ALFA CONCRETE LTD ν. FARAO ESTATES LTD, Αρ. Αγωγής: 392/08, 30/7/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A306 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 392/08 Μεταξύ: ALFA CONCRETE LTD Εναγόντων και FARAO ESTATES LTD Εναγομένων Ημερομηνία: 30.7.
- Για Ενάγοντες: κ. Ε. Αντωνιάδης. Για Εναγόμενους: κα Α. Αλέξη για Χάρης Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή οι Ενάγοντες αξιώνουν το ποσό των €25.478,31, πλέον νόμιμο τόκο από 24.11.07, πλέον έξοδα. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης τους οι Ενάγοντες είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, η οποία διεξάγει εργασίες κατασκευής και πώλησης σκυροδέματος (μπετόν) με έδρα την Λεμεσό. Οι Εναγόμενοι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο για την αγωγή ήταν πελάτες των Εναγόντων και άνοιξαν μετ' αυτών τρεχούμενο λογαριασμό στον οποίο συμφωνήθηκε να χρεώνονται με την αξία των εκάστοτε πωλουμένων και παραδιδόμενων σε αυτούς εμπορευμάτων και να πιστώνονται με οιονδήποτε ποσό το οποίο θα πλήρωναν έναντι του λογαριασμού τους. Ήταν ρητός όρος της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας και/ή παραγγελίας ότι οι Εναγόμενοι υποχρεούνταν να καταβάλλουν στους Ενάγοντες την αξία των εκάστοτε πωλουμένων και παραδιδόμενων σε αυτούς εμπορευμάτων άμα τη παραδώσει και/ή σε πρώτη ζήτηση άμα τη παραδώση και/ή σε πρώτη ζήτηση μετά την παράδοση σε αυτούς των εμπορευμάτων. Κατά/ή περί τα έτη 2003 - 2004 και σε διάφορες ημερομηνίες οι Ενάγοντες, δυνάμει συμφωνίας και/ή παραγγελίας και/ή κατ' εντολή και/ή τη παρακλήσει των Εναγομένων, γενόμενης στην Λεμεσό, πώλησαν και παρέδωσαν σε αυτούς και/ή στους υπαλλήλους και/ή στους αντιπρόσωπους τους στην Λεμεσό, διάφορες ποσότητες σκυροδέματος, στις συμπεφωνημένες και λογικές τιμές και χρέωσαν τον λογαριασμό τους με την αντίστοιχη αξία αυτών. Κατά/ή περί την 24.11.04 ο ρηθείς λογαριασμός των Εναγομένων έδειχνε υπόλοιπο οφειλόμενο από αυτούς προς τους Ενάγοντες ανερχόμενο στο ποσό των Λ.Κ.14.911,79 ήτοι €25.478,
- Κατά/ή περί την 31.3.04 οι Εναγόμενοι έκαναν πρόταση στους Ενάγοντες όπως το υπόλοιπο οφειλόμενο του λογαριασμού τους να το πληρωθούν από τρίτο πρόσωπο και οι Ενάγοντες αποδέχθηκαν την πρόταση υπό την αίρεση όμως ότι οι Εναγόμενοι θα προσκόμιζαν γραπτή ανάληψη χρέους από το τρίτο πρόσωπο. Οι Ενάγοντες κατά/ή περί την 31.3.04 και 14.9.04 απέστειλαν στους Εναγομένους πιστωτικές σημειώσεις αλλά οι Εναγόμενοι αναιρώντας τα συμφωνηθέντα ουδέποτε προσκόμισαν στους Ενάγοντες γραπτή ανάληψη χρέους από οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο μέχρι σήμερα, με αποτέλεσμα οι Εναγόμενοι να εξακολουθούν να οφείλουν το ποσό των €25.478,31, ως υπόλοιπο λογαριασμού και με τις πράξεις και/ή ενέργειες τους πλούτισαν αδικαιολόγητα σε βάρος των Εναγόντων. Περαιτέρω οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι μετά την 14.9.04 οι Εναγόμενοι παρήγγειλαν και/ή παρέλαβαν και άλλη ποσότητα σκυροδέματος από τους Ενάγοντες. Οι Εναγόμενοι ουδέποτε αμφισβήτησαν τον πιο πάνω λογαριασμό τους και υποσχέθηκαν προς τους Ενάγοντες την διευθέτηση του. Οι Ενάγοντες κάλεσαν επανειλημμένα τους Εναγομένους όπως τους εξoφλήσoυν το ως άνω οφειλόμενο ποσό αλλά οι τελευταίοι ουδέν ποσόν κατέβαλαν μέχρι σήμερα. Οι Εναγόμενοι στην έκθεση υπεράσπισης τους αρχικά εγείρουν προδικαστική ένσταση και ισχυρίζονται ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί καθότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στερείται κατά τόπον αρμοδιότητας για εκδίκαση της αφού αρμόδιο Δικαστήριο είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι ουδέποτε είχαν συνάψει οποιαδήποτε συμφωνία με τους Ενάγοντες και ουδέποτε συμφώνησαν όπως ανοιχθεί ή/και τηρείται τρεχούμενος λογαριασμός. Είναι εταιρεία ανάπτυξης γης και προβαίνουν σε ανεγέρσεις οικοδομών στη βάση ειδικής συμφωνίας με ανεξάρτητους εργολάβους, οι οποίοι και κάθε φορά αναλαμβάνουν το σχετικός κόστος προμήθειας των υλικών ανέγερσης. Έτσι ουδέποτε οι Εναγόμενοι προέβαιναν σε σχετικές παραγγελίες σκυροδέματος, ούτε ευθύνονταν για παραγγελίες και πληρωμή υλικών και βεβαίως δεν δεσμεύονται ή/και ούτε είναι υπεύθυνοι για πράξεις ή/και παραγγελίες ανεξάρτητων εργολάβων με τους οποίους συμβάλλονται. Οιαδήποτε χρέωση έγινε στο όνομα των Εναγομένων δια της οποίας προκύπτει το υπόλοιπο που προβάλλουν οι Ενάγοντες έγινε αυθαίρετα ή/και άνευ δικαιώματος ή/και άνευ ανταλλάγματος ή/και άνευ συμφωνίας ή/και χωρίς να έχουν πωληθεί ή/και παραδοθεί εμπορεύματα στους Εναγόμενους και εν πάση περιπτώσει χωρίς τη συγκατάθεση ή/και γνώση των Εναγομένων. Άνευ βλάβης των πιο πάνω οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι: (α) Το ισχυριζόμενο από τους Ενάγοντες υπόλοιπο είναι ποσό οφειλόμενο στους Εναγόμενους από τρίτα πρόσωπα ή/και ποσό το οποίο οι Ενάγοντες αποποιήθηκαν ή/και ποσό το οποίο εν πάση περιπτώσει δεν αφορά τους Εναγόμενους. Στον ισχυριζόμενο λογαριασμό που τηρούσαν οι Ενάγοντες παράνομα ή/και λανθασμένα ή/και καταχρηστικά ή/και χωρίς την γνώση ή/και άδεια των Εναγομένων, χρεώνονταν ποσά τα οποία δεν αφορούσαν τους Εναγόμενους αλλά αφορούσαν τρίτα πρόσωπα με τα οποία συνεργάζονταν για την ανέγερση συγκεκριμένου οικοδομήματος. Οι Εναγόμενοι κατέβαλλαν στο τρίτο αυτό πρόσωπο όλα τα ποσά που αφορούσαν το συγκεκριμένο οικοδόμημα, ως προέβλεπε μεταξύ τους συμφωνία, και το τρίτο αυτό πρόσωπο ήταν υπόλογο στους διάφορους υπεργολάβους όπως ήταν και οι Ενάγοντες, αναφορικά με την πληρωμή διαφόρων ποσών για διάφορα προϊόντα ή υπηρεσίες. Για τον λόγο αυτό οι Ενάγοντες κατά η περί το 2004 εξέδωσαν δεόντως υπογεγραμμένες πιστωτικές σημειώσεις προς τους Εναγόμενους με τις οποίες μηδένιζαν τον λογαριασμό των τελευταίων. Αρνούνται δε ότι οι πιστωτικές σημειώσεις εκδόθηκαν υπό οποιαδήποτε αίρεση ή όρο. (β) Κατά/ή περί τον Νοέμβριο του 2004 οι Εναγόμενοι προέβηκαν σε παραγγελία σκυροδέματος από τους Ενάγοντες για διαφορετικό οικοδόμημα που ουδεμία σχέση είχε με το πιο πάνω αναφερόμενο οικοδόμημα και η παραγγελία αυτή ουδεμία σχέση έχει με την παρούσα υπόθεση. Περαιτέρω αναφέρουν ότι εκ παραδρομής το ποσό που αφορούσε την παραγγελία αυτή δεν καταβλήθηκε στους Ενάγοντες και για τον λόγο αυτό μόλις οι Εναγόμενοι συνειδητοποίησαν την παράλειψη απέστειλαν σχετική επιστολή στους Ενάγοντες στην οποία εσώκλειαν επιταγή για το σχετικό ποσό. Οι Ενάγοντες αρνήθηκαν όμως να παραλάβουν την σχετική επιταγή. (γ) Δεν οφείλουν κανένα ποσό στους Ενάγοντες και οποιαδήποτε χρέωση έγινε από τους Ενάγοντες συντελέστηκε παράνομα ή/και αυθαίρετα ή/και χωρίς την άδεια ή/και έγκριση των Εναγόμενων. Ουδέποτε δε οι Ενάγοντες κοινοποίησαν λογαριασμό στους Εναγόμενους και ουδέποτε οι Εναγόμενοι υποσχέθηκαν τη διευθέτησή του. Ουδέποτε οι Εναγόμενοι συμφώνησαν ή/και υπέγραψαν με οιοδήποτε έγγραφο, τιμολόγιο, λογαριασμό ή άλλο αποδεικτικό παραλαβής για οποιαδήποτε παράδοση που έγινε από τους Ενάγοντες και ουδέποτε οχλήθηκαν από τους Ενάγοντες, τουλάχιστον μέχρι το διάστημα που αμέσως προηγήθηκε της καταχώρησης της αγωγής. Τέλος άνευ βλάβης των πιο πάνω οι Εναγόμενοι εγείρουν την υπεράσπιση της ολιγωρίας (Iaches) ή/και καθυστέρησης (delay) και ισχυρίζονται ότι συνεπεία της καθυστέρησης των Εναγόντων να θέσουν υπόψην των Εναγομένων τις αξιώσεις τους οι τελευταίοι μετέβαλαν την οικονομική ή/και νομική τους θέση. Ως εκ των άνω ζητούν απόρριψη της αγωγής με έξοδα σε βάρος των Εναγόντων. Στην απάντηση τους στην υπεράσπιση οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η βάση της αγωγής έχει προκύψει καθ' ολοκληρία στη Λεμεσό και ως εκ τούτου αρμόδιο Δικαστήριο είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού. Επαναλαμβάνουν ουσιαστικά τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης και αρνούνται και απορρίπτουν τους λοιπούς ισχυρισμούς των Εναγομένων. Αναφέρουν δε ότι όλη η ποσότητα σκυροδέματος που εμφαίνεται στα σχετικά δελτία παράδοσης και σχετικά τιμολόγια με τα οποία χρεώθηκε ο λογαριασμός των Εναγομένων παραδόθηκε στους Εναγόμενους και σε κανένα άλλο τρίτο πρόσωπο, το οποίο εν πάση περιπτώσει οι Εναγόντες αγνοούν και δεν γνωρίζουν. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι οι Εναγόμενοι κατέβαλλαν διάφορα ποσά σε διάφορες ημερομηνίες έναντι του ως άνω λογαριασμού τους προς τους Ενάγοντες και παρέμεινε υπόλοιπο οφειλόμενο και πληρωτέο το ποσό των €25.478,
- Αναφέρουν επίσης ότι όλα τα δελτία παράδοσης σκυροδέματος προς τους Εναγομένους μιλούν από μόνα τους μέχρι και τον Νοέμβριο του 2004 και ότι η παράδοση σκυροδέματος που έγινε σύμφωνα με την παραγγελία των Εναγομένων κατά/ή περί τον Νοέμβριο του 2004, έγινε στο ίδιο οικοδόμημα όπου οι Ενάγοντες παρέδωσαν προηγουμένως και άλλες ποσότητες σκυροδέματος προς τους Εναγόμενους. Δέχονται δε ότι οι Εναγόμενοι στις 13.11.08 τους απέστειλαν την επιταγή της Σ.Π.Ε. ΜΑΚΡΑΣΥΚΑΣ υπ' αρ.08496507 για το ποσόν των €410,47 και ζητούσαν να τους σταλεί απόδειξη πλήρους εξόφλησης των οφειλών τους, πράγμα το οποίο οι Ενάγοντες αρνήθηκαν και επέστρεψαν την επιταγή. Μαρτυρία Για την απόδειξη της υπόθεσης των Εναγόντων κατέθεσε ένας μάρτυρας. Από την πλευρά των Εναγομένων κατέθεσαν δύο μάρτυρες. Κατατέθηκαν δε συνολικά 15 τεκμήρια. Ως Μ.Ε.1 κατέθεσε ο Χαράλαμπος Αντωνίου, εκ των διευθυντών των Εναγόντων, ο οποίος ανέφερε ουσιαστικά τα εξής: Οι Ενάγοντες είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με έδρα τη Λεμεσό. Οι Εναγόμενοι ήταν πελάτες τους και είχαν με αυτούς εμπορική συνεργασία που διήρκησε κατά τα έτη 2003-
- Οι Ενάγοντες κατόπιν παραγγελίας από τους Εναγόμενους προμήθευσαν τους τελευταίους διάφορες ποσότητες σκυροδέματος (μπετόν) σε τρία εργοτάξια αυτών στη Λεμεσό. Οι Εναγόμενοι όταν παραλάμβαναν το μπετόν υπέγραφαν δελτία παραλαβής με βάση τα οποία εκδίδονταν σχετικά τιμολόγια (κατέθεσε ως τεκμήριο 2 σετ εγγράφων αποτελούμενο από τα εν λόγω δελτία παραλαβής και τα τιμολόγια). Διατηρείτο λογαριασμός χρεοπιστώσεων των Εναγομένων, ως ήταν η συμφωνία τους, ο οποίος χρεωνόταν με τις τιμές που είχαν προσυμφωνήσει και οι οποίες τιμές ήταν λογικές. Όταν δε οι Εναγόμενοι έκαναν πληρωμές πιστωνόταν με το αντίστοιχο ποσό (κατέθεσε ως τεκμήρια 3 και 4 καταστάσεις λογαριασμού για τα έτη 2003 και 2004 αντίστοιχα). Για τις διάφορες πληρωμές που έκαναν οι Εναγόμενοι εκδίδονταν σχετικές αποδείξεις (κατέθεσε ως τεκμήριο 5 σετ εγγράφων αποτελούμενο από αντίγραφα των εν λόγω αποδείξεων). Η τελευταία πληρωμή που έκαναν οι Εναγόμενοι ήταν στις 29.3.
- Εκείνη την ημέρα το οφειλόμενο υπόλοιπο των Εναγομένων ήταν Λ.Κ.12,091.
- Μετά την εν λόγω ημερομηνία οι Εναγόμενοι συνέχισαν να παραγγέλνουν και οι Ενάγοντες τους παρέδιδαν μπετόν, όχι όμως με τον ίδιο ρυθμό. Κατά/ή περί την 31.3.04 οι Εναγόμενοι έκαναν στους Ενάγοντες πρόταση όπως το υπόλοιπο του λογαριασμού που όφειλαν στους τελευταίους το πληρωθούν από κάποιο τρίτο πρόσωπο και οι Ενάγοντες αποδέχτηκαν την πρόταση υπό την αίρεση ότι οι Εναγόμενοι θα έφερναν γραπτή ανάληψη χρέους από το τρίτο πρόσωπο. Οι Εναγόμενοι ανέφεραν στο μάρτυρα ότι για να μπορέσουν να του φέρουν γραπτή ανάληψη χρέους έπρεπε να εκδώσει πιστωτικές σημειώσεις. Δεν του υπέδειξαν τότε και ο μάρτυρας δεν ήξερε ποιος θα αναλάμβανε. Έτσι οι Ενάγοντες έκδοσαν μια πιστωτική σημείωση στις 29.3.04 και μετά άλλη μια στις 14.9.04 τις οποίες έστειλαν με φαξ στους Εναγομένους αλλά αυτοί μέχρι σήμερα δεν τους προσκόμισαν γραπτή ανάληψη χρέους από οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο, αναιρώντας έτσι αυτά που συμφώνησαν. Όταν του ζητήθηκε ουσιαστικά να εξηγήσει στην αντεξέταση πως και εκδόθηκαν δύο πιστωτικές σημειώσεις με διαφορά 5 μηνών μεταξύ τους είπε ότι για την πρώτη του είπαν οι Εναγόμενοι ότι θα του υποδείκνυαν γραπτώς ποιος θα αναλάμβανε και ότι δεν θα του παράγγελλαν πλέον αυτοί άλλες ποσότητες αλλά συνέχισαν να παραγγέλνουν, αυξήθηκε το ποσό που του χρωστούσαν, είχε συχνή επαφή μαζί τους και του έλεγαν ότι θα τον πλήρωναν ή ότι κάποιος τρίτος θα τον πλήρωνε και γι' αυτό έκδωσε και τη δεύτερη πιστωτική, κάθε φορά με την υπόσχεση ότι θα του υποδείκνυαν γραπτώς ποιος θα ήταν ο τρίτος που θα αναλάμβανε το χρέος. Ανέφερε επίσης ότι οι Εναγόμενοι του έλεγαν διάφορες δικαιολογίες ότι θα του έφερναν γραπτή ανάληψη χρέους, ότι θα τον πλήρωναν αυτοί δηλ. δεν του έδιναν καθαρή απάντηση και γι' αυτό δεν έστειλε τα πρωτότυπα των πιστωτικών σημειώσεων αλλά αντίγραφα αυτών στο φαξ. Τον Χαράλαμπο Χαραλάμπους τον γνώρισε σε ένα από τα τρία εργοτάξια που παρέδιδαν μπετόν στους Εναγόμενους. Δεν γνωρίζει εάν ήταν υπάλληλος των Εναγομένων ή υπεργολάβος του έργου. Σε κάποια περίοδο την οποία δεν θυμάται ακριβώς ημερομηνία, μέσα στο 2004, ξεκίνησαν οι Ενάγοντες να συνεργάζονται με τον Χαραλάμπους σαν εργολάβο και του παρέδιδαν μπετόν σε διάφορα εργοτάξια κάποια εκ των οποίων ήταν των Εναγομένων. Όμως τα σχετικά τιμολόγια και τα δελτία παράδοσης εκδίδονταν στο όνομα της εταιρείας του Χαραλάμπους και όχι των Εναγομένων και ο Χαραλάμπους πλήρωνε τους Ενάγοντες. Δεν γνωρίζει από πού πληρωνόταν ο Χαραλάμπους. Ανέφερε επίσης ότι πρώτα εκδόθηκαν οι πιστωτικές σημειώσεις, του είπαν οι Εναγόμενοι ότι θα τον πλήρωνε κάποιος άλλος και θα του έφερναν γραπτώς ανάληψη του χρέους από κάποιον τρίτο και σε μεταγενέστερο στάδιο του υπέδειξαν ότι αυτός ο τρίτος θα ήταν ο Χαραλάμπους. Δεν θυμάται όμως πόσο μετά. Μετά που του υπέδειξαν τον Χαραλάμπους ο μάρτυρας το ανέφερε στον Χαραλάμπους αλλά εκείνος ουσιαστικά αρνήθηκε λέγοντας του ότι θα πλήρωνε τα τιμολόγια που εκδίδονταν στο όνομα της εταιρείας του και όχι των Εναγομένων. Δεν θυμόταν ο μάρτυρας πότε ακριβώς έγινε αυτό. Μίλησε επίσης ο μάρτυρας και με κάποιο υπάλληλο των Εναγομένων επ' ονόματι Βασίλη, ο οποίος του είπε ότι θα του έφερνε γραπτώς ότι θα τον πλήρωνε ο Χαραλάμπους αλλά αυτό δεν έγινε ποτέ. Όταν ρωτήθηκε γιατί όταν του ανέφερε το πιο πάνω ο Χαραλάμπους δεν ακύρωσε τις πιστωτικές σημειώσεις, απάντησε ότι δεν το έκανε γιατί γνώριζε ότι δεν είχε δώσει τα πρωτότυπα και μιλούσε με τους Εναγόμενους, οι οποίοι του έλεγαν ότι θα του έπαιρναν γραπτή ανάληψη του χρέους από κάποιον τρίτο. Εξήγησε δε ότι οι πιστωτικές σημειώσεις δεν αναφέρονται στα τεκμήρια 3 και 4 γιατί ποτέ δεν έδωσε οδηγίες στο λογιστήριο να τις περάσει, αφού ποτέ δεν πήρε τη γραπτή ανάληψη χρέους. Μετά τις 14.9.04 και συγκεκριμένα στις 24.11.04 οι Εναγόμενοι παρήγγειλαν και παρέλαβαν και άλλη ποσότητα σκυροδέματος από τους Ενάγοντες, την οποία οι τελευταίοι παρέδωσαν σε οικοδομή όπου προηγουμένως παρέδωσαν αρκετές φορές και άλλες ποσότητες σκυροδέματος στους Εναγομένους. Όταν του υποδείχθηκε το τεκμήριο Β προς αναγνώριση (αργότερα κατατέθηκε ως τεκμήριο 14) και συγκεκριμένα αυτό που αναγράφεται εκεί χειρόγραφα («ELENA 38») είπε ουσιαστικά ότι αυτά δεν γράφτηκαν από την εταιρεία του και πρέπει να γράφτηκαν μεταγενέστερα εφόσον δεν υπάρχουν στο αντίστοιχο τιμολόγιο στο τεκμήριο 2 ενώ δεν αναγνώρισε ούτε τη μονογραφή κάτω από αυτό. Η πιο πάνω ήταν η τελευταία φορά που οι Εναγόμενοι αγόρασαν σκυρόδεμα. Τότε ο λογαριασμός των Εναγομένων έδειχνε υπόλοιπο Λ.Κ.14.911,79 ήτoι €25.478,
- Όσον αφορά το τεκμήριο Α προς Αναγνώριση (το οποίο αργότερα κατατέθηκε ως τεκμήριο 13) είπε ότι πρώτη φορά το βλέπει και ήταν ουσιαστικά η θέση του ότι αν και είναι στο όνομα της εταιρείας του δεν εκδόθηκε από αυτήν και δεν γνωρίζει ποιος το έκδωσε. Πριν την έγερση της αγωγής κάποιος Αντρέας και κάποιος Βασίλης από τους Εναγόμενους τον ρώτησαν αν ενδιαφερόταν να αγοράσει διαμέρισμα από τους Εναγόμενους σε πολυκατοικία που έκτιζαν στην Αθήνα και το ποσό που όφειλαν στους Ενάγοντες να θεωρείτο ως έναντι προκαταβολής. Όταν ο ίδιος βρισκόταν σε ταξίδι στην Αθήνα πήγε μαζί με τον Αντρέα και του έδειξαν το διαμέρισμα αλλά επειδή το κόστος ήταν μεγάλο οι Ενάγοντες αποφάσισαν ότι δεν τους συνέφερε και είπαν στους Εναγόμενους ότι ήθελαν να πληρωθούν το ποσό που τους όφειλαν. Σε ερώτηση, εφόσον γνώριζε ότι οι Εναγόμενοι είχαν υπόψη τους τις πιο πάνω πιστωτικές σημειώσεις, γιατί για τέσσερα χρόνια δεν τους έστειλε ακύρωση αυτών, είπε ότι δεν το έκανε επειδή επανειλημμένα του έλεγαν ότι θα τον κανονίσουν. Μέχρι που είδε ότι τελικά τον κορόιδευαν και αποφάσισε να κινήσει την παρούσα αγωγή. Σε υποβολή ότι μετά την έκδοση της τελευταίας πιστωτικής δεν ζήτησε από τους Εναγόμενους να του καταβάλουν οποιοδήποτε υπόλοιπο είπε ότι ζητούσε πάρα πολλές φορές τα λεφτά. Σε ερώτηση γιατί δεν έστειλε επιστολή να ζητήσει το ποσό, είπε ότι σαν εταιρεία, αφού εξάντλησαν όλα τα μέσα και προσπάθειες για να εισπράξουν το οφειλόμενο χωρίς αποτέλεσμα, αποφάσισαν το 2008 να κινηθούν δικαστικά. Σε ερώτηση γιατί δεν έστειλε έστω μια επιστολή στους Εναγόμενους να τους λέει ότι οι πιστωτικές σημειώσεις καθίστανται άκυρες γιατί δεν του προσκόμισαν γραπτή ανάληψη χρέους, είπε ότι από τη στιγμή που τις θεωρούσαν άκυρες και δεν είχαν καν περαστεί στο λογιστικό τους σύστημα, δεν θεωρούσαν ότι έπρεπε να στείλουν οτιδήποτε γραπτώς. Μετά την καταχώρηση της παρούσας αγωγής και όταν ο δικηγόρος των Εναγόντων ανέφερε στο μάρτυρα ότι οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι δεν χρωστούν στους Ενάγοντες και έχουν πιστωτικές σημειώσεις, ο μάρτυρας έψαξε να βρει τα πρωτότυπα αυτών νομιζόμενος ότι βρίσκονταν στην κατοχή των Εναγόντων αλλά δεν τα βρήκε. Όταν ρώτησε στην εταιρεία του είπαν ότι μετά από τις 14.9.04 επικοινώνησαν από το λογιστήριο των Εναγομένων και ανέφεραν σε κάποιο υπάλληλο των Εναγόντων ότι υπάρχουν κάποιες πιστωτικές σημειώσεις και τον παρακάλεσαν να τους στείλει τα πρωτότυπα. Έτσι χωρίς τη συγκατάθεση και γνώση του μάρτυρα, στάληκαν στους Εναγόμενους τα πρωτότυπα των εν λόγω πιστωτικών σημειώσεων. Κατέθεσε ως τεκμήριο 6 αντίγραφα των εν λόγω πιστωτικών σημειώσεων, τα οποία ως δήλωσε, δεν τα είχαν στα γραφεία τους αλλά τα απέστειλαν οι δικηγόροι των Εναγομένων στο δικηγόρο των Εναγόντων με τηλεομοιότυπο ημερ. 13.10.
- Εννέα μήνες μετά την καταχώρηση της αγωγής οι Εναγόμενοι στις 13.11.08 έστειλαν στους Ενάγοντες μία επιταγή τους με αρ. 08496507 τις Σ.Π.Ε. ΜΑΚΡΑΣΥΚΑΣ για το ποσό των €410,47, η οποία συνοδευόταν με επιστολή τους και ζητούσαν να τους στείλουν εξοφλητική απόδειξη όλων των οφειλών τους (κατέθεσε ως τεκμήριο 7 αντίγραφο της εν λόγω επιστολής με επισυνημμένο αντίγραφο της εν λόγω επιταγής). Οι Ενάγοντες δεν αποδέχτηκαν την επιταγή και την επέστρεψαν. Έκτοτε δηλαδή από τις 24.11.04 δεν καταβλήθηκε οποιονδήποτε ποσό έναντι του λογαριασμού των Εναγομένων παρά το ότι οι Ενάγοντες τους ειδοποίησαν επανειλημμένα να τους εξοφλήσουν. Ως Μ.Υ.1 κατέθεσε η Άννα Νεάρχου, υπεύθυνη του λογιστηρίου των Εναγομένων από την 1.1.02, η οποία ανέφερε τα ακόλουθα: Λόγω των αρμοδιοτήτων της πάντοτε είχε την ευθύνη να ελέγχει τις πληρωμές, τα τιμολόγια τα οποία εκδίδονταν από το λογιστήριο των Εναγομένων και να ελέγχει τους λογαριασμούς του κάθε πιστωτή τους. Επίσης κάθε χρόνο είναι υπεύθυνη να ετοιμάσει και να ελέγξει τα λογιστικά βιβλία των Εναγομένων για να εκδοθούν οι εξελεγμένοι λογαριασμοί από τους ελεγκτές τους. Οι Εναγόμενοι ήταν και είναι πάντοτε συνεπείς με τις υποχρεώσεις τους και ανά τακτά διαστήματα κατέβαλλαν και συνεχίζουν να καταβάλλουν όλα τα οφειλόμενα χρήματα για την ανέγερση των οικοδομών και δεν έχουν καθυστερημένα υπόλοιπα, πέραν από κάποιες εκάστοτε μικρές καθυστερήσεις που ειδικά στον τομέα ανάπτυξης ακινήτων είναι σύνηθες φαινόμενο. Συγκεκριμένα, εάν το κάθε έργο είχε κυρίως εργολάβο, κατέβαλλαν στον εργολάβο τα χρήματα για την αμοιβή του ιδίου αλλά και για τις υπηρεσίες όλων των υπεργολάβων και ο εργολάβος στην συνέχεια κατέβαλλε την αμοιβή του εκάστοτε υπεργολάβου. Εάν το έργο δεν είχε υπεργολάβους τότε οι Εναγόμενοι εξοφλούσαν στους υπεργολάβους τα τιμολόγια τους. Στην παρούσα υπόθεση οι Εναγόμενοι είχαν ξεκινήσει να καταβάλλουν ποσά στους Ενάγοντες γιατί για τις πολυκατοικίες που ανήγειραν το εν λόγω διάστημα δεν είχαν εργοδοτήσει κυρίως εργολάβο. Αρχές όμως του 2004 οι Εναγόμενοι είχαν διορίσει τον Χαράλαμπο Χαραλάμπους, μέσω της εργοληπτικής του εταιρείας Μ. Χαραλάμπους, ως κυρίως εργολάβο για τις πολυκατοικίες με το όνομα Elena και αριθμούς 45, 46, 47 και
- Εν προκειμένω ο Χαραλάμπους, ως κυρίως εργολάβος, είχε ευθύνη να λαμβάνει τα συνολικά χρήματα από το λογιστήριο των Εναγομένων και να τα καταβάλει στους υπεργολάβους και εν προκειμένω στα άτομα τα οποία του παρέδιδαν το σκυρόδεμα δηλαδή στους Ενάγοντες. Επειδή στην συγκεκριμένη περίπτωση, οι Εναγόμενοι, κατά τον διορισμό του Χαραλάμπους ως κυρίως εργολάβου, είχαν υπόλοιπο στους Ενάγοντες, συμφωνήθηκε μεταξύ των Εναγομένων και του Χαραλάμπους ότι η εργοληπτική Μ. Χαραλάμπους, θα αναλάμβανε το χρέος των Εναγομένων προς τους Ενάγοντες. Το ποσό αυτό που φαινόταν ως οφειλόμενο από τους Εναγόμενους συμπεριλήφθηκε και στην συνολική αμοιβή που θα λάμβανε η εργοληπτική Μ. Χαραλάμπους με την αποπεράτωση του έργου. Από όσο γνωρίζει η μάρτυρας οι Ενάγοντες ήξεραν ότι πλέον θα αναλάβει ως κυρίως εργολάβος η εργοληπτική Μ. Χαραλάμπους και το αποδέχτηκαν διότι εξέδωσαν δύο πιστωτικές σημειώσεις, οι οποίες αφορούσαν το υπόλοιπο του λογαριασμού. Κατέθεσε ως τεκμήριο 9 τα πρωτότυπα των εν λόγω πιστωτικών σημειώσεων. Οι Εναγόμενοι κατά καιρούς έδιναν διάφορα ποσά στον Χαράλαμπο Χαραλάμπους για να εξοφλήσει τους υπεργολάβους και ορισμένες φορές εκείνος τους έλεγε που επρόκειτο να δώσει τα χρήματα που του παρέδιδαν ενώ άλλες φορές όχι. Οι Εναγόμενοι στις 19.10.06 εξόφλησαν τον Χαραλάμπους καταβάλλοντας του και την τελευταία πληρωμή των συμφωνηθέντων ποσών. Το συνολικό ποσό που του κατέβαλαν και το οποίο περιλάμβανε το σύνολο των υπηρεσιών του και το σύνολο των υπηρεσιών των υπεργολάβων ήταν Λ.Κ.1.317.000 και στο ποσό αυτό υπολογίστηκε και το ποσό των Λ.Κ.14.501,23 που διεκδικούν οι Ενάγοντες. Επομένως όταν εκδόθηκαν οι δύο πιστωτικές σημειώσεις η μάρτυρας τις πέρασε στο σύστημα που διατηρούσαν με αποτέλεσμα ο λογαριασμός που διατηρούσαν για τους Ενάγοντες να δείχνει μηδενικό υπόλοιπο. Φαίνεται ότι κατά τον Νοέμβριο του 2004 οι Εναγόμενοι έκαναν ακόμα μια παραγγελία για σκυρόδεμα από τους Ενάγοντες αλλά επειδή το σκυρόδεμα αυτό αφορούσε πολυκατοικία για την οποία δεν διόρισαν τον Χαραλάμπους ως κυρίως εργολάβο, δηλαδή την πολυκατοικία Elena 38, δεν ζήτησαν να εκδοθεί νέα πιστωτική σημείωση και το ποσό παρέμεινε ως οφειλόμενο από τους Εναγόμενους στον λογαριασμό που διατηρούσε για τους Ενάγοντες. Κατέθεσε ως τεκμήριο 10 σχετική κατάσταση λογαριασμού που τηρούσαν οι Εναγόμενοι. Επίσης κατέθεσε ως τεκμήριο 14 το τεκμήριο Β προς αναγνώριση δηλ. το πρωτότυπο τιμολόγιο της εν λόγω παραγγελίας, στο οποίο αναγράφεται χειρόγραφα η φράση «ELENA 38» και από κάτω υπάρχει μια μονογραφή. Εξήγησε ότι η εν λόγω μονογραφή ανήκει σε συνεργάτη των Εναγομένων, ο οποίος ανέγραψε και την πιο πάνω φράση καθότι οι Εναγόμενοι σε όλα τα τιμολόγια έγραφαν για ποια πολυκατοικία είναι. Το ποσό της εν λόγω παραγγελίας επειδή ήταν και πολύ μικρό, εκ παραδρομής δεν καταβλήθηκε στους Ενάγοντες. Όταν αυτοί χωρίς οποιαδήποτε προειδοποίηση κίνησαν την παρούσα αγωγή η μάρτυρας έλεγξε τον λογαριασμό που διατηρούσαν για τους Ενάγοντες και όταν είδε ότι υπάρχει υπόλοιπο Λ.Κ.410.47 εξέδωσε σχετική επιταγή, την απέστειλαν στους Ενάγοντες για εξόφληση και παρακάλεσαν να εκδοθεί σχετική εξοφλητική απόδειξη (κατέθεσε ως τεκμήριο 11 αντίγραφο της σχετικής επιστολής). Οι Ενάγοντες όμως με επιστολή του δικηγόρου τους ημερ. 11.12.08 δεν την αποδέχτηκαν και απέστειλαν την επιταγή πίσω (κατέθεσε ως τεκμήριο 12 την επιστολή ημερ. 11.12.08 με επισυνημμένη την πρωτότυπη επιταγή). Οι Εναγόμενοι κατέβαλλαν όλα τα οφειλόμενα ποσά προς τους Ενάγοντες και δεν έχουν οιαδήποτε υποχρέωση έναντι τους σχετικά με τις εργασίες τις οποίες διεξήγαγαν με κυρίως εργολάβο τον Χαραλάμπους. Οι Ενάγοντες εξέδωσαν στις 6.5.05 κατάσταση λογαριασμού στην οποία φαίνεται ότι για περίοδο από 1.1.05 μέχρι 30.4.05 το υπόλοιπο που είχαν οι Εναγόμενοι ήταν το ποσό των Λ.Κ.410.47 από μεταφορά και όχι το ποσό που ισχυρίζονται σήμερα ότι είναι το υπόλοιπο του λογαριασμού των Εναγομένων (κατέθεσε ως τεκμήριο 13 την εν λόγω κατάσταση η οποία πριν είχε κατατεθεί ως τεκμήριο Α προς αναγνώριση). Εκ τούτου η μάρτυρας θεωρεί ότι και οι Ενάγοντες είχαν περάσει τις πιστωτικές σημειώσεις που εξέδωσαν στο σύστημα τους και οι καταστάσεις λογαριασμού που διατηρούσαν και οι δύο εταιρείες ήταν σύμφωνες τουλάχιστον μέχρι το
- Δέχτηκε ότι το τεκμήριο 2 είναι τα τιμολόγια και τα δελτία παράδοσης και ότι οι Εναγόμενοι έπαιρναν τα πρωτότυπα των τιμολογίων και ότι αυτά αφορούν ποσότητες σκυροδέματος που έπαιρναν οι Εναγόμενοι από τους Ενάγοντες και αφορούν την περίοδο από 1.1.03 μέχρι 24.11.
- Περαιτέρω συμφώνησε με το περιεχόμενο των καταστάσεων λογαριασμού των Εναγόντων τεκμήρια 3 και 4, εκτός από το ότι σ' αυτά δεν περιλαμβάνονται οι πιστωτικές σημειώσεις και εκτός του τελικού υπολοίπου που φαίνεται στο τεκμήριο
- Λόγω της θέσης της στους Εναγόμενους αναφέρει ότι αυτοί δεν οφείλουν κανένα ποσό προς τους Ενάγοντες πέραν του προαναφερόμενου ποσού των Λ.Κ.410.
- Οιαδήποτε απαίτηση από αυτούς πρέπει να στραφεί κατά του Χαραλάμπους, ο οποίος είναι και το πρόσωπο το οποίο όφειλε να καταβάλλει τα χρήματα και οι Ενάγοντες το ήξεραν πολύ καλά. Μέχρι σήμερα οι Ενάγοντες δεν απέστειλαν στους Εναγόμενους άλλα τιμολόγια για να χρεωθεί και πάλι ο λογαριασμός τους, ούτε ακύρωσαν με οποιοδήποτε τρόπο τις πιστωτικές σημειώσεις, παρά μόνο προχώρησαν σε αγωγή. Ως Μ.Υ.2 κατέθεσε ο Ανδρέας Ανδρέου, εκ των διευθυντών των Εναγομένων, ο οποίος ανέφερε τα ακόλουθα: Οι Εναγόμενοι είναι εταιρεία, η οποία δραστηριοποιείται στην ανάπτυξη γης και προβαίνει σε ανεγέρσεις οικοδομών στη βάση ειδικής συμφωνίας που συνάπτει με εργολάβους, οι οποίοι με την σειρά τους αναλαμβάνουν το σχετικό κόστος της προμήθειας και των υλικών ανέγερσης. Κατά το έτος 2003, οι Εναγόμενοι είχαν ξεκινήσει την κατασκευή 4 πολυκατοικιών στην Λεμεσό με την ονομασία Elena και με αριθμούς 45, 46, 47 και
- Για τον σκοπό αυτό ξεκίνησαν να παραγγέλνουν σκυρόδεμα από τους Ενάγοντες και το λογιστήριο ανάλογα τακτοποιούσε τις πληρωμές. Περί τις αρχές του 2004 οι Εναγόμενοι αποφάσισαν να διορίσουν, για τα πιο πάνω έργα, κυρίως εργολάβο, ο οποίος θα ήταν υπεύθυνος για την εξασφάλιση των υλικών και υπηρεσιών για την ανέγερση των πολυκατοικιών αλλά και για την πληρωμή των υπεργολάβων. Ο κυρίως εργολάβος ήταν ο Χαράλαμπος Χαραλάμπους, ο οποίος συμβλήθηκε με τους Εναγόμενους μέσω της κατασκευαστικής του εταιρείας Μ. Χαραλάμπους. Επειδή οι Εναγόμενοι κατά το διάστημα εκείνο είχαν ορισμένες οικονομικές εκκρεμότητες με κάποιους υπεργολάβους, αντί να καταβάλουν αυτοί το τίμημα, συμφώνησαν με τους υπεργολάβους και τον κυρίως εργολάβο, να αναλάβει ο κυρίως εργολάβος να καταβάλει στους υπεργολάβους τα ποσά για τα οποία οι υπεργολάβοι είχαν ήδη εκδώσει τιμολόγια στους Εναγόμενους. Τα ποσά αυτά είχαν συμπεριληφθεί στην αμοιβή του κυρίως εργολάβου που με βάση την συμφωνία τους ήταν Λ.Κ.1.317.
- Για τον σκοπό αυτό οι Ενάγοντες εξέδωσαν προς τους Εναγόμενους δύο πιστωτικές σημειώσεις (το τεκμήριο 9) με τις οποίες απάλλασσαν αυτούς από οποιαδήποτε οφειλή. Συγκεκριμένα οι Εναγόμενοι υπέδειξαν στους Ενάγοντες ότι ο κυρίως εργολάβος θα ήταν ο Χαράλαμπος Χαραλάμπους μέσω της εργοληπτικής του εταιρείας Μ. Χαραλάμπους και μετά την έκδοση των δύο πιστωτικών σημειώσεων, ο Χαραλάμπους συνέχιζε να παραγγέλνει σκυρόδεμα μέσω της εργοληπτικής του εταιρείας για τις πολυκατοικίες των Εναγομένων. Οι Ενάγοντες συμφώνησαν με τον διακανονισμό αυτό, διότι ήδη ήξεραν τον κυρίως εργολάβο αφού παραλάμβανε από πριν κάποιες ποσότητες σκυροδέματος για τους Εναγόμενους και για τον λόγο αυτό εξέδωσαν τις πιστωτικές σημειώσεις τις οποίες ποτέ δεν ανακάλεσαν με οποιοδήποτε τρόπο. Επίσης οι Ενάγοντες ήξεραν πολύ καλά ότι κάποιες από τις ποσότητες σκυροδέματος που παράγγελνε στην συνέχεια ο Χαραλάμπους ήταν για την ανέγερση των πολυκατοικιών των Εναγομένων. Οι Εναγόμενοι πλήρωναν τον Χαραλάμπους και για τις δικές του υπηρεσίες αλλά και για να πληρώνει τους υπεργολάβους όπως οι Ενάγοντες. Περί τον Οκτώβριο του 2006 οι Εναγόμενοι εξόφλησαν τον Χαραλάμπους, ο οποίος τους εξέδωσε εξοφλητική απόδειξη. Οι Εναγόμενοι σε κάθε περίπτωση κατέβαλλαν στον Χαραλάμπους οποιαδήποτε ποσά όφειλαν, ως προέβλεπε η μεταξύ τους συμφωνία, και ως εκ τούτου ο Χαραλάμπους με την σειρά του όφειλε να καταβάλει τα χρήματα αυτά για τις υπηρεσίες και τα προϊόντα στην αντίστοιχη εταιρεία στην οποία οφείλονταν. Οι Εναγόμενοι δεν υπέχουν οιαδήποτε ευθύνη σχετικά με τα χρήματα τα οποία διεκδικούν οι Ενάγοντες εφόσον αυτοί έχουν εκδώσει τις δύο πιστωτικές σημειώσεις με τις οποίες μηδενιζόταν ο λογαριασμός που διατηρούσαν τα λογιστήρια των δύο εταιρειών στα αρχεία τους και επιπρόσθετα τα ποσά που διεκδικούν οι Ενάγοντες οι Εναγόμενοι τα έχουν ήδη καταβάλει στον Χαραλάμπους, ως ήταν η συνεννόηση όλων. Κατά τον Νοέμβριο του 2004 οι Εναγόμενοι έκαναν ακόμη μια παραγγελία για σκυρόδεμα από τους Ενάγοντες αλλά επειδή το σκυρόδεμα αυτό αφορούσε πολυκατοικία για την οποία δεν διόρισαν τον Χαραλάμπους ως κυρίως εργολάβο, δηλαδή την πολυκατοικία Elena 38, δεν ζήτησαν να εκδοθεί νέα πιστωτική σημείωση και το ποσό παρέμεινε ως οφειλόμενο από τους Εναγόμενους στον λογαριασμό που διατηρούσαν για τους Ενάγοντες. Το ποσό αυτό επειδή ήταν και πολύ μικρό δεν καταβλήθηκε στους Ενάγοντες εκ παραδρομής. Όταν οι Ενάγοντες καταχώρησαν την παρούσα ο μάρτυρας έδωσε οδηγίες στο λογιστήριο να ελέγξει τον λογαριασμό και ενημερώθηκε ότι υπάρχει υπόλοιπο Λ.Κ.410.
- Έτσι έδωσε οδηγίες να σταλεί στους Ενάγοντες σχετική επιταγή για να εξοφληθεί το υπόλοιπο και απέστειλαν και σχετική επιστολή με την επιταγή. Οι Ενάγοντες όμως με επιστολή του δικηγόρου τους ημερ. 11.12.08 δεν την αποδέχτηκαν και απέστειλαν την επιταγή πίσω. Περαιτέρω οι Ενάγοντες ποτέ πριν την καταχώρηση της αγωγής δεν ανέφεραν στο μάρτυρα ότι υπάρχει ανεξόφλητη οφειλή. Ήξεραν πολύ καλά ότι τα ποσά για τα οποία εξέδωσαν στους Εναγόμενους τις πιστωτικές σημειώσεις θα τα λάμβαναν από τον Χαραλάμπους, για αυτό άλλωστε και εξέδωσαν τις πιστωτικές σημειώσεις. Στα αρχεία των Εναγομένων έχουν και κατάσταση λογαριασμού από τους Ενάγοντες ημερ. 6.5.05 την οποία οι Ενάγοντες απέστειλαν στους Εναγόμενους και η οποία δείχνει ότι το οφειλόμενο από τους Εναγόμενους υπόλοιπο είναι Λ.Κ.410.47 (τεκμήριο 13). Σε καμία περίπτωση οι Ενάγοντες και οποιοσδήποτε εκ των αντιπροσώπων τους δεν είπε στον μάρτυρα ή στον Βασίλη Ανδρέου ότι υπάρχουν καθυστερημένες πληρωμές από τους Εναγόμενους και ότι τα ποσά αυτά πρέπει να καταβληθούν από αυτούς. Οι Εναγόμενοι ήταν πάντα συνεπείς με τις υποχρεώσεις τους και σε καμία περίπτωση δεν οφείλουν οιονδήποτε ποσό στους Ενάγοντες πλην του ποσού της τάξεως των Λ.Κ.410.47 που εκ παραδρομής δεν πληρώθηκε. Κάποιο διάστημα μετά που εκδόθηκαν οι πιστωτικές σημειώσεις, πήρε το μάρτυρα τηλέφωνο ο Μ.Ε.1 και του ανέφερε ότι είχε πρόβλημα με τον Χαραλάμπους διότι δεν τον πλήρωνε και τον παρακάλεσε επειδή ήταν συνεργάτες τόσα χρόνια να κάνει ότι μπορεί για να τον βοηθήσουν να εισπράξει τα χρήματα του από τον Χαραλάμπους. Για τον λόγο αυτό ο μάρτυρας προσπάθησε να τον βοηθήσει να πληρωθεί και του είπε εάν θέλει να πάει στην Αθήνα για να του δείξει ο μάρτυρας ένα διαμέρισμα δύο υπνοδωματίων στον Χολαργό. Ο μάρτυρας συνάντησε τον Μ.Ε.1 στην Αθήνα, του έδειξε το διαμέρισμα και του πρότεινε εάν θέλει να αγοράσει το διαμέρισμα, αντί να καταβάλει την προκαταβολή που ήταν περίπου όσο το ποσό που όφειλε ο Χαραλάμπους στους Ενάγοντες, να αφαιρέσει ο μάρτυρας το ποσό αυτό από τα ποσά που επρόκειτο να δώσει στον Χαραλάμπους για να διευκολύνει τους Ενάγοντες. Το διάστημα εκείνο οι Εναγόμενοι συνεργάζονταν με τον Χαραλάμπους διότι ήταν ο εργολάβος τους για κάποιες πολυκατοικίες που έκτιζαν στην Αθήνα. Ο Μ.Ε.1 είδε το διαμέρισμα και ο μάρτυρας ανέμενε να τον ενημερώσει κατά πόσο ενδιαφερόταν ή όχι αλλά δεν επικοινώνησε ποτέ ξανά μαζί του μέχρι την καταχώρηση της αγωγής. Ο μάρτυρας θεώρησε ότι για να μην τον πάρει πίσω είχε πληρωθεί από τον Χαραλάμπους. Η υπόδειξη του διαμερίσματος δεν έγινε σε καμία περίπτωση λόγω οφειλής των Εναγομένων στους Ενάγοντες. Περί τα μέσα του 2008 και μετά που ολοκληρώθηκε η συνεργασία των Εναγομένων με τον Χαραλάμπους, για την ανέγερση των πολυκατοικιών στην Αθήνα, ο μάρτυρας δεν ξαναείδε τον Χαραλάμπους και ούτε είχε ποτέ νέα του ή οποιαδήποτε επαφή μαζί του. Θεωρεί ότι οι Ενάγοντες, ενώ γνώριζαν καλά ότι τα ποσά που διεκδικούν επρόκειτο να τα καταβάλει ο κυρίως εργολάβος, Χαραλάμπους, επειδή δεν είχαν ούτε οι ίδιοι επαφή μαζί του, αποφάσισαν να στραφούν εναντίον των Εναγομένων μήπως και εισπράξουν κάποιο ποσό. Σε σχέση με το τεκμήριο 2 αναγνώρισε τα δελτία παράδοσης σκυροδέματος και δέχθηκε ότι οι Ενάγοντες ανταποκρίνονταν στις παραγγελίες που τους γίνονταν και ότι δεν έκαναν αυθαίρετες χρεώσεις καθώς και ότι τα εν λόγω δελτία μέχρι το σημείο που ήταν υπεύθυνοι του έργου τα υπέγραφαν οι αντιπρόσωποι των Εναγομένων. Δέχθηκε επίσης ότι οι Ενάγοντες έκδιδαν τιμολόγιο προς τους Εναγόμενους όταν τους παρέδιδαν το σκυρόδεμα και ότι οι τελευταίοι δεν τους πλήρωναν αμέσως καθώς και ότι οι Ενάγοντες διατηρούσαν σχετικό λογαριασμό στον οποίο χρέωναν την αντίστοιχη αξία του σκυροδέματος που παρέδιδαν με βάση τα τιμολόγια. Αξιολόγηση μαρτυρίας Κατ' αρχήν θα πρέπει να γίνει αναφορά στα ακόλουθα τεκμήρια και στα όσα προκύπτουν από αυτά: Το τεκμήριο 2 αποτελείται από τιμολόγια και τα αντίστοιχα σε αυτά δελτία παράδοσης των Εναγόντων, τα οποία είναι εκδομένα στο όνομα των Εναγομένων. Τα δελτία παράδοσης είναι όλα υπογραμμένα στη θέση «ΠΑΡΑΛΗΠΤΗΣ». Τα δε τιμολόγια αντιστοιχούν στις χρεώσεις που υπάρχουν στις καταστάσεις λογαριασμού τεκμήρια 3 και 4, οι οποίες αφορούν τους Εναγόμενους και αναγράφουν τις χρεοπιστώσεις για την περίοδο από 1.1.03 μέχρι 24.11.
- Το τεκμήριο 5 αποτελείται από αντίγραφα αποδείξεων είσπραξης για όλες τις πληρωμές που φαίνονται στα τεκμήρια 3 και
- Η πιστωτική σημείωση ημερ. 31.3.04 (δεύτερο έγγραφο στο τεκμήριο 6 που είναι το αντίγραφο και πρώτο έγγραφο στο τεκμήριο 9 που είναι το πρωτότυπο) είναι για το ποσό των Λ.Κ.12.005,13 που φαίνεται στο τεκμήριο 4 ως το οφειλόμενο υπόλοιπο αφού αφαιρέθηκε ένα ποσό Λ.Κ.86,20 ως «Credit Sales Retu» από το ποσό των €12.091,33 που ήταν το οφειλόμενο στην αμέσως προηγούμενη καταχώρηση ημερ. 29.3.04, η οποία έγινε την ίδια μέρα όταν πληρώθηκε το ποσό των Λ.Κ.1.
- Η δε πιστωτική σημείωση ημερ. 14.9.04 (πρώτο έγγραφο στο τεκμήριο 6 που είναι το αντίγραφο και δεύτερο έγγραφο στο τεκμήριο 9 που είναι το πρωτότυπο) είναι για το ποσό των Λ.Κ.2.496,19, που ως προκύπτει από το τεκμήριο 4 είναι το χρέος που δημιουργήθηκε για παραδόσεις σκυροδέματος για τις ημερομηνίες μετά τις 29.3.04 μέχρι και τις 18.6.04 δηλ. για τις ημερ. 31.3.04, 20.4.04, 29.4.04, 4.5.04, 6.5.04, 10.5.04, 12.5.04 και 18.6.
- Τέλος από το τεκμήριο 4 φαίνεται ότι η τελευταία χρέωση στο λογαριασμό έγινε στις 24.11.04 και ήταν για το ποσό των Λ.Κ.410,
- Το άθροισμα δε των Λ.Κ.12.005,13, των Λ.Κ.2.496,19 και των Λ.Κ.410,47 είναι Λ.Κ.14.911,79 που είναι το τελικό υπόλοιπο στο τεκμήριο 4 και αυτό που αξιώνεται με την παρούσα αγωγή. Όσον αφορά τους μάρτυρες, ο Μ.Ε.1 θα πρέπει να λεχθεί ότι γενικά μου έκανε καλή εντύπωση. Απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα στις ερωτήσεις, επεξήγησε ικανοποιητικά τα διάφορα θέματα που τέθηκαν σε σχέση με την εκδοχή του, οι βασικές και ουσιώδεις θέσεις του ήταν λογικές και δεν περιέπεσε σε τέτοιες αντιφάσεις, οι οποίες να πλήττουν την αξιοπιστία του και μάλιστα σε βαθμό που να καθιστούν την μαρτυρία του μη αποδεκτή. Δεν μου διαφεύγει δε ότι κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του για κάποια θέματα δεν θυμόταν επακριβώς χρονικά πότε έλαβαν χώραν. Λαμβάνοντας όμως υπόψην το σύνολο της μαρτυρίας του και όχι εξετάζοντας αυτήν αποσπασματικά κρίνω ότι η όλη εκδοχή του παρουσιάζεται σταθερή, συνεπής και πειστική ενώ πλείστες των ουσιωδών θέσεων του βρίσκουν έρεισμα και συνάδουν με τα τεκμήρια που κατατέθηκαν. Για παράδειγμα η θέση του ότι η τελευταία παράδοση σκυροδέματος στους Εναγόμενου έγινε σε εργοτάξιο αυτών στο οποίο είχαν παραδώσει και προηγουμένως επιβεβαιώνεται και από τα δελτία παράδοσης στο τεκμήριο
- Συγκεκριμένα στα δύο τελευταία δελτία παράδοσης του εν λόγω τεκμηρίου, τα οποία αφορούν και το σχετικό τιμολόγιο για την παράδοση ημερ. 24.11.04, αναγράφεται «ΕΡΓΟΤΑΞΙΟ: ΦΩΤΑ ΑΡΙΕΛ ΠΑΝΩ ΜΕΤΑ ΦΡΟΥΤ. ΤΣΕΡ. ΔΕΞ. 2Ο ΑΡ. (99-884998)», κάτι που αναγράφεται και σε προηγούμενα δελτία παράδοσης που αφορούν τις ημερ. 18.6.04, 12.5.04, 10.5.04, 6.5.04, 4.5.04, 29.4.04, 31.3.04, 20.4.04, 13.3.04, 8.3.04, 29.1.04, 28.1.04, 20.1.04 και 15.1.
- Να υπομνησθεί δε ότι όλα τα δελτία παράδοσης είναι υπογραμμένα στη θέση «ΠΑΡΑΛΗΠΤΗΣ» και ότι από το σύνολο αυτών προκύπτει ότι για την περίοδο που καλύπτει το τεκμήριο 2 οι παραδόσεις μπετόν έγιναν σε τρία διαφορετικά εργοτάξια. Το μόνο μέρος από τη μαρτυρία του που δεν γίνεται δεκτό είναι τα όσα ανάφερε σε σχέση με το ότι πριν την έγερση της αγωγής οι Εναγόμενοι του πρότειναν ουσιαστικά να αγοράσει διαμέρισμα σε πολυκατοικία που αυτοί έκτιζαν στην Αθήνα και το ποσό που του όφειλαν και αξιώνει με την παρούσα, να εθεωρείτο ως προκαταβολή. Αυτό δεν γίνεται δεκτό όχι για λόγους αξιοπιστίας αλλά γιατί δεν εμπίπτει στους δικογραφημένους ισχυρισμούς των Εναγόντων, ενώ θα έπρεπε. Ως εκ των άνω η μαρτυρία του, με την διευκρίνιση που έγινε, γίνεται δεκτή. Ο Μ.Υ.2 από την άλλη δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Προσπάθησε κατά την μαρτυρία του να πείσει ότι οι Εναγόμενοι δεν όφειλαν οποιοδήποτε ποσό στους Ενάγοντες και ότι οι Ενάγοντες γνώριζαν και αποδέχθηκαν να αναλάβει η εταιρεία του Χαραλάμπους το οφειλόμενο υπόλοιπο των Εναγομένων. Θα πρέπει όμως κατ' αρχήν να λεχθεί ότι μέρος της μαρτυρίας του δεν συνάδει με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς στην έκθεση υπεράσπισης. Περαιτέρω σε κάποια σημεία ο μάρτυρας απαντούσε με υπεκφυγές ενώ για το κεντρικό και ουσιώδες θέμα του κατά πόσο οι Ενάγοντες γνώριζαν και δέχθηκαν τα πιο πάνω, η μαρτυρία του δεν χαρακτηριζόταν από βεβαιότητα, σταθερότητα και δεν ήταν πειστική αλλά αντίθετα προκύπτει ότι ενώ δεν μπορούσε να αναφέρει θετικά ότι οι Ενάγοντες γνώριζαν και συμφώνησαν ή αποδέχθηκαν αυτό, επέμενε και προσπάθησε να πείσει ότι η θέση του ήταν η αληθινή, επικαλούμενος ουσιαστικά ότι αυτό είναι το μοναδικό και αναπόδραστο συμπέρασμα μόνο και μόνο λόγω της έκδοσης των δύο πιστωτικών σημειώσεων από τους Ενάγοντες και λόγω της κατάστασης λογαριασμού τεκμήριο
- Συγκεκριμένα: Ανέφερε στην κυρίως εξέταση του ότι περί τις αρχές του 2004 οι Εναγόμενοι διόρισαν ως κυρίως εργολάβο, για τις πολυκατοικίες που ανέγειραν, τον Χαράλαμπο Χαραλάμπους, ο οποίος συμβλήθηκε με τους Εναγόμενους μέσω της κατασκευαστικής του εταιρείας Μ. Χαραλάμπους και μεταξύ άλλων συμφώνησαν όπως ο κυρίως εργολάβος καταβάλει και τα ποσά για τα οποία είχαν εκδοθεί τιμολόγια και όφειλαν τότε οι Εναγόμενοι σε υπεργολάβους. Σε σχέση δε με την τότε οφειλή των Εναγομένων προς τους Ενάγοντες ήταν η θέση του ότι ο πρώτοι υπέδειξαν στους δεύτερους ότι ο κυρίως εργολάβος θα ήταν ο Χαραλάμπους μέσω της εργοληπτικής του εταιρείας, ότι αυτός θα συνέχιζε να παραγγέλνει σκυρόδεμα για τις πολυκατοικίες των Εναγομένων και ότι οι Ενάγοντες συμφώνησαν με τον διακανονισμό αυτό και για τον λόγο αυτό εξέδωσαν τις πιστωτικές σημειώσεις. Ανέφερε επίσης ότι οι Ενάγοντες ήξεραν πολύ καλά ότι τα ποσά για τα οποία εξέδωσαν στους Εναγόμενους τις πιστωτικές σημειώσεις θα τα λάμβαναν από τον Χαραλάμπους, για αυτό και εξέδωσαν τις πιστωτικές σημειώσεις. Οι δε Εναγόμενοι σε κάθε περίπτωση κατέβαλαν στον Χαραλάμπους οποιαδήποτε ποσά όφειλαν, ως προέβλεπε η μεταξύ τους συμφωνία και ως εκ τούτου ο Χαραλάμπους με την σειρά του όφειλε να καταβάλει τα χρήματα αυτά για τις υπηρεσίες και τα προϊόντα στην αντίστοιχη εταιρεία στην οποία οφείλονταν. Εν κατακλείδι ήταν η θέση του στην κυρίως εξέταση του ότι οι Εναγόμενοι δεν υπέχουν οιαδήποτε ευθύνη σχετικά με τα χρήματα τα οποία διεκδικούν οι Ενάγοντες εφόσον αυτοί έχουν εκδώσει τις δύο πιστωτικές σημειώσεις με τις οποίες μηδενιζόταν ο λογαριασμός που διατηρούσαν τα λογιστήρια των δύο εταιρειών στα αρχεία τους και επιπρόσθετα τα ποσά που διεκδικούν οι Ενάγοντες οι Εναγόμενοι τα έχουν ήδη καταβάλει στον Χαραλάμπους, ως ήταν η συνεννόηση όλων. Αρχικά θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν αποτελεί δικογραφημένη θέση των Εναγομένων ότι την οφειλή των Εναγομένων προς τους Ενάγοντες, η οποία υφίστατο ήδη κατά το διορισμό του Χαραλάμπους, ως κυρίως εργολάβου των πρώτων, μέσω της εργοληπτικής του εταιρείας, οι Εναγόμενοι συμφώνησαν με τον Χαραλάμπους να την αναλάβει η εταιρεία αυτού και ότι οι Εναγόμενοι υπέδειξαν στους Ενάγοντες τον Χαραλάμπους ως κυρίως εργολάβος τους και οι Ενάγοντες συμφώνησαν με τον διακανονισμό αυτό. Αυτό που οι Εναγόμενοι δικογραφούν και εμφανώς διαφέρει από τα πιο πάνω είναι ότι ουδέποτε συνήψαν οποιαδήποτε συμφωνία με τους Ενάγοντες και ουδέποτε προέβαιναν σε σχετικές παραγγελίες σκυροδέματος και οι οποιεσδήποτε χρεώσεις που έκαναν οι Ενάγοντες δια της οποίας προκύπτει το υπόλοιπο έγιναν χωρίς να έχουν πωληθεί ή/και παραδοθεί εμπορεύματα στους Εναγόμενους και εν πάση περιπτώσει χωρίς τη συγκατάθεση ή/και γνώση των Εναγομένων και άνευ βλάβης των ανωτέρω ότι το αξιούμενο από τους Ενάγοντες ποσό είναι ποσό οφειλόμενο στους Εναγόμενους από τρίτα πρόσωπα ή/και ποσό το οποίο οι Ενάγοντες αποποιήθηκαν ή/και ποσό το οποίο εν πάση περιπτώσει δεν αφορά τους Εναγόμενους αλλά τρίτο πρόσωπο με το οποίο αυτοί συνεργάζονταν και στο οποίο οι Εναγόμενοι κατέβαλλαν όλα τα ποσά που αφορούσαν το συγκεκριμένο οικοδόμημα, ως προέβλεπε μεταξύ τους συμφωνία, και αυτό το τρίτο πρόσωπο ήταν υπόλογο στους Ενάγοντες, αναφορικά με την πληρωμή διαφόρων ποσών για διάφορα προϊόντα ή υπηρεσίες. Εν πάση δε περιπτώσει ο Μ.Υ.2 κατά την αντεξέταση του ενώ αρχικά απέφευγε να απαντήσει σχετικά, δέχθηκε τελικά ότι το οφειλόμενο προς τους Ενάγοντες υπόλοιπο δεν τον πλήρωσαν οι Εναγόμενοι και μάλιστα διερωτήθηκε γιατί να το πληρώσουν αυτοί εφόσον δεν είναι αυτοί που το οφείλουν αλλά η εταιρεία Μ. Χαραλάμπους. Σε ερώτηση εάν το εμπόρευμα το πήραν οι Εναγόμενοι αλλά το ποσό το οφείλει η Μ. Χαραλάμπους απάντησε ότι στις συγκεκριμένες πολυκατοικίες των Εναγομένων εργολάβος ήταν η εν λόγω εταιρεία την οποία οι Εναγόμενοι εξόφλησαν και ότι δεν ήταν υποχρέωση των Εναγομένων να εξοφλήσουν τους Ενάγοντες αλλά αυτής της εταιρείας. Όταν ρωτήθηκε πώς δέσμευσαν την εταιρεία αυτή να πληρώσει το ποσό που όφειλαν οι Εναγόμενοι στους Ενάγοντες είπε ότι οι Εναγόμενοι έκαναν συμφωνία με την εταιρεία για συγκεκριμένο ποσό για ανέγερση των τεσσάρων πολυκατοικιών και υποχρέωση των Εναγομένων ήταν να σεβαστούν αυτή την συμφωνία όπως και έκαναν και άρα δεν ήταν υποχρέωση τους να αναγκάσουν την εταιρεία ή να ελέγξουν αν αυτή εξόφλησε τους προμηθευτές της. Εκείνο όμως που μπορεί να θεωρηθεί στην καλύτερη περίπτωση ότι προκύπτει από τα πιο πάνω είναι ότι οι Εναγόμενοι έκαναν συμφωνία με τον Χαραλάμπους για να αναλάβει η εταιρεία του τελευταίου την οφειλή των πρώτων προς του Ενάγοντες και όχι ότι οι Ενάγοντες γνώριζαν την εν λόγω συμφωνία, πόσο μάλλον ότι συμφώνησαν ή αποδέχθηκαν να αναλάβει η εταιρεία του Χαραλάμπους το χρέος των Εναγομένων. Όταν λοιπόν ρωτήθηκε πολύ εύλογα στην αντεξέταση του ο Μ.Υ.2 πώς ενώ το σκυρόδεμα το πήραν οι Εναγόμενοι θα γνώριζαν οι Ενάγοντες ότι το χρέος αυτό θα το αναλάμβανε η πιο πάνω εταιρεία, απάντησε, ουσιαστικά υπεκφεύγοντας, ότι από τη στιγμή που οι Ενάγοντες έκδωσαν τις πιστωτικές σημειώσεις τις οποίες τους έστειλαν, το ποσό που τους χρωστούσαν ήταν Λ.Κ.
- Ως είπε στη συνέχεια οι πιστωτικές σημειώσεις εκδίδονται από το λογιστήριο σε κάθε εταιρεία και πρέπει να συμφωνήσουν και με το λογιστήριο της άλλης εταιρείας όπως και έγινε κάτι που σύμφωνα με τον ίδιο σημαίνει ότι οι Ενάγοντες γνώριζαν ότι θα πληρώνονταν από τον Χαραλάμπους. Από την θέση αυτή προκύπτει όμως ότι δεν έγινε απαραίτητα συμφωνία για αποδοχή από τους Ενάγοντες να εξοφληθεί το χρέος των Εναγομένων από την εταιρεία του Χαραλάμπους. Εξ ου και σε επόμενη ερώτηση αν το χρέος των Εναγομένων ανέλαβαν να το πληρώσουν στους Ενάγοντες η Μ. Χαραλάμπους απάντησε ότι η εταιρεία αυτή δεν ανέλαβε το χρέος αλλά την εργολαβία των τεσσάρων πολυκατοικιών έναντι ενός ποσού. Σε υποβολή δε ότι οι Ενάγοντες εξέδωσαν τις πιστωτικές σημειώσεις υπό την αίρεση ότι οι Εναγόμενοι θα προσκόμιζαν στους Ενάγοντες γραπτή ανάληψη χρέους από κάποιο τρίτο πρόσωπο δεν το δέχτηκε και είπε ότι μαζί του δεν έγινε ποτέ τέτοια συμφωνία και δεν μπορούσε να γίνει γιατί δεν ήξεραν σίγουρα ότι η Μ. Χαραλάμπους θα έπαιρνε σκυρόδεμα από τους Ενάγοντες. Αυτό όμως το τελευταίο δεν συνάδει με αυτό που είπε προηγουμένως ότι δηλ. οι Εναγόμενοι υπέδειξαν στους Ενάγοντες ότι ο κυρίως εργολάβος θα ήταν ο Χαραλάμπους μέσω της εργοληπτικής του εταιρείας, ότι αυτός θα συνέχιζε να παραγγέλνει σκυρόδεμα για τις πολυκατοικίες των Εναγομένων και ότι οι Ενάγοντες συμφώνησαν με τον διακανονισμό αυτό. Παρά δε την πιο πάνω απάντηση του σε άλλο σημείο σε υποβολή ότι κανένας δεν ανέλαβε να πληρώσει το οφειλόμενο χρέος των Εναγομένων παρέπεμψε και πάλι στο γεγονός ότι οι Ενάγοντες έκδωσαν τις πιστωτικές σημειώσεις γεγονός που για τον ίδιο, ως είπε, σημαίνει ότι αναγνώρισαν ότι είχαν να εισπράξουν τα λεφτά από την Μ. Χαραλάμπους. Σε άλλη υποβολή δε ότι ουδέποτε προσκόμισαν στους Ενάγοντες τέτοια γραπτή ανάληψη χρέους είπε ότι μέχρι την ημέρα που οι Εναγόμενοι έλεγχαν οι ίδιοι τις πολυκατοικίες δηλαδή πριν τις δώσουν σε εργολάβο είχαν πληρωμένους όλους τους προμηθευτές για ό,τι έκαναν μέχρι εκείνη την ημέρα, κάτι που όμως δεν ισχύει εφόσον προηγουμένως παραδέχθηκε ότι κατά την υπογραφή της συμφωνίας με τον Χαραλάμπους υπήρχαν οφειλές προς τους υπεργολάβους τις οποίες ανέλαβε να πληρώσει ο Χαραλάμπους. Περαιτέρω σε σχέση με την θέση του στην κυρίως εξέταση ότι «τα ποσά που διεκδικούν οι Ενάγοντες οι Εναγόμενοι τα έχουν ήδη καταβάλει στον Χαραλάμπους, ως ήταν η συνεννόηση όλων» όταν ρωτήθηκε γιατί δεν τα κατέβαλαν απευθείας στους Ενάγοντες αλλά στην Μ. Χαραλάμπους, είπε ότι το έκαναν γιατί ο Χαραλάμπους ήταν ο εργολάβος του έργου, γι' αυτό και η πιστωτική σημείωση ήταν Λ.Κ.410 γιατί έγιναν οι συμφωνίες. Εδώ να σημειωθεί ότι καμία από τις δύο πιστωτικές σημειώσεις δεν ήταν για το εν λόγω ποσό και μάλιστα ως προκύπτει από τα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω το ποσό αυτό δεν περιλαμβανόταν στα ποσά των δύο πιστωτικών σημειώσεων. Συνέχισε δε, και πάλι προβαίνοντας σε συμπέρασμα εφόσον δεν μπορούσε ουσιαστικά να πει θετικά ότι οι Ενάγοντες συμφώνησαν για κάτι τέτοιο, ότι βάσει αυτού φαίνεται ότι η συμφωνία έγινε ότι ο Χαραλάμπους αναλάμβανε σαν εργολάβος να πληρώσει τους Ενάγοντες. Σε ερώτηση δε εάν τα οφειλόμενα προς τους Ενάγοντες οι Εναγόμενοι τα κατέβαλαν στην εταιρεία του Χαραλάμπους είπε ότι έδιναν στην εταιρεία αυτή συνέχεια λεφτά μέχρι την τελική εξόφληση που αν θυμάται καλά ήταν τον Νοέμβριο του 2006 και εκδόθηκε από την Χαραλάμπους ανάλογη εξοφλητική απόδειξη. Δεν μπορούσε να ξέρει όμως, ως είπε, πως και πότε η Μ. Χαραλάμπους θα πλήρωνε τους Ενάγοντες γεγονός που δείχνει ότι η θέση του δεν προκύπτει από θετική γνώση ότι οι Ενάγοντες αποδέχθηκαν το πιο πάνω αλλά ουσιαστικά προς απόδειξη αυτού επικαλείται την έκδοση των πιστωτικών σημειώσεων και το γεγονός ότι ο Χαραλάμπους συμφώνησε με τους Εναγόμενους να αναλάβει αυτός το χρέος και οι Εναγόμενοι εξόφλησαν πλήρως τον Χαραλάμπους. Από τις απαντήσεις του προκύπτει επίσης ότι εν πάση περιπτώσει οι Εναγόμενοι δεν ζήτησαν από τον Χαραλάμπους να δουν αν αυτός πλήρωσε τους Ενάγοντες το οφειλόμενο ποσό, ως ήταν, σύμφωνα με τον μάρτυρα, η συμφωνία. Όσον αφορά την άλλη ουσιώδη θέση του ότι η τελευταία παραγγελία των Εναγομένων προς τους Ενάγοντες τον Νοέμβριο του 2004 ήταν για σκυρόδεμα που αφορούσε πολυκατοικία για την οποία δεν διόρισαν τον Χαραλάμπους ως κυρίως εργολάβο, δηλαδή την πολυκατοικία Elena 38, δεν εξήγησε πως το γνώριζε αυτό. Εν πάση δε περιπτώσει ως αναφέρθηκε ανωτέρω η θέση αυτή ουσιαστικά διαψεύδεται εφόσον φαίνεται από το τεκμήριο 2 ότι η σχετική παράδοση έγινε σε εργοτάξιο στο οποίο οι Ενάγοντες είχαν παραδώσει σκυρόδεμα και προηγουμένως και μάλιστα αρκετές φορές. Όσον δε αφορά την κατάσταση λογαριασμού τεκμήριο 13, στην οποία επίσης ο μάρτυρας στήριξε την κεντρική θέση του, θα πρέπει να σημειωθεί κατ' αρχήν ότι ο Μ.Ε.1 δεν δέχθηκε ότι αυτό το έγγραφο έγινε και στάληκε από τους Ενάγοντες. Ο δε Μ.Υ.2 δεν εξήγησε πως βρέθηκε στην κατοχή των Εναγομένων. Εν πάση όμως περιπτώσει το εν λόγω τεκμήριο δεν μπορεί να ληφθεί υπόψην καθότι δεν συνάδει με τον αντίθετο δικογραφημένο ισχυρισμό των Εναγομένων ότι οι Ενάγοντες ουδέποτε τους κοινοποίησαν λογαριασμό. Τέλος όσον αφορά την εκδοχή του σε σχέση με την πώληση στους Εναγόμενους διαμερίσματος στην Αθήνα αυτή τέθηκε προφανώς προς απάντηση στην αντίστοιχη εκδοχή του Μ.Ε.1, η οποία για το λόγο που εξηγήθηκε ανωτέρω δεν θα ληφθεί υπόψην. Πέραν όμως και ανεξάρτητα αυτού όπως και οι Ενάγοντες ούτε οι Εναγόμενοι δικογραφούν τέτοιο ισχυρισμό. Ενόψει λοιπόν των πιο πάνω ούτε η σχετική με το θέμα αυτό μαρτυρία του Μ.Υ.2 θα ληφθεί υπόψην. Ως εκ των άνω κρίνω ότι ο Μ.Υ.2 δεν ήταν ειλικρινής και συναφώς η μαρτυρία του δεν γίνεται δεκτή. Ούτε η Μ.Υ.1 μου έκανε καλή εντύπωση. Προσπάθησε και αυτή κατά τη μαρτυρία της να πείσει ότι οι Ενάγοντες γνώριζαν και αποδέχθηκαν να αναλάβει ο Χαραλάμπους μέσω της εργοληπτικής του εταιρείας, το οφειλόμενο υπόλοιπο των Εναγομένων προς τους Ενάγοντες. Η προσπάθεια της όμως δεν ήταν πειστική εφόσον η σχετική μαρτυρία της δεν σταθερή και συνεπής και περαιτέρω προκύπτει σαφώς ότι επέμενε στην πιο πάνω ουσιώδη θέση παρά το ότι δεν είχε προσωπική γνώση για το θέμα αλλά, όπως και ο Μ.Υ.1, προσπάθησε να παρουσιάσει ότι αυτό ήταν το μοναδικό συμπέρασμα που προκύπτει από τις δύο πιστωτικές σημειώσεις, για τις οποίες όμως προφανώς δεν γνώριζε κατά πόσο ήταν υπό κάποια αίρεση, και από την κατάσταση λογαριασμού τεκμήριο
- Συγκεκριμένα: Στην κυρίως εξέταση της ανέφερε ότι κατά τον διορισμό του Χαραλάμπους ως κυρίως εργολάβου των Εναγομένων οι τελευταίοι είχαν υπόλοιπο στους Ενάγοντες και ότι συμφωνήθηκε μεταξύ των Εναγομένων και του Χαραλάμπους ότι η εργοληπτική εταιρεία αυτού Μ. Χαραλάμπους, θα αναλάμβανε εν λόγω το χρέος. Ήταν επίσης ουσιαστικά η θέση της ότι οι Ενάγοντες ήξεραν πολύ καλά ότι πλέον θα αναλάμβανε την πληρωμή του χρέους των Εναγομένων η εταιρεία Μ. Χαραλάμπους και το αποδέχτηκαν. Στην αντεξέταση της όμως ανέφερε ότι η ίδια ουδέποτε λάμβανε μέρος στις συμφωνίες που γίνονταν με τους συνεργάτες των Εναγομένων, οι οποίες γίνονταν από τους διευθυντές αυτών. Αναφορικά δε με την συμφωνία που λέει ότι υπήρχε μεταξύ Εναγομένων και Χαραλάμπους, ότι θα αναλάμβανε η εταιρεία του τελευταίου το χρέος προς τους Ενάγοντες, είπε ότι δεν έχει αυτή την συμφωνία αλλά την συμφωνία μεταξύ των Εναγομένων και του Χαραλάμπους. Είπε δε ότι τα όσα ανάφερε για την πιο πάνω συμφωνία τα γνωρίζει γιατί της τα είπε ο Μ.Υ.
- Σε ερώτηση δε αν τελικά ανέλαβε το χρέος αυτό η εταιρεία Μ. Χαραλάμπους, ουσιαστικά η ίδια δεν το γνώριζε θετικά αλλά συμπέρανε ότι το είχε αναλάβει από το γεγονός ότι οι Ενάγοντες έκδοσαν τις δύο πιστωτικές σημειώσεις. Δέχθηκε όμως ότι σε αυτές δεν αναφέρεται κάτι τέτοιο. Όταν όμως ρωτήθηκε για ποιο λόγο δόθηκαν οι πιστωτικές σημειώσεις είπε ότι εκδόθηκαν γιατί έγινε συμφωνία μεταξύ του Χαραλάμπους και των Εναγόντων ότι το υπόλοιπο των Εναγομένων θα το αναλάμβανε η Μ. Χαραλάμπους. Δέχθηκε όμως και πάλι ότι δεν ήταν παρούσα και δεν γνωρίζει αν η συμφωνία αυτή ήταν γραπτή αλλά απ' όσα της είπε ο Μ.Υ.2 υπάρχει υπογραμμένη συμφωνία. Να σημειωθεί δε ότι ο Μ.Υ.2 δεν υποστήριξε κάτι τέτοιο στη μαρτυρία του. Όταν δε η μάρτυρας ρωτήθηκε τι λέει αυτή η συμφωνία είπε ότι ήταν για το ποσό του Λ.Κ.1.317.000 που ήταν οι υπηρεσίες του εργολάβου και των υπεργολάβων, αναφερόμενη δηλ. στη συμφωνία μεταξύ Εναγομένων και Χαραλάμπους για την ανάληψη της εργολαβίας από τον τελευταίο. Στη συνέχεια ανέφερε ουσιαστικά ότι οι Εναγόμενοι δεν έδωσαν γραπτώς στους Ενάγοντες ανάληψη της υποχρέωσης πληρωμής από την Μ. Χαραλάμπους αλλά υποστήριξε και πάλι, χωρίς να έχει κάποια στοιχεία, ότι αυτό θα το αναλάμβανε η Μ. Χαραλάμπους. Όταν της ζητήθηκε να διευκρινίσει εάν δηλαδή την υποχρέωση να δώσει γραπτή ανάληψη χρέους προς τους Ενάγοντες είχε η Μ. Χαραλάμπους είπε ότι οι Εναγόμενοι έκαναν συμφωνία με την Μ. Χαραλάμπους και επέμενε ότι οι τελευταίοι με τη σειρά τους έκαναν συμφωνία με τους Ενάγοντες. Σε άλλο δε σημείο όταν εύλογα ρωτήθηκε πώς θα γνώριζαν οι Ενάγοντες τη συμφωνία που έκαναν οι Εναγόμενοι με την Μ. Χαραλάμπους απάντησε ότι τον Χαραλάμπους τον γνώριζε ο διευθυντής των Εναγόντων και «φαντάζεται» ότι η συμφωνία έγινε μεταξύ τους. Τέλος ρωτήθηκε γιατί δεν προσκόμισαν γραπτή ανάληψη του χρέους από τρίτο στην Ενάγουσα ενώ για ένα ποσό Λ.Κ.410 έκαναν επιστολές και άλλες ενέργειες είπε ότι έκαναν συμφωνία με την Μ. Χαραλάμπους ότι θα αναλάμβανε τα χρέη των Εναγομένων και από εκεί και πέρα η Μ. Χαραλάμπους «φαντάζεται» ότι έκανε συμφωνία με τους Ενάγοντες και γι' αυτό αυτοί έκδοσαν τις δύο πιστωτικές σημειώσεις. Σε σχέση δε με την κατάσταση λογαριασμού τεκμήριο 13, στην οποία, ως και ο Μ.Υ.2, στήριξε επίσης τη θέση της ότι οι Εναγόμενοι οφείλουν στους Ενάγοντες μόνο το ποσό των Λ.Κ.410 δεν εξήγησε υπό ποιες περιστάσεις, σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς της, αυτό βρέθηκε στην κατοχή των Εναγομένων. Εν πάση δε περιπτώσει το εν λόγω τεκμήριο δεν μπορεί να ληφθεί υπόψην για το λόγο που εξηγήθηκε ανωτέρω στα πλαίσια αξιολόγησης της μαρτυρίας του Μ.Υ.
- Όσον δε αφορά τη θέση της ότι η τελευταία παραλαβή μπετόν από τους Ενάγοντες για το ποσό των Λ.Κ.410,47 αφορούσε πολυκατοικία για την οποία δεν διόρισαν τον Χαραλάμπους ως κυρίως εργολάβο, δηλαδή την πολυκατοικία Elena 38 και για αυτό το θέμα προφανώς δεν είχε προσωπική γνώση εφόσον ανέφερε αυτό με βάση το τιμολόγιο τεκμήριο 14, το οποίο κατέθεσε και συγκεκριμένα στηριζόμενη στο ότι σε αυτό αναγράφεται «ELENA 38» και από κάτω υπάρχει μια μονογραφή. Όμως ως η ίδια ανέφερε τα πιο πάνω τα οποία είναι χειρόγραφα δεν τα έγραψαν οι Ενάγοντες αλλά συνεργάτης των Εναγομένων. Να σημειωθεί εδώ ότι ο Μ.Ε.1 επέμενε ότι η συγκεκριμένη παράδοση μπετόν έγινε σε εργοτάξιο των Εναγομένων στο οποίο είχαν γίνει και προηγουμένως παραδόσεις και ότι η συγκεκριμένη σημείωση δεν έγινε από τους Ενάγοντες. Αυτό μάλιστα επιβεβαιώνεται ως έχει αναφερθεί ανωτέρω από το τεκμήριο
- Ως εκ των άνω κρίνω ότι ούτε η Μ.Υ.1 ήταν ειλικρινής και συναφώς ούτε αυτής η μαρτυρία γίνεται δεκτή. Ευρήματα Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην τη μαρτυρία που έχει γίνει δεκτή καταλήγω στα ακόλουθα: Οι Ενάγοντες είναι εταιρεία με έδρα τη Λεμεσό και ασχολείται με την πώληση και παράδοση σκυροδέματος (μπετόν). Οι Εναγόμενοι είναι εταιρεία, η οποία δραστηριοποιείται στην ανάπτυξη γης και προβαίνει σε ανεγέρσεις οικοδομών. Οι Εναγόμενοι ήταν πελάτες των Εναγόντων και είχαν συνεργασία κατά τα έτη 2003-
- Συγκεκριμένα οι Ενάγοντες κατόπιν παραγγελίας από τους Εναγόμενους προμήθευσαν τους τελευταίους διάφορες ποσότητες σκυροδέματος σε τρία εργοτάξια αυτών στη Λεμεσό. Οι Εναγόμενοι όταν παραλάμβαναν το μπετόν υπέγραφαν δελτία παραλαβής με βάση τα οποία εκδίδονταν σχετικά τιμολόγια (βλ. τεκμήριο 2). Οι Ενάγοντες στα πλαίσια της πιο πάνω συνεργασίας διατηρούσαν λογαριασμό χρεοπιστώσεων των Εναγομένων (βλ. τεκμήρια 3 και 4). Για τις διάφορες πληρωμές που έκαναν οι Εναγόμενοι εκδίδονταν σχετικές αποδείξεις (βλ. τεκμήριο 5). Η τελευταία πληρωμή που έκαναν οι Εναγόμενοι ήταν στις 29.3.04 και τότε το υπόλοιπο του λογαριασμού ήταν Λ.Κ.12.091,
- Στις 31.3.04 οι Εναγόμενοι πρότειναν στους Ενάγοντες όπως το οφειλόμενο υπόλοιπο του λογαριασμού τους το πληρωθούν οι Ενάγοντες από κάποιο τρίτο πρόσωπο. Οι Ενάγοντες αποδέχτηκαν την πρόταση υπό την αίρεση ότι οι Εναγόμενοι θα έφερναν γραπτή ανάληψη χρέους από το τρίτο πρόσωπο. Οι Εναγόμενοι ανέφεραν στους Ενάγοντες ότι για να μπορέσουν να τους φέρουν γραπτή ανάληψη χρέους έπρεπε να εκδώσουν πιστωτικές σημειώσεις. Δεν τους υπέδειξαν τότε ποιο ήταν το τρίτο πρόσωπο. Έτσι οι Ενάγοντες εξέδωσαν μια πιστωτική σημείωση ημερ. 31.3.04 (τεκμήρια 6 και 9), για το ποσό των Λ.Κ.12.005,13, που ως φαίνεται στο τεκμήριο 4 ήταν το οφειλόμενο στις 29.3.04, αφού αφαιρέθηκε ένα ποσό Λ.Κ.86,20 ως «Credit Sales Retu» από το ποσό των €12.091,33, μετά την τελευταία πληρωμή του ποσού των Λ.Κ.1.
- Παρά δε το ότι οι Εναγόμενοι είχαν πει στον Μ.Ε.1 ότι θα του υποδείκνυαν γραπτώς ποιος θα αναλάμβανε και ότι δεν θα παράγγελλαν πλέον άλλες ποσότητες, συνέχισαν να παραγγέλνουν, με αποτέλεσμα να αυξηθεί το οφειλόμενο ποσό. Ο Μ.Ε.1 είχε συχνή επαφή με τους Εναγόμενους, οι οποίοι του έλεγαν ότι θα τον πλήρωναν ή ότι κάποιος τρίτος θα τον πλήρωνε και του υπόσχονταν ότι θα του υποδείκνυαν γραπτώς ποιος θα ήταν ο τρίτος που θα αναλάμβανε το χρέος. Με βάση αυτά οι Ενάγοντες έκδωσαν και δεύτερη πιστωτική σημείωση με ημερ. 14.9.04 (τεκμήρια 6 και 9) για το ποσό των Λ.Κ.2.496,19, που ως προκύπτει από το τεκμήριο 4 είναι η οφειλή που δημιουργήθηκε για παραδόσεις σκυροδέματος σε αυτούς για τις ημερομηνίες μετά τις 29.3.04 μέχρι και τις 18.6.04 δηλ. για τις ημερ. 31.3.04, 20.4.04, 29.4.04, 4.5.04, 6.5.04, 10.5.04, 12.5.04 και 18.6.
- Λόγω του ότι οι Εναγόμενοι έβρισκαν διάφορες δικαιολογίες και δεν έδιναν καθαρή απάντηση σε σχέση με το τι θα γίνει με την πληρωμή του οφειλομένου ποσού, ο Μ.Ε.1 δεν τους έστειλε τα πρωτότυπα των πιστωτικών σημειώσεων αλλά αντίγραφα αυτών στο φαξ και οι εν λόγω πιστωτικές σημειώσεις δεν περάστηκαν στον σχετικό λογαριασμό που διατηρούσαν οι Ενάγοντες. Σε κάποιο χρονικό σημείο μετά την έκδοση των πιστωτικών σημειώσεων οι Εναγόμενοι υπέδειξαν στον Μ.Ε.1, ότι θα αναλάβει το οφειλόμενο υπόλοιπο αυτών, ο Χαράλαμπος Χαραλάμπους. Ο Μ.Ε.1 το ανέφερε αυτό στον Χαραλάμπους αλλά εκείνος αρνήθηκε ότι θα αναλάμβανε την οφειλή των Εναγομένων. Μετά τις 14.9.04 και συγκεκριμένα στις 24.11.04 οι Εναγόμενοι παρήγγειλαν και παρέλαβαν και άλλη ποσότητα σκυροδέματος από τους Ενάγοντες, την οποία οι τελευταίοι παρέδωσαν σε οικοδομή όπου προηγουμένως παρέδωσαν αρκετές φορές και άλλες ποσότητες σκυροδέματος στους Εναγομένους. Η εν λόγω παράδοση ήταν αξίας Λ.Κ.410,47 και το ποσό αυτό χρεώθηκε στο λογαριασμό των Εναγομένων. Ήταν δε η τελευταία παράδοση μπετόν που έγινε στους Εναγόμενους. Έτσι μετά από αυτό το οφειλόμενο υπόλοιπο των Εναγομένων στις 24.11.04 ανήλθε τις Λ.Κ.14.911,79 ήτοι το ισόποσο των €25.478,
- Μετά την έκδοση των πιο πάνω πιστωτικών σημειώσεων επικοινώνησαν από το λογιστήριο των Εναγομένων και παρακάλεσαν κάποιο υπάλληλο των Εναγόντων να τους στείλει τα πρωτότυπα αυτών όπως και έγινε, χωρίς όμως τη συγκατάθεση και γνώση του Μ.Ε.
- Ο Μ.Ε.1 το αντιλήφθηκε αυτό μετά την έγερση της αγωγής όταν ο δικηγόρος του τον ενημέρωσε για τον σχετικό ισχυρισμό των Εναγομένων και έψαξε να βρει τις πιστωτικές σημειώσεις στο φάκελο της εταιρείας, όπου πίστευε μέχρι τότε ότι βρίσκονταν, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Μετά από την έκδοση της δεύτερης πιστωτικής σημείωσης και πριν την καταχώρηση της παρούσας αγωγής οι Ενάγοντες μέσω του Μ.Ε.1 ζήτησαν επανειλημμένα από τους Εναγόμενους να εξοφλήσουν το αξιούμενο υπόλοιπο και εκείνοι παρά τις σχετικές υποσχέσεις τους δεν κατέβαλαν κανένα ποσό. Μετά την καταχώρηση της αγωγής οι Εναγόμενοι στις 13.11.08 έστειλαν στους Ενάγοντες μία επιταγή τους της Σ.Π.Ε. ΜΑΚΡΑΣΥΚΑΣ με αρ. 08496507 για το ποσό των €410,47, η οποία επισυναπτόταν σε επιστολή τους ίδιας ημερομηνίας. Στην εν λόγω επιστολή οι Εναγόμενοι ζητούσαν να σημειωθεί ότι με την εν λόγω επιταγή οι Εναγόμενοι εξοφλούν πλήρως τις οφειλές τους προς τους Ενάγοντες και παρακαλούν όπως τους σταλεί απόδειξη πλήρους εξόφλησης. Οι Ενάγοντες με επιστολή τους ημερ. 11.12.08 επέστρεψαν την εν λόγω επιταγή και ανέφεραν ότι δεν γίνεται δεκτός ο ισχυρισμός των Εναγομένων ότι με το ποσό της επιταγής εξοφλείται το οφειλόμενο προς αυτούς ποσό, κάνοντας αναφορά και στην εκκρεμότητα της παρούσας αγωγής. Μέχρι και σήμερα οι Εναγόμενοι δεν πλήρωσαν κανένα ποσό έναντι της πιο πάνω οφειλής τους ενώ ποτέ δεν προσκόμισαν στους Ενάγοντες οποιαδήποτε γραπτή ανάληψη χρέους, της εν λόγω οφειλής τους, από τρίτο πρόσωπο. Συμπεράσματα Από τα πιο πάνω ευρήματα προκύπτει λοιπόν ότι οι πιστωτικές σημειώσεις που εκδόθηκαν από τους Ενάγοντες εκδόθηκαν στα πλαίσια συμφωνίας τους με τους Εναγόμενους ότι κάποιος τρίτος θα πλήρωνε το χρέος των τελευταίων, η οποία συμφωνία ήταν υπό την αίρεση ότι οι Εναγόμενοι θα προσκόμιζαν σχετικά γραπτή υποχρέωση ανάληψης του χρέους τους από τρίτο πρόσωπο. Για αυτό άλλωστε και ο Μ.Ε.1 απέστειλε μόνο αντίγραφα των εν λόγω πιστωτικών σημειώσεων και αυτές δεν περάστηκαν στο λογαριασμό που τηρούσαν οι Ενάγοντες. Συνεπώς οι πιστωτικές σημειώσεις εκδόθηκαν υπό την πιο πάνω αίρεση και με δεδομένο ότι ποτέ οι Εναγόμενοι δεν προσκόμισαν γραπτή ανάληψη χρέους, η αίρεση ποτέ δεν εκπληρώθηκε με αποτέλεσμα οι πιστωτικές σημειώσεις να μην ισχύουν. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα η υποχρέωση εξόφλησης της οφειλής τους να εξακολουθεί να βαραίνει τους Εναγόμενους. Λοιπές θέσεις των Εναγομένων Όσον αφορά την προδικαστική ένσταση των Εναγομένων περί κατά τόπον αναρμοδιότητας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού θα πρέπει να λεχθεί ότι αυτή εγκαταλείφθηκε αμέσως πριν την ακροαματικής διαδικασίας, με σχετική δήλωση της συνηγόρου αυτών. Πέραν των άλλων οι Εναγόμενοι εγείρουν με το δικόγραφο τους την υπεράσπιση της ολιγωρίας (Iaches) ή/και καθυστέρησης (delay). Συγκεκριμένα δικογραφείται ότι συνεπεία της καθυστέρησης των Εναγόντων να θέσουν υπόψην των Εναγομένων τις αξιώσεις τους οι τελευταίοι μετέβαλαν την οικονομική ή/και νομική τους θέση. Όσον αφορά την υπεράσπιση αυτή στην Γιωργαλλά ν. Χατζηχριστοδούλου
(2000)1 Α.Α.Δ. 2060 λέχθηκε ότι η απουσία προθεσμιών στη διεκδίκηση δικαιωμάτων εξ αντικειμένου δημιουργεί κλίμα αβεβαιότητας στο τι ανήκει στο άτομο και ποιες είναι οι υποχρεώσεις του. «Το επιβεβλημένο της επιβολής χρονικών περιορισμών στη διεκδίκηση δικαιωμάτων αναγνωρίστηκε από το δίκαιο της επιείκειας, προ πολλού χρόνου, με την καθιέρωση της αρχής ή του δόγματος "laches" (ολιγωρία), σύμφωνα με το οποίο ουσιαστική καθυστέρηση στην άσκηση δικαιωμάτων, συνοδευόμενη από συνθήκες που καθιστούν άδικη την προβολή τους, παρεμβάλλει εμπόδιο στη διεκδίκησή τους.» Η επίκληση της αρχής αυτής προϋποθέτει, πρώτον, μη εύλογη καθυστέρηση έναρξης της διαδικασίας και δεύτερο, οι συνέπειες που προκάλεσε η καθυστέρηση να καθιστούν την παροχή της αιτούμενης θεραπείας άδικη (βλ. Ρένα Αριστοτέλους Λτδ κ.α. ν. Benfleet Enterprises Ltd κ.α.
(2006)1 Α.Α.Δ. 280). Το Δικαστήριο εξετάζει την εφαρμογή του δόγματος ως υπεράσπιση αφού λάβει υπόψη τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένης της περιόδου καθυστέρησης καθώς και τον βαθμό επηρεασμού των συμφερόντων του Εναγομένου από την ολιγωρία του Ενάγοντα (βλ. Nelson v. Rye and another
(1996)2 All E.R. 186). Η εν λόγω υπεράσπιση μπορεί όμως να εφαρμοσθεί μόνο σε περιπτώσεις όπου ο Ενάγοντας ζητά θεραπεία με βάση το δίκαιο της επιείκειας (equitable remedy) (βλ. Καρπασίτης κ.α. ν. Σιοκούρου
(2002)1 Α.Α.Δ. 472). Αφορά δε την εγκατάλειψη δικαιώματος λόγω παρόδου υπερβολικού χρόνου διεκδίκησης αξίωσης όταν από την απραξία αυτή έχουν επηρεαστεί τα δικαιώματα του αντιδίκου, με την απώλεια μαρτυρίας έγγραφης ή ζώσης (βλ. Κυριάκου ν. Αναστασίου, Πολιτική Έφεση Αρ. 230/2009, ημερ. 22.1.13). Το ακόλουθο απόσπασμα από την πολύ πρόσφατη υπόθεση Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ν. Κλεάνθους, Πολιτική Έφεση Αρ. 260/2009, ημερ. 23.1.13 είναι επίσης ενδεικτικό των ανωτέρω: «Πρόκειται για αρχή του δικαίου της επιείκειας, σύμφωνα με την οποία, καθυστέρηση στην επιδίωξη θεραπείας η οποία προβλέπεται από το δίκαιο της επιείκειας, μπορεί να αποτελέσει εμπόδιο στη χορήγηση της επιδιωκόμενης θεραπείας. Με άλλα λόγια, οι αρχές της επιείκειας δεν προστρέχουν προς βοήθεια του διάδικου ο οποίος, επαναπαυόμενος στα δικαιώματα του, επιδεικνύει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στη λήψη μέτρων για σκοπούς διασφάλισης τους. Όμως, περιθώριο για εφαρμογή της εν λόγω αρχής, δεν παρέχεται εκεί και όπου τυγχάνουν εφαρμογής ρητοί νομοθετικοί χρονικοί περιορισμοί στη διεκδίκηση αστικών δικαιωμάτων, έστω και αν η θεραπεία που επιδιώκεται είναι θεραπεία που προβλέπεται με βάση το δίκαιο της επιείκειας. Το κατά πόσο η συγκεκριμένη αρχή του δικαίου της επιείκειας τυγχάνει εφαρμογής σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, συνιστά θέμα που ανάγεται στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου, εξουσία η οποία ασκείται με γνώμονα το συμφέρον της δικαιοσύνης και σε ουσιαστικό βαθμό εξαρτάται από το κατά πόσο θα ήταν ή όχι πρακτικά άδικο να δοθεί η αιτούμενη θεραπεία. Ο εναγόμενος, πέραν της καθυστέρησης, θα πρέπει να επιδείξει και τέτοιες ενέργειες στο διάστημα που μεσολάβησε μέχρι την έγερση της αγωγής, ώστε το συμφέρον της δικαιοσύνης να εξυπηρετείται με την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου υπέρ της απόρριψης της αιτούμενης θεραπείας». Στην παρούσα υπόθεση οι Ενάγοντες αξιώνουν συγκεκριμένο ποσό το οποίο αποτελεί, κατ' ισχυρισμό, υπόλοιπο οφειλόμενο από τους Εναγόμενους λόγω της πώλησης και παράδοσης σε αυτούς διαφόρων ποσοτήτων σκυροδέματος για σκοπούς ανέγερσης πολυκατοικιών. Συνεπώς δεν πρόκειται για θεραπεία που εδράζεται στο δίκαιο της επιείκειας και άρα δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της προαναφερόμενης αρχής. Παρόλα αυτά για σκοπούς πληρότητας της απόφασης θα εξετάσω τη σχετική θέση των Εναγομένων. Όσον αφορά λοιπόν το θέμα της καθυστέρησης ή της ολιγωρίας στην έναρξη της διαδικασίας στην παρούσα φαίνονται τα ακόλουθα: Η τελευταία παράδοση μπετόν στους Εναγόμενους έγινε στις 24.11.04, οπόταν και διαμορφώθηκε το συνολικώς αξιούμενο στην παρούσα υπόλοιπο. Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 8.2.08 δηλ. περίπου 3 χρόνια και 2 ½ μήνες μετά. Για την καθυστέρηση αυτή ο Μ.Ε.1 έδωσε ως εξήγηση ότι επανειλημμένα ζητούσε από τους Εναγόμενους να τους εξοφλήσουν και εκείνοι του υπόσχονταν ότι θα το πράξουν, οπόταν όταν πλέον ο Μ.Ε.1 αντιλήφθηκε ότι δεν θα το έκαναν προχώρησαν στην καταχώρηση της αγωγή. Η εξήγηση αυτή, ως έχει προαναφερθεί, έγινε δεκτή. Ακόμη όμως και να μην γινόταν δεκτή η εν λόγω εξήγηση και η πιο πάνω καθυστέρηση να εθεωρείτο μη εύλογη, το γεγονός αυτό από μόνο του δεν θα προδίκαζε και το αποτέλεσμα της αγωγής με βάση την υπεράσπισης της ολιγωρίας ή καθυστέρησης. Πρέπει με βάση τα όσα προαναφέρθηκαν να καταδειχθεί περαιτέρω από τους Εναγόμενους ότι η καθυστέρηση αυτή προκάλεσε τέτοιες συνέπειες οι οποίες καθιστούν την παροχή της αιτούμενης θεραπείας άδικη. Οι Εναγόμενοι στην έκθεση υπεράσπισης τους αναφέρουν ότι συνεπεία της καθυστέρησης των Εναγόντων να θέσουν υπόψην τους τις αξιώσεις τους αυτοί μετέβαλαν την οικονομική ή/και νομική τους θέση. Δεν έχει όμως καταδειχθεί οποιαδήποτε τέτοια μεταβολή στη θέση των Εναγομένων. Το γεγονός ότι οι Εναγόμενοι βασίσθηκαν στα πιο πάνω με αποτέλεσμα το σχετικό υπόλοιπο του λογαριασμού τους να δείχνει μηδέν, κρίνεται ότι δεν συνιστά οποιαδήποτε οικονομική ή νομική μεταβολή στη θέση τους. Πρέπει άλλωστε να σημειωθεί ότι η συνήγορος των Εναγόμενων στην τελική αγόρευση της δεν επικαλείται ότι υπήρξε τέτοια μεταβολή. Εκείνο που υποστηρίζει σχετικά είναι ουσιαστικά ότι η καθυστέρηση είχε ως αποτέλεσμα να μην μπορούν να εντοπίσουν ώστε να καλέσουν ως μάρτυρα προς υποστήριξη της υπόθεσης τους τον Χαράλαμπο Χαραλάμπους. Σε σχέση με το θέμα αυτό θα πρέπει όμως κατ' αρχήν να σημειωθεί ότι κάτι τέτοιο δεν δικογραφείται στην έκθεση υπεράσπισης. Εν πάση δε περιπτώσει σε κανένα σημείο της ακροαματική διαδικασίας δεν αναφέρθηκε ότι οι Εναγόμενοι επιθυμούσαν να καλέσουν το εν λόγω πρόσωπο ως μάρτυρα ή ότι κατέβαλαν προσπάθειες εντοπισμού και κλήτευσης τους, χωρίς αποτέλεσμα και μάλιστα για λόγο που έχει να κάνει με την επικαλούμενη καθυστέρηση. Πρόκειται λοιπόν για μια όψιμη θέση, η οποία και δεν στοιχειοθετήθηκε. Ως εκ των άνω κρίνω ότι ακόμη και εάν η καθυστέρηση που παρατηρήθηκε εθεωρείτο μη εύλογη δεν είχε τέτοιες συνέπειες στους Εναγόμενους, οι οποίες να καθιστούν την παροχή της αιτούμενης θεραπείας άδικη και να επιτρέπουν την άσκηση της σχετικής διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς απόρριψη της. Συνεπώς η υπό εξέταση θέση των Εναγομένων δεν μπορεί να γίνει δεκτή και απορρίπτεται. Τέλος οι Εναγόμενοι με τις τελικές τους αγορεύσεις εισηγούνται ότι στην παρούσα τυγχάνει εφαρμογής η υπεράσπιση του κωλύματος. Συγκεκριμένα εισηγούνται ότι η έκδοση από πλευράς των Εναγόντων των δύο επίδικων πιστωτικών σημειώσεων, η έκδοση και αποστολή της κατάστασης λογαριασμού τεκμήριο 13 και η μετέπειτα συμπεριφορά των Εναγόντων, συνιστά κώλυμα λόγω συμπεριφοράς, και έτσι οι Ενάγοντες εμποδίζονται από το να ισχυρίζονται ότι οι Εναγόμενοι τους οφείλουν το αξιούμενο ποσό. Ως έχει λεχθεί στην Ιωάννου ν. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1999)1Γ Α.Α.Δ 1522 με αναφορά στα συγγράμματα Nokes "Introduction to Evidence" 3rd ed. σελ. 208 και Phipson on Evidence, 12th ed., σελ. 912, το κώλυμα είναι ένας κανόνας με τον οποίο ένας διάδικος εμποδίζεται από του να εγείρει ή να αρνηθεί ένα γεγονός ή που εμποδίζει ένα διάδικο από του να αρνηθεί την ύπαρξη μιας κατάστασης γεγονότων που έχει προβάλει προηγουμένως. Το κώλυμα μπορεί να είναι:
(1)κώλυμα λόγω δεδικασμένου (Estoppel by record),
(2)κώλυμα λόγω καταχωρίσεων σε έγγραφα (Estoppel by deed) και
(3)κώλυμα λόγω συμπεριφοράς (Estoppel by conduct or Estoppel in pais). Το κώλυμα λόγω συμπεριφοράς μπορεί να πάρει τη μορφή: (
- i)του κωλύματος λόγω παραστάσεων, (
- ii)του κωλύματος λόγω υποσχέσεων και (iii) του περιουσιακού κωλύματος. Σύμφωνα δε με τον κανόνα του κωλύματος λόγω συμπεριφοράς «όταν ένας συμβαλλόμενος σε μια συναλλαγή με τα λόγια του ή τη συμπεριφορά του προβαίνει σε μια υπόσχεση ή διαβεβαίωση προς τον άλλο συμβαλλόμενο, που αποσκοπεί να επηρεάσει τις νομικές σχέσεις μεταξύ τους και ο άλλος συμβαλλόμενος ενεργεί πάνω σε αυτή, διαφοροποιώντας τη θέση του προς βλάβη, δεν θα επιτραπεί στο συμβαλλόμενο που προέβηκε στην υπόσχεση ή έδωσε τη διαβεβαίωση να ενεργήσει με τρόπο ασυμβίβαστο προς αυτή» (βλ. και Χ"Γιάννης ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1970)1 C.L.R. 32). Το κώλυμα λόγω υποσχέσεως μπορεί να προκύψει μόνο από σαφείς και θετικές παραστάσεις, οι οποίες γίνονται από πρόσωπο προς το οποίο οφείλεται η συμβατική υποχρέωση, ως αποτέλεσμα των οποίων ο οφειλέτης, βασιζόμενος σ΄ αυτές, αναπροσαρμόζει τη συμπεριφορά του επί του προκειμένου, με τρόπο που θα ήταν άδικο, σε μεταγενέστερο στάδιο, να κληθεί να εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις (βλ. Αλεξάνδρου ν. Πικροδάφνη κ.α., Πολ. Έφεση Αρ. 144/09, ημερ. 17.5.12). Ως δε αναφέρθηκε στην Ελληνική Τράπεζα Λτδ ν. Πολυδωρίδη κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ 68, με παραπομπή και σε προηγούμενη νομολογία, εγείρεται εξ υποσχέσεως κώλυμα στη διεκδίκηση συμβατικών δικαιωμάτων οποτεδήποτε ο κάτοχος τους προβαίνει σε σαφείς παραστάσεις προς τον αντισυμβαλλόμενο ότι δε θα τα ασκήσει και ο δεύτερος βασιζόμενος στις παραστάσεις αυτές μεταβάλλει τη θέση του με τρόπο που θα ήταν άδικο (λόγω δυσμενούς επηρεασμού της θέσης του) να κληθεί να επιστρέψει στην προγενέστερη θέση του και να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις από τις οποίες ο Ενάγων τον είχε απαλλάξει (βλ. και Μαυρομιχάλη κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1996)1Α Α.Α.Δ 530). Στην Ιωάννου ανωτέρω έχει επίσης κριθεί ότι η μη συμπερίληψη του κανόνα του κωλύματος στη σχετική δικογραφία δεν αποστερεί από τον διάδικο το δικαίωμα να εγείρει το θέμα κατά το ακροαματικό στάδιο της διαδικασίας, νοουμένου ότι τα γεγονότα όπως προκύπτουν από τη μαρτυρία δικαιολογούν την παροχή θεραπείας. Έγινε δε σχετικά παραπομπή στην Stylianou v. Papacleovoulou
(1982)1 CLR 542 όπου κρίθηκε ουσιαστικά ότι παράλειψη επιδίωξης ειδικής θεραπείας στο δικόγραφο δεν αποτελεί κώλυμα για την απόδοση της αλλά μπορεί να παρασχεθεί οποιαδήποτε θεραπεία, η οποία στοιχειοθετείται από τα γεγονότα που περιέχονται στο δικόγραφο εφόσον αποδεικνύονται κατά τη δίκη (βλ. και Kennedy Hotels v. Indjirdjian
(1992)1 Α.Α.Δ. 400). Στην έκθεση υπεράσπισης τους οι Εναγόμενοι δεν αναφέρονται ρητά στην εν λόγω υπεράσπιση. Στις αγορεύσεις του δε οι Εναγόμενοι κάνουν σχετικά αναφορά στην υπόθεση Stylianou ανωτέρω αλλά δεν αναφέρουν ποια είναι τα γεγονότα που περιέχονται στην έκθεση υπεράσπισης τους, τα οποία να επιτρέπουν έστω την απόδοση της θεραπείας που ζητούν. Το μόνο που αναφέρουν στην έκθεση υπεράσπισης τους είναι ότι οι Ενάγοντες κατά η περί το 2004 εξέδωσαν δεόντως υπογεγραμμένες πιστωτικές σημειώσεις προς τους Εναγόμενους με τις οποίες μηδένιζαν τον λογαριασμό των τελευταίων. Η πιο πάνω αναφορά γεγονότων δεν είναι όμως κατά την κρίση μου επαρκής ώστε να μπορεί εξετασθεί η εν λόγω υπεράσπιση. Εν πάση όμως περιπτώσει για σκοπούς πληρότητας της απόφασης θα εξετασθεί και αυτή η υπεράσπιση. Το πρώτο που πρέπει να λεχθεί σχετικά είναι ότι από τα ευρήματα του Δικαστηρίου προκύπτει μεν ότι οι Ενάγοντες εξέδωσαν τις δύο πιστωτικές σημειώσεις, οι οποίες αφορούσαν ολόκληρο το αξιούμενο στην παρούσα ποσό, πλην του ποσού των Λ.Κ.410,47. Έχει όμως γίνει δεκτό ότι οι εν λόγω πιστωτικές σημειώσεις εκδόθηκαν από τους Εναγόμενους μετά από συμφωνία ότι οι Ενάγοντες θα τους προσκόμιζαν γραπτή ανάληψη του χρέους τους από κάποιο τρίτο κάτι που δεν έγινε ποτέ. Είχαν λοιπόν εκδοθεί υπό την αίρεση προσκόμισης τέτοιας γραπτής ανάληψης χρέους. Έγινε επίσης δεκτό ότι τα πρωτότυπα των εν λόγω πιστωτικών σημειώσεων στάληκαν στους Εναγόμενους μετά που αυτοί τα ζήτησαν από υπάλληλο των Εναγόντων χωρίς την έγκριση και την γνώση του Μ.Ε.1, ο οποίος το αντιλήφθηκε αυτό μετά την έγερση της αγωγής. Πέραν των πιο πάνω έγινε δεκτό ότι ο Μ.Ε.1 ζήτησε επανειλημμένα από τους Εναγόμενους, μετά από την έκδοση της δεύτερης πιστωτικής σημείωσης και πριν την καταχώρηση της αγωγής, να εξοφλήσουν το αξιούμενο υπόλοιπο και εκείνοι παρά τις σχετικές υποσχέσεις τους δεν έδωσαν κανένα ποσό. Όσον δε αφορά την κατάσταση λογαριασμού τεκμήριο 13 που δείχνει ότι το υπόλοιπο οφειλόμενο των Εναγομένων είναι μόνο Λ.Κ.410,47, ως έχει προαναφερθεί, το εν λόγω τεκμήριο δεν λαμβάνεται υπόψην καθότι εκφεύγει των δικογραφημένων ισχυρισμών των Εναγομένων. Ως εκ των άνω κρίνεται ότι η έκδοση των εν λόγω πιστωτικών σημειώσεων από τους Ενάγοντες, από μόνης της, ενόψει και των όσων ακολούθησαν δεν συνιστά υπόσχεση, διαβεβαίωση ή παράσταση των Εναγόντων προς τους Εναγόμενους ότι οι πρώτοι δεν θα διεκδικήσουν το αξιούμενο στην παρούσα υπόλοιπο ποσό από τις παρασχεθείσες στους Εναγόμενους ποσότητες σκυροδέματος. Ακόμη όμως και να γινόταν δεκτό ότι κάτι τέτοιο ισχύει στην παρούσα η υπεράσπιση του κωλύματος δεν θα επιτύγχανε αυτόματα. Θα έπρεπε να καταδειχθεί ότι αυτό έγινε με σκοπό να επηρεάσει τις νομικές σχέσεις μεταξύ τους και ότι οι Εναγόμενοι βασιζόμενοι στις παραστάσεις αυτές ενέργησαν προς βλάβη τους δηλ. μεταβάλλοντας δυσμενώς τη θέση τους με τρόπο που θα ήταν άδικο να κληθούν να επιστρέψουν στην προγενέστερη θέση τους και να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους αυτές. Τα μόνα που τέθηκαν σχετικά κατά την ακροαματική διαδικασία είναι:
(1)ότι η Μ.Υ.1 ανέφερε ότι όταν εκδόθηκαν οι δύο πιστωτικές σημειώσεις αυτή τις πέρασε στο σύστημα με αποτέλεσμα ο λογαριασμός που διατηρούσαν για τους Ενάγοντες να δείχνει μηδενικό υπόλοιπο και
(2)ότι ο Μ.Υ.2 ανέφερε ότι μόνο και μόνο βάση του ότι οι Ενάγοντες έκδωσαν τις πιστωτικές σημειώσεις σημαίνει ότι αναγνώρισαν από μόνοι τους ότι είχαν να εισπράξουν τα λεφτά από την Μ. Χαραλάμπους και στους ελεγμένους λογαριασμούς των Εναγομένων δεν υπάρχει κανένα χρεωστικό ή πιστωτικό υπόλοιπο για καμία χρονιά κάτι που αν υπήρχε θα φαινόταν στα ελεγκτικά βιβλία των λογιστών τους. Τα πιο πάνω όμως κρίνω ότι δεν μπορούν να θεωρηθούν, και άλλωστε δεν εξηγήθηκε πως μπορούν να θεωρηθούν, ως δυσμενής μεταβολή της θέσης των Εναγομένων δηλ. ότι ενήργησαν έτσι προς βλάβη τους. Ως εκ των άνω κρίνω ότι ούτε αυτή η θέση των Εναγομένων ευσταθεί και απορρίπτεται. Κατάληξη Με βάση λοιπόν όλα τα πιο πάνω κρίνεται ότι οι Ενάγοντες έχουν αποδείξει την απαίτηση τους στο απαραίτητο βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Όσον όμως αφορά το θέμα του τόκου δεν εξηγούν που στηρίζουν την αξίωση του ώστε αυτός να αρχίζει από τις 24.11.07. Ως εκ τούτου κρίνεται ότι ο τόκος που θα τους επιδικασθεί δεν μπορεί παρά να είναι ο νόμιμος, δηλ. από την καταχώρηση της αγωγής. Καταληκτικά εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων για το ποσό των €25.478,31, με νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της αγωγής μέχρι εξοφλήσεως. Περαιτέρω τα έξοδα της υπόθεσης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων. (Υπ.)............ Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: Αστικό - Τελική - Οφειλή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο