Loizos Iordanou Constructions Ltd ν. Skyramix Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 2678/14, 31/7/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατ
άλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A309 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής׃ 2678/14 Μεταξύ: Loizos Iordanou Constructions Ltd Εναγόντων και
- Skyramix Ltd
- M.Σ. (ΣΚΥΡΑ) Βασας Λτδ Εναγομένων Ημερομηνία: 31/7/2014 Εμφανίσεις : Για αιτητές/ενάγοντες׃ κ. Α. Γεωργιάδης ( για την απαγγελία της απόφασης κα Γ. Σιοπαχά) Για καθ' ων η αίτηση/εναγόμενους 1,2 ׃ κ. Δ. Π΄ Χρυσοστόμου (για την απαγγελία της απόφασης κα Μ. Ηλία) Α Π Ο Φ Α Σ Η Η οριστικοποίηση ή όχι των ενδιάμεσων προσωρινών διαταγμάτων που εκδόθηκαν στις 12/6/2014 μετά από μονομερή αίτηση της ενάγουσας εταιρείας/αιτήτριας, αποτελούν το αντικείμενο της παρούσας υπόθεσης. Εκδόθηκαν συγκεκριμένα διατάγματα με τα οποία απαγορεύει : « στους εναγόμενους 1 την καταχώρηση και/ή παρουσίαση και/ή προώθηση και/ή δημοσίευση αίτησης διάλυσης (winding up petition) εναντίον των αιτητών βάσει της επιστολής των εναγομένων 1 ημερομηνίας 15/5/14 ή διαφορετικά μέχρι την εκδίκαση της αγωγής ή νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου.
- στους εναγόμενους 2 την καταχώρηση και/ή παρουσίαση και/ή προώθηση και/ή δημοσίευση αίτησης διάλυσης (winding up petition) εναντίον των αιτητών βάσει της επιστολής των εναγομένων 2 ημερομηνίας 31/3/14 ή διαφορετικά μέχρι την εκδίκαση της αγωγής ή νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου». Την ένορκο δήλωση που στηρίζει την αίτηση υπογράφει ο Ανδρέας Αργυρού, τεχνικός διευθυντής της ενάγουσας εταιρείας. Όπως ο ενόρκως δηλών αναφέρει, οι εναγόμενες εταιρείες 1 και 2 ανήκουν στο ίδιο συγκρότημα εταιρειών και ασχολούνται μεταξύ άλλων με την πώληση σκύρων, σκυροδέματος, αλλά και άλλων συναφών προϊόντων. Στον ίδιο όμιλο εταιρειών ανήκε προηγούμενα και η εταιρεία Topmix Concrete Ltd. Η ενάγουσα εταιρεία από το 2010 συνεργάζεται με αυτό το συγκρότημα εταιρειών, λαμβάνοντας προσφορές για αγορές μεγάλων ποσοτήτων προϊόντων από εταιρείες του συγκροτήματος. Μεταξύ άλλων συνήψαν με την εναγόμενη εταιρεία 1 τη συμφωνία ημερομηνίας 3/9/2012 και με την εναγόμενη εταιρεία 2 τις συμφωνίες ημερομηνίας 3/9/2012 και 15/10/
- Στις 6/2/2014 και στα πλαίσια αυτής της συνεργασίας, το όχημα με αριθμό εγγραφής KPJ 612 με οδηγό τον Κύπρο Ευαγγέλου, μετέφερε προϊόντα που η ενάγουσα εταιρεία είχε αγοράσει από την εναγόμενη εταιρεία
- Κάποιος εργοδοτούμενος της ενάγουσας εταιρείας, ο Ιορδάνης Ιορδάνου (Δάνος), επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον οδηγό του οχήματος και του ζήτησε να γίνει έλεγχος ζύγισης αλλά αυτός του ανάφερε ότι λόγω προβλήματος του ηλεκτρονικού συστήματος της εναγόμενης εταιρείας 2 δεν είχε στην κατοχή του δελτίο αποστολής. Ο Ιορδάνου επικοινώνησε με τον ζυγιστή της εναγόμενης εταιρείας 2 ο οποίος διέψευσε τα όσα προηγουμένως είχε ισχυρισθεί ο Ευαγγέλου για πρόβλημα στο ηλεκτρονικό σύστημα της εναγόμενης εταιρείας 2 και διαβεβαίωσε τον Ιορδάνου ότι το βάρος του φορτίου ήταν 33.860.00 kg. Στη συνέχεια ο Ιορδάνου εντόπισε στο όχημα του Ευαγγέλου δύο διαφορετικά δελτία αποστολής για το ίδιο φορτίο με ίδιο αριθμό και ημερομηνία. Στο ένα από αυτό αναγραφόταν ως καθαρό βάρος 36.860.00 kg και στο άλλο 28.020.00 kg. Στη ζύγιση που έγινε από την ενάγουσα εταιρεία διαπιστώθηκε ότι το φορτίο είχε καθαρό βάρος 33.730.00 kg. Τα πιο πάνω τέθηκαν αμέσως σε γνώση των εναγομένων εταιρειών 1 και 2 οι οποίες αρχικά ανάφεραν ότι το λάθος προέκυψε από παλινδρόμηση της γεφυροπλάστιγγας τους. Το τιμολόγιο που η εναγόμενη εταιρεία 2 απέστειλε στη συνέχεια στην ενάγουσα εταιρεία αναφέρει ότι το φορτίο είχε καθαρό βάρος 34.260.00 kg. Η εναγόμενη εταιρεία 2 ισχυρίστηκε ότι υπήρχε και τρίτο δελτίο αποστολής στο οποίο αναγραφόταν αυτό το βάρος. Το δελτίο αυτό η ενάγουσα εταιρεία δεν το έχει παραλάβει. Στη συνέχεια των πιο πάνω η εναγόμενη εταιρεία 2 απέστειλε στην ενάγουσα εταιρεία επιστολή ημερομηνίας 18/2/2014 με αναλυτική κατάσταση οφειλών. Στην επιστολή αυτή, η ενάγουσα εταιρεία απάντησε με δική της επιστολή ημερομηνίας 19/2/2014, αναφέροντας ότι λόγω της διαπίστωσης ότι γίνονταν υπερχρεώσεις από την εναγόμενη εταιρεία 2, θα προχωρούσαν σε έλεγχο όλων των χρεώσεων που αφορούν την ενάγουσα εταιρεία και έγιναν από εταιρείες του συγκροτήματος των εναγομένων 1 και 2 εταιρειών για να διαπιστωθεί εάν και σε ποιο βαθμό έγιναν τέτοιες υπερχρεώσεις σε βάρος της ενάγουσας εταιρείας. Στην επιστολή αυτή η εναγόμενη εταιρεία 2 απάντησε με άλλη επιστολή της η οποία όπως αναφέρει ο ενόρκως δηλών παρά το ότι φέρει ημερομηνία 16/3/2014 η ορθή της ημερομηνία είναι η 6/3/
- Με αυτήν, η εναγόμενη εταιρεία 2 αρνείται ότι έγιναν υπερχρεώσεις και αναφέρει ότι κατήγγειλαν την υπόθεση στην αστυνομία και πως έθεσαν τον ζυγιστή τους σε διαθεσιμότητα. Εντός της ίδιας χρονικής περιόδου ο Λοϊζος Ιορδάνου διοικητικός σύμβουλος της ενάγουσας εταιρείας, συναντήθηκε με εκπροσώπους των εναγομένων εταιρειών μεταξύ των οποίων ήταν παρών και ο Μάκης Σαββίδης. Παρόντες επίσης στη συνάντηση ήταν και ο ζυγιστής και ο Ευαγγέλου, τους οποίους ο Σαββίδης αποκάλεσε «κλέφτες» και τους επέρριψε ευθύνες για υπερχρεώσεις σε βάρος της ενάγουσας εταιρείας, ενώ μετά την συνάντηση η εναγόμενη εταιρεία 2 απέστειλε στην ενάγουσα την επιστολή ημερομηνίας 7/3/
- Η ενάγουσα εταιρεία προχώρησε σε έλεγχο των φορτίων που είχε αγοράσει από τις εναγόμενες εταιρείες 1 και 2 και η αρχική της κατάληξη καταγράφηκε σε καταστάσεις ημερομηνίας 24/3/2014 τις οποίες παρέδωσε στις εναγόμενες εταιρείες 1 και 2, ζητώντας από αυτές συμψηφισμό των απαιτήσεων των εναγομένων 1 και 2 με τα ποσά των υπερχρεώσεων που εμφαίνονται στις καταστάσεις αυτές, εισήγηση την οποία η εναγόμενη εταιρεία 1 απέρριψε με επιστολή της ημερομηνίας 31/3/2014 καθότι διαφώνησε με τις συμφωνημένες τιμές πώλησης των προϊόντων και απαίτησε πληρωμή του ποσού που η ίδια θεωρεί ως οφειλόμενο. Την ίδια επίσης ημέρα απάντησε και η εναγόμενη εταιρεία 2 με δική της επιστολή, με την οποία επίσης απέρριψε την εισήγηση της ενάγουσας εταιρείας για συμψηφισμό και αμφισβητώντας ότι το φορτίο της 6/2/2014 ήταν ελλιπές. Επικαλέστηκε δε ανθρώπινο λάθος και αναφέρθηκε σε μεμονωμένο περιστατικό ζητώντας από την ενάγουσα εταιρεία πληρωμή των αξιούμενων ποσών δυνάμει του άρθρου 212 του Περί Εταιρειών Νόμου. Παρόλο που οι έλεγχοι που διενεργούσε η ενάγουσα εταιρεία συνεχίζονταν εν τούτοις η τελευταία πρότεινε στην εναγόμενη εταιρεία 2 συμψηφισμό με τα ποσά των υπερχρεώσεων, αλλά η εναγόμενη εταιρεία 2 ουδέποτε απάντησε στην επιστολή αυτή. Με νέα επιστολή μέσω του δικηγόρου της ημερομηνίας 15/5/2014 που επιδόθηκε στην ενάγουσα εταιρεία στις 30/5/2014 η εναγόμενη εταιρεία 1 ζήτησε και πάλι πληρωμή απορρίπτοντας την εισήγηση για συμψηφισμό. Στην επιστολή αυτή η ενάγουσα εταιρεία απάντησε με επιστολή του δικηγόρου της ημερομηνίας 30/5/2014 στην οποία μέχρι σήμερα δεν λήφθηκε καμία απάντηση και στην οποία όπως αναφέρει ο ενόρκως δηλών υπάρχουν δύο καλόπιστα λάθη τα οποία και υποδεικνύει. Όπως ο ενόρκως δηλών υποστηρίζει παρόλο που η επιστολή ημερομηνίας 15/5/2014 δεν μπορεί να θεωρηθεί ως απαίτηση πληρωμής δυνάμει του άρθρου 212 (α) του Περί Εταιρειών Νόμου, προκύπτει από το περιεχόμενο της ότι η εναγόμενη εταιρεία 1 σκοπεύει να προχωρήσει στην καταχώρηση αίτησης διάλυσης εναντίον της ενάγουσας εταιρείας, κάτι που θα συνιστά σύμφωνα με την εισήγηση του κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου καθότι το ορθό μέτρο στην παρούσα περίπτωση θα ήταν η καταχώρηση αγωγής. Είναι η θέση της ενάγουσας εταιρείας ότι ήταν και εξακολουθεί να είναι διατεθειμένη να πληρώσει στις εναγόμενες 1 και 2 μέρος του ποσού που διεκδικείται από αυτές, παρόλο που οι έλεγχοι συνεχίζονται και είναι δυνατό να διαπιστωθούν περαιτέρω υπερχρεώσεις. Υποστηρίζει ακόμα ο ενόρκως δηλών ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και πιθανότατα η ενάγουσα εταιρεία να δικαιούται σε θεραπεία. Προβάλλει ακόμα ότι υφίσταται κίνδυνος η ενάγουσα εταιρεία να υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά αφού στην περίπτωση καταχώρησης αίτησης διάλυσης οι συνέπειες θα είναι απρόβλεπτες. Και αυτό γιατί πιθανόν οι τραπεζικοί λογαριασμοί της ενάγουσας εταιρείας να παγοποιηθούν και έτσι η εταιρεία να μην μπορεί να συνεχίσει να δραστηριοποιείται, ενώ ακόμα υφίσταται ως ενδεχόμενο να οδηγηθούν σε τερματισμό συμφωνίες εργολαβίας δημοσίων και ιδιωτικών έργων αξίας πολλών εκατομμυρίων Ευρώ. Επίσης υπάρχει κίνδυνος να απορριφθούν προσφορές που η ενάγουσα εταιρεία έχει υποβάλει για διάφορα έργα, ενώ θα αποτρέψει ιδιώτες και δημόσιους οργανισμούς από τη σύναψη συμβάσεων εργολαβίας με την ενάγουσα εταιρεία. Είναι φανερό από το περιεχόμενο της επιστολής ημερομηνίας 31/3/2014, της επίδοσης της επιστολής αλλά και της μη απάντησης στην επιστολή 30/5/2014 ότι οι εναγόμενες εταιρείες σκοπεύουν να προχωρήσουν στην καταχώρηση αίτησης διάλυσης εναντίον της ενάγουσας εταιρείας. Προς υποστήριξη δε των θέσεων της ενάγουσας εταιρείας επισυνάπτονται διάφορα τεκμήρια. Τα εκδοθέντα διατάγματα συνάντησαν την ένσταση των εναγομένων εταιρειών οι οποίες και καταχώρησαν σχετική ειδοποίηση ένστασης η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Αγαθοκλή Τσιάκκα γενικού διευθυντή και των δύο αυτών εταιρειών. Με αυτήν προβάλλονται ως λόγοι ένστασης ότι τα εκδοθέντα διατάγματα αντίκεινται προς το Σύνταγμα και ειδικότερα στο άρθρο 30
(1)αυτού, καθότι απαγορεύουν την ελεύθερη πρόσβαση στο Δικαστήριο, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται από το Νόμο και τη νομολογία, ότι δεν έχει στοιχειοθετηθεί το στοιχείο του επείγοντος, ότι η εναγόμενη εταιρεία 2 ουδέποτε απέστειλε επιστολή προς την ενάγουσα εταιρεία δυνάμει του άρθρου 212 (α) του Περί Εταιρειών Νόμου, ότι το Δικαστήριο παραγνώρισε το γεγονός ότι η εναγόμενη εταιρεία 1 παραδέχεται ότι οφείλει στην εναγόμενη εταιρεία 1 το ποσό των Ε54.478.73=. Όπως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση που στηρίζει την ειδοποίηση ένστασης οι εναγόμενες εταιρείες είναι δύο ξεχωριστές νομικές προσωπικότητες. Η εναγόμενη 1 ασχολείται με την κατασκευή και πώληση έτοιμου σκυροδέματος ενώ η εναγόμενη 2 είναι ιδιοκτήτρια λατομείου και ασχολείται με εξόρυξη λατομικών υλικών και με ανακύκλωση αδρανών υλικών. Η ενάγουσα εταιρεία οφείλει στην εναγόμενη εταιρεία 1 το ποσό των Ε62.472,46= ως υπόλοιπο παραδεδεγμένου λογαριασμού που δημιουργήθηκε από πώληση και παράδοση έτοιμου σκυροδέματος. Επειδή η ενάγουσα εταιρεία δεν πλήρωσε το ποσό αυτό, της απεστάλη η ειδοποίηση ημερομηνίας 15/5/2014 δυνάμει του άρθρου 212(α) του Περί Εταιρειών Νόμου. Στην επιστολή αυτή η ενάγουσα εταιρεία απάντησε με επιστολή του δικηγόρου της προς τους δικηγόρους της εναγόμενης εταιρείας 1 ημερομηνίας 30/5/
- Σε αυτήν γίνεται αναφορά σε αναληθή γεγονότα τα οποία αφορούν την εναγομένη εταιρεία 2 για την οποία δεν υποβλήθηκε και ούτε δόθηκε ειδοποίηση δυνάμει του άρθρου 212 (α) του Περί Εταιρειών Νόμου. Είναι επίσης ισχυρισμός του ενόρκως δηλούντα ότι με την επιστολή αυτή η ενάγουσα εταιρεία προσπαθεί να αποπροσανατολίσει όσο αφορά την εναγόμενη εταιρεία 1 με αναφορά σε ανακριβή γεγονότα που στην πραγματικότητα όμως αφορούν την εναγομένη εταιρεία 2 . Ισχυρίζονται ακόμα οι εναγόμενες εταιρείες 1 και 2 ότι η ενάγουσα εταιρεία στην επιστολή της ημερομηνίας 7/5/2014 παραδέχεται ότι οφείλει στην εναγόμενη εταιρεία 1 το ποσό των Ε62.472.41=, αλλά ισχυρίζονται ότι στα δικά τους λογιστικά βιβλία φαίνεται το ποσό των Ε54.878.53= και ζητούν έκπτωση Ε19.650.54 για δήθεν υπερχρεώσεις. Υποστηρίζουν ακόμα ότι η απαίτηση τους για το ποσό των Ε62.472.41=, υποστηρίζεται από δελτία αποστολής και τιμολόγια τα οποία η ενάγουσα εταιρεία υπέγραφε κατά την παραλαβή και δεχόμενη τις τιμές τις οποίες η εναγόμενη εταιρεία 1 της χρέωνε και γι' αυτό ο λογαριασμός είναι εκκαθαρισμένος. Ο λογαριασμός αυτός σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα ελεγχόταν από τα δύο λογιστήρια σε καθημερινή βάση και οποιαδήποτε τιμολόγια η ενάγουσα εταιρεία είχε απωλέσει, η εναγόμενη 1 της απέστελλε αντίγραφα. Με ποιες τιμές σε διάφορες προσφορές αγόραζε στο παρελθόν η ενάγουσα εταιρεία με προσφορές από την εταιρεία TopMix Concrete Ltd και την Skyramix Ltd καμία σχέση δεν έχει με τον εκκαθαρισμένο λογαριασμό που η ενάγουσα εταιρεία έχει με την εναγόμενη εταιρεία
- Ισχυρίζεται ότι η εναγόμενη εταιρεία 2 δεν έχει απαιτήσει από την ενάγουσα εταιρεία πληρωμή εκκαθαρισμένου λογαριασμού. Υποστηρίζει ακόμα ο ενόρκως δηλών ότι τα εκδοθέντα διατάγματα θα πρέπει να ακυρωθούν γιατί εάν η απαίτηση της εναγομένης 1 είναι νομικά ανυπόστατη, εάν το ποσό που αυτή απαιτεί είναι ή όχι εκκαθαρισμένο, δεν θα αποφασισθεί στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας αλλά και γιατί δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έκδοση των διαταγμάτων, αφού η ενάγουσα εταιρεία δεν έχει καλή βάση αγωγής και η οπισθογράφηση της αγωγής είναι αόριστη, ασυνάρτητη και νομικά ανυπόστατη. Αρνείται επίσης και απορρίπτει ο ενόρκως δηλών τους ισχυρισμούς της ενάγουσας εταιρείας ότι με την καταχώρηση αίτησης διάλυσης θα παγοποιηθούν οι τραπεζικοί λογαριασμοί της ενάγουσας εταιρείας, ότι θα τερματισθούν συμβάσεις και θα απορριφθούν προσφορές. Υποστηρίζει ακόμα ότι τα ποσά που αξιώνονται από τις εναγόμενες εταιρείες δεν αποτελούν επίδικα θέματα στην παρούσα αγωγή και πέραν αυτού στην περίπτωση επιτυχίας της αγωγής η ενάγουσα εταιρεία θα εισπράξει αποζημιώσεις που θα είναι γι' αυτήν ικανοποιητικές και επισημαίνει ότι πουθενά στην ένορκο δήλωση που στηρίζει την αίτηση δεν αναφέρεται ότι η επιδίκαση αποζημιώσεων δεν θα αποτελεί επαρκή θεραπεία καθότι οι εναγόμενες εταιρείες έχουν πολύ μεγάλο οικονομικό εκτόπισμα. Η ακροαματική διαδικασία περιορίσθηκε σε αγορεύσεις και οι θέσεις και τα επιχειρήματα των διαδίκων, καταγράφονται και προκύπτουν από την αίτηση, την ένσταση και τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις που τις υποστηρίζουν, καθώς επίσης και από το περιεχόμενο των γραπτών αγορεύσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων τους, γι' αυτό και δεν θεωρώ απαραίτητο να τα παραθέσω. Ως πρώτος λόγος για ακύρωση των εκδοθέντων διαταγμάτων προβάλλεται ότι το Δικαστήριο δεν είχε εξουσία να εκδώσει τα διατάγματα και ότι με την έκδοση τους παραβιάσθηκε το δικαίωμα των εναγομένων εταιρειών για ελεύθερη πρόσβαση στο Δικαστήριο, δικαίωμα το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 30
(1)του Συντάγματος. Σύμφωνα με το άρθρο 30
(1)του Συντάγματος ׃ «Εις ουδένα δύναται να απαγορευθεί η προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου, εις ο δικαιούται να προσφύγει δυνάμει του Συντάγματος. Η σύσταση δικαστικών επιτροπών ή εκτάκτων Δικαστηρίων υπό οιονδήποτε όνομα απαγορεύεται.» Εξετάζοντας το δικαίωμα της ελεύθερης πρόσβασης στο Δικαστήριο, στην υπόθεση Φοινικαρίδου v. Οδυσσέως
(2001)1 (Γ) ΑΑΔ 1744, το Ανώτατο Δικαστήριο ανάφερε ότι ׃ «Η γενική αρχή που αναδύεται από τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων είναι πως το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο υπόκειται σε θεμιτούς περιορισμούς, ακριβώς για την ορθολογική λειτουργία του προς όλους τους ενδιαφερόμενους στη δικαστική διαδικασία. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων κρίνει πως η περίοδος παραγραφής δικαιώματος εξυπηρετεί θεμελιώδεις σκοπούς άρρηκτα συνυφασμένους με τη βεβαιότητα για τα δικαιώματα των ατόμων και αποσκοπεί στην τελεσιδικία της διαφοράς». Στη συνέχεια δε της ίδιας απόφασης γίνεται αναφορά σε παρατηρήσεις στο βιβλίοτων D.J.Harris, M.O'Boyle, C.Warbrick Lawof the European Convention on Human Rights, στη σελίδα 199: «The right of access to a court is not an absolute one. Restrictions may be imposed since the right of access 'by its very nature calls for regulation by the state, regulation which may vary in time and place according to the needs and resources of the community and of 'individuals'. In imposing restrictions, the state is allowed a certain 'margin of appreciation'. However, as indicated in Ashingdane v. UK. any restriction must not be such that 'the very essence of the right is impaired'. In addition, it must have a 'legitimate aim' and comply with the principle of proportionality, ie there must be 'a reasonable relationship of proportionality between the means employed and the aim sought to be achieved'. In the Ashingdane case, the applicant instituted civil proceedings challenging the Secretary of State's decision under the Mental Health Act 1959 in effect to continue to detain him in a secure mental hospital. There was no liability under the Act for acts done under it in the absence of bad faith or reasonable care. Moreover, a claim in respect of such an act could not be brought unless the High Court gave leave, which it could do only if it was satisfied that there were 'substantial grounds' for believing that this condition was met. The Court held that these limitations on the right of access to a court as applied to the applicant's case were not in breach of the right. The limitation of liability under the Act had the 'legitimate aim' of preventing those caring for mental patients from being unfairly harassed by litigation and the availability of a claim in a case of bad faith or lack of reasonable care both left intact the essence of the right to institute proceedings and was consistent with the principle of proportionality.» Όπως λέχθηκε και στην Ανδρέας Ευθυμίου, Αίτηση 91/2000/20.9.2000 η διασφάλιση του δικαιώματος αυτού, βασίζεται στην εύλογη λειτουργία του και όχι στην κατάχρηση του. Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω, το δικαίωμα αυτό δεν είναι απόλυτο αλλά μπορεί να τεθεί σε θεμιτούς περιορισμούς. Παρά το ότι η Κυπριακή νομολογία δεν έχω εντοπίσει να πραγματεύεται το εξεταζόμενο ζήτημα, εν τούτοις χρήσιμη είναι η καθοδήγηση από την αντίστοιχη Αγγλική νομολογία στην οποία παρέπεμψε το Δικαστήριο ο ευπαίδευτος συνήγορος της ενάγουσας εταιρείας. Σύμφωνα με τους Halsbury' s Laws of England, 5η έκδοση, τεύχος 16 σελίδα 346, παραγρ. 399, «A company will be granted an injunction to restrain the presentation of a petition only if there is evidence that it would be an abuse of the process. If a petitioner has sufficient ground for petitioning, his motive (for example, malice) is no bar. A claim for damages will lie for presenting a winding-up petition maliciously and without reasonable cause, even though no special damage can be proved». Αυτή η αρχή τέθηκε και στην Bryanston Finance Ltd v. De Vries (No 2)
(1976)Ch. 63, στην οποία μεταξύ άλλων λέχθηκε ότι ׃ " where it is sought to restrain presentation of the petition there must be prima facie evidence that the company would succeed in establishing that the proceeding sought to be restrained would constitute an abuse of process». Σχετικά με τον τρόπο αντιμετώπισης του ζητήματος είναι και τα όσα αποφασίσθηκαν στην υπόθεση Abbey Νational Plc v JSF Finance & Currency Exchange Co Ltd
(2006)EWCA Civ. 328 ׃ «In order to establish that there are substantial grounds for disputing the debt the company should be able to show that its contention is fairly arguable and that there is a prima facie evidence of the relevant facts to support its contention.....». Λέχθηκε επίσης στην ίδια απόφαση ׃ «... it seems to me that the degree of particularity required to support an allegation of fraud in an action is more than that needed to demonstrate substantial grounds for disputing liability such as to make the winding up procedure inappropriate. Similarly once it is established that there are substantial grounds for disputing the claim which may include issues of law and that they are advanced honestly, the court should not go on to consider the prospects of success of either party to the dispute». Σημαντικά επίσης είναι τα όσα τονίσθηκαν στην Truck and Machinery Sales Ltd v. Marubeni Komatsu Ltd
(1996)1 IR 12 ׃ «Since a winding up petition was not a legitimate means of enforcing payment of a debt which was bona fide disputed the presentation of a petition would in normal circumstαnces be restrained if the company ιn good faith and on substantial grounds disputed all liability in respect of the debt claimed». Με βάση τα πιο πάνω κρίνεται ότι παρέχεται στο Δικαστήριο η εξουσία για έκδοση τέτοιας φύσης διαταγμάτων, η οριστικοποίηση ή όχι των οποίων θα πρέπει να εξετασθεί με βάση τις αρχές που έχουν καθιερωθεί από την Αγγλική νομολογία και οι οποίες αφορούν το εξειδικευμένο αυτό ζήτημα. Αυτές όμως, στο δικό μας δικαιϊκό σύστημα δεν μπορούν να εξετασθούν ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, αλλά θα πρέπει να υπαχθούν μέσα στα πλαίσια της ευρύτατης εξουσίας που παρέχεται στα Δικαστήρια δυνάμει του άρθρου 32 το οποίο αποτελεί και τη νομική βάση της αίτησης. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση B. P. Holdings Ltd κ.α. v. Ανδρέα Κιταλίδη κ.α.
(1994)1 ΑΑΔ 694 ׃ «Στη χώρα μας η νομοθετική εξουσία προτίμησε να μη παρέμβει στο ζήτημα. Άφησε τα Δικαστήρια να λειτουργούν με την ευρύτατη εξουσία που τους παρέχεται από το άρθρο 32 του Ν. 14/60. Τα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, κάμνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν. 14/60, που προσδιορίζει, όπως είπαμε πιο πριν το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων». Οι γενικές αρχές που διέπουν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων δυνάμει του άρθρου 32, έχουν καλά αποκρυσταλλωθεί σε πολλές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Οδυσσέως v. Πιερής Estates
(1982)1 AAΔ 557, Μ. Δημητρίου κ.α. v. Royal Ris Ltd
(2002)1 (B) AAΔ.1164, Χρ. Κούνουνα v. C & A Simonos Ltd
(2002)1 (B) AAΔ.1361, Μαίρη Ν. Σεβαστού v. Εμμανουήλ Σεβαστού
(2002)1(Γ) 1980, Papapetrou Bros Ltd v. Παπαπέτρου
(2003)1 ΑΑΔ 741). Στην κλασσική για το θέμα απόφαση Οδυσσέως πιο πάνω, επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32, απαιτείται να ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι συντρέχουν οι ακόλουθες τρεις προϋποθέσεις: (α) να υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση (β) να υπάρχουν πιθανότητες επιτυχίας οι αιτητές να δικαιούνται σε θεραπεία και (γ) να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το διάταγμα. Εφόσον ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο πως πληρούνται όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και να σταθμίσει στα πλαίσια αυτά κατά πόσο με βάση τα δεδομένα της υπόθεσης είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 152, Bacardi v. Vinko
(1996)ΑΑΔ 788, C.T. Tobacco v. Εταιρεία Εκδόσεων Αρκτίνος
(2003)1 ΑΑΔ 853 και Χρ. Κούνουνα v. C & A Simonos
(2002)1(B) ΑΑΔ 136). Με βάση τα πιο πάνω θα προχωρήσω πρώτα να εξετάσω εάν η ενάγουσα εταιρεία έχει πετύχει να καταδείξει βάσιμη και καλόπιστη αμφισβήτηση της ευθύνης για το χρέος που σύμφωνα με τις εναγόμενες εταιρείες τους οφείλει. Όπως προκύπτει από τα τεκμήρια που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, μετά την αντίδραση της ενάγουσας εταιρείας που ξεκίνησε με αφορμή το επεισόδιο της 6/2/2014, ακολούθησε μεταξύ των διαδίκων μερών ανταλλαγή επιστολογραφίας που καλύπτει τη χρονική περίοδο από 18/2/2014 μέχρι 30/5/
- Αυτή ξεκίνησε όταν η εναγόμενη εταιρεία 2 απέστειλε στην ενάγουσα εταιρεία στις 18/2/2014 κατάσταση οφειλών και η τελευταία με δική της επιστολή ημερομηνίας 19/2/2014 αμφισβήτησε τις χρεώσεις αυτές. Η αμφισβήτηση αυτή συνεχίσθηκε όταν η ενάγουσα εταιρεία ετοίμασε καταστάσεις ημερομηνίας 24/3/2014, σε σχέση με τα ποσά που η ίδια θεωρεί ότι οφείλονται και τις απέστειλε στις εναγόμενες εταιρείες. Οι επιστολές δε που επικαλείται η ενάγουσα, ότι με αυτές οι εναγόμενες εταιρείες 1 και 2 απαιτούν καταβολή του χρέους διαφορετικά θα προχωρήσουν σύμφωνα με τις πρόνοιες 212(α) του Περί Εταιρειών Νόμου και η αξία των οποίων δεν ενδιαφέρει στο παρών στάδιο να εξετασθεί, φέρουν μεταγενέστερες ημερομηνίες και συγκεκριμένα 15/5/2014 και 31/3/2014 αντίστοιχα. Η άμεση αντίδραση της ενάγουσας εταιρείας και η αμφισβήτηση που επέδειξε στις χρεώσεις που έγιναν από τις εναγόμενες εταιρείες 1 και 2, πολύ πριν την έκφραση της πρόθεσης των τελευταίων να προχωρήσουν εναντίον τους με καταχώρηση αίτησης διάλυσης, καταδεικνύει κατά την κρίση μου την ύπαρξη βάσιμης και καλόπιστης αμφισβήτησης της ευθύνης για το χρέος που απαιτείται. Όμως η ύπαρξη βάσιμης και καλόπιστης αμφισβήτησης του χρέους δεν μπορεί ανεξάρτητα και χωρίς να συντρέχουν οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 να οδηγήσει σε οριστικοποίηση των εκδοθέντων διαταγμάτων. Απαραίτητο είναι και θα πρέπει να εξετασθεί η ύπαρξη αυτών. Όπως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης, η ενάγουσα εταιρεία στις 11/6/2014 καταχώρησε κλητήριο γενικά οπισθογραφημένο χωρίς μέχρι σήμερα να έχει καταχωρήσει Έκθεση Απαίτησης. Εισηγήθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος της ενάγουσας εταιρείας ότι οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 είναι «ταυτόσημες» με την ύπαρξη καλόπιστης αμφισβήτησης χρέους. Όμως εάν υπάρχει ή όχι ταύτιση, είναι ζήτημα που θα πρέπει να εξετασθεί υπό το πρίσμα των αξιώσεων της ενάγουσας όπως η ίδια τις έθεσε με την αγωγή που καταχώρησε. Δεν είναι δηλαδή αρκετό για την ενάγουσα εταιρεία να καταδείξει ότι καλόπιστα αμφισβητεί κάποιο χρέος, αλλά η αμφισβήτηση αυτή πρέπει να σχετίζεται και με τα επίδικα θέματα της αγωγής. Σημαντική είναι λοιπόν η αξίωση της ενάγουσας εταιρείας. Όπως προκύπτει από το φάκελο, η ενάγουσα εταιρεία στις 11/6/2014 καταχώρησε κλητήριο γενικά οπισθογραφημένο. Με αυτό αξιώνει εναντίον των δύο εναγομένων εταιρειών «ειδικές και/ή γενικές και/ή επαυξημένες και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης και/ή συνωμοσία και/ή παρανομία και/ή λόγω δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή παράνομης ιδιοποίησης και/ή αμέλειας και/ή κακόβουλης δίωξης και/ή με βάση τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και/ή το δίκαιο της αποκατάστασης και/ή λόγω αμοιβαίου λάθους και/ή διαφορετικά». Το πραγματικό υπόβαθρο των γεγονότων που στηρίζουν την αίτηση εκτίθεται στην ένορκο δήλωση που την στηρίζει. Ότι αναφέρεται σε αυτήν, είναι ότι η ενάγουσα εταιρεία με αφορμή υπερχρέωση, όπως η ίδια την θεωρεί, που αποκαλύφθηκε στις 6/2/2014 στα πλαίσια της συνεργασίας της με την εναγόμενη 2, προχώρησε σε έρευνα των μέχρι τότε χρεώσεων που έγιναν όχι μόνο από την εναγόμενη 2 αλλά και από την εναγόμενη 1, αφού οι δύο αυτές εταιρείες ανήκουν στον ίδιο όμιλο εταιρειών. Από την έρευνα αυτή διαπιστώθηκε ότι στα πλαίσια της συνεργασίας που είχε με τις εναγόμενες εταιρείες και η οποία άρχισε περί το 2010, οι τελευταίες προέβησαν σε υπερχρεώσεις σε βάρος της. Από τις 6/2/2014 και στη συνέχεια υπήρξε μεταξύ των διαδίκων μερών, συζήτηση επί του θέματος καθώς και επιστολογραφία οι οποίες όμως δεν είχαν οποιαδήποτε κατάληξη. Όπως επίσης προκύπτει από το γενικότερο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που στηρίζει την αίτηση μέχρι τουλάχιστο και την όρκιση του ενόρκως δηλούντα δεν φαίνεται να υπήρχε οριστική κατάληξη ούτε και από την ίδια την ενάγουσα εταιρεία ως προς το ποσό που η ίδια θεωρεί ότι πράγματι οφείλει στις εναγόμενες εταιρείες 1 και
- Ότι και η ίδια η ενάγουσα εταιρεία δεν έχει ακόμα σχηματίσει ολοκληρωμένη άποψη για το ποσό που η ίδια θεωρεί ότι οφείλει προκύπτει από τα ακόλουθα σημεία. Από την παράγραφο 16 της ένορκης δήλωσης όπου αναγράφεται ότι η «αρχική τους κατάληξη» (της ενάγουσας εταιρείας), καταγράφηκε σε καταστάσεις ημερομηνίας 24/3/
- Στην παράγραφο 19 ότι η ίδια η ενάγουσα εταιρεία πρότεινε στην εναγόμενη 2 συμψηφισμό με τα ποσά των υπερχρεώσεων, που όπως υποστηρίζει υφίστανται «όπως είχαν υπολογιστεί μέχρι τότε». Συνεχίζοντας στην παράγραφο 26 αναφέρει ρητά ότι «οι έλεγχοι των εναγόντων συνεχίζονται και ενδέχεται να διαπιστωθούν περαιτέρω υπερχρεώσεις». Επειδή λοιπόν, σύμφωνα πάντα με τις θέσεις της, οι εναγόμενες εταιρείες απαιτούν από αυτήν μεγαλύτερο ποσό από αυτό που πραγματικά οφείλει έχει εγείρει εναντίον τους την παρούσα αγωγή και αξιώνει αποζημιώσεις. Αυτή είναι η μοναδική θεραπεία την οποία αξιώνει και την βασίζει διαζευκτικά σε διάφορες βάσεις. Όμως και παρά το ότι με τη γενική της οπισθογράφηση θέτει διάφορες βάσεις αγωγής, εν τούτοις στην ένορκο δήλωση που στηρίζει την αίτηση παραλείπει να δώσει οποιεσδήποτε λεπτομέρειες για τα γεγονότα που τις στοιχειοθετούν και της δίδουν το δικαίωμα να αξιώνει αποζημιώσεις. Δεν αναφέρει συγκεκριμένα κανένα απολύτως γεγονός στο οποίο εδράζει την απαίτηση της. Π.χ. ποια σύμβαση και ποιο όρο αυτής οι εναγόμενες εταιρείες 1 και 2 έχουν παραβεί, ούτε ακόμα συγκεκριμενοποιεί τη συμπεριφορά των εναγομένων εταιρειών, εάν λόγω αυτής έχει υποστεί οποιαδήποτε ζημιά και ποια. Πολύ σημαντικό είναι επίσης το γεγονός ότι η ενάγουσα εταιρεία, δεν αξιώνει οποιοδήποτε διάταγμα ή δήλωση του Δικαστηρίου ότι δεν οφείλει στις εναγόμενες το αξιούμενο από αυτές ποσό ή έστω οποιοδήποτε άλλο ποσό. Η παράλειψη της αυτή είναι ουσιαστική γιατί δεν συνδέει την αξίωση της για αποζημιώσεις όπως τις διεκδικεί με το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και δεν συσχετίζει την απαγόρευση για καταχώρηση αίτησης διάλυσης με την επιδιωκόμενη θεραπεία, γιατί η αμφισβήτηση είτε του ύψους του ποσού αυτού, είτε η πληρωμή του δεν αποτελούν επίδικα θέματα στην αγωγή. Κρίνεται με βάση τα πιο πάνω ότι και παρά το ότι η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση δεν εξυπακούει οτιδήποτε περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης, στην παρούσα περίπτωση δεν έχει καταδειχθεί ότι συντρέχει αφού καταχωρήθηκε μόνο μια γενική οπισθογράφηση με την οποία αξιώνονται αποζημιώσεις, χωρίς όμως στην ένορκο δήλωση που στηρίζει την αίτηση να δίδονται οποιεσδήποτε λεπτομέρειες με τις οποίες να διασαφηνίζεται η βάση της αγωγής και η αξίωση της ενάγουσας εταιρείας. Ως αποτέλεσμα αυτού, δεν μπορεί να πληρούται ούτε και η 2η προϋπόθεση του άρθρου 32 που επιβάλλει στον αιτητή να δείξει ότι έχει πιθανότητα επιτυχίας. Παρά την κατάληξη μου αυτή θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο συντρέχει η 3η προϋπόθεση του άρθρου
- Σε σχέση με την προϋπόθεση αυτή υπάρχει και μια ασάφεια και αοριστία στους ισχυρισμούς της ενάγουσας εταιρείας ως προς τις συνέπειες που μπορεί να έχει η καταχώρηση αίτησης διάλυσης. Αυτή προκύπτει από το λεκτικό που η ενάγουσα εταιρεία επέλεξε να χρησιμοποιήσει αφού στην παράγραφο 28 της ένορκης δήλωσης που στηρίζει την αίτηση ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι «Πιθανότατα θα παγοποιηθούν οι τραπεζικοί λογαριασμοί των εναγόντων..» ενώ στη συνέχεια της ιδίας παραγράφου ότι «Η καταχώρηση αίτησης διάλυσης εναντίον τους ενδεχομένως να οδηγήσει στον τερματισμό των εν λόγω συμβάσεων και την απόρριψη των εν λόγω προσφορών» (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου). Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω δεν αναφέρεται με θετικότητα από τον ενόρκως δηλούντα ότι πράγματι θα υπάρξει παγοποίηση των τραπεζικών λογαριασμών της ενάγουσας εταιρείας, τερματισμός των συμβάσεων και απόρριψη των προσφορών, αλλά αυτός περιορίζεται μόνο σε πιθανολογήσεις. Σημαντικό επίσης είναι ότι για τους ισχυρισμούς αυτούς της ενάγουσας εταιρείας υπάρχει άρνηση των εναγομένων εταιρειών. Όπως λέχθηκε και στην υπόθεση Αναφ. με την Αίτηση της Εταιρείας Αρκτίνος Λτδ, κ.α.
(2006)1Β ΑΑΔ 1013, «Ο κ. Χριστοφόρου δεν αντεξετάστηκε πάνω στο περιεχόμενο της ένορκής του δήλωσης και έτσι οι ισχυρισμοί του οι οποίοι παρέμειναν ακλόνητοι δεν μπορούν παρά να γίνουν αποδεκτοί. (Βλ. Phipson "On Evidence", 12th Edition, para 1593, p. 657, Adrian Keane "The modern law of evidence" 1985 Edition, p.125, P. Murphy "On evidence", Fifth Edition, p.468)». Έτσι λοιπόν και στην παρούσα περίπτωση, οι πιο πάνω ισχυρισμοί των εναγομένων εταιρειών με τους οποίους απορρίπτονται ισχυρισμοί που τέθηκαν από την ενάγουσα εταιρεία, παρέμειναν αναπάντητοι και συνεπώς αναντίλεκτοι και ως εκ τούτου δεν μπορούν παρά να γίνουν αποδεκτοί. Τα όσα η ενάγουσα εταιρεία έχει επικαλεσθεί υπό τη μορφή πιθανολόγησης, έχουν εξουδετερωθεί από τους αντίστοιχους ισχυρισμούς των εναγομένων εταιρειών και κατά συνέπεια κρίνεται ότι ούτε η 3η προϋπόθεση του άρθρου 32 έχει ικανοποιηθεί. Συνακόλουθα το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς στις 12//6/2014 ακυρώνεται. Τα έξοδα της αίτησης όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων 1 και 2/ καθ' ων η αίτηση και εναντίον των εναγόντων/αιτητών και να είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) .......... Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Civil/interim Subject /interim order cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο