Viliana Petrova ν. Στίβεν Νίκολας κ.α., Αρ. Aγωγής: 746/13, 9/7/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A289 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Aγωγής: 746/13 Μεταξύ: Viliana Petrova Ενάγουσα και
- Στίβεν Νίκολας
- Γιάννης Βασιλειάδης Εναγομένων Αίτηση αναστολής διαδικασίας Ημερομηνία: 9.7.2014 Για Εναγόμενο 1 - Αιτητή: κ. Λ. Κολατσής. Για Ενάγουσα - Καθ' ης η αίτηση: κ. Α. Χαραλάμπους. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Εναγόμενος 1 (στο εξής ο Αιτητής) με την παρούσα, η οποία καταχωρήθηκε στις 17.2.14 ζητά Διάταγμα αναστολής της υπόθεσης υπό τον πιο πάνω αριθµό και τίτλο και όλων των σχετικών και/ή απορρεόντων από αυτή διαδικασιών και/ή οποιωνδήποτε εξ αυτών, συµπεριλαµβανοµένων και των πιο κάτω:
(1)της αίτησης και της διαδικασίας της αίτησης παρακοής ηµερ. 28.8.13,
(2)της αίτησης για υποκατάστατο επίδοση ηµερ. 13.12.13 και των αποτελεσµάτων αυτής,
(3)του διατάγµατος και της εκτέλεσης και/ή της ισχύος του διατάγµατος ηµερ. 7.1.14 και της σχετικής κλήσης µάρτυρα προς τον Εναγόµενο 1 ηµερ. 7.1.14 και/ή άλλης ηµεροµηνίας, μέχρι την εκδίκαση της Έφεσης με Αρ. 243/13, η οποία καταχωρήθηκε στις 9.8.13 σε σχέση με την απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 29.7.13 και/ή μέχρι την εκδίκαση της αίτησης ημερ. 17.2.14 για παραμερισμό της πιο πάνω αίτησης παρακοής και/ή μέχρι τέτοιας ημερομηνίας που ήθελε ορίσει το Δικαστήριο. Η αίτηση βασίζεται στις Δ.
- Κ.9, Δ.27 Κ.1- 4, Δ.33 Κ.5, 6 και 15, Δ.
- Κ.18 και 19, Δ.39 Κ.1, 2, Δ.40 Κ.7 και 11, Δ.48 Κ.1-4, 8, 9 και 11, Δ.51 Κ.3 και 4 και Δ.64 Κ.1, 2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στα άρθρα 4 και 9 του περί Πολιτικής Δικονοµίας Νόµου, Κεφ.6, στα άρθρα 29-32 και 47 του περί Δικαστηρίων Νόµου 14/60, στο άρθρο 31 του περί Ερµηνείας Νόµου, στο άρθρο 30 του Συντάγµατος, στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύµβαση για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωµάτων και Θεµελιωδών Ελευθεριών, στη νομολογία, στους Κανόνες της Επιεικείας καθώς και στην πρακτική και τη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Λούντας Ζερβού, δικηγόρου, η οποία δηλώνει δεόντως εξουσιοδοτηµένη από τον Αιτητή και τους δικηγόρους αυτού καθώς και ότι προβαίνει σε αυτήν γιατί ο Αιτητής απουσιάζει στο εξωτερικό. Στην ένορκη δήλωση αναφέρονται βασικά τα ακόλουθα: Στις 19.2.13 µετά από µονοµερή αίτηση της Ενάγουσας ηµερ. 18.2.13 εκδόθηκε Διάταγμα το οποίο είχε τρία µέρη και προνοούσε µεταξύ άλλων στην παράγραφο 2 ότι «απαγορεύεται στον Εναγόµενο 1 από του να παρουσιάζει ότι διαθέτει συµφέρον επί του ιδιοκτησιακού καθεστώτος και µετοχών της εταιρείας LC MERCURY LIMITED µέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/ή µέχρι νεωτέρας διαταγής τους Δικαστηρίου» (τεκμήριο 1). Μετά από ακρόαση της αίτησης το Δικαστήριο µε απόφαση του ηµερ. 29.7.13 ακύρωσε το προαναφερόμενο μέρος του Διατάγµατος (τίθεται αυτούσιο το απόσπασμα της απόφασης για το λόγο ακύρωσης του μέρους αυτού) ενώ διατήρησε σε ισχύ τα άλλα δύο μέρη. Στις 9.8.13 οι Εναγόµενοι καταχώρησαν έφεση, προσβάλλοντας την προρρηθείσα απόφαση ηµερ. 29.7.13, η οποία έλαβε αριθµό 243/2013 (τεκμήριο 2). Με την έφεση οι Εναγόµενοι προσβάλουν την ορθότητα της απόφαση στην ολότητα της, περιλαμβανομένου του να εκδόσει αλλά και να διατηρήσει σε ισχύ, το προαναφερόμενο µέρος του διατάγματος, µέχρι την ηµέρα που το ακύρωσε αντί να το ακυρώσει και να το καταστήσει άκυρο ευθύς αρχής. Η έφεση επιδόθηκε στις 26.8.13, στους δικηγόρους της Ενάγουσας, οι οποίοι στις 6.9.13 καταχώρησαν εµφάνιση. Ακολούθως η Ενάγουσα στις 28.8.13 καταχώρησε αίτησης παρακοής εναντίον του Αιτητή, γιατί, όπως ισχυρίζεται, ο τελευταίος παρέβηκε το προαναφερόμενο, ακυρωθέν µέρος του Διατάγματος ημερ. 19.2.13, εφόσον στα πλαίσια της διεξαγωγής ακρόασης της αγωγής CC304-67-12-11 στο Ισραήλ και ενώ ο Αιτητής έδινε την µαρτυρία του, δήλωσε στο Δικαστήριο και προέβαλε τη θέση, ότι ο ίδιος είναι ο ιδιοκτήτης της εταιρείας LC Mercury Ltd του. Στη συνέχεια η αίτηση παρακοής επιδόθηκε στις 8.10.13 στους δικηγόρους του Αιτητή, οι οποίοι στις 31.10.13 εµφανίστηκαν στο Δικαστήριο, το οποίο και πληροφόρησαν ότι αντικανονικά επιδόθηκε σε αυτούς η αίτηση και όχι στον ίδιο τον Αιτητή, λόγω της ποινικής της φύσης, η οποία επιβάλλει όπως αυτή γίνει προσωπικά. Οι δικηγόροι της Ενάγουσας συµφώνησαν ότι δεν έγινε σωστή επίδοση και ζήτησαν χρόνο να επιδώσουν προσωπικά στον Αιτητή. Έτσι η αίτηση επαναορίστηκε για επίδοση. Ο επιδότης των δικηγόρων της Ενάγουσας επικοινώνησε µε τον δικηγόρο του Αιτητή σε διάφορες ηµεροµηνίες και του ζήτησε να τον βοηθήσει για να µπορέσει να υλοποιήσει την επίδοση στον Αιτητή. Ο δικηγόρος ενηµέρωσε τον επιδότη ότι µε βάση τις δικές του πληροφορίες και λόγω του επαγγέλµατος του Αιτητή, ήτοι έµπορος διαµαντιών και πολύτιµων λίθων, ταξιδεύει πολύ συχνά σε διάφορες χώρες, βρισκόταν πολύ συχνά και για µεγάλα χρονικά διαστήµατα στο εξωτερικό και τη δεδοµένη χρονική περίοδο ήταν εκτός της Δηµοκρατίας. Περί τα µέσα µε τέλη Δεκεµβρίου 2013 υπήρξε ακόµη µία επικοινωνία µεταξύ του επιδότη και του δικηγόρου και ο τελευταίος αφού προέβηκε σε διάφορες έρευνες ενηµέρωσε τον επιδότη ότι µε βάση τις πληροφορίες που συνέλεξε, η σύζυγος του Αιτητή βρίσκονταν κατά τη δεδοµένη στιγµή στην Κύπρο αλλά όχι ο ίδιος ο Αιτητή, ο οποίος ήταν στο εξωτερικό για επαγγελµατικούς λόγους. Στα πλαίσια παρακολούθησης της υπόθεσης οι δικηγόροι του Αιτητή έκαναν έρευνα στο φάκελο της υπόθεση στις 14.2.14 και διαπίστωσαν την ύπαρξη αίτησης για υποκατάστατο επίδοση της αίτησης παρακοής ηµερ. 13.12.13 καθώς επίσης και των εκδοθέντων συνεπεία αυτής διατάγµατος υποκατάστατης επίδοσης ηµερ. 7.1.14 και σχετικής κλήσης μάρτυρα στον Αιτητή, τουλάχιστον δέκα µέρες πριν την ηµεροµηνία που είναι ορισµένη η αίτηση παρακοής. Συνεπεία των πιο πάνω οι δικηγόροι του Αιτητή καταχώρησαν άμεσα αίτηση παραμερισμού και την ίδια μέρα την παρούσα αίτηση για την προστασία των συµφερόντων των πελατών τους και του Αιτητή. Για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας υιοθετούνται τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που στηρίζει την αίτηση παραμερισμού. Είναι εύλογο και δίκαιο και προς το συµφέρον της δικαιοσύνης να εκδοθούν τα αιτούµενα διατάγµατα µέχρι την εκδίκαση της αίτησης παραµερισµού και την εκδίκαση της έφεσης για τους πιο κάτω λόγους:
- Εάν δεν δοθούν το ένδικο µέσο της έφεσης όπως και αυτό της αίτησης παραµερισµού θα χάσουν την αποτελεσµατικότητά τους.
- Καµία ζηµιά δεν θα υποστεί η Ενάγουσα από την αναστολή των διαδικασιών, ούτε οικονοµική ούτε άλλως πως ειδικότερα λαµβάνοντας υπόψη τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης αλλά και ότι το διάταγµα για το οποίο έχει γίνει η διαδικασία παρακοής έχει ακυρωθεί καθώς και το αιτιολογικό του Δικαστηρίου που οδήγησε στην ακύρωση του.
- Η οποιαδήποτε απαίτηση της Ενάγουσας έχει ήδη εξασφαλιστεί.
- Η έφεση και η αίτηση παραµερισµού έχουν πολύ καλές πιθανότητες επιτυχίας.
- Η διαδικασία της αίτησης παρακοής που καταχώρησε η Ενάγουσα εναντίον του Αιτητή δεν έχει καµία πιθανότητα επιτυχίας και είναι µεταξύ άλλων καταχρηστική και νοµικά ανεπίτρεπτη για τους λόγους που αναφέρονται στην αίτηση παραμερισμού.
- Εάν δεν δοθούν τα αιτούμενα διατάγματα οι Εναγόµενοι και ειδικότερα ο Αιτητής, θα υποστούν ανεπανόρθωτες ζηµιές αφού µεταξύ άλλων µη αναστολή των θα καθιστά τυχόν επιτυχία της αίτησης παραµερισµού και/ή της έφεσης άνευ αντικειµένου.
- Τυχόν συνέχιση της διαδικασίας παρακοής και της επίδοσης αυτής, µε τον παράνοµο και καταχρηστικό τρόπο που αυτή προωθείται τυχόν να έχει δυσµενέστατες συνέπειες για τον Αιτητή, οι οποίες µπορεί να περιλαµβάνουν, παραβίαση και στέρηση θεµελιωδών ελευθεριών και Συνταγµατικών δικαιωµάτων όπως έκδοση εντάλµατος σύλληψης εναντίον του (Bench Warrant) και στέρηση της ελευθερίας του. Η αίτηση καταχωρήθηκε ως μονομερής αλλά, για τους λόγους που εξηγούνται στο πρακτικό του Δικαστηρίου ημερ. 20.2.14, κρίθηκε ότι δεν έπρεπε να προχωρήσει ως τέτοια και δόθηκαν οδηγίες να επιδοθεί. Η Ενάγουσα (στο εξής η Καθ' ης η αίτηση) αντέδρασε καταχωρώντας, στις 3.6.14, ένσταση, η οποία βασίζεται στις Δ.16, Δ.27, Δ.33, Δ.35, Δ.39, Δ.40, Δ.48, Δ.51 και Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στα άρθρα 4 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονοµίας Νόµου, στα άρθρα 29-32 και 47 του περί Δικαστηρίων Νόµου, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στην νοµολογία και την πρακτική του Δικαστηρίου. Οι λόγοι της ένστασης είναι βασικά οι ακόλουθοι:
- Η αίτηση είναι νοµικά αβάσιµη και/ή αστήρικτη γιατί δεν πληροί τις προϋποθέσεις και/ή δεν στηρίζεται σε τέτοια γεγονότα που να δικαιολογούν την εξάσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου.
- Η φύση του διατάγματος ηµερ. 19.2.13, του οποίου επιδιώκεται η αναστολή δεν επέβαλε στον Αιτητή οποιαδήποτε υποχρέωση ή καθήκον που να δικαιολογεί την αναστολή.
- Το γεγονός της καταχώρησης της έφεσης ή της αίτησης παραµερισµού δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο για την αιτούμενη αναστολή της υπόθεσης και/ή των διαδικασιών.
- Δεν υπάρχουν πιθανότητες επιτυχίας στης έφεσης.
- Δεν έχει καταδειχθεί ποια βλάβη µπορεί ο Αιτητής να υποστεί από την έκδοση του διατάγματος ηµερ. 19.2.13 δεδοµένου ότι ήδη το παρέβηκε.
- Η αίτηση καταχωρείται µε υπέρµετρη καθυστέρηση, η οποία δεν δικαιολογήθηκε καθόλου και/ή επαρκώς σε βαθµό που αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας και/ή είναι κακόπιστη µε στόχο να παρακάμψει και να εξουδετερώσει την διαδικασία καταφρόνησης του Δικαστηρίου.
- Ο Αιτητής δεν προσήλθε στο Δικαστήριο µε καθαρό χέρια και/ή απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα και συγκεκριµένα ότι ο ίδιος παρέβηκε το διάταγµα του Δικαστηρίου ηµερ. 19.2.13 και συνεπώς ουδέποτε συμμορφώθηκε µε αυτό µε αποτέλεσµα το Δικαστήριο να δικαιούται να αρνηθεί να τον ακούσει.
- Η αίτηση είναι ενοχλητική και ακαδηµαϊκη και χωρίς οποιοδήποτε ουσιαστικό αντικείµενο και τυχόν έγκριση της θα σήµαινε την συγχώρεση της ανυπακοής του διατάγματος από τον Αιτητή γεγονός που θα έχανε την αποτελεσµατικότητα των δικαστικών αποφάσεων και θα έστελνε λανθασµένα µηνύµατα.
- Η αίτηση αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας γιατί την ίδια ηµερ. 17.2.14 ο Αιτητής καταχώρησε αδικαιολόγητα και/ή αχρείαστα άλλη αίτηση ζητώντας τον παραµερισµό και/ή την ακύρωση της αίτησης παρακοής ενώ παράλληλα προωθεί και την έφεση. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Θωμά Χριστοδούλου, δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων της Καθ' ης η αίτηση, ο οποίος δηλώνει εξουσιοδοτημένος από την Ενάγουσα, η οποία, ως αναφέρει, ζει στη Βουλγαρία. Στην ένορκη δήλωση πέραν από την υιοθέτηση των λόγων ένστασης: Ουσιαστικά ως προς το ιστορικό της υπόθεσης και τις διαδικασίες που εγέρθηκαν συμφωνεί με τα όσα αναφέρονται από πλευράς του Αιτητή. Υποστηρίζει όμως ότι η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε με αδικαιολόγητη καθυστέρηση καθότι ενώ ο Αιτητής από τις 8.10.13 έλαβε γνώση για την αίτηση παρακοής και γνώριζε μέσω του δικηγόρου του ότι ήταν θέμα χρόνου η επίδοση της αίτησης στον ίδιο, δεν καταχώρησε την παρούσα παρά μόνο 4½ μήνες μετά χωρίς να δικαιολογήσει επαρκώς ή καθόλου το λόγο της καθυστέρησης. Αναφέρει ότι εκείνο που έχει σημασία είναι ότι κατά το χρόνο της παρακοής του διατάγματος ημερ. 19.2.13 δηλ. στις 30.5.13 ο Αιτητής παρέβηκε το εν λόγω διάταγμα και αυτό αποτελεί λόγο νια επιβολή της αρµόζουσας κύρωσης για σκοπούς διαφύλαξης του κύρους των διαδικασιών. Είναι δε αδιάφορο εάν καταχωρήθηκε έφεση ή αίτηση παραμερισμού. Εάν διαταχθεί αναστολή το ίδιο το Δικαστήριο θα συνδράμει στην υποβάθµιση του κύρους των δικαστικών αποφάσεων. Εν πάση περιπτώσει αναστολή διαδικασίας ή της εκδίκασης εκκρεµούσας αγωγής διατάσσεται µόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, οι οποίες δεν υπάρχουν στην παρούσα. Διαφωνεί µε τον ισχυρισµό στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση ότι η αίτηση παραμερισμού και η έφεση έχουν πολύ καλές πιθανότητες επιτυχίας και υποστηρίζει ότι εν πάση περιπτώσει οι πιθανότητες επιτυχίας εκτός σε περιπτώσεις που είναι εξόφθαλμες δεν είναι καθοριστικός παράγοντας. Επίσης διαφωνεί με τους ισχυρισμούς ότι η αίτηση παρακοής δεν έχει καμία πιθανότητα επιτυχίας και ότι είναι καταχρηστική καθώς και ότι θα έχει δυσμενέστατες συνέπειες στον Αιτητή. Η αίτηση σκοπεύει στην απαλλαγή του Αιτητή απο τις κυρώσεις που µπορεί να έχει σε περίπτωση επιτυχίας της αίτησης παρακοής και καµία ειδική περίσταση αλλά ούτε και βλάβη δεν καταδείχθηκε ότι θα υποστεί ο Αιτητής για να δικαιολογούν την έκδοση των αιτούµενων διαταγµάτων. Υποστηρίζει ότι οι διαδικασίες που καταχώρησε ο Αιτητής είναι καταχρηστικές και στόχο έχουν την δηµιουργία αχρείαστων διαδικασιών για καθυστέρηση της τιµωρίας του Αιτητή. Ο Αιτητής προχωρεί ταυτόχρονα µε τρεις διαδικασίες έτσι ώστε να καθυστερήσει πλήρως την εκδίκαση της αίτησης παρακοής και να εκµεταλλευτεί την καθυστέρηση, όταν το Δικαστήριο κληθεί να του επιβάλει ποινή, ως ισχυρό μετριαστικό παράγοντα. Σκόπιμα δε ο Αιτητής αποφεύγει να αναφερθεί κατά πόσο όντως παρέβηκε το διάταγμα ημερ. 19.2.13 κάτι το οποίο σύµφωνα µε την µαρτυρία είναι αδιαμφισβήτητο. Συνεπώς παρέβηκε το καθήκον ειλικρίνειας ενώ ταυτόχρονα µε αυτή τη παράλειψη του δεν δικαιούται καν να ακουστεί. Αρνείται ότι σε περίπτωση που δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα η έφεση και η αίτηση παραµερισµού θα χάσουν την αποτελεσµατικότητά τους και αναφέρει ότι η καταχώρηση των διαδικασιών αυτών δεν αποτελεί λόγω αναστολής της υπόθεσης και όλων των σχετικών διαδικασιών ή οποιωνδήποτε από αυτές. Περαιτέρω οι προαναφερόμενες διαδικασίες δεν αποτελούν λόγο αναστολής γιατί το διάταγμα ημερ. 19.2.13 δεν επέβαλε οποιαδήποτε θετική υποχρέωση η καθήκον στον Αιτητή απλά ήταν απαγορευτικής φύσης. Στην ουσία το τι επιδιώκεται από τον Αιτητή είναι ο παραµερισµός όλης της διαδικασίας µέχρι την εκδίκαση της έφεσης, κάτι που βρίσκεται έξω από τα πλαίσια της εξουσίας του Δικαστηρίου. Και οι δύο πλευρές αρκέστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους με παραπομπή στη σχετική νομολογία. Νομική πτυχή Η νομική βάση αίτησης για αναστολή εκτέλεσης ή διαδικασίας εκκρεμούσης έφεσης είναι η Δ.35 Κ.18, η οποία προνοεί τα εξής: «An appeal shall not operate as a stay of execution or of proceedings under the decision appealed from except so far as the Court appealed from or the Court of Appeal, or a Judge of either Court, may order; and no intermediate act or proceeding shall be invalidated, except so far as the Court appealed from may direct. Before any order staying execution is entered, the person obtaining the order shall furnish such security (if any) as may have been directed. If the security is to be given by means of a bond, the bond shall be made to the party in whose favour the decision under appeal was given». Όσον αφορά το είδος των αποφάσεων που υπόκεινται σε αναστολή στη βάση της Δ.35 Κ.18 η σχετική νομολογία συνοψίσθηκε στην Δημητρούδης ν. Λουγκρίδη
(2011)1Α Α.Α.Δ 687. Πιο συγκεκριμένα λέχθηκε ότι η εν λόγω Διαταγή δεν επιτρέπει την αναστολή περαιτέρω διαδικασιών εκκρεμούσης της έφεσης εφόσον η εν λόγω διάταξη αφορά τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να αναστέλλει μόνο εφέσιμα διατάγματα (τελικά ή ενδιάμεσα) κάτω από τη Δ.35 Κ.2 (βλ. και Fotiou and another v. Petrolina Ltd
(1984)1 C.L.R. 708 και Aftomata Eleourgia Lythrodonta Limited v. Holy Monastery of Mahera
(1986)1 C.L.R. 524). Όπου όμως δεν υπάρχει οτιδήποτε προς εκτέλεση από τη διαταγή του Δικαστηρίου τότε δεν δίνεται εξουσία αναστολής. Αντικείμενο της αναστολής είναι λοιπόν ορισμένη θετική ενέργεια, υποχρέωση ή καθήκον που επιβάλλεται από την εφεσιβαλλόμενη απόφαση και όχι η παγοποίηση ή ο προσωρινός παραμερισμός αυτής. Η Δ.35 Κ.18 δεν αποτελεί μέσο για την αναστολή της διαδικασίας ενώπιον του πρωτοδίκου Δικαστηρίου ή την παρεμπόδιση της συνέχισης της μέχρι την ακρόαση της έφεσης. Η απαγόρευση της συνέχισης της διαδικασίας μπορεί να διαταχθεί μόνο με προνομιακό ένταλμα τύπού prohibition, βάσει του Άρθρου 155.4 του Συντάγματος και η προαναφερόμενη Διαταγή δεν αποτελεί υποκατάστατο ή εναλλακτικό μέσο θεραπείας τέτοιου εντάλματος, μάλιστα από Δικαστήριο ίδιας δικαιοδοσίας (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Λύρα κ.α.
(1997)1Γ Α.Α.Δ 1384). Η εμβέλεια της δε περιορίζεται στην αναστολή θεμάτων που συναρτούνται προς την εκτέλεση απόφασης ή διαταγής του Δικαστηρίου ή της διαδικασίας, συναρτώμενης όμως με διαδικασίες που είναι μόνο παρεμφερείς της εφεσιβαλλόμενης απόφασης (βλ. και In re E.S. Αn Infant
(1986)1 C.L.R. 119 όπου δόθηκαν ως παραδείγματα τέτοιων διαδικασιών η κατάσχεση εις χείρας τρίτου και η ακύρωση καταδολιευτικών μεταβιβάσεων δυνάμει του Κεφ.62). Σε σχέση με το τελευταίο, ως επεξηγήθηκε στην Παπακόκκινου κ.α. ν. Γενικές Ασφάλειες Κύπρου
(1997)1Β Α.Α.Δ 692 η «αναφορά στην Δ.35 Κ.18 σε "... stay of ... proceedings under the decision appealed from ... ..." δεν αποβλέπει στην αναστολή της ευρύτερης διαδικασίας από την οποία προέκυψε ενδιάμεση απόφαση άλλο μόνο της διαδικασίας που εκπορεύεται αυτοτελώς από απόφαση της οποίας σκοπείται η ικανοποίηση». Η διαδικασία ακρόασης εκκρεμούσης αγωγής δεν εμπίπτει λοιπόν στις πρόνοιες της Δ.35 Κ.18. Στην Παπακόκκινου αναφέρθηκε επίσης σχετικά ότι και με βάση το άρθρο 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, αναστολή χωρεί σε σχέση μόνο με την εκτέλεση απόφασης όχι με τη συνέχιση της εξέλιξης της μη συμπληρωθείσας διαδικασίας. Η απόφαση για αναστολή εκτέλεσης απόφασης ή διαδικασίας εκκρεμούσης έφεσης ανάγεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η άσκηση της οποίας γίνεται στο πλαίσιο της Δ.35 Κ.18 και σε συνάρτηση προς τα γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης. Ως λέχθηκε στην Χαραλάμπους ν. A. Panayides Contracting Ltd
(2001)1Γ Α.Α.Δ 1978 «η έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης η οποία, παραμένει ισχυρή και διατηρεί την τελεσιδικία της μέχρι την τροποποίηση ή την ανατροπή της από το Εφετείο. Συνεπώς ο επιτυχών διάδικος δεν πρέπει να αποστερείται τους καρπούς της επιτυχίας του εκ μόνου του γεγονότος ότι εκκρεμεί η εκδίκαση της έφεσης του αντιδίκου του. Από την άλλη όμως αποτελεί βασική προϋπόθεση για την απονομή της δικαιοσύνης, η διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης. Η άρνηση έκδοσης διαταγής για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης δυνητικά συνεπάγεται κίνδυνο εξανέμισης της αξίας της έφεσης». Περαιτέρω στην Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1147 λέχθηκε σχετικά ότι: «Η διασφάλιση του τελεσφόρου της πρωτόδικης απόφασης, αφενός, και της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης, αφετέρου, συνιστούν τους κατεξοχή παράγοντες που επενεργούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Η εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων επιβάλλει η στάθμιση κάθε γεγονότος που σχετίζεται τόσο με τις επιπτώσεις της αναστολής, όσο και τη ζωτικότητα του δικαιώματος για την άσκηση έφεσης. Οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης είναι μεν παράγοντας σχετικός, αλλά οριακής σημασίας στις πλείστες περιπτώσεις. Το πλαίσιο για τη διάγνωση των δικαιωμάτων του εφεσείοντα σε συνάρτηση με την αποτίμηση των λόγων της έφεσης είναι η ακρόαση της έφεσης. Μόνο όπου μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της έφεσης, χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος, ο παράγοντας αυτός αποκτά σπουδαιότητα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου». H διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται λοιπόν με βάση δύο αρχές: πρώτον ότι «ο διάδικος ο οποίος επιτυγχάνει δεν πρέπει να στερείται, χωρίς ουσιαστικό λόγο, του καρπού της νίκης του στο δικαστικό αγώνα που διεξήγαγε» και δεύτερο ότι «το ένδικο μέσο της έφεσης, το οποίο ασκείται δικαιωματικά, δεν πρέπει να αποστερείται της αποτελεσματικότητάς του δηλ. η ενδεχόμενη επιτυχία της έφεσης να μη χάσει τη σημασία της μένοντας χωρίς κανένα αντίκρυσμα» (βλ. επίσης Mavrochanna and another v. Michael
(1984)1 C.L.R. 760, E.U.R.I.K and Others v. Kotsonis
(1986)1 C.L.R. 617, BP Holdings Ltd κ.α. ν. Κιταλίδη κ.α. (Αρ.1)
(1994)1 Α.Α.Δ. 287 και Παπακοκκίνου ν. Glykys and Araouzos (Insurances) Ltd κ.α.
(1998)1Α Α.Α.Δ 513). Η πιθανότητα επιτυχίας της έφεσης δεν είναι ο δεσπόζων και αποφασιστικός παράγων στην επίλυση ενός τέτοιου ζητήματος. Μόνο η ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων είναι δυνατό να κλίνει την πλάστιγγα υπέρ της δεύτερης αρχής, σε βάρος της πρώτης (βλ. Χ''Ευαγγέλου ν. Dorami Marine Ltd & Others
(1991)1 Α.Α.Δ. 172). Τέλος εφόσον κριθεί ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για έκδοση διαταγής για την αναστολή, το Δικαστήριο έχει καθήκον να επιλέξει τους κατάλληλους για την περίπτωση όρους για να τεθεί σε ισχύ η διαταγή της αναστολής. Εναπόκειται δε στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η επιλογή τέτοιων όρων που να επιφέρουν την εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων μέχρι την αποπεράτωση της έφεσης (βλ. Χαραλάμπους ανωτέρω). Θα πρέπει δε στο σημείο αυτό να λεχθεί ότι εκτός από την θέση για κατάχρηση της διαδικασίας με την αίτηση παρακοής, ο συνήγορος του Αιτητή δεν έχει αναφέρει σε ποια νομική βάση εδράζεται η παρούσα αίτηση για αναστολή της διαδικασίας λόγω της καταχώρησης της αίτησης παραμερισμού της εν λόγω αίτησης παρακοής. Στην νομική βάση της αίτησης αναφέρονται και οι Δ.40 Κ.7 και 11, οι οποίες όμως δεν έχουν εφαρμογή στην παρούσα. Στα πλαίσια της Δ.40 Κ.7 ισχύουν μεν κατ' αναλογία οι αρχές που διέπουν την διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου να αναστείλει την εκτέλεση απόφασης εκρεμμούσης έφεσης δηλ. στη βάση της Δ.35 Κ.18 (βλ. Anderson & Coltman Ltd v. Sonco Canning Ltd
(1982)2 JSC 325) αλλά η εν λόγω διάταξη αφορά ειδικά αναστολή εκτέλεσης αποφάσεων για συγκεκριμένο ποσό ή για έξοδα (βλ. Αναφορικά με την αίτηση της Παρασκευούς Μάρκου (Αρ. 1)
(2000)1Γ Α.Α.Δ 1868, Barberi v. Papadopoulou [1982] J.S.C. 308 και Thorn Domestic Appliances (Export) Ltd v. Alpan (Takis Bros) Ltd [1983] 2 J.S.C. 544). Η δε Δ.40 Κ.11 αφορά αναστολή εκτέλεσης απόφασης με βάση γεγονότα που προέκυψαν καθυστερημένα και δεν μπορούσαν να περιληφθούν στα δικόγραφα (βλ. Αναφορικά με την αίτηση της Παρασκευούς Μάρκου (Αρ. 1)
(2000)1Γ Α.Α.Δ 1868). Πριν προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας της παρούσας αίτησης θα εξετάσω τη θέση της Καθ' ης η αίτηση ότι ο Αιτητής απέκρυψε ότι ο ίδιος παρέβηκε το διάταγµα του Δικαστηρίου ηµερ. 19.2.13 και συνεπώς ουδέποτε συμμορφώθηκε µε αυτό µε αποτέλεσµα το Δικαστήριο να δικαιούται να αρνηθεί να τον ακούσει. Ως λέχθηκε στην Ιωσηφάκη ν. Αριστοδήμου
(1990)1 Α.Α.Δ. 284, διάδικος ο οποίος βαρύνεται με συνεχιζόμενη παρακοή διατάγματος του Δικαστηρίου, δεν εκπίπτει αυτομάτως του δικαιώματος να ακουστεί σε μεταγενέστερο διάβημα στην ίδια διαδικασία. Αναγνωρίζεται όμως διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να αρνηθεί να τον ακούσει, αν κρίνει ότι τα συμφέροντα της δικαιοσύνης το επιβάλλουν. Στην παρούσα όμως δεν τίθεται καν θέμα άσκησης τέτοιας διακριτικής ευχέρειας καθότι ως προκύπτει από την ένορκη δήλωση που στηρίζει την αίτηση ο Αιτητής δεν παραδέχεται ότι δεν υπάκουσε το υπό αναφορά διάταγμα του Δικαστηρίου. Το κατά πόσο δε η ενέργεια του Αιτητή σε δικαστική διαδικασία στο Ισραήλ, που αναφέρει η Καθ' ης η αίτηση, συνιστά τέτοια παρακοή θα είναι το κύριο θέμα προς εξέταση στην αίτηση παρακοής και ασφαλώς δεν μπορεί να προαποφασισθεί στα πλαίσια της παρούσας. Πέραν δε των πιο πάνω το ζήτημα αυτό δεν εγέρθηκε από πλευράς της Καθ' ης η αίτηση σε στάδιο πριν την ακρόαση της παρούσας και έτσι δόθηκε στον Αιτητή κάθε ευκαιρία να υποστηρίξει την αίτηση του, όπως και έπραξε. Ερχόμενος στην ουσία της αίτησης θα πρέπει να λεχθεί ότι, ως προκύπτει από το αιτητικό αυτής ζητείται κατ' αρχήν γενικά «Διάταγμα αναστολής της υπόθεσης και όλων των σχετικών και/ή απορρεόντων από αυτή διαδικασιών και/ή οποιωνδήποτε εξ αυτών». Διευκρινίζεται δε στη συνέχεια ουσιαστικά ότι σε αυτές συμπεριλαμβάνονται:
(1)η διαδικασία της αίτησης παρακοής ηµεροµηνίας 28.8.13,
(2)η διαδικασία της αίτησης για υποκατάστατο επίδοση ηµεροµηνίας 13.12.13 και
(3)η εκτέλεση του διατάγματος ημερομηνίας 7.1.14 που εκδόθηκε στα πλαίσια της αίτησης ημερομηνίας 13.12.13 συμπεριλαμβανομένης της σχετικής κλήσης µάρτυρα προς τον Εναγόµενο
- Αναφορικά με το διάταγμα αναστολής της υπόθεσης που ζητείται γενικά θα πρέπει να λεχθεί ότι, ως προκύπτει από την προαναφερθείσα νομολογία, η Δ.35 Κ.18 δεν αποβλέπει στην αναστολή της ευρύτερης διαδικασίας από την οποία προέκυψε η εφεσιβαλλόμενη απόφαση και δεν αποτελεί μέσο για την αναστολή της διαδικασίας ή την παρεμπόδιση της συνέχισης της μέχρι την ακρόαση της έφεσης. Κρίνεται λοιπόν ότι δεν μπορεί να εκδοθεί διάταγμα αναστολής γενικά της διαδικασίας στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Τέτοιο διάταγμα δεν μπορεί να εκδοθεί ούτε σε σχέση με την «διαδικασία στην αίτηση για υποκατάστατο επίδοση ηµερ. 13.12.13» καθότι η εν λόγω διαδικασία δεν εκκρεμεί πλέον εφόσον έχει περατωθεί στις 7.1.14, με την έκδοση σχετικού διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης. Με το εν λόγω διάταγμα διατάχθηκε ουσιαστικά να γίνει υποκατάστατη επίδοση στον Αιτητή, της αίτησης παρακοής ημερομηνίας 28.8.13 και της σχετικής κλήσης μάρτυρα και με τους δύο ακόλουθους τρόπους ήτοι: (α) με αποστολή µέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου σε συγκεκριμένη ηλεκτρονική διεύθυνση και (β) με θυροκόλληση στη εξωτερική πλευρά της κυρίως εισόδου του διαμερίσματος του Εναγόμενου 1 στην Μουταγιάκα στη Λεμεσό. Στις 26.2.14, που ήταν ορισμένη για επίδοση η αίτηση παρακοής καταχωρήθηκε στο φάκελο της υπόθεσης ένορκη δήλωση της Γιαννούλας Λεωνίδου, υπαλλήλου των δικηγόρων της Καθ' ης η αίτηση, όπου αναφέρεται ότι έγινε η θυροκόλληση ως το διάταγμα ημερ. 7.1.14 αλλά δεν έγινε η επίδοση μέσω του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου καθότι η σχετική ηλεκτρονική διεύθυνση δεν βρίσκεται πλέον σε λειτουργία. Τούτου λοιπόν δεδομένου σε συνδυασμό με ότι το διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης προέβλεπε την επίδοση και με τους δύο τρόπους σωρευτικά και όχι διαζευκτικά, η Καθ' ης η αίτηση εκ των πραγμάτων δεν δύναται πλέον να προβεί σε επίδοση της αίτησης με τρόπο ώστε αυτή να συνάδει με το εν λόγω διάταγμα. Εξ ου και αργότερα στις 11.4.14 καταχώρησε νέα αίτηση για υποκατάστατη επίδοση της αίτησης παρακοής και της μαρτυρικής κλήσης, η οποία εκκρεμεί. Συνεπώς η παρούσα αίτηση όσον αφορά την εκτέλεση του διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης ημερ. 7.1.14 κατέστη πλέον άνευ αντικειμένου. Απομένει λοιπόν προς εξέταση το κατά πόσο μπορεί, υπό τις περιστάσεις της παρούσας, να εκδοθεί διάταγμα αναστολής της διαδικασίας της αίτησης παρακοής ημερ. 28.8.
- Αποτελεί ουσιαστικά μια εκ των θέσεων της Καθ' ης η αίτηση ότι ούτε αυτή η θεραπεία μπορεί να αποδοθεί καθότι η αίτηση παρακοής δεν αποτελεί αντικείμενο αναστολής υπό την Δ.35 Κ.
- Από τα δεδομένα που τέθηκαν στην παρούσα σε συνδυασμό με τη σχετική νομολογία που παρατέθηκε ανωτέρω, κρίνεται ότι η περί ου ο λόγος αίτηση παρακοής, έχουσα ως αντικείμενο την κατ' ισχυρισμό παρακοή του Αιτητή στην απόφαση-διάταγμα, το οποίο έχει εφεσιβληθεί και με το οποίο επιβαλλόταν στον τελευταίο θετική υποχρέωση, αποτελεί διαδικασία, η οποία «εκπορεύεται αυτοτελώς» από την εν λόγω απόφαση-διάταγμα και συναφώς εμπίπτει στις περιπτώσεις στις οποίες δύναται να εκδοθεί διάταγμα αναστολής με βάση τη Δ.35 Κ.
- Ενόψει δε του ότι η εν λόγω διαδικασία όσον αφορά την αναστολή της υπάγεται και μπορεί να εξετασθεί στη συγκεκριμένη νομική βάση δεν τίθεται θέμα εξέτασης αναστολής με βάση σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου, ως εισηγείται ο συνήγορος του Αιτητή, εφόσον τέτοια εξουσία προφανώς εξετάζεται εάν υπάρχει, όταν δεν υπάρχει ειδική πρόνοια στο Νόμο ή στους Θεσμούς (βλ. Αναφορικά με την αίτηση της Εταιρείας Evand Promotions Ltd κ.α.
(1998)1Β Α.Α.Δ 736). Όσον αφορά την άλλη σχετική θέση του συνηγόρου του Αιτητή θα πρέπει να λεχθεί ότι πράγματι το Δικαστήριο έχει σύμφυτη εξουσία για καταστολή κατάχρησης των διαδικασιών του αλλά το κατά πόσο η καταχώρηση της αίτησης παρακοής αποτελεί τέτοια κατάχρηση μπορεί να κριθεί μόνο στα πλαίσια της εν λόγω αίτησης όπου θα τεθούν όλα στα σχετικά γεγονότα και όχι στην παρούσα. Προχωρώντας, ως προκύπτει από την σχετική νομολογία, αυτό που επιβάλλεται είναι, προς εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων, να σταθμισθεί κάθε γεγονός της παρούσας υπόθεσης που σχετίζεται τόσο με τις επιπτώσεις της αναστολής όσο και με τη ζωτικότητα του δικαιώματος για άσκηση έφεσης. Πρέπει λοιπόν να υπάρχουν τέτοια γεγονότα που να γέρνουν την πλάστιγγα υπέρ της αρχής ότι η έφεση ή η αίτηση παραμερισμού (θα εξετάσω για σκοπούς πληρότητας της απόφασης και το θέμα της αίτησης παραμερισμού) δεν θα πρέπει να αποστερούνται της αποτελεσματικότητας τους δηλ. να μην χάνουν την σημασία τους μένοντας χωρίς αντίκρυσμα σε ενδεχόμενη επιτυχία τους. Προς στοιχειοθέτηση του αιτήματος του για αναστολή της διαδικασίας ο Αιτητής αναφέρεται σε καλή πιθανότητα επιτυχίας της έφεσης (η οποία βασίζεται κυρίως στο κατ' ισχυρισμό μη ορθό της έκδοσης και μη ακύρωσης του επίδικου διατάγματος εξ υπαρχής) και της αίτησης παραμερισμού (η οποία βασίζεται κυρίως στην κατ' ισχυρισμό κατάχρηση των διαδικασιών και απεμπόληση του δικαιώματος της Ενάγουσας να εγείρει αυτήν). Αναφορικά με αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν θεωρώ ότι μπορεί στα πλαίσια της παρούσας να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία ή την αποτυχία των δύο αυτών διαδικασιών και σίγουρα δεν μπορεί αλλά ούτε και αποτελεί αντικείμενο της παρούσας να εξετασθούν οι πιθανότητες επιτυχίας της αίτησης παρακοής. Το πλαίσιο για τη διάγνωση της επιτυχίας τους δεν μπορεί να είναι άλλο από την ακρόαση αυτών. Εν πάση δε περιπτώσει να υπομνησθεί ότι οι προοπτικές επιτυχίας είναι οριακής σημασίας και δεν είναι ο αποφασιστικός παράγοντας για την επιτυχία του υπό εξέταση αιτήματος αναστολής. Περαιτέρω αυτό που ουσιαστικά επικαλείται ο Αιτητής είναι ότι σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα αναστολής θα υποστεί ανεπανόρθωτες ζημιές. Πέραν όμως αυτής της γενικής και αόριστης αναφοράς δεν εξηγεί, ως όφειλε φέροντας και το σχετικό βάρος απόδειξης, σε τι συνίστανται αυτές οι ανεπανόρθωτες ζημιές. Το μόνο που προσθέτει, πάλι γενικά και αόριστα, είναι ότι «μεταξύ άλλων µη αναστολή θα καθιστά τυχόν επιτυχία της αίτησης παραµερισµού και/ή της έφεσης άνευ αντικειµένου». Το άλλο που επικαλείται είναι ότι τυχόν συνέχιση της διαδικασίας παρακοής τυχόν να έχει δυσµενέστατες συνέπειες για τον Αιτητή, οι οποίες µπορεί να περιλαµβάνουν, παραβίαση και στέρηση θεµελιωδών ελευθεριών και συνταγµατικών δικαιωµάτων όπως έκδοση εντάλµατος σύλληψης εναντίον του (Bench Warrant) και στέρηση της ελευθερίας του. Σε σχέση με αυτό θα πρέπει να σημειωθεί ότι και πάλι η αναφορά σε στέρηση θεμελιωδών ελευθεριών και συνταγματικών δικαιωμάτων είναι γενική και αόριστη. Όσον δε αφορά το μόνο στοιχείο που παραθέτει σχετικά ότι δηλ. ενδεχομένως να εκδοθεί εναντίον του Αιτητή ένταλμα σύλληψης και να στερηθεί την ελευθερία του θα πρέπει να λεχθούν τα εξής: Λαμβανομένης υπόψην της προβλεπόμενης εκ του Νόμου διαδικασίας της αίτησης παρακοής, ένταλμα σύλληψης εκδίδεται εναντίον ενός Καθ' ου η αίτηση όταν το Δικαστήριο πεισθεί ότι παρά το ότι αυτός γνώριζε για την υποχρέωση του να εμφανισθεί σε συγκεκριμένη ημερομηνία στο Δικαστήριο στα πλαίσια εξέτασης της αίτησης (μετά από τη δέουσα επίδοση) παρέλειψε να εμφανισθεί. Η έκδοση λοιπόν τέτοιου εντάλματος, η οποία προβλέπεται από το Νόμο, είναι αποτέλεσμα της επιλογής του Καθ' ου η αίτηση να μην εμφανισθεί και δεν γίνεται αυθαίρετα και άνευ λόγου. Η συνεπεία, έκδοσης τέτοιου εντάλματος, σύλληψη και η συνακόλουθη στέρηση της ελευθερίας αυτού σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως παραβίαση του συνταγματικού δικαιώματος της ελευθερίας. Άλλωστε με την εμφάνιση του στο Δικαστήριο στα πλαίσια αίτησης παρακοής ο εκάστοτε Καθ' ου η αίτηση δεν καταδικάζεται αυτόματα αλλά έχει δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του και το βάρος απόδειξης της παρακοής του, το οποίο είναι μάλιστα υψηλό (πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας) το φέρει η πλευρά του Αιτητή. Από τα πιο πάνω προκύπτει λοιπόν ότι στην παρούσα υπάρχει μεν ενδεχόμενο έκδοσης εντάλματος σύλληψης εναντίον του Αιτητή και συνακόλουθης στέρησης της ελευθερίας του αλλά αυτό μπορεί να συμβεί μόνο στην περίπτωση που κριθεί ότι αυτός επέλεξε, παρά την δέουσα επίδοση σε αυτόν, να παραλείψει να εκτελέσει την υποχρέωση του να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Ως εκ των άνω κρίνεται ότι ο Αιτητής δεν έχει καταδείξει την ύπαρξη οποιασδήποτε περίστασης που να δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων αναστολής της διαδικασίας της αίτησης παρακοής. Πριν οδηγηθώ στην κατάληξη μου θα εξετάσω και τις θέσεις της Καθ' ης για κατάχρηση της διαδικασίας και το αδικαιολόγητο στην καθυστέρηση καταχώρησης της παρούσας. Όσον αφορά το πρώτο η θέση είναι ότι η παρούσα αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας γιατί την ίδια ηµερ. 17.2.14 ο Αιτητής καταχώρησε αδικαιολόγητα και την αίτηση παραµερισµού ενώ παράλληλα προωθεί και την έφεση. Η θέση αυτή δεν ευσταθεί καθότι με την παρούσα ζητείται η αναστολή της διαδικασίας της αίτησης παρακοής μέχρι την εκδίκαση της αίτησης παραμερισμού ή της έφεσης και συναφώς δεν έχει τον ίδιο σκοπό με τις τελευταίες. Το κατά πόσο η αίτηση παραμερισμού αποτελεί κατάχρηση των διαδικασιών ενόψει και της ύπαρξης της έφεσης είναι κάτι που μπορεί να κριθεί μόνο στα πλαίσια της εν λόγω αίτησης. Όσον αφορά το δεύτερο η θέση της Καθ' ης η αίτηση είναι ότι η αίτηση καταχωρήθηκε με υπέρµετρη καθυστέρηση, η οποία δεν δικαιολογήθηκε σε βαθµό που αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας και/ή είναι κακόπιστη µε στόχο να παρακάμψει και να εξουδετερώσει την διαδικασία καταφρόνησης του Δικαστηρίου. Σε σχέση με αυτό προκύπτει από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου ότι η έφεση εναντίον της απόφασης του Δικαστηρίου ημερ. 29.7.13 καταχωρήθηκε στις 9.8.13 και η αίτηση παρακοής στις 28.8.13. Οι δικηγόροι του Αιτητή έλαβαν γνώση για την αίτηση παρακοής για πρώτη φορά στις 8.10.13, όταν τους επιδόθηκε η αίτηση. Μάλιστα οι τελευταίοι εμφανίσθηκαν στις 31.10.13 στο Δικαστήριο, το οποίο και πληροφόρησαν ότι αντικανονικά επιδόθηκε σε αυτούς η αίτηση και όχι στον ίδιο τον Αιτητή. Στη συνέχεια οι δικηγόροι του Αιτητή ήταν ενήμεροι των προσπαθειών της Καθ' ης η αίτηση να επιδώσει την αίτηση παρακοής στον Αιτητή εφόσον σε διάφορες ηµεροµηνίες επικοινωνούσε μαζί τους ο επιδότης και τους ζήτησε να τον βοηθήσουν για να µπορέσει να υλοποιήσει την επίδοση στον Αιτητή. Η τελευταία τέτοια επικοινωνία ήταν περί τα µέσα µε τέλη Δεκεµβρίου 2013. Για να δικαιολογήσει δε ουσιαστικά ο Αιτητής την καταχώρηση της παρούσας στις 17.2.14 αναφέρει ότι στα πλαίσια παρακολούθησης της υπόθεσης οι δικηγόροι του έκαναν έρευνα στο φάκελο της υπόθεση στις 14.2.14 και διαπίστωσαν την ύπαρξη αίτησης για υποκατάστατο επίδοση της αίτησης παρακοής ηµερ. 13.12.13 καθώς επίσης και του εκδοθέντος συνεπεία αυτής διατάγµατος υποκατάστατης επίδοσης και στη συνέχεια συνεπεία αυτών καταχώρησαν άμεσα αίτηση παραμερισμού και την ίδια μέρα την παρούσα αίτηση για την προστασία των συµφερόντων του πελάτη τους Αιτητή. Προκύπτει σαφώς από τα πιο πάνω ότι η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε περίπου 4 μήνες μετά που έλαβαν γνώση για την αίτηση παρακοής, της οποίας η διαδικασία ζητείται να ανασταλεί με την παρούσα, οι δικηγόροι του Αιτητή. Ο Αιτητής όμως ουσιαστικά προσπαθεί να πείσει ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε καθυστέρηση αλλά άμεσα καταχώρησε την παρούσα, προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι παρά το ότι οι δικηγόροι του ενημερώθηκαν στις 8.10.13 για την ύπαρξη της αίτησης παρακοής εναντίον του και παρά το ότι δεν του έγινε προσωπική επίδοση αυτής, εντούτοις μετά που οι δικηγόροι του έμαθαν από έρευνα του φακέλου για την ύπαρξη του διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης της αίτησης παρακοής αμέσως προχώρησαν στην καταχώρησης της αίτησης παραμερισμού και της παρούσας. Ο ισχυρισμός όμως αυτός προφανώς στερείται πειστικότητας γιατί παραμένει ως γεγονός ότι οι δικηγόροι του Αιτητή έμαθαν για την αίτηση παρακοής από τις 8.10.13 και όχι στις 14.2.14 που έμαθαν για την αίτηση υποκατάστατης επίδοσης αυτής και την έκδοση του σχετικού διατάγματος. Το ότι ενδεχομένως η έκδοση του διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης κατέστησε πλέον ορατή την επίδοση της αίτησης παρακοής στον Αιτητή δεν μεταβάλλει το γεγονός ότι ήταν γνωστή η ύπαρξη της αίτησης παρακοής 4 περίπου μήνες προηγουμένως. Κρίνεται λοιπόν ότι πράγματι ο Αιτητής προχώρησε στην παρούσα με μεγάλη καθυστέρηση, την οποία δεν έχει δικαιολογήσει, αφήνοντας έτσι εύλογα ερωτηματικά ως προς τον πραγματικό σκοπό καταχώρησης αυτής. Ως εκ των άνω η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Ενάγουσας - Καθ' ης η αίτηση και εναντίον του Εναγόμενου 1 - Αιτητή, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................ Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/General Application/Interim Αναφορά: Aίτηση αναστολής διαδικασίας. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο