Andreas Herakleous Consultant Engineers Ltd κ.α. ν. Heracleous & Pisinos Development Ltd, Αρ. Αγωγής:2318/14, 8/7/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A287 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής׃ 2318/14 Μεταξύ:
- Andreas Herakleous Consultant Engineers Ltd
- Ανδρέας Ηρακλέους Ενάγοντες Και Heracleous & Pisinos Development Ltd Εναγομένων Ημερομηνία: 8/7/2014 Εμφανίσεις: Για αιτητές/ενάγοντες׃ κ. Π. Παυλίδης (για την απαγγελία της απόφασης η κα Χριστόφη) Για καθ' ων η αίτηση/εναγόμενους׃ κα Αντωνίου Α Π Ο Φ Α Σ Η Η οριστικοποίηση ή όχι του ενδιάμεσου προσωρινού διατάγματος που εκδόθηκε στις 21/5/2014 μετά από μονομερή αίτηση των εναγόντων/αιτητών, αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας απόφασης. Με το διάταγμα αυτό «απαγορεύεται στην εναγόμενη και/ή στους διευθυντές και/ή αξιωματούχους και/ή υπηρέτες και/ή αντιπροσώπους και/ή διαχειριστές και/ή παραλήπτες αυτής από του να αποξενώσουν και/ή μεταβιβάσουν και/ή πωλήσουν και/ή επιβαρύνουν το όλο και/ή οποιοδήποτε μέρος του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 06-182, Φ/Σχ. 2-213-343, τμήμα 06, τεμάχιο 182, στον Άγιο Τύχωνα στη Λεμεσό». Την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, υπογράφει ο Ανδρέας Ηρακλέους, ενάγοντας 2 και διευθυντής της ενάγουσας 1 αλλά και διευθυντής και μέτοχος της εναγόμενης εταιρείας. Όπως αναφέρει η εναγόμενη εταιρεία ιδρύθηκε από τον ίδιο και τον Γιώργο Πίσινο οι οποίοι είναι και οι μοναδικοί της μέτοχοι με σκοπό την αγορά ακινήτου στον Άγιο Τύχωνα Λεμεσού, την ανέγερση κατοικίας εντός αυτού και την μεταγενέστερη πώληση της με σκοπό την πραγματοποίηση κέρδους. Πράγματι η εναγόμενη εταιρεία αγόρασε ένα ακίνητο στον Άγιο Τύχωνα και κατά ή περί της 2/4/2005, το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας αυτής αποφάσισε και ανάθεσε στην ενάγουσα εταιρεία 1 και τον ενάγοντα 2 την ετοιμασία αρχιτεκτονικών και στατικών σχεδίων και μελετών και την επίβλεψη όλων των εργασιών στην οικοδομή. Συμφωνήθηκε επίσης όπως η αμοιβή των εναγόντων θα ήταν ίση με ποσοστό 6% επί του τελικού κόστους κατασκευής της οικοδομής πλέον φ.π.α. πληρωτέα με ποσό ίσο με το 3% πλέον φ.π.α επί του κόστους κατασκευής της οικοδομής με την ολοκλήρωση των αρχιτεκτονικών σχεδίων, ποσό ίσο με το 1% πλέον φ.π.α επί του κόστους κατασκευής της οικοδομής με την ολοκλήρωση των στατικών σχεδίων και μελετών και ποσό ίσο με το 2% πλέον φ.π.α επί του κόστους κατασκευής της οικοδομής αναφορικά με την επίβλεψη των κατασκευαστικών εργασιών το οποίο και θα καταβαλλόταν σταδιακά με την πρόοδο των εργασιών. Για τα πιο πάνω η εναγόμενη εταιρεία υπόγραψε εξουσιοδότηση εντολέα του ΕΤΕΚ με την οποία εξουσιοδοτούσε τους ενάγοντες να εκτελέσουν για λογαριασμό της, τις πιο πάνω εργασίες. Δυνάμει της συμφωνίας αυτής οι ενάγοντες προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στην εναγόμενη εταιρεία από το 2007 έως το 2011, εκπονώντας αρχιτεκτονικά σχέδια, στατικά σχέδια και μελέτες, εξασφαλίζοντας τις σχετικές άδειες και επιβλέποντας τις εργασίες για την ανέγερση της οικίας οι οποίες συμπληρώθηκαν κατά 90%. Το κόστος κατασκευής της οικίας για όσες εργασίες ολοκληρώθηκαν, ανήλθε στο ποσό των Ε850.000=, ενώ για την ολοκλήρωση τους απαιτούνται ακόμα Ε200.000=. Ως εκ τούτου οι ενάγοντες δικαιούνται την αμοιβή τους η οποία ανέρχεται στο ποσό των Ε60.000= πλέον φ.π.α.. Για πληρωμή του ποσού αυτού οι ενάγοντες εξέδωσαν την 1/2/2011 προτιμολόγιο το οποίο παρέδωσαν στην εναγόμενη εταιρεία αλλά η τελευταία παραλείπει μέχρι σήμερα να το ξοφλήσει. Επειδή η εναγόμενη εταιρεία αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα με την Marfín Popular Bank Public Company Ltd, η οποία τώρα αποτελεί μέρος της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, η Τράπεζα προχώρησε στις 5/10/2011 στον διορισμό παραλήπτη/διαχειριστή της εναγομένης. Ακολούθως καταχώρησε στο Ε.Δ. Λεμεσού την Αίτηση Αρ. 779/2011 (Τεκμήριο 6) με την οποία ζητούσε την επικύρωση του διορισμού του καθώς επίσης και διάφορα άλλα διατάγματα έτσι ώστε να αναλάβει τον έλεγχο και τη διαχείριση της εναγόμενης εταιρείας. Ενώ αρχικά οι δύο μέτοχοι της εταιρείας έφεραν ένσταση στην έκδοση του διατάγματος, στη συνέχεια αποδέχθηκαν να εκδοθούν τα διατάγματα που εκτίθενται στις παραγράφους Α και Δ της αίτησης με τετράμηνη αναστολή και τα διατάγματα που εκτίθενται στις παραγράφους Β και Γ της αίτησης με δύο μήνες αναστολή. Δηλώθηκε επίσης ως Κανόνας Δικαστηρίου ότι για την πώληση του ακινήτου θα διοριζόταν από κοινού εκτιμητής ο οποίος θα καθόριζε την αξία του, ενώ στην περίπτωση διαφωνίας ως προς το πρόσωπο του εκτιμητή, τότε οι δύο πλευρές θα διόριζαν από ένα εκτιμητή και έτσι οι δύο εκτιμητές θα προχωρούσαν σε κοινή εκτίμηση. Στην περίπτωση που οι δύο εκτιμητές δεν συμφωνούσαν, τότε θα διόριζαν άλλο εκτιμητή για να προχωρήσει σε εκτίμηση. Συμφωνήθηκε επίσης ότι στην περίπτωση προκήρυξης προσφορών για πώληση του ακινήτου, τις δύο πρώτες φορές δεν θα γινόταν αποδεκτή οποιαδήποτε τιμή χαμηλότερη αυτής της εκτίμησης. Όμως την τρίτη φορά που θα γινόταν προκήρυξη για προσφορές η τιμή πώλησης του ακινήτου θα ήταν ελεύθερη. Συμφωνήθηκε ακόμα ότι θα μεσολαβούσε χρονική περίοδος τουλάχιστον τριών μηνών μεταξύ των προκηρύξεων της κάθε προσφοράς. Αναφέρει ακόμα ο ενόρκως δηλών ότι δυνάμει των πιο πάνω ο Χριστόφορος Αντωνίου ανέλαβε τη διαχείριση της εναγόμενης εταιρείας και μπορεί να πωλήσει το ακίνητο σε οποιαδήποτε τιμή, με σκοπό να ξοφληθεί η οφειλή της εναγόμενης εταιρείας προς την Τράπεζα. Περί τα τέλη Απριλίου, αρχές Μαϊου ο Αντωνίου ενημέρωσε τον ενόρκως δηλούντα και τον Πίσινο ότι στην τρίτη προκήρυξη προσφορών παρουσιάσθηκε ενδιαφερόμενος αγοραστής και θα ήθελε να έχει τη γραπτή τους συγκατάθεση. Σε αντίθετη περίπτωση θα προχωρούσε και χωρίς αυτήν στην πώληση του ακινήτου. Οι εκπρόσωποι της Τράπεζας που παρίσταντο επίσης στη συνάντηση, δήλωσαν ότι υπήρχε η συγκατάθεση της Τράπεζας για την πώληση αυτή και ότι σε περίπτωση υλοποίησης της πώλησης, το χρέος της εναγόμενης εταιρείας προς την Τράπεζα θα μειωνόταν στο ποσό των Ε.400.000=. Ο ενόρκως δηλών και ο Πίσινος ζήτησαν από τον Αντωνίου κάποιο χρόνο για να αποφασίσουν και ο τελευταίος συγκατατέθηκε να περιμένει την απάντηση τους μέχρι τις 14/5/2014 λέγοντας τους παράλληλα ότι στην περίπτωση που δεν είχε απάντηση τότε θα προχωρούσε στη σύναψη συμφωνίας για την πώληση του ακινήτου. Την τελευταία αυτή ημερομηνία ο Πίσινος μίλησε με τον Αντωνίου και ο τελευταίος πληροφόρησε τον πρώτο ότι δεν μπορούσε να περιμένει περαιτέρω και γι' αυτό εντός της εβδομάδας που ακολουθούσε θα προχωρούσε σε συνάντηση με τον προτιθέμενο αγοραστή για να συμφωνήσει την πώληση του ακινήτου. Όπως επίσης αναφέρει ο ενόρκως δηλών το συγκεκριμένο ακίνητο αποτελεί το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο της εταιρείας και στην περίπτωση που αυτό πωληθεί δεν θα είναι δυνατή η ικανοποίηση τυχόν δικαστικής απόφασης που θα εκδοθεί. Υποστηρίζει ακόμα ότι ο Αντωνίου προτίθεται να προχωρήσει σε πώληση του ακινήτου σε τιμή χαμηλότερη από την τρέχουσα του αξία και επισυνάπτει ως τεκμήρια δύο εκτιμήσεις που έχει στην κατοχή του. Υποστηρίζει ακόμα ότι η Τράπεζα μέσω του διαχειριστή της, δεν ενδιαφέρεται να πωλήσει το ακίνητο στην πραγματική του αξία αλλά σε πολύ χαμηλότερη με μοναδικό σκοπό να αποπληρωθεί μέρος της οφειλής της εναγόμενης εταιρείας προς την Τράπεζα ενώ οι υπόλοιποι πιστωτές δεν θα μπορούν να ικανοποιηθούν. Το εκδοθέν διάταγμα, συνάντησε την ένσταση της εναγόμενης εταιρείας, η οποία και καταχώρησε σχετική ειδοποίηση ένστασης που στηρίζεται από ένορκο δήλωση του παραλήπτη/διαχειριστή της Χρ. Αντωνίου. Σύμφωνα με τα όσα αναφέρει διορίστηκε ως τέτοιος, δυνάμει ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης που είχε καταρτιστεί μεταξύ της Τράπεζας και της εναγόμενης εταιρείας, ενώ ο διορισμός του επικυρώθηκε εκ συμφώνου στις 28/6/2012 από το Ε. Δ. Λεμεσού στα πλαίσια της Αίτησης Αρ. 779/
- Αναφέρει ότι δεν γνωρίζει οτιδήποτε σε σχέση με απόφαση της εναγόμενης εταιρείας να αναθέσει στους ενάγοντες την εκπόνηση οποιονδήποτε σχεδίων και μελετών, λέγοντας ότι εν πάση περιπτώσει η οποιαδήποτε τυχόν υφιστάμενη οφειλή προς τους ενάγοντες δεν προηγείται της οφειλής της εναγόμενης εταιρείας προς την Τράπεζα, η οποία ανέρχεται στο ποσό των Ε 1.650.000=. Το χρέος αυτό έχει εξασφαλισθεί με ομόλογο κυμαινόμενης επιβάρυνσης αλλά και με υποθήκη επί του ακινήτου της εναγόμενης εταιρείας. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η αγωγή είναι πρόωρη γιατί δεν έχουν ακόμα ολοκληρωθεί οι υπηρεσίες των εναγόντων προς την εναγόμενη εταιρεία και ότι οι πρώτοι ουδέποτε ζήτησαν την πληρωμή του ποσού αυτού, κάτι που καταδεικνύει ότι οι αξιώσεις των εναγόντων αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις με σκοπό την αποκόμιση κέρδους σε βάρος των πιστωτών της εναγόμενης εταιρείας. Εισηγείται ο ενόρκως δηλών ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί γιατί οι ενάγοντες τεχνηέντως απέκρυψαν από το Δικαστήριο ουσιώδεις πρόνοιες του διατάγματος που εκδόθηκε στα πλαίσια της Αίτησης Αρ. 779/11 αποκαλύπτοντας μόνο την αίτηση. Και αυτό γιατί με το διάταγμα αυτό, το οποίο μάλιστα εκδόθηκε εκ συμφώνου ο ενάγοντας 2 και ο δεύτερος μέτοχος της εναγόμενης εταιρείας, ο Πίσινος, εμποδίζονται να τον παρεμποδίζουν στην εκτέλεση των καθηκόντων του. Κατά την εισήγηση του τα δύο διατάγματα, αυτό της Αίτησης Αρ.779/11 και το υπό κρίση διάταγμα, βρίσκονται σε αντίθεση και το στοιχείο αυτό δεικνύει όπως υποστηρίζει την κακοπιστία των εναγόντων. Εκθέτει τις ενέργειες στις οποίες προέβη για πώληση του ακινήτου και υποστηρίζει ότι αυτές ήταν σύμφωνες με το διάταγμα στην Αίτηση Αρ. 779/11 και ζητεί την ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος καθότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται από τη νομολογία. Ισχυρίζεται ειδικότερα ότι η οριστικοποίηση του θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στην Τράπεζα η οποία είναι δυνάμει του ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης εξασφαλισμένος πιστωτής. Η ακροαματική διαδικασία περιορίσθηκε σε αγορεύσεις και οι θέσεις και τα επιχειρήματα των διαδίκων, καταγράφονται και προκύπτουν από την αίτηση, την ένσταση και τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις που τις υποστηρίζουν, καθώς επίσης και από το περιεχόμενο των γραπτών αγορεύσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων τους, γι' αυτό και δεν θεωρώ απαραίτητο να τα παραθέσω. Ως δικαιοδοτικό βάθρο στην αίτηση τίθενται τα άρθρα 4, 5, 6, 7 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 και το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/
- Ο συσχετισμός των άρθρων 5 και 9, εξετάσθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο σε διάφορες υποθέσεις (βλ. Ευριπίδης Φ. Ζεμενίδης v. Άννας Ζεμενίδη
(1992)1 ΑΑΔ 54), όπου και καθορίζεται ότι η εξουσία που παρέχεται στο Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 32 του Ν. 14/60, είναι ευρύτερη αυτής που παρέχεται με το άρθρο 5 του Κεφ. 6, κάτι που επίσης συμβαίνει και σε σχέση με το άρθρο 4. Το άρθρο 4 του Κεφ.6, σκοπό έχει την προστασία της περιουσίας που είναι το αντικείμενο της αγωγής (βλ. Stavros Hotels No.1
(1994)1 AAΔ 389, Compania Portuguessa v. Sponsalia
(1987)1 CLR 11, Aιτ. Markass Car Hire Ltd
(2000)1 AAΔ 316 και Παναγίδου v. Παναγίδου
(2001)1 AAΔ 396) και δεν έχει σχέση με την εξεταζόμενη περίπτωση. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 5 του Κεφ. 6, κάθε Δικαστήριο έχει εξουσία σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, να εκδώσει διάταγμα με το οποίο να δεσμεύεται ακίνητη περιουσία ή μέρος της, όση είναι κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου απαραίτητη για να είναι δυνατή η ικανοποίηση ενδεχόμενης δικαστικής απόφασης (βλ. Καλογήρου v. CCC Credit Capital Finance Ltd
(2005)1 AAΔ 1237). Για να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα θα πρέπει το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει καλή βάση αγωγής και ότι με την πώληση η μεταβίβαση περιουσίας σε τρίτο πρόσωπο, είναι πιθανό ο ενάγοντας να εμποδισθεί να ικανοποιήσει την απόφαση που δυνατό να εκδοθεί υπέρ του, κάτι που αποτελεί και σκοπό του άρθρου αυτού. Στην υπόθεση Τσιολάκκης κ.α. v. Στυλιανίδη
(1992)1 ΑΑΔ 782, υποδεικνύεται ότι ο όρος «καλή αιτία αγωγής» (good cause of action) στο άρθρο 5 του Kεφ. 6, έχει την ίδια έννοια με τον όρο «σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση» που τίθεται στην επιφύλαξη του άρθρου 32
(1)του Ν. 14/60. Και στις δύο περιπτώσεις επιβάλλεται η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης (arguable case). Το άλλο στοιχείο που πρέπει να αποδειχθεί για την παρεμπόδιση αποξένωσης γης βάσει του άρθρου 5
(2)του Κεφ. 6, είναι η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντα. Η ύπαρξη του στοιχείου αυτού, αντιστοιχεί ουσιαστικά στη 3η προϋπόθεση του άρθρου 32, τη δυσκολία δηλαδή απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως λέχθηκε και στην υπόθεση C. Phasarias (Automotive Centre) Limited v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λίμιτεδ
(2001)1ΑΑΔ 785, εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η τυχόν αποξένωση ή επιβάρυνση στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχόμενα θα εκδοθεί ή όπως λέχθηκε στην απόφαση Τσιολάκκης πιο πάνω, εκείνο που απαιτείται είναι η «η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του Ενάγοντος». Οι αρχές που διέπουν το ζήτημα έκδοσης διαταγμάτων δυνάμει του άρθρου 32, έχουν καθορισθεί σε πολλές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Οδυσσέως v. Πιερής Estates
(1982)1 AAΔ 557, Μ. Δημητρίου κ.α. v. Royal Ris Ltd
(2002)1 (B) AAΔ.1164, Χρ. Κούνουνα v. C & A Simonos Ltd
(2002)1 (B) AAΔ.1361, Μαίρη Ν. Σεβαστού v. Εμμανουήλ Σεβαστού
(2002)1(Γ) 1980, Papapetrou Bros Ltd v. Παπαπέτρου
(2003)1 ΑΑΔ 741). Στην κλασσική για το θέμα απόφαση Οδυσσέως πιο πάνω, επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32, απαιτείται να ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι συντρέχουν οι ακόλουθες τρεις προϋποθέσεις: (α) να υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση (β) να υπάρχουν πιθανότητες επιτυχίας οι αιτητές να δικαιούνται σε θεραπεία και (γ) να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το διάταγμα. Αναλύοντας το Ανώτατο Δικαστήριο τις πιο πάνω προϋποθέσεις ανάφερε ότι, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση δεν εξυπακούει οτιδήποτε περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δύναμη των δικογράφων. Η δεύτερη προϋπόθεση επιβάλλει στον αιτητή να δείξει ότι έχει πιθανότητα επιτυχίας. Η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις, ενώ η τρίτη προϋπόθεση είναι η αδυναμία απόδοσης δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Στην υπόθεση Χάρης Φεσσάς, Αίτηση
(1990)1 ΑΑΔ 704, αποφασίσθηκε ότι το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 περιέχει ουσιαστικό και όχι δικονομικό δίκαιο και ότι το πρόσωπο που επιζητεί την έκδοση προσωρινού διατάγματος φέρει το βάρος να αποδείξει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας για εκδίκαση κάποιου συντηρητικού διατάγματος, η υποχρέωση απόδειξης αμφισβητούμενων γεγονότων βαρύνει πάντοτε τους ώμους του αιτητή (βλ. Iacovou Brothers v. Fashionwise Ltd
(2000)1 (B) AAΔ.1377). Σύμφωνα με τη νομολογία το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας, ούτε και προχωρεί στην εξαγωγή συμπερασμάτων σε σχέση με την αξιοπιστία (βλ. Jonitexo v. Adidas
(1984)1 CLR 263). Κατά την εκδίκαση αιτήσεων αυτής της φύσης, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει την ουσία της υπόθεσης. Περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων (βλ. C.T.Tobacco Ltd v. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.α.
(2003)1(Β) ΑΑΔ 853). Η ύπαρξη απλώς των θεσμικών αυτών προϋποθέσεων δεν είναι αρκετή αλλά το Δικαστήριο στο τελικό στάδιο θα πρέπει πρόσθετα να εξετάσει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και σταθμίσει στα πλαίσια αυτά κατά πόσο με βάση τα δεδομένα της υπόθεσης είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)2 CLR 557, Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού v. Θεωρή
(1989)ΑΑΔ 1(Ε) 255), το οποίο πάντοτε στοχεύει στην εξυπηρέτηση των αναγκών της δικαιοσύνης και θα κριθεί με βάση πάντα τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Εφόσον ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο πως πληρούνται όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και να σταθμίσει στα πλαίσια αυτά κατά πόσο με βάση τα δεδομένα της υπόθεσης είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 152, Bacardi v. Vinko
(1996)ΑΑΔ 788, C.T. Tobacco v. Εταιρεία Εκδόσεων Αρκτίνος
(2003)1 ΑΑΔ 853 και Χρ. Κούνουνα v. C & A Simonos
(2002)1(B) ΑΑΔ 136). Η καθυστέρηση στην έναρξη της διαδικασίας δυνατό να επιφέρει αρνητικά αποτελέσματα στην έγκριση του αιτήματος. Στην υπόθεση Bacardi, πιο πάνω αναλύονται οι συνέπειες της καθυστέρησης για έναρξη διαδικασίας σε αίτηση για προσωρινό διάταγμα. Στην υπόθεση αυτή παρότι βρέθηκε ότι συνέτρεχαν οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60, το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση λόγω της μεγάλης καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης. Αποτελεί μεταξύ άλλων, λόγο ένστασης, ότι το εκδοθέν διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί γιατί οι ενάγοντες δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, αφού απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα. Είναι αναγκαίο λοιπόν και πριν την εξέταση της ουσίας της αίτησης, να εξετασθεί η εισήγηση αυτή της εναγόμενης εταιρείας, αφού η αποδοχή της καθιστά αχρείαστη την εξέταση οποιουδήποτε άλλου ζητήματος (βλ. Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co. Ltd
(1996), 1 Α.Δ.Δ. 597). Είναι νομολογημένο ότι η διαδικασία έκδοσης διατάγματος κατόπιν μονομερούς αίτησης επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων, που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση, υποχρέωση που είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides). Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη κρίση του Δικαστηρίου. Ο λόγος είναι ότι η έκδοση διατάγματος μονομερώς συνιστά παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης να ακούονται και τα δύο μέρη πριν το Δικαστήριο εκφέρει κρίση (βλ. Resola (Cyprus) Ltd κ.α. ν. Χρίστου,
(1988), 1 Α.Α.Δ. 598 και Zein ν. Καμπανέλλα Λτδ,
(2000), 1 Α.Α.Δ. 606). Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος από το Δικαστήριο, διασαλεύει την ίδια τη βάση του διατάγματος. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου. Επειδή η αίτηση υποβάλλεται μονομερώς και η μόνη μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αυτή που προσκομίζεται από τον αιτητή, αυτός οφείλει να παρουσιάσει και να περιγράψει την υπόθεση στο Δικαστήριο όσο πιο δίκαια γίνεται. Θα πρέπει να τεθούν σε γνώση του Δικαστηρίου οποιεσδήποτε τυχόν υπερασπίσεις που ο καθ΄ ου η αίτηση θα μπορούσε να προβάλει ή οποιαδήποτε τυχόν προβλήματα, ώστε η κρίση του Δικαστηρίου να είναι όσο πιο αντικειμενική μπορεί να είναι στο αρχικό αυτό στάδιο της υπόθεσης (βλ. το σύγγραμμα «The Mareva Injunction and Related Orders», Mark S.W. Hoyle, 1997, 3η έκδοση, σελ. 71 υπό τον τίτλο «Lack of full disclosure»). Το Δικαστήριο στην περίπτωση μη αποκάλυψης απαντά «δεν σας ακούω πλέον» και ακυρώνει την διαταγή που έδωσε χωρίς να εξετάσει την ουσία (βλ. Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου, πιο πάνω). Η απόκρυψη ανατρέπει τη βάση του διατάγματος και το καθιστά ακυρωτέο. Το διάταγμα που δόθηκε χωρίς να τηρηθεί η υποχρέωση αυτή του αιτητή θα πρέπει να ακυρωθεί κατά την inter partes ακρόαση της αίτησης (βλ. Δήμος Πάφου ν. Σοφοκλή Βοσκού
(2001), 1 Α.Α.Δ. 1168). Οι παράμετροι και οι διαστάσεις της υποχρέωσης αποκάλυψης σε μονομερείς αιτήσεις αναπτύχθηκαν στην υπόθεση Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co. Ltd
(1996), 1 Α.Δ.Δ. 597 στις σελίδες 601 - 602 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση την χορήγηση θεραπείας πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου». Όπως υποδεικνύεται στην ίδια υπόθεση: «το καθήκον για αποκάλυψη συναρτάται προς τη καλή πίστη που πρέπει να επιδεικνύεται όποτε επιδιώκεται η παροχή θεραπείας στην απουσία του αντιδίκου. Το κριτήριο για τα γεγονότα που πρέπει να αποκαλυφθούν είναι αντικειμενικό. Το ηθελημένο ή μη της παράλειψης δεν είναι σημαντικό ούτε η πρόθεση εξαπάτησης αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση του διατάγματος για τη μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων. Η σημασία της μη αποκάλυψης έγκειται στην αποστέρηση του Δικαστηρίου γνώσης ουσιωδών γεγονότων για την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Ουσιώδες για τους σκοπούς αυτούς, είναι κάθε γεγονός το οποίο άπτεται και μπορεί εξ' αντικειμένου να επιδράσει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για τη χορήγηση ή όχι της αιτούμενης θεραπείας. Το ουσιώδες του γεγονότος προσδιορίζεται με αναφορά στα επίδικα θέματα του αιτήματος για απαγορευτικό διάταγμα όπως καθορίζεται από το άρθρο 32 του Ν.14/60. Επιπλέον, σε μονομερείς αιτήσεις, ουσιώδη είναι και τα γεγονότα που σχετίζονται με το επείγον του ζητήματος». Όπως ενδεικτικά αναφέρθηκε στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd ν. Χρήστου
(1998), 1 Α.Α.Δ. 598, στις σελίδες 602 - 603: «Όπως διαπιστώσαμε στην Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co. Ltd κ.α.
(1996)1(Α) ΑΑΔ 597, πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση διατάγματος λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Το κριτήριο είναι, όπως αναφέραμε κατά πόσο η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων συνιστά, εξ΄ αντικειμένου, ουσιώδους σημασίας στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, οπόταν, στην απουσία του, αυτή τούτη η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής». Στην υπόθεση M & CH Mitsingas Trading Λτδ κ.α. ν. The Timberland Co of USA
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 αποφασίσθηκε ότι το ουσιώδες ενός ζητήματος προσδιορίζεται στο πλαίσιο της αντιδικίας των μερών. Το ουσιώδες του γεγονότος προσδιορίζεται με αναφορά στα επίδικα θέματα του αιτήματος για όπως καθορίζονται από το άρθρο 32 του Ν.14/60. Ό,τι πρέπει να αποκαλυφθεί σε κάθε περίπτωση είναι: «....γεγονότα γνωστά στον αιτητή ή γεγονότα τα οποία θα μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογες προσπάθειες, τα οποία σχετίζονται με: (α) το βάσιμο του δικαιώματος του, όπως διαγράφεται στο δικόγραφό του, (β) την σοβαρότητα του ζητήματος, το οποίο εγείρεται καθώς και (γ) την πιθανότητα επιτυχίας». Στην υπόθεση Βασιλική Χαραλάμπους ν. Petros Michael Exclusif Ltd κ.α.
(2004), 1(Γ) Α.Α.Δ. 1953 κρίθηκε ότι ορθά ακυρώθηκε το προσωρινό διάταγμα που είχε εκδοθεί αφού η Έκθεση Απαίτησης και η ένορκος δήλωση που συνόδευε τη μονομερή αίτηση για προσωρινό διάταγμα έδιδαν την εντύπωση ότι η ενάγουσα ήταν κάτοχος εγγεγραμμένου σήματος. Λέχθηκαν στην υπόθεση αυτή τα ακόλουθα: «Είναι μεγάλη η ευθύνη εκείνου που επιδιώκει θεραπεία χωρίς να ακούεται η άλλη πλευρά, να θέσει όλα τα δεδομένα με ύψιστη καλή πίστη και πληρότητα. Το ενδεχόμενο να είναι δυνατό εκ των υστέρων η γενική εικόνα που δημιουργείται να είχε αντικρυστεί διαφορετικά μετά από μια εξονυχιστική έρευνα, δεν είναι ικανοποιητική απάντηση όταν όσα ως σύνολο μεταδίδονται, σαφώς οδηγούν στο σχηματισμό άλλης εικόνας». Με βάση όλα τα πιο πάνω, θα προχωρήσω να εξετάσω τη θέση της εναγόμενης εταιρείας ότι οι ενάγοντες δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια όπως προστάζουν οι αρχές της επιείκιας και ότι έγινε από αυτούς προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου και απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων κατά το στάδιο της μονομερούς έκδοσης του διατάγματος. Το ζήτημα τούτο είναι και όπως προαναφέρεται, ουσιαστικής σημασίας, αφού η επιτυχία τέτοιας εισήγησης καθιστά αχρείαστη την εξέταση οποιουδήποτε άλλου θέματος. Η εμβέλεια του αξιώματος αυτού, είναι ευρεία και το Δικαστήριο με αναφορά στην προηγούμενη συμπεριφορά του αιτητή, όπως αυτή αποκαλύπτεται από τα γεγονότα της επίδικης διαφοράς, μπορεί να τη θεωρήσει τόσο απρεπή που να καθιστά ανάξιο τον αιτητή της βοήθειας του Δικαστηρίου. Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Duches of Argyll v. Duke of Argyll and others
(1965)1 All ER 611: «A person coming to eguity for relief-and this is equitable relief which the plaintiff seeks- must come with clean hands? But the cleanliness required is to be judged in relation to the relief that is sought». Στη συγκεκριμένη περίπτωση η εναγόμενη εταιρεία εισηγείται ότι οι ενάγοντες έχουν αποκρύψει ουσιώδεις πρόνοιες του διατάγματος που εκδόθηκε στα πλαίσια της Αίτησης Εταιρειών Αρ.779/11 του Ε. Δ. Λεμεσού με σκοπό να παραπλανήσουν το Δικαστήριο για να εξασφαλίσουν το υπό κρίση διάταγμα. Σύμφωνα πάντα με την εισήγηση τους παρέλειψαν να επισυνάψουν ως τεκμήριο στην αίτηση τους το διάταγμα του Δικαστηρίου που εκδόθηκε στα πλαίσια της Αίτησης 779/11 και απέφυγαν τεχνηέντως να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου όλες τις πρόνοιες του διατάγματος αυτού με μοναδικό στόχο την παραπλάνηση του Δικαστηρίου. Ειδικότερα παρέλειψαν να επισυνάψουν ως τεκμήριο το διάταγμα αυτό του Δικαστηρίου να θέσουν με ρητό, σαφή και ξεκάθαρο τρόπο σε γνώση του Δικαστηρίου ότι είχε απαγορευθεί στην εταιρεία Heracleous & Pisinos Development Ltd, στους αξιωματούχους και/ή διευθυντές και/ή αντιπροσώπους και/ή υπαλλήλους της, να παρεμποδίσουν τον αιτητή, που ήταν ο Αντωνίου, στην εκπλήρωση των καθηκόντων του, εισήγηση που βεβαίως απορρίπτουν οι ενάγοντες. Όπως προκύπτει από το διάταγμα του Δικαστηρίου που εκδόθηκε στα πλαίσια της Αίτησης Αρ.779/11 και επισυνάπτεται ως τεκμήριο στην ειδοποίηση ένστασης, αυτό αφορά την εναγόμενη εταιρεία και περιλαμβάνει εκ συμφώνου διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στους αξιωματούχους και/ή διευθυντές και/ή αντιπροσώπους και/ή υπαλλήλους της εταιρείας Heracleous & Pisinos Development Ltd, της εναγόμενης δηλαδή εταιρείας, από το να παρεμποδίζουν τον αιτητή, δηλαδή τον παραλήπτη διαχειριστή της εταιρείας αυτής από την εκτέλεση των καθηκόντων του. Πρέπει λοιπόν να εξετασθεί εάν οι ενάγοντες προέβησαν σε αποκάλυψη των προνοιών αυτών του διατάγματος και εάν αυτά αποτελούν ουσιώδη για την υπόθεση γεγονότα. Όπως προκύπτει από την ένορκο δήλωση που στηρίζει την αίτηση οι ενάγοντες και παρά το γεγονός ότι αναφέρουν την ύπαρξη της Αίτησης Αρ.779/11 και την επισυνάπτουν ως τεκμήριο, καμία απολύτως αναφορά δεν κάνουν σε αυτή την πρόνοια του διατάγματος. Και αυτό παρά το ότι έδωσαν πολλές και πλήρεις λεπτομέρειες για άλλα γεγονότα, όπως για το ύψος της αμοιβής που όπως ισχυρίζονται συμφωνήθηκε με την εναγόμενη εταιρεία για την εκπόνηση των σχεδίων και μελετών, για την έκταση και το ύψος των εργασιών που εκτελέσθηκαν, για τις ενέργειες του Αντωνίου ως προς την πώληση του ακινήτου. Η συγκεκριμένη περίπτωση δεν είναι η κλασσική στην οποία οι ενάγοντες έχουν αποκρύψει παντελώς ουσιώδη για την υπόθεση γεγονότα. Από την άλλη όμως δεν είναι και η περίπτωση που έθεσαν τα γεγονότα αυτά ενώπιον του Δικαστηρίου με πλήρη ειλικρίνεια και πληρότητα έτσι ώστε να θεωρείται ότι έχουν συμμορφωθεί με το καθήκον της αποκάλυψης όπως το προσδιόρισε η νομολογία. Αυτοί με συγκεκαλυμμένο τρόπο προσπάθησαν να καταδείξουν ότι συμμορφώνονται με το καθήκον της αποκάλυψης και έθεσαν μεν ενώπιον του Δικαστηρίου την Αίτηση Αρ.779/11 αναφέροντας ότι στα πλαίσια αυτής εκδόθηκαν τα διατάγματα που εκτίθενται στις παραγράφους Α, Β, Γ, και Δ του αιτητικού, παρέλειψαν όμως να επισυνάψουν ως όφειλαν το διάταγμα που εκδόθηκε και προπάντων να αναφέρουν ρητά και να θέσουν σε προσοχή του Δικαστηρίου την πιο πάνω αναφερόμενη πρόνοια του διατάγματος ότι «απαγορεύεται στους αξιωματούχους και/ή διευθυντές και/ή αντιπροσώπους και/ή υπαλλήλους της εταιρείας Heracleous & Pisinos Development Ltd από το να παρεμποδίσουν τον Αιτητή στην εκπλήρωση των καθηκόντων του». Το γεγονός αυτό είναι ουσιαστικής σημασίας για την υπόθεση γιατί ο ενάγοντας 2, είναι όπως ο ίδιος αναφέρει διευθυντής και μέτοχος της εναγόμενης εταιρείας Heracleous & Pisinos Development Ltd και με το διάταγμα αυτό απαγορεύθηκε στην εναγόμενη εταιρεία, στους διευθυντές και αξιωματούχους της από το να παρεμποδίσουν τον Αιτητή, που είναι ο Αντωνίου, στην εκπλήρωση των καθηκόντων του και συνεπώς υπήρχε γι' αυτόν το πιο πάνω απαγορευτικό διάταγμα όταν μαζί με την ενάγουσα εταιρεία 1 της οποίας και πάλι είναι διευθυντής, αποτάθηκαν μονομερώς στο Δικαστήριο ζητώντας να εξασφαλίσουν του υπό κρίση διάταγμα. Αρκέσθηκαν μόνο οι ενάγοντες να αναφέρουν με γενικότητα ότι με την Αίτηση Αρ.779/11 η Τράπεζα ζητούσε από το Δικαστήριο «να επικυρώσει τον διορισμό του ως παραλήπτη διαχειριστή στην εναγομένη και ταυτόχρονα ζητούσε διάφορα άλλα διατάγματα ούτως ώστε να μπορούσε να αναλάβει τον έλεγχο και διαχείριση της εναγόμενης», διατάγματα όμως τα οποία επιμελώς απέφυγε να αναφέρει. Ο τρόπος με τον οποίο ενήργησαν οι ενάγοντες καταδεικνύει σύμφωνα με την κρίση μου την προσπάθεια που κατέβαλαν από τη μια να μην αποκαλύψουν όλα όσα όφειλαν και από την άλλη όμως να αποφύγουν τον σκόπελο της μη αποκάλυψης αναφέροντας απλώς με γενικότητα την έκδοση των διαταγμάτων των παραγράφων Α-Δ της Αίτησης Αρ.779/11. Η συμπεριφορά αυτή των εναγόντων καταδεικνύει ότι με εύλογο και επιμελή τρόπο προσπάθησαν να αποφύγουν τη συμμόρφωση με το καθήκον της αποκάλυψης, αφού χωρίς πληρότητα και σαφήνεια, αλλά με ελλειπή και γενικό τρόπο, αναφέρθηκαν απλώς στην έκδοση των διαταγμάτων αυτών. Η συμπεριφορά αυτή των εναγόντων δεν μπορεί να επιβραβευθεί καθότι οι πρόνοιες αυτές, δυνατόν να ήταν ευνοϊκές για την εναγόμενη εταιρεία και θα μπορούσαν να επηρεάσουν τη δικαστική κρίση όταν οι ενάγοντες αποτάθηκαν μονομερώς για εξασφάλιση του υπό κρίση διατάγματος, αφού αναμφίβολα το διάταγμα που εκδόθηκε στην Αίτηση Αρ.779/11 και αφορά την μη παρεμπόδιση του Αντωνίου στην εκτέλεση των καθηκόντων του ως διαχειριστή και παραλήπτη της εναγόμενης εταιρείας είναι ουσιαστικής σημασίας για την υπόθεση. Πέραν όμως των πιο πάνω, σημαντικό γεγονός που οι ενάγοντες παντελώς απέκρυψαν από το Δικαστήριο είναι ότι η ίδια η εναγόμενη εταιρεία υπέγραψε προς όφελος της Marfin Popular Bank Public Company Ltd, τώρα Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ομόλογο κυμαινόμενης επιβάρυνσης που καταρτίσθηκε μεταξύ της Marfin και της εναγόμενης εταιρείας, της οποίας ο ενόρκως δηλών στην αίτηση, είναι διευθυντής και μέτοχος. Δυνάμει του ομολόγου αυτού ο Αντωνίου είχε διοριστεί από την Τράπεζα ως παραλήπτης διαχειριστής της περιουσίας της εναγόμενης εταιρείας, διορισμός που αναγνωρίστηκε από το Ε. Δ. Λεμεσού στα πλαίσια της Αίτησης Αρ. 779/11 όταν εκ συμφώνου εκδόθηκε σχετικό διάταγμα στις 28/6/2012. Παρόλο που για το γεγονός αυτό δεν υπάρχει εισήγηση από τους συνηγόρους της εναγόμενης εταιρείας ότι δεν έχει αποκαλυφθεί, εν τούτοις το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια να το εξετάσει αφού σύμφωνα και με τα όσα αποφασίσθηκαν στην Τσιερκέζου v. Dragon Tourist Enterprises Ltd
(2009)1 (Α) ΑΑΔ 734 είναι δυνατή ακόμα και η αυτεπάγγελτη εξέταση από το Δικαστήριο ζητήματος μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Αυτό βεβαίως δεν είναι όμοιο με την εξεταζόμενη περίπτωση, αφού εδώ οι εναγόμενοι επικαλούνται ως λόγο ακύρωσης του εκδοθέντος διατάγματος την μη αποκάλυψη, αλλά απλώς δεν υποδεικνύουν ως τέτοιο ουσιώδες γεγονός την ύπαρξη ομολόγου προς όφελος της Τράπεζας, θεωρώ όμως ότι είναι καθοδηγητική ως προς τον τρόπο αντιμετώπισης ζητήματος απόκρυψης ουσιώδους γεγονότος από το Δικαστήριο. Ότι η ύπαρξη του ομολόγου αποτελεί στη συγκεκριμένη περίπτωση ουσιώδες γεγονός προκύπτει από τα όσα αποφασίσθηκαν στην Capital Cameras Ltd v. Harold Lines Ltd
(1991)3 All. E.R. 389, αφού σύμφωνα με τα όσα αποφασίσθηκαν σε αυτή, τα δικαιώματα κατόχου ομολόγου υπερισχύουν των δικαιωμάτων μη εξασφαλισμένων πιστωτών, οι οποίοι κατέχουν απαγορευτικό διάταγμα σχετικά με την αποξένωση των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων και ότι τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας δεν απειλούνται με αποξένωση από την στιγμή που η πώληση τους θα γίνει με σκοπό την εξασφάλιση όλων των πιστωτών κατά προτεραιότητα. Αποτελεί συνεπώς και η ύπαρξη ομολόγου ουσιώδες γεγονός το οποίο οι ενάγοντες όφειλαν να αποκαλύψουν στο Δικαστήριο και να το θέσουν σε γνώση του, αφού η ύπαρξη του ήταν πιθανό να επηρεάσει τη δικαστική κρίση κατά το στάδιο μονομερούς έκδοσης του υπό κρίση διατάγματος. Η ενέργεια των εναγόντων να επισυνάψουν ως τεκμήριο στην μονομερή αίτηση δυνάμει της οποίας εκδόθηκε το υπό κρίση διάταγμα την Αίτηση Αρ.779/11 μαζί με την ένορκο δήλωση που την στηρίζει και στην οποία ο Αντωνίου αναφέρεται στην ύπαρξη του ομολόγου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί συμμόρφωση των εναγόντων με το καθήκον της αποκάλυψης. Αυτοί όφειλαν ρητά, ξεκάθαρα αλλά και με πληρότητα να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου τα πιο πάνω γεγονότα αφού αυτά αναμφίβολα θα μπορούσαν να επηρεάσουν τη δικαστική κρίση. Από όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω η κατάληξη του διατάγματος είναι προφανής χωρίς να χρειάζεται η εξέταση της ουσίας. Συνακόλουθα το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς στις 21/5/14 ακυρώνεται. Τα έξοδα της αίτησης όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση και εναντίον των εναγόντων/αιτητών όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και να είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) .......... Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Civil/interim Subject: apokalipsi ousiodon gegonoton cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο