Δημήτρη Σαμουήλ, ανήλικου, εκ Λεμεσού, διά του Παναγιώτη Παναγιώτου και Έλενας Παναγιώτου, πατρός και μητρός του αντιστοίχως, ως πλησιέστερων φίλων και φυσικών κηδεμόνων του κ.α. ν. Σοφίας Μαζαράκη κ.α., Αριθμός Αγωγής: 3989/2008, 3346/2009, 29/7/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A305 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αριθμός Αγωγής: 3989/2008 Μεταξύ: Δημήτρη Σαμουήλ, ανήλικου, εκ Λεμεσού, διά του Παναγιώτη Παναγιώτου και Έλενας Παναγιώτου, πατρός και μητρός του αντιστοίχως, ως πλησιέστερων φίλων και φυσικών κηδεμόνων του, αμφοτέρων εκ Λεμεσού Ενάγοντα και Σοφίας Μαζαράκη, εκ Λεμεσού Εναγόμενης Μετά από διάταγμα συνένωσης ημερομηνίας 8.6.2011 Αριθμός Αγωγής: 3346/2009 Μεταξύ: Χριστάκη Ανδρέου, μέσω των γονέων, πλησιέστερων φίλων και ασκούντων τη γονική μέριμνα αυτού Ευριπίδη και Ελένης Ανδρέου, από τη Λεμεσό Ενάγοντα και Σοφίας Μαζαράκη, από τη Λεμεσό Κωνσταντίνας Μαρκίδου, από τη Λεμεσό Εναγόμενων και Δημήτρη Σαμουήλ, από τη Λεμεσό Τριτοδιάδικου --------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 29.7.2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγοντα στην αγωγή 3989/2008: κ. Αναστασίου (για ν' ακούσει απόφαση κα Καρεκλά) Για ενάγοντα στην αγωγή 3346/2009: κ. Μιχαηλίδης (για ν' ακούσει απόφαση κα Μιχαηλίδου) Για εναγόμενες και στις δύο αγωγές: κ. Πολυδώρου (για ν' ακούσει απόφαση κα Βαρνάβα) Για τριτοδιάδικο: κ. Σάββα Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο ανήλικος Δημήτρης Σαμουήλ, ενάγοντας στη βασική υπόθεση, ηλικίας 13 ετών στον ουσιώδη χρόνο ( 21ος σήμερα) ενάγει μέσω των γονέων του, ως πλησιέστερων φίλων και φυσικών κηδεμόνων του. Το ίδιο ισχύει και για τον ανήλικο Χριστάκη Ανδρέου, ενάγοντα στην αγωγή 3346/2009, ο οποίος κατά τον ίδιο χρόνο ήταν ηλικίας 15 ετών. Οι δύο αγωγές δυνάμει διατάγματος ημερομηνίας 8.6.2011 συνενώθηκαν, αλλά και συνεκδικάστηκαν. Τα ακόλουθα γεγονότα αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ όλων των πλευρών: Στις 4.4.2007 γύρω στις 11:30 το βράδυ, ενώ ο ενάγοντας στη βασική υπόθεση οδηγούσε το μοτοποδήλατο με αριθμό πλαισίου FM50-182570 και με αριθμό μηχανής FM50-158518 κατά μήκος της οδού Χριστοφή Εργατούδη στη Λεμεσό με δυτική κατεύθυνση, με συνεπιβάτη τον ενάγοντα στην άλλη αγωγή, κάποια στιγμή συγκρούστηκε με το όχημα της εναγόμενης στη βασική υπόθεση, η οποία, κατά τον ίδιο χρόνο οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής KJP 904, στον ίδιο δρόμο, από την αντίθετη κατεύθυνση. Η σύγκρουση των δύο οχημάτων σημειώθηκε στη συμβολή περίπου της παραπάνω οδού με την οδό Γεωργίου Δημοσθένους, η οποία βρίσκεται στη δεξιά πλευρά του δρόμου σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε η εναγόμενη. Οι συνθήκες πρόκλησης του επίδικου ατυχήματος και ξ ευθύνη γι αυτό αποτελούν και το βασικό επίδικο θέμα των δύο αγωγών. Αποτελεί θέση των εναγόντων ότι αιτία της επίδικης σύγκρουσης και του επακόλουθου τραυματισμού τους καθώς και των υλικών ζημιών που και οι δύο υπέστησαν αποτελεί το γεγονός ότι η εναγόμενη φθάνοντας στην οδό Γεωργίου Δημοσθένους, που αποτελεί πάροδο έναντι της οδού Χριστοφή Εργατούδη επιχείρησε απότομα, απροειδοποίητα και από λανθασμένο σημείο να εισέλθει στην πάροδο, με αποτέλεσμα να ανακόψει τη νόμιμη πορεία του οχήματος στο οποίο επέβαιναν οι ίδιοι και τα δύο οχήματα να συγκρουστούν. Από την άλλη, οι εναγόμενες, βασικά αποδίδουν το ατύχημα στο αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο ενάγοντας στη βασική υπόθεση οδηγούσε το μοτοποδήλατο χωρίς καθόλου φωτισμό και όπως είναι η θέση τους, χωρίς να λάβει οποιοδήποτε μέτρο για να καταστήσει ορατή και αντιληπτή την παρουσία του στο δρόμο κατά τον ουσιώδη χρόνο. Αρνούνται ότι οι ίδιες φέρουν οποιαδήποτε ευθύνη για το επίδικο ατύχημα. Ο ενάγοντας στη βασική υπόθεση αξιώνει εναντίον της εναγόμενης γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για τις σωματικές βλάβες και ζημιές που υπέστη συνεπεία του ατυχήματος, πλέον τόκους και έξοδα. Τα ίδια ακριβώς αξιώνει και ο ενάγοντας στην άλλη αγωγή, εναντίον, τόσο της εναγόμενης 1, οδηγού του ενεχόμενου κατά το επίδικο ατύχημα αυτοκινήτου όσο και της εναγόμενης 2, η οποία, σύμφωνα με την παράγραφο 2 της έκθεσης απαίτησης, στον ουσιώδη χρόνο ήταν ιδιοκτήτρια του εν λόγω αυτοκινήτου, το οποίο η εναγόμενη 1 οδηγούσε ως αντιπρόσωπος και/ή υπηρέτης και/ή με τη συγκατάθεσή της, «.η οποία εν πάση περιπτώσει ενάγεται ως ευθυνόμενη εκ προστήσεως.», όπως αναφέρεται στην ίδια παράγραφο της έκθεσης απαίτησης. Οι εναγόμενες στην υπόθεση 3346/2009 εξέδωσαν και επέδωσαν κλήση τριτοδιαδίκου στον ενάγοντα στη βασική υπόθεση τον οποίο θεωρούν αποκλειστικά υπεύθυνο και/ή συνυπεύθυνο για την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησής τους αξιώνουν εναντίον του: πρώτο, πληρωμή των ποσών που αξιώνει εναντίον τους ο ενάγοντας στην ίδια υπόθεση σε περίπτωση που κριθούν υπεύθυνες για τα ποσά αυτά έναντι του και στον ανάλογο βαθμό, δεύτερο, αποζημιώσεις για αμέλεια και/ή παράβαση νόμιμων καθηκόντων, τρίτο, δήλωση ότι δικαιούνται αποζημιώσεις από αυτόν αναφορικά με οποιοδήποτε ποσοστό ευθύνης στην ίδια υπόθεση και/ή με οποιαδήποτε απαίτηση και/ή έξοδα του ενάγοντα, για το λόγο ότι ο τριτοδιάδικος είναι αποκλειστικά υπεύθυνος για τις ισχυριζόμενες ζημιές του ενάγοντα που αποτέλεσαν την αιτία καταχώρησης την αγωγής 3346/2009 και τέταρτο, επιπλέον και/ή διαζευκτικά και άνευ βλάβης, δήλωση ότι δικαιούνται συνεισφορά από τον τριτοδιάδικο αναφορικά με οποιοδήποτε ποσό το οποίο ήθελε επιδικαστεί υπέρ του ενάγοντα και εναντίον τους, συμπεριλαμβανομένων και των εξόδων, για το λόγο ότι η αμέλεια και/ή παράβαση των νομίμων καθηκόντων του τριτοδιάδικου ήταν η αιτία και/ή αποτέλεσε τη συντρέχουσα αιτία για τις ισχυριζόμενες ζημιές του ενάγοντα που αποτέλεσαν την αιτία στην αγωγή 3346/2009. Επισημαίνεται στο σημείο αυτό ότι οι γενικές και ειδικές αποζημιώσεις των εναγόντων και στις δύο αγωγές έχουν συμφωνηθεί και δηλωθεί μεταξύ των διαδίκων σε υποθετική βάση επί πλήρους ευθύνης. Έχει επίσης συμφωνηθεί ότι με το ίδιο ποσοστό που θα επιμερίσω την ευθύνη στην βασική υπόθεση, θα την επιμερίσω και στην αγωγή 3346/2009, τόσο μεταξύ του ενάγοντα και των εναγόμενων όσο και μεταξύ των τελευταίων και του τριτοδιαδίκου. Ως αποτέλεσμα των εν λόγω συμφωνιών, το βασικό επίδικο θέμα των αγωγών που παρέμεινε προς εκδίκαση το οποίο και καλούμαι να επιλύσω (για να επαναλάβω) είναι η ευθύνη πρόκλησης του επίδικου ατυχήματος. Ο ενάγοντας στη βασική υπόθεση Δημήτρης Σαμουήλ (Μ.Ε.1), ο εξεταστής του επίδικου ατυχήματος, αστυφύλακας 2738 Μάριος Ματθαίου (Μ.Ε.2) και η εναγόμενη στη βασική υπόθεση Σοφία Μαζαράκη είναι οι τρεις συνολικά μάρτυρες που κατάθεσαν κατά την ακρόαση των αγωγών, οι οποίες (για να επαναλάβω) έχουν συνεκδικαστεί. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των τριών συνολικά γραπτών αγορεύσεων. Παρενθετικά να πω ότι γραπτή αγόρευση κατατέθηκε από τους δικηγόρους των εναγόντων και στις δύο αγωγές καθώς και από το δικηγόρο των εναγόμενων. Ο κ. Σάββα που εκπροσωπεί τον τριτοδιάδικο (ενάγοντα στη βασική υπόθεση) αντί δικής του αγόρευσης περιορίστηκε σε δήλωση ότι υιοθετεί το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης του ευπαίδευτου δικηγόρου του ενάγοντα στη βασική υπόθεση. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο θα διαφανεί - με αναφορά και στη μαρτυρία - ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή και τους τρεις μάρτυρες, ενώ κατάθεταν ενόρκως ενώπιόν μου. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης τους αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο καθώς και την ύπαρξη τυχόν προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση. Δεδομένου ότι το θέμα της ευθύνης είναι και το βασικό επίδικο θέμα στις υπό κρίση αγωγές, λαμβάνω υπόψη και την πάγια νομολογιακή αρχή σύμφωνα με την οποία, σε υποθέσεις τροχαίων δυστυχημάτων όπου το θέμα της ευθύνης είναι επίδικο και προβάλλονται διαφορετικές εκδοχές για το πώς έγινε το δυστύχημα, η πραγματική μαρτυρία αποκτά ιδιαίτερη χρησιμότητα όταν δοκιμάζεται η αξιοπιστία της προφορικής μαρτυρίας (βλ. Καστάνας κ.ά. ν. Αντωνίου
(2010)1(Γ) Α.Α.Δ. 1979) και τούτο, επειδή, όπως επεξηγείται στην υπόθεση Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 439) η πραγματική μαρτυρία συνιστά αξιόπιστο βοήθημα και σταθερό οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων. Ο αστυφύλακας 2738 Μάριος Ματθαίου (Μ.Ε.2) και εξεταστής του επίδικου ατυχήματος μου έχει κάνει αρκετά καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Απαντούσε με αμεσότητα, απλότητα και ειλικρίνεια, αλλά και τεκμηριωμένα σ' όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, χωρίς να υποπέσει σε καμιά απολύτως αντίφαση. Μολονότι αντεξετάστηκε από τον ευπαίδευτο δικηγόρο των εναγόμενων κατέστη αδύνατο να κλονιστεί η αξιοπιστία του σε σχέση με οτιδήποτε ανάφερε. Θα έλεγα πως, ούτε και επιχειρήθηκε κάτι τέτοιο από τον κ. Πολυδώρου. Θεωρώ ότι μάρτυρας έχει επιτελέσει με επάρκεια το καθήκον διερεύνησης του επίδικου ατυχήματος που του έχει ανατεθεί και στο Δικαστήριο ήταν δίκαιος και αντικειμενικός έναντι των διαδίκων. Το τελευταίο επιμαρτυρείται από το γεγονός ότι ουδεμία υποβολή του έγινε από τον ευπαίδευτο δικηγόρο των εναγόμενων. Το ουσιαστικό μέρος της δουλειάς του αποτυπώνεται στο συμμετρικό σχέδιο της σκηνής του επίδικου ατυχήματος που έχει ετοιμάσει (τεκμήριο 5) το περιεχόμενο του οποίου αποτελεί ασφαλώς πραγματική μαρτυρία με ό, αυτό συνεπάγεται για την αποδεικτική της αξία και την κρίση μου επί της αξιοπιστίας του ενάγοντα καθώς και της εναγόμενης στη βασική υπόθεση που (για να επαναλάβω) είναι οι άλλοι δύο μάρτυρες που κατάθεσαν κατά την ακρόαση των αγωγών. Για όλους τους παραπάνω λόγους, η μαρτυρία του εξεταστή της υπόθεσης, επί της ουσίας γίνεται αποδεκτή στο σύνολό της. Από αυτή απορρέουν τα εξής, τα οποία να θεωρηθούν από τώρα και ως μέρος των δικών μου συμπερασμάτων: Το βράδυ, κάτω από τις συνθήκες του επίδικου ατυχήματος, η ορατότητα στην οδό Χριστοφή Εργατούδη που έγινε το ατύχημα, από το σημείο Α στο σχέδιο της σκηνής του ατυχήματος που αποτυπώνει την πορεία που ακολουθούσε η εναγόμενη με ανατολική κατεύθυνση (από την οποία έρχονταν οι δύο ανήλικοι ενάγοντες) είναι περί τα 200 με 300 μέτρα. Ο δρόμος εκεί το βράδυ φωτίζεται από πασσάλους χαμηλής πιέσεως που βρίσκονται στο νότιο και βόρειο πεζοδρόμιο κατά μήκος της οδού Χριστοφή Εργατούδη, οι οποίοι προσφέρουν αμυδρό φωτισμό στο δρόμο. Το μοτοποδήλατο επί του οποίου επέβαιναν οι δύο ενάγοντες είναι μάρκας Suzuki Landie, 49 cc και έφερε σκελετό (πλαίσιο) και μηχανή άλλου μοτοποδήλατου, του ίδιου όμως τύπου με το επίδικο μοτοποδήλατο. Όταν μετέφερε το επίδικο στην τροχαία και έλεγξε τα φρένα του διαπίστωσε ότι τα μπροστινά λειτουργούσαν κανονικά, ενώ στα πισινά ήταν κομμένη η λέβα πάνω στο τιμόνι που πιάνει ο οδηγός για να τα θέσει σε λειτουργία. Επίσης, ήταν κομμένο και το σύρμα τους. Διαπίστωσε ακόμη ότι στο συγκεκριμένο σημείο υπήρχε ζημιά από τη σύγκρουση με το αυτοκίνητο που οδηγούσε η εναγόμενη. Τέλος, διαπίστωσε ότι το μοτοποδήλατο δεν έφερε καθόλου φωτισμό. Συγκεκριμένα, δεν είχε καθόλου φώτα πορείας μπροστά μα ούτε και πισινό φανάρι. Αναφορικά με την ορατότητα των οδηγών που χρησιμοποιούσαν τον δρόμο στην οδό Χριστοφή Εργατούδη το βράδυ του ατυχήματος, ο μάρτυρας, στην κυρίως εξέταση ανάφερε τα εξής: Λόγω του αμυδρού φωτισμού που έχει ο δρόμος εναπόκειται στον κάθε οδηγό να είναι προσεκτικός, όσο μπορεί να προσέχει τι κινείται σ' αυτόν. Το βράδυ που πήγε στη σκηνή του δυστυχήματος αφού στάθμευσε το αστυνομικό όχημα στην οδό Χριστοφή Εργατούδη κοντά στο δυστύχημα διαπίστωσε ότι μπορείς να διακρίνεις ένα όχημα να βρίσκεται σταθμευμένο στον ίδιο χώρο, αλλά δεν μπορείς να διακρίνεις τις λεπτομέρειες του οχήματος γιατί φαίνονταν σαν μια μαύρη σκιά από κάποια απόσταση. Συνεχίζοντας ο μάρτυρας είπε τα εξής: «Δηλαδή, όπως εγώ το έπραξα, στάθηκα στο χώρο του δυστυχήματος για να ελέγξω αν η οδηγός του αυτοκινήτου μπορούσε να δει το μοτοποδήλατο που ερχόταν από απέναντί της και διαπίστωσα ότι μπορούσε να το εντοπίσει με ένα βαθμό δυσκολίας. Δηλαδή να έβλεπε μία μαύρη σκιά να έρχεται προς τα πάνω της. Δηλαδή εξαρτάται από τον κάθε οδηγό που οδηγεί στο δρόμο πόσο προσεκτικός ήταν και σε ποια απόσταση ήταν για να μπορέσει να δει κάποιο όχημα στο μέρος του. Και να προσθέσω ότι όπως ανάφερα υπήρχαν πυλώνες φωτισμού στο δρόμο οι οποίοι έδειχναν το δρόμο με ανατολική κατεύθυνση και φώτιζαν το δρόμο σε κάθε απόσταση που βρίσκονταν. Φώτιζαν δηλαδή μόνο το σημείο που βρίσκονταν και σ' αυτή την περίπτωση, ο μέγιστος φωτισμός που υπήρχε στο δρόμο ήταν εκεί που υπήρχε ο πάσσαλος φωτισμού στην οδό Χριστοφή Εργατούδη, αριθμός 8.» Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας ανάφερε και τα εξής: Οι λαμπτήρες που φωτίζουν το δρόμο στην οδό Χριστοφή Εργατούδη, με ανατολική κατεύθυνση φωτίζουν τοπικά. Βλέπεις τις στάμπες του δρόμου σε τακτά διαστήματα. Ο πλήρης δρόμος είναι μερικώς σκοτεινός, δηλαδή μπορείς να εντοπίσεις το όχημα αν περνά από το λαμπτήρα. Ερωτηθείς εάν κάποιος που βασικά ακολουθεί την πορεία που ακολουθούσε το μοτοποδήλατο στον ουσιώδη χρόνο, περνώντας από το σημείο του δρόμου που βρίσκονται οι λαμπτήρες με αριθμό 8 και 1 στο σχέδιο της σκηνής του επίδικου ατυχήματος, για να γίνει διακριτός θα πρέπει να κάνει ο ίδιος τον εαυτό του διακριτό με τα φώτα του στους άλλους χρήστες του δρόμου απάντησε ως ακολούθως: «Στην παρούσα περίπτωση το μοτοποδήλατο δεν είχε φώτα πορείας, αλλά ανάφερα το φωτισμό και εξαρτάται και πάλιν από τον κάθε οδηγό πόσο προσεκτικός είναι στο δρόμο για να διακρίνει κάποιο.» Τέλος, όπως είπε η ορατότητα στην οδό Χριστοφή Εργατούδη, από το σημείο που βρισκόταν και την έλεγξε με ανατολική κατεύθυνση, ανάποδα, δηλαδή με δυτική κατεύθυνση είναι περίπου 100 μέτρα. Η κρίση μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του εξεταστή της υπόθεσης αποτελεί πρόκριμα της κρίσης μου επί της αξιοπιστίας τόσο του ενάγοντα όσο και της εναγόμενης στη βασική υπόθεση. Η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία και των δύο αυτών μαρτύρων είναι αρνητική. Και τούτο, επειδή, και οι δύο, στο πλέον βασικό επίδικο θέμα της υπόθεσης που είναι οι συνθήκες πρόκλησης του επίδικου ατυχήματος, υπέπεσαν σε σοβαρές αντιφάσεις, κυρίως όμως ήρθαν σε σύγκρουση με το περιεχόμενο της πραγματικής μαρτυρίας, χωρίς να μου διαφεύγει και το γεγονός ότι μερικοί από τους ισχυρισμούς που προέβαλαν στερούνται λογικής και πειστικότητας. Από τη μαρτυρία τους είμαι διατεθειμένος να δεχθώ εκείνο μόνο το μέρος που συγκεντρώνει τα απαραίτητα στοιχεία αξιοπιστίας. Αυτό το μέρος της μαρτυρίας τους συνθέτουν μερικοί από τους ισχυρισμούς τους οι οποίοι αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ τους είτε επιβεβαιώνονται από τη μαρτυρία του εξεταστή της υπόθεσης και ιδιαίτερα από το περιεχόμενο της πραγματικής μαρτυρίας, στην αξία της οποίας έχει γίνει σχετική αναφορά, με παραπομπή και σε νομολογία. Τα παραδείγματα που ακολουθούν εντάσσονται στους λόγους για τους οποίους δεν μπορώ να δεχθώ τη μαρτυρία τους. Ειδικότερα: Αρχίζοντας από τον ενάγοντα και όσα ανάφερε αντεξεταζόμενος, ερωτηθείς εάν συμφωνεί ότι το μοτοποδήλατο που οδηγούσε ήταν ένα συνονθύλευμα δυο - τριών μοτοποδηλάτων, «Διαφωνώ απόλυτα. Είχε αλλαχτεί η μηχανή μόνο από την μοτοσυκλέτα, αλλά είχε τοποθετηθεί ακριβώς η άλλη μηχανή από την παλιά, προφανώς τζιείνος που την άλλαξε έπιασε παλιά μηχανή και έβαλε την ίδια, αλλά δεν είναι ακριβώς.» ήταν μέρος της απάντησής του. Παρόλα αυτά, ο εξεταστής της υπόθεσης που κλητεύθηκε εκ μέρους του και κατάθεσε ως μάρτυρας στην υπόθεση ανάφερε ότι αλλάχθηκε και ο σκελετός(πλαίσιο) του μοτοποδηλάτου. Στην ερώτηση, «Όταν οδηγούσες τη μοτοσικλέτα στην οδό Χριστοφή Εργατούδη, ποια ήταν η ορατότητά σας από το σημείο της παρόδου της οδού Γιώργου Δημοσθένους; Πόσο μπροστά έβλεπες;» «Ήταν αρκετά φωτεινός ο δρόμος, μπορούσα να βλέπω μέχρι το τέλος του.» απάντησε. Μάλιστα, όπως ισχυρίστηκε απαντώντας στην επόμενη ερώτηση που του υποβλήθηκε μπορούσε να διακρίνει τα αντικείμενα, σπίτια, και πασσάλους μέχρι το τέλος του δρόμου. Οι παραπάνω απαντήσεις του, το φέρνουν σε ευθεία σύγκρουση με τη μαρτυρία του εξεταστή της υπόθεσης και κατ' επέκταση με το περιεχόμενο της πραγματικής μαρτυρίας, αφού ο μάρτυρας, αντεξεταζόμενος κι αυτός από τον κ. Πολυδώρου ισχυρίστηκε ότι από το σημείο που ανάφερε ο ενάγοντας, προς τα δυτικά υπάρχει ορατότητα περίπου 100 μέτρα και συγκεκριμένα, μέχρι το σημείο που βρίσκεται το δημοτικό σχολείο όπου ο δρόμος γυρίζει αριστερόστροφα, με το φωτισμό να είναι ίδιος όπως και από την αντίθετη κατεύθυνση του δρόμου, δηλαδή την ανατολική από την οποία ερχόταν ο ενάγοντας. Στην υποβολή ότι μέσα στο δρόμο σύμφωνα με την πορεία του δεν υπήρχαν φώτα τροχαίας που να φέγγουν στο δρόμο, «Διαφωνώ απόλυτα. Υπήρχαν φώτα, μπορείτε να τον εξετάσετε εσείς αυτοπροσώπως το συγκεκριμένο δρόμο, να δείτε αν υπήρχε ορατότητα ή όχι.» απάντησε. Τον εξέτασε ο εξεταστής της υπόθεσης το φωτισμό στο συγκεκριμένο δρόμο και διαφωνεί με τον ενάγοντα, επομένως δε βλέπω για ποιο λόγο θα πρέπει να εξετάσει το ίδιο πράγμα και ο δικηγόρος των εναγόμενων. Η σύγκρουσή του με τη μαρτυρία του εξεταστή της υπόθεσης καθώς και με το περιεχόμενο της πραγματικής μαρτυρίας είναι έκδηλη για ακόμα μια φορά. Ο ισχυρισμός του ότι οι δύο πάσσαλοι με αριθμό 1 και 8 στο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος (μολονότι δέχεται ότι ο ένας είναι επί του πεζοδρομίου και ο άλλος μέσα στην πάροδο και κανένας από τους δύο επί του δρόμου) είχαν αρκετό φωτισμό για να φωτιστεί όλο το σημείο, ο δρόμος, το φέρνει για τέταρτη φορά σε σύγκρουση με τη μαρτυρία του εξεταστή της υπόθεσης, ο οποίος ανάφερε ότι στο σημείο που βρίσκεται ο πάσσαλος με αριθμό 8 φέγγει αρκετά στο πεζοδρόμιο και αμυδρά στο δρόμο, σε βαθμό που όπως ερχόταν η εναγόμενη μπορούσες να εντοπίσεις εάν ένα όχημα έρχεται από την αντίθετη κατεύθυνση, δηλαδή από την πλευρά που ερχόταν ο ενάγοντας, αλλά το βλέπεις σαν μια σκιά, ένα μαύρο πράγμα να έρχεται πάνω σου. Το ακόλουθο απόσπασμα, πάντοτε από την αντεξέταση του ενάγοντα αναδεικνύει και πόσο αδιάφορα, σε βαθμό που θα έλεγα αγγίζει τα όρια του κυνισμού αντιμετωπίζει την παράτολμη ενέργειά του να οδηγεί ένα μοτοποδήλατό χωρίς καθόλου φωτισμό, αργά το βράδυ και σε σημείο του δρόμου μέσα στην πόλη, ουσιαστικά, επίσης χωρίς φωτισμό. «Ε. Το αυτοκίνητο της κας Μαζαράκη, το Α, που πόση απόσταση εσείς το είδατε; Α. Αντιλήφθηκα το από πολύ μακριά. Ε. Πεντακόσια μέτρα; Α. Δε θυμούμαι ακριβώς απόσταση, είδα το από μακριά. Ε. Και τι μέτρα λάβατε εσείς για να σας δει η κα Μαζαράκη; Α. Εγώ συνέχισα κανονικά την πορεία μου μη γνωρίζοντας ότι θα εισέλθει στην οδό Γιώργου Δημοσθένους. Δε γνώριζα ότι δεν με είχε δει. Ε. Γιατί έπρεπε να σας είχε δει η κα Μαζαράκη; Α. Επειδή σαν οδηγός όφειλε να με είχε αντιληφθεί. Η ορατότητα του δρόμου ήταν επαρκής, οπόταν δε δικαιολογείται να μην με είχε δει. Ε. Αφού λέτε κύριε μάρτυς ότι σαν οδηγός είχε κάποια επιμέλεια η κα Μαζαράκη να σας έβλεπε, την ίδια επιμέλεια δεν είχατε και εσείς, να κάνετε τον εαυτό σας διαθέσιμο να σας βλέπουν οι άλλοι; Δεν είχατε και εσείς τούντη επιμέλεια κύριε μάρτυς; Α. Ναι είχα την. Ε. Το ότι οδηγούσατε χωρίς φώτα, τι επιμέλεια δείξατε; Δε δείξετε αφού δεν είχατε φώτα. Α. Να δείξω τι; Ήταν να στρίψω κάτι ή να πάω από κάποια πάροδο;» Έτσι λοιπόν αντιλαμβάνεται ο ενάγοντας την υποχρέωσή του για λήψη μέτρων που θα καθιστούσαν ορατή την παρουσία του στο δρόμο από άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούσαν και αυτά το δρόμο στον ουσιώδη χρόνο, τόσο για τη δική τους προστασία και ασφάλεια όσο και για τη δική του καθώς και του συνεπιβάτη του, επίσης ανήλικου και ενάγοντα στην άλλη αγωγή. Μολονότι γνώριζε ότι οδηγούσε το μοτοποδήλατό του χωρίς καθόλου φωτισμό, θεωρεί ότι υποχρέωση να είναι επιμελής έναντι των άλλων οδηγών που χρησιμοποιούσαν και αυτοί τον ίδιο δρόμο, υπείχε μόνο σε περίπτωση που θα έστριβε ή θα εισερχόταν σε κάποια πάροδο. Κατά λοιπά, ουδέν πρόβλημα υπήρχε από την οδική συμπεριφορά του. Και ενώ ο ίδιος που στον ουσιώδη χρόνο οδηγούσε το μοτοποδήλατό του με τα παραπάνω δεδομένα θεωρεί ότι ήταν επιμελής έναντι των άλλων, εξαντλώντας την αυστηρότητά του έναντι της εναγόμενης και με απόλυτο τρόπο θεωρεί ότι αυτή, σαν οδηγός όφειλε να τον είχε αντιληφθεί, επειδή η ορατότητα του δρόμου ήταν επαρκής οπότε δε δικαιολογείται να μην τον είχε δει. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ προκειμένου να αναδείξω το μέγεθος της αναξιοπιστίας του και πόσο παράλογοι είναι αρκετοί από τους ισχυρισμούς του σε σχέση με την πλέον ουσιαστική πτυχή της υπόθεσης, η οποία αφορά στις συνθήκες πρόκλησης του επίδικου ατυχήματος. Η πραγματική μαρτυρία, κατά κύριο λόγο αφήνει πολλαπλά εκτεθειμένη και την εναγόμενη ως μάρτυρα, σε βαθμό που θεωρώ και αυτή αναξιόπιστη συναφώς με την ίδια πτυχή της υπόθεσης. Ειδικότερα: Κληθείσα από το δικηγόρο του ενάγοντα στη βασική υπόθεση να τοποθετήσει επί του σχεδίου της σκηνής του επίδικου ατυχήματος σε ποια πλευρά της παρόδου της οδού Γεωργίου Δημοσθένους ήθελε να στρίψει υπέδειξε το συγκεκριμένο σημείο στο σχέδιο το οποίο σημειώθηκε εκ μέρους μου με το γράμμα «ν» για ευκολία αναφοράς. Το σημείο αυτό βρίσκεται στην αριστερή πλευρά του δρόμου σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε η εναγόμενη στον ουσιώδη δρόμο και είναι γεγονός ότι είναι η ορθή πλευρά του δρόμου την οποία θα έπρεπε να καταλάβει, εάν προλάβαινε να εισέλθει σ' αυτό, πλην όμως, λαμβανομένων υπόψη όσων ακολουθούν η πραγματική μαρτυρία καταρρίπτει τον επί του προκειμένου ισχυρισμό της: Σύμφωνα με το συμμετρικό σχέδιο της σκηνής του επίδικου ατυχήματος (τεκμήριο 5) (το οποίο η εναγόμενη καθ' ομολογία της υπόγραψε και χωρίς να υπάρξει αμφισβήτηση του εξεταστή της υπόθεσης που το ετοίμασε σε σχέση με οποιοδήποτε στοιχείο αναφέρεται σ' αυτό) το συνολικό πλάτος του δρόμου στην οδό Χριστοφή Εργατούδη σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε η εναγόμενη, στο σημείο ακριβώς όπου δεξιά του δρόμου αρχίζει να σχηματίζεται η γωνία που οδηγεί στην πάροδο της οδού Γεωργίου Δημοσθένους στην οποία θα έτριβε η εναγόμενη είναι 6,3 μέτρα. Το σημείο σύγκρουσης βρίσκεται στη δεξιά πλευρά του δρόμου στην οδό Χριστοφή Εργατούδη σύμφωνα πάντοτε με την πορεία που ακολουθούσε η εναγόμενη και σε απόσταση ενός μέτρου και τριάντα εκατοστών από την αρχή της βασικής γραμμής μέτρησης σε μέτρα που αποτυπώνεται στο σχέδιο, μήκους 30 μέτρων η οποία αποτελεί προέκταση της οδού Χριστοφή Εργατούδη και καλύπτει την απόσταση μεταξύ των δύο σημείων του δρόμου στα οποία αρχίζει να σχηματίζεται η γωνία που οδηγεί στην πάροδο της οδού Γεωργίου Δημοσθένους. Η επίδικη σύγκρουση σημειώθηκε σε σημείο του δρόμου επί της οδού Χριστοφή Εργατούδη που βρίσκεται περίπου στο μέσο της δεξιάς γωνίας που σχηματίζεται με κατεύθυνση την είσοδο της οδού Γεωργίου Δημοσθένους, δηλαδή αρκετά πιο πίσω από το μέσο του δρόμου στη συγκεκριμένη οδό, ενώ και η τελική θέση του αυτοκινήτου της εναγόμενης καταλαμβάνει αποκλειστικά τη δεξιά λωρίδα της ίδιας οδού, σύμφωνα με την πορεία που θα ακολουθούσε αυτή, εάν προλάβαινε να εισέλθει στην εν λόγω οδό. Τα παραπάνω στοιχεία πραγματικής μαρτυρίας καταρρίπτουν τον ισχυρισμό της εναγόμενης ότι ήθελε να εισέλθει στην οδό Γεωργίου Δημοσθένους καταλαμβάνοντας την αριστερή πλευρά του δρόμου. Η αλήθεια είναι ότι τουλάχιστον όταν επιχείρησε να στρίψει δεξιά βρισκόταν στη δεξιά πλευρά του δρόμου στην οδό Χριστοφή Εργατούδη σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε, δηλαδή, στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, κι αν δε μεσολαβούσε το επίδικο ατύχημα που ματαίωσε την πρόθεσή της να εισέλθει δεξιά στην οδό Γεωργίου Δημοσθένους, θα εισερχόταν στην εν λόγο οδό από τη δεξιά πλευρά του δρόμου. Δηλαδή, και πάλιν από την αντίθετη πλευρά. Σε συνέχεια των προηγούμενων σημειώνω και τον αναληθή επίσης ισχυρισμό της πως δε θυμόταν το σημείο σύγκρουσης, επειδή, όπως είπε, το αυτοκίνητο συνέχισε να κινείται. Ο εν λόγω ισχυρισμός συγκρούεται με τον επίσης αναληθή ισχυρισμό της ότι ο λόγος που το αυτοκίνητο της βρέθηκε εξ ολοκλήρου δίπλα από τις γραμμές του αλτ της οδού Γεωργίου Δημοσθένους είναι γιατί σε κάποια φάση μετακινήθηκε από κάποιους μικρούς για να μπορέσουν να πιάσουν το ενεχόμενο κατά το επίδικο ατύχημα μοτοποδήλατο και να το κρύψουν. Το μέγεθος του ψεύδους καταφαίνεται από τον ισχυρισμό της πως δεν κοίταξε εάν το αυτοκίνητό της μετακινήθηκε προς τα μπρός ή προς τα πίσω. Αυτό είπε απαντώντας σε σχετική ερώτηση που της υποβλήθηκε όταν ισχυρίστηκε ότι το αυτοκίνητό της μετακινήθηκε από κάποιους μικρούς, για το λόγο που ανάφερε. Φυσικά, ο κύριος λόγος που δε δέχομαι τους παραπάνω ισχυρισμούς της είναι γιατί αυτοί και πάλιν συγκρούονται με το περιεχόμενο της πραγματικής μαρτυρίας. Το σημείο Α1 στο σχέδιο της σκηνής του επίδικου ατυχήματος αποτυπώνει την τελική θέση του αυτοκινήτου της εναγόμενης το οποίο βρίσκεται στο σημείο που της αναφέρθηκε από τον κ. Αναστασίου και, στον εξεταστή της υπόθεσης που ετοίμασε το σχέδιο και αποτύπωσε την τελική θέση του αυτοκίνητου εκεί όπου βρίσκεται στο σχέδιο, δεν υποβλήθηκε ότι το σημείο αυτό, δεν αποτελεί την τελική θέση του οχήματος. Το ακόλουθο απόσπασμα από την αντέξετασή της από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του ενάγοντα στην αγωγή 3346/2009 τη φέρνει σε ευθεία σύγκρουση με το περιεχόμενο της πραγματικής μαρτυρίας: «Ε. Τη στιγμή της σύγκρουσης, το αυτοκίνητό σας βρισκόταν σε ευθεία κατεύθυνση ή σε πλάγια; Α. Εν είχα προλάβει να στρίψω, ήμουν στη διαδικασία του να στρίψω. Ε. Είχες γυρίσει το τιμόνι σου δηλαδή; Α. Σχεδόν μόλις γύρισα κάπου τζιείνην τη στιγμή ναι. Ε. Τη στιγμή που γύρισες το τιμόνι σου, σε σχέση με την πορεία σου, ήσουν στην αριστερή πλευρά του δρόμου ή στη δεξιά; Α. Υποθέτω πως μέρος του αυτοκινήτου ήταν στην αριστερή, τι να σας πω; Ε. Κυρία μάρτυς, το όλο πλάτος του δρόμου στο σημείο εκείνο σύμφωνα με το τεκμήριο 5 της Αστυνομίας είναι 6,3 εκατοστά. Μπορούμε εύκολα να πούμε ότι το μισό είναι το τρία μέτρα κα ενάμιση. Εσείς, τη στιγμή που λέτε ότι μόλις αρχίσατε να στρίβετε, επαναλαμβάνω, ήσασταν στα τρία πόδια προς τρία μέτρα προς την αριστερή μεριά του δρόμου ή στα τρία μέτρα προς τη δεξιά πλευρά του δρόμου; Α. Ήμουν στην πλευρά μου. Ε. Εγώ σου υποβάλλω ότι δεν οδηγούσες στη δική σου πλευρά, αλλά οδηγούσες στη δεξιά πλευρά. Α. Εγώ θυμούμαι ότι ήμουν στη δική μου πλευρά.» Προφανώς και δεν έλεγε την αλήθεια η εναγόμενη, ισχυριζόμενη πως, όταν επιχείρησε να στρίψει δεξιά βρισκόταν στην πλευρά της, ιδιαίτερα, αν ληφθεί υπόψη και ο ισχυρισμός της πως δεν πρόλαβε να στρίψει, αφού, τη στιγμή της σύγκρουσης, μόλις είχε γυρίσει το τιμόνι για να στρίψει. Καθώς ήδη έχει αναφερθεί ο δρόμος στην οδό Χριστοφή Εργατούδη σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε η εναγόμενη είναι πλάτους 6,3 μέτρα και το σημείο σύγκρουσης απέχει μόλις ένα μέτρο και τριάντα εκατοστά από τη βασική γραμμή μέτρησης στο σχέδιο της σκηνής του επίδικου ατυχήματος, η οποία αποτελεί προέκταση της δεξιάς άκρης του δρόμου της οδού Χριστοφή Εργατούδη και καλύπτει τα δύο σημεία του δρόμου στα οποία αρχίζει να σχηματίζεται η γωνία που οδηγεί στην πάροδο της οδού Γεωργίου Δημοσθένους. Με απλά λόγια, το επίδικο ατύχημα έγινε στη δεξιά πλευρά του δρόμου της οδού Χριστοφή Εργατούδη σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε η εναγόμενη και σε απόσταση ενός μέτρου και τριάντα εκατοστών από τη δεξιά άκρη του δρόμου. Επομένως, εάν η εναγόμενη, ισχυριζόμενη πως δεν πρόλαβε να στρίψει έλεγε την αλήθεια, σημαίνει ότι προτού καν επιχειρήσει να στρίψει οδηγούσε το αυτοκίνητό της στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας του δρόμου, από το οποίο κατά τον επίδικο χρόνο έρχονταν με το μοτοποδήλατο οι δύο νεαροί ενάγοντες. Το τελευταίο παράδειγμα που θα παραθέσω που αναδεικνύει και την ευκολία με την οποία η εναγόμενη προέβαλλε ισχυρισμούς και θέσεις που την έφερναν σε σύγκρουση με την πραγματική μαρτυρία είναι από την αντεξέτασή της από τον κ. Σάββα, δικηγόρο του τριτοδιάδικου (ενάγοντα στη βασική υπόθεση). Συγκεκριμένα, όταν κλήθηκε από τον κ. Σάββα να πει ποια πορεία θα ακολουθούσε για να στρίψει δεξιά (στην οδό Γεωργίου Δημοσθένους) σημείωσε με βέλος στο σχέδιο της σκηνής του ατυχήματος το συγκεκριμένο σημείο το οποίο βρίσκεται στην απέναντι πλευρά του δρόμου και συγκεκριμένα εκεί όπου τέμνεται η βασική γραμμή μέτρησης με τη διακεκομμένη γραμμή που αποτελεί προέκταση της αριστερής άκρης του δρόμου της οδού Γεωργίου Δημοσθένους με βόρεια κατεύθυνση, δηλαδή, προς την οδό Χριστοφή Εργατούδη και είναι γεγονός, ότι η πορεία που υπέδειξε η εναγόμενη είναι και η ορθή πορεία που θα έπρεπε να ακολουθήσει εάν προλάβαινε να εισέλθει στο συγκεκριμένο δρόμο. Προφανώς και δεν έλεγε την αλήθεια η εναγόμενη ισχυριζόμενη τα παραπάνω, επειδή, εάν την έλεγε, σε συνδυασμό και με τον ισχυρισμό της ότι προτού προλάβει να στρίψει για να εισέλθει στην πάροδο (τον οποίο επίσης και δεν αποδέχομαι) βρισκόταν στην πλευρά της στην οδό Χριστοφή Εργατούδη, δε δικαιολογείται το σημείο όπου σημειώθηκε η επίδικη σύγκρουση, η οποία, με βάση τους ισχυρισμούς της εναγόμενης θα έπρεπε να είχε γίνει αρκετά μέτρα πιο μπροστά από το σημείο που αποτυπώνεται στο σχέδιο της σκηνής του επίδικου ατυχήματος. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ για να τεκμηριώσω τους λόγους για τους οποίους θεωρώ και την εναγόμενη αναξιόπιστη μάρτυρα στην ίδια πτυχή της υπόθεσης, στην οποία κρίθηκε αναξιόπιστος ως μάρτυρας και ο ενάγοντας στη βασική υπόθεση. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω ευρημάτων μου, τα μόνα γεγονότα που με ασφάλεια μπορώ να πως ότι διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο είναι τα εξής: Στις 4.4.2007 γύρω στις 11:30 το βράδυ, ο ενάγοντας στη βασική υπόθεση, ανήλικος τότε, ηλικίας 13 ετών οδηγούσε το μοτοποδήλατο με αριθμό πλαισίου FM50-182570 και με αριθμό μηχανής FM50-158518 κατά μήκος της οδού Χριστοφή Εργατούδη στη Λεμεσό με δυτική κατεύθυνση με συνεπιβάτη τον ενάγοντα στην αγωγή 3346/2009, επίσης ανήλικο τότε, ηλικίας 15 ετών. Το μοτοποδήλατο δεν έφερε καθόλου φωτισμό (δεν είχε φώτα πορείας μπροστά και πισινό φανάρι). Κατά τον ίδιο χρόνο, η εναγόμενη στη βασική υπόθεση οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής KJP 904, στον ίδιο δρόμο, από την αντίθετη κατεύθυνση. Όταν κάποια στιγμή η εναγόμενη επιχείρησε να εισέλθει στην οδό Γεωργίου Δημοσθένους η οποία αποτελεί πάροδο σε σχέση με την οδό Χριστοφή Εργατούδη και βρίσκεται στη δεξιά πλευρά του δρόμου σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε η εναγόμενη υπήρξε σύγκρουση μεταξύ των δύο οχημάτων, με αποτέλεσμα να τραυματιστούν και οι δύο ανήλικοι ενάγοντες και να προκληθούν ζημιές στο μοτοποδήλατο που οδηγούσε ο ενάγοντας στη βασική υπόθεση. Το πλάτος του δρόμου στο σημείο σύγκρουσης είναι έξι μέτρα και τριάντα εκατοστά και η σύγκρουση σημειώθηκε σε απόσταση ενός μέτρου και τριάντα εκατοστών από τη δεξιά άκρη του δρόμου της οδού Χριστοφή Εργατούδη, σύμφωνα πάντοτε με την πορεία που ακολουθούσε η εναγόμενη, στο μέσο περίπου γωνίας που σχηματίζεται με κατεύθυνση προς την είσοδο της οδού Γεωργίου Δημοσθένους. Συνεπεία της σύγκρουσης, η οποία σημειώθηκε στη δεξιά πλευρά του δρόμου, σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε η εναγόμενη, δηλαδή στην πλευρά που είχε δικαίωμα να χρησιμοποιήσει ο ενάγοντας στη βασική υπόθεση εάν δεν προέκυπτε η σύγκρουση, το αυτοκίνητο που οδηγούσε η εναγόμενη κατέληξε σχεδόν ολόκληρο στη δεξιά πλευρά της εισόδου της οδού Γεωργίου Δημοσθένους, σύμφωνα με την πορεία που θα ακολουθούσε αυτή, εάν δεν επισυνέβαινε το ατύχημα και προλάβαινε να εισέλθει στην εν λόγω οδό. Την ώρα του επίδικου ατυχήματος, στην οδό Χριστοφή Εργατούδη υπήρχαν πάσσαλοι χαμηλής πιέσεως που βρίσκονταν στα δύο πεζοδρόμια κατά μήκος του δρόμου, με ανατολική κατεύθυνση οι οποίοι φώτιζαν έντονα τα πεζοδρόμια και πρόσφεραν αμυδρό φωτισμό στο δρόμο. Από το σημείο σύγκρουσης προς την ίδια κατεύθυνση, ανατολικά δηλαδή, απ' όπου έρχονταν οι ανήλικοι ενάγοντες, μπορούσε κανείς να διακρίνει ένα όχημα σταθμευμένο στον ίδιο χώρο μα δεν μπορούσε να διακρίνει τις λεπτομέρειές του, επειδή το όχημα φαινόταν σαν μια μαύρη σκιά από κάποια απόσταση. Όπως ανάφερε χαρακτηριστικά ο εξεταστής της υπόθεσης, όταν στάθηκε στο χώρο του δυστυχήματος για αν ελέγξει αν η οδηγός του αυτοκινήτου (δηλαδή η εναγόμενη) μπορούσε να δει το μοτοποδήλατο που ερχόταν από απέναντι, διαπίστωσε ότι μπορούσε να το εντοπίσει με ένα βαθμό δυσκολίας, δηλαδή, να έβλεπε μια μαύρη σκιά να έρχεται προς τα πάνω της. Δηλαδή πρόσθεσε, εξαρτάται από τον κάθε οδηγό που οδηγεί στο δρόμο πόσο προσεκτικός ήταν και σε ποια απόσταση ήταν για να μπορέσει να δει κάποιο όχημα να έρχεται στο μέρος του. Εναντίον της εναγόμενης προσάφθηκε ποινική κατηγορία αμελούς οδήγησης σε σχέση με το επίδικο ατύχημα και μετά από παραδοχή κρίθηκε ένοχη. Παρουσιάστηκε και ο ενάγοντας στη βασική υπόθεση σε ποινικό Δικαστήριο, εναντίον του οποίου προσάφθηκαν κατηγορίες οδήγησης του επίδικου μοτοποδηλάτου χωρίς άδεια οδήγησης, χωρίς ασφάλεια και χωρίς να φέρει προστατευτικό κράνος. Μετά από παραδοχή κρίθηκε και αυτός ένοχος σ' όλες τις κατηγορίες. Υπεισέρχομαι τώρα στη νομική πτυχή της υπόθεσης: Σύμφωνα με το άρθρο 51
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148: «Αμέλεια συvίσταται- (α) στηv τέλεση πράξης τηv oπoία υπό τις περιστάσεις δεv θα τελoύσε λoγικό συvετό πρόσωπo ή στηv παράλειψη τέλεσης πράξης τηv oπoία υπό τις περιστάσεις τέτoιo πρόσωπo θα τελoύσε ή (β) στηv παράλειψη καταβoλής τέτoιας δεξιότητας ή επιμέλειας για τηv άσκηση επαγγέλματoς, επιτηδεύματoς ή ασχoλίας όπως έvα λoγικό συvετό πρόσωπo, πoυ έχει τα πρoσόvτα για τηv άσκηση τoυ επαγγέλματoς αυτoύ, επιτηδεύματoς ή ασχoλίας θα κατέβαλλε υπό τις περιστάσεις, και στηv πρόκληση ζημιάς εξαιτίας αυτής: Νoείται ότι για αυτή δύvαται vα τύχει απoζημίωσης μόvo τo πρόσωπo έvαvτι τoυ oπoίoυ o υπαίτιoς της αμέλειας υπείχε υπoχρέωση, υπό τις περιστάσεις, vα μηv επιδείξει αμέλεια.» Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα των Αρτέμη και Ερωτοκρίτου «Κεφάλαιο 148 ΑΣΤΙΚΑ ΑΔΙΚΗΜΑΤΑ Δίκαιο και Αποφάσεις», Τόμος 2, σελ. 8 και 9: «Η αμέλεια ως αυτοτελές αδίκημα, μπορεί να ορισθεί ως η παράβαση υποχρέωσης επιμέλειας, που οφείλεται από τον εναγόμενο στον ενάγοντα, η οποία προκαλεί ζημιά στον ενάγοντα. Εναπόκειται στον ενάγοντα να αποδείξει τα τρία συστατικά στοιχεία του αδικήματος, δηλαδή, ότι ο εναγόμενος υπείχε υποχρέωση επιμέλειας έναντί του, ότι ο εναγόμενος παρέβη την υποχρέωση αυτή και ότι, ως συνέπεια της παράβασης, ο ενάγων υπέστη ζημιά.» Καθ' όλα σχετικά είναι και τα αποσπάσματα που εκτίθενται στη συνέχεια από αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ειδικότερα: Σύμφωνα με τη Μαυρίδης ν. Dharaghji κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 1013: «Το ουσιαστικό δίκαιο προβλέπεται στα Άρθρα 51, 57 και 64 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148. Η ορθή προσέγγιση του Δικαστηρίου, όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Fitzgerald v. Lane [1988] 2 All E.R. 25 961, η οποία ανέτρεψε την απόφαση του Lord Pearce στην υπόθεση The Miraflores and The Abadesa [1967] 1 All E.R. 672, 677, είναι: To Δικαστήριο αποφασίζει πρώτα αν έχει αποδειχθεί αμέλεια σε βάρος των εναγομένων. Εάν η απόφαση είναι καταφατική, τότε εξετάζει με βάση το Άρθρο 57 αν ο ενάγων έχει συντρέχουσα αμέλεια. Αποφασίζει το ποσοστό της ευθύνης μεταξύ εναγομένων, από τη μια, και ενάγοντα, από την άλλη, και μειώνει το ποσό των αποζημιώσεων ανάλογα με το ποσοστό της συντρέχουσας αμέλειας του ενάγοντα». Συναφώς με τα παραπάνω και όσα ακολουθούν από την απόφαση στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Γρηγορίου
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 178 στην οποία με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόμενων: «Ο καταμερισμός της ευθύνης είναι πρωτίστως έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου. Οι καθοριστικοί παράγοντες για τον καθορισμό της ευθύνης είναι δύο: (α) Η υπαιτιότητα (blameworthiness) που συναρτάται με την εκπλήρωση των καθηκόντων του κάθε οδηγού για την ασφάλεια του άλλου, και (β) Η αιτιώδης συνάφεια (causative potency) μεταξύ της αμέλειας των δύο οδηγών και της ζημιάς που προκλήθηκε και αποτελεί το αντικείμενο της δίκης. Η ευθύνη επιμερίζεται κάτω από το πρίσμα της κοινής λογικής και της καθημερινής εμπειρίας. Οι εκατέρωθεν παραλείψεις συνεκτιμούνται όχι 'μικροσκοπικά αλλά από την πλατιά γωνία του μέσου συνετού πολίτη, όπως επεξηγείται στις υποθέσεις Charalambous ν. Kassapis
(1988)1 C.L.R. 25 και Polykarpou ν. Adamou
(1988)1 C.L.R.727». Καθ' όλα σχετικά και τ' ακόλουθα από την απόφαση στην υπόθεση Φοινικαρίδης & άλλη ν. Γεωργίου & άλλων
(1991)1 Α.Α.Δ. 475: «. η αμέλεια ως πραγματικό γεγονός συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Συναφώς, θα υπενθυμίζαμε πως, γενικά, εφόσο η πιθανότητα δημιουργίας κινδύνου είναι εύλογα εμφανής, η παράλειψη λήψης μέτρων προφύλαξης συνιστά αμέλεια*». Ομοίως και όσα ακολουθούν από την απόφαση στην υπόθεση Αλεξάνδρου κ.ά. ν. Λεβέντη κ.ά.
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 420: «Το καθήκον για επιμέλεια γεννάται αφότου η διακίνηση άλλων προσώπων καθιστά εξ αντικειμένου μέριμνα του προσώπου που χρησιμοποιεί το δρόμο τη λήψη προφυλακτικών μέτρων για την προστασία της ασφάλειας τους Το κριτήριο για τον καθορισμό της αμέλειας είναι καθολικό και απρόσωπο. Η αμέλεια κρίνεται αντικειμενικά με γνώμονα τις αντιλήψεις ενός συνετού οδηγού, ο οποίος χρησιμοποιεί λελογισμένα και με συναίσθηση ευθύνης για την ασφάλεια των άλλων που χρησιμοποιούν το δρόμο.» Και λίγο παρακάτω: «Η κατανομή της ευθύνης γίνεται κάτω από ευρεία σκοπιά, με γνώμονα τη λογική και την κοινή εμπειρία.» Καθ' όλα σχετικά είναι και τ' ακόλουθα από την απόφαση στην υπόθεση Κυριάκου κ.ά. ν. Κανάρη
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1436: «Συμφωνούμε με τη θέση ότι η απόφραξη του δρόμου από οδηγό αυτοκινήτου υποδηλώνει γενικά παράλειψη εκπλήρωσης του καθήκοντος προς άλλα άτομα τα οποία χρησιμοποιούν το δρόμο. Οι οδοί και όλως ιδιαίτερα ο υπεραστικός δρόμος είναι μέσο διάβασης και όχι στάθμευσης. Το ότι η απόφραξη του δρόμου από οδηγό αυτοκινήτου συνιστά πράξη η οποία μπορεί να στοιχειοθετήσει αμέλεια αναγνωρίζεται ευθέως στην Αγγλική απόφαση Rouse v. Squires and Others [1973] 2 All E.R. 903. Η απόφραξη του δρόμου, αλόγιστη όσο και αν είναι, δεν προσδίδει αυτόματα ευθύνη στον οδηγό για οποιοδήποτε επακόλουθο δυστύχημα, ανεξάρτητο από τα αίτια του. Αυτό διευκρινίζεται στην Rouse και όλως ιδιαίτερα στην απόφαση του Δικαστή Buckley, L.J., στην οποία γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στην απόφαση του πρωτοδίκου Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση εκείνη είναι χαρακτηριστικό της προσέγγισης του θέματος. ................................. Ελληνική μετάφραση, (ελεύθερη). "Αλλά όταν υπάρχει επαρκής ορατότης και παρέχεται η πρέπου[*1440]σα ευχέρεια στον οδηγό επερχόμενου αυτοκινήτου να προσέξει και να εκτιμήσει τη φύση και έκταση του εμποδίου το οποίο παρεμβάλλεται στο δρόμο και να πάρει μέτρα αποφυγής του, τότε το εμπόδιο δεν δημιουργεί κίνδυνο, και σε τέτοια περίπτωση επέρχεται διακοπή στην άλυση της αιτιώδους σχέσης μεταξύ της προηγούμενης αμελούς πράξης η οποία προκάλεσε την απόφραξη και τις άμεσες συνέπειες της μεταγενέστερης πράξης οδηγού στον υπεραστικό δρόμο ο οποίος προκαλεί το δυστύχημα." Προκύπτει, ότι μόνο όπου η πράξη του οδηγού του σταθμευμένου αυτοκινήτου συνέχεται προς το δυστύχημα και αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτίων που το προκάλεσαν δικαιολογείται η απόδοση ευθύνης σ' αυτόν. Είναι προς αυτά τα αίτια που συνδέεται η αμέλεια και ο καταμερισμός της. Προϋπόθεση για την απόδοση αμέλειας αποτελεί η επενέργεια αμελούς πράξης στην πρόκληση του δυστυχήματος ως θέμα άμεσης αιτιώδους σχέσης μεταξύ της πράξης και του δυστυχήματος. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έχει σαφή αντίληψη των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της αμέλειας και η καθοδήγησή του επί του προκειμένου υπήρξε πλήρης. Γίνεται αναφορά στην απόφασή του στις υποθέσεις, Charalambous v. Kassapis
(1988)1 C.L.R. 25. Flourentzou v. Christodoulou
(1988)1 C.L.R. 791. Η αμέλεια είναι ζήτημα πραγματικό και όχι θεωρητικό. Εξετάζεται σε κάθε περίπτωση η γενεσιουργός αιτία και ότι πραγματικά επέδρασε στην πρόκληση του δυστυχήματος. Η απόφραξη μέρους του δρόμου δεν προοιώνιζε σ' αυτή την περίπτωση τη σύγκρουση μεταξύ των δύο οχημάτων. Θα μπορούσε να ήταν διαφορετικό αν η ορατότητα μεταξύ του σημείου που καθίστατο εμφανής η παρουσία του σταθμευμένου αυτοκινήτου και του χώρου στάθμευσης του ήταν μικρότερη και δεν παρεχόταν η ευκαιρία αποφυγής του. Σύμφωνα με το εύρημα του πρωτοδίκου Δικαστηρίου η σύγκρουση οφειλόταν αποκλειστικά στην παράλειψη του εφεσείοντα να σημειώσει έγκαιρα την παρουσία του σταθμευμένου αυτοκινήτου και να λάβει τα πρέποντα μέτρα για την παράκαμψή του, ευχέρεια, που του παρεχόταν ενόψει του ελεύθερου χώρου μεταξύ του σταθμευμένου αυτοκινήτου και της άκρης του δρόμου». Με υπαγωγή των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση σ' όλες τις παραπάνω αρχές παρατηρώ τα εξής: Προκειμένου να διαφανεί κατά πόσο η εναγόμενη είναι ένοχη αμέλειας συναφώς με το επίδικο ατύχημα θα πρέπει να εξεταστεί καταρχήν, εάν στον ουσιώδη χρόνο υπείχε υποχρέωση επιμέλειας έναντι των εναγόντων και στις δύο αγωγές. Αν διαπιστωθεί ότι υπείχε τέτοιας υποχρέωσης, ακολούθως, θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο παρέβη την υποχρέωση αυτή. Αυτά είναι τα δύο από τα τρία συστατικά στοιχεία που θα πρέπει να αποδείξουν οι ενάγοντες για να θεωρηθεί η εναγόμενη ένοχη διάπραξης του αστικού αδικήματος της αμέλειας κατά το άρθρο 51
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, σύμφωνα με το σύγγραμμα «Κεφάλαιο 148 ΑΣΤΙΚΑ ΑΔΙΚΗΜΑΤΑ Δίκαιο και Αποφάσεις (ανωτέρω). Καθώς ήδη έχει αναφερθεί το επίδικο ατύχημα έγινε αργά το βράδυ, συγκεκριμένα γύρω στις 11:30, καθ' ον χρόνο η εναγόμενη η οποία οδηγούσε το αυτοκίνητό της κατά μήκος της οδού Χριστοφή Εργατούδη επιχείρησε από λανθασμένο σημείο του εν λόγω δρόμου να εισέλθει στην πάροδο της οδού Γεωργίου Δημοσθένους που βρίσκεται στη δεξιά πλευρά του δρόμου της οδού Χριστοφή Εργατούδη σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε, οπότε αφού ανέκοψε την πορεία του μοτοποδηλάτου που οδηγούσε ο ενάγοντας στη βασική υπόθεση στον ίδιο δρόμο, από την αντίθετη κατεύθυνση ακολούθησε σύγκρουση μεταξύ των δύο οχημάτων. Δεδομένου ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο, αλλά και προηγουμένως, το μοτοποδήλατο δεν είχε καθόλου φωτισμό και καθώς κατευθυνόταν προς το σημείο σύγκρουσης φαινόταν απλώς σαν μια μαύρη σκιά που ερχόταν προς το μέρος της εναγόμενης, το κρίσιμο ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο η εναγόμενη (για την οποία, θα πρέπει να σημειωθεί ότι, ουσιαστικά, δεν υπάρχει παραδεκτή μαρτυρία αναφορικά με την οδική της συμπεριφορά που προηγήθηκε της επίδικης σύγκρουσης, πέραν εκείνης που προκύπτει συμπερασματικά από το περιεχόμενο της πραγματικής μαρτυρίας) με το ορθό κριτήριο αποτίμησης της οδικής της συμπεριφοράς, υπείχε υποχρέωση να είναι επιμελής έναντι των δύο νεαρών εναγόντων και τούτο, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι όταν επιχείρησε να εισέλθει στην πάροδο, το έκανε από λανθασμένο σημείο του δρόμου στην οδό Χριστοφή Εργατούδη. Η απάντηση στο ερώτημα είναι αρνητική. Καθώς ήδη έχει αναφερθεί με αναφορά σε νομολογία, οι εκατέρωθεν παραλείψεις συνεκτιμούνται όχι μικροσκοπικά, αλλά, από την πλατιά γωνία του μέσου συνετού πολίτη. Περαιτέρω, το κριτήριο για τον καθορισμό της αμέλειας είναι καθολικό και απρόσωπο. Τέλος, η αμέλεια κρίνεται αντικειμενικά, με γνώμονα τις αντιλήψεις ενός συνετού οδηγού ο οποίος χρησιμοποιεί λελογισμένα και με συναίσθηση ευθύνης για την ασφάλεια των άλλων που χρησιμοποιούν το δρόμο. Φρονώ ότι, όπως για κάθε συνετό οδηγό, έτσι και για την εναγόμενη στην παρούσα υπόθεση, το καθήκον για επιμέλεια έναντι των εναγόντων θα δημιουργείτο από τη στιγμή που θα αντιλαμβανόταν την παρουσία τους στο δρόμο ή που εξ αντικειμένου ενώ όφειλε να την είχε αντιληφθεί δεν την αντιλήφθηκε. Και σε τέτοια περίπτωση, εάν δε λάμβανε τα ενδεικνυόμενα μέτρα για προστασία τους, θα υπήρχε παράβαση του καθήκοντός της για επίδειξη επιμέλειας έναντι τους, οπότε, σε συνδυασμό και με τη ζημιά που αυτοί υπέστησαν συνεπεία της σχετικής παράβασης, η ευθύνη της για αμέλεια θα στοιχειοθετούταν πλήρως. Αφ' ης στιγμής όμως, στον ουσιώδη χρόνο, εξ αντικειμένου, αλλά και δικαιολογημένα, ούτε τους αντιλήφθηκε στο δρόμο μα ούτε και θα μπορούσε να τους είχε αντιληφθεί θεωρώ πως, το γεγονός ότι το μοτοποδήλατό τους, υπό προϋποθέσεις θα μπορούσε να εντοπιστεί σαν μια μαύρη σκιά που ερχόταν κατά πάνω της, όχι απλώς δεν εξισώνεται, αλλά υπερβαίνει κατά πολύ του καθήκοντος για επιμέλεια που αυτή είχε, το οποίο - καθήκον - καθώς ήδη έχει αναφερθεί με αναφορά σε νομολογία, γεννάται αφότου η διακίνηση άλλων προσώπων καθιστά εξ αντικειμένου μέριμνα του προσώπου που χρησιμοποιεί το δρόμο τη λήψη προφυλακτικών μέτρων για την προστασία της ασφάλειάς τους. Η εναγόμενη, προφανώς δεν είχε υποχρέωση λήψης προφυλακτικών μέτρων για την προστασία της ασφάλειας των εναγόντων, οι οποίοι, εξαιτίας της δικής τους, εντελώς ασύνετης οδικής συμπεριφοράς στον ουσιώδη χρόνο είναι ως να μην υπήρχαν γι αυτή, αλλά και για κάθε μέσο και συνετό οδηγό στο δρόμο. Καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. τη Νικολαΐδης κ.ά. ν. Κλεοβούλου
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 422) το καθήκον για επιμελή οδήγηση δεν επεκτείνεται στη λήψη προληπτικών μέτρων έναντι της πιθανότητας εκδήλωσης αμέλειας εκ μέρους άλλων οδηγών. Πολλώ μάλλον, που στην προκειμένη περίπτωση, οι ενάγοντες (για να επαναλάβω) αδιαφορώντας πλήρως για την προστασία της δικής τους ασφάλειας, δεν έλαβαν κανένα μέτρο για να καταστήσουν ορατή στην ενάγουσα την παρουσία τους στο δρόμο προτού αυτή επιχειρήσει να εισέλθει στην πάροδο, έστω από λανθασμένο σημείο του δρόμου στην οδό Χριστοφή Εργατούδη. Όσο αλόγιστη ή επικίνδυνη και να θεωρηθεί αυτή η ενέργειά της δεν μπορεί να συνδεθεί αιτιωδώς άμεσα με το επίδικο ατύχημα, το οποίο κατά την κρίση μου οφείλεται αποκλειστικά στην αμελή οδική συμπεριφορά των εναγόντων και ιδιαίτερα του ενάγοντα στη βασική υπόθεση που ήταν ο οδηγός του μοτοποδηλάτου. Μολονότι οι συνθήκες πρόκλησης του τροχαίου ατυχήματος στη Χριστοδούλου (ανωτέρω) δεν είναι ίδιες με αυτές που περιβάλλουν το επίδικο ατύχημα, εντούτοις, έχω τη γνώμη, ότι αρχές που καθιερώνει η παραπάνω εφετειακή απόφαση, τηρουμένων των αναλογιών τυγχάνουν εφαρμογής και στο επίδικο ατύχημα. Σύμφωνα με αυτές, υποχρέωση τήρησης της αριστερής πλευράς του δρόμου ενυπάρχει μόνο όταν το επιβάλλουν τα δικαιώματα άλλου προσώπου για τη χρήση του ίδιου δρόμου, όπως εκείνων που έρχονται από την αντίθετη κατεύθυνση ή που επιθυμούν να προσπεράσουν το προπορευόμενο όχημα. Κατά τ' άλλα, η υποχρέωση του οδηγού είναι να κάνει λογική χρήση του δρόμου, χωρίς ειδικό περιορισμό ως προς την πλευρά στην οποία πρέπει να οδηγεί. Στην εν λόγω υπόθεση το ατύχημα επεσυνέβη κοντά στη συμβολή της λεωφόρου Γρηγόρη Αυξεντίου με την οδό Γεμεντζιή. Η λεωφόρος αποτελούσε κύριο δρόμο σε σχέση με την οδό. Η είσοδος της οδού προς τη λεωφόρο ελεγχόταν από σημείο αλτ και σηματοδοτούταν εκτός από το καθορισμένο σημείο της τροχαίας με άσπρη διαχωριστική γραμμή. Ο εφεσείοντας οδηγούσε το αυτοκίνητό του στο κέντρο του δρόμου και με μεγάλη ταχύτητα κατά μήκος της λεωφόρου και ο εφεσίβλητος το δικό του αυτοκίνητο στην οδό Γεμεντζιή με κατεύθυνση τη λεωφόρο. Πρωτόδικα αποδόθηκε ευθύνη για τη σύγκρουση των δύο οχημάτων και στους δύο οδηγούς η οποία κατανεμήθηκε ως εξής: Στον εφεσείοντα 2/3 και στον εφεσίβλητο 1/3. Το γεγονός ότι ο πρώτος οδηγούσε στο κέντρο του δρόμου και η μεγάλη ταχύτητα με την οποία οδηγούσε κρίθηκαν ως πράξεις αποφασιστικής σημασίας για το ποσοστό ευθύνης που του αποδόθηκε. Στον εφεσίβλητο αποδόθηκε μικρότερο ποσοστό ευθύνης, επειδή, παρόλο που εισήλθε στον κύριο δρόμο χωρίς να σταματήσει, ως όφειλε στη συμβολή των δύο δρόμων, η ταχύτητά του ήταν χαμηλή. Το εφετείο, σε εφαρμογή των παραπάνω αρχών παραμέρισε την πρωτόδικη απόφαση και καταμέρισε την ευθύνη μεταξύ των δύο οδηγών ως εξής: 40% στον εφεσείοντα και 60% στον εφεσίβλητο. Και τούτο, επειδή κρίθηκε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έσφαλε αποδίδοντας ευθύνη στον εφεσείοντα για την μην τήρηση της αριστερής πλευράς του δρόμου. Καταλήγοντας το εφετείο υποδεικνύει ότι η αλόγιστη ταχύτητα με την οποία οδηγούσε ο εφεσείοντας που περιόριζε εκ προοιμίου τη λήψη μέτρων για την αποτροπή οποιασδήποτε σύγκρουσης ήταν το μοναδικό στοιχείο της αμέλειάς του. Και κάτι τελευταίο. Δεν αποδίδω καθόλου σημασία στο γεγονός ότι η εναγόμενη παραδέχθηκε ποινική κατηγορία αμελούς οδήγησης που της προσάφθηκε σε σχέση με το επίδικο ατύχημα. Και τούτο επειδή καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Πουρίκκος ν. Βασιλείου
(1993)1 Α.Α.Δ. 256) σε αστική δίκη, η αποδεικτική σημασία της παραδοχής ενοχής στην ποινική υπόθεση θα πρέπει να αποτιμηθεί σε συνάρτηση προς τα γεγονότα που θεωρήθηκαν ότι στοιχειοθετούν το αδίκημα. Στην προκειμένη περίπτωση, όχι μόνο τα γεγονότα που στοιχειοθετούσαν το αδίκημα έχουν τεθεί ενώπιόν μου μα ούτε και το κατηγορητήριο της σχετικής υπόθεσης για να είμαι σε θέση να γνωρίζω στη βάση ποιων γεγονότων στοιχειοθετήθηκε η κατηγορία που παραδέχθηκε η εναγόμενη και ακολούθως να προβώ σε αποτίμηση της αποδεικτικής αξίας της παραδοχής της στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας. Όλες οι παραπάνω διαπιστώσεις και συμπεράσματά μου διαγράφουν την τύχη και δύο των αγωγών οι οποίες θα πρέπει να απορριφθούν. Η αγωγή 3346/2009, εναντίον της εναγόμενης 2 θα πρέπει να απορριφθεί και για τον επιπλέον λόγο ότι ουδεμία μαρτυρία έχει προσαχθεί που να αποδεικνύει τους ισχυρισμούς του ενάγοντα της παραγράφου 2 της έκθεσης απαίτησης, τους οποίους αρνούνται οι εναγόμενες. Αυτές, με την υπεράσπισή τους, με εξαίρεση τον ισχυρισμό του ενάγοντα ότι η εναγόμενη 1 στον ουσιώδη χρόνο ήταν οδηγός του αυτοκινήτου με αριθμό εγγραφής KJP 904 τον οποίο παραδέχονται αρνούνται όλους τους άλλους ισχυρισμούς του ενάγοντα που περιέχονται στην εν λόγω παράγραφο. Παρόλα αυτά, ουδεμία μαρτυρία έχει τεθεί ενώπιόν μου που να αποδεικνύει ότι το παραπάνω όχημα ήταν ιδιοκτησίας της εναγόμενης 2 και ότι η εναγόμενη 1 το οδηγούσε ως αντιπρόσωπος και/ή υπηρέτης και/ή με τη συγκατάθεση της εναγόμενης 2, για να τίθεται θέμα εκ προστήσεως ευθύνης της τελευταίας. Και με δεδομένο ότι καθώς ήδη έχει αναφερθεί οι γενικές και οι ειδικές αποζημιώσεις και στις δύο αγωγές έχουν συμφωνηθεί δεν απομένει προς επίλυση οποιοδήποτε άλλο επίδικο θέμα. Εκδίδεται διάταγμα αποσυνένωσης των αγωγών οι οποίες απορρίπτονται. Δεδομένης της συνένωσης και συνεκδίκασης των δύο αγωγών και λαμβάνοντας υπόψη ότι οι εναγόμενες σε όλα τα στάδια της διαδικασίας εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο δικηγόρο, τα έξοδα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εναγόμενων και σε βάρος των εναγόντων, ως ακολούθως: Μέχρι και τη συνένωση των αγωγών, χωριστά σε κάθε υπόθεση. Μετά τη συνένωσή τους, ένα σετ εξόδων και με βάση την κλίμακα στη βασική υπόθεση τα οποία θα βαραίνουν εξίσου τους ενάγοντες. (Υπ.) . ........... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ-TA Subject: Civil/Other Actions /Final Αναφορά: Πολιτική - τροχαίο ατύχημα - αμέλεια (ευθύνη πρόκλησής του ατυχήματος). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο