Σάββας Χριστοδούλου ν. Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου, Αρ. Αγωγής: 4173/07, 1/7/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A277 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 4173/07 Μεταξύ: Σάββας Χριστοδούλου, από την Λεμεσό Εναγόντων και Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου, από την Λεμεσό Εναγομένων Ημερομηνία: 1.7.14 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κκ Κ. Μελάς & Συνεργάτες (για να ακούσει την απόφαση ......... ................................................................................................................................) Για την Εναγόμενη: κκ Α. Κ. Χατζηϊωάννου & Υιοί (για να ακούσει την απόφαση ................................................................................................................................) .............. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Ενάγων αξιώνει αποζημιώσεις για «παράβαση του δικαιώματος σεβασμού ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής και/ή του δικαιώματος του απόρρητου των τηλεπικοινωνιών και/ή παράβαση των προσωπικών δεδομένων και/ή άλλων ανθρωπίνων δικαιωμάτων του ενάγοντα κατά ή περί το έτος 2005» καθώς και τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις. Αξιώνει, επίσης, το ποσό των Ευρώ 4.613,22 σεντ ως ειδικές αποζημιώσεις, νόμιμο τόκο, έξοδα και ΦΠΑ. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης κατά την περίοδο από 1.4.05 μέχρι 23.5.05 το κινητό τηλέφωνο του Ενάγοντα παρακολουθείτο και οι τηλεφωνικές του συνδιαλέξεις μαγνητοφωνούνταν εν αγνοία του και κατά παράβαση των νομικών και/ή συμβατικών υποχρεώσεων της Εναγόμενης και/ή εξ' αμελείας της Εναγόμενης και/ή κατά παράβαση των μεταξύ τους συμφωνιών. Αποτελεί περαιτέρω ισχυρισμό του ότι η πιο πάνω παρακολούθηση και/ή μαγνητοφώνηση έγινε χωρίς την εξουσιοδότηση νόμου και/ή ήταν αντίθετη προς το Σύνταγμα και την Σύμβαση και συνιστούσε παραβίαση από μέρους της Εναγόμενης τόσο του δικαιώματος της ιδιωτικής ζωής όσο και του δικαιώματος της ελεύθερης επικοινωνίας και του απόρρητου της επικοινωνίας. Ο Ενάγων πληροφορήθηκε για τα πιο πάνω κατά το έτος 2007 από κάποιο Αθανάσιο Σωκράτους, ο οποίος είχε διορισθεί ποινικός ανακριτής σε υπόθεση παρακολούθησης τηλεφωνικών συνδιαλέξεων. Ο πιο πάνω ανακριτής παρουσίασε στον Ενάγοντα μια εννιασέλιδη κατάσταση κλήσεων με διάφορους αριθμούς τηλεφώνων που είχαν γίνει προς και από το κινητό τηλέφωνο του Ενάγοντα κατά την πιο πάνω αναφερόμενη χρονική περίοδο. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω προκλήθηκαν στον Ενάγοντα και σε συγγενικά του πρόσωπα συναισθήματα ανησυχίας, αγωνίας, φόβου καθώς και εμμονές ότι παρακολουθείτο με αποτέλεσμα να επηρεασθεί ο τρόπος ζωής του αφού τόσο αυτός όσο και η σύζυγός του φοβόντουσαν ότι παρακολουθείτο από άγνωστα πρόσωπα. Επίσης, η σύζυγός του κατά τον ουσιώδη χρόνο εγκυμονούσε και φοβόταν να μείνει μόνη στο σπίτι της όταν ο Ενάγων βρισκόταν στην εργασία του σε καθήκον βάρδιας ή υπηρεσίας όντας μόνιμος λοχίας της Εθνικής Φρουράς. Για τον λόγο αυτό η σύζυγος του Ενάγοντα μετακόμισε στο σπίτι των γονιών της με αποτέλεσμα να ταλαιπωρείται και να αναστατώνεται τόσο η ίδια όσο και όλη η οικογένειά του. Υπήρχε, επίσης, διαρκώς και μονίμως η σκέψη για την ύπαρξη κινδύνου για παράνομη σκέψη, σχεδιασμό ή δράση στην ιδιωτική ζωή του Ενάγοντα με συνέπεια αυτός και η οικογένειά του να βρίσκονται σε συνεχή ανησυχία, ένταση, άγχος, ταλαιπωρία και ψυχική διαταραχή. Τέλος, στις τηλεφωνικές του συνδιαλέξεις αναγκαζόταν να μην έχει ελεύθερη συνομιλία και να σκέφτεται συνεχώς τι πρέπει να πει και πώς θα το πει. Λόγω των πιο πάνω ο Ενάγων αναγκάσθηκε να λάβει διάφορα μέτρα που θα βοηθούσαν αυτόν και την οικογένειά του να αισθάνονται πιο ασφαλείς και να καθησυχάζουν τα συναισθήματα αναφάλειας που τους είχαν δημιουργηθεί. Συγκεκριμένα ο Ενάγων τοποθέτησε σύστημα συναγερμού, αγόρασε σκύλο φύλαξης συγκεκριμένης ράτσας και περίφραξε την οικία του με ξύλα ύψους 2 μέτρων. Για τα πιο πάνω κονδύλια ο Ενάγων αξιώνει το ποσό των Ευρώ 2.392,04 σεντ, το ποσό των Ευρώ 512,58 σεντ και το ποσό των Ευρώ 1.708,60 σεντ αντίστοιχα, ήτοι το συνολικό ποσό των Ευρώ 4.613,22 σεντ. Με την Υπεράσπισή της η Εναγόμενη αρνείται όλους τους ισχυρισμούς που εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησης της. Ειδικότερα αρνείται ότι απεκάλυψε σε οποιονδήποτε και οτιδήποτε είχε σχέση με τον Ενάγοντα ή τις επικοινωνίες του ή που είχε σχέση με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Είναι περαιτέρω ισχυρισμός της Εναγόμενης ότι η τελευταία τηρεί αυστηρά το απόρρητο των επικοινωνιών και έχει αυστηρούς εσωτερικούς κανονισμούς και συστήματα ασφαλείας του απορρήτου αυτών. Επίσης, αγνοεί αν και πώς οποιαδήποτε επικοινωνία του Ενάγοντα ή οποιουδήποτε άλλου έχει αποκαλυφθεί σε οποιονδήποτε. Υπάρχουν εξοπλισμοί τους οποίους η Εναγόμενη δεν διαθέτει που μπορούν να παρακολουθούν και να καταγράφουν τηλεφωνικές επικοινωνίες. Για την πλευρά του Ενάγοντα κατέθεσαν ο ίδιος ο Ενάγων (ΜΕ 1), ο Αθανάσιος Σωκράτους (ΜΕ 2), ο Μανώλης Καλαντζής (ΜΕ 3) και η Μαρία Αριστοτέλους Χριστοδούλου (ΜΕ 4). Για την πλευρά της Εναγόμενης κατέθεσαν η Άννα Γιαννάκη (ΜΥ 1) και ο Νίκος Τιμοθέου (ΜΥ 2). Παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες ενόσω έδιναν μαρτυρία ενώπιόν μου και είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω τόσο τον τρόπο με τον οποίο αυτοί απάντησαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους τέθηκαν όσο και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Κατ' αρχή, θα πρέπει να λεχθεί ότι η παρούσα υπόθεση ως πολιτική τοιαύτη κρίνεται επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων και ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου είτε μερικώς (Βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου
(1988)1 ΑΑΔ 263 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207). Λέχθηκε, επίσης, ότι η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (Βλ. Χάρης Χρίστου ν. Ευγενία Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454). Πρώτος μάρτυρας κατέθεσε ο Ενάγων. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του ο Ενάγων κατέθεσε αφού προηγουμένως υιοθέτησε το περιεχόμενό της γραπτή του δήλωση - Τεκμήριο Α - ως μέρος της κυρίως εξέτασής του σύμφωνα με την δυνατότητα που παρέχεται προς αυτή την κατεύθυνση από το άρθρο 25 του Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του ο μάρτυρας κατέθεσε αριθμό εγγράφων τα οποία σημειώθηκαν από το Δικαστήριο ως τεκμήρια. Ακολούθως, αντεξετάσθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Εναγόμενης. Ο Ενάγων κατέθεσε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα έγγραφα τα οποία σημειώθηκαν ως τεκμήρια από το Δικαστήριο: γραπτή κατάθεση την οποία έδωσε στον ποινικό ανακριτή, Αθανάσιο Σωκράτους - Τεκμήριο 1 εννιασέλιδη κατάσταση κλήσεων την οποία παρουσίασε στον Ενάγοντα ο ίδιος ανακριτής - Τεκμήριο
- Στην γραπτή του δήλωση ο Ενάγων πρόβαλε διάφορους ισχυρισμούς αναφορικά με την υπό αυτού καταλογιζόμενη στην Εναγόμενη ευθύνη. Όπως ότι η κατάσταση κλήσεων - Τεκμήριο 2 - διέρρευσε από την Εναγόμενη, ότι η εκτύπωση των στοιχείων που οδήγησαν στην δημοσίευση των Τεκμηρίων 3-9 έγινε από το μηχανογραφημένο σύστημα της Εναγόμενης αφού μόνο η Εναγόμενη είχε και έχει τα στοιχεία που αποκαλύφθηκαν στην λίστα - Τεκμήριο 2 - και ότι η Εναγόμενη επανηλειμμένα παρέλειψε να λάβει μέτρα για την προστασία της ασφάλειας του συστήματος η οποία αποτελεί προϋπόθεση προστασίας του απορρήτου. Επικαλέσθηκε δε προς υποστήριξη των πιο πάνω θέσεών της τα δημοσιεύματα στον τύπο - Τεκμήρια 3-9 - και την ενημέρωση που, όπως, επίσης, υποστήριξε, λάμβανε τόσο από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης αλλά και από τα άτομα που διερευνούσαν την υπόθεση. Συγκεκριμένα ότι μη εξουσιοδοτημένα άτομα συμπεριλαμβανομένων των αξιωματούχων και/ή υπηρετών της Εναγόμενης παρέμβαιναν σε απόρρητα στοιχεία συνδρομητών-πελατών της Εναγόμενης και κατέληγαν σε χέρια ιδιωτικών ντετέκτιβ και άλλων προσώπων οι οποίοι αναλάμβαναν να παρακολουθούν τις κινήσεις του συγκεκριμένου συνδρομητή που παρακολουθείτο σε προσωπικό και επαγγελματικό επίπεδο συμπεριλαμβανομένου και του ιδίου. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί δεν βρίσκουν έρεισμα σε θετική μαρτυρία και προβάλλονται ως προϊόν πιθανολόγησης. Όπως από την μαρτυρία του Ενάγοντα ευκρινώς προκύπτει ο ίδιος στερείται προσωπικής γνώσης για τα ζητήματα που επικαλείται ως να στηρίζουν τις θέσεις του, τα δε στοιχεία επί των οποίων ο Ενάγων στηρίζει τις θέσεις του και που πιο πάνω αναφέρθηκαν είναι ανεπαρκή από άποψης αποδεικτικής αξίας για να αποτελέσουν έρεισμα για να καταλήξει το Δικαστήριο σε ανάλογα ευρήματα. Τα πιο πάνω στοιχεία επί των οποίων ο Ενάγων στηρίχθηκε για να αποδείξει τις θέσεις του αποτελούν εξ' ακοής μαρτυρία για την ακρίβεια και την αλήθεια της οποίας κανένα στοιχείο δεν παρουσιάσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ώστε να μπορεί το Δικαστήριο να βασισθεί με ασφάλεια σε αυτά για να καταλήξει σε ανάλογα ευρήματα. Ο Ενάγων ουσιαστικά στηρίζει τις θέσεις του στην βάση ενημέρωσης που έτυχε ή που τύγχανε από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και τον ποινικό ανακριτή, ΜΕ 2, χωρίς να έχει καταδειχθεί με αποδεκτή μαρτυρία ότι τα δημοσιεύματα αυτά ή τα λεχθέντα σε αυτόν από τον ΜΕ 2 ευσταθούν ως προς την αλήθεια τους. Στην ουσία το μόνο που τα εν λόγω δημοσιεύματα αναφέρουν είναι ότι υπάρχουν πληροφορίες ότι η Εναγόμενη διαρρέει προσωπικά δεδομένα συνδρομητών της συμπεριλαμβανομένων τηλεφωνικών τους κλήσεων σε τρίτα μη εξουσιοδοτημένα πρόσωπα. Χαρακτηριστική κρίνω πως είναι η απάντηση του Ενάγοντα στην ερώτηση πού τέθηκε σε αυτόν κατά την αντεξέταση από πού προκύπτει ότι το Τεκμήριο 2 είναι έγγραφο της Εναγόμενης. Ό,τι ο Ενάγων ανέφερε εις απάντηση είναι ότι αυτό του είχε λεχθεί από τον ΜΕ
- Επίσης, όταν υπεβλήθη στον Ενάγοντα από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Υπεράσπισης ότι ήταν αδύνατο η Εναγόμενη να παρακολουθούσε τις τηλεφωνικές του συνδιαλέξεις ώστε να γνωρίζει τι λέγεται σε αυτές ο Ενάγων δεν ήταν θετικός. Ό,τι ανέφερε ήταν ότι δεν μπορούσε να είναι σίγουρος γι' αυτό καθότι δεν το είχε ερευνήσει. Σε άλλο στάδιο της αντεξετασης επικαλέσθηκε προς τεκμηρίωση του τελευταίου αυτού ισχυρισμού του τα δημοσιεύματα - Τεκμήρια 3-
- Με αυτά τα στοιχεία και μόνο δεν μπορώ να καταλήξω σε ευρήματα και δη με ασφάλεια ότι η Εναγόμενη είναι όντως υπόλογη για ό,τι ο Ενάγων της καταλογίζει. Συνακόλουθα οι πιο πάνω ισχυρισμοί του Ενάγοντα δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί. Κατ' επέκταση, δεν δέχομαι τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα οι οποίοι εκτίθενται στις παραγράφους 9, 10, 19, 29 και 30 της γραπτής του δήλωσης. Κατ' επέκταση, από την παράγραφο 20 της γραπτής δήλωσης του Ενάγοντα δεν δέχομαι την αλήθεια των ισχυρισμών που σε αυτήν εκτίθενται παρά μόνο ότι ο Ενάγων τύγχανε της ενημέρωσης που αναφέρει ότι τύγχανε από τα μέσα που στην εν λόγω παράγραφο αναφέρονται. Επιπρόσθετα αναφέρεται ότι από την παράγραφο 10 της γραπτής δήλωσης του Ενάγοντα δεν δέχομαι τα όσα ο Ενάγων αναφέρει περί υποχρέωσης της Εναγόμενης για τήρηση του απορρήτου των επικοινωνιών. Ο πιο πάνω ισχυρισμός αποτελεί μαρτυρία γνώμης εφόσον το ζήτημα το οποίο πραγματεύεται είναι νομικό. Νομικό είναι και το ζήτημα το οποίο πραγματεύεται στην παράγραφο 3 της γραπτής δήλωσης του Ενάγοντα. Συνακόλουθα ούτε και τα όσα επί του προκειμένου αναφέρονται στην εν λόγω παράγραφο είναι αποδεκτά. Αναφορικά με την παράγραφο 11 της γραπτής δήλωσης του Ενάγοντα έχω να αναφέρω τα ακόλουθα. Στην εν λόγω παράγραφο γίνεται λόγος για μια δήλωση του τότε Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγόμενης σε ραδιοφωνικό σταθμό κατά τον Φεβρουάριο του
- Σύμφωνα με την πιο πάνω δήλωση 2.500 περίπου εργαζόμενοι στην Εναγόμενη έχουν πρόσβαση σε κάποια προσωπικά δεδομένα. Κρίνω ότι η πιο πάνω δήλωση είναι ανεπαρκής για να οικοδομήσω επ' αυτής με σκοπό να καταλήξω σε ευρήματα αφού καμία άλλη μαρτυρία δεν παρουσιάσθηκε στην υπόθεση που να υποστηρίζει και να επιβεβαιώνει την αλήθεια της. Από την γραπτή δήλωση του μάρτυρα δέχομαι τους ισχυρισμούς του οι οποίοι αναφέρονται στις παραγράφους 1, 2 και 4-
- Δέχομαι, επίσης, ως αληθείς τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα περί της ψυχολογικής κατάστασης στην οποία είχε περιέλθει όταν ενημερώθηκε από τον ποινικό ανακριτή, ΜΕ 2, τα όσα ανέφερε στην μαρτυρία του ότι του αναφέρθηκαν από τον τελευταίο καθώς και τα μέτρα στα οποία κατέφυγε τόσο αυτός όσο και η σύζυγός του και τα οποία περιέγραψε στην μαρτυρία του. Μέσα από την συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, τον τρόπο και το ύφος με το οποίο κατέθεσε ο Ενάγων μου φάνηκε ειλικρινής γι' αυτό και δέχομαι τους πιο πάνω ισχυρισμούς του. Επίσης, δεν κρίνω παράλογο το γεγονός ότι ο Ενάγων συνέδεσε τις ισχυριζόμενες παρακολουθήσεις με την δολοφονία του πρώην συναδέλφου του και υπό τις περιστάσεις και δη του τι είχε ενημερωθεί από τον ΜΕ 2 και τα δημοσιεύματα κρίνω δικαιολογημένα τα μέτρα τα οποία έλαβε με σκοπό να καθησυχάσει τα συναισθήματα ανησυχίας που και πάλι όπως κρίνω δικαιολογημένα τον περιέβαλλαν μετά από την πιο πάνω ενημέρωση της οποίας είχε τύχει. Συνακόλουθα δέχομαι το περιεχόμενο των παραγράφων 21, 22 και 24-27 από την γραπτή δήλωση του Ενάγοντα. Αναφορικά, όμως, με τα μέτρα το κόστος των οποίων αξιώνει ως ειδικές ζημίες έχω να αναφέρω τα ακόλουθα. Η απόδειξη ειδικών ζημιών κινείται μέσα σε αυστηρά πλαίσια. Είναι καθιερωμένη αρχή ότι οι ειδικές αποζημιώσεις πρέπει να καταγράφονται στις έγγραφες προτάσεις με λεπτομέρεια και να αποδεικνύονται με αυστηρότητα. Η Νομολογία επιβάλλει σε διάδικο την υποχρέωση να αποδεικνύει την ζημία του με θετική μαρτυρία (Βλ. Ελισάβετ Ηρακλέους ν. Ρένου Πίτρου
(1994)1 ΑΑΔ 239, Ανδρέας Σπύρου ν. Άριστου Χ΄΄ Χαραλάμπους
(1989)1Ε ΑΑΔ 298, Λαζούρας ν. Σκυλλουριώτου
(1992)1 ΑΑΔ 168, Θεμιστοκλέους ν. Παρασκευά
(1992)1 ΑΑΔ 498, Aloupou and Another v. Hadjigeorghiou and Another
(1984)1 CLR 475 και Mc Gregor on Damages, 15η έκδοση, παράγραφος 23, σελ. 15). Στην υπόθεση Κούνουνα κ.α. ν. Κώστας Κυριάκου & Υιός Λτδ κ.α.
(2001)1 ΑΑΔ 2126 έγινε αναφορά στο πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του Λόρδου Goddard στην Αγγλική υπόθεση Bonham-Carter v. Hyde Park Hotel Ltd
(1948)64 TLR 177, 178: «Plaintiffs must understand that if they bring actions for damages it is for them to prove their damage; it is not enough to write down the particulars and, so to speak, throw them at the head of the court, saying "this is what I have lost, I ask you to give me these damages". They have to prove it». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Οι ενάγοντες πρέπει να αντιληφθούν, ότι όταν κινούν αγωγές για αποζημιώσεις για ζημίες εναπόκειται σε αυτούς να αποδεικνύουν την ζημία τους. Δεν είναι αρκετό να εκθέτουν (στα δικόγραφά τους) τις λεπτομέρειες (ζημιών) και να ρίχνουν το βάρος, ας το πούμε έτσι, στο Δικαστήριο λέγοντας "αυτό είναι που έχω ζημιωθεί, ζητώ να μου επιδικάσεις αυτές τις ζημίες". Οφείλουν να τις αποδεικνύουν». Αναφορικά με την τοποθέτηση συστήματος συναγερμού - παράγραφος 15(Α) της Έκθεσης Απαίτησης - ο Ενάγων όχι μόνο δεν αναφέρθηκε στο ύψος του, αλλά καμία απολύτως νίξη δεν έκανε για το κονδύλι αυτό. Ακολουθεί ότι ο Ενάγων δεν απέδειξε το πιο πάνω κονδύλι. Αναφορικά με την αγορά σκύλου φύλακα - παράγραφος 15(Β) της Έκθεσης Απαίτησης - ο Ενάγων ενώ υποστήριξε ότι προέβη στην αγορά ενός τέτοιου σκύλου κανένα ισχυρισμό δεν πρόβαλε ως προς το πόσα στοίχισε η εν λόγω αγορά. Ο Ενάγων απέτυχε να αποδείξει το ύψος του πιο πάνω κονδυλίου. Ακολουθεί ότι παρά το ότι δέχομαι ότι αγόρασε σκύλο φύλακα για τον λόγο που πιο πάνω αναφέρθηκε κανένα ποσό δεν μπορεί να επιδικασθεί για το κονδύλι αυτό. Αναφορικά με την περίφραξη της οικίας του - παράγραφος 15(Γ) της Έκθεσης Απαίτησης - ό,τι ο Ενάγων ανέφερε είναι ότι αυτή στοίχισε Ευρώ 1.700,00 σεντ. Την έκανε μόνος του και γι' αυτό δεν κρατήθηκαν αποδείξεις. Το ότι ο Ενάγων έκανε την περίφραξη μόνος του δεν αποτελεί δικαιολογία για το ότι δεν κράτησε τις σχετικές αποδείξεις. Οι αποδείξεις για την αγορά των διάφορων υλικών που ο Ενάγων αγόρασε για να κάνει την περίφραξη όφειλαν να παρουσιασθούν ώστε η εν λόγω ζημία να αποδειχθεί με την αυστηρότητα που επιβάλλει η Νομολογία. Αξίζει να σημειωθεί ότι ανεξαρτήτως τούτου ο Ενάγων καμία αναφορά δεν έκανε καν στην μαρτυρία του για το πόσα στοίχισαν τα διάφορα υλικά που χρησιμοποίησε για να φτιάξει την περίφραξη. Αρκέσθηκε μόνο να κάνει αναφορά στο συνολικό ποσό που ξόδεψε χωρίς να αναφέρει πώς προέκυψε το πιο πάνω ποσό. Υπό το φως των πιο πάνω δεν θεωρώ ότι ο Ενάγων απέδειξε το πιο πάνω κονδύλι με την αυστηρότητα που επιβάλλει η Νομολογία. Έτσι, παρά το ότι δέχομαι ότι περιέφραξε την οικία του με ξύλα ύψους δύο μέτρων για τον λόγο που πιο πάνω αναφέρθηκε κανένα ποσό δεν μπορεί να επιδικασθεί για το κονδύλι αυτό. Συνακόλουθα από την παράγραφο 28 της γραπτής δήλωσης του Ενάγοντα δέχομαι τα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν ότι δέχομαι. Αναφορικά με την παράγραφο 4 της γραπτής δήλωσης του Ενάγοντα έχω να προσθέσω τα ακόλουθα. Ό,τι από την πιο πάνω παράγραφο δέχομαι είναι ότι λέχθηκαν στον Ενάγοντα από τον ποινικό ανακριτή, ΜΕ 2, τα όσα ο Ενάγων στην εν λόγω παράγραφο αναφέρει ότι του λέχθηκαν από το πιο πάνω πρόσωπο. Δεν δέχομαι, όμως, την αλήθεια της δήλωσης ότι το κινητό τηλέφωνο του Ενάγοντα παρακολουθείτο. Κανένας μάρτυρας με προσωπική γνώση ενός τέτοιου ισχυρισμού δεν κλήθηκε να καταθέσει στην διαδιακασία. Ό,τι δε προκύπτει από την μαρτυρία τόσο του ΜΕ 2 όσο και του ΜΕ 3 είναι ότι ο πιο πάνω ισχυρισμός είναι αποτέλεσμα πληροφοριών που ο ΜΕ 3 έλαβε από αστυνομικούς χωρίς, όμως, οι αστυνομικοί αυτοί να κληθούν να καταθέσουν ώστε να ελεχθεί η ακρίβεια και η αλήθεια των πληροφοριών που αυτοί έδωσαν στον ΜΕ
- Επίσης, όπως ευκρινώς διεφάνη μέσα από την μαρτυρία του ποινικού ανακριτή, ΜΕ 2, η ποινική ανάκριση που ο ΜΕ 2 διεξήγαγε έλαβε χώρα κατόπιν οδηγιών του τότε Γενικού Εισαγγελέα με έναυσμα και μόνο τα δημοσιεύματα στην εφημερίδα «ΠΟΛΙΤΗΣ», μιας και το θέμα είχε λάβει διαστάσεις, και τίποτα άλλο. Το ίδιο ισχύει για το ίδιο θέμα που απαντάται στις παραγράφους 8 και 12 της γραπτής δήλωσης του Ενάγοντα. Δέχομαι, επίσης, ότι το Τεκμήριο 1 είναι η κατάθεση που έδωσε ο Ενάγων στις 26.3.07 στον ποινικό ανακριτή, ΜΕ
- Κατά την μαρτυρία του ο ΜΕ 2 επιβεβαίωσε το αληθές του πιο πάνω ισχυρισμού. Στην γραπτή του δήλωση ο Ενάγων αναφέρει, επίσης, ότι ένεκα της μετακόμισης στο πατρικό σπίτι της συζύγου του αυξήθηκαν τα έξοδά τους κατά Ευρώ 350,00 σεντ τον μήνα. Αναφέρει, επίσης, ότι εντός των 3 μηνών που ζούσαν στο πατρικό σπίτι της συζύγου του έπρεπε να πληρώνει επιπλέον μεταφορικά για τις μετακινήσεις τους προς το δικό τους σπίτι για να παίρνουν ρούχα. Ακόμη, ότι αυξήθηκαν τα έξοδα διατροφής και συντήρησής τους διότι συνεισφέρανε στα έξοδα του σπιτιού όπου διέμεναν και παράλληλα συνέχιζαν να έχουν τα έξοδα του σπιτιού τους, όπως λογαριασμούς, έξοδα καθαριότητας και έξοδα συντήρησης. Τίποτα, όμως, από τα πιο πάνω δεν δικογραφείται στην Έκθεση Απαίτησης. Συνακόλουθα το περιεχόμενο της παραγράφου 23 από την γραπτή δήλωση του Ενάγοντα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό. Επίσης, αναπόφευκτα για τα πιο πάνω δεν μπορούν να επιδικασθούν οποιεσδήποτε αποζημιώσεις. Από τις παραγράφους 13-18 δέχομαι ότι τα δημοσιεύματα που στις εν λόγω παραγράφους αναφέρονται έγιναν αφού αυτά παρουσιάσθηκαν και κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Ο Ενάγων τόσο στην γραπτή του δήλωση όσο και διά ζώσης επικαλέσθηκε την γραπτή σύμβαση που σύνηψε με την Εναγόμενη και ισχυρίσθηκε ότι ήταν όρος της εν λόγω σύμβασης ότι η Εναγόμενη είχε καθήκον και υποχρέωση να διασφαλίζει το απόρρητο των επικοινωνιών του και να προστατεύει τα προσωπικά του δεδομένα. Η συμφωνία αυτή όχι μόνο δεν κατατέθηκε από τον Ενάγοντα αλλά και από την αντεξέταση του Ενάγοντα διεφάνη ότι τα όσα πιο πάνω ο Ενάγων υποστήριξε ως να απορρέουν από την εν λόγω συμφωνία αποτελούν κενό γράμμα αφού ο Ενάγων κατά δική του ομολογία δεν θυμόταν τι προνοούσε η συμφωνία και αν τα όσα επικαλέσθηκε ως όροι της σύμβασης ήταν πράγματι τέτοιοι. Εκτός από τα σημεία από την μαρτυρία του Ενάγοντα που δεν αποδέχομαι η υπόλοιπη μαρτυρία του είναι αποδεκτή. Δεύτερος μάρτυρας για τον Ενάγοντα κατέθεσε ο Αθανάσιος Σωκράτους. Ο εν λόγω μάρτυρας είναι συνταξιούχος Αστυνόμος Β΄. Διορίσθηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο ως ποινικός ανακριτής μαζί με Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για την διερεύνηση διαρροής προσωπικών δεδομένων από την Εναγόμενη. Προς απόδειξη του πιο πάνω ισχυρισμού του ο μάρτυρας κατέθεσε απόσπασμα από τα Πρακτικά της Συνεδρίας του Υπουργικού Συμβουλίου ημερομηνίας 28.2.07 το οποίο σημειώθηκε από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο
- Ο μάρτυρας στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του κατέθεσε αφού προηγουμένως υιοθέτησε το περιεχόμενό της γραπτή του δήλωση - Τεκμήριο 11 - ως μέρος της κυρίως εξέτασής του σύμφωνα με την δυνατότητα που παρέχεται προς αυτή την κατεύθυνση από το άρθρο 25 του Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε. Ακολούθως, αντεξετάσθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Εναγόμενης. Ο μάρτυρας μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Μέσα από την συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, τον τρόπο και το ύφος με το οποίο απαντούσε στις διάφορες ερωτήσεις που του τέθηκαν μου δημιούργησε την εντύπωση ότι ήταν ειλικρινής και ότι προσήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό και πρόθεση να πει την αλήθεια. Έτσι από την μαρτυρία του δέχομαι, μεταξύ άλλων, τα όσα ανέφερε σε σχέση με τις ενέργειες στις οποίες προέβη στα πλαίσια εκτέλεσης των καθηκόντων που του είχαν ανατεθεί. Εκεί, όμως, που κρίνω ότι αναδύεται πρόβλημα στην μαρτυρία του είναι όσον αφορά τους ισχυρισμούς του που άπτονται της προέλευσης του Τεκμηρίου
- Θέση του μάρτυρα ήταν ότι το εν λόγω τεκμήριο παρήχθηκε από την Εναγόμενη. Παρά το ότι ο μάρτυρας είχε ισχυρή πεποίθηση για πιο πάνω ισχυρισμό του και θεωρώ ότι κατά την προβολή του ήταν ειλικρινής δεν μπορώ να δεχθώ την αλήθεια του. Και αυτό γιατί ο εν λόγω ισχυρισμός βασίζεται σε εξ' ακοής μαρτυρία, η αλήθεια της οποίας δεν εξακριβώθηκε από οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία που παρουσιάσθηκε στην υπόθεση και η οποία να έγινε αποδεκτή. Ο υπό συζήτηση ισχυρισμός βασίζεται σε καταθέσεις, όπως ο μάρτυρας με την μαρτυρία του υπέδειξε, που λήφθηκαν από τον ίδιο από λειτουργούς της Εναγόμενης. Σύμφωνα με τους τελευταίους τα στοιχεία που αναφέρονται στο Τεκμήριο 2 βρίσκονται σε διάφορα τμήματα της Εναγόμενης και εξάγονται από την Εναγόμενη με ειδική επεξεργασία. Οι λειτουργοί, όμως, αυτοί δεν κλήθηκαν να καταθέσουν στην διαδικασία ώστε να αντεξετασθούν και η αλήθεια της μαρτυρίας τους να ελεχθεί. Για την προέλευση του Τεκμηρίου 2 πληροφορήθηκε, όπως προκύπτει από την μαρτυρία του, και από τον ΜΕ 3 τον οποίο κάλεσε για να δώσει κατάθεση. Μόνο που ό,τι ο ΜΕ 3 ανέφερε στον μάρτυρα σύμφωνα με τον τελευταίο ήταν ότι το Τεκμήριο 2 παραλήφθηκε από τον ίδιο από λειτουργούς της Εναγόμενης. Χωρίς καν να κατονομάσει τα πρόσωπα που του το είχαν παραδώσει επικαλούμενος όταν επί του προκειμένου ρωτήθηκε από τον μάρτυρα το δημοσιογραφικό απόρρητο. Για τους λόγους που πιο πάνω εξηγούνται κρίνω πως δεν θα ήταν ασφαλές να στηριχθώ στην μαρτυρία του μάρτυρα σύμφωνα με την οποία το Τεκμήριο παράχθηκε από την Εναγόμενη για να καταλήξω σε ασφαλή ευρήματα. Από την μαρτυρία του δεν δέχομαι επίσης ότι το κινητό τηλέφωνο του Ενάγοντα παρακολουθείτο. Το τελευταίο προκύπτει ως συμπέρασμα και μόνο του μάρτυρα το οποίο αναδύεται από την ακροσφαλή, όπως αναφέρθηκε ενωρίτερα, θέση του ότι το Τεκμήριο 2 παρήχθηκε από την Εναγόμενη. Εκτός από τα νευραλγικά αυτά σημεία από την μαρτυρία του μάρτυρα που δεν αποδέχομαι η υπόλοιπη μαρτυρία του είναι αποδεκτή. Τρίτος μάρτυρας για τον Ενάγοντα κατέθεσε ο δημοσιογράφος Μανώλης Καλαντζής, διευθυντής στον ραδιοφωνικό σταθμό 107.6 και βοηθός αρχισυντάκτης στην εφημερίδα ΠΟΛΙΤΗΣ. Ο μάρτυρας στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του κατέθεσε αφού προηγουμένως υιοθέτησε το περιεχόμενό της γραπτή του δήλωση - Τεκμήριο 12 - ως μέρος της κυρίως εξέτασής του σύμφωνα με την δυνατότητα που παρέχεται προς αυτή την κατεύθυνση από το άρθρο 25 του Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε. Ακολούθως, αντεξετάσθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Εναγόμενης. Από την μαρτυρία του μάρτυρα δέχομαι μόνο τα προσόντα του και τις θέσεις τις οποίες κατά καιρούς κατείχε καθώς και ότι αρχές Φεβρουαρίου του 2007, μεταξύ άλλων εγγράφων, του παραδόθηκε το Τεκμήριο 2 από αστυνομικές πηγές. Δεν δέχομαι, όμως, τα όσα υποστήριξε για την προέλευση του Τεκμηρίου 2 καθώς επίσης τα ακόλουθα σημεία από την μαρτυρία του τα οποία αποτελούν και τις εν γένει θέσεις του: το Τεκμήριο 2 είναι προϊόν επεξεργασίας και, μάλιστα, παράνομης από το εσωτερικό τμήμα της Εναγόμενης το Τεκμήριο 2 παραδόθηκε από υπαλλήλους της Εναγόμενης σε τρίτα μη εξουσιοδοτημένα πρόσωπα και παράνομα το Τεκμήριο 2 προέρχεται από το εσωτερικό δίκτυο της Εναγόμενης το Τεκμήριο 2 είναι αποτέλεσμα ενεργειών ατόμων που κατά τον ουσιώδη χρόνο και μέσω υπαλλήλων της Εναγόμενης είχαν πρόσβαση στα απόρρητα στοιχεία των τηλεφωνικών επικοινωνιών της Εναγόμενης. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί του μάρτυρα αποτελούν εξ' ακοής μαρτυρία για την αλήθεια ή την ακρίβεια της οποίας κανένα στοιχείο δεν δόθηκε από τον μάρτυρα ή από οποιονδήποτε άλλο μάρτυρα στην υπόθεση ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να ενεργήσει επ' αυτής για να καταλήξει με ασφάλεια σε ευρήματα. Δεν μου διαφεύγει ότι σύμφωνα με τον Περί Αποδείξεως Νόμο, Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε, δεν αποτελεί λόγο αποκλεισμού μαρτυρίας το γεγονός και μόνο ότι αυτή είναι εξ' ακοής. Το Δικαστήριο, όμως, οφείλει προτού προσδώσει βαρύτητα και αποδεχθεί εξ' ακοής μαρτυρία να αναλογισθεί την αποδεικτική της αξία και να λάβει υπόψη παραμέτρους που δύνανται να επιδράσουν στην αποτίμηση της αξίας αυτής. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί του μάρτυρα προβλήθηκαν γενικόλογα και αόριστα και χωρίς να δοθεί από τον μάρτυρα το υπόβαθρο που να επιτρέπει στο Δικαστήριο να ικανοποιηθεί για την αλήθεια ή την ακρίβεια των συμπερασμάτων και των αποτελεσμάτων της έρευνάς του με αποτέλεσμα τα συμπεράσματα και οι θέσεις του να ανάγονται στην σφαίρα της πιθανολόγησης. Βάση για τους υπό συζήτηση ισχυρισμούς του μάρτυρα αποτέλεσαν, όπως ευκρινώς προκύπτει από την μαρτυρία του, οι πληροφορίες που είχε από αστυνομικές πηγές στις οποίες ο μάρτυρας οικοδόμησε, όπως και πάλι προκύπτει από την μαρτυρία του, για να καταλήξει στις πιο πάνω διατυπωμένες θέσεις του. Υπό το φως των δοσμένων περιστάσεων το ενδεχόμενο αποκλεισμού αλλότριων κινήτρων ή εσκεμμένης παραποίησης των παρουσιασθέντων στον μάρτυρα από τις πηγές του δεν μπορεί να αποκλεισθεί. Το Δικαστήριο δεν μπορεί στην βάση αφηρημένων στοιχείων να καταλήγει σε ευρήματα. Σε τέτοια δε στοιχεία φρονώ πως στηρίζεται η όλη υπόθεση του Ενάγοντα. Τέταρτη μάρτυρας κατέθεσε η σύζυγος του Ενάγοντα. Η μάρτυρας στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής της κατέθεσε αφού προηγουμένως υιοθέτησε το περιεχόμενό της γραπτή της δήλωση - Τεκμήριο 13 - ως μέρος της κυρίως εξέτασής της σύμφωνα με την δυνατότητα που παρέχεται προς αυτή την κατεύθυνση από το άρθρο 25 του Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε. Ακολούθως, αντεξετάσθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Εναγόμενης. Η μάρτυρας μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Μέσα από την συμπεριφορά της στο εδώλιο του μάρτυρα, τον τρόπο και το ύφος με το οποίο απαντούσε στις διάφορες ερωτήσεις που της τέθηκαν μου δημιούργησε την εντύπωση ότι κατέθεσε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Απαντούσε με αυθορμητισμό και δεν υπολόγιζε τις απαντήσεις της. Ήταν σταθερή στην μαρτυρία της και δεν κλονίσθηκε κατά την αντεξέταση. Από την μαρτυρία της μάρτυρος δεν αποδέχομαι τα ακόλουθα σημεία: ότι το κινητό τηλέφωνο του Ενάγοντα παρακολουθείτο. Και αυτό για τον ίδιο λόγο που αναφέρθηκε στα πλαίσια αξιολόγησης της μαρτυρίας του Ενάγοντα και του ΜΕ 2 ένεκα της μετακόμισης του ζεύγους στο πατρικό της σπίτι τα έξοδά τους αυξήθηκαν κατά Ευρώ 350,00 σεντ τον μήνα το περιεχόμενο της παραγράφου 10 της γραπτής της δήλωσης. Αναφορικά με τα δυο τελευταία σημεία σημειώνεται ότι αυτά δεν γίνονται αποδεκτά για τον ίδιο λόγο που η ίδια μαρτυρία η οποία δόθηκε από τον Ενάγοντα δεν έγινε αποδεκτή. Εκτός από τα σημεία τα οποία δεν αποδέχθηκα από την μαρτυρία της μάρτυρος όλη η υπόλοιπη μαρτυρία της είναι αποδεκτή. Πρώτη μάρτυρας για την Υπεράσπιση κατέθεσε η Άννα Γιαννάκη. Η μάρτυρας στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής της κατέθεσε αφού προηγουμένως υιοθέτησε το περιεχόμενό της γραπτή της δήλωση - Τεκμήριο Β - ως την κυρίως εξέτασή της σύμφωνα με την δυνατότητα που παρέχεται προς αυτή την κατεύθυνση από το άρθρο 25 του Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε. Ακολούθως, αντεξετάσθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Ενάγοντα. Κατά την μαρτυρία της η μάρτυρας υπέδειξε με λεπτομέρεια τις περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες η Εναγόμενη δύναται να αποκαλύψει προσωπικά δεδομένα συνδρομητή, όπως την ταυτότητα του συνδρομητή συγκεκριμένου αριθμού κλήσεως, κατάσταση εξερχόμενων κλήσεων για συγκεκριμένο αριθμό κλήσεως για συγκεκριμένη περίοδο, τον αριθμό του καλούντος και το όνομα του καλούμενου-συνδρομητή σε περιπτώσεις ενοχλητικών ή απειλητικών τηλεφωνημάτων, την ημερομηνία και ώρα κλήσης μεταξύ συνδιαλεγόμενων συνδρομητών, δεδομένα θέσης μέσω εισερχόμενων και εξερχόμενων κλήσεων σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης και σε περιπτώσεις κλαπέντων ή απωλεσθέντων συσκευών την ταυτότητα του συνδρομητή που έκανε χρήση κλοπιμαίας συσκευής που είναι καταχωρημένη στην μαύρη λίστα. Ήταν σαφής και θετική ότι η Εναγόμενη δεν εκδίδει και δεν αποκαλύπτει καταστάσεις εισερχόμενων κλήσεων παρά μόνο στις περιπτώσεις εκείνες όπου υπάρχει έκτακτη ανάγκη στην περίπτωση που ενωρίτερα αναφέρθηκε, αλλά και σε περιπτώσεις που τέτοια αποκάλυψη επιτρέπεται με διάταγμα Δικαστηρίου. Τόνισε ότι καταστάσεις εισερχόμενων κλήσεων δεν δίδεται ούτε στους ίδιους τους καλούμενους. Η Εναγόμενη δεν διαθέτει εξοπλισμούς, ούτε και έχει εξ' όσων η ίδια γνωρίζει την δυνατότητα καταγραφής της συνομιλίας των συνδιαλεγόμενων σε μια κλήση. Όταν έγιναν τα δημοσιεύματα στην εφημερίδα ΠΟΛΙΤΗΣ έγινε αμέσως εσωτερική έρευνα για το ενδεχόμενο όπως τα δεδομένα διέρρευσαν από την Εναγόμενη η οποία, όμως, δεν κατέδειξε τέτοιο πράγμα. Επίσης, δεν κατέστη δυνατόν να διαπιστωθεί η ορθότητα των δεδομένων που δημοσιεύθηκαν αφού τα δεδομένα αυτά ήταν του 2005 και τα δεδομένα της Εναγόμενης καταστρέφονται μετά πάροδο 6 μηνών από τον μήνα στον οποίο γίνονται οι κλήσεις. Περαιτέρω δεν παρατηρήθηκαν ασυνήθεις προσβάσεις στους εξοπλισμούς. Κατά την αντεξέταση και σε υποβολή του ευπαίδευτου συνηγόρου του Ενάγοντα ότι υπάλληλοι της Εναγόμενης προβαίνουν σε αποκαλύψεις προσωπικών δεδομένων συνδρομητών της Εναγόμενης χωρίς να ρωτείται το Νομικό Τμήμα τόνισε ότι στην Εναγόμενη διατηρούνται στοιχεία ιχνηλασιμότητας στα οποία καταγράφονται οι προσβάσεις σε όλα τα συστήματα που διατηρούν εμπιστευτικές πληροφορίες. Έτσι, αν κάποιος υπάλληλος της Εναγόμενης εισέλθει στο σύστημα, αυτό θα φανεί, όπως, επίσης, θα φανούν ο χρόνος και η ταυτότητα του υπαλλήλου που έπραξε κάτι τέτοιο, οι πληροφορίες που ο υπάλληλος αυτός ζήτησε, πού δόθηκαν αυτές οι πληροφορίες και πώς αυτές μεταφέρθηκαν. Σημείωσε ότι η κατάσταση του Τεκμηρίου 2 προσομοιάζει με κατάσταση που εκδίδεται σε περιπτώσεις αγνοουμένων προσώπων σε αντίθεση με θέση που προβλήθηκε από την πλευρά της Υπεράσπισης στον ΜΕ 2 ότι τέτοιες καταστάσεις η Εναγόμενη δεν μπορεί να παράξει. Η μάρτυρας μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Μέσα από την συμπεριφορά της στο εδώλιο του μάρτυρα, τον τρόπο και το ύφος με το οποίο απαντούσε στις διάφορες ερωτήσεις που της τέθηκαν μου δημιούργησε την εντύπωση ότι κατέθεσε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Απαντούσε με αυθορμητισμό και δεν υπολόγιζε τις απαντήσεις της. Η πλευρά του Ενάγοντα δεν κατάφερε μέσω της αντεξέτασης είτε να κλονίσει την μαρτυρία της μάρτυρος ή την αξιοπιστία της είτε να εξάξει από την μάρτυρα οποιαδήποτε μαρτυρία που να προωθεί την υπόθεσή της. Κανένας ισχυρισμός της μάρτυρος δεν θα μπορούσε να προσμετρήσει ώστε με ασφάλεια το Δικαστήριο να μπορεί να δεχθεί τις θέσεις του Ενάγοντα. Αναφέρομαι στην ερώτηση που τέθηκε στην μάρτυρα από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Ενάγοντα αν η καταγραφή των προσβάσεων στα συστήματα που διατηρούν εμπιστευτικές πληροφορίες και η συνεπαγόμενη δυνατότητα για τον εντοπισμό του υπαλλήλου που παραβαίνει καθήκον του είναι επαρκής ασφάλεια για την διατήρηση του απορρήτου. Η μάρτυρας εξέφρασε την πεποίθηση ότι αυτό αποτελεί επαρκή ασφάλεια αν και πρόσθεσε, επίσης, ότι δεν ανήκει στο προσωπικό Ασφαλείας για να γνωρίζει επακριβώς τα συστήματα και τους μηχανισμούς ασφαλείας που διαθέτει η Εναγόμενη και πώς γίνεται ο εντοπισμός, ισχυρισμός ο οποίος δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά του Ενάγοντα, ώστε να μπορεί να αντικρούσει ανάλογες θέσεις που υποβλήθηκαν σε αυτήν απο την πλευρά του Ενάγοντα. Συν τοις άλλοις η πλευρά του Ενάγοντα έθετε τις θέσεις της στην μάρτυρα αναφορικά με τους τρόπους που μπορεί να γίνει αποκάλυψη από υπαλλήλους με γενικότητα και αοριστία - έγινε αναφορά σε χιλιάδες τρόπους - και χωρίς να τεθεί στην μάρτυρα πώς σύμφωνα με τις θέσεις της πλευράς του Ενάγοντα μπορεί να υπερακοντισθεί η δυνατότητα πρόσβασης και ο συνεπαγόμενος εντοπισμός του υπαλλήλου που σύμφωνα με την μάρτυρα αποτελούν τα εχέγγυα για την διατήρηση του απορρήτου. Οι θέσεις της πλευράς του Ενάγοντα ανάγονται στο πεδίο της πιθανολόγησης και δεν έχουν στέρεα ερείσματα. Κρίνω ότι η μάρτυρας ήταν μάρτυρας της αλήθειας και γι' αυτό αποδέχομαι την μαρτυρία της στην ολότητά της. Δεύτερος και τελευταίος μάρτυρας για την Υπεράσπιση κατέθεσε ο Νίκος Τιμοθέου. Η μάρτυρας στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής της κατέθεσε αφού προηγουμένως υιοθέτησε το περιεχόμενό της γραπτή της δήλωση - Τεκμήριο Γ - ως την κυρίως εξέτασή του σύμφωνα με την δυνατότητα που παρέχεται προς αυτή την κατεύθυνση από το άρθρο 25 του Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε. Ακολούθως, αντεξετάσθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Ενάγοντα. Προεξάρχοντα σημεία από την μαρτυρία του μάρτυρα αποτελούν τα ακόλουθα: η διοικητική έρευνα που ο μάρτυρας διέταξε και έλαβε χώρα κάλυψε τόσο τα στατικά στοιχεία πελάτη όσο και τα δυναμικά κίνησης καταστάσεις όπως το Τεκμήριο 2 μπορούν να παραχθούν μόνο στα κέντρα πληροφορικής της Εναγόμενης και με πρόσβαση και επεξεργασία πληροφοριών από διαφορετικούς εξοπλισμούς αφού οι ίδιοι οι εξοπλισμοί τα διατηρούν κωδικοποιημένα και δεν μπορούν να τα εκτυπώσουν από τα στοιχεία ιχνηλασιμότητας των εξοπλισμών δεν διαπιστώθηκε πρόσβαση ή επεξεργασία στα δεδομένα κίνησης του συγκεκριμένου αριθμού κλήσεως δεν ήταν δυνατόν να επιβεβαιωθεί η αλήθεια των όσων καταγράφονταν στο Τεκμήριο 2 αφού τα δεδομένα κίνησης του συγκεκριμένου αριθμού για το 2005 είχαν προ πολλού διαγραφεί η Εναγόμενη έδινε στοιχεία εισερχομένων κλήσεων στην Αστυνομία μόνο σε περιπτώσεις απαγωγών ή αγνοουμένων προσώπων η Εναγόμενη δεν διαθέτει και ουδέποτε διέθετε εξοπλισμούς παρακολούθησης ή καταγραφής της συνομιλίας που γίνεται κατά την διάρκεια της κλήσης το Τεκμήριο 2 προσομοιάζει με καταστάσεις τις οποίες η Εναγόμενη δίνει σε περιπτώσεις απαγωγών ή αγνοουμένων προσώπων η διοικητική έρευνα δεν κατέδειξε ότι η πηγή των διαρρεύσαντων πληροφοριών ήταν η Εναγόμενη. Ο μάρτυρας μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Μέσα από την συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, τον τρόπο και το ύφος με το οποίο απαντούσε στις διάφορες ερωτήσεις που του τέθηκαν μου δημιούργησε την εντύπωση ότι ήταν ειλικρινής και μάρτυρας της αλήθειας. Απαντούσε με αυθορμητισμό και δεν υπολόγιζε τις απαντήσεις του. Η πλευρά του Ενάγοντα δεν κατάφερε μέσω της αντεξέτασης είτε να κλονίσει την μαρτυρία του μάρτυρα ή την αξιοπιστία του είτε να εξάξει από τον μάρτυρα οποιαδήποτε μαρτυρία που να προωθεί την υπόθεσή του. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η αντεξέταση ήταν μάλλον διευκρινιστικής φύσεως και ο μάρτυρας δεν αμφισβητήθηκε σοβαρά επί ουσιωδών σημείων της μαρτυρίας του. Κάποιες θέσεις που τέθηκαν σε αυτόν υπό μορφή υποβολών ήταν γενικόλογες και αστήρικτες από μαρτυρία που να έγινε αποδεκτή στην υπόθεση. Συνακόλουθα δέχομαι την μαρτυρία του μάρτυρα στην ολότητά της. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση καθίσταται αναπόφευκτο το συμπέρασμα ότι στην βάση της προσαχθείσας στην υπόθεση μαρτυρίας ο Ενάγων απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση του κατά το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Μοιραία η αγωγή δεν μπορεί να έχει παρά απορριπτική κατάληξη. Συνακόλουθα η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον του Ενάγοντα όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Απόρρητο τηλεφωνικών επικοινωνιών Subject: Civil / Other Actions / Final cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο