EV.DI.MA CO LIMITED ν. G & K ATSIARIS ENTERPRISES LIMITED, Αρ. Αγωγής: 1240/08, 1/7/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A276 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 1240/08 Μεταξύ: EV.DI.MA CO LIMITED, από την Λεμεσό Εναγόντων και G & K ATSIARIS ENTERPRISES LIMITED, από την Αμμόχωστο Εναγομένων Ημερομηνία: 1.7.14 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Π. Ευσταθίου για κκ Ευσταθίου & Ευσταθίου (για να ακούσει την απόφαση .........................................................................................................) Για τον Εναγόμενο: κ. Ν. Νικολάου (για να ακούσει την απόφαση ................................................................................................................................) .............. Α Π Ο Φ Α Σ Η Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης η Ενάγουσα εταιρεία, από τώρα και στο εξής «η Ενάγουσα», είναι εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη με έδρα την Λεμεσό και κατά τον ουσιώδη χρόνο ασχολείτο, μεταξύ άλλων, με εισαγωγές - εξαγωγές, γενικές αντιπροσωπεύσεις και ασφαλιστικές εργασίες και διατηρούσε και/ή λειτουργούσε κατάστημα πώλησης και εμπορίας ειδών αλιείας και/ή ψαρικής και/ή άλλως πως στην Λεμεσό. Η Εναγόμενη εταιρεία, από τώρα και στο εξής «η Εναγόμενη», είναι εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη και κατά τον ουσιώδη χρόνο δραστηριοποιείτο στην ελεύθερη περιοχή Αμμοχώστου (παράγραφος 2 της Έκθεσης Απαίτησης). Κατόπιν σχετικής παραγγελίας της Εναγόμενης η Ενάγουσα κατά ή περί τον Οκτώβριο του 2005 απέστειλε στην Εναγόμενη επιστολή - προσφορά για το συνολικό ποσό των Λ.Κ.8.476,71 σεντ αναφορικά με τα εμπορεύματα που η Εναγόμενη επιθυμούσε να παραγγείλει και στην οποία περιλαμβάνονταν το είδος και η αξία των εμπορευμάτων συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ (Λ.Κ.7.706,10 σεντ) καθώς και η προμήθεια της Ενάγουσας σε ποσοστό 10% επί των τιμών (Λ.Κ.770,61 σεντ). Η Εναγόμενη αποδέχθηκε την προσφορά της Ενάγουσας και προς υλοποίησή της κατά ή περί την 2.11.06 πλήρωσε με επιταγή της, της Ελληνικής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, το ποσό των Λ.Κ.2.000,00 σεντ έναντι της πιο πάνω προσφοράς και/ή παραγγελίας οπότε και η Ενάγουσα προχώρησε με την παραγγελία των εμπορευμάτων. Από το πιο πάνω ποσό η Ενάγουσα πληρώθηκε το ποσό των Λ.Κ.770,61 σεντ που αντιστοιχούσε στην προμήθειά της. Κατά ή περί την 2.4.07 η Ενάγουσα ταυτόχρονα με την παράδοση και παραλαβή των εμπορευμάτων στην Λεμεσό εξέδωσε το υπ' αριθμό 2290 τιμολόγιο για το ποσό των Λ.Κ.7.706,10 σεντ στο οποίο συμπεριλαμβάνονταν το ΦΠΑ και το οποίο υπεγράφη και έγινε αποδεκτό από την Εναγόμενη. Το πιο πάνω τιμολόγιο δεν συμπεριλάμβανε το ποσό των Λ.Κ.770,61 σεντ που αντιστοιχούσε στην προμήθεια και/ή αμοιβή της Ενάγουσας καθότι η Ενάγουσα είχε ήδη πληρωθεί το πιο πάνω ποσό με την πληρωμή του ποσού των Λ.Κ.2.000,00 σεντ που πραγματοποιήθηκε στις 2.11.06 ως ανωτέρω αναφέρθηκε και προς τούτο η Ενάγουσα ενημέρωσε την Εναγόμενη. Μετά την έκδοση του πιο πάνω τιμολογίου η Ενάγουσα πίστωσε τον λογαριασμό της Εναγόμενης με το ποσό των Λ.Κ.1.229,39 σεντ, οπότε και παρέμεινε προς πληρωμή το ποσό των Λ.Κ.6.476,71 σεντ. Μετά την έκδοση του πιο πάνω τιμολογίου η Εναγόμενη πλήρωσε στην Ενάγουσα επιπλέον ποσό ύψους Λ.Κ.6.000,00 σεντ έναντι της προσφοράς και/ή του τιμολογίου και/ή του λογαριασμού και/ή της παραγγελίας με αποτέλεσμα να παραμείνει υπόλοιπο ύψους Λ.Κ.476,71 (Ευρώ 814,51 σεντ). Μετά την παράδοση των εμπορευμάτων και την μεταφορά τους στα υποστατικά της Εναγόμενης η Εναγόμενη ισχυρίσθηκε ότι ένα από τα παραδοθέντα αντικείμενα «έλειπε» και/ή ήταν «μείον», οπότε και μετά από σχετική συνεννόηση και/ή συμφωνία η Ενάγουσα αφαίρεσε από το οφειλόμενο υπόλοιπο και/ή μείωσε το υπόλοιπο κατά το ποσό της αξίας του απωλεσθέντος αντικειμένου εκ Λ.Κ.78,20 σεντ (Ευρώ 133,61 σεντ) με αποτέλεσμα το υπόλοιπο προς πληρωμή να ανέρχεται σε Λ.Κ.398.51 σεντ (Ευρώ 680,89 σεντ). Παρά τις επανηλειμμένες οχλήσεις της Ενάγουσας τόσο προφορικές όσο και διά επιστολών των δικηγόρων της με ημερομηνίες 15.10.07 και 5.3.08 η Εναγόμενη αρνείται και αμελεί να πληρώσει το πιο πάνω οφειλόμενο ποσό των Ευρώ 680,89 σεντ. Η Ενάγουσα αξιώνει το ποσό των Ευρώ 680,89 σεντ πλέον τόκο προς 8% ετησίως επ' αυτού από 2.4.07 μέχρι εξόφλησης. Διαζευκτικά αξιώνει νόμιμο τόκο. Αξιώνει, επίσης, έξοδα πλέον ΦΠΑ πλέον έξοδα επίδοσης της αγωγής. Σημειώνεται ότι στην μαρτυρία του ο ΜΕ 1 υπέδειξε ότι δικαιούται σε τόκο προς 8% ετησίως επί του ποσού των Ευρώ 680,89 σεντ από 3.5.07 μέχρι εξόφλησης. Με την Υπεράσπιση και Ανταπαίτησή της η Εναγόμενη παραδέχεται μόνο την παράγραφο 2 της Έκθεσης Απαίτησης και αρνείται όλους τους υπόλοιπους ισχυρισμούς που εκτίθενται σε αυτήν. Αποτελούν θέσεις της Εναγόμενης τα ακόλουθα: κατά ή περί το τέλος Οκτωβρίου του 2006 η Εναγόμενη συμφώνησε με την Ενάγουσα την αγορά συγκεκριμένων προϊόντων με τα οποία εμπορεύεται η Ενάγουσα έναντι συνολικής συμφωνηθείσας τιμής ύψους Λ.Κ.7.706,10 σεντ με το κλείσιμο της συμφωνίας και για να μπορέσει να προχωρήσει η παραγγελία η Εναγόμενη στις 30.10.06 κατέβαλε στην Ενάγουσα ως προκαταβολή το ποσό των Λ.Κ.2.000,00 σεντ με επιταγή με την παραλαβή των προϊόντων κατά ή περί το τέλος του Μαρτίου του 2007 η Εναγόμενη κατέβαλε προς την Ενάγουσα με επιταγή ημερομηνίας 28.3.07 το ποσό των Λ.Κ.6.000 00 σεντ προς εξόφληση για την εξόφληση του τιμολογίου της Ενάγουσας η Εναγόμενη κατέβαλε προς την Ενάγουσα επιπλέον το ποσό των Λ.Κ.372,10 σεντ για την αγορά ενός ακόμη εξαρτήματος το οποίο δεν βρισκόταν στην αρχική παραγγελία της Εναγόμενης δεδομένου ότι το υπόλοιπο της αρχικής παραγγελίας θα έπρεπε να μειωθεί κατά Λ.Κ.78,00 σεντ επειδή η Ενάγουσα είχε παραδώσει ελλιπή την παραγγελία της Εναγόμενης κατά ένα εξάρτημα γεγονός το οποίο η Ενάγουσα αναγνώρισε και αποδέχθηκε η Ενάγουσα εισέπραξε το πιο πάνω ποσό των Λ.Κ.372,10 σεντ αλλά ουδέποτε απέστειλε το εν λόγω εξάρτημα προς την Εναγόμενη και ως εκ τούτου η Εναγόμενη αξιώνει το πιο πάνω ποσό ανταπαιτητικώς η Εναγόμενη ουδέποτε συμφώνησε με την Ενάγουσα ότι η παραγγελία της θα επιβαρύνεται με ποσό 10% προμήθεια προς όφελος της Ενάγουσας. Η θέση της Ενάγουσας για την λήψη προμήθειας είναι παράνομη καθότι δεν βασίζεται στον Νόμο και ούτε αναφέρεται στο σχετικό τιμολόγιο που η Ενάγουσα εξέδωσε στις 2.4.07 κανένα ποσό δεν οφείλει η Εναγόμενη προς την Ενάγουσα, τουναντίον, η Ενάγουσα οφείλει προς την Εναγόμενη ποσό Λ.Κ.372,10 σεντ το οποίο εισέπραξε από την Εναγόμενη για την αγορά ενός συγκεκριμένου εξαρτήματος το οποίο η Ενάγουσα ουδέποτε παρέδωσε στην Εναγόμενη. Η Εναγόμενη ζητά την απόρριψη της αγωγής με έξοδα εις βάρος της Ενάγουσας καθώς και την έκδοση απόφασης υπέρ της και εναντίον της Ενάγουσας ως η Ανταπαίτησή της. Σημειώνεται ότι με την παράγραφο 1 της Υπεράσπισης η Εναγόμενη εγείρει προδικαστική ένσταση επικαλούμενη την θέση ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού είναι κατά τόπο αναρμόδιο να εκδικάσει την παρούσα αγωγή. Η πιο πάνω ένσταση δεν προωθήθηκε από πλευράς της Εναγόμενης είτε με αίτηση για προδικαστική εκδίκαση νομικού σημείου στην βάση της Διάταξης 27 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας είτε κατά την αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου Υπεράσπισης. Υπό το φως των πιο πάνω θεωρώ ότι εγκαταλείφθηκε και ως εκ τούτου δεν θα με απασχολήσει. Με την Απάντηση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση η Ενάγουσα αρνείται τους ισχυρισμούς της Εναγόμενης που εκτίθενται στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτησή της στον βαθμό που αυτοί αντίκεινται των δικών της ισχυρισμών οι οποίοι εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησής της και παραδέχεται μόνο (α) ότι η συμφωνία μεταξύ των διαδίκων συνομολογήθηκε κατά ή περί το τέλος Οκτωβρίου του 2006 και (β) ότι η Εναγόμενη κατά ή περί την 30.10.06 πλήρωσε στην Ενάγουσα με επιταγή της το ποσό των 2.000,00 σεντ. Μεταξύ άλλων αρνείται ότι η Εναγόμενη πλήρωσε επιπλέον ποσό Λ.Κ.372,10 σεντ για την αγορά ενός ακόμα εξαρτήματος. Καμία τέτοια πληρωμή δεν έγινε και ουδέποτε συνεφωνήθη κάτι τέτοιο. Ισχυρίζεται, επίσης, ότι επειδή η Εναγόμενη ισχυρίσθηκε ελλιπή παράδοση κατά ένα εξάρτημα η Ενάγουσα κατόπιν συμφωνίας και/ή συνεννόησης μείωσε και/ή αφαίρεσε από το αρχικά συμφωνηθέν ποσό το ποσό που αντιστοιχεί στην αξία δύο εξαρτημάτων, ήτοι δύο πανιών και δύο τρέμουλων. Τέλος, η Ενάγουσα αρνείται την Ανταπαίτηση, αρνείται ότι οφείλει οποιοδήποτε ποσό στην Εναγόμενη και εξαιτείται απόφασης ως η αξίωσή της πλέον δικηγορικά έξοδα και ΦΠΑ. Για την πλευρά της Ενάγουσας κατέθεσε ο Χριστοφής Αυξεντίου (ΜΕ 1) και για την πλευρά της Εναγόμενης ο Γιώργος Κατσιάρης (ΜΥ 1). Πριν την έναρξη της δίκης δηλώθηκε από κοινού ως παραδεκτό γεγονός το περιεχόμενο της παραγράφου 10 της Έκθεσης Απαίτησης σύμφωνα με την οποία οι δικηγόροι της Ενάγουσας είναι εγγεγραμμένοι στο Μητρώο Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (ΦΠΑ) και δυνάμει της σχετικής Νομοθεσίας οφείλουν να χρεώνουν και εισπράττουν το ανώτατο επιτρεπόμενο ποσοστό ΦΠΑ επί των υπό του Δικαστηρίου επιδικασθεισομένων δικηγορικών εξόδων. Παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή και τους δύο μάρτυρες ενόσω έδιναν μαρτυρία ενώπιόν μου και είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω τόσο τον τρόπο με τον οποίο αυτοί απάντησαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους τέθηκαν όσο και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Κατ' αρχή, θα πρέπει να λεχθεί ότι η παρούσα υπόθεση ως πολιτική τοιαύτη κρίνεται επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων και ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου είτε μερικώς (Βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου
(1988)1 ΑΑΔ 263 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207). Λέχθηκε, επίσης, ότι η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (Βλ. Χάρης Χρίστου ν. Ευγενία Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454). Ο Χριστοφής Αυξεντίου είναι ένας εκ των διευθυντών και μετόχων της Ενάγουσας. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του ο μάρτυρας κατέθεσε αφού προηγουμένως υιοθέτησε το περιεχόμενό της γραπτή του δήλωση - Τεκμήριο 1 - ως μέρος της κυρίως εξέτασής του σύμφωνα με την δυνατότητα που παρέχεται προς αυτή την κατεύθυνση από το άρθρο 25 του Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του ο μάρτυρας κατέθεσε αριθμό εγγράφων τα οποία σημειώθηκαν από το Δικαστήριο ως τεκμήρια. Ακολούθως, αντεξετάσθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Εναγόμενης. Ο μάρτυρας κατέθεσε τα ακόλουθα έγγραφα: φωτοαντίγραφο πιστοποιητικού σύστασης της Ενάγουσας του Εφόρου Εταιρειών ημερομηνίας 30.12.96 - Τεκμήριο 2 φωτοαντίγραφο πιστοποιητικού διευθυντών και γραμματέα της Ενάγουσας του Εφόρου Εταιρειών ημερομηνίας 7.11.02 - Τεκμήριο 3 φωτοαντίγραφο της γραπτής παραγγελίας της Εναγόμενης προς την Ενάγουσα - Τεκμήριο
- Έγινε από κοινού παραδεκτό γεγονός ότι το περιεχόμενο του εν λόγω τεκμηρίου αποτελεί την παραγγελία της Εναγόμενης προς την Ενάγουσα γραπτή προσφορά (κοστολόγιο) της Ενάγουσας - Τεκμήριο 5 απόδειξη κατάθεσης της Τράπεζας Κύπρου επιταγής για το ποσό των Λ.Κ.2.000,00 σεντ στον λογαριασμό της Ενάγουσας ημερομηνίας 2.11.06 - Τεκμήριο 6 απόδειξη κατάθεσης της Τράπεζας Κύπρου επιταγής για το ποσό των Λ.Κ.6.000,00 σεντ στον λογαριασμό της Ενάγουσας ημερομηνίας 28.3.07 - Τεκμήριο 7 φωτοαντίγραφο της επιταγής της Λαϊκής Τράπεζας η οποία εκδόθηκε από την Εναγόμενη με δικαιούχο την Ενάγουσα ημερομηνίας 28.3.07 για το ποσό των Λ.Κ.6.000,00 σεντ - Τεκμήριο 8 φωτοαντίγραφο τιμολογίου με αριθμό 2290 ημερομηνίας 2.4.07 για το συνολικό ποσό των Λ.Κ.7.706,10 σεντ - Τεκμήριο 9 επιστολή του δικηγόρου της Ενάγουσας η οποία απευθύνεται προς την Εναγόμενη ημερομηνίας 15.10.07 - Τεκμήριο 10 - και τέλος επιστολή του δικηγόρου της Ενάγουσας η οποία απευθύνεται προς τον δικηγόρο της Εναγόμενης ημερομηνίας 5.3.08 - Τεκμήριο
- Η Υπεράσπιση αμφισβήτησε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα σημεία από την μαρτυρία του μάρτυρα υποβάλλοντας τις ακόλουθες θέσεις: η Εναγόμενη ουδέποτε αποδέχθηκε να πληρώσει στην Ενάγουσα προμήθεια. Ο μάρτυρας αρνήθηκε την υποβολή και επέμεινε στην δική του θέση. Υπέδειξε ότι το Τεκμήριο 5 στο οποίο γίνεται ρητή αναφορά σε καταβολή προμήθειας προς 10% έγινε αποδεκτό από την Εναγόμενη μέσω του ΜΥ 1 διά τηλεφώνου και κατόπιν τούτου ο ΜΥ 1 απέστειλε στην Ενάγουσα με επιταγή το ποσό των Λ.Κ.2.000,00 σεντ ως προκαταβολή η οποία λογίσθηκε προς εξόφληση της προμήθειας της Ενάγουσας, το δε υπόλοιπο πιστώθηκε από την Ενάγουσα στον λογαριασμό της Εναγόμενης. Αν δεν είχε συμφωνηθεί προμήθεια η παραγγελία δεν θα προωθείτο από την Ενάγουσα ο ΜΥ 1 δεν αποδέχθηκε είτε μέσω τηλεφώνου είτε διαφορετικά εκ μέρους της Εναγόμενης να καταβάλει προμήθεια 10% επί των αναγραφόμενων επί του Τεκμηρίου 5 τιμών. Ο μάρτυρας αρνήθηκε σθεναρά την υποβολή ο λόγος που στο Τεκμήριο 9 δεν γίνεται αναφορά σε προμήθεια είναι γιατί ουδέποτε συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων η καταβολή προμήθειας προς την Ενάγουσα. Ο μάρτυρας αρνήθηκε την υποβολή και υποστήριξε τα ακόλουθα. Στο Τεκμήριο 9 κατέγραψε τα παραγγελθέντα εμπορεύματα, το κόστος πώλησης τους και το ΦΠΑ ξεχωριστά. Δεν συμπεριέλαβε τα ποσά που είχαν πληρωθεί με τις επιταγές των Λ.Κ.2.000,00 σεντ και Λ.Κ.6.000,00 σεντ. Ούτε και την προμήθεια την οποία είχε ήδη πληρωθεί με την πρώτη επιταγή. Για την τελευταία επιφυλασσόταν να κάνει αναφορά στην εξοφλητική απόδειξη που θα εξέδιδε με την αποπληρωμή του υπό της Εναγόμενης οφειλόμενου υπολοίπου, ήτοι ποσού ύψους Λ.Κ.476,61 σεντ. Η απόδειξη θα εκδίδονταν για την εξόφληση του Τεκμηρίου 9 και του ποσού της προμήθειας με την πληρωμή του ποσού των Λ.Κ.6.000,00 σεντ που έγινε με επιταγή η οποία στάλθηκε από τον ΜΥ 1 στην Ενάγουσα πριν την ημέρα κατά την οποία ο ΜΥ 1 παρέλαβε τα εμπορεύματα από το κατάστημα της Ενάγουσας η Εναγόμενη είχε καταβάλει προς την Ενάγουσα ποσό μεγαλύτερο από αυτό που όφειλε στην Ενάγουσα δυνάμει της επίδικης συμφωνίας και συγκεκριμένα μεγαλύτερο κατά Λ.Κ.372,10 σεντ. Το ποσό αυτό ήταν η αξία ενός αρμαδούρου που ο ΜΥ 1 είχε παραγγείλει στο μεταξύ και πριν την παράδοση της επιταγής των Λ.Κ.6.000,00 σεντ. Το πιο πάνω ποσό είχε συμπεριληφθεί από τον ΜΥ 1 στο ποσό της επιταγής των Λ.Κ.6.000,00 σεντ. Ο ΜΥ 1 γνώριζε για την τιμή του αρμαδούρου καθότι αυτή του είχε υποδειχθεί από τον μάρτυρα. Ο μάρτυρας αρνήθηκε την υποβολή. Ουδέποτε ο ΜΥ 1 είχε παραγγείλει αρμαδούρο και ουδέποτε ο μάρτυρας είχε υποδείξει στον ΜΥ 1 οποιαδήποτε τιμή για ένα τέτοιο προϊόν. Επίσης, ουδέποτε ο ΜΥ 1 ή καθ' οιονδήποτε χρόνο πριν την καταχώρηση της Υπεράσπισης του δεν είχε επικαλεσθεί μια τέτοια θέση η Εναγόμενη όχι μόνο δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στην Ενάγουσα αλλά είναι η Ενάγουσα που οφείλει στην Εναγόμενη. Η Ενάγουσα οφείλει στην Εναγόμενη ποσό Λ.Κ.372,10 σεντ καθότι ενώ εισέπραξε το πιο πάνω ποσό ουδέποτε παρέδωσε στην Εναγόμενη τον αρμαδούρο. Ο μάρτυρας αρνήθηκε την υποβολή. Θέση του ήταν ότι η Εναγόμενη ουδέποτε παρήγγειλε αρμαδούρο και ουδέποτε πλήρωσε οποιοδήποτε ποσό για αρμαδούρο ο λόγος που ο μάρτυρας παρέδωσε τα εμπορεύματα στον ΜΥ 1 στις 2.4.07 ήταν γιατί δεν εκκρεμούσε οποιοδήποτε υπόλοιπο οφειλόμενο προς την Ενάγουσα και όχι γιατί ο ΜΥ 1 δεν είχε μαζί του βιβλιάριο επιταγών για να καταβάλει προς την Ενάγουσα το τότε οφειλόμενο ποσό των Λ.Κ.476,61 σεντ. Ο μάρτυρας αρνήθηκε την υποβολή και επέμεινε στην δική του θέση. Ο μάρτυρας μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Μέσα από την συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, τον τρόπο και το ύφος με το οποίο απαντούσε στις διάφορες ερωτήσεις που του τέθηκαν μου ενέπνευσε την πεποίθηση ότι κατέθεσε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Ήταν πηγαίος και αυθόρμητος στην μαρτυρία του και δεν υπολόγιζε τις απαντήσεις του. Ήταν σαφής, θετικός και σταθερός στην μαρτυρία του και ουδόλως κλονίσθηκε κατά την αντεξέταση. Κρίνω σκόπιμο να σχολιάσω τους ακόλουθους ισχυρισμούς του μάρτυρα. Στην γραπτή του δήλωση - Τεκμήριο 1 - ο μάρτυρας ανέφερε ότι η επιταγή των Λ.Κ.6.000,00 σεντ στάλθηκε από τον ΜΥ 1 στις 28.3.07 και πριν την έκδοση στις 2.4.07 από τον ίδιο του τιμολογίου με αριθμό 2290 - Τεκμήριο
- Παρόμοιο ισχυρισμό πρόβαλε ο μάρτυρας και κατά την αντεξέτασή του. Συγκεκριμένα υποστήριξε ότι η εν λόγω επιταγή στάλθηκε από τον ΜΥ 1 λίγες ημέρες πριν ο τελευταίος παραλάβει τα εμπορεύματα που είχε παραγγείλει. Η παραλαβή έλαβε χώρα στις 2.4.
- Υποστηρικτικά του πιο πάνω ισχυρισμού του μάρτυρα είναι τα Τεκμήρια 7 και
- Το Τεκμήριο 8 που είναι η επιταγή των Λ.Κ.6.000,00 σεντ φέρει ημερομηνία 28.3.07 και το Τεκμήριο 7 καταδεικνύει ότι η πιο πάνω επιταγή κατατέθηκε στον λογαριασμό που διατηρούσε η Ενάγουσα στην Τράπεζα Κύπρου την ίδια ημέρα, ήτοι στις 28.3.
- Οι πιο πάνω ισχυρισμοί δεν συνάδουν, όμως, με τους ισχυρισμούς που εκτίθενται στην παράγραφο 5(γ) της Έκθεσης Απαίτησης. Σύμφωνα με την εν λόγω παράγραφο το πιο πάνω ποσό πληρώθηκε μετά την έκδοση στις 2.4.07 του πιο πάνω τιμολογίου με αριθμό 2290 - Τεκμήριο
- Σημειώνεται ότι ο πιο πάνω δικογραφημένος ισχυρισμός δεν είναι παραδεκτός με την Υπεράσπιση. Στην παράγραφο 5 της Υπεράσπισης αναφέρεται ότι η πληρωμή του ποσού των Λ.Κ.6.000,00 σεντ έλαβε χώρα με την παράδοση προς την Ενάγουσα επιταγής ημερομηνίας 28.3.07 «κατά ή περί το τέλος Μαρτίου 2007» με την παραλαβή των προϊόντων. Προκύπτει, επίσης, από τα πιο πάνω, ήτοι την διάσταση που παρατηρείται ανάμεσα στις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων, ότι ο χρόνος κατά τον οποίο πληρώθηκε το ποσό των Λ.Κ.6.000,00 σεντ αποτελεί αμφισβητούμενο στην διαδικασία ζήτημα. Δεν θεωρώ ότι η αντίφαση που παρατηρείται ανάμεσα στην διά ζώσης μαρτυρία του μάρτυρα και τις δικογραφημένες του θέσεις είναι ικανή να κλονίσει ή να δημιουργήσει ρήγμα στην εν γένει αξιοπιστία του. Το ζήτημα στο οποίο αφορά η αντίφαση άπτεται του χρόνου και μόνο κατά τον οποίο έγινε η πληρωμή και η διά ζώσης μαρτυρία του μάρτυρα επί του προκειμένου δεν έτυχε αμφισβήτησης από την Υπεράσπιση αφού συνάδει και με τις δικογραφημένες θέσεις της Εναγόμενης σύμφωνα με τις οποίες, όπως και πιο πάνω είδαμε, η επιταγή των Λ.Κ.6.000,00 σεντ φέρει ημερομηνία 28.3.07 και η παράδοσή της έλαβε χώρα πριν την έκδοση του Τεκμηρίου
- Και ανεξαρτήτως του ότι η θέση της Εναγόμενης ότι η παραλαβή των παραγγελθέντων εμπορευμάτων, η οποία σύμφωνα με την Υπεράσπιση ταυτίζεται χρονικά με την παράδοση της επιταγής, έλαβε χώρα κατά ή περί το τέλος Μαρτίου του 2007 αντίκειται στις δικογραφημένες θέσεις της Ενάγουσας και την μαρτυρία του μάρτυρα σύμφωνα με την οποία η παραλαβή των εν λόγω εμπορευμάτων έλαβε χώρα στις 2.4.
- Υπό το φως όλων των πιο πάνω δέχομαι τον ισχυρισμό που ο μάρτυρας πρόβαλε τόσο στην γραπτή του δήλωση - Τεκμήριο 1 - όσο και διά ζώσης και συγκεκριμένα ότι η πληρωμή από την Εναγόμενη του ποσού των Λ.Κ.6.000,00 σεντ με επιταγή έλαβε χώρα πριν την έκδοση από τον μάρτυρα του τιμολογίου - Τεκμήριο
- Στην αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Εναγόμενης αναφέρεται ότι ο μάρτυρας με πρόθεση και κακόπιστα ανέφερε στην γραπτή του δήλωση ότι ένα από τα καθήκοντά του είναι να εξευρίσκει πελάτες για την Ενάγουσα, ενώ παρόμοιος ισχυρισμός δεν προβάλλεται με την Έκθεση Απαίτησής του. Στόχος του ήταν, σύμφωνα με τον ευπαίδευτο συνήγορο της Εναγόμενης, να καταδείξει ότι ενεργούσε ως μεσίτης για να δικαιολογήσει ότι δικαιούται να χρεώνει τους πελάτες που εξεύρισκε με προμήθεια. Εισηγήθηκε, επίσης, ότι ο υπό συζήτηση ισχυρισμός του μάρτυρα δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη καθότι εκφεύγει των δικαογραφημένων θέσεων της Εναγόμενης. Μέσα από την μαρτυρία του μάρτυρα δεν διαπίστωσα τέτοια πρόθεση. Ούτε και ότι είτε μέσω της μαρτυρίας του, είτε μέσω των έγγραφων προτάσεών του η συμφωνηθείσα προμήθεια είχε έρεισμα σε εργασία που ανάγεται σε εργασία μεσίτη. Κανένας τέτοιος ισχυρισμός δεν προβάλλεται, άλλωστε, στην Έκθεση Απαίτησης. Ό,τι δε από την Έκθεση Απαίτησης αλλά και την μαρτυρία του μάρτυρα προκύπτει είναι ότι η προμήθεια συμφωνήθηκε ως αμοιβή ή κέρδος της Ενάγουσας από την εκτέλεση της παραγγελίας της Εναγόμενης και όχι ως προμήθεια από διαμεσολάβηση για εξεύρεση πελατών. Συναφώς και η θέση που αναπτύχθηκε μέσα από την αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Εναγόμενης ότι η υπό του μάρτυρα δοθείσα μαρτυρία εκφεύγει των δικογραφημένων θέσεών του δεν με βρίσκει σύμφωνο. Σημειώνεται ότι με την πιο πάνω θέση του αναγνωρίζεται από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Εναγόμενης ότι με τις έγγραφές της προτάσεις η Ενάγουσα δεν ισχυρίζεται ότι η συμφωνηθείσα προμήθεια στηρίζεται σε υπηρεσίες μεσιτικής υφής. Αναφέρεται, επίσης, στην αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Εναγόμενης ότι ο διά ζώσης ισχυρισμός του μάρτυρα ότι το 10% ήταν προμήθεια-αμοιβή δεν συνάδει με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Ενάγουσας σύμφωνα με τους οποίους το πιο πάνω ποσοστό ισοδυναμούσε με προμήθεια. Ήταν η θέση του συνηγόρου της Υπεράσπισης ότι ο ισχυρισμός του μάρτυρα ότι το 10% ήταν, μεταξύ άλλων, αμοιβή εκφεύγει των δικογράφων. Κάθε άλλο. Στην παράγραφο 5(β) της Έκθεσης Απαίτησης το 10% χαρακτηρίζεται και ως προμήθεια και ως αμοιβή. Συνεπώς δεν ευσταθεί η πιο πάνω θέση. Αναφέρεται, επίσης, στην αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Εναγόμενης ότι επειδή το ποσό των Λ.Κ.2.000,00 σεντ που στάλθηκε με την πρώτη επιταγή ζητήθηκε από τον μάρτυρα ως προκαταβολή, σύμφωνα με την παράγραφο 6 της γραπτής του δήλωσης, και όχι ως πληρωμή της προμήθειας καμία προμήθεια δεν συμφωνήθηκε. Δεν ήταν αυτό το πνεύμα της μαρτυρίας του μάρτυρα. Το ποσό των Λ.Κ.2.000,00 ζητήθηκε από τον μάρτυρα ως μερική πληρωμή για να μπορέσει ο μάρτυρας να προωθήσει την παραγγελία. Η πληρωμή του πιο πάνω ποσού ήταν, προδήλως, ένας τρόπος ελέγχου των προθέσεων της Εναγόμενης για το μέλλον για πληρωμή και εξόφληση της παραγγελίας. Αναμφίβολα ήταν προκαταβολή. Προκαταβολή έναντι του όλου οφειλόμενου περιλαμβανομένης και της προμήθειας την οποία η Ενάγουσα μπορούσε να χρησιμοποιήσει με όποιο τρόπο ήθελε. Υπό το φως των πιο πάνω δεν κρίνω ότι ο υπό συζήτηση ισχυρισμός του μάρτυρα κλονίζει με οποιοδήποτε τρόπο τον ισχυρισμό του περί συμφωνίας για καταβολή προμήθειας. Ο μάρτυρας, όμως, είπε και κάτι άλλο. Ότι από το πιο πάνω ποσό κατακράτησε για λογαριασμό της Ενάγουσας το ποσό της προμήθειας και το άλλο το πίστωσε στον λογαριασμό της Εναγόμενης. Ισχυρισμό στον οποίο ο ευπαίδευτος συνήγορος της Εναγόμενης δεν έκανε αναφορά στην αγόρευσή του. Η Εναγόμενη με την Υπεράσπισή της αρνείται την σύσταση της Ενάγουσας ως εταιρείας. Προς απόδειξη κατατέθηκαν από τον μάρτυρα τα Τεκμήρια 2 και 3 χωρίς οποιαδήποτε ένσταση από την Υπεράσπιση. Επίσης, ο ευπαίδευτος συνήγορος της Εναγόμενης δεν αμφισβήτησε κατά την αντεξέταση του μάρτυρα την σύσταση της Ενάγουσας ή την νομική της οντότητα. Σύμφωνα με τις πάγιες νομολογημένες αρχές παράλειψη αντεξέτασης σε ένα ουσιώδες ζήτημα ισοδυναμεί με αποδοχή του ζητήματος αυτού. Τουναντίον, με τις ερωτήσεις του προς τον μάρτυρα διεφάνη ευκρινώς ότι η σύσταση της Ενάγουσας είναι παραδεκτή από την Υπεράσπιση. Στα πιο πάνω προστίθεται το απαύγασμα της Νομολογίας ότι μαρτυρία σύμφωνα με την οποία η προβαλλόμενη ως εταιρεία διεξάγει εργασίες ως τέτοια είναι αρκετή προς απόδειξη της ύπαρξης και της σύστασής της. Ενδεικτικές είναι οι υποθέσεις KNG Autoparts Ltd ν. Μιχάλη Ιωάννου
(1996)1 ΑΑΔ 689, ΕΔΑΞΥΛ Ξυλουργικές Επιχειρήσεις Λτδ και άλλος ν. Ανδρέα Αγαθοκλέους
(1996)1 ΑΑΔ 1337 και Lioufis and Co Ltd v. Μιχαλάκη Ανδρονίκου ν. Πανίκου Παναγίδη
(1996)1 ΑΑΔ 773 οι οποίες υιοθέτησαν την Αγγλική υπόθεση Queen v. Langton
(1876)2 QBD 296 η οποία διακήρυξε την πιο πάνω αρχή δικαίου. Στην υπόθεση υπάρχει πληθώρα μαρτυρίας που καταδεικνύει ότι η Ενάγουσα διεξήγαγε εργασίες ως τέτοια. Το Τεκμήριο 8 είναι η επιταγή των Λ.Κ.6.000,00 σεντ η οποία υπογράφεται εκ μέρους της Εναγόμενης και στο μέρος του δικαιούχου αναφέρεται το όνομα της Ενάγουσας, πράγμα που καταδεικνύει ότι και η ίδια η Εναγόμενη δέχεται την ύπαρξη της Ενάγουσας. Άλλο ένα σημείο από το οποίο προκύτπει ότι η Εναγόμενη δέχεται την ύπαρξη της Ενάγουσας είναι ότι ο μάρτυρας δεν αμφισβητήθηκε στον ισχυρισμό του ότι είναι διευθυντής ης Ενάγουσας. Τέλος, τα Τεκμήρια 6 και 7 είναι αποδείξεις κατάθεσης των ποσών των Λ.Κ.2.000,00 σεντ και Λ.Κ.6.000,00 σεντ αντίστοιχα στον λογαριασμό της Ενάγουσας. Ο εν λόγω λογαριασμός και το όνομα της Ενάγουσας αναγράφονται και στα δύο τεκμήρια τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν από την πλευρά της Υπεράσπισης. Η πιο πάνω μαρτυρία είναι αρκετή για την έγερση του μαχητού νομικού τεκμηρίου της κανονικότητας γνωστό ως omnia praesumuntur rite ac solemniter esse acta και σύμφωνα με το οποίο η Ενάγουσα τεκμαίρεται ότι συστάθηκε δεόντως ως εταιρεία. Στο Αγγλικό σύγγραμμα Cross on Evidence, 5η έκδοση, σελ. 46 αναφέρονται τα ακόλουθα: «The principle applies to corporations, so proof that a company has acted as such is evidence that it was duly incorporated». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Η αρχή έχει εφαρμογή σε νομικά πρόσωπα, έτσι, απόδειξη ότι μια εταιρεία ενεργεί ως τέτοια αποτελεί απόδειξη ότι συστάθηκε δεόντως». Το πιο πάνω τεκμήριο δεν ανατράπηκε από την Εναγόμενη. Υπό το φως όλων των πιο πάνω δέχομαι την μαρτυρία του μάρτυρα στην ολότητά της. Το μόνο σημείο από την μαρτυρία του που δεν αποδέχομαι για τους λόγους που αναφέρονται αργότερα είναι τα όσα ο μάρτυρας ανέφερε για να δικαιολογήσει το ότι επί του Τεκμηρίου 9 δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε συμφωνία για καταβολή προμήθειας και συγκεκριμένα ότι στο Τεκμήριο 9 δεν μπορούσε να δηλωθεί κάτι τέτοιο καθώς και ότι με την έκδοση εξοφλητικής απόδειξης είχε πρόθεση να κάνει αναφορά σε καταβολή προμήθειας. Ο λόγος που οι πιο πάνω ισχυρισμοί του μάρτυρα δεν γίνονται αποδεκτοί εξηγούνται στο τέλος της απόφασης. Ο ΜΥ 1 είναι διευθυντής της Εναγόμενης. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του ο μάρτυρας αναγνώρισε το Τεκμήριο 4 ως την παραγγελία που απέστειλε με φαξ στην Ενάγουσα, το Τεκμήριο 5 ως την προσφορά της Ενάγουσας η οποία του στάλθηκε, επίσης, με φαξ από τον ΜΕ 1, το Τεκμήριο 9 ως το τιμολόγιο που ο ΜΕ 1 είχε εκδώσει για την παραγγελία καθώς και το Τεκμήριο 10 ως την επιστολή του δικηγόρου της Ενάγουσας την οποία και παρέλαβε. Κατέθεσε, επίσης, την επιστολή που ο δικός του δικηγόρος απέστειλε στον δικηγόρο της Ενάγουσας εις απάντηση του Τεκμηρίου 10 η οποία σημειώθηκε από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο
- Κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίσθηκε τα ακόλουθα. Συμφώνησε με τις τιμές που αναγράφονταν επί του Τεκμηρίου 5 και ισχυρίσθηκε ότι παρά το ότι επί του εν λόγω τεκμηρίου υπήρχε ρητή πρόνοια για 10% προμήθεια εν τέλει δεν συμφωνήθηκε η καταβολή προμήθειας στην Ενάγουσα. Θέση του ήταν ότι όταν αρχικά εξέφρασε στον ΜΥ 1 την διαφωνία του για την καταβολή προμήθειας ο ΜΕ 1 διαφώνησε λέγοντάς του ότι χωρίς την καταβολή προμήθειας η πράξη δεν θα γινόταν. Τελικά και μετά από συζήτηση που είχε με τον ΜΕ 1 κατά την οποία ο μάρτυρας ανέφερε στον ΜΕ 1 ότι δεν θα προχωρούσε με την παραγγελία αν ο τελευταίος δεν υπέκυπτε ο ΜΕ 1 δέχθηκε να μην πληρωθεί προμήθεια. Η συμφωνία έκλεισε, έτσι, με τις τιμές που αναγάφονταν επί του Τεκμηρίου 5, ήτοι για το συνολικό ποσό των Λ.Κ.7.706,10 σεντ, και χωρίς να συμφωνηθεί πληρωμή προμήθειας στην Ενάγουσα. Ακολούθως, και κατόπιν παράκλησης του ΜΕ 1 ο μάρτυρας απέστειλε στον τελευταίο με ταξί επιταγή για το ποσό των Λ.Κ.2.000,00 σεντ ως προκαταβολή ώστε ο ΜΕ 1 να προωθήσει την παραγγελία. Πέντε μήνες περίπου αργότερα ο ΜΕ 1 του τηλεφώνησε και τον πληροφόρησε ότι τα εμπορεύματα είχαν φθάσει. Του ζήτησε, επίσης, να του στείλει άλλες Λ.Κ.6.000,00 σεντ, πράγμα το οποίο ο μάρτυρας έκανε με επιταγή την οποία απέστειλε στον ΜΕ 1 με ταξί. Ο μάρτυρας αναγνώρισε το Τεκμήριο 8 ως την επιταγή των Λ.Κ.6.000,00 σεντ την οποία απέστειλε με ταξί. Ο λόγος που ο ΜΕ 1 του είχε ζητήσει την πληρωμή συνολικού ποσού Λ.Κ.8.000,00 σεντ, ήτοι ποσού μεγαλύτερου της συμφωνηθείσας τιμής των Λ.Κ.7.706,10 σεντ, ήταν γιατί μέσα στους πέντε μήνες που είχαν μεσολαβήσει από την αρχική παραγγελία μέχρι να φθάσουν τα εμπορεύματα στην Κύπρο, ο μάρτυρας είχε προβεί σε επιπλέον παραγγελία. Συγκεκριμένα είχε στο ενδιάμεσο παραγγείλει αρμαδούρους. Επειδή δεν γνώριζαν την τιμή των αρμαδούρων οι δύο μάρτυρες συμφώνησαν στο περίπου και συγκεκριμένα στην τιμή των Λ.Κ.300,00 σεντ, Λ.Κ.350,00 σεντ. Έτσι το ποσό των Λ.Κ.6.000,00 σεντ περιλάμβανε και το ποσό για την αγορά των αρμαδούρων. Η παραλαβή των εμπορευμάτων έλαβε χώρα στις 2.4.07 στο κατάστημα της Ενάγουσας στην Λεμεσό. Κατά την παραλαβή καταμετρήθηκε το παραγγελθέν εμπόρευμα και διεφάνη ότι έλειπε ένα κομμάτι δίκτυ αξίας Λ.Κ.78,20 σεντ. Ο ΜΕ 1 του είπε ότι το είχε «κανονίσει με τους αρμαδούρους», οι οποίοι μέχρι τότε δεν είχαν έρθει. Ακολούθως, ο μάρτυρας παρέλαβε το παραγγελθέν εμπόρευμα εκτός από το κομμάτι δίκτυ, το οποίο, ως ενωρίτερα αναφέρθηκε, έλειπε. Αναφορικά με τους αρμαδούρους ο ΜΕ 1 του είπε ότι όταν θα έρχονταν θα του τηλεφωνούσε για να πάει να τους παραλάβει. Δεκαπέντε ημέρες περίπου αργότερα ο ΜΕ 1 του τηλεφώνησε και του ζήτησε να μεταβεί στο κατάστημα της Ενάγουσας για να παραλάβει τους αρμαδούρους. Ο μάρτυρας μετέβη στο κατάστημα της Ενάγουσας αλλά ο ΜΕ 1 για να τους δώσει τους αρμαδόρους του ζήτησε να πληρώσει Λ.Κ.389,00 σεντ. Όταν ο μάρτυρας ρώτησε τον λόγο που ο ΜΕ 1 ζητούσε το πιο πάνω ποσό ο τελευταίος είπε στον μάρτυρα ότι ήταν η προμήθειά του. Ο μάρτυρας του υπενθύμισε τότε ότι δεν είχαν συμφωνήσει την πληρωμή προμήθειας. Ακολούθως, έφυγε και δεν παρέλαβε τους αρμαδούρους. Το ποσό των Λ.Κ.293,90 σεντ που ο μάρτυρας πλήρωσε για τους αρμαδούρους ο ΜΕ 1 ουδέποτε του το επέστρεψε. Ούτε και το ποσό των Λ.Κ.78,20 σεντ. Κατά την αντεξέταση υποβλήθηκαν στον μάρτυρα, μεταξύ άλλων, οι ακόλουθες θέσεις: η Εναγόμενη συμφώνησε μέσω του μάρτυρα σε καταβολή προμήθειας 10% επί των τιμών που αναγράφονται επί του Τεκμηρίου 5 ουδέποτε ο μάρτυρας αμφισβήτησε την προσφορά - Τεκμήριο 5 - ή είχε οποιαδήποτε συζήτηση με τον ΜΕ 1 για την μη καταβολή προμήθειας. Δέχθηκε ό,τι αναγραφόταν στο Τεκμήριο 5 περιλαμβανομένης της πρόνοιας περί προμήθειας διαφορετικά η συμφωνία δεν θα υλοποιείτο και η παραγγελία δεν θα προωθείτο από την Ενάγουσα ουδέποτε παρήγγειλε αρμαδούρους και ουδέποτε ο ΜΕ 1 του ζήτησε την πληρωμή του ποσού των Λ.Κ.389,00 σεντ δεν πλήρωσε μεγαλύτερο ποσό από το υπό της Εναγόμενης προς την Ενάγουσα οφειλόμενο η Ενάγουσα δεν οφείλει το ποσό που η Εναγόμενη αξιώνει ανταπαιτητικώς. Ο μάρτυρας αρνήθηκε όλες τις πιο πάνω υποβολές και επέμεινε στις δικές του θέσεις. Ο μάρτυρας μέσα από την συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, τον τρόπο και το ύφος με το οποίο απαντούσε στις διάφορες ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν αλλά και το περιεχόμενο της μαρτυρίας του δεν μου ενέπνευσε την πεποίθηση ότι κατέθεσε την πάσα αλήθεια στο Δικαστήριο. Κρίνω ότι τόσο αναφορικά με το θέμα της προμήθειας όσο και με την υπό αυτού ισχυριζόμενη νέα παραγγελία για αγορά αρμαδούρων οι ισχυρισμοί του δεν ήταν αληθείς και αποτελούν εκ των υστέρων κατασκευάσματά του στην προσπάθειά του να αποποιηθεί των ευθυνών του. Το ίδιο ισχύει, κατ' επέκταση, και αναφορικά με την Ανταπαίτησή του. Είναι παράλογο ο ΜΕ 1, από την μια, να συμφώνησε στην μη καταβολή προμήθειας και, από την άλλη, να προώθησε την παραγγελία. Και αρχικά να επιμένει, σύμφωνα με τον μάρτυρα, στην πληρωμή προμήθειας για να υποκύψει αργότερα μπροστά στην δήλωση του μάρτυρα ότι αν δεν υπαναχωρούσε ως προς το πιο πάνω θέμα ο μάρτυρας θα απέσυρε την παραγγελία. Προς τι ο ΜΕ 1 να προωθήσει την παραγγελία αν η Ενάγουσα δεν θα επωμίζετο κέρδος από αυτήν; Η εκδοχή του μάρτυρα δεν είναι πειστική. Μη πειστική ήταν η μαρτυρία του μάρτυρα και αναφορικά με το θέμα της ισχυριζόμενης νέας παραγγελίας για αγορά αρμαδούρων. Αρμαδούρος σύμφωνα με τον μάρτυρα είναι κλωστή τυλιγμένη πάνω σε ρολό η οποία χρησιμεύει για το μπάλωμα-ράψιμο των δικτύων. Κατ' αρχή σημειώνονται τα ακόλουθα. Σύμφωνα με την Υπεράσπιση η νέα παραγγελία αφορούσε στην αγορά ενός εξαρτήματος. Από την αντεξέταση, όμως, του μάρτυρα διεφάνη ότι αυτή αφορούσε σε περισσότερους από 200 αρμαδούρους. Ο μάρτυρας υποστήριξε ότι ο κάθε αρμαδούρος εκλήφθηκε και από τους δύο μάρτυρες ότι κόστιζε περίπου Λ.Κ.1,50 σεντ. Από την διαίρεση του ποσού των Λ.Κ.300,00 σεντ με το ποσό των Λ.Κ.1,50 σεντ προκύπτει ένας αριθμός της τάξης των
- Οι πιο πάνω ισχυρισμοί του μάρτυρα δεν συνάδουν, όμως, με την αναφορά που γίνεται επί του προκειμένου στην Υπεράσπιση. Η αναφορά στην Υπεράσπιση σε επιπλέον εξάρτημα εύλογα παραπέμπει σε ένα και μοναδικό αντικείμενο - προϊόν. Αν ο αρμαδούρος αποτελεί εξάρτημα δεν μπορεί την ίδια στιγμή να αποτελεί ένα εξάρτημα ένας τόσο μεγάλος αριθμός ομοειδών προϊόντων. Δεν μπορώ, επίσης, να θεωρήσω ότι η αναφορά στην Υπεράσπιση σε επιπλέον εξάρτημα στόχο είχε να υποδείξει μόνο το είδος του προϊόντος ανεξαρτήτως ποσότητας. Κρίνω δε ότι αν η θέση της Εναγόμενης περί νέας παραγγελίας η οποία δεν περιλαμβανόταν στην αρχική ήταν αυτή που υπέδειξε στην μαρτυρία του ο μάρτυρας δεν θα γινόταν αναφορά σε ένα επιπλέον εξάρτημα στην Υπεράσπιση, αλλά στην ακριβή ποσότητα του προϊόντος αυτού που σύμφωνα με τον μάρτυρα ήταν 200 και πλέον αρμαδούροι. Κρίνω πως η πιο πάνω διάσταση που παρατηρείται ανάμεσα στην διά ζώσης μαρτυρία του μάρτυρα και τις έγγραφες προτάσεις της Εναγόμενης είναι ικανό να κλονίσει την αλήθεια των ισχυρισμών του μάρτυρα και, κατ' επέκταση, την εν γένει θέση του περί παραγγελίας 200 και πλέον αρμαδούρων. Αξιοσημείωτο είναι, επίσης, ότι η θέση του μάρτυρα δεν υποστηρίχθηκε ούτε και από την σχετική με το προκείμενο θέση που τέθηκε στον ΜΕ 1 κατά την αντεξέταση του από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Υπεράσπισης. Κατά την αντεξέταση του ΜΕ 1 τέθηκε στον τελευταίο από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Υπεράσπισης ότι η ισχυριζόμενη επιπλέον παραγγελία αφορούσε σε ένα αρμαδούρο. Καμία θέση δεν τέθηκε στον ΜΕ 1 ότι η νέα παραγγελία αφορούσε σε περισσότερους από ένα αρμαδούρους ή σε 200 ή σε περισσότερους από 200 αρμαδούρους. Αφενός, η διάσταση που παρατηρείται ανάμεσα στην διά ζώσης μαρτυρία του μάρτυρα, από την μια, και τις δικογραφημένες θέσεις της Εναγόμενης, από την άλλη, και, αφετέρου, οι διαφορετικές θέσεις μεταξύ του μάρτυρα και ό,τι υποβλήθηκε στον ΜΕ 1 από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Υπεράσπισης επί του προκειμένου δημιουργεί κατά την κρίση μου ρήγμα στην αξιοπιστία του μάρτυρα αναφορικά με το υπό συζήτηση θέμα. Είναι, έπειτα, και το άλλο. Οι διά ζώσης ισχυρισμοί του μάρτυρα αναφορικά με την αξία των αρμαδούρων δεν συνάδουν με τις επί του προκειμένου δικογραφημένες του θέσεις. Όπως είδαμε, στην Υπεράσπιση αναφέρεται ότι προς εξόφληση του τιμολογίου της Ενάγουσας η Εναγόμενη κατέβαλε προς την Ενάγουσα επιπλέον το ποσό των Λ.Κ.372,10 σεντ για την αγορά ενός ακόμη εξαρτήματος το οποίο δεν βρισκόταν στην αρχική παραγγελία της Εναγόμενης δεδομένου ότι το υπόλοιπο της αρχικής παραγγελίας θα έπρεπε να μειωθεί κατά Λ.Κ.78,00 σεντ επειδή η Ενάγουσα είχε παραδώσει ελλιπή την παραγγελία κατά ένα εξάρτημα. Από τους πιο πάνω ισχυρισμούς προκύπτει ότι η αξία των αρμαδούρων ή ή συμφωνηθείσα τιμή ήταν το άθροισμα των δύο πιο πάνω ποσών, ήτοι Λ.Κ.450,30 σεντ. Στη διά ζώσης μαρτυρία του ο μάρτυρας υπέδειξε άλλο ποσό, συγκεκριμένα, δύο διαφορετικά ποσά κανένα, όμως, εκ των οποίων δεν συνάδει με ό,τι από τους πιο πάνω δικογραφημένους του ισχυρισμούς προκύπτει. Συγκεκριμένα το ποσό των Λ.Κ.300,00 σεντ και το ποσό των Λ.Κ.350,00 σεντ. Αυτό αποτελεί άλλη μια αντίφαση ανάμεσα στις δικογραφημένες θέσεις του μάρτυρα, από την μια, και την διά ζώσης μαρτυρία του, από την άλλη, η οποία επενεργεί αρνητικά στην εν γένει αξιοπιστία του. Το ζήτημα σε σχέση με τους αρμαδούρους είχε προεκτάσεις. Ο μάρτυρας δεν περιορίσθηκε στο να ισχυρίζεται μόνο ότι προέβη σε παραγγελία. Προέβη και σε άλλους ισχυρισμούς. Συγκεκριμένα ισχυρίσθηκε ότι κατά την παραλαβή της παραγγελίας οι αρμαδούροι δεν είχαν φθάσει και ότι αναγκάσθηκε να μεταβεί εκ νέου στο κατάστημα που διατηρούσε η Ενάγουσα για να τους παραλάβει κατόπιν τηλεφωνήματος που δέχθηκε από τον ΜΕ
- Ότι μετέβη στο κατάστημα της Ενάγουσας στην Λεμεσό αλλά ο ΜΕ 1 του ζήτησε την καταβολή επιπλέον ποσού για να του τους παραδώσει. Και ότι εν τέλει ο μάρτυρας έφυγε από το μέρος άπρακτος χωρίς να παραλάβει τους αρμαδούρους. Τίποτα, όμως, από τα πιο πάνω δεν τέθηκε στον ΜΕ 1 κατά την αντεξέτασή του από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Υπεράσπισης. Το γεγονός αυτό αποδυναμώνει τους πιο πάνω ισχυρισμούς του μάρτυρα. Δεν δέχομαι, επίσης, τον ισχυρισμό του μάρτυρα ότι κατά την παραλαβή της παραγγελίας διαπιστώθηκε ότι από αυτήν έλειπε ένα κομμάτι δίχτυ. Σημειώνεται ευθύς εξ' αρχής ότι ο μάρτυρας δέχθηκε ότι στο τιμολόγιο - Τεκμήριο 9 - τα εμπορεύματα καταγράφησαν ως η παραγγελία της Εναγόμενης και ότι σε αυτό δεν αναφέρεται ελλιματική παράδοση. Σημειώνεται ακόμα ότι το Τεκμήριο 9 υπογράφηκε και από τους δύο μάρτυρες εκ μέρους και των δύο διαδίκων. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι ισχύει ο κανόνας απόδειξης γνωστός ως «estoppel by deed». Στην υπόθεση Νίκη Ανδρέα Ορφανίδη ν. Ανδρέα Στέλιου Ορφανίδη
(2001)1(Γ) ΑΑΔ 1889 λέχθηκε ότι ο κανόνας αυτός είναι θεμελιωμένος επί της αρχής ότι μια επίσημη και σαφής δήλωση ή δέσμευση σε έγγραφο πρέπει να εκλαμβάνεται ως δεσμευτική μεταξύ των μερών και, επομένως, ως μη επιδεχόμενη οποιασδήποτε απόδειξης που να την αντικρούει (Βλ. Greer and Another v. Kettle [1938] A.C. 156, 171 (H.L.) και Phipson on Evidence, 14η έκδοση, παραγραφος 6-08). Το Τεκμήριο 9 έχει υπογραφεί και από τα δύο μέρη. Είναι, επομένως, «συμφωνία» ή «έγγραφο» (deed) εντός της έννοιας του σχετικού όρου. Υπό το φως των πιο πάνω ο μάρτυρας εμποδίζεται να ισχυρίζεται ότι η παράδοση ήταν ελλιματική. Κατά συνέπεια, ο υπό συζήτηση ισχυρισμός του δεν αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία και αποκλείεται. Και αν ακόμα ήθελε κριθεί ότι η πιο πάνω κρίση μου είναι εσφαλμένη και πάλι ο ισχυρισμός του μάρτυρα δεν θα ήταν αποδεκτός κατόπιν αξιολόγησης των όσων πιο κάτω παρατίθενται. Η μαρτυρία του ΜΕ 1 ήταν διαφορετική επί του σημείου τούτου. Ο ΜΕ 1 ισχυρίσθηκε - χωρίς να αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση - και η μαρτυρία του έγινε αποδεκτή ότι κατά την παραλαβή του από τον μάρτυρα το εμπόρευμα καταμετρήθηκε και κατά την καταμέτρηση δεν είχε διαπιστωθεί οποιαδήποτε απώλεια. Σε μεταγενέστερο στάδιο και αφότου ο μάρτυρας παρέλαβε το εμπόρευμα και απεχώρησε από το κατάστημα της Ενάγουσας τηλεφώνησε στον μάρτυρα λέγοντάς του ότι έλειπε από αυτό ένα κομμάτι δίχτυ. Ο ΜΕ 1 αφαίρεσε την αξία του από την συμφωνηθείσα τιμή όχι γιατί από την παραγγελία έλειπε οποιοδήποτε προϊόν αλλά για να μην χάσει τον μάρτυρα από πελάτη. Θεωρώ ότι ο ΜΕ 1 δεν είχε κανένα λόγο να μην αναφέρει τα γεγονότα όπως τα ανέφερε ο μάρτυρας στην μαρτυρία του αν η αλήθεια ήταν όπως την περίγραψε στην μαρτυρία του ο τελευταίος. Και αυτό γιατί ο ΜΕ 1 όχι μόνο δεν αρνήθηκε, τουναντίον, παραδέχθηκε και ήταν εξ' αρχής θέση του ότι προέβη σε αφαίρεση από την συμφωνηθείσα τιμή. Δεν δέχομαι, λοιπόν, ότι διαπιστώθηκε ελλιματική παράδοση κατά την παραλαβή της παραγγελίας. Το συμπέρασμά μου αυτό ενισχύεται και από το ότι στο τιμολόγιο που ο ΜΕ 1 εξέδωσε για λογαριασμό της Ενάγουσας - Τεκμήριο 9 - και κατά την ημέρα της παράδοσης των εμπορευμάτων παραδόθηκε στον μάρτυρα αναγράφονται όλα τα παραγγελθέντα εμπορεύματα χωρίς να υπάρχει η οποιαδήποτε ένδειξη ότι από αυτά έλειπε το δίχτυ. Σημειώνεται, επίσης, ότι ο μάρτυρας υπέγραψε το Τεκμήριο 9 και διά της υπογραφής του επιβεβαίωσε την αλήθεια του τι αυτό καταμαρτυρούσε όσον αφορά την ποσότητα των προϊόντων που είχε παραλάβει. Σημειώνεται, επίσης, ότι ο μάρτυρας την ημέρα εκείνη ζήτησε να διαγράψει όπως και εν τέλει έπραξε από το Τεκμήριο 9 το δικό του όνομα το οποίο αρχικά αναγράφηκε από τον ΜΕ 1 επί του εν λόγω τεκμηρίου και στην θέση του τοποθέτησε το όνομα της Εναγόμενης ώστε να διαφανεί ότι το Τεκμήριο 9 αφορούσε στην Εναγόμενη και όχι στον ίδιο προσωπικά. Φρονώ πως υπό το φως των πιο πάνω το αναμενόμενο θα ήταν αν η εκδοχή του μάρτυρα ήταν αληθινή ο μάρτυρας να ζητούσε διόρθωση και του περιεχομένου του πιο πάνω τεκμηρίου ώστε σε αυτό να φαίνεται ο ορθός σύμφωνα με την μαρτυρία του αριθμός διχτύων που παραλήφθηκε. Κάτι τέτοιο, όμως, ο μάρτυρας δεν ζήτησε. Αξιοπερίεργο είναι, επίσης, το ότι ο μάρτυρας ενώ θέση του ήταν ότι ουδέποτε παρέλαβε αρμαδούρους ενώ είχε πληρώσει γι' αυτούς ουδέποτε αντέδρασε με οποιοδήποτε τρόπο, είτε με επιστολή προς την Ενάγουσα είτε άλλως πως. Ερωτηθείς επί του προκειμένου απάντησε ότι δεν άξιζε τον κόπο για Λ.Κ.300,00 σεντ να έρθει στην Λεμεσό από το Παραλίμνι για ένα τέτοιο σκοπό. Η πιο πάνω απάντησή του δεν είναι επαρκής για να με πείσει για την αλήθεια των εν γένει ισχυρισμών του. Δεν χρειαζόταν ο μάρτυρας να έρθει στην Λεμεσό για να εκδηλώσει την αντίδρασή του. Μπορούσε και με μια επιστολή να διαμαρτυρηθεί για ό,τι με την μαρτυρία και την Ανταπαίτησή του καταλογίζει στην Ενάγουσα. Σημαντικό είναι επίσης και το ότι ούτε και με την επιστολή του δικηγόρου του - Τεκμήριο 12 - δεν εκδήλωσε σαφώς οποιαδήποτε σχετική διαμαρτυρία. Αφού ό,τι η πιο πάνω επιστολή, μεταξύ άλλων, αναφέρει είναι μόνο ότι είχε καταβάλει προς την Ενάγουσα ποσό μεγαλύτερο από το ποσό του τιμολογίου, προδήλως, εννοείται το Τεκμήριο 9, και ότι γι' αυτό επιφυλάσσει τα δικαιώματά του. Στην εν λόγω επιστολή καμία μνεία δεν γίνεται αναφορικά με το πού στηρίζει την θέση του ότι καταβλήθηκε ποσό μεγαλύτερο από αυτό που η Ενάγουσα διατείνεται ότι της οφείλεται ή ότι στο μεταξύ προέκυψε νέα συμφωνία για την αγορά αρμαδούρων, ότι η Εναγόμενη κατέβαλε το τίμημα πλην όμως το εμπόρευμα δεν της είχε παραδοθεί. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι ο μάρτυρας δεν κατέθεσε όλη την αλήθεια στο Δικαστήριο. Εκτός από τα σημεία εκείνα από την μαρτυρία του που δεν αποδέχομαι η υπόλοιπη μαρτυρία του είναι αποδεκτή στον βαθμό που αυτή συνάδει με την μαρτυρία του ΜΕ
- Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι η Ενάγομενη απέτυχε να αποδείξει την Ανταπαίτησή της. Μοιραία, αυτή θα απορριφθεί. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Η Ενάγουσα εταιρεία, από τώρα και στο εξής «η Ενάγουσα», είναι εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο και κατά τον ουσιώδη χρόνο ασχολείτο, μεταξύ άλλων, με εισαγωγές - εξαγωγές, γενικές αντιπροσωπεύσεις, παραγγελιοδοχικές και ασφαλιστικές εργασίες και διατηρούσε και λειτουργούσε κατάστημα πώλησης και εμπορίας ειδών αλιείας και ψαρικής στην οδό Βασιλίσσης 6 το οποίο βρίσκεται στην δυτική πλευρά του Μεσαιωνικού κάστρου στην Λεμεσό. Κατά το τέλος του Οκτωβρίου του 2006 ο Γιώργος Κατσιάρης, ΜΥ 1, από τώρα και στο εξής «ο Κατσιάρης», επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον Χριστοφή Αυξεντίου, ΜΕ 1 και διευθυντή της Ενάγουσας, από τώρα και στο εξής «ο Αυξεντίου», με σκοπό να παραγγείλει δίκτυα ψαρέματος για λογαριασμό της Εναγόμενης εταιρείας. Ο Αυξεντίου πληροφόρησε τον Κατσιάρη ότι η Ενάγουσα δεν πουλούσε τα δίχτυα που ο τελευταίος ήθελε αλλά μπορούσε να τον προμηθεύσει με αυτά κάνοντας παραγγελία από το εξωτερικό. Ταυτόχρονα του ζήτησε να του στείλει την παραγγελία του γραπτώς με τηλεομοιοτυπικό έντυπο (φαξ). Ο Κατσιάρης λίγες ημέρες αργότερα απέστειλε την παραγγελία στο φαξ του καταστήματος που διατηρούσε η Ενάγουσα στην Λεμεσό - Τεκμήριο
- Με την παραλαβή της παραγγελίας της Εναγόμενης ο Αυξεντίου ήρθε σε επαφή με το εργοστάσιο από το εξωτερικό από το οποίο θα προμηθεύονταν τα εμπορεύματα και πληροφορήθηκε τις τιμές. Ακολούθως, ετοίμασε εκ μέρους της Ενάγουσας γραπτή προσφορά - Τεκμήριο 5 - από τώρα και στο εξής «η προσφορά», την οποία απέστειλε με φαξ στον Κατσιάρη. Η ετοιμασία της προσφοράς έγινε στην βάση της γραπτής παραγγελίας του Κατσιάρη. Στην προσφορά ο Αυξεντίου ανέγραψε τα παραγγελθέντα εμπορεύματα, που ήταν διάφορα είδη πανιών και τρέμεζων, καθώς και την αξία του κάθε παραγγελθέντος είδους η οποία συμπεριλάμβανε το ΦΠΑ. Η συνολική αξία των παραγγελθέντων εμπορευμάτων συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ ανήρχετο στο συνολικό ποσό των Λ.Κ.7.706,10 σεντ. Στην προσφορά περιλαμβάνονταν, επίσης, πρόνοια ότι η Ενάγουσα θα χρέωνε και θα δικαιούτο 10% προμήθεια επί των επί του Τεκμηρίου 5 αναγραφόμενων τιμών, ήτοι το συνολικό ποσό των Λ.Κ.770,61 σεντ. Ακολούθως, ο Κατσιάρης επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον Αυξεντίου πληροφορώντας τον ότι ήταν σύμφωνος με τα ποσά που αναγράφονταν στην προσφορά καθώς και την πρόνοια για καταβολή στην Ενάγουσα προμήθειας σε ποσοστό 10% για την εκτέλεση της παραγγελίας. Ο Κατσιάρης έδωσε, επίσης, οδηγίες στον Αυξεντίου να προχωρήσει με την παραγγελία. Ο Αυξεντίου τόνισε, τότε, στον Κατσιάρη ότι για να προχωρήσει η παραγγελία και να παραγγελθούν τα εμπορεύματα από το εξωτερικό έπρεπε να καταβληθεί προκαταβολή. Ο Κατσιάρης ανταποκρίθηκε στέλλοντας με ταξί επιταγή της Εναγόμενης για το ποσό των Λ.Κ.2.000,00 σεντ. Ο Αυξεντίου παρέλαβε την εν λόγω επιταγή από το γραφείο ταξί και ακολούθως την κατέθεσε στον λογαριασμό που διατηρούσε η Ενάγουσα στην Τράπεζα Κύπρου. Ακολούθως, προχώρησε και παρήγγειλε τα εμπορεύματα από το εξωτερικό. Το πιο πάνω ποσό των Λ.Κ.2.000,00 σεντ λογίσθηκε από τον Αυξεντίου ως ακολούθως: το ποσό των Λ.Κ.770,61 σεντ που αναλογούσε στην προμήθεια της Ενάγουσας ο Αυξεντίου το κατακράτησε και πίστωσε με αυτό τον λογαριασμό της Ενάγουσας. Το υπόλοιπο εκ Λ.Κ.1.229,39 σεντ το πίστωσε στον λογαριασμό της Εναγόμενης. Τα εμπορεύματα αφίχθησαν στην Κύπρο από το εξωτερικό τον Μάρτιο του
- Αφού έγινε η εκτελώνισή τους μεταφέρθηκαν στην αποθήκη της Ενάγουσας στην Λεμεσό. Ακολούθως ο Αυξεντίου επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον Κατσιάρη ενημερώνοντάς τον ότι τα εμπορεύματα ήταν έτοιμα για παραλαβή και ζητώντας του να μεταβεί στην Λεμεσό για να τα παραλάβει και ξοφλήσει το υπόλοιπο. Στις 28.3.07 και πριν την παράδοση και παραλαβή των εμπορευμάτων ο Κατσιάρης έστειλε δεύτερη επιταγή για το ποσό των Λ.Κ.6.000,00 σεντ την οποία ο Αυξεντίου παρέλαβε και κατέθεσε στον λογαριασμό που διατηρούσε η Ενάγουσα στην Τράπεζα Κύπρου. Στις 2.4.07 ο Κατσιαρής μετέβη στην Λεμεσό για να παραλάβει τα εμπορεύματα. Κατά την παράδοση το κάθε είδος δικτύου ήταν πακεταρισμένο σε ειδικές σακούλες που έγραφαν από έξω και επί ετικέτας-σημείωσης την ποσότητα που η κάθε σακούλα περιείχε. Αφού έγινε έλεγχος των εμπορευμάτων και καταμέτρησή τους στην παρουσία του Κατσιάρη διαπιστώθηκε ότι δεν έλειπε οποιοδήποτε εμπόρευμα από τα παραγγελθέντα. Ακολούθως και την ίδια ημέρα και στην παρουσία του Κατσιάρη ο Αυξεντίου εξέδωσε τιμολόγιο. Το τιμολόγιο έφερε αριθμό 2290 και σε αυτό ο Αυξεντίου κατέγραψε όλα τα εμπορεύματα της παραγγελίας, την συνολική συμφωνηθείσα αξία τους - ύψους Λ.Κ.6.700,96 σεντ - και ξεχωριστά το ΦΠΑ - ύψους Λ.Κ.1.005,14 σεντ - ήτοι το συνολικό ποσό των Λ.Κ.7.706,10 σεντ. Ο Κατσιάρης, αφού έλεγξε το τιμολόγιο το υπέγραψε στην παρουσία του Αυξεντίου εκ μέρους της Εναγόμενης και παρέλαβε το πρωτότυπό του. Ο Αυξεντίου εξήγησε στον Κατσιαρή ότι στο τιμολόγιο δεν περιλήφθηκε η προμήθεια καθότι αυτή είχε ήδη πληρωθεί με την επιταγή των Λ.Κ.2.000,00 σεντ. Ζήτησε, τότε, από τον Κατσιαρή να του καταβάλει το οφειλόμενο υπόλοιπο ύψους Λ.Κ.476,71 σεντ και ακολούθως να του εκδώσει εξοφλητική απόδειξη. Ο Κατσιάρης ζήτησε από τον Αυξεντίου χρόνο 2 - 3 ημερών για να ξοφλήσει καθότι δεν είχε μαζί του το βιβλιάριο επιταγών. Ο Αυξεντίου δέχθηκε. Τα εμπορεύματα φορτώθηκαν στο αυτοκίνητο του Κατσιάρη ο οποίος τα παρέλαβε και έφυγε. Λίγες ημέρες μετά την παράδοση των εμπορευμάτων ο Κατσιάρης επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον Αυξεντίου λέγοντάς του ότι από τα εμπορεύματα έλειπε ένα πανί. Κατόπιν συνεννόησης μεταξύ των δύο ο πρώτος αφαίρεσε από το υπόλοιπο που όφειλε η Εναγόμενη το ποσό των Λ.Κ.78,20 σεντ με αποτέλεσμα το οφειλόμενο υπόλοιπο να μειωθεί σε Λ.Κ.398,51 σεντ ή Ευρώ 680,89 σεντ. Ο Αυξεντίου αφαίρεσε από το υπόλοιπο την αξία όχι μόνο ενός πανιού αλλά και ενός τρέμεζου, ο λόγος δε που ο Αυξεντίου έπραξε κάτι τέτοιο ήταν για να μην χάσει τον Κατσιάρη από πελάτη. Ο Κατσιάρης διαβεβαίωσε τον Αυξεντίου ότι θα πλήρωνε το πιο πάνω υπόλοιπο εντός των επόμενων 2 - 3 ημερών. Παρά τις επανηλειμμένες παρακλήσεις του Αυξεντίου προς τον Κατσιάρη για εξόφληση ο τελευταίος παρέλειπε να ξοφλήσει το υπόλοιπο και προς εξόφληση ζητούσε πάντα χρόνο. Ο Κατσιάρης αποτάθηκε τότε στον δικηγόρο του ο οποίος απέστειλε δύο επιστολές, την μια, στην Εναγόμενη ημερομηνίας 15.10.07, και μια δεύτερη, στον δικηγόρο της Εναγόμενης ημερομηνίας 5.3.
- Παρά τις επανειλημμένες παρακλήσεις του Αυξεντίου προς τον Κατσιάρη για εξόφληση και τις δύο πιο πάνω επιστολές του δικηγόρου της Ενάγουσας η Εναγόμενη παρέλειψε και εξακολουθεί μέχρι σήμερα να παραλείπει να καταβάλει το οφειλόμενο ποσό των Ευρώ 680,89 σεντ Κατά την αντεξέταση υπεβλήθη στον ΜΕ 1 ότι η Ενάγουσα δεν εργάζεται με προμήθεια και δεν δικαιούται να εμπορεύεται και να χρεώνει προμήθεια προδήλως, προς υποστήριξη της θέσης η οποία διατυπώνεται στην Υπεράσπιση ότι η χρέωση προμήθειας είναι παράνομη καθότι δεν βασίζεται στον Νόμο. Δεν υπήρξε, όμως, οποιαδήποτε εξειδίκευση ως προς τι ακριβώς συνίσταται η ισχυριζόμενη παρανομία. Ούτε στην Υπεράσπιση αλλά ούτε και κατά την αντεξέταση του πιο πάνω μάρτυρα. Θεωρώ δε ότι η πιο πάνω θέση βασίζεται στην έννοια που η Υπεράσπιση αποδίδει στον όρο «προμήθεια», που και πάλι δεν διασαφηνίσθηκε. Είναι άξιο να σημειωθεί ότι ούτε καν αναφορά δεν γίνεται στην Υπεράσπιση στο ότι σύμφωνα με την Εναγόμενη ο λόγος που η Ενάγουσα δεν δικαιούται σε προμήθεια είναι γιατί η τελευταία δεν ενήργησε ως μεσίτης ή διαμεσολαβητής που είναι ό,τι εν τέλει είναι η θέση της Υπεράσπισης όπως αυτή διασαφηνίζεται μέσα από την αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Εναγόμενης όπως και ενωρίτερα είδαμε. Σύμφωνα με την αγόρευση του κύριου Νικολάου η επίδικη συμφωνία συνομολογήθηκε μεταξύ των διαδίκων και όχι μεταξύ της Εναγόμενης και του προσώπου στο οποίο αποτάθηκε η Ενάγουσα για να έρθουν τα παραγγελθέντα προϊόντα από το εξωτερικό. Κατ' επέκταση, η Ενάγουσα δεν ενεργούσε ως μεσίτης και δεν δικαιούται σε προμήθεια. Αφ' ης στιγμής η πιο πάνω θέση δεν εξειδικεύθηκε και δεν εξηγήθηκε με σαφήνεια και με τρόπο καταληπτό στην Υπεράσπιση δεν δικαιολογείται κατά την κρίση μου να προσδώσω βαρύτητα στην θέση που διατυπώθηκε μέσα από την αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου του. Από την άλλη, ο μάρτυρας επεξήγησε επαρκώς σε τι συνίσταται η προμήθεια της Ενάγουσας. Πρόκειται για το κέρδος της από την παραγγελία. Στην παράγραφο 5(β) της Έκθεσης Απαίτησης χαρακτηρίζεται και ως η αμοιβή της Ενάγουσας, προδήλως, για την εκτέλεση της παραγγελίας της Εναγόμενης. Σύμφωνα με τον μάρτυρα η παρούσα περίπτωση διέφερε από άλλες περιπτώσεις στις οποίες η κατανάλωση προϊόντων είναι μεγάλη. Στις περιπτώσεις αυτές η Ενάγουσα προμηθεύεται τα προϊόντα τα οποία και διαθέτει προς πώληση από το κατάστημα που διατηρεί και το κέρδος της ενσωματώνεται στην τιμή πώλησης και, έτσι, γίνεται απευθείας. Η παρούσα περίπτωση αφορούσε ειδική παραγγελία καθότι τα παραγγελθέντα προϊόντα δεν ήταν προϊόντα που πωλούνταν εύκολα και δεν υπήρχε καθημερινή ζήτηση γι' αυτά στην αγορά είτε από επαγγελματίες ψαράδες είτε από ερασιτέχνες. Σε μια τέτοια περίπτωση το κέρδος θα μπορούσε, όπως και ο μάρτυρας δέχθηκε, να ενσωματωθεί στην τιμή πώλησης. Η πρακτική, όμως, αυτή απέβη μη συμφέρουσα στην Ενάγουσα κατά το παρελθόν καθότι μέσα από την πιο πάνω πρακτική οι ανταγωνιστές της πληροφορούνταν τις τιμές της και μείωναν τις δικές τους τιμές για να πωλούνται τα προϊόντα αυτών. Έτσι, η Ενάγουσα έχανε πελατεία. Γι' αυτό και στην παρούσα περίπτωση το κέρδος της Ενάγουσας συμφωνήθηκε ξεχωριστά από το κόστος των παραγγελθέντων εμπορευμάτων που ήταν η τιμή του εργοστασίου. Όπως και αν ονομασθεί το ποσό που η Ενάγουσα χρέωσε την Εναγόμενη για την εκτέλεση της παραγγελίας της τελευταίας, είτε αυτό ήθελε ονομασθεί προμήθεια, είτε κέρδος, είτε αμοιβή, το βέβαιο είναι ότι η Ενάγουσα δικαιούτο να το χρεώσει. Υπεβλήθη, επίσης, στον μάρτυρα κατά την αντεξέταση ότι το ποσό που χρέωσε προς όφελος της Ενάγουσας ως προμήθεια για την παραγγελία της Εναγόμενης και η Ενάγουσα έλαβε από την τελευταία ήταν παράνομα χρήματα, «μαύρα αδήλωτα λεφτά» όπως χαρακτηρίσθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Εναγόμενης. Καθότι το Τεκμήριο 9 θα παρουσιαζόταν στην Υπηρεσία ΦΠΑ - και παρουσιάσθηκε επίσημα σύμφωνα με τον ΜΕ 1 - χωρίς να υπάρχει η παραμικρή ένδειξη ότι η Ενάγουσα είχε πληρωθεί ποσό Λ.Κ. 770,61 σεντ για το κέρδος της. Συναφής με την πιο πάνω θέση είναι ο ισχυρισμός που προβάλλεται στην παράγραφο 7 της Υπεράσπισης σύμφωνα με τον οποίο η Εναγόμενη δεν δικαιούται σε προμήθεια καθότι αυτή δεν αναφέρεται στο Τεκμήριο
- Κρίνω πως υπάρχει έρεισμα στην πιο πάνω θέση. Με το να μην συμπεριλάβει το ποσό της προμήθειας ή του κέρδους της στο Τεκμήριο 9 η Ενάγουσα δεν συμμορφώθηκε με υποχρέωση που επιβάλλετο σε αυτήν από την Νομοθεσία που διέπει την καταβολή ΦΠΑ. Η Ενάγουσα όφειλε και είχε υποχρέωση για σκοπούς καταβολής Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (ΦΠΑ) να συμπεριλάβει στο Τεκμήριο 9 το κέρδος της από την εκτέλεση της παραγγελίας της Εναγόμενης και να καταβάλει στην Υπηρεσία ΦΠΑ το αναλογούν επί του πιο πάνω ποσού ποσό. Η παράλειψή της να συμπεριλάβει το κέρδος της στο πιο πάνω τεκμήριο συνιστά ούτε λίγο ούτε πολύ απάτη από μέρους της και καταδολίευση του δημοσίου. Ο ισχυρισμός του ΜΕ 1 ότι θα έκανε αναφορά στην προμήθεια της Ενάγουσας στην εξοφλητική απόδειξη που θα εκδιδόταν με την εξόφληση του υπολοίπου δεν μετριάζει ούτε και διαφοροποιεί την εκ του Νόμου απορρεόντων υποχρέωση της Ενάγουσας. Η Ενάγουσα είχε υποχρέωση να καταβάλει ΦΠΑ επί της συμφωνηθείσας προμήθειας ένεκα της έκδοσης του Τεκμηρίου 9 και όχι με την εξόφληση του υπολοίπου. Η υποχρέωση για καταβολή ΦΠΑ δεν εξαρτάται από την πληρωμή ή την εξόφληση ενός εμπορεύματος η της παροχής μιας υπηρεσίας από τον πελάτη, αλλά σηματοδοτείται από της έκδοσης του τιμολογίου από τον έμπορο. Χώρια που δεν μπορώ να δεχθώ ότι έτσι θα ενεργούσε ο ΜΕ 1 αφού με το να μην συμπεριλάβει την προμήθεια της Ενάγουσας στο Τεκμήριο 9 θεωρώ πως από τότε έδειξε ποια ήταν η πρόθεσή του και, κατ' επέκταση, η πρόθεση της Ενάγουσας. Ο δε ισχυρισμός που ο ΜΕ 1 πρόβαλε ότι η προμήθεια δεν μπορούσε να δηλωθεί πουθενά συμπεριλαμβανομένου και του Τεκμηρίου 9 είναι ανακριβής, αναληθής και προβλήθηκε εκ του πονηρού με σκοπό ο μάρτυρας να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα. Στην υπόθεση Νίκη Ανδρέα Ορφανίδη ν. Ανδρέα Στέλιου Ορφανίδη
(2001)1(Γ) ΑΑΔ 1889 το πρωτόδικο Δικαστήριο υπέδειξε ότι ο μόνος τομέας που η εφεσείουσα ισχυρίσθηκε ότι είχε μεγάλα έσοδα ήταν συγκεκριμένα φροντιστήρια που ήταν εγγεγραμμένα στο όνομα της. Ωστόσο το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι η εφεσείουσα εμποδιζόταν από του να ισχυρίζεται ότι είχε τα κέρδη της τάξης που ισχυρίσθηκε αφού στους σχετικούς λογαριασμούς που υπέβαλε για φορολογικούς σκοπούς και τους υπόγραψε η ίδια ως ορθούς δήλωσε πολύ μικρά ποσά. Η εφεσείουσα υποστήριξε κατ' έφεση ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε στο πιο πάνω εύρημα. Παρατίθεται απόσπασμα από τις σελίδες 1906-1907 της απόφασης του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου ενδεικτικό της στάσης και προσέγγισης της Νομολογίας: «Το πρωτόδικο δικαστήριο υπέδειξε ότι η εφεσείουσα «εμποδίζεται από του να ισχυρίζεται αντίθετα με τη φορολογική δήλωση της». Αυτό που εννοούσε το Πρωτόδικο Δικαστήριο είναι ότι η εφεσείουσα «εμποδίζεται» λόγω της προηγούμενης συμπεριφοράς της με την οποία είχε από τη μια αποκομίσει όφελος και από την άλλη είχε καταδολιεύσει τις δημόσιες προσόδους. Αυτό λοιπόν που προκύπτει για εξέταση είναι κατά πόσο πρόσωπο το οποίο, με σκοπό την αποκόμιση ιδίου οφέλους, υποβάλλει ψευδή φορολογική δήλωση με αποτέλεσμα την καταδολίευση των δημοσίων προσόδων μπορεί σε μεταγενέστερη δικαστική διαδικασία να προβάλει ισχυρισμούς αντίθετους προς τη φορολογική του δήλωση με σκοπό - πάλι - την αποκόμιση οφέλους. Η απάντηση είναι σαφώς αρνητική. Το επίδικο θέμα σχετίζεται με θέμα δημόσιας πολιτικής και δημοσίου συμφέροντος. Πρόκειται για παραδοχή καταδολίευσης των δημοσίων προσόδων. Αποτελεί νομίζουμε θέμα ύψιστης δημόσιας πολιτικής όπως όλοι οι πολίτες συμμορφώνονται πλήρως με τις φορολογικές τους υποχρεώσεις. Καταδολίευση των δημόσιων προσόδων όχι μόνο αντιστρατεύεται τη δημόσια πολιτική αλλά είναι αντίθετη προς το δημόσιο συμφέρον Τα δικαστήρια έχουν καθήκον να διασφαλίσουν την δημόσια πολιτική. Η χρησιμοποίηση της επίδικης μαρτυρίας θα ισοδυναμούσε με χορήγηση ασυλίας στην παρανομία πορεία που αντιστρατεύεται τη διασφάλιση του Κράτους Δικαίου. Θα ισοδυναμούσε, επίσης, με ενθάρρυνση της καταδολίευσης των δημοσίων προσόδων και θα επέτρεπε στους παρανομούντες να επωφεληθούν από την παρανομία τους. Κρίνουμε επομένως ότι ορθά το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έχει ενεργήσει επί της επίδικης μαρτυρίας. Ο σχετικός λόγος της έφεσης απορρίπτεται». Δεν μου διαφεύγει ότι με την παρούσα αγωγή η Ενάγουσα δεν αξιώνει την προμήθειά της. Και ο λόγος γι' αυτό είναι ότι ο ΜΕ 1 από το ποσό των Λ.Κ.2.000,00 σεντ κατακράτησε το ποσό που αναλογούσε στην προμήθειά της Ενάγουσας με αποτέλεσμα το ποσό που αξιώνεται ως οφειλόμενο να θεωρείται από την Ενάγουσα ως υπόλοιπο από την αξία των εμπορευμάτων. Θεωρώ ότι ουδόλως μεταβάλλει την ουσία των πραγμάτων η πιο πάνω ενέργεια του ΜΕ
- Καθότι αυτό που έχει σημασία δεν είναι το πώς ο ΜΕ 1 ελόγισε το ποσό των Λ.Κ.2.000,00 σεντ αλλά αν υπό το φως των δοσμένων περιστάσεων οι πληρωμές που έγιναν από την Εναγόμενη μπορούσαν να λογισθούν προς εξόφληση της συμφωνηθείσας προμήθειας. Υπό το φως των δοσμένων περιστάσεων φρονώ πως όχι. Κρίνω πως δεν μπορεί η Ενάγουσα να δικαιούται σε πληρωμή προμήθειας παρά το ότι αποτελεί εύρημά μου ότι η προμήθεια αυτή συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων αφ' ης στιγμής την προμήθεια αυτή η Ενάγουσα δεν την συμπεριέλαβε στο Τεκμήριο 9 και διά της πιο πάνω ενέργειάς της προέβη δίχως άλλο σε καταδολίευση των δημοσίων προσόδων. Όπως και στην απόφαση που πιο πάνω μνημονεύεται αποτελεί θέμα ύψιστης δημόσιας πολιτικής όπως όλοι οι πολίτες συμμορφώνονται πλήρως με τις φορολογικές τους υποχρεώσεις. Καταδολίευση των δημόσιων προσόδων όχι μόνο αντιστρατεύεται την δημόσια πολιτική, αλλά είναι αντίθετη προς το δημόσιο συμφέρον. Τα Δικαστήρια έχουν καθήκον να διασφαλίσουν την δημόσια πολιτική. Διαφορετική προσέγγιση θα ισοδυναμούσε με χορήγηση ασυλίας στην παρανομία και θα καθιστούσε το Δικαστήριο, στην προκειμένη περίπτωση, συνεργό στην έκνομη συμπεριφορά που επέδειξε η Ενάγουσα. Θα ισοδυναμούσε, επίσης, με ενθάρρυνση της καταδολίευσης των δημοσίων προσόδων και θα επέτρεπε στους παρανομούντες να επωφεληθούν από την παρανομία τους. Οι διάδικοι δεν νομιμοποιούνται να αποκομίζουν όφελος διά της παρανομίας. Θεωρώ ότι η παράλειψη του ΜΕ 1 να συμπεριλάβει την συμφωνηθείσα προμήθεια στο Τεκμήριο 9 ήταν εσκεμμένη και έγινε με πονηριά αλλά και με πρόθεση όπως η Ενάγουσα ξεφύγει της νομικής υποχρέωσής της να καταβάλει ΦΠΑ επί της συμφωνηθείσας προμήθειας. Η παράλειψη αυτή κρίνω πως εύλογα αποστερεί από την Ενάγουσα να ισχυρίζεται ότι δικαιούται σε πληρωμή της προμήθειας και, κατ' επέκταση, να ισχυρίζεται ότι αυτή πληρώθηκε κιόλας. Η Ενάγουσα με το να παρουσιάσει το Τεκμήριο 9 στην Υπηρεσία ΦΠΑ, όπως ο ΜΕ 1 δέχθηκε, αποκόμισε όφελος διά της καταδολίευσης των δημοσίων προσόδων. Η συμπεριφορά της αυτή την εμποδίζει από του να ισχυρίζεται αντίθετα προς το Τεκμήριο
- Ό,τι, επομένως, η Ενάγουσα δικαιούται είναι το ποσό των Λ.Κ.7.706,10 σεντ που αναφέρεται στο Τεκμήριο 9 και το οποίο με το συνολικό ποσό των Λ.Κ.8.000,00 σεντ που η Εναγόμενη κατέβαλε έχει ξοφληθεί. Υπό το φως των πιο πάνω μοιραία η απαίτηση δεν μπορεί να έχει παρά απορριπτική κατάληξη. Από τα πιο πάνω προκύτπει ότι η Εναγόμενη κατέβαλε ποσό μεγαλύτερο του ποσού που αναγράφεται επί του Τεκμηρίου
- Η διαφορά, όμως, δεν μπορεί να επιδικασθεί υπέρ της Εναγόμενης αφού αυτή δεν αξιώνεται ανταπαιτητικώς. Συνακόλουθα τόσο η απαίτηση όσο και η Ανταπαίτηση απορρίπτονται με ανάλογες διαταγές ως προς τα έξοδα. Τα έξοδα της απαίτησης επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον της Ενάγουσας όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα της ανταπαίτησης επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Παράνομη προμήθεια Subject: Civil / Other Actions / Final cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο