← Κύπρος

Havreholm AS ν. Larchbay Traders & Consultants Ltd., Aγωγή αρ. 4311/13, 22/7/2014

Havreholm AS ν. Larchbay Traders & Consultants Ltd., Aγωγή αρ. 4311/13, 22/7/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A301 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Aγωγή αρ. 4311/13 Μεταξύ: Havreholm AS, από την Νορβηγία Ενάγοντα -και- Larchbay Traders & Consultants Ltd., από τη Λεμεσό Εναγομένων -------------------------- Αίτηση ημερ. 24.10.2013 για αναστολή της διαδικασίας και παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία. 22.7.2014 Για την εναγόμενη/αιτήτρια: κ. Α. Κορομίας για Σκορδής & Στεφάνου ΔΕΠΕ Για την ενάγουσα/καθ' ης: κ. Σ. Πούγιουρος ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα που καταχώρισε η ενάγουσα - Νορβηγική Εταιρεία - στις 3.10.2013 διεκδικεί από την εναγόμενη Κυπριακή Εταιρεία, το ποσό των US$567.466 πλέον 7% τόκους από 5.8.2002, οφειλόμενο, κατ' ισχυρισμόν, δυνάμει δανείου. Η εναγόμενη καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης στις 22.10.2013 και δύο ημέρες μετά, ήτοι στις 24.10.2013, καταχώρισε την εξεταζόμενη αίτηση με την οποία ζητά την αναστολή της διαδικασίας και παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία. Η αίτηση στηρίζεται στα άρθρα 2-9 του Περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου 101/1987 (στη συνέχεια «ο Νόμος») και συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της διευθύντριας της εναγόμενης κας Άννας Ναζίρη. Επισυνάπτοντας αντίγραφο της συμφωνίας ημερ. 5.8.2002, επί της οποίας η ενάγουσα εδράζει την αξίωση της (Τεκμήριο 1), εισηγείται ότι τα μέρη συμφώνησαν να παραπέμψουν οποιαδήποτε διαφορά ήθελε προκύψει σε διαιτησία στη Νορβηγία. Αφού εν συνεχεία παρατηρεί πως δεν προηγήθηκε οποιαδήποτε προσπάθεια ούτε έγινε κάποια επικοινωνία για διευθέτηση της διαφοράς, αναφέρει πως η εναγόμενη είναι πρόθυμη να προβεί σε συζητήσεις και διαπραγματεύσεις. Είναι επίσης πρόθυμη να προβεί στα αναγκαία διαβήματα για παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία στη Νορβηγία. Η ενάγουσα ενίσταται στο αίτημα. Στη γραπτή ένσταση που καταχώρισε, υποστηρίζει πως η σχετική ρήτρα είναι άκυρη λόγω ασάφειας και αοριστίας. Ισχυρίζεται επίσης ότι η αίτηση είναι καταχρηστική και ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ των διαδίκων ώστε να ενεργοποιηθεί η ρήτρα διαιτησίας. Η παράλειψη πληρωμής, υποστηρίζει, δεν συνιστά διαφορά δυνάμενη να παραπεμφθεί σε διαιτησία. Ούτε προηγήθηκαν διαπραγματεύσεις ώστε να ενεργοποιηθεί η σχετική ρήτρα. Σε κάθε περίπτωση, καταλήγει, η Κύπρος είναι το κατάλληλο forum για εκδίκαση της υπόθεσης αφού η εναγόμενη είναι Κυπριακή εταιρεία με κύπριους συμβούλους που διαμένουν στην Κύπρο. Από την άλλη, οι οικονομικοί διευθυντές της ενάγουσας είναι κύπριοι ελεγκτές που επίσης διαμένουν στην Κύπρο και τα χρήματα εμβάστηκαν στον Τραπεζικό λογαριασμό της εναγόμενης στη Λεμεσό. Με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους οι συνήγοροι υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων, παραπέμποντας το Δικαστήριο σε Κυπριακή και Αγγλική νομολογία. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της αιτήτριας εισηγήθηκε πως πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις και το Δικαστήριο, οφείλει, όπως ορίζει το άρθρο 8 του Νόμου, να παραπέμψει τη διαφορά σε διαιτησία στη Νορβηγία. Σε σχέση με τη θέση της ενάγουσας περί ασάφειας και αοριστίας της ρήτρας υποστήριξε πως η πρόθεση των μερών για παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία είναι σαφής με βάση το λεκτικό του σχετικού όρου. Το γεγονός ότι δεν καθορίζεται ποιο διαιτητικό δικαστήριο της Νορβηγίας θα εκδικάσει τη διαφορά δεν καθιστά τη ρήτρα ανενεργή. Παρέπεμψε επί του προκειμένου σε σχετικές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Σιγκαπούρης και του Χονγκ Κόνγκ. Όσον αφορά, τέλος, την εισήγηση της ενάγουσας πως δεν υπάρχει διαφορά, ώστε να ενεργοποιηθεί η ρήτρα διαιτησίας, αντέτεινε πως στα πλαίσια εξέτασης της αίτησης για παραπομπή σε διαιτησία, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην εξέταση της ουσίας της διαφοράς. Υπέδειξε περαιτέρω ότι, με βάση τα λεχθέντα στην υπόθεση Ellerine Brothers (Pty.) Ltd v. Klinger, (C.A.)

(1982)1 W.L.R. 1375, η οποία υιοθετήθηκε στην υπόθεση Βulfracht v. Third World Steel Co Ltd
(1993)1 A.A.Δ.148, υφίσταται διαφορά μέχρις ότου ο εναγόμενος αποδεχθεί ότι το ποσό είναι οφειλόμενο και πληρωτέο. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της ενάγουσας υποστήριξε πως, παρότι δεν εγείρεται με τους λόγους ένστασης, το Δικαστήριο θα πρέπει να θεωρήσει ότι ο εναγόμενος έχει αποδεχθεί τη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων, επειδή καταχώρισε πρώτα εμφάνιση χωρίς όρους και ακολούθως καταχώρισε την παρούσα αίτηση. Παρέπεμψε επί του προκειμένου στην υπόθεση G.J. Magdon Ltd v. A.L. Metal Trading Ltd
(2001)1 A.A.Δ. 2064, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο, υπόδειξε πως το ζήτημα της δικαιοδοσίας θα πρέπει να εγείρεται με την πρώτη ευκαιρία και δεν μπορεί να παραμένει στην ελεύθερη επιλογή χρόνου από τον εναγόμενο. Με κάθε σεβασμό προς το συνήγορο της ενάγουσας, η παρούσα περίπτωση είναι εντελώς διαφορετική από την αναφερθείσα υπόθεση, στην οποία η εφεσείουσα είχε υποβάλει την αίτηση 9 μήνες μετά την καταχώριση σημειώματος εμφάνισης. Εδώ η εναγόμενη καταχώρισε την αίτηση δύο μόλις ημέρες μετά την καταχώριση εμφάνισης και προτού προβεί σε άλλο διάβημα. Μπορεί, υπό τις περιστάσεις, να ειπωθεί πως η εναγόμενη καταχώρισε την αίτηση ταυτόχρονα με την καταχώριση του σημειώματος εμφάνισης. Σε κάθε περίπτωση η αίτηση υποβλήθηκε μέσα στις παραμέτρους του άρθρου 8 του Νόμου ήτοι «...πριν από την υποβολή της πρώτης έκθεσης του επί της ουσίας της διαφοράς..». Συνεχίζοντας ο συνήγορος της ενάγουσας, υποστήριξε πως δεν υφίσταται διαφορά που θα μπορούσε να παραπεμφθεί σε διαιτησία. Η απλή μη πληρωμή, εισηγήθηκε ο συνήγορος, δεν συνιστά διαφορά ή διαφωνία ώστε να παραπεμφθεί σε διαιτησία. Ο σχετικός όρος, επεσήμανε, είναι αόριστος και δεν καθορίζει με σαφήνεια ποιο Νορβηγικό Διαιτητικό Δικαστήριο θα εκδικάσει τη διαφορά και σε ποιο μέρος της Νορβηγίας βρίσκεται. Καταλήγοντας ο συνήγορος, υποστήριξε πως τα Κυπριακά Δικαστήρια είναι υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης το καταλληλότερο forum για εκδίκαση της υπόθεσης. Προτού αναφερθώ στις σχετικές πρόνοιες του Νόμου, θεωρώ χρήσιμο να παραθέσω αυτούσιο το εισαγωγικό μέρος της απόφασης του Δικαστή Νικήτα, στην υπόθεση Γεν. Εισ. Δημ. της Κένυας ν. Bank Fur Arbeit and Wirtschaft A.G.
(1999)1 A.A.Δ.
  1. Έχει ως ακολούθως: «Η διαιτησία αποτελεί εναλλακτική διαδικασία επίλυσης διαφορών. Η μακρά διεξαγωγή της δίκης στα πλαίσια της κρατικής δικαιοσύνης, η χρήση χρονοβόρων ένδικων μέσων που επαυξάνουν τις καθυστερήσεις, η εξοικείωση των διαιτητών με το αντικείμενο τους, η ανελαστικότητα της τακτικής δικαιοσύνης, είναι μερικοί από τους λόγους για τους οποίους έχει ανθίσει και καθιερωθεί ο θεσμός της διαιτησίας για ποικίλης φύσεως διαφορές. Αποτελεί χαρακτηριστικό συμπλήρωμα κάθε σύγχρονου νομικού συστήματος. Ο θεσμός επιβιώνει χωρίς ένδικα μέσα. Μόνο σε καθορισμένες περιπτώσεις μπορεί να χρησιμοποιηθούν κατά της διαιτητικής απόφασης. Στο εσωτερικό μας δίκαιο οι κανόνες αυτοί, όπως και οι ευρύτεροι κανόνες που διέπουν τη διαιτησία, θεσμοθετούνται από ειδική νομοθεσία, τον περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ.
  2. Η συχνή και επιτυχής χρήση του θεσμού σε οικουμενική κλίμακα ώθησε τα Ηνωμένα Έθνη να θεσπίσουν, χάριν πληρότητας και ομοιομορφίας, ολοκληρωμένο πρότυπο κώδικα διαιτησίας τον οποίο υιοθέτησε στις 21.6.85 η Επιτροπή Διεθνούς Εμπορικού Δικαίου των Ηνωμένων Εθνών. Η διαμόρφωση του ήταν απόρροια συστηματικής μελέτης των σχετικών θεσμών διαφόρων χωρών. Έχει ήδη υιοθετηθεί από αριθμό κρατών είτε στο σύνολο του είτε μερικώς. Ο περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμος του 1987 (Ν. 101/87)αντανακλά πιστά τις κεντρικές ιδέες και το σύνολο των προνοιών του διεθνούς αυτού κώδικα. Μπορεί να λεχθεί ότι η Διεθνής Σύμβαση περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων του 1958, γνωστή ως Σύμβαση της Νέας Υόρκης, η οποία κυρώθηκε με το νόμο 84/79, υπήρξε ο μακρινός προπομπός του παραπάνω κώδικα. Οι διατάξεις του Ν. 101/87 και σε πολύ μικρότερο βαθμό του Ν. 84/79 συνάπτονται των θεμάτων της κρινόμενης υπόθεσης. Η διαιτησία στην προκείμενη περίπτωση έχει διεθνή χαρακτήρα και υπόκειται στις διατάξεις του παραπάνω νόμου (αρ. 101/87) δοθέντος ότι τα μέρη της συμφωνίας, όταν συμβλήθηκαν, είχαν την έδρα των σχέσεων τους σε διαφορετικές χώρες. (βλ. ορισμό της λέξης «διεθνής» στο άρθρ. 2
(2)(β) που περιέχει τις ερμηνευτικές διατάξεις.» Το άρθρο 8
(1)του Νόμου, επί του οποίου στηρίζεται η αίτηση, προνοεί τα ακόλουθα: «Σε περίπτωση που εγείρεται αγωγή για ζήτημα, που αποτελεί το αντικείμενο συμφωνίας περί διαιτησίας, το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εγείρεται η αγωγή οφείλει, αν το ζητήσει το ένα των μερών πριν από την υποβολή της πρώτης έκθεσης του επί της ουσίας της διαφοράς, να παραπέμψει τη διαφορά σε διαιτησία, εκτός αν εύρει ότι η συμφωνία είναι άκυρη, ανενεργής ή μη δεκτική εκτέλεσης.» Η διατύπωση της πιο πάνω πρόνοιας δεν αφήνει περιθώριο αμφιβολίας ως προς την υποχρέωση του Δικαστηρίου να παραπέμψει την υπόθεση σε διαιτησία, σε περίπτωση που ζητηθεί από ένα εκ των μερών και συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 2-8 του Νόμου. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι: (α) Η διαφορά να είναι εμπορική κατά τα διαλαμβανόμενα στα εδάφια
(4)και
(5)του άρθρου 2. (β) Να έχει συνομολογηθεί γραπτή συμφωνία περί διαιτησίας, όπως προβλέπεται στα εδάφια
(1),
(2)και
(3)του άρθρου 7, και (γ) η διαιτησία να είναι διεθνής, όπως προνοείται στο άρθρο 2, εδάφιο
(2). Δεν χωρεί αμφιβολία ότι όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις πληρούνται, εφόσον:
  1. Η συμφωνία περί διαιτησίας είναι γραπτή. (βλ. Τεκμήριο 1 στην ένσταση).
  2. Η διαιτησία είναι διεθνής αφού η ενάγουσα είναι Νορβηγική εταιρεία και η εναγόμενη Κυπριακή, και τέλος
  3. Η μεταξύ των μερών συναλλαγή είναι εμπορικής φύσης (συμφωνία δανείου). Ο συνήγορος της ενάγουσας εισηγήθηκε πως υπάρχει αοριστία στον σχετικό όρο της συμφωνίας αφού δεν καθορίζεται ποιο διαιτητικό δικαστήριο της Νορβηγίας θα εκδικάσει τη διαφορά. Ο σχετικός με τη συμφωνία διαιτησίας όρος είναι ο όρος 2.3 του Τεκμηρίου1, που αναφέρει τα ακόλουθα: «All disputes and discords that may appear from this agreement or in accordance to it shall be dissolved by negotiations between the parties. In the case when it becomes impossible to resolve the difference by way of negotiations, disputes between parties shall be resolved by the Norwegian Arbitration Court." To Δικαστήριο δεν συμμερίζεται τη θέση της ενάγουσας περί ύπαρξης ασάφειας και αοριστίας στη συμφωνία διαιτησίας. Είναι, κατά την εκτίμηση του Δικαστηρίου, σαφής η πρόθεση των μερών, όπως η οποιαδήποτε διαφορά προκύψει, σε περίπτωση που δεν επιλυθεί μέσω συζητήσεων μεταξύ των μερών, τότε θα επιλυθεί από το Νορβηγικό διαιτητικό δικαστήριο. Το ότι δεν καθορίζεται το μέρος όπου βρίσκεται το διαιτητικό δικαστήριο στη Νορβηγία, δεν καθιστά ανενεργή τη συμφωνία των μερών, όπως εισηγείται η ενάγουσα. Εναπόκειται στα μέρη να προβούν στις δέουσες ενέργειες ώστε να παραπεμφθεί η διαφορά τους προς επίλυση, στο αρμόδιο Νορβηγικό διαιτητικό δικαστήριο, όπως διαλαμβάνεται στη συμφωνία τους. Ούτε η εισήγηση πως δεν υφίσταται διαφορά ευσταθεί. Εφόσον η εναγόμενη αρνήθηκε ή παρέλειψε (όπως αναφέρεται στην παράγραφο 8 των λεπτομερειών της έκθεσης απαίτησης) να πληρώσει το ποσό του δανείου και τους τόκους, υφίσταται διαφορά, μέσα στην έννοια του σχετικού όρου της συμφωνίας των μερών. Όσον αφορά τέλος την εισήγηση πως η Κύπρος είναι το κατάλληλο forum για εκδίκαση της υπόθεσης, παρά την ύπαρξη της συμφωνίας διαιτησίας, είναι αρκετό να υποδειχθεί πως με βάση το άρθρο 8 του Νόμου, το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο («οφείλει») να παραπέμψει τη διαφορά σε διαιτησία εκτός εάν εύρει ότι η συμφωνία είναι άκυρη, ανενεργής ή μη δεκτική εκτέλεσης. Τέτοιος ισχυρισμός, ασφαλώς, περί ακυρότητας κ.λ.π. δεν προωθήθηκε και είναι, ως εκ τούτου, υποχρέωση του Δικαστηρίου να παραπέμψει τη διαφορά σε διαιτησία. Σε κάθε περίπτωση, η εισήγηση ότι η Κύπρος είναι το καταλληλότερο forum δεν βρίσκει έρεισμα στα περιστατικά της υπόθεσης, όπως έχουν δικογραφηθεί. Υποδεικνύεται σαφώς πως με βάση τους ισχυρισμούς της ενάγουσας το δάνειο παραχωρήθηκε ώστε να χρηματοδοτηθεί η ανόρυξη ορυκτού πλούτου στη περιοχή Ukhta της Ρωσικής Ομοσπονδίας (παράγραφος 6(γ) των λεπτομερειών της Έκθεσης Απαίτησης). Δικογραφείται επίσης πως η εναγόμενη Κυπριακή εταιρεία ανήκει στη Ρωσική Aladdin Oil & Gas ASA, η οποία σε συνεργασία με άλλη ρωσική εταιρεία διαχειρίζονται τα οικόπεδα στα οποία γίνεται εξόρυξη φυσικού αερίου (παραγρ. 4 έκθεσης απαίτησης). Η μόνη, συνεπώς, σύνδεση της Κύπρου με την υπόθεση είναι η έδρα της εναγόμενης, καθώς και το γεγονός ότι καταβλήθηκε/εμβάσθηκε το ποσό του δανείου στο λογαριασμό της. Δεν μπορεί, συνεπώς, να θεωρηθεί η Κύπρος ως κατάλληλο Forum για εκδίκαση της διαφοράς. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται διάταγμα αναστολής της διαδικασίας προκειμένου να παραπεμφθεί σε διαιτησία, ως η συμφωνία των μερών. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ της εναγόμενης και θα βαρύνουν την ενάγουσα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΛ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: Αίτηση για αναστολή διαδικασίας - παραπομπή σε διαιτησία cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.