← Κύπρος

CELTIC INFRASTRUCTURE SERVICES (CYPRUS) LTD ν. C.O. CATERMASTERS LTD, Αρ. Aγωγής: 4831/08, 11/7/2014

CELTIC INFRASTRUCTURE SERVICES (CYPRUS) LTD ν. C.O. CATERMASTERS LTD, Αρ. Aγωγής: 4831/08, 11/7/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A292 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Aγωγής: 4831/08 Μεταξύ: CELTIC INFRASTRUCTURE SERVICES (CYPRUS) LTD Εναγόντων και CATERMASTER LTD Εναγομένων Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει Διατάγματος ημερ. 20.3.09 Μεταξύ: CELTIC INFRASTRUCTURE SERVICES (CYPRUS) LTD Εναγόντων και C.O. CATERMASTERS LTD Εναγομένων Αίτηση για ασφάλεια εξόδων Ημερομηνία: 11.7.2014 Για Εναγόμενους - Αιτητές: κα Α. Ευσταθίου για Ευσταθίου & Ευσταθίου Δ.Ε.Π.Ε. Για Ενάγοντες - Καθ' ων η αίτηση: κα Γ. Ζαχαρίου για Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή οι Ενάγοντες αξιώνουν από τους Εναγόμενους το ποσό των €67.751,54, για εκτελεσθείσες εργασίες ηλεκτρολογικής και/ή μηχανολογικής φύσεως, δυνάμει μεταξύ τους συμφωνίας. Οι Εναγόμενοι με την έκθεση υπεράσπισης τους βασικά αρνούνται ότι η εν λόγω συμφωνία είχε το περιεχόμενο που ισχυρίζονται οι Ενάγοντες και προβάλλουν ότι ουδέν ποσό οφείλουν στους τελευταίους καθότι οτιδήποτε έπρεπε οι Ενάγοντες να πληρωθούν για τις εκτελεσθείσες υπ' αυτών εργασίες το έχουν πληρωθεί. Οι Εναγόμενοι (στο εξής οι Αιτητές) με την παρούσα, η οποία καταχωρήθηκε στις 8.4.14, αιτούνται των ακόλουθων διαταγμάτων:

  1. Διάταγμα με το οποίο να διατάσσονται οι Ενάγοντες όπως παράσχουν ασφάλεια εξόδων για τα έξοδα των Εναγομένων, για το ποσό των €9.401,52 ή οποιοδήποτε άλλο ποσό που το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει δίκαιο ή εύλογο, με την κατάθεση του εν λόγω ποσού στο Δικαστήριο είτε με την παροχή τραπεζικής εγγύησης στον Πρωτοκολλητή του Δικαστηρίου εντός 20 ημερών από την έκδοση του διατάγματος ή εντός τέτοιου χρόνου που το Δικαστήριο ήθελε καθορίσει .
  2. Διάταγμα όπως η παρούσα αγωγή ανασταλεί μέχρι την κατάθεση της πιο πάνω ασφάλειας εξόδων και σε περίπτωση εκπνοής και/ή μη συμμόρφωσης των Εναγόντων με την καθορισθείσα προθεσμία, τότε η αγωγή αυτή να θεωρείται ως απορριφθείσα, με έξοδα εναντίον των Εναγόντων και υπέρ των Εναγομένων. Η αίτηση βασίζεται στις Δ.60 Κ.1, 5 και 6 και Δ.48 Κ.1-4 και 7-9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στο άρθρο 382 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 καθώς και στις συμφυείς εξουσίες και στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση του Ρένου Καραγιάννη, εκ των διευθυντών και μετόχων των Αιτητών, στην οποία τίθενται βασικά τα ακόλουθα: Γίνεται αναφορά στο ιστορικό της υπόθεσης και σε ενδιάμεσες διαδικασίες που έλαβαν χώραν. Στα πλαίσια αυτά αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι την 16.2.09 εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα παραμερισμού της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος στους Εναγόμενους και επιδικάσθηκαν σε αυτούς τα έξοδα της αίτησης, τα οποία, ως υπολογίσθηκαν και εγκρίθηκαν, ήταν για το ποσό των €467, πλέον Φ.Π.Α., με τόκο προς 5.5% από 21.1.09 μέχρι εξοφλήσεως. Σήμερα το ποσό ανέρχεται στα €668,
  3. Οι Αιτητές έκαναν πολλές προσπάθειες έκτοτε να εισπράξουν το εν λόγω ποσό, προφορικά και με επιστολές (ημερ. 15.4.11, 22.3.12, 5.3.13 προς τους δικηγόρους των Καθ' ων η αίτηση και 8.4.13 προς το Διαχειριστή αυτών), χωρίς όμως αποτέλεσμα μέχρι σήμερα. Περαιτέρω ως φαίνεται από το φάκελο της υπόθεσης μέχρι και σήμερα έγιναν πολλές διαδικασίες και εμφανίσεις ενώπιον του Δικαστηρίου και οι Καθ' ων η αίτηση καταδικάστηκαν σε διαφορετικές ημερομηνίες στην πληρωμή των εξόδων των Αιτητών. Εναντίον δε των Αιτητών εκδόθηκε στις 17.5.13, από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στην Αίτηση 332/2012 που καταχωρήθηκε από τον Διευθυντή Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων, διάταγμα εκκαθάρισης αυτών και ο Επίσημος Παραλήπτης διορίσθηκε και εξακολουθεί μέχρι σήμερα να είναι Προσωρινός Εκκαθαριστής τους. Επίσης οι Αιτητές τελούν υπό διαχείριση και έχει διορισθεί Διαχειριστής της περιουσίας τους στις 29.8.11, βάσει ομολόγου κυμαινόμενης επιβαρύνσεως, από την Marfin Popular Bank Public Company Ltd - νύν Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (ημερ. 4.12.07 με ημερ. εγγραφής την 10.12.07). Το εν λόγω ομόλογο εξασφαλίζει Λ.Κ.50.000 (€85.430,07), πλέον τόκους και καλύπτει ολόκληρη την περιουσία των Καθ' ων η Αίτηση, παρούσα ή μελλοντική. Περαιτέρω υπάρχει και άλλο ομόλογο κυμαινόμενης επιβάρυνσης σε ολόκληρη την περιουσία των Αιτητών με δικαιούχο την Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ - νύν Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (ημερ. 30.4.04 με ημερ. εγγραφής την 13.5.04), με το οποίο διασφαλίστηκε η πληρωμή του επιπρόσθετο ποσού των Λ.Κ.100.000 (€170.860,14), πλέον τόκους. Οι Καθ' ων η αίτηση δεν έχουν οποιανδήποτε ικανοποιητική κινητή ή ακίνητη περιουσία ή άλλα περιουσιακά στοιχεία με τα οποία θα μπορούσαν να καλύψουν τα δικηγορικά έξοδα και άλλα έξοδα τους σε περίπτωση απόρριψης της αγωγής με έξοδα σε βάρος τους, λόγω του ότι τέθηκαν υπό διαχείριση και διορίσθηκε Διαχειριστής όλης της περιουσίας τους στις 29.8.
  4. Επίσης, ενόψει της ύπαρξης των δύο ομολόγων επιβάρυνσης της περιουσίας τους (για εξασφάλιση ποσών πέραν των Λ.Κ.150.000 (€256.290,21) και του ότι εν συνεχεία από την 17.5.13 είναι υπό εκκαθάριση, οι Αιτητές είναι ανίκανοι να καλύψουν τις οφειλές τους. Οποιαδήποτε τυχόν περιουσία έχουν, χρησιμοποιήθηκε και/ή θα χρησιμοποιηθεί από το Διαχειριστή αυτών για τις ανάγκες εξόφλησης των οφειλών τους προς την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, βάσει των ομολόγων επιβάρυνσης και των επαγγελματικών δικαιωμάτων του Διαχειριστή και στη συνέχεια εάν και εφόσον προκύψει οποιονδήποτε περίσσευμα, τότε θα χρησιμοποιηθεί από τον Εκκαθαριστή του Επίσημου Παραλήπτη κατά σειράν προτεραιότητας των απαιτήσεων που εκκρεμούν εναντίον των Καθ' ων η αίτηση. Η απαίτηση των Κοινωνικών Ασφαλίσεων και των δεδικασμένων ποσών που όφειλαν οι Αιτητές σε αυτούς βάσει της Αίτησης 332/2012, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, ξεπερνά τις €49.000, πλέον τόκους και έξοδα. Επίσης οι Καθ' ων η Αίτηση οφείλουν και σημαντικά ποσά στο Γραφείο Εισπράξεως Φόρων. Η απαίτηση για πληρωμή των δικηγορικών εξόδων των Αιτητών που θα προκύψουν και επιδικασθούν εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση στην παρούσα δεν είναι προνομιούχα και δεν μπορεί να ικανοποιηθεί πριν την εξόφληση του χρέους που προκύπτει βάσει των ανωτέρω χρεών των Καθ' ων η αίτηση. Εκ των ανωτέρω προκύπτει αβίαστα ότι οι Καθ' ων η Αίτηση είναι αναξιόχρεοι και ανίκανοι να πληρώσουν τα οποιαδήποτε δικηγορικά έξοδα επιδικασθούν υπέρ των Αιτητών στην παρούσα αγωγή σε περίπτωση που αυτή απορριφθεί. Οι Αιτητές έχουν πραγματικά καλή νομική υπόθεση και υπεράσπιση στην αγωγή και ουδέν ποσόν οφείλουν στους Αιτητές. Οι δε Καθ' ων η αίτηση ως φαίνεται από τα δικόγραφα δεν έχουν καθόλου καλή υπόθεση. Όπως δε καταδεικνύεται από τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης και ειδικότερα από την φύση αυτής τα έξοδα για την εκδίκαση της υπολογίζονται κατά προσέγγιση ότι θα ανέλθουν στο ποσό των €9.401,52 (επισυνάπτεται σχετικό προσχέδιο καταλόγου εξόδων και αναφέρεται ότι ο υπολογισμός έγινε στη κλίμακα της αγωγής, η οποία είναι €50.000 - €100.000, σύμφωνα με τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2008 και τις κλίμακες δικηγορικών δικαιωμάτων σε αστικές αγωγές). Ως εκ των άνω τα αιτούμενα διατάγματα πρέπει να εκδοθούν διαφορετικά οι Αιτητές σε περίπτωση επιτυχίας στην υπεράσπιση τους δεν θα μπορούν να εισπράξουν τα δικηγορικά έξοδα που τους επιδικάσθηκαν και θα τους επιδικασθούν. Οι Ενάγοντες (στο εξής οι Καθ' ων η αίτηση) αντέδρασαν στην αίτηση με την καταχώρηση ένστασης στις 28.5.
  5. Η ένσταση βασίζεται στις Δ.60 Κ.1-6, Δ.48 Κ.1-9 και Δ.64 Κ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στο άρθρο 382 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113, στο άρθρο 30.2 του Συντάγματος καθώς και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι λόγοι της ένστασης είναι βασικά οι ακόλουθοι:
  6. Η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη.
  7. Η αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική.
  8. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων
  9. Οι Αιτητές δε νομιμοποιούνται στις αιτούμενες θεραπείες.
  10. Τα αιτούμενα διατάγματα είναι παντελώς αδικαιολόγητα και άδικα και θα εμποδίσουν τους Ενάγοντες από το να έχουν πρόσβαση στο Δικαστήριο.
  11. Η αίτηση είναι κακόπιστη, αχρείαστη και καταχρηστική Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Στέλιου Σοφοκλέους, εκ των διευθυντών των Εναγόντων, ο οποίος δηλώνει ότι γνωρίζει τα γεγονότα προσωπικά και από συμβουλή που έλαβε από τους δικηγόρους των Εναγόντων και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος. Στην ένορκη δήλωση αναφέρονται βασικά τα εξής: Σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης παραπέμπει στο φάκελο του Δικαστηρίου. Όσον αφορά την πληρωμή των επιδικασθέντων στους Αιτητές εξόδων αυτά είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας ως είθισται. Εάν τα έξοδα αυτά ήταν άμεσα πληρωτέα, οι Αιτητές είχαν στη διάθεση τους και μάλιστα πολύ πριν τεθούν οι Καθ' ων η αίτηση υπό διαχείριση ή και υπό εκκαθάριση, ακόμη και τώρα, διάφορους μηχανισμούς είσπραξης, κανένα εκ των οποίων δεν ακολούθησαν. Όσον αφορά τις διάφορες διαδικασίες που ακολούθησαν τα έξοδα κάποτε επιδικάζονταν εναντίον των Αιτητών και κάποτε εναντίον των Καθ' ων η αίτηση αλλά και πάλι αυτά θα καταβληθούν στο τέλος της διαδικασίας και αφού ακουστεί και αποφασιστεί η ουσία της υπόθεσης. Επίσης οι Καθ' ων η αίτηση αρνούνται ότι δεν έχουν οποιαδήποτε περιουσία και ότι οι Αιτητές δικαιούνται σε ασφάλεια εξόδων και υποστηρίζουν ότι οι ίδιοι αυτοί την στιγμή δεν έχουν ρευστότητα, έχουν όμως αξιώσεις από τρίτα πρόσωπα ύψους πέραν των €200.000, περιλαμβανομένης της παρούσας αγωγής, η οποία είναι βάσιμη και έχει σοβαρές προοπτικές επιτυχίας ως επίσης και εξοπλισμό και υλικό σε απόθεμα τα οποία αξίζουν πέριξ των €20,
  12. Δεν είναι σε αδυναμία να πληρώσουν οποιοδήποτε ποσό συμπεριλαμβανομένων των εξόδων που θα επιδικασθούν εναντίον τους σε περίπτωση αποτυχίας στην παρούσα αγωγή αλλά δεν μπορούν να καταβάλουν άμεσα το αναφερόμενο ή οιονδήποτε ποσό λόγω προσωρινής έλλειψης ρευστότητας. Ανεξάρτητα δε των ομολόγων κυμαινόμενης επιβάρυνσης, για τα οποία οι Αιτητές καμία μαρτυρία δεν έχουν δώσει για το ποσό που οφείλεται σήμερα προς τις εν λόγω τράπεζες, οι Καθ' ων η αίτηση δεν έχουν πρόβλημα, ως έχει εξηγηθεί ανωτέρω, να καλύψουν το ποσό των εξόδων που τυχόν επιδικασθεί εναντίον τους στην παρούσα αγωγή. Τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα αποστερήσει τους Καθ' ων η αίτηση από το συνταγματικό τους δικαίωμα για πρόσβαση στο Δικαστήριο και για δίκαιη δίκη, χωρίς να έχουν σοβαρό πρόβλημα, παρά μόνο προσωρινό πρόβλημα. Οι Αιτητές καταχώρησαν την παρούσα αίτηση και την προωθούν κακόπιστα και σε μια πρoσπάθεια να εκμεταλλευτούν την κατάσταση για να σταματήσουν και να δημιουργήσουν προσκόμματα στην υπόθεση εναντίον τους, για να αποφύγουν τις υποχρεώσεις τους ενώ οι Καθ' ων η αίτηση έχουν καλή υπόθεση. Περαιτέρω οι Αιτητές προσπαθούν με την παρούσα αίτηση να καταστήσουν τα έξοδα που δεν έχουν ακόμη επιδικαστεί εξασφαλισμένα και προνομιούχα, γεγονός που δεν επιτρέπεται. Ακόμη και αν εκδίδετο το αιτούμενο διάταγμα, αυτό το ποσό στο τέλος, ακόμα κι αν εκατατίθετο και τα έξοδα επιδικάζονταν υπέρ των Αιτητών οι τελευταίοι δεν θα μπορούσαν να το εισπράξουν καθώς αυτό θα ήταν προνομιούχα πληρωμή και θα ήταν άκυρη και ακυρώσιμη. Συνεπώς σε τίποτα δε θα βοηθήσει η έγκριση της αίτησης. Τέλος οι Καθ' ων η αίτηση αρνούνται τη θέση των Αιτητών ότι τα έξοδα για την εκδίκαση της υπόθεσης θα ανέλθουν στο ποσό των €9.401,52 και υποστηρίζουν ότι τα αναφερόμενα έξοδα και ο κατάλογος εξόδων που επισυνάπτεται είναι υπερβολικά, αυθαίρετα και εξογκωμένα εφόσον ο υπολογισμός έγινε σε κλίμακα €50.000 - €100.000 ενώ τα έξοδα που θα επιδικασθούν όταν αποπερατωθεί η αγωγή θα είναι στην κλίμακα του επιδικασθέντος ποσού. Ως εκ των ανωτέρω οι Καθ' ων η αίτηση ζητούν την απόρριψη της αίτησης, με έξοδα υπέρ τους. Στα πλαίσια ακρόασης της αίτησης και οι δύο πλευρές περιορίσθηκαν σε γραπτές αγορεύσεις υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους με παραπομπή και σε σχετική νομολογία. Νομική πτυχή Στη νομική βάση της αίτησης παρατίθενται τόσο η Δ.60 Κ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών όσο και το άρθρο 382 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.
  13. Το ορθό όμως δικαιοδοτικό πλαίσιο στην παρούσα είναι το άρθρο 382 καθότι η Δ.60 Κ.1 εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπου ο Ενάγοντας διαμένει εκτός Κύπρου ή εκτός κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εν πάση όμως περιπτώσει οι νομολογιακές αρχές ερμηνείας της Δ.60 Κ.1 είναι απόλυτα σχετικές με το υπό εξέταση θέμα της παροχής ασφάλειας εξόδων στην παρούσα. Το άρθρο 382 του Κεφ. 113 προβλέπει τα εξής: «Όταν εταιρεία είναι ενάγουσα σε οποιαδήποτε αγωγή ή άλλη νομική διαδικασία, κάθε δικαστής που έχει δικαιοδοσία στο θέμα δύναται, αν φαίνεται με αξιόπιστη μαρτυρία ότι υπάρχει λόγος να πιστεύει ότι η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα έξοδα του εναγομένου αν αυτός επιτύχει στην υπεράσπισή του, να ζητήσει να δοθεί ικανοποιητική εγγύηση για τα έξοδα εκείνα, και δύναται να αναστείλει όλες τις διαδικασίες μέχρι να δοθεί η εγγύηση». Ως προκύπτει από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου (όπως και της Δ.60 Κ.1) η έκδοση διαταγής για παροχή ασφάλειας εξόδων ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται δικαστικά (βλ. Alahmari v. Alia The Royal Jordanian Airline

(1990)1 Α.Α.Δ 434). Πρέπει δε να σημειωθεί ότι στη βάση του άρθρου 382 του Κεφ, 113 το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια να απορρίψει το αίτημα ακόμη και σε περίπτωση που γίνει αποδεκτή η αδυναμία της εταιρείας να πληρώσει τα έξοδα του Εναγόμενου (βλ. Sir Linday Parkinson and Co. Ltd v. Triplan Ltd
(1973)2 All E R 273 και Halsbury's Laws of England 4η έκδοση, τόμος 37 παρα. 304). Στα πλαίσια λοιπόν εξέτασης αίτησης δυνάμει του πιο πάνω άρθρου θα πρέπει να αποφασισθούν τα ακόλουθα: Κατά πόσο υπάρχει λόγος να πιστεύεται ότι η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα έξοδα του εναγομένου εάν επιτύχει η υπεράσπιση του, γεγονός που πρέπει να προκύπτει από αξιόπιστη μαρτυρία, και σε περίπτωση που κριθεί η ύπαρξη τέτοιας ανικανότητας, κατά πόσο το Δικαστήριο με βάση τα δεδομένα της περίπτωσης, θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και να διατάξει την παροχή ασφάλειας για τα έξοδα αυτά. Συνήθως όταν αποδειχθεί η αδυναμία της εταιρείας να πληρώσει, το Δικαστήριο θα εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα εκτός αν θεωρήσει ότι συντρέχουν ειδικές περιστάσεις που συνηγορούν υπέρ της μη έκδοσης τέτοιου διατάγματος. Στα ευρύτερα κριτήρια για την παροχή ασφάλειας εξόδων συγκαταλέγεται και η δύναμη της υπόθεσης του Ενάγοντα διότι αν έχει καλή υπόθεση, η δε υπεράσπιση φαίνεται να μην ευσταθεί, τότε θα ήταν αντίθετο με το πνεύμα της δικαιοσύνης να διαταχθεί η καταβολή ασφάλειας εξόδων επιβραβεύοντας έτσι ουσιαστικά τον Εναγόμενο και καθυστερώντας την όλη διαδικασία (βλ. Genemp Trading Ltd v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2011)1Β Α.Α.Δ 1314). Η αφερεγγυότητα της εταιρείας πρέπει να καταφαίνεται και αποδεικνύεται ως θετικό γεγονός. Αυτό αποφασίσθηκε στην Iacovou Brothers (Constructions) Ltd v. Fashionwise Ltd
(2000)1Β Α.Α.Δ 1377 όπου εξετάσθηκαν οι προεκτάσεις της εφαρμογής των προνοιών του άρθρου 382 του Κεφ. 113, σε σχέση με εταιρεία, η οποία είχε αναστείλει τις επιχειρηματικές της δραστηριότητες. Το γεγονός ότι μια εταιρεία τελεί υπό εκκαθάριση αποτελεί prima facie μαρτυρία ότι αδυνατεί να καταβάλει τα έξοδα. Το «τεκμήριο» αυτό παραμένει ισχυρό εκτός αν δοθεί προς το αντίθετο σχετική μαρτυρία (βλ. Hallsbury's Laws of England, 5η έκδοση, Volume 14, παρ. 1-692, Genemp Trading Ltd ανωτέρω και Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία ν. Allways Travel Holidays Limited κ.α.
(1992)1Β Α.Α.Δ 995). Η έκδοση διατάγματος παραλαβής δεν καταδεικνύει αφεαυτής έλλειψη οικονομικής δυνατότητας για την παροχή ασφάλειας εξόδων (βλ. Επίσημος Παραλήπτης ως Εκκαθαριστής της K.S.S. Trading Ltd ν. Γενικές Ασφάλειες Κύπρου Λτδ (Αρ. 2)
(2005)1Β Α.Α.Δ 1446). Ως δε έχει νομολογηθεί στην The Continental Insurance Company of Hampshire v. O'Regan
(1998)1Β Α.Α.Δ 1087, η οποία διαγράφει το πλαίσιο άσκησης της σχετικής διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου, υπό το πρίσμα των συνταγματικών διατάξεων που κατοχυρώνουν το δικαίωμα πρόσβασης στη Δικαιοσύνη (άρθρο 30
(2)του Συντάγματος και η αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών), η διαταγή για ασφάλεια εξόδων δεν πρέπει να λειτουργεί με τρόπο που να στερεί αυτό το δικαίωμα. Βέβαια, ως εξηγήθηκε, η πρόνοια για εξασφάλιση δεν απολήγει καθεαυτή σε στέρηση ή περιορισμό του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο. Εξαρτάται από τις περιστάσεις. Ως λέχθηκε στην ίδια υπόθεση η έκδοση τέτοιας διαταγής δεν πρέπει να παραγνωρίζει την οικονομική κατάσταση του προσώπου εναντίον του οποίου στρέφεται. «Με εξαίρεση ορισμένες αναγνωρισμένες περιπτώσεις - της αφερέγγυας εταιρείας (βλ. άρθρο 382 του Κεφ. 113), του αναξιόχρεου μόνο κατ΄ όνομα ενάγοντος ή του εκδηλώσαντος με εσκεμμένες ενέργειες την πρόθεση να αποφύγει εν καιρώ τις όποιες δικές του εκ της αντιδικίας υποχρεώσεις - η οικονομική αδυναμία ενάγοντος δεν αποτελεί λόγο για εξασφάλιση των εξόδων του εναγόμενου». Το ίδιο δεν πρέπει η αδιαμφισβήτητη οικονομική αδυναμία του Ενάγοντα εκτός δικαιοδοσίας, η οποία δεν θα του επέτρεπε να συμμορφωθεί με τέτοιο διάταγμα, να απολήγει σε στέρηση της πρόσβασης του στο δικαστήριο. Με άλλα λόγια η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου συναρτάται με τη δυνατότητα του Ενάγοντα, ανάλογα με την οικονομική του ευχέρεια, να παράσχει την αιτούμενη ασφάλεια. Εφόσον δεν διαθέτει τα μέσα το αίτημα απορρίπτεται εφόσον ουσιαστικά έγκριση της αίτησης απολήγει σε στέρηση του εν λόγω δικαιώματος. Υπερισχύει δηλ. το δικαίωμα αυτό (βλ. και Conway v. Ηλία
(2002)1Γ Α.Α.Δ 1653 και Χαραλαμπίδης ν. Πέτρου κ.α.
(2003)1Γ Α.Α.Δ 1698). Βέβαια στην περίπτωση εταιρειών που είναι Ενάγοντες αλλά με αξιόπιστη μαρτυρία φαίνεται ότι είναι ανίκανες να πληρώσουν τα έξοδα του Εναγόμενου σε περίπτωση επιτυχίας του τελευταίου στην υπεράσπιση του, η οικονομική αδυναμία αποτελεί το έρεισμα του αιτήματος για ασφάλεια εξόδων εφόσον αυτό προβλέπεται ρητά από το άρθρο 382 του Κεφ. 113. Όμως και σε αυτές τις περιπτώσεις χρειάζεται ισορροπία και το θέμα πρέπει να αντιμετωπίζεται με τρόπο που να λαμβάνει υπόψη όχι μόνο την οικονομική αδυναμία της Ενάγουσας εταιρείας, όπως και την αντίστοιχη εύλογη ανησυχία αντίδικου για τα έξοδα του, αλλά και το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο. Αλλιώς δεν θα μπορούσε να δικαιολογηθεί η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης διατάγματος (βλ. Επίσημος Παραλήπτης ως Εκκαθαριστής της K.S.S. Trading Ltd ανωτέρω). Το ζητούμενο είναι σε κάθε περίσταση κατά πόσο η παροχή ασφάλειας είναι αντικειμενικά δικαιολογημένη έχοντας υπόψη τις όλες συνθήκες, καθώς και το πιθανό βάρος επί των ώμων του διαδίκου που θα διαταχθεί να καταβάλει αυτή την ασφάλεια (βλ. Genemp Trading Ltd ανωτέρω). Το ποσό δε το οποίο καθορίζεται ως ασφάλεια για τα έξοδα είναι το ποσό το οποίο υπό κανονικές συνθήκες είναι πιθανό να υποστεί το μέρος το οποίο εξαιτείται την έκδοση της διαταγής (βλ. Senior Service Ltd. and Others v. Chrysanthi Shipping Co. Ltd. and Another
(1975)1 C.L.R 316). Ως θέμα ορθής πρακτικής το ποσό το οποίο επιζητείται ως ασφάλεια πρέπει να υποστηρίζεται με λεπτομέρειες (προκαταρκτικό κατάλογο εξόδων) που να τείνουν να καθορίζουν το ύψος του (βλ. Alahmari v. Alia The Royal Jordanian Airline
(1990)1 Α.Α.Δ 434). Ένας τέτοιος υπολογισμός είναι ορθό να επισυνάπτεται σε αιτήσεις του είδους αυτού. Παρά όμως το βοηθητικό τέτοιου καταλόγου, η επισύναψη του δεν προνοείται από οποιαδήποτε δικονομική πρόνοια, ώστε η αίτηση για ασφάλεια εξόδων να υπόκειται, δίχως άλλο, σε απόρριψη στην απουσία καταλόγου. Η απουσία καταλόγου στο τέλος της ημέρας απλώς δεν βοηθά τον αιτητή να υποστηρίξει με την αναγκαία λεπτομέρεια το ύψος του ποσού που ζητά να δοθεί ως ασφάλεια (βλ. Genemp Trading Ltd ανωτέρω). Υπό την Δ.60 Κ.1 η ασφάλεια εξόδων μπορεί να δοθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Το δε άρθρο 382 του Κεφ. 113 δεν καθορίζει οποιοδήποτε χρόνο. Ο χρόνος όμως υποβολής της αίτησης λαμβάνεται υπόψη και δεν αποκλείεται η περίπτωση η καθυστέρηση του διαδίκου να αποταθεί εγκαίρως για ασφάλεια εξόδων, σε συσχετισμό με άλλους ενισχυτικούς παράγοντες, να οδηγήσει το Δικαστήριο στην απόρριψη του αιτήματος (βλ. Union Des Cooperatives Agricoles De Cereales De Semences v. Apak Agro Industries Ltd κ.ά. (Αρ. 2)
(1992)1 Α.Α.Δ. 1170) και Genemp Trading Ltd ανωτέρω). Εξετάζοντας την παρούσα όσον αφορά το θέμα της φερεγγυότητας ή μη των Καθ' ων η αίτηση, από τα στοιχεία που παραθέτουν οι Αιτητές, οι Καθ' ων η αίτηση κατ' αρχήν δεν αμφισβητούν ότι δεν κατέβαλαν μέχρι σήμερα στους Αιτητές τα έξοδα που επιδικάσθηκαν στους τελευταίους στα πλαίσια ενδιάμεσης διαδικασίας στην παρούσα αγωγή παρά το ότι τους ζητήθηκε με σχετικές επιστολές. Αναφέρουν όμως ότι αυτά είναι καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας. Περαιτέρω οι Καθ' ων η αίτηση δεν αμφισβητούν ότι τελούν υπό εκκαθάριση με διάταγμα Δικαστηρίου ημερ. 17.5.13, βάση του οποίου ο Επίσημος Παραλήπτης διορίσθηκε και εξακολουθεί μέχρι σήμερα να είναι Προσωρινός Εκκαθαριστής τους. Το γεγονός αυτό, ως έχει αναφερθεί ανωτέρω, αποτελεί εκ πρώτης όψεως μαρτυρία («τεκμήριο») ότι οι Καθ' ων η αίτηση αδυνατούν να καταβάλουν τα έξοδα, εκτός αν δοθεί προς το αντίθετο σχετική μαρτυρία. Οι Καθ' ων η αίτηση δεν αμφισβητούν επίσης ότι τελούν υπό διαχείριση και έχει διορισθεί Διαχειριστής της περιουσίας τους στις 29.8.11, βάση ομολόγου κυμαινόμενης επιβαρύνσεως (με δικαιούχο την Marfin Popular Bank Public Company Ltd - νύν Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ - ημερ. 4.12.07 με ημερ. εγγραφής την 10.12.07), το οποίο εξασφαλίζει Λ.Κ.50.000 (€85.430,07), πλέον τόκους και καλύπτει ολόκληρη την περιουσία των Καθ' ων η Αίτηση, παρούσα ή μελλοντική. Δεν έχουν επίσης αμφισβητήσει ούτε ότι βαρύνονται και με άλλο ένα ομόλογο κυμαινόμενης επιβάρυνσης (με δικαιούχο την Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ - νύν Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία - ημερ. 30.4.04 με ημερ. εγγραφής την 13.5.04), το οποίο εξασφαλίζει επιπρόσθετο ποσό Λ.Κ.100.000 (€170.860,14), πλέον τόκους και επίσης καλύπτει ολόκληρη την περιουσία τους. Όσον δε αφορά τη θέση τους ότι οι Αιτητές δεν έχουν δώσει μαρτυρία για το ποσό που οφείλεται σήμερα προς τις εν λόγω τράπεζες θα πρέπει να λεχθεί ότι ενόψει του πιο πάνω αναφερόμενου «τεκμηρίου» είναι οι Καθ' ων η αίτηση που έπρεπε να θέσουν στοιχεία που να δείχνουν ότι το οποιοδήποτε οφειλόμενο ποσό δεν τους καθιστά «αφερέγγυους» για σκοπούς της παρούσας. Άλλωστε με δεδομένο ότι έχει διορισθεί Διαχειριστής με βάση το ένα εκ των δύο ομολόγων (ο οποίος και διόρισε τους δικηγόρους που χειρίζονται την παρούσα υπόθεση για τους Καθ' ων η αίτηση - βλ. πρακτικό του Δικαστηρίου ημερ. 19.2.14) και ότι το ομόλογο καλύπτει όλη την περιουσία των Καθ' ων η αίτηση, οι τελευταίοι είναι αυτοί που εκ των πραγμάτων είναι σε θέση να έχουν καλύτερη και άμεση γνώση για το συγκεκριμένο θέμα. Όσον δε αφορά τον ισχυρισμό των Αιτητών ότι οποιαδήποτε τυχόν περιουσία έχουν οι Καθ' ων η αίτηση, χρησιμοποιήθηκε ή θα χρησιμοποιηθεί από το Διαχειριστή αυτών για τις ανάγκες εξόφλησης των οφειλών τους προς την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, βάσει των ομολόγων επιβάρυνσης και των επαγγελματικών δικαιωμάτων του Διαχειριστή και στη συνέχεια εάν και εφόσον προκύψει οποιονδήποτε περίσσευμα, τότε θα χρησιμοποιηθεί από τον Εκκαθαριστή του Επίσημου Παραλήπτη κατά σειράν προτεραιότητας των απαιτήσεων που εκκρεμούν εναντίον των Καθ' ων η αίτηση, οι τελευταίοι προβαίνουν στην ένορκη δήλωση τους σε μια γενική και αόριστη άρνηση χωρίς να θέτουν οποιαδήποτε στοιχεία, τα οποία ενόψει των προλεχθέντων είναι σε θέση και θα μπορούσαν να παρουσιάσουν. Γενική δε είναι και η άρνηση τους ότι δεν οφείλουν ποσά στο Γραφείο Εισπράξεως Φόρων. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να λεχθεί περαιτέρω ότι η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση δεν γίνεται από τον διορισθέντα με βάση το ομόλογο Διαχειριστή, ο οποίος και προφανώς λόγω της ιδιότητας του και των σχετικών εξουσιών που του παρέχει ο περί Εταιρειών Νόμος, είναι σε θέση να απαντήσει στα πιο πάνω, αλλά από ένα εκ των διευθυντών των Καθ' ων η αίτηση, ο οποίος δηλώνει ότι είναι εξουσιοδοτημένος από τους Ενάγοντες και γνωρίζει τα γεγονότα προσωπικά, χωρίς να αποκαλύπτει όμως πως γνωρίζει θέματα ως το πιο πάνω (τα οποία και αρνείται) που ανάγονται στην εξουσία, ενέργειες και σφαίρα γνώσεων του εν λόγω Διαχειριστή. Ως προκύπτει άλλωστε από τον περί Εταιρειών Νόμο και έχει νομολογηθεί το διάταγμα εκκαθάρισης δεν συνεπάγεται μεν αυτομάτως απόλυση των αξιωματούχων της εταιρείας αλλά έχει ως συνέπεια της αναστολής των εξουσιών τους (βλ. και Επί τοις αφορώσι την Εταιρεία Genemp Trading Ltd
(2009)1Β Α.Α.Δ 1658). Συνεπώς δεν εξηγείται στην παρούσα πως ο ενόρκως δηλών γνωρίζει τα όσα σχετικά θέτει ή αρνείται. Αρνούνται επίσης οι Καθ' ων η αίτηση ότι δεν έχουν οποιανδήποτε ικανοποιητική κινητή ή ακίνητη περιουσία ή άλλα περιουσιακά στοιχεία με τα οποία θα μπορούσαν να καλύψουν τα δικηγορικά έξοδα των Αιτητών και υποστηρίζουν ότι οι ίδιοι αυτήν την στιγμή δεν έχουν ρευστότητα και δεν μπορούν ως εκ τούτου να καταβάλουν άμεσα οποιοδήποτε ποσό εξόδων, έχουν όμως αξιώσεις από τρίτα πρόσωπα ύψους πέραν των €200.000, περιλαμβανομένης της παρούσας αγωγής, ως επίσης και εξοπλισμό και υλικό σε απόθεμα τα οποία αξίζουν πέριξ των €20.
  1. Όσον αφορά την αξίωση τους στην παρούσα θα πρέπει να λεχθεί ότι, με βάση τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των διαδίκων, δεν αποκλείεται οι Καθ' ων η αίτηση είτε να επιτύχουν είτε να αποτύχουν στην απαίτηση τους. Με άλλα λόγια δεν μπορεί μόνο στη βάση των συγκεκριμένων δικογραφημένων ισχυρισμών να γίνει τέτοια πρόβλεψη. Εν πάση όμως περιπτώσει θα πρέπει να σημειωθεί ότι σε περίπτωση επιτυχίας των Καθ' ων η αίτηση δεν θα τίθεται θέμα καταβολής εξόδων στους Αιτητές. Με άλλα λόγια θεωρώ ότι η εν λόγω αξίωση δεν μπορεί να αποτελέσει «περιουσιακό στοιχείο» με βάση το οποίο να καταλήξει το Δικαστήριο ότι οι Καθ' ων η αίτηση είναι φερέγγυοι. Αναφορικά με τις λοιπές αξιώσεις από τρίτα πρόσωπα και πάλι γίνεται μια γενική και αόριστη αναφορά χωρίς να δίνονται οποιεσδήποτε λεπτομέρειες (πέραν του συνολικού ποσού) ώστε να καταδειχθεί έστω στον απαιτούμενο για την παρούσα βαθμό ότι αυτές οι αξιώσεις θα μετατραπούν σε χρήματα τα οποία θα περιέλθουν στην κατοχή των Καθ' ων η αίτηση. Δεν γίνεται δε καμία αναφορά σχετικά ότι έχουν γίνει οποιεσδήποτε ενέργειες προς την κατεύθυνση αυτή. Εν πάση δε περιπτώσει θα πρέπει να λεχθεί ότι με βάση τα γενικά και αόριστα στοιχεία που έχουν θέσει οι Καθ' ων η αίτηση, το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να κρίνει κατά πόσο αυτοί έχουν τη δυνατότητα κάλυψης των εξόδων της υπόθεσης σε περίπτωση που η αγωγή τους αποτύχει, έτσι ώστε να καταλήξει σε ασφαλές εύρημα περί τούτου, ανατρέποντας την εκ πρώτης όψεως μαρτυρία περί της ανικανότητας τους να το πράξουν. Ακόμη πρέπει να σημειωθεί ότι η παρούσα διακρίνεται σαφώς ως προς τα γεγονότα της από την υπόθεση Iacovou Brothers (Constructions) Ltd ανωτέρω εφόσον εκεί η εταιρεία δεν βρισκόταν υπό εκκαθάριση αλλά ήταν ανενεργός με την έννοια ότι σταμάτησε να ασχολείται με την κατασκευή και εμπορία ετοίμων ενδυμάτων λόγω της κρίσης που επικρατούσε και συνεπώς δεν υπήρχε το προαναφερόμενο «τεκμήριο» αφερεγγυότητας. Για αυτό και επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση με την οποία θεωρήθηκε ότι οι Αιτητές, μη αντικρούοντας τον ένορκο ισχυρισμό του διευθυντή της εταιρείας ότι αυτή διέθετε περιουσία που συνίστατο από χρεώστες, υφάσματα και μηχανήματα και ότι είχαν γίνει προσπάθειες πώλησης των υφασμάτων και μηχανημάτων αλλά χωρίς αποτέλεσμα λόγω της κρίσης, απέτυχαν να αποσείσουν το σχετικό βάρος απόδειξης, δηλ. να αποδείξουν με θετικό τρόπο την αφερεγγυότητα της Καθ' ης η αίτηση εταιρείας, με αποτέλεσμα την απόρριψη της αίτησης. Αναφορικά δε με τον ισχυρισμό των Καθ΄ ων η αίτηση ότι διαταγή για παροχή ασφάλειας εξόδων θα αποτελέσει εμπόδιο στο δικαίωμα τους για πρόσβαση στο Δικαστήριο, σίγουρα αυτό είναι ενδεικτικό της ανικανότητας τους να καταβάλουν τα έξοδα σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης τους. Πέραν τούτου ως έχει αναφερθεί ανωτέρω (βλ. Genemp Trading Ltd) οι δικονομικές πρόνοιες δεν μπορούν να εφαρμόζονται μόνο προς όφελος των Καθ' ων η αίτηση με την απρόσκοπτη δυνατότητα καταχώρησης και προώθησης εκ μέρους τους της αγωγής αλλά όχι και προς όφελος των Αιτητών ώστε να μην είναι γι΄ αυτούς λογικό να αναζητήσουν ασφάλεια εξόδων. Ούτε η θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι η παρούσα καταχωρήθηκε και προωθείται κακόπιστα σε μια πρoσπάθεια να αποφύγουν οι Αιτητές τις υποχρεώσεις τους στοιχειοθετείται. Αντίθετα φαίνεται, με βάση τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, ότι οι Αιτητές δικαιωματικά προχώρησαν στην παρούσα. Ως έχει δε προαναφερθεί συνήθως όταν αποδειχθεί η αδυναμία της εταιρείας να πληρώσει, το Δικαστήριο θα εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα εκτός αν θεωρήσει ότι συντρέχουν ειδικές περιστάσεις που συνηγορούν υπέρ της μη έκδοσης τέτοιου διατάγματος. Λαμβάνοντας όμως υπόψην όλα τα περιστατικά της παρούσας, ως τέθηκαν ενώπιον μου, κρίνεται ότι δεν συντρέχουν οποιεσδήποτε ειδικές περιστάσεις που να δικαιολογούν την μη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Αντίθετα σταθμίζοντας όλα τα δεδομένα κρίνω ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ της έγκρισης της αίτησης. Αναφορικά με το ποσό της ασφάλειας, ως έχει επίσης προαναφερθεί, είναι θέμα ορθής πρακτικής το ποσό που επιζητείται να υποστηρίζεται με λεπτομέρεια σε προκαταρκτικό κατάλογο εξόδων που να τείνει να καθορίζει το ύψος του. Στην προκειμένη περίπτωση έχει γίνει αυτό εφόσον οι Αιτητές έχουν επισυνάψει στην αίτηση «Προσχέδιο Καταλόγου Εξόδων» όπου τα εν λόγω έξοδα υπολογίζονται στο ποσό των €9.401,
  2. Ο κατάλογος αυτός έγινε στην κλίμακα της αγωγής δηλ. σε κλίμακα €50.000 - €100.000, που είναι η κλίμακα που θα υπολογισθούν τα έξοδα σε περίπτωση απόρριψης της αγωγής. Η θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι ο υπολογισμός θα γίνει στην κλίμακα του επιδικασθέντος ποσού δεν ισχύει σε τέτοια περίπτωση αλλά σε περίπτωση επιτυχίας στην αγωγή. Έχοντας λοιπόν εξετάσει τον κατάλογο αυτό και συνεκτιμώντας όλους τους σχετικούς παράγοντες, περιλαμβανομένου του ιστορικού της υπόθεσης ως προκύπτει από το φάκελο, καταλήγω ότι ποσό €6.000 για ασφάλεια εξόδων είναι λογικό υπό τις περιστάσεις. Ως εκ των άνω εκδίδεται διάταγμα με το οποίο οι Ενάγοντες διατάσσονται όπως παράσχουν ασφάλεια εξόδων, για τα έξοδα των Εναγομένων σε περίπτωση αποτυχίας της απαίτησης των Εναγόντων, για το ποσό των €6.000, είτε με κατάθεση του εν λόγω ποσού σε μετρητά είτε με παροχή τραπεζικής εγγύησης για το εν λόγω ποσό, στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, εντός 45 ημερών από σήμερα. Μέχρι την παροχή της πιο πάνω ασφάλειας ή την εκπνοή του χρόνου που έχει καθοριστεί, η διαδικασία στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή αναστέλλεται. Σε περίπτωση που η διαταχθείσα ασφάλεια εξόδων δεν κατατεθεί εντός του ορισθέντος χρόνου τότε η αγωγή θα θεωρείται ως αυτομάτως απορριφθείσα και οι Εναγόμενοι θα δικαιούνται τα έξοδα της αγωγής μέχρι σήμερα, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τέλος τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Εναγόμενων - Αιτητών και εναντίον των Εναγόντων - Καθ' ων η αίτηση και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας στην παρούσα αγωγή. (Υπ.) ................ Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/General Application/Interim Αναφορά: Aίτηση για ασφάλεια εξόδων. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.