεκμήριο 10, αλλά μόνο αυτών που ήταν εμφανείς. Υπέδειξε δε ότι στην έκθεση του δεν περιελήφθηκαν, προφανώς δεν καταμετρήθηκαν, οι σουβάδες, το μπετόν της αυλής και οι εργασίες χωματουργικών στην αυλή της οικίας 6 που καταγράφονται στο Τεκμήριο
  1. Για τους πιο πάνω λόγους το αποτέλεσμα της εκτίμησης του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό γιατί ο μακρύς χρόνος που μεσολάβησε από την εκτέλεση των εργασιών μέχρι και την επιμέτρηση αλλά και το γεγονός ότι οι εργασίες που καταμέτρησε δεν είναι όλες όσες οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι εκτέλεσαν εκμηδενίζει την όποια αποδεικτική αξία θα μπορούσε να έχει. Ως Μ.Υ.4 κατάθεσε ο Πανίκος Ευριπίδου, σιδεράς και καλουψιής στο επάγγελμα ο οποίος εργάσθηκε επίσης στις τρεις κατοικίες ως υπεργολάβος. Ανάφερε ότι ο ίδιος κατασκεύασε τα περιτοιχίσματα και των τριών σπιτιών και ότι για όσες εργασίες εκτελούσε, εξοφλείτο κάθε Παρασκευή από τον εναγόμενο 3 ο οποίος τον πλήρωνε και με επιταγές και με μετρητά. Για να γίνει ένα περιτοίχισμα πρέπει όπως είπε να κατασκευασθούν τα καλούπια και το κουγκρί, κάτι που στη συγκεκριμένη περίπτωση έκαμε ο ίδιος και από εκεί και πέρα και για να ολοκληρωθεί η εργασία πρέπει από πάνω να γίνει η τσίμα. Ισχυρίσθηκε ότι τις τσίμες των περιτοιχισμάτων στις κατοικίες 1 και 6 τις κατασκεύασε ο εναγόμενος 3 μαζί με ένα «αραπούδη» και ότι τη τσίμα του περιτοιχίσματος της οικίας 2, την ανάθεσε ο ίδιος στον Μ.Ε.1 αφού η κα Barbara, αγοράστρια της συγκεκριμένης οικίας του ανάθεσε να ψηλώσει το περιτοίχισμα έναντι του τιμήματος των Λ.Κ.4.000= και ότι για την εργασία που εκτέλεσε ο Μ.Ε.1 ο ίδιος τον πλήρωσε Λ.Κ.800=. Πρόσθεσε δε ότι ο Μ.Ε.1 «ξέχασε» και τα κοστολόγησε του εναγόμενου
  2. Παρακολουθώντας τον Μ.Υ.4 να καταθέτει ενώπιον του Δικαστηρίου, παρατηρώντας το ύφος και τη συμπεριφορά του θεωρώ ότι αυτός δεν μαρτύρησε την αλήθεια, αλλά σχημάτισα την εντύπωση ότι τα όσα ανάφερε ήταν αποκλειστικά και μόνο για να βοηθήσει τους εναγόμενους στην υπόθεση τους. Σε κάποιες περιπτώσεις απέφευγε να βλέπει προς το Δικαστήριο και σε κάποιες άλλες, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης η αμηχανία του ήταν έκδηλη. Για να εντυπωσιάσει και να δώσει άσχημη εικόνα για τον Μ.Ε.1, ισχυρίσθηκε ότι όταν επισκέφθηκαν το σπίτι του Ζαχαρία (Μ.Ε.4) ο τελευταίος ήταν πρόθυμος να έλθει να μαρτυρήσει για τους εναγόμενους, αλλά όμως η σύζυγος του Ζαχαρία αντέδρασε λέγοντας ότι δεν ήθελε ο σύζυγος της να μπλέξει με «βέρκα ξιμαρισμένη», εξηγώντας ότι αυτό το είχε πει για τον Μ.Ε.
  3. Τον ισχυρισμό του όμως αυτό όχι μόνο δεν επιβεβαίωσε ο Μ.Ε.4 ο οποίος έγινε πιστευτός αλλά αντίθετα προέβαλε άλλους διαφορετικούς ισχυρισμούς. Σημαντικό είναι και θα πρέπει να λεχθεί ότι λέγοντας τα πιο πάνω, χαμογελούσε πονηρά δείχνοντας ότι ήξερε πολύ καλά τι έλεγε και τι άφηνε να νοηθεί. Ισχυρίσθηκε όμως ότι δεν γνώριζε τη σημασία της έκφρασης «βέρκα ξιμαρισμένη», κάτι που ήταν πρόδηλο ότι δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα αφού λέγοντας το αυτό δεν κατάφερε να μην χαμογελάσει. Απορίες και ερωτηματικά δημιουργούνται από το γεγονός ότι για την εργασία του περιτοιχίσματος που όπως υποστήριξε εκτέλεσε στην οικία της Barbaras, δηλαδή την οικία 2, δεν εξέδωσε ούτε τιμολόγια ούτε και αποδείξεις. Ενώ δηλαδή εισέπραξε το ποσό των Λ.Κ.4.000= από αυτήν και από τα χρήματα αυτά έδωσε όπως ισχυρίσθηκε στον Μ.Ε.1 Λ.Κ.800=, εν τούτοις δεν εξέδωσε κανένα από τα πιο πάνω. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας επί των πιο πάνω απέφευγε με επιμέλεια να κοιτάζει προς το Δικαστήριο, η δε έκφραση του προσώπου του μαζί με την ερυθρότητα που προκλήθηκε σε αυτό, πρόδιδαν την ανειλικρίνεια του. Ενώ αρχικά είχε αναφέρει ότι την τσίμα για την οικία 2 που ανήκει στη Barbara την ανέθεσε ο ίδιος στον Μ.Ε.1 και ότι για την εργασία αυτή του κατέβαλε και ποσό Λ.Κ.800=, αντεξεταζόμενος όταν ερωτάτο επί του Τεκμηρίου 10 για τις οικίες Σοφοκλή και Barbaras, δηλαδή τις οικίες 1 και 2, είπε ότι «αφού τούτα τα έκαμε ο Ανδρέας. Την τσίμα την έκαμε ο Ανδρέας με το αραπούδι. Τα άλλα τα έκαμε ο Πέτρος». Ενώ θυμόταν πολύ καλά ότι είδε τον Μ.Ε.1 να παίρνει σε τρεις μάλιστα συγκεκριμένες περιπτώσεις μετρητά από τον εναγόμενο 3 και να μην του δίδει αποδείξεις, δεν μπορούσε να θυμηθεί ποιος εκτέλεσε κάποιες από τις εργασίες. Ενώ αρχικά ισχυρίσθηκε ότι κάθε Παρασκευή εξοφλείτο πλήρως για τις εργασίες που είχε εκτελέσει, στη συνέχεια διαφοροποίησε κάπως την απάντηση του, λέγοντας ότι παρέμεναν κάποια μικρά υπόλοιπα «μικροπράγματα», όπως τα περιέγραψε. Για τους πιο πάνω λόγους δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του εκτός μόνο ότι τα τιμολόγια και τις αποδείξεις για τις εργασίες που εκτέλεσε στις τρεις οικίες τα εξέδιδε στο όνομα της εναγόμενης εταιρείας 1 κατόπιν εντολής του εναγομένου
  4. Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Οι ενάγοντες αποτελούν εταιρεία δεόντως συσταθείσα, η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο ασχολείτο με τη διεξαγωγή οικοδομικών εργασιών και η οποία για την περίοδο από 5/1/2005- 31/12/2005 κατείχε ετήσια άδεια εργολήπτη. Η εναγόμενη εταιρεία 1 αποτελεί επίσης δεόντως συσταθείσα εταιρεία και οι εναγόμενοι 2 και 3 είναι διοικητικά της στελέχη. Στις 28/3/2005 οι ενάγοντες ετοίμασαν προσφορά η οποία υπογράφηκε από αυτούς και τον εναγόμενο 3 ως αντιπρόσωπο της εναγομένης 2 για την ανέγερση μιας κατοικίας, αυτής με αριθμό 6, σε ακίνητο ιδιοκτησίας της εναγομένης 2 στο χωριό Πισσούρι. Στις 6/5/2005 ακολούθησε η υπογραφή γραπτής συμφωνίας μεταξύ των εναγόντων και της εναγομένης 2 για την ανέγερση της οικίας αυτής. Παράλληλα με τη διεξαγωγή των εργασιών αυτών οι εναγόμενοι 2 και 3 ζήτησαν από τους ενάγοντες να εκτελέσουν κάποιες έξτρα εργασίες τόσο στην οικία 6 όσο και στις οικίες 1 και 2 με αποτέλεσμα στις 12/5/2005 να υπογραφεί από τους ενάγοντες και τον εναγόμενο 3 το έντυπο έξτρα εργασιών (Τεκμήριο 9). Πέραν των έξτρα εργασιών που συμφωνήθηκαν με το Τεκμήριο 9, συμφωνήθηκε προφορικά όπως οι ενάγοντες εκτελέσουν και κάποιες άλλες έξτρα εργασίες. Κάποιες από τις εργασίες αυτές θα εκτελούνταν με βάση τις τιμές μονάδας που αναγράφονται στο Τεκμήριο 7 που είναι η προσφορά. Για κάποιες άλλες εργασίες για τις οποίες δεν υπήρχε συμφωνημένη τιμή μονάδας, συμφωνήθηκε η αμοιβή τους. Όταν οι ενάγοντες ζήτησαν προκαταβολή για την έναρξη των εργασιών, οι εναγόμενοι 2 και 3 ζήτησαν από τους ενάγοντες όπως εκδίδουν τα τιμολόγια και τις αποδείξεις στο όνομα της εναγομένης εταιρείας 1 και οι εναγόμενοι 2 και 3 ανέλαβαν έναντι των εναγόντων τόσο ως φυσικά πρόσωπα όπως και ως διοικητικά στελέχη της εναγόμενης εταιρείας 1 την υποχρέωση να ξοφλήσουν κάθε οφειλόμενο ποσό. Αυτό οι ενάγοντες το αποδέχθηκαν εκδίδοντας έτσι τα τιμολόγια αλλά και τις σχετικές αποδείξεις όπως τους είχε ζητηθεί. Κατά την εκτέλεση των εργασιών για την ανέγερση και ολοκλήρωση των τριών οικιών, τα τιμολόγια των περισσοτέρων προσώπων που απασχολήθηκαν στις εργασίες αυτές εκδίδονταν στο όνομα της εναγόμενης εταιρείας
  5. Οι ενάγοντες κατά ή περί το 2005 εκτέλεσαν όλες τις συμφωνηθείσες εργασίες και τις παρέδωσαν στους εναγόμενους χωρίς οι τελευταίοι να εκφράσουν οποιοδήποτε παράπονο. Πριν προχωρήσω να εξετάσω οποιοδήποτε άλλο ζήτημα θεωρώ ορθό να ασχοληθώ πρώτα με την εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγομένων που ήγειρε με την αγόρευση του ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί γιατί οι συμφωνίες μεταξύ των διαδίκων έχουν μολυνθεί από παρανομία. Και αυτό γιατί πέραν της αρχικής συμφωνίας που έγινε για την ανέγερση της οικίας 6 και έγινε γραπτώς (Τεκμήριο 8), οι άλλες συμφωνίες που έγιναν για τις έξτρα εργασίες είναι παράνομες καθότι ενώ αφορούν εργασίες που η αξία τους ξεπερνά το ποσό των Λ.Κ.10.000= έγιναν προφορικά κατά παράβαση του άρθρου 38
(1)του Περί Εγγραφής και Ελέγχου Εργοληπτών Οικοδομικών και Τεχνικών Έργων Νόμου 29(Ι)/2001. Όπως αποφασίσθηκε στην υπόθεση Χρίστου v. SP Clinic Co Ltd
(2000)1 (Γ) AAΔ 2039 η παρανομία πρέπει να εγείρεται στα δικόγραφα κάτι που δεν συμβαίνει στην εξεταζόμενη περίπτωση. Η αυτεπάγγελτη εξέταση του ζητήματος μπορεί να γίνει όταν από τη μαρτυρία προκύπτει ότι πρόκειται για έκδηλη παρανομία, κάτι που δεν συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση και έτσι το ζήτημα αυτό δεν μπορεί να εξετασθεί από το Δικαστήριο. Έντονη αμφισβήτηση υπήρξε ως προς τα πρόσωπα που τελικά ευθύνονται για την πληρωμή οποιουδήποτε τυχόν οφειλόμενου ποσού. Από τη μια οι ενάγοντες θεωρούν υπόλογους και τους τρεις εναγομένους και από την άλλη οι τελευταίοι το αμφισβητούν. Σε σχέση με το ζήτημα τούτο, αποδεκτή έχει γίνει η μαρτυρία του Μ.Ε.1 ο οποίος έχει αναφέρει ότι ενώ η συμφωνία για την ανέγερση της οικίας 6 υπογράφηκε με την εναγόμενη 2 και η συμφωνία για τις έξτρα εργασίες με τον εναγόμενο 3, στη συνέχεια και όταν ζήτησε προκαταβολή για να ξεκινήσουν οι εργασίες, οι εναγόμενοι 2 και 3 του ζήτησαν να εκδίδει τα τιμολόγια και τις αποδείξεις στο όνομα της εναγόμενης εταιρείας 1 και οι ίδιοι του εγγυήθηκαν την εξόφληση κάθε οφειλομένου υπολοίπου τόσο προσωπικά όσο και ως διοικητικά στελέχη της εναγόμενης εταιρείας 1 και συνεπώς τα πιο πάνω αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου καθώς επίσης ότι με βάση τις διαβεβαιώσεις που έδωσαν στον Μ.Ε. 1 οι εναγόμενοι 2 και 3 ο τελευταίος προχώρησε και εξέδιδε τα τιμολόγια και τις αποδείξεις στο όνομα της εναγόμενης εταιρείας
  1. Τα πιο πάνω επιβεβαιώνονται και από τη γραπτή μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Η προσφορά που δόθηκε από τους ενάγοντες για την οικία 6 (Τεκμήριο 7) υπογράφηκε από τους ενάγοντες και τον εναγόμενο 3 ως αντιπρόσωπο όπως αναγράφεται της εναγομένης
  2. Η συμφωνία που ακολούθησε για την ανέγερση της οικίας 6 υπογράφηκε μεταξύ των εναγόντων και της εναγομένης 2 (Τεκμήριο 8) . Η συμφωνία όμως που ακολούθησε για την εκτέλεση των έξτρα εργασιών στις άλλες δύο οικίες που ήταν μέρος του ιδίου έργου (Τεκμήριο 9) υπογράφηκε από τον εναγόμενο
  3. Τα τιμολόγια δε και οι αποδείξεις (Τεκμήρια 11 και 12), εκδίδονταν στο όνομα της εναγόμενης εταιρείας
  4. Σχετική επίσης είναι και η επί του θέματος μαρτυρία της εναγομένης 2 η οποία πιο πάνω καταγράφεται και η οποία έγινε αποδεκτή. Είναι σημαντικό και πρέπει να επισημανθεί ότι οι θέσεις που οι εναγόμενοι προσκόμισαν σε σχέση με το ζήτημα είναι όπως και πιο πάνω αναφέρεται κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας των εναγομένων 2 και 3, συγκεχυμένη και ασαφής αφού άλλα δικογραφούνται στην Έκθεση Υπεράσπισης και άλλα αναφέρθηκαν από τον εναγόμενο 3 και άλλα από την εναγόμενη
  5. Και αυτό γιατί με την Έκθεση Υπεράσπισης τους οι εναγόμενοι παραδέχονται ότι τα δύο φυσικά πρόσωπα, εναγόμενοι 2 και 3, συμφώνησαν με τους ενάγοντες τη διεξαγωγή των εργασιών, αρνούνται όμως οποιαδήποτε εμπλοκή της εναγόμενης εταιρείας
  6. Κατά τη διάρκεια όμως της ακροαματικής διαδικασίας, αντιφατική ήταν η μαρτυρία που έδωσαν οι εναγόμενοι 2 και 3 και η οποία πιο πάνω αναφέρεται γι' αυτό και δεν θεωρώ απαραίτητο να την επαναλάβω. Όπως διαφάνηκε από τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή, σε κάποιο χρονικό σημείο που ακολούθησε της υπογραφής των Τεκμηρίων 8 και 9 και πάντως πριν την έναρξη των εργασιών, οι εναγόμενοι 2 και 3 ζήτησαν από τους ενάγοντες όπως εκδίδουν τις αποδείξεις στο όνομα της εναγόμενης εταιρείας 1 για τους δικούς τους σκοπούς και σε αντάλλαγμα διαβεβαίωσαν τους ενάγοντες προφορικά ότι οι και οι ίδιοι και προσωπικά αλλά και ως διοικητικά στελέχη της εναγόμενης εταιρείας 1, αναλάμβαναν την εξόφληση κάθε οφειλόμενου ποσού. Η πιο πάνω προφορική συμφωνία που έγινε μεταξύ των διαδίκων μερών πριν την έναρξη των εργασιών για την πληρωμή κάθε οφειλόμενου ποσού, συνιστά κατά την κρίση μου παράλληλη συμφωνία εγγύησης η οποία παρά το ότι δεν δικογραφείται με την καλύτερη δυνατή σαφήνεια, εν τούτοις κρίνεται ότι καλύπτεται από τα όσα εκτίθενται στην παράγραφο 2 της τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης. Η παράλληλη αυτή συμφωνία έχει αποδειχθεί με τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 αφού σύμφωνα και με τον Phipson on Evidence, 12η έκδοση, παράγραφος 1902, είναι επιτρεπτή η μαρτυρία για απόδειξη πρόσθετης και/ή συνακόλουθης παράλληλης συμφωνίας. Σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις, είναι αποδεκτή ακόμη και όταν συγκρούεται με γραπτό όρο της συμφωνίας (Chitty on Contracts, 2η έκδοση 817 - City & Nestminster Properties 1934 Ltd v. Mudd[1959] C.H 129) ή για να καταδείξει την αληθινή και πραγματική φύση της συναλλαγής (βλ. Χριστάκης Αλεξάνδρου ν. Κυριακής Γ. Κωμοδρόμου κ.ά.
(1997)1 Α.Α.Δ. 576) ακόμα και τη διφορούμενη ιδιότητα των συμβαλλομένων (βλ. Λοιζίδου ν. Γεωργίου
(1973)9 JSC 1219), στοιχεία που δεν υφίστανται στην υπό εξέταση περίπτωση. Ότι προέκυψε είναι ότι, παρόλο που οι συμφωνίες (Τεκμήρια 8 και 9) έγιναν μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων 2 και 3 αντίστοιχα υπό την προσωπική τους ιδιότητα, στη συνέχεια όταν οι ενάγοντες ζήτησαν να τους καταβληθούν χρήματα για να ξεκινήσουν τις εργασίες, οι εναγόμενοι 2 και 3 ζήτησαν από τον Μ.Ε.1 ο οποίος ενεργούσε εκ μέρους των εναγόντων όπως για τους δικούς τους λόγους να εκδίδει για όλες τις εργασίες που θα διεξήγαγε τις αποδείξεις στο όνομα της εναγόμενης εταιρείας
  1. Όπως δέχθηκε και ο εναγόμενος 3 «χρησιμοποίησαν» την εναγόμενη εταιρεία 1 κατά την εκτέλεση των εργασιών, κάτι που όπως επιβεβαιώθηκε και από τη μαρτυρία της εναγόμενης 2 και του Μ.Υ.4 δεν το έκαμαν μόνο με τους ενάγοντες αλλά και με άλλους που συνεργάσθηκαν στο ίδιο έργο όπως τον Μ.Υ.
  2. Με παράλληλη δε προφορική συμφωνία που έγινε μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων 2 και 3 οι οποίοι ενεργούσαν προσωπικά αλλά και ως διοικητικά στελέχη της εναγόμενης εταιρείας 1, εγγυήθηκαν την πληρωμή κάθε οφειλομένου ποσού. Έτσι, οι εναγόμενοι 2 και 3 τόσο προσωπικά, όσο υπό την ιδιότητα τους ως διοικητικά στελέχη της εναγόμενης εταιρείας 1, ανέλαβαν οι ίδιοι και δέσμευσαν και την εναγόμενη εταιρεία 1 έναντι των εναγόντων και εγγυήθηκαν να πληρώσουν οποιοδήποτε ποσό παρέμενε οφειλόμενο. Κρίνεται λοιπόν ότι και οι τρεις εναγόμενοι είναι υπεύθυνοι για την πληρωμή οποιουδήποτε οφειλόμενου ποσού. Σε σχέση τώρα με το αξιούμενο ποσό αποδεκτή και πάλι έγινε η μαρτυρία του Μ.Ε.1 ο οποίος μαρτύρησε ότι η πληρωμή έναντι των εργασιών γινόταν ανάλογα με την πρόοδο εκτέλεσης τους. Υποστήριξε ακόμα ότι παρέμεινε οφειλόμενο το ποσό των Λ.Κ.12.919.05= συμπεριλαμβανομένου του φ.π.α. όπως αναλυτικά το κατέγραψε στο Τεκμήριο 13 και το οποίο εξήγησε αναλύοντας πως προέκυψαν τα διάφορα ποσά που αξιώνει ως υπόλοιπα. Οι εναγόμενοι από την άλλη κατέβαλαν ανεπιτυχή προσπάθεια να πείσουν ότι πλήρωναν τον Μ.Ε.1 με μετρητά χωρίς ο τελευταίος να τους εκδίδει αποδείξεις και έτσι υποστήριξαν ότι δεν τους οφείλουν κανένα ποσό. Σε αντίθεση με τους ενάγοντες οι οποίοι έδωσαν λεπτομερή στοιχεία για τις εκτελεσθείσες εργασίες για τις οποίες αξιώνουν την αμοιβή τους οι εναγόμενοι δεν προσδιόρισαν ούτε ποιες ακριβώς εργασίες εννοούσαν λέγοντας «κουτσοδούλεια», ούτε ακόμα ήταν σε θέση να προσδιορίσουν το ύψος του ποσού που πλήρωσαν στους ενάγοντες. Αρκέσθηκαν μόνο να μιλούν γι' αυτό στο περίπου λέγοντας γενικά και αόριστα ότι κατέβαλαν στους ενάγοντες περισσότερα χρήματα από αυτά που πραγματικά τους όφειλαν. Κρίνεται λοιπόν με βάση όλα τα πιο πάνω ότι οι ενάγοντες πέτυχαν και απέσεισαν το βάρος απόδειξης που είχαν στους ώμους τους και είναι μόνο το ισοζύγιο των πιθανοτήτων και απέδειξαν ότι πράγματι εξακολουθούν οι εναγόμενοι να τους οφείλουν το αξιούμενο ποσό. Συνακόλουθα εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 1, 2 και 3 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα για το ποσό των Ευρώ 22.073.50= (αντίστοιχο σε Ευρώ του ποσού των Λ.Κ.12.919.05=) πλέον νόμιμους τόκους, πλέον δικηγορικά έξοδα όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Υπ........... Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής civil/final Subject/ektelesthises ergasies cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.