← Κύπρος

Famagusta Shipping Company Limited ν. Δημήτρη Κυριακίδη, Αρ. Αγωγής: 1950/07, 30/7/2014

Famagusta Shipping Company Limited ν. Δημήτρη Κυριακίδη, Αρ. Αγωγής: 1950/07, 30/7/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A307 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 1950/07 Μεταξύ: Famagusta Shipping Company Limited, από την Λεμεσό Ενάγοντα και Δημήτρη Κυριακίδη, από την Λεμεσό Εναγόμενου και Κώστα Νικολάου, από την Λεμεσό Τριτοδιάδικου ........................... Ημερομηνία: 30.7.14 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα εταιρεία: κ. Μ. Αρίστου για κκ Α. Νεοκλέους & Σία Για τον Εναγόμενο: κα Φρ. Βερεσιέ για κ. Κ. Μ. Χ΄΄ Πιέρα Για τον Τριτοδιάδικο: κ. Π. Κωνσταντίνου για κκ Α. Π. Ερωτοκρίτου & Σία ---------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Αφορμή για την έκδοση της παρούσης απόφασης αποτέλεσε τροχαίο δυστύχημα που επισυνέβη στις 12.5.05 στην συμβολή των οδών Βασιλέως Γεωργίου Α΄ και Χριστάκη Κράνου στην Λεμεσό με ενεχόμενα το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΝΚ 666 το οποίο οδηγείτο από την Μαρία Χ΄΄ Μιχαήλ και το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΗΜΕ 319 το οποίο οδηγείτο από τον Εναγόμενο. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης τα δύο πιο πάνω οχήματα οδηγούνταν κατά μήκος της οδού Βασιλέως Γεωργίου Α΄ στον Ποταμό Γερμασόγειας της επαρχίας Λεμεσού και με δυτική κατεύθυνση. Το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΗΜΕ 319 ακολουθούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΝΚ

  1. Σε κάποιο σημείο του πιο πάνω δρόμου το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΗΜΕ 319 συγκρούσθηκε με το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΝΚ 666 το οποίο βρισκόταν νόμιμα και κανονικά σταματημένο σε αναμονή. Συνεπεία της σύγκρουσης το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΝΚ 666 υπέστη ζημιές. Η Ενάγουσα εταιρεία, από τώρα και στο εξής «η Ενάγουσα», είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής ΕΝΚ 666 και ο Εναγόμενος ο ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής ΗΜΕ
  2. Με την αγωγή της η Ενάγουσα αξιώνει το ποσό των Λ.Κ.1.289,15 σεντ για ζημιές που υπέστη το αυτοκίνητό της ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης, το ποσό των Λ.Κ.70,00 σεντ για απώλεια χρήσης του αυτοκινήτου της για περίοδο 10 ημερών, το ποσό των Λ.Κ.50,00 σεντ για αστυνομική έκθεση και το ποσό των Λ.Κ.150,00 σεντ ως «excess - απαλλαγή συμβολαίου», ήτοι το συνολικό ποσό των Λ.Κ.1.559,15 σεντ. Αξιώνει, επίσης, νόμιμο τόκο, έξοδα και ΦΠΑ. Σημειώνεται ότι πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκε από κοινού ως παραδεκτό γεγονός ότι η ζημιά της Ενάγουσας ανέρχεται στο ποσό των Ευρώ 2.460,00 σεντ επί πλήρους ευθύνης. Με την τροποποιημένη Υπεράσπισή του ο Εναγόμενος αρνείται όλους τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας οι οποίοι εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησής της εκτός από τα ακόλουθα τα οποία και παραδέχεται: η Ενάγουσα είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη σύμφωνα με τον Κυπριακό Νόμο και κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής ΕΝΚ 666 ο Εναγόμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ο οδηγός και ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής ΗΜΕ 319 Με την Υπεράσπισή του ο Εναγόμενος αρνείται ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγούσε το όχημά του αμελώς και κατά παράβαση των νομίμων καθηκόντων του. Αρνείται, επίσης, ότι κατά τον ίδιο χρόνο το όχημα της Ενάγουσας οδηγείτο νόμιμα και κανονικά. Αποτελούν, επίσης, θέσεις του Εναγόμενου τα ακόλουθα: η Ενάγουσα είναι εκ προστήσεως υπεύθυνη για τις πράξεις και παραλείψεις της Μαρίας Χ΄΄ Μιχαήλ η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΝΚ 666 ως υπάλληλος και/ή αντιπρόσωπος και/ή για λογαριασμό και προς όφελος της Ενάγουσας ο Εναγόμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΗΜΕ 319 νόμιμα και κανονικά επί της οδού Βασιλέως Γεωργίου Α΄ με δυτική κατεύθυνση και στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας ακολουθώντας το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΝΚ 666 το επίδικο δυστύχημα οφείλεται στην αποκλειστική και/ή συντρέχουσα αμέλεια της Μαρίας Χ΄΄ Μιχαήλ και/ή του Κώστα Νικολάου. Στις παραγράφους 7 και 8 της Υπεράσπισης παρατίθενται λεπτομέρειες αμέλειας και/ή παράβασης των νομίμων καθηκόντων των πιο πάνω προσώπων ο Κώστας Νικολάου κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΗΒΜ 700 επί της ιδίας οδού και στην μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας. Φθάνοντας στην συμβολή των οδών Βασιλέως Γεωργίου Α΄ και Χριστάκη Κράνου και ενώ το φως ήταν πράσινο για την πορεία του αντί να κατευθυνθεί ευθεία επιχείρησε αντικανονικά στροφή δεξιά προς την οδό Χριστάκη Κράνου με αποτέλεσμα η Μαρία Χ΄΄Μιχαήλ για να αποφύγει την σύγκρουση μαζί του να σταματήσει σχεδόν στην μέση της διασταύρωσης και ο Εναγόμενος να συγκρουσθεί στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής ΕΝΚ
  3. Σημειώνεται ότι ο Ενάγων την 1.12.08 εξασφάλισε άδεια του Δικαστηρίου για προσεπίκληση του πιο πάνω αναφερόμενου Κώστα Νικολάου ως Τριτοδιάδικου στην διαδικασία. Ο Εναγόμενος αιτείται την απόρριψη της αγωγής με έξοδα. Εγείρει δε Ανταπαίτηση εναντίον της Ενάγουσας ως εκ προστήσεως υπεύθυνη για τις πράξεις και παραλείψεις της Μαρίας Χ΄΄Μιχαήλ και/ή εναντίον του Κώστα Νικολάου τον οποίο αποκαλεί εξ' ανταπαιτήσεως Εναγόμενο. Με την Ανταπαίτησή του ο Εναγόμενος αξιώνει δηλωτικές αποφάσεις, γενικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες που υπέστη συνεπεία του επίδικου δυστυχήματος καθώς και το ποσό των Ευρώ 4.467,99 σεντ ως ειδικές αποζημιώσεις για τις ζημίες που υπέστη το αυτοκίνητό του καθώς και για απώλεια χρήσης. Με την Απάντησή της η Ενάγουσα αρνείται όλους τους ισχυρισμούς που εκτίθενται στην τροποποιημένη Υπεράσπιση οι οποίοι δεν συνάδουν και/ή δεν συμφωνούν με τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησής της. Ζητεί την έκδοση απόφασης ως η Έκθεση Απαίτησής της και αρνείται την Ανταπαίτηση και ζητεί την απόρριψή της με έξοδα. Με αίτηση του Εναγόμενου ημερομηνίας 24.4.09 το Δικαστήριο έδωσε άδεια για καταχώρηση δικογράφων μεταξύ Εναγόμενου και Τριτοδιάδικου. Με την Έκθεση Απαίτησης του εναντίον του Τριτοδιάδικου ο Εναγόμενος επαναλαμβάνει και υιοθετεί την Υπεράσπισή του και περαιτέρω ισχυρίζεται ότι το επίδικο δυστύχημα οφείλεται στην αμέλεια και/ή παράβαση των νομίμων καθηκόντων του Τριτοδιάδικου. Αξιώνει εναντίον του Τριτοδιάδικου «όπως αποζημιωθεί για ολόκληρο και/ή οποιοδήποτε ποσό το οποίο ίσως διαταχθεί να πληρώσει προς την ενάγουσα στην παρούσα αγωγή καθώς και οιαδήποτε έξοδα» και «διά συνεισφορά σε τέτοιο ποσό καθ' ον τρόπο ήθελε κρίνει να αποκόψει και ή αποφασίσει το Σεβαστό Δικαστήριο». Με την Υπεράσπισή του ο Τριτοδιάδικος αρνείται την αξίωση του Εναγόμενου εναντίον του καθώς και τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου που εκτίθενται στην Υπεράσπισή του στην έκταση που τον αφορούν και ισχυρίζεται ότι το επίδικο δυστύχημα οφείλεται στην αποκλειστική και/ή συντρέχουσα αμέλεια του Εναγόμενου και την υπό αυτού παράβαση των νομίμων καθηκόντων του. Αιτείται την απόρριψη της διαδικασίας Τριτοδιάδικου με έξοδα. Για την πλευρά της Ενάγουσας κατέθεσαν ο Αστ 2909, Κυριάκος Αλεξάνδρου, (ΜΕ 1) και η Μαρία Χ΄΄ Μιχαήλ (ΜΕ 2). Για την πλευρά του Εναγόμενου κατέθεσε ο ίδιος ο Εναγόμενος και η Γ/Αστ 177, Γεωργία Γεωργίου, ενώ για την πλευρά του Τριτοδιάδικου κατέθεσε ο Τριτοδιάδικος. Παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες ενόσω έδιναν μαρτυρία ενώπιόν μου και είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω τόσο τον τρόπο με τον οποίο αυτοί απάντησαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους τέθηκαν όσο και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Κατ' αρχή, θα πρέπει να λεχθεί ότι η παρούσα υπόθεση ως πολιτική τοιαύτη κρίνεται επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων και ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου είτε μερικώς (Βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου

(1988)1 ΑΑΔ 263 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207). Λέχθηκε, επίσης, ότι η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (Βλ. Χάρης Χρίστου ν. Ευγενία Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454). Πρώτος μάρτυρας για την Ενάγουσα κατέθεσε ο Αστ 2909, Κυριάκος Αλεξάνδρου. Ο εν λόγω μάρτυρας υπηρετεί στον Κλάδο Διερεύνησης Τροχαίων Δυστυχημάτων της Τροχαίας Λεμεσού από το
  1. Στις 12.5.05 κλήθηκε να εξετάσει το επίδικο δυστύχημα οπότε και μετέβη στην σκηνή μαζί με συνάδελφό του. Στην σκηνή βρήκε τους οδηγούς των αυτοκινήτων τα οποία ενεπλάκησαν στην σύγκρουση και έφεραν αριθμούς εγγραφής ΕΝΚ 666 και ΗΜΕ 319 και ετοίμασε πρόχειρο σχεδιάγραμμα στην βάση του οποίου σε μεταγενέστερο χρόνο ετοίμασε τελικό. Στην σκηνή έλαβε, επίσης, από τους πιο πάνω οδηγούς προφορικές καταθέσεις καθώς και τα στοιχεία τους και κατέγραψε τις ζημιές. Από τους πιο πάνω οδηγούς καθώς και τον οδηγό του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής ΗΒΜ 700 έλαβε και γραπτές καταθέσεις. Ο μάρτυρας αναγνώρισε και υιοθέτησε το περιεχόμενο συμπεριλαμβανομένου και του ευρετήριου του τελικού σχεδιαγράμματος της σκηνής του δυστυχήματος το οποίο του επέδειξε ο ευπαίδευτος συνήγορος της Ενάγουσας και το οποίο κατατέθηκε χωρίς ένσταση από τους συνηγόρους των υπόλοιπων διαδίκων. Πρόκειται για φωτοαντίγραφο του τελικού σχεδιαγράμματος της σκηνής του δυστυχήματος το οποίο ο ίδιος ετοίμασε στην βάση του πρόχειρου που έκανε στην σκηνή και το οποίο παρέλαβε από τον βοηθό του υπεύθυνου του Αρχείου της Τροχαίας Λεμεσού που ετοιμάζει τις αστυνομικές εκθέσεις όταν αποτάθηκε στην Τροχαία Λεμεσού για να παραλάβει την αστυνομική έκθεση και τα σχεδιαγράμματα της σκηνής του δυστυχήματος που είχε ετοιμάσει. Το εν λόγω σχεδιάγραμμα σημειώθηκε από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο
  2. Ο ίδιος δεν είχε στην κατοχή του ούτε το πρόχειρο, ούτε το τελικό στην πρωτότυπη τους μορφή. Κατά την αντεξέταση του από την ευπαίδευτη συνήγορο του Εναγόμενου υποστήριξε ότι από το Αρχείο της Τροχαίας του δόθηκε μόνο φωτοαντίγραφο του τελικού σχεδιαγράμματος καθότι, όπως του είπαν, δεν μπορούσαν να βρουν την αστυνομική έκθεση. Πάντως, δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο να έγινε κάποιο λάθος ή μπέρδεμα αφού και ο υπεύθυνος του Αρχείου την ημέρα εκείνη έλειπε από το γραφείο του. Προδήλως, αντιλαμβανόμενος ότι το φυσιολογικό θα ήταν όπως το έγγραφο από το οποίο του δόθηκε αντίγραφο βρισκόταν στην αστυνομική έκθεση ως αναπόσπαστο μέρος της, σε υποβολή της ευπαίδευτης συνηγόρου του Εναγόμενου ότι η αστυνομική έκθεση υπήρχε και φυλασσόταν στο Αρχείο της Αστυνομίας αναγνώρισε ότι κάτι τέτοιο ήταν πιθανό. Πάντως, η ΜΥ 2 κατά την αντεξέτασή της από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Ενάγουσας υποστήριξε ότι από την αστυνομική έκθεση μόνο φωτοαντίγραφο του τελικού σχεδιαγράμματος θα μπορούσε να δοθεί στον μάρτυρα, αφού αυτό ήταν το μόνο έγγραφο που ο μάρτυρας είχε ο ίδιος ετοιμάσει. Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί ότι το Τεκμήριο 1 και γενικότερα τα ευρήματα του μάρτυρα, όπως αυτά αποτυπώνονται επί του εν λόγω τεκμηρίου, δεν αμφισβητήθηκαν ούτε από την πλευρά του Εναγόμενου, ούτε και από την πλευρά του Τριτοδιάδικου. Ο μάρτυρας υπέδειξε ότι το γράμμα Γ που σημειώνεται επί του Τεκμηρίου 1 είναι η πορεία του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής ΗΒΜ 700 την οποία του είχαν υποδείξει στην σκηνή οι δύο οδηγοί. Οι εν λόγω οδηγοί υπέδειξαν, επίσης, στον μάρτυρα ότι ο οδηγός του πιο πάνω αυτοκινήτου είχε εγκαταλείψει την σκηνή. Διασαφήνισε ότι η πιο πάνω με το γράμμα Γ υποδειχθείσα πορεία δεν είναι παρά μόνο ενδεικτική, εξηγώντας ότι σύμφωνα με τα λεχθέντα των οδηγών των εμπλεκομένων στην σύγκρουση οχημάτων στη σκηνή ο οδηγός του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής ΗΒΜ 700 κατευθύνθηκε προς την οδό Χριστάκη Κράνου αφού πέρασε μπροστά από το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΝΚ 666 και όχι πίσω από αυτό όπως καταδεικνύεται στο Τεκμήριο
  3. Ο ίδιος δε όταν έφθασε στην σκηνή δεν βρήκε το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΗΒΜ
  4. Το σημείο σύγκρουσης που στο Τεκμήριο 1 σημειώνεται με το γράμμα Χ του το υπέδειξαν οι δύο οδηγοί στην σκηνή. Ανέφερε, επίσης, ότι η θέση του εν λόγω σημείου δικαιολογείται και από τις ζημιές. Από την σύγκρουση το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΝΚ 666 υπέστη ζημιά στο πίσω μέρος και το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΗΜΕ 319 στο μπροστινό μέρος. Κατά την αντεξέτασή του από την ευπαίδευτη συνήγορο του Εναγόμενου ο μάρτυρας διασαφήνισε ότι όπως από το Τεκμήριο 1 προκύπτει μετά την σύγκρουση το αυτοκίνητο του Εναγόμενου δεν μετακινήθηκε σε αντίθεση με το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΝΚ 666 το οποίο μετακινήθηκε λίγη απόσταση προς τα μπροστά. Υπέδειξε, επίσης, ότι τα οχήματα που εισέρχονται στην τελείως δεξιά με κατεύθυνση δυτική λωρίδα κυκλοφορίας πριν την συμβολή των δύο οδών υποχρεούνται να ακολουθήσουν πορεία προς τα δεξιά, ήτοι προς την οδό Χριστάκη Κράνου, ενώ αυτά που εισέρχονται στην μεσαία και την άκρως αριστερή με κατεύθυνση δυτική λωρίδα κυκλοφορίας υποχρεούνται να κατευθυνθούν ευθεία και δεν επιτρέπεται σε αυτά να κατευθυνθούν προς την οδό Χριστάκη Κράνου. Η τελείως δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας που αναφέρεται πιο πάνω είναι η λωρίδα εκείνη επί της οποίας στο Τεκμήριο 1 σημειώνονται τα γράμματα Α και Β. Και οι δύο οδηγοί στην σκηνή του ανέφεραν ότι το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΗΒΜ 700 αντί να κατευθυνθεί ευθεία δυτικά έστριψε δεξιά αναγκάζοντας την οδηγό του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής ΕΝΚ 666 να σταματήσει για να αποφύγει σύγκρουση μαζί του με αποτέλεσμα ο οδηγός του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής ΗΜΕ 319 που την ακολουθούσε να συγκρουσθεί στο πίσω μέρος του οχήματος με αριθμούς εγγραφής ΕΝΚ 666 που προπορεύονταν. Αμφισβήτηση δέχθηκε η μαρτυρία του μάρτυρα μόνο από την πλευρά του Τριτοδιάδικου. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Τριτοδιάδικου έθεσε στον μάρτυρα τις ακόλουθες θέσεις: ο οδηγός του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής ΗΒΜ 700 βρισκόταν στην σκηνή όταν ο μάρτυρας έφθασε εκεί ο μάρτυρας ανέφερε στον οδηγό του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής ΗΒΜ 700 στην σκηνή του δυστυχήματος ότι δεν έφερε οποιαδήποτε ευθύνη για το επίδικο δυστύχημα οι οδηγοί των αυτοκινήτων με αριθμούς εγγραφής ΕΝΚ 666 και ΗΜΕ 319 δεν του είπαν αυτά που κατά την αντεξέτασή του από την ευπαίδευτη συνήγορο του Εναγόμενου ισχυρίσθηκε ότι τα πιο πάνω πρόσωπα του είπαν για το πώς επισυνέβη το επίδικο δυστύχημα και την εμπλοκή του οδηγού του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής ΗΒΜ
  5. Ο μάρτυρας αρνήθηκε όλες τις πιο πάνω υποβολές και επέμεινε στις δικές του θέσεις. Ο οδηγός του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής ΗΒΜ 700 δεν βρισκόταν στην σκηνή του δυστυχήματος όταν ο μάρτυρας έφθασε εκεί και, κατ' επέκταση, σε καμία δήλωση δεν είχε προβεί προς αυτόν στην σκηνή. Επέμεινε, επίσης, ότι και οι δύο οδηγοί που είχε βρει στην σκηνή του ανέφεραν ότι η σύγκρουση μεταξύ των αυτοκινήτων με αριθμούς εγγραφής ΕΝΚ 666 και ΗΜΕ 319 έγινε όταν ο οδηγός του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής ΗΒΜ 700 ενώ βρισκόταν στην μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας έστριψε δεξιά προς την οδό Χριστάκη Κράνου με αποτέλεσμα το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΝΚ 666 για να μην συγκρουσθεί μαζί του να σταματήσει και με αποτέλεσμα εν τέλει να δεχθεί κτύπημα από το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΗΜΕ 319 που το ακολουθούσε. Ο μάρτυρας μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Μέσα από την συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, τον τρόπο και το ύφος με το οποίο απαντούσε στις διάφορες ερωτήσεις που του τέθηκαν μου ενέπνευσε την πεποίθηση ότι κατέθεσε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Ήταν σταθερός, σαφής και αυθόρμητος στην μαρτυρία του και δεν υπολόγιζε τις απαντήσεις του. Με δεδομένο ότι δεν είχε πληροφόρηση από τον φάκελο της υπόθεσης και τις καταθέσεις οι οποίες είχαν ληφθεί, τα οποία σύμφωνα με την ΜΥ 2 στα 5 χρόνια καταστράφηκαν, και δεν είχε εφοδιασθεί με την αστυνομική έκθεση προκύπτει ότι η μνήμη του για το επίδικο δυστύχημα ήταν καλή και αυτό διεφάνη μέσα από την αναφορά του στους ισχυρισμούς των οδηγών των αυτοκινήτων με αριθμούς εγγραφής ΕΝΚ 666 και ΗΜΕ 319 στην σκηνή του δυστυχήματος για τον τρόπο με τον οποίο το επίδικο δυστύχημα επισυνέβη, η οποία συμπίπτει με την μαρτυρία που τα πιο πάνω πρόσωπα έδωσαν στην υπόθεση, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι ο μάρτυρας ήταν ειλικρινής, ορθός και αληθής στην προβολή των πιο πάνω ισχυρισμών του. Επίσης, η ορθότητα της μαρτυρίας του ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής ΗΒΜ 700 δεν έμεινε στην σκηνή του δυστυχήματος επιβεβαιώνεται από την μαρτυρία των δύο πιο πάνω προσώπων, η οποία ήταν προς την ίδια κατεύθυνση. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ασφαλές να δεχθώ ότι και ο ισχυρισμός του μάρτυρα ότι έλαβε γραπτές καταθέσεις και από τους τρεις οδηγούς είναι, επίσης, ακριβής και αληθής. Άλλωστε, αυτός δεν αμφισβητήθηκε είτε από την πλευρά του Εναγόμενου, είτε από την πλευρά του Τριτοδιάδικου. Σημειώνεται δε ότι ο Εναγόμενος κατά την κυρίως εξέτασή του υποστήριξε θετικά ότι λήφθηκε από αυτόν γραπτή κατάθεση στον Αστυνομικό Σταθμό. Επίσης, όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε τα ευρήματά του δεν αμφισβητήθηκαν είτε από την πλευρά του Εναγόμενου, είτε από την πλευρά του Τριτοδιάδικου, η πλευρά δε του Εναγόμενου δεν αμφισβήτησε διόλου την μαρτυρία του. Κρίνω δε πως αυτή ουδόλως κλονίσθηκε από την αντεξέταση στην οποία ο μάρτυρας υπεβλήθη από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Τριτοδιάδικου. Αναφορικά με τα θέματα στα οποία η μαρτυρία του αμφισβητήθηκε από την πλευρά του Τριτοδιάδικου ο μάρτυρας ήταν, επίσης, σαφής και θετικός και δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία ότι και επ' αυτών ο μάρτυρας κατέθεσε την αλήθεια. Ο μάρτυρας υποστήριξε ότι δεν υπήρχε αυτόπτης μάρτυρας στην σκηνή και ότι τους αριθμούς εγγραφής του αυτοκινήτου του Τριτοδιάδικου τους έλαβε από ένα εκ των οδηγών των αυτοκινήτων που ενεπλάκησαν στην σύγκρουση. Ο Εναγόμενος, όμως, κατά την μαρτυρία του υποστήριξε ότι δεν είχε δει τους αριθμούς εγγραφής του αυτοκινήτου του Τριτοδιάδικου. Υποστήριξε, επίσης, ότι υπήρχε αυτόπτης μάρτυρας του επίδικου δυστυχήματος. Ότι το πρόσωπο αυτό μαρτύρησε στην σκηνή για το τι είχε συμβεί και περιέγραψε στον μάρτυρα στην σκηνή πώς έγινε το επίδικο περιστατικό. Μάλιστα, είχε εκδηλώσει και την επιθυμία του να δώσει γραπτή κατάθεση στην Αστυνομία. Ούτε και η ΜΕ 2 είχε δει τους αριθμούς εγγραφής του αυτοκινήτου του Τριτοδιάδικου σύμφωνα με την δική της μαρτυρία. Υπό το φως των πιο πάνω ισχυρισμών της ΜΕ 2 και του Εναγόμενου ο ισχυρισμός του μάρτυρα ότι τους αριθμούς εγγραφής του αυτοκινήτου του Τριτοδιάδικου τους έλαβε από ένα εκ των δύο πιο πάνω οδηγών δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Πράγμα που σημαίνει ότι ο ισχυρισμός του Εναγόμενου ότι υπήρχε αυτόπτης μάρτυρας στην σκηνή είναι αληθής και, κατ' επέκταση, αναληθής ο επί του προκειμένου ισχυρισμός του μάρτυρα. Προδήλως, ο μάρτυρας πληροφορήθηκε τους αριθμούς εγγραφής του αυτοκινήτου του Τριτοδιάδικου από κάποιο τρίτο πρόσωπο που είδε πώς έγινε το επίδικο δυστύχημα και σημείωσε τους αριθμούς εγγραφής του αυτοκινήτου του Τριτοδιάδικου. Και λησμόνησε την πιο πάνω πτυχή της υπόθεσης. Άλλη εξήγηση κρίνω πως δεν προσφέρεται. Συνακόλουθα εκτός από τα σημεία εκείνα από την μαρτυρία του μάρτυρα που δεν αποδέχομαι για τους λόγους που πιο πάνω εξηγούνται όλη η υπόλοιπη μαρτυρία του είναι αποδεκτή. Δεύτερη μάρτυρας για την Ενάγουσα κατέθεσε η Μαρία Χ΄΄Μιχαήλ. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής της η μάρτυρας κατέθεσε αφού προηγουμένως υιοθέτησε το περιεχόμενό της γραπτή της δήλωση - Τεκμήριο 2 - ως μέρος της κυρίως εξέτασής της σύμφωνα με την δυνατότητα που παρέχεται προς αυτή την κατεύθυνση από το άρθρο 25 του Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε. Ακολούθως, αντεξετάσθηκε από τους ευπαίδευτους συνηγόρους του Εναγόμενου και του Τριτοδιάδικου. Κατά την αντεξέτασή της από την ευπαίδευτη συνήγορο του Εναγόμενου η μάρτυρας πρόβαλε την εξής εκδοχή. Στις 12.5.05 οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΝΚ 666 επί της οδού Γεωργίου Βασιλέως Α΄ στον Ποταμό της Γερμασόγειας με δυτική κατεύθυνση. Ο δρόμος στην συμβολή του με την οδό Χριστάκη Κράνου έχει τρεις λωρίδες κυκλοφορίας. Η μάρτυρας οδηγούσε στην μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας που πάει προς την πόλη καθότι δεν είχε πρόθεση να στρίψει δεξιά προς την οδό Χριστάκη Κράνου. Διαφώνησε με την πορεία του οχήματός της όπως αυτή σημειώθηκε από τον ΜΕ 1 επί του Τεκμηρίου
  6. Το φως ήταν εξ' αρχής πράσινο για την πορεία της. Αφού πέρασε τα φώτα αντιλήφθηκε ξαφνικά ένα αυτοκίνητο ερχόμενο από τα αριστερά της να οδηγείται με πρόθεση να κατευθυνθεί προς την οδό Χριστάκη Κράνου και να της ανακόπτει την πορεία της. Για να αποφύγει σύγκρουση μαζί του εφάρμοσε αμέσως τα φρένα της με αποτέλεσμα το αυτοκίνητό της να σταματήσει απότομα. Ακολούθως, το αυτοκίνητο αυτό πέρασε από μπροστά της, κατευθύνθηκε προς την οδό Χριστάκη Κράνου και εγκατέλειψε την σκηνή χωρίς να σταματήσει. Αφότου σταμάτησε και το αυτοκίνητο που οδηγούσε ακινητοποιήθηκε δέχθηκε κτύπημα από το αυτοκίνητο του Εναγόμενου το οποίο την ακολουθούσε. Κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγούσε με 40 χιλιόμετρα την ώρα. Η πλευρά της Υπεράσπισης αμφισβήτησε την μαρτυρία της μάρτυρος, μεταξύ άλλων, στο εξής σημείο. Θέση της Υπεράσπισης ήταν ότι όταν η μάρτυρας εφάρμοσε τα φρένα της για να αποφύγει την σύγκρουση με το αυτοκίνητο του Τριτοδιάδικου το αυτοκίνητό της δεν σταμάτησε και ότι ο Εναγόμενος συγκρούσθηκε μαζί της ενώ το αυτοκίνητό της ήταν ακόμα σε κίνηση. Η μάρτυρας δεν δέχθηκε την πιο πάνω θέση. Θέση της ήταν ότι όταν εφάρμοσε τα φρένα της το αυτοκίνητό της σταμάτησε και ότι το αυτοκίνητο του Εναγόμενου συγκρούσθηκε με το δικό της ενώ το τελευταίο ήταν ήδη ακινητοποιημένο. Κατά την αντεξέτασή της από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Τριτοδιάδικου επανέλαβε την θέση ότι ο Τριτοδιάδικος πρώτα πέρασε από μπροστά της και ακολούθως δέχθηκε κτύπημα από τον Εναγόμενο. Το κτύπημα από τον Εναγόμενο ήταν κάπως δυνατό. Η πλευρά του Τριτοδιάδικου υπέβαλε στην μάρτυρα τις ακόλουθες θέσεις: ο Τριτοδιάδικος εισήλθε στην οδό Χριστάκη Κράνου και αφού σταμάτησε ακολούθως επέστρεψε στην σκηνή ο Τριτοδιάδικος είχε γνέψει στην μάρτυρα για να τον αφήσει να περάσει από μπροστά της, η μάρτυρας σταμάτησε και άφησε/επέτρεψε στον Τριτοδιάδικο να περάσει από μπροστά της ο Τριτοδιάδικος δεν είχε περάσει απότομα από μπροστά της. Η μάρτυρας αρνήθηκε όλες τις πιο πάνω υποβολές. Θέση της ήταν ότι δεν είχε δει το πρόσωπο αυτό να επιστρέφει στην σκηνή και ότι η συμπεριφορά του Τριτοδιάδικου ήταν όπως την είχε περιγράψει στην μαρτυρία της και όχι όπως υπέδειξε ο ευπαίδευτος συνήγορος του Τριτοδιάδικου. Κρίνω ευθύς εξ' αρχής να ασχοληθώ με ένα ζήτημα το οποίο κατά την κρίση μου αναδεικνύεται ως μείζον αναφορικά με την μαρτυρία της μάρτυρος. Στην παράγραφο 4 της Έκθεσης Απαίτησης παρατίθενται οι «λεπτομέρειες αμέλειας και/ή παραβασης των νομίμων καθηκόντων του Εναγομένου». Σύμφωνα με αυτές καταλογίζεται αμέλεια στον Εναγόμενο, μεταξύ άλλων, γιατί ο Εναγόμενος παρέλειψε να αντιληφθεί και/ή έγκαιρα την παρουσία του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής ΕΝΚ 666 το οποίο ήταν σταματημένο σε αναμονή (υποπαράγραφος (γ)), δεν τηρούσε απόσταση ασφαλείας από το προπορευόμενό του αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΝΚ 666 το οποίο βρισκόταν σταματημένο σε στάση αναμονής (υποπαράγραφος (ε)), παρέλειψε να σταματήσει και/ή ελαττώσει ταχύτητα ώστε να αποφευχθεί η σύγκρουση (υποπαράγραφος (δ)), παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα φρένα του και/ή έγκαιρα και/ή αποτελεσματικά (υποπαράγραφος (στ)), επέπεσε βίαια επί του πισινού μέρους του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής ΕΝΚ 666 (υποπαράγραφος (η)) και παρέλειψε να ασκήσει επαρκή έλεγχο επί του οχήματος που οδηγούσε (υποπαράγραφος (θ)). Η μάρτυρας, όμως, με την μαρτυρία της δεν υποστήριξε ότι κατά την στιγμή της σύγκρουσης ήταν σταματημένη και βρισκόταν σε στάση αναμονής. Η εκδοχή της ήταν ότι κατά την στιγμή της σύγκρουσης με το όχημα του Εναγόμενου αυτή ναι μεν σταμάτησε, όχι, όμως, γιατί εντός της συμβολής, όπου και δέχθηκε ότι επισυνέβη η επίδικη σύγκρουση, βρισκόταν σε στάση αναμονής, αλλά για να αποφύγει σύγκρουση με το όχημα του Τριτοδιάδικου το οποίο της ανέκοψε την πορεία ερχόμενο από τα αριστερά της, ακολούθως, πέρασε μπροστά από το δικό της αυτοκίνητο και κατευθύνθηκε προς την οδό Χριστάκη Κράνου. Υπό το φως των πιο πάνω η μαρτυρία της μάρτυρος δεν αντανακλάται στους ισχυρισμούς που εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησης. Στην Έκθεση Απαίτησης καμία απολύτως αναφορά δεν γίνεται στο όχημα του Τριτοδιάδικου και πώς αυτό συμπεριφέρθηκε μέσα στον δρόμο. Και καμία αναφορά για το πώς το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΝΚ 666 εξαναγκάσθηκε να συμπεριφερθεί εξ' αιτίας της συμπεριφοράς του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής ΗΒΜ 700 ως με την διά ζώσης μαρτυρία της η μάρτυρας υπέδειξε. Αυτό δε που λογικά συνάγεται ως προς τον τρόπο με τον οποίο επισυνέβη η επίδικη σύγκρουση από την Έκθεση Απαίτησης είναι ότι η μάρτυρας δέχθηκε κτύπημα από το αυτοκίνητο του Εναγόμενου ενώ αυτή βρισκόταν σταματημένη στα φώτα τροχαίας και σε στάση αναμονής και, κατ' επέκταση, ενώ το φως για την πορεία της ήταν αναμμένο κόκκινο. Δεν θεωρώ ότι από την Έκθεση Απαίτησης δύναται να συναχθεί ότι κατά την στιγμή της σύγκρουσης η μάρτυς ήταν σε στάση αναμονής εντός της συμβολής των δύο οδών - αναμένοντας οχήματα εξ' αντιθέτου να περάσουν από μπροστά της - και όταν το φως για την πορεία της ήταν αναμμένο πράσινο. Και αυτό γιατί στην Έκθεση Απαίτησης αναφέρεται ότι η επίδικη σύγκρουση επισυνέβη επί της οδού Βασιλέως Γεωργίου Α΄ και όχι εντός της συμβολής της πιο πάνω οδού με την οδό Χριστάκη Κράνου. Ενδεικτική είναι η φράση που απαντάται στην παράγραφο 3 της Έκθεσης Απαίτησης, τρίτη υποπαράγραφος, πρώτη γραμμή και στην οποία αναφέρεται ότι η επίδικη σύγκρουση επισυνέβη «σε κάποιο σημείο του πιο πάνω δρόμου», προδήλως εννοείται της Γεωργίου Βασιλέως Α΄. Αν σύμφωνα με την Ενάγουσα η επίδικη σύγκρουση επισυνέβη εντός της πιο πάνω συμβολής φρονώ πως στην Έκθεση Απαίτησης θα προβαλλόταν ισχυρισμός προς την πιο πάνω κατεύθυνση και όχι αυτός που δικογραφείται και που μόλις πιο πάνω αναφέρθηκε. Εν κατακλείδι αυτό που κρίνω ότι από την Έκθεση Απαίτησης προκύπτει ως εκδοχή της Ενάγουσας για τον τρόπο με τον οποίο επισυνέβη η επίδικη σύγκρουση είναι ότι αυτή επισυνέβη ενώ η μάρτυς ήταν σταματημένη στα φώτα τροχαίας και σε στάση αναμονής και προδήλως ενώ το φως ήταν αναμμένο κόκκινο για την πορεία της, ήτοι σε στάση αναμονής μέχρι το φως ανάψει πράσινο για την πορεία της. Τότε ήταν και που δέχθηκε την σύγκρουση από το αυτοκίνητο του Εναγόμενου που την ακολουθούσε. Στην Υπεράσπιση του Εναγόμενου γίνεται αναφορά στην συμπεριφορά του Τριτοδιάδικου και με αυτήν καταλογίζεται αμέλεια σε αυτόν και, κατ' επέκταση, ευθύνη για την πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος. Οι ισχυρισμοί που εκτίθενται στην Υπεράσπιση και που άπτονται της ευθύνης του Τριτοδιάδικου έχουν ήδη αναφερθεί πιο πάνω. Με την Απάντηση της η Ενάγουσα αρνείται όλους τους ισχυρισμούς που εκτίθενται στην Υπεράσπιση συμπεριλαμβανομένων και αυτών που αφορούν στην συμπεριφορά που με αυτήν καταλογίζεται στον Τριτοδιάδικο. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι σύμφωνα με την Ενάγουσα τίποτα από όσα εκτίθενται στην Υπεράσπιση αναφορικά με τον Τριτοδιάδικο και τον κατά την Υπεράσπιση επιλήψιμο τρόπο με τον οποίο ο Τριτοδιάδικος συμπεριφέρθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν έλαβε χώρα. Υπό το φως όλων των πιο πάνω η μαρτυρία της μάρτυρος στην έκταση και τον βαθμό που αυτή αφορά στον Τριτοδιάδικο και συγκεκριμένα στο πώς ο τελευταίος συμπεριφέρθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο καθώς και στο πώς αυτή συμπεριφέρθηκε ή αντέδρασε εξ' αιτίας της συμπεριφοράς του Τριτοδιάδικου εκφεύγει των δικογραφημένων θέσεων της Ενάγουσας, γι' αυτό και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη και θα πρέπει να αγνοηθεί. Αναφορικά με τον ισχυρισμό της μάρτυρος ότι πριν την σύγκρουση οδηγούσε στην μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας έχω να αναφέρω τα ακόλουθα. Ο πιο πάνω ισχυρισμός της μάρτυρος δεν είναι αποδεκτός για τους ακόλουθους λόγους. Εν πρώτοις, αυτός δεν συνάδει με προηγούμενό της ισχυρισμό ο οποίος εκτίθεται στην γραπτή της δήλωση - Τεκμήριο 2, παράγραφος 3 - και σύμφωνα με τον οποίο η μάρτυς οδηγούσε στην δεξιά πλευρά του δρόμου. Δεξιά πλευρά του δρόμου είναι, προδήλως, η τελείως δεξιά με κατεύθυνση δυτική λωρίδα κυκλοφορίας πριν την συμβολή των οδών Βασιλέως Γεωργίου Α΄ και Χριστάκη Κράνου. Ότι έτσι ερμηνεύει και ο ίδιος ο συνήγορος της Ενάγουσας τις πιο πάνω λέξεις καθίσταται έκδηλο και μέσα από την αγόρευσή του και δη στο σημείο αυτής που πραγματεύεται τις διαφορές ανάμεσα στην μαρτυρία της μάρτυρος και την μαρτυρία του Εναγόμενου. Σύμφωνα με τον ευπαίδευτο συνήγορο της Ενάγουσας ένα από τα δύο σημεία στα οποία διαφέρει η εκδοχή της μάρτυρος από την εκδοχή του Εναγόμενου είναι η λωρίδα κυκλοφορίας στην οποία οδηγούνταν τα οχήματά των πιο πάνω προσώπων πριν την σύγκρουση. Αναφέροντας την θέση του Εναγόμενου ο ευπαίδευτος συνήγορος της Ενάγουσας υπέδειξε ότι θέση του Εναγόμενου ήταν ότι ο τελευταίος οδηγούσε στην δεξιά πλευρά του δρόμου. Από την μαρτυρία δε του Εναγόμενου προκύπτει ευκρινώς ότι η λωρίδα αυτή είναι η τελείως δεξιά με κατεύθυνση δυτική λωρίδα κυκλοφορίας πριν την συμβολή των πιο πάνω οδών. Σε αυτήν δε αναφερόταν και ο ευπαίδευτος συνήγορος της Ενάγουσας χρησιμοποιώντας τις πιο πάνω λέξεις κατά την αγόρευσή του. Τις ίδιες, όμως, ακριβώς λέξεις χρησιμοποίησε και η μάρτυς στην γραπτή της δήλωση. Δεύτερο, δεν συνάδει με την μαρτυρία του Εναγόμενου από την οποία προκύπτει ευκρινώς ότι το αυτοκίνητο που οδηγούσε η μάρτυς προπορευόταν του δικού του και οδηγείτο στην ίδια λωρίδα κυκλοφορίας που οδηγείτο και αυτό. Σύμφωνα με τον Εναγόμενο αυτός κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΗΗΕ 319 στην λωρίδα κυκλοφορίας για οχήματα με πρόθεση να κατευθυνθούν βόρεια εντός της οδού Χριστάκη Κράνου, ήτοι εντός της τελείως δεξιά με κατεύθυνση δυτική λωρίδας κυκλοφορίας. Τέλος, δεν συνάδει με τις δηλώσεις της μάρτυρος προς τον ΜΕ 1 στην σκηνή του δυστυχήματος για τις πορείες των τριών οχημάτων κατά τον ουσιώδη χρόνο και για τις οποίες έγινε λόγος στα πλαίσια αξιολόγησης του εν λόγω μάρτυρα και στην βάση των οποίων ο ΜΕ 1 αποτύπωσε τις πορείες των εμπλεκομένων στην σύγκρουση οχημάτων με τα γράμματα Α και Β επί του Τεκμηρίου 1, ήτοι επί της τελείως δεξιά με κατεύθυνση δυτική λωρίδας κυκλοφορίας πριν την συμβολή των δύο οδών. Κατά την αντεξέτασή της από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Τριτοδιάδικου η μάρτυρας υποστήριξε ότι δεν έδωσε γραπτή κατάθεση στην Αστυνομία. Σε αντίθεση με την μαρτυρία του ΜΕ 1, η οποία έγινε αποδεκτή επί του σημείου τούτου, και σύμφωνα με την οποία ο ΜΕ 1 έλαβε γραπτές καταθέσεις και από τους τρεις οδηγούς. Επίσης, η μάρτυρας κατά την αντεξέτασή της από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Τριτοδιάδικου ισχυρίσθηκε ότι κανένα σχέδιο δεν της είχε επιδειχθεί στην σκηνή. Ο πιο πάνω ισχυρισμός της μάρτυρος διαψεύδεται, όμως, από την μαρτυρία του ΜΕ 1 καθώς και του Εναγόμενου. Σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΕ 1 η μάρτυρας στην σκηνή του δυστυχήματος συμφώνησε με το σημείο σύγκρουσης όπως αυτό αποτυπώθηκε επί του πρόχειρου σχεδιαγράμματος που ο ΜΕ 1 ετοίμασε στην σκηνή. Προς την ίδια κατεύθυνση ήταν και η μαρτυρία του Εναγόμενου. Κατά την κυρίως εξέτασή του ο Εναγόμενος υποστήριξε ότι με το πρόχειρο σχέδιο που ο ΜΕ 1 ετοίμασε στην σκηνή συμφώνησε όχι μόνο ο ίδιος αλλά και η μάρτυς. Από τις πιο πάνω μαρτυρίες προκύτπει σε αντίθεση με τον ισχυρισμό που η μάρτυς πρόβαλε ότι υποδείχθηκε σε αυτήν το πρόχειρο σχέδιο στην σκηνή και συμφώνησε με αυτό. Δεν θεωρώ, όμως, ότι η μάρτυς πρόβαλε τους πιο πάνω ισχυρισμούς, ότι, δηλαδή, πριν την σύγκρουση οδηγούσε στην μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας, ότι δεν έδωσε γραπτή κατάθεση στην Αστυνομία και ότι δεν της είχε επιδειχθεί το πρόχειρο σχεδιάγραμμα στην σκηνή με πρόθεση να αποπροσανατολίσει το Δικαστήριο ή προς εξυπηρέτηση αλλότριων κίνητρων. Η μάρτυρας δεν μου έδωσε την εντύπωση ότι επί των πιο πάνω σημείων δεν ήταν ειλικρινής, ότι, δηλαδή, δεν πίστευε αυτά που πιο πάνω υποστήριξε. Στην υπόθεση Homeros Courtis and Others v. Panos Iasonides
(1970)1 CLR 180 λέχθηκε ότι τα δικόγραφα είναι το θεμέλιο της δίκης. Αποτελούν την σιδηροδρομική τροχιά πάνω στην οποία η υπόθεση θα κυλήσει. Στην υπόθεση Σοφοκλής Σοφοκλέους v. Κυριακής Τσεσμελόγλου
(2006)1 ΑΑΔ 1153 έγινε αποδεκτό ότι η αντίφαση μεταξύ της μαρτυρίας ενός διαδίκου και του δικογράφου του αποτελεί λόγο που στην κατάλληλη περίπτωση δικαιολογεί συμπέρασμα από μέρους του Δικαστηρίου περί αναξιοπιστίας του διαδίκου και, κατά συνέπεια, απόρριψη της μαρτυρίας του (Βλ., επίσης, Κ.Α. v. Δ.Κ.
(2005)1 ΑΑΔ 527). Στην κρινόμενη περίπτωση η μάρτυρας δεν είναι διάδικος στην υπόθεση. Επίσης, δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία προς την κατεύθυνση ότι αυτή ήταν το πρόσωπο που έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους της Ενάγουσας για την σύνταξη της Έκθεσης Απαίτησης. Ούτε και οποιαδήποτε μαρτυρία προς την κατεύθυνση ότι είναι αξιωματούχος της Ενάγουσας. Ό,τι μόνο επί του προκειμένου αναφέρθηκε από την μάρτυρα χωρίς να αμφισβητηθεί είναι ότι η Ενάγουσα είναι εταιρεία του συζύγου της. Για τους πιο πάνω λόγους η αντίφαση που υπάρχει ανάμεσα στην μαρτυρία της μάρτυρος και τις δικογραφημένες θέσεις της Ενάγουσας δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε αρνητική επίδραση στην αξιοπιστία της. Μέσα δε από την συμπεριφορά της στο εδώλιο του μάρτυρα, τον τρόπο και το ύφος με το οποίο απαντούσε στις διάφορες ερωτήσεις που της τέθηκαν η μάρτυρας μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Ακόμα και οι ισχυρισμοί της που αφορούν στον τρόπο με τον οποίο συμπεριφέρθηκε ο Τριτοδιάδικος και τον τρόπο με τον οποίο η ίδια αντέδρασε στην πιο πάνω συμπεριφορά και οι οποίοι, όπως πιο πάνω υποδείχθηκε είναι εκτός των δικογραφημένων θέσεων της Ενάγουσας, συνάδουν με την μαρτυρία του Εναγόμενου. Η μόνη διαφορά στην εκδοχή της μάρτυρος, από την μια, και στην εκδοχή του Εναγόμενου, από την άλλη, έγκειται στο αν κατά την στιγμή της σύγκρουσης το όχημα που οδηγούσε η μάρτυς ήταν ακινητοποιημένο ή όχι. Προδήλως, τα πιο πάνω οφείλονται στην πάροδο μεγάλου χρονικού διαστήματος μεταξύ της ημερομηνίας που επισυνέβη το επίδικο δυστύχημα και της ημερομηνίας που η μάρτυς κατέθεσε στο Δικαστήριο - πέραν των 8 ετών - και για τον λόγο αυτό, προδήλως, δεν ενθυμείτο καλώς. Όπως και να' χει οι πιο πάνω ισχυρισμοί της δεν δημιουργούν ρήγμα στην αξιοπιστία της και δεν είναι ικανοί να την κλονίσουν. Αναφορικά με την θέση που προβάλλεται μέσα από την Υπεράσπιση ότι η μάρτυς κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγούσε ως υπάλληλος και/ή αντιπρόσωπος και/ή για λογαριασμό και προς όφελος της Ενάγουσας αναφέρονται τα ακόλουθα. Κατά την αντεξέτασή της από την ευπαίδευτη συνήγορο του Εναγόμενου η μάρτυς ήταν σαφής και σταθερή στην μαρτυρία της ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγούσε για σκοπούς καθαρά δικούς της και όχι υπό την ιδιότητα που της αποδίδεται με την Υπεράσπιση. Συγκεκριμένα είχε πρόθεση να πάει στο κατάστημα Debenhams για καφέ. Δεν εργαζόταν στην Ενάγουσα και δεν ήταν υπάλληλος σε αυτήν. Επί του ζητήματος τούτου η πλευρά του Εναγόμενου περιορίσθηκε σε αντεξέταση της μάρτυρος και δεν παρουσίασε οποιαδήποτε μαρτυρία προς απόδειξη της θέσης και των ισχυρισμών της. Εν' όψει της καλής εντύπωσης που μου έκανε η μάρτυς δέχομαι τους επί του προκειμένου ισχυρισμούς της. Ο Εναγόμενος ανταπαιτεί εναντίον της Ενάγουσας, μεταξύ άλλων, γενικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες που υπέστη ως αποτέλεσμα της επίδικης σύγκρουσης καθώς και ειδικές αποζημιώσεις (α) για ζημιές που υπέστη το αυτοκίνητό του και (β) για απώλεια χρήσης του αυτοκινήτου του για περίοδο 21 ημερών. Καμία, όμως, απολύτως μαρτυρία δεν προσήχθη προς απόδειξη των πιο πάνω κονδυλίων. Για όλους τους πιο πάνω λόγους μοιραία η ανταπαίτηση είναι έκθετη σε απόρριψη. Το περιεχόμενο της γραπτής δήλωσης της μάρτυρος είναι αποδεκτό εκτός από τα ακόλουθα σημεία: ότι αυτή κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγούσε το αυτοκίνητό της νομίμως και επιμελώς και ο Εναγόμενος το δικό του αυτοκίνητο αμελώς και κατά παράβαση των νομίμων καθηκόντων του - παράγραφος 3 ότι κατά την στιγμή της σύγκρουσης βρισκόταν σε στάση αναμονής και το αυτοκίνητό της σταματημένο και ακινητοποιημένο - παράγραφος 3 το περιεχόμενο της παραγράφου 4 εκτός από το ότι (α) ο Εναγόμενος ήταν ο οδηγός του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής ΗΜΕ 319 και (β) ότι αυτός επέπεσε βίαια επί του πίσω μέρους του οχημάτος που η μάρτυς οδηγούσε προκαλώντας σε αυτό ζημιές. Αναφορικά με τους ισχυρισμούς υπό παράγραφο 1 ανωτέρω αυτοί αποτελούν μαρτυρία γνώμης και για τον λόγο αυτό δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς της μάρτυρος που εκτίθενται στην παράγραφο 4 της γραπτής της δήλωσης σημειώνονται τα ακόλουθα: στην πρώτη παράγραφο αναφέρεται ότι το επίδικο δυστύχημα οφείλεται και προκλήθηκε ως αποτέλεσμα της αποκλειστικής αμέλειας και παράβασης των νομίμων καθηκόντων του Εναγόμενου. Στην τέταρτη και τελευταία παράγραφο αναφέρεται ότι ο Εναγόμενος γενικά οδηγούσε αμελώς και κατά παράβαση των νομίμων καθηκόντων του. Κρίνω ότι οι πιο πάνω ισχυρισμοί, επίσης, αποτελούν μαρτυρία γνώμης και δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί στην δεύτερη παράγραφο αναφέρεται ότι ο Εναγόμενος οδηγούσε με μεγάλη, υπερβολική και επικίνδυνη υπό τις περιστάσεις ταχύτητα και παρέλειψε να αντιληφθεί έγκαιρα την παρουσία του οχήματος που η μάρτυς οδηγούσε. Στην τρίτη παράγραφο αναφέρεται ότι ο Εναγόμενος παρέλειψε να τηρεί την δέουσα απόσταση ασφαλείας από το όχημα που οδηγούσε η μάρτυς κατά παράβαση των κανονισμών τροχαίας κίνησης. Τα πιο πάνω ζητήματα αποτελούν ζητήματα για κρίση του Δικαστηρίου και όχι της μάρτυρος. Οι υπό συζήτηση ισχυρισμοί αποτελούν μαρτυρία γνώμης και δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί. Αναφορικά με τους ισχυρισμούς υπό παράγραφο 2 ανωτέρω σημειώνονται τα ακόλουθα. Καμία μαρτυρία δεν παρουσιάσθηκε από την μάρτυρα προς την κατεύθυνση ότι κατά την στιγμή της σύγκρουσης με το αυτοκίνητο του Εναγόμενου αυτή βρισκόταν σε αναμονή. Όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε ό,τι η μάρτυς με την μαρτυρία της υποστήριξε ήταν ότι ο λόγος που σταμάτησε δεν ήταν γιατί βρισκόταν σε αναμονή, αλλά για να αποφύγει σύγκρουση με το όχημα του Τριτοδιάδικου το οποίο της ανέκοψε την πορεία. Πριν δε ο Τριτοδιάδικος επιχειρήσει να κινηθεί με τον τρόπο που κινήθηκε η μάρτυρας βρισκόταν εν κινήσει όπως ευκρινώς προκύπτει από την μαρτυρία της. Δεν δέχομαι, επίσης, τον ισχυρισμό της ότι κατά την στιγμή της σύγκρουσης το αυτοκίνητό της ήταν ακινητοποιημένο. Παρά το ότι ο δικογραφημένος ισχυρισμός της ότι βρισκόταν σε αναμονή εξυπακούει το πιο πάνω. Και αυτό γιατί ο πιο πάνω δικογραφημένος ισχυρισμός προβάλλεται με διαφορετικό πνεύμα από ότι ο αντίστοιχος διά ζώσης. Ο υπό συζήτηση διά ζώσης ισχυρισμός της μάρτυρος προβλήθηκε από αυτήν κατά την προβολή των ισχυρισμών της που άπτονται του τρόπου με τον οποίο συμπεριφέρθηκε ο Τριτοδιάδικος ως αποτέλεσμα του οποίου η μάρτυς αναγκάσθηκε να σταματήσει για να αποφύγει σύγκρουση μαζί του. Δεν προβλήθηκε προς τεκμηρίωση του εντελώς διαφορετικού δικογραφημένου ισχυρισμού ότι η μάρτυς βρισκόταν σε αναμονή. Άπτεται, δηλαδή, ζητήματος το οποίο όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε βρίσκεται εκτός των δικογραφημένων θέσεων της Ενάγουσας. Για τον λόγο αυτό δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Δέχομαι, λοιπόν, από την μαρτυρία της μάρτυρος ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο αυτή οδηγούσε επί της οδού Βασιλέως Γεωργίου Α΄ με δυτική κατεύθυνση και ότι δέχθηκε κτύπημα στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου που οδηγούσε από το αυτοκίνητο που οδηγείτο από τον Εναγόμενο. Σημειώνεται ότι τα πιο πάνω είναι παραδεκτά από τα δικόγραφα. Δέχομαι, επίσης, τα ακόλουθα: (α) ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο η μάρτυς οδηγούσε με ταχύτητα 40 χιλιόμετρα την ώρα και που δεν υπερέβαινε το ανώτατο υπό του Νόμου επιτρεπόμενο όριο, (β) ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΝΚ 666 ως υπάλληλος και/ή αντιπρόσωπος και/ή για λογαριασμό και προς όφελος της Ενάγουσας, αλλά για σκοπούς καθαρά δικούς της και (γ) ότι ο Τριτοδιάδικος δεν επέστρεψε στην σκηνή του δυστυχήματος. Πρώτος μάρτυρας για την Υπεράσπιση κατέθεσε ο Εναγόμενος. Ο Εναγόμενος πρόβαλε την εξής εκδοχή. Στις 12.5.05 οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΗΜΕ 319 επί της οδού Γεωργίου Βασιλέως Α΄ στον Ποταμό της Γερμασόγειας με δυτική κατεύθυνση. Οδηγούσε στην τρίτη λωρίδα κυκλοφορίας στην οποία οδηγούνται τα αυτοκίνητα που έχουν πρόθεση να στρίψουν δεξιά προς την οδό Χριστάκη Κράνου και φθάνοντας στην συμβολή των δύο πιο πάνω οδών του δικού του οχήματος προπορεύονταν εντός της ίδιας λωρίδας κυκλοφορίας το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΝΚ
  1. Το φως ήταν εξ' αρχής πράσινο για την πορεία του, γι' αυτό και όταν έφθασε στην συμβολή δεν σταμάτησε στα φώτα και προχώρησε ευθεία ακολουθώντας το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΝΚ
  2. Σε κάποια στιγμή το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΗΒΜ 700 ερχόμενο από τα αριστερά τους, είτε από την μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας, είτε από την άκρως αριστερή σύμφωνα με την πορεία του, ανέκοψε την πορεία του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής ΕΝΚ 666 περνώντας με βίαιο τρόπο από μπροστά του και κατευθυνόμενο προς την οδό Χριστάκη Κράνου. Η οδηγός του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής ΕΝΚ 666 εφάρμοσε τα φρένα της με σκοπό να αποφύγει την σύγκρουση με το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΗΒΜ
  3. Η σύγκρουση μεταξύ των δύο πιο πάνω αυτοκινήτων αποφεύχθηκε, όχι όμως και η σύγκρουση μεταξύ του δικού του αυτοκινήτου και του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής ΕΝΚ 666 παρά το ότι και ο ίδιος εφάρμοσε τα φρένα του. Κατά την σύγκρουση το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΝΚ 666 δεν είχε προλάβει να ακινητοποιηθεί. Και ο ίδιος ο Εναγόμενος όταν φρέναρε δεν κατάφερε να ακινητοποιήσει το αυτοκίνητό του με αποτέλεσμα να συγκρουσθεί με το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΝΚ 666 ενώ το τελευταίο ήταν εν κινήσει. Το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΗΒΜ 700 εγκατέλειψε την σκηνή και δεν σταμάτησε. Κατά την αντεξέτασή του από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Ενάγοντα ο Εναγόμενος υποστήριξε τα ακόλουθα: στη σκηνή συμφώνησε με το πρόχειρο σχέδιο που ετοίμασε ο ΜΕ 1 καθώς και με την θέση του σημείου σύγκρουσης και με τις τελικές θέσεις των εμπλεκομένων οχημάτων όπως τα πιο πάνω αποτυπώθηκαν από τον ΜΕ 1 στο εν λόγω σχέδιο η απόσταση που χώριζε το δικό του αυτοκίνητο από το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΝΚ 666 πριν την σύγκρουση ήταν μικρότερη από 3 με 4 μέτρα. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Ενάγοντα υπέβαλε στον Εναγόμενο, μεταξύ άλλων, τις ακόλουθες θέσεις: κατά την σύγκρουση το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΝΚ 666 ήταν πλήρως ακινητοποιημένο. Ο Εναγόμενος αρνήθηκε την υποβολή και επέμεινε στην δική του θέση. Το πιο πάνω αυτοκίνητο είχε προλάβει την σύγκρουση με το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΗΒΜ 700 αλλά δεν είχε προλάβει να ακινητοποιηθεί πριν συγκρουσθεί ο ίδιος μαζί του πριν την σύγκρουση δεν οδηγούσε στην τρίτη λωρίδα κυκλοφορίας, αλλά στην μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας. Ο Εναγόμενος αρνήθηκε την υποβολή και επέμεινε στην δική του θέση δεν κρατούσε απόσταση ασφαλείας από το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΝΚ 666, γι' αυτό και όταν το τελευταίο φρέναρε και σταμάτησε ο Εναγόμενος συγκρούσθηκε με αυτό. Ο Εναγόμενος αντέτεινε την θέση ότι τηρούσε την κατάλληλη απόσταση και απόσταση ασφαλείας, αλλά ήταν αδύνατο να σταματήσει και να μην συγκρουσθεί με το προπορευόμενό του όχημα που κατά την στιγμή της σύγκρουσης ήταν εν κινήσει καθότι τα γεγονότα είχαν διαδραματισθεί πολύ γρήγορα. Συγκεκριμένα το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΗΒΜ 700 ανέκοψε πολύ βίαια την πορεία του προπορευόμενού του οχήματος και το τελευταίο αντέδρασε πολύ γρήγορα μπροστά στον επικείμενο κίνδυνο με το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΗΒΜ
  4. Στην αντεξέταση από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Τριτοδιάδικου υποστήριξε ότι τηρούσε ικανοποιητική απόσταση από το προπορευόμενό του όχημα. Επειδή, όμως, το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΗΒΜ 700 είχε έρθει από το πουθενά του ήταν αδύνατο να αποφύγει την σύγκρουση οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα. Ο Εναγόμενος αρνήθηκε την υποβολή φέρει αποκλειστική ευθύνη για το επίδικο δυστύχημα. Ο Εναγόμενος διαφώνησε με την πιο πάνω θέση. Κατά την αντεξέτασή του από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Τριτοδιάδικου ο Εναγόμενος υποστήριξε τα ακόλουθα: πριν την σύγκρουση οδηγούσε με ταχύτητα που δεν ξεπερνούσε το ανώτατο υπό του Νόμου επιτρεπόμενο όριο και το οποίο ήταν 50 χιλιόμετρα την ώρα πριν την σύγκρουση βρισκόταν σε απόσταση 1,5 με 2 μέτρα πίσω από το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΝΚ 666 το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΗΒΜ 700 πέρασε μπροστά από το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΝΚ 666 και ακολούθως το τελευταίο εφάρμοσε τα φρένα του. Ακολούθως φρέναρε και ο ίδιος χωρίς, όμως, να μπορέσει να αποφύγει την σύγκρουση με το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΝΚ 666 Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Τριτοδιάδικου υπέβαλε στον Εναγόμενο τις ακόλουθες θέσεις: δεν φρέναρε και δεν οδηγούσε με χαμηλή ταχύτητα, γι' αυτό και συγκρούσθηκε με το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΝΚ 666 στην βάση του ισχυρισμού του ότι πριν την σύγκρουση βρισκόταν σε απόσταση 1,5 με 2 μέτρα πίσω από το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΝΚ 666 δεν τηρούσε απόσταση ασφαλείας από το αυτοκίνητο αυτό το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΗΒΜ 700 δεν εισήλθε βίαια μπροστά από το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΝΚ
  5. Η οδηγός του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής ΕΝΚ 666 είδε τον Τριτοδιάδικο, σταμάτησε, τον άφησε να περάσει και αφού ο Τριτοδιάδικος πέρασε από μπροστά της ο Εναγόμενος την κτύπησε στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου της το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΝΚ 666 είχε ήδη σταματήσει πριν ο Εναγόμενος συγκρουσθεί μαζί του ο Τριτοδιάδικος εμφανίσθηκε στην σκηνή του δυστυχήματος και, μάλιστα, όταν και ο εξεταστής βρισκόταν εκεί αιτία της επίδικης σύγκρουσης δεν ήταν η διαδρομή που ακολούθησε ο Τριτοδιάδικος, αλλά η αμέλεια η δική του ως αποτέλεσμα της οποίας συγκρούσθηκε με το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΝΚ
  6. Ο Εναγόμενος αρνήθηκε όλες τις πιο πάνω υποβολές και επέμεινε στις δικές του θέσεις. Θα πρέπει, επίσης, να σημειωθεί η θέση του Εναγόμενου αναφορικά με το πότε είδε για πρώτη φορά το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΗΒΜ
  7. Επί του σημείου τούτου ο Εναγόμενος αντεξετάσθηκε τόσο από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Ενάγοντα όσο και από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Τριτοδιάδικου. Από την μαρτυρία του προκύπτουν τα ακόλουθα ως προς το πιο πάνω ζήτημα. Ο Εναγόμενος δεν αντιλήφθηκε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΗΒΜ 700 από την αρχή της κίνησής του μέχρι το σημείο που αυτό ανέκοψε την πορεία του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής ΕΝΚ
  8. Για τον λόγο αυτό δεν ήταν σε θέση να πει από ποιο ακριβώς σημείο του δρόμου το αυτοκίνητο αυτό ξεκίνησε την πορεία του. Στην μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας ή στην τελείως αριστερή με κατεύθυνση δυτική. Μάλιστα, ερωτηθείς από την ευπαίδευτη συνήγορό του αν αρχικά και πριν διαγράψει την πορεία που διέγραψε μέσα στον δρόμο το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΗΒΜ 700 βρισκόταν επί πεζοδρομίου ο Εναγόμενος δεν απέκλεισε το πιο πάνω ενδεχόμενο. Το αντιλήφθηκε δε για πρώτη φορά λίγο πριν αυτό ανακόψει την πορεία του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής ΕΝΚ 666, αλλά τότε δεν μπορούσε να υπολογίσει ότι το πρώτο όχημα θα συμπεριφερόταν με τον τρόπο που εν τέλει συμπεριφέρθηκε καθότι την τελευταία στιγμή αυτό προσπάθησε να στρίψει δεξιά για να εισέλθει εντός της οδού Χριστάκη Κράνου. Την στιγμή που το αντιλήφθηκε για πρώτη φορά το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΗΒΜ 700 βρισκόταν πιο μπροστά από τον Εναγόμενο σε απόσταση που ο Εναγόμενος δεν μπορούσε να καθορίσει επακριβώς και την οποία κατά προσέγγιση καθόρισε στα 3 με 4 μέτρα. Είναι δε μόνο όταν το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΗΒΜ 700 ανέκοψε την πορεία του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής ΕΝΚ 666 που αντιλήφθηκε τι θα επακολουθούσε. Το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΗΒΜ 700 διέγραψε καμπύλη ή διαγώνια πορεία μέσα στον δρόμο πριν βρεθεί μπροστά από το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΝΚ 666 Ο Εναγόμενος μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Μέσα από την συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, τον τρόπο και το ύφος με το οποίο απαντούσε στις διάφορες ερωτήσεις που του τέθηκαν μου ενέπνευσε την πεποίθηση ότι κατέθεσε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Ήταν σαφής και σταθερός στην μαρτυρία του και δεν κλονίσθηκε από την αντεξέταση στην οποία υπεβλήθη τόσο από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Ενάγοντα όσο και από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Τριτοδιάδικου. Ήταν, επίσης, αυθόρμητος και δεν υπολόγιζε τις απαντήσεις του. Μέσα, επίσης, από την μαρτυρία του διεφάνη ότι είχε πολύ καλή μνήμη για το πώς επισυνέβη το επίδικο δυστύχημα και τον τρόπο με τον οποίο συμπεριφέρθηκαν τόσο ο ίδιος όσο και οι οδηγοί των δύο άλλων αυτοκινήτων με αριθμούς εγγραφής ΕΝΚ 666 και ΗΒΜ
  9. Προεξάρχον δε σημείο της εν γένει αξιοπιστίας του κρίνω πως είναι ο ισχυρισμός του περί της πολύ μικρής απόστασης που χώριζε το αυτοκίνητό του από το προπορευόμενό του μόλις πριν την σύγκρουση. Κάποιοι δε ισχυρισμοί του επιβεβαιώνονται από την μαρτυρία άλλων μαρτύρων στην υποθεση. Για παράδειγμα, ο ισχυρισμός του ότι συμφώνησε με το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος και το σημείο της σύγκρουσης όπως αυτό αποτυπώθηκε επί του εν λόγω σχεδίου επιβεβαιώνεται από την μαρτυρία του ΜΕ
  10. Τέλος, ο ισχυρισμός του ότι ο Τριτοδιάδικος δεν εμφανίσθηκε στην σκηνή επιβεβαιώνεται από την μαρτυρία των ΜΕ 1 και ΜΕ
  11. Τον ισχυρισμό του, όμως, ότι κατά την στιγμή της σύγκρουσης το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΝΚ 666 δεν ήταν ακινητοποιημένο και δεν είχε προλάβει να σταματήσει παρά το ότι η ΜΕ 2 είχε εφαρμόσει τα φρένα της δεν τον δέχομαι. Και αυτό γιατί ο εν λόγω ισχυρισμός δεν συνάδει με τις δικογραφημένες του θέσεις. Σύμφωνα με την παράγραφο 5 της Υπεράσπισης «... το αυτοκίνητο του Εναγόμενου κτύπησε στο πίσω μέρος του προπορευόμενου αυτοκινήτου της Ενάγουσας, το οποίο σταμάτησε - σχεδόν στην μέση της διασταύρωσης - για να αποφύγει σύγκρουση με το αυτοκίνητο ΗΒΜ 700 του οποίου ο οδηγός, - Κώστας Νικολάου - επεχείρησε αντικανονικά στροφή δεξιά προς την οδό Χρ. Κράνου, αντί να κατευθυνθεί ευθεία». Επίσης, στην παράγραφο 7 της Υπεράσπισης υπό τον τίτλο «Λεπτομέρειες αμελείας και/ή παράβασης των νομίμων καθηκόντων της Μάρως Χ΄΄ Μιχαήλ, οδηγού του αυτοκινήτου της Ενάγουσας», υποπαράγραφος (β), αναφέρεται ότι η Χ΄΄ Μιχαήλ, ΜΕ 2, «σταμάτησε και δη απότομα, και/ή υπό συνθήκες κατάστασης ανάγκης, πάνω στην διασταύρωση, την ελεγχόμενη με φώτα τροχαίας, χωρίς οποιαδήποτε προειδοποίηση προς το όχημα του Εναγομένου που ακολουθούσε και/ή υπό συνθήκες που αποτελούσε εμπόδιο στη πορεία του αυτοκινήτου του Ενάγοντα». Είναι, δηλαδή, δικογραφημένος ισχυρισμός του Εναγόμενου ότι το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΝΚ 666 είχε σταματήσει και, επομένως, ακινητοποιηθεί όταν δέχθηκε το κτύπημα από το αυτοκίνητο του Εναγόμενου. Η αντίφαση, όμως, αυτή μεταξύ της μαρτυρίας του Εναγόμενου και των δικογραφημένων θέσεών του δεν είναι ικανή να κλονίσει την αξιοπιστία του Εναγόμενου. Πρόκειται περί μη ουσιώδους αντίφασης αφού αν κατά πόσο το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΝΚ 666 ήταν ακινητοποιημένο κατά την στιγμή της σύγκρουσης ή όχι δεν αποτελεί κατά την κρίση μου ουσιώδες σημείο για τον καθορισμό της ευθύνης. Αναφορικά με τους ισχυρισμούς του ότι τηρούσε την κατάλληλη απόσταση από το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΝΚ 666 ή απόσταση ασφαλείας και ότι δεν οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα κρίνω ότι αυτοί συνιστούν μαρτυρία γνώμης και γι' αυτό δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί. Το ίδιο ισχύει και για την θέση του ότι δεν φέρει ευθύνη για την πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος την οποία εκδήλωσε κατά την αντεξέτασή του από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Ενάγοντα και για την θέση του ότι δεν ήταν αμελής την οποία εκδήλωσε κατά την αντεξέτασή του από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Τριτοδιάδικου. Συνακόλουθα εκτός από τα σημεία από την μαρτυρία του μάρτυρα που δεν αποδέχθηκα και που πιο πάνω υποδείχθηκαν όλη η υπόλοιπη μαρτυρία του είναι αποδεκτή. Δεύτερη μάρτυρας για τον Εναγόμενο κατέθεσε η Γ/Αστ 177, Γεωργία Γεωργίου. Η εν λόγω μάρτυρας υπηρέτησε στο Τμήμα Τροχαίας Λεμεσού από τις 3.7.97 μέχρι τις 6.3.
  12. Συγκεκριμένα τα τρία πρώτα χρόνια υπηρέτησε στον Κλάδο Διερεύνησης Τροχαίων Δυστυχημάτων και την 1.3.00 ανέλαβε το Γραφείο Ετοιμασίας Αστυνομικών Εκθέσεων μέχρι τις 6.3.
  13. Σύμφωνα με την μαρτυρία της οι φάκελοι των τροχαίων δυστυχημάτων καταστρέφονται 5 χρόνια μετά το άνοιγμά τους εκτός από τα θανατηφόρα δυστυχήματα, οι φάκελοι των οποίων καταστρέφονται στα 10 χρόνια. Οι αστυνομικές εκθέσεις φυλάσσονται ξεχωριστά από τους φακέλους και αυτές καταστρέφονται στα 10 χρόνια. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής της η μάρτυς κατέθεσε την αστυνομική έκθεση που η ίδια ετοίμασε για το επίδικο δυστύχημα χωρίς να υπάρξει ένσταση από τους συνηγόρους του Ενάγοντα και του Τριτοδιάδικου. Η εν λόγω έκθεση σημειώθηκε από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο
  14. Την «συνοπτική έκθεση των γεγονότων» που εκτίθεται στην παράγραφο 9, σελίδα 3 του εν λόγω τεκμηρίου η μάρτυς την ετοίμασε στην βάση των καταθέσεων που λήφθηκαν από τους ενεχόμενους οδηγούς. Σύμφωνα με αστυνομική οδηγία για όλα τα τροχαία δυστυχήματα πρέπει να λαμβάνονται καταθέσεις από τους ενεχόμενους οδηγούς. Σε περίπτωση δε που δεν λαμβάνονταν καταθέσεις από τους ενεχόμενους οδηγούς η μάρτυς δεν παραλάμβανε σχετικό έντυπο που είχε ετοιμάσει η Τροχαία Λεμεσού. Η υπόθεση επιστρεφόταν, έτσι, στον ανακριτή «για ενέργειες», ήτοι για λήψη καταθέσεων. Κατά την αντεξέτασή της από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Ενάγοντα υπέδειξε ότι το έντυπο στο οποίο αναφέρθηκε κατά την κυρίως εξέτασή της ήταν έντυπο για υπηρεσιακή χρήση. Το έπαιρνε μαζί του στην σκηνή ο αστυνομικός που εξέταζε το δυστύχημα. Σε αυτό υπήρχε χώρος για καταγραφή των στοιχείων των ενεχόμενων οδηγών και χώρος για σύντομη κατάθεση από τους τελευταίους. Στο πίσω μέρος ο εξεταστής ετοίμαζε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής. Το έντυπο παρουσιαζόταν πρώτα στον λοχία για έλεγχο και, ακολούθως, στην ίδια για φύλαξη. Αν δεν ήταν συμπληρωμένο το έντυπο δεν το παραλάμβανε ούτε ο λοχίας, ούτε η ίδια. Κατά την αντεξέτασή της από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Ενάγοντα υπέδειξε ότι δεν είναι απαραίτητο όπως οι γραπτές καταθέσεις λαμβάνονται στον αστυνομικό σταθμό. Μπορεί και να ληφθούν στην σκηνή του δυστυχήματος αν οι συνθήκες το επιτρέπουν. Ή ακόμα και στο Νοσοκομείο ή στην οικία του καταθέτοντα όταν οι ανάγκες το επιβάλλουν. Στην υπό εξέταση περίπτωση δεν γνώριζε πού είχαν ληφθεί οι καταθέσεις. Πάντως, οι καταθέσεις στην παρούσα υπόθεση έχουν καταστραφεί. Δεν μπορούσε να θυμηθεί από ποια ή πόσα άτομα είχαν ληφθεί καταθέσεις στην παρούσα υπόθεση. Διότι εκτός από τους ενεχόμενους οδηγούς μπορεί να υπήρχαν και αυτόπτες μάρτυρες. Η πλευρά του Ενάγοντα δεν αμφισβήτησε την μαρτυρία της μάρτυρος. Αυτή αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης μόνο από την πλευρά του Τριτοδιάδικου. Τέθηκαν στην μάρτυρα από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Τριτοδιάδικου οι δύο ακόλουθες θέσεις: δεν λήφθηκε κατάθεση από τον οδηγό του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής ΗΒΜ 700 το όσα αναφέρονται στην δεύτερη παράγραφο της συνοπτικής έκθεσης, σελίδα 3, παράγραφος 9 του Τεκμηρίου 3 αναφορικά με την πορεία του πιο πάνω αυτοκινήτου και συγκεκριμένα ότι το εν λόγω αυτοκίνητο κατεθυνόταν επί της οδού Βασιλέως Γεωργίου Α΄ με δυτική κατεύθυνση στην μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας, δεν αναφέρθηκαν από τον οδηγό του. Αναφορικά με την πρώτη θέση η μάρτυρας αντέταξε τον ισχυρισμό ότι πάντα λαμβάνονται καταθέσεις απο τους ενεχόμενους οδηγούς. Αναφορικά με την δεύτερη θέση υπέδειξε ότι για να μην καταγράψει διαφορετική θέση στην συνοπτική έκθεση σημαίνει ότι όλοι οι οδηγοί είχαν την ίδια θέση αναφορικά με τις συνθήκες πρόκλησης του επίδικου δυστυχήματος και τις πορείες. Η μάρτυς μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Μέσα από την συμπεριφορά της στο εδώλιο του μάρτυρα, τον τρόπο και το ύφος με το οποίο απαντούσε στις διάφορες ερωτήσεις που της τέθηκαν μου ενέπνευσε την πεποίθηση ότι κατέθεσε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Ήταν σταθερή και σαφής στην μαρτυρία της. Φαίνεται, επίσης, να γνώριζε πολύ καλά το θέμα για το οποίο κλήθηκε να καταθέσει και η μαρτυρία της περιορίσθηκε στα όσα γνώριζε από την εκτέλεση των καθηκόντων της κατά τον ουσιώδη χρόνο. Αναφορικά με τις θέσεις που της υποβλήθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Τριτοδιάδικου αναφέρονται τα ακόλουθα. Αναφορικά με το πρώτο θέμα κρίνω πως η μάρτυρας απάντησε με τρόπο υπεύθυνο. Αφ' ης στιγμής ο φάκελος της υπόθεσης και οι καταθέσεις που λήφθηκαν είχαν καταστραφεί δεν θα μπορούσε να γνωρίζει θετικά αν είχε ληφθεί κατάθεση από τον Τριτοδιάδικο. Ούτε, βεβαίως, και θα μπορούσε να θυμάται, όπως ρητά δήλωσε σε άλλο σημείο της μαρτυρίας της, ύστερα από οκτώ και πλέον χρόνια. Επικαλέσθηκε έτσι την πάγια πρακτική που ακολουθείτο. Η ύπαρξη, όμως, μιας πρακτικής δεν συνεπάγεται αυτόματα και δίχως άλλο την συμμόρφωση, ούτε και συνιστά απόδειξη γι' αυτήν. Επί του σημείου, όμως, τούτου υπάρχει μαρτυρία από τον ΜΕ 1, η οποία για τους λόγους που επεξηγήθηκαν στα πλαίσια της αξιολόγησης του, έγινε αποδεκτή. Αναφορικά με το δεύτερο θέμα και πάλι η μάρτυς επικαλέσθηκε την πάγια πρακτική. Σύμφωνα με αυτήν πάντοτε κατέγραφε διαφορετικούς ισχυρισμούς στην συνοπτική έκθεση αν υπήρχαν. Υποδεικνύεται και πάλι ότι η ύπαρξη μιας πρακτικής δεν αποτελεί απόδειξη συμμόρφωσης με αυτήν. Υπάρχει, όμως, μαρτυρία από τον ίδιο τον Τριτοδιάδικο ότι τα όσα πιο πάνω αναφέρονται στην συνοπτική έκθεση αναφέρθηκαν από τον ίδιο στον αστυνομικό εξεταστή, αν και, στην σκηνή σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του. Πράγμα που σημαίνει ότι είναι παραδεκτά από αυτόν ανεξαρτήτως του ότι σύμφωνα με τον ίδιο δεν αναφέρθηκαν σε γραπτή κατάθεση. Πάντως, με ξενίζει η θέση που πιο πάνω διατυπώθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Τριτοδιάδικου. Αφού τα όσα στην υποδειχθείσα παράγραφο της συνοπτικής έκθεσης αναφέρονται αποτελούν και θέση του ίδιου του Τριτοδιάδικου, αλλά και του δικηγόρου του, όπως αυτό καθίσταται έκδηλο μέσα από τις θέσεις που τέθηκαν από τον τελευταίο στην ΜΕ 2 και τον Εναγόμενο. Συνακόλουθα η μαρτυρία της μάρτυρος είναι αποδεκτή στην ολότητά της. Ο Τριτοδιάδικος πρόβαλε την ακόλουθη εκδοχή. Στις 12.5.05 οδηγούσε επί της οδού Βασιλέως Γεωργίου Α΄ και φθάνοντας στα φώτα τροχαίας που βρίσκονται επί της συμβολής της με την οδό Χριστάκη Κράνου σταμάτησε στην μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας γιατί το φως ήταν κόκκινο για την πορεία του και ανέμενε να ανάψει πράσινο. Ήταν το πρώτο αυτοκίνητο πριν τα φανάρια στην μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας και το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΝΚ 666 το πρώτο αυτοκίνητο που ανέμενε πριν τα φανάρια στην τρίτη λωρίδα κυκλοφορίας. Ακολούθως αποφάσισε να στρίψει δεξιά και εντός της οδού Χριστάκη Κράνου οπότε και ζήτησε από την ΜΕ 2 γνέφοντάς της και δείχνοντας και με τον σηματοδότη του την πιο πάνω πρόθεσή του για να του δώσει προτεραιότητα. Η ΜΕ 2 τον αντιλήφθηκε και ενώ το φως ήταν ακόμα κόκκινο για την πορεία τους του έδωσε προτεραιότητα γνέφοντάς του και εκείνη. Έτσι όταν το φως άναψε πράσινο για την πορεία του μπήκε μπροστά από το αυτοκίνητο της Χ΄΄ Μιχαήλ και έστριψε δεξιά προς την οδό Χριστάκη Κράνου. Την ώρα που έφευγε άκουσε ένα θόρυβο και αντιλήφθηκε ότι επισυνέβη σύγκρουση. Στον τόπο που πήγε έκανε 5 με 10 λεπτά της ώρας και, ακολούθως, επέστρεψε στην σκηνή του δυστυχήματος. Στην σκηνή είδε μόνο ένα αστυνομικό στον οποίο έδωσε τα στοιχεία του και έδειξε την άδεια οδηγού του και την ασφάλειά του και ο οποίος του είπε ότι δεν ευθύνονταν και τον προέτρεψε να φύγει. Σε μεταγενέστερο στάδιο ο αστυνομικός του τηλεφώνησε και τον ρώτησε τι είχε γίνει. Ο Τριτοδιάδικος του είπε αυτά που ανέφερε και στην μαρτυρία του. Ο αστυνομικός και πάλι του είπε ότι δεν αντιμετώπιζε οποιοδήποτε πρόβλημα. Δεν του λήφθηκε γραπτή κατάθεση από την Αστυνομία. Στην Υπεράσπιση του ο Τριτοδιάδικος αρνείται την αξίωση του Εναγόμενου εναντίον του και ισχυρίζεται ότι το επίδικο δυστύχημα οφείλεται στην αποκλειστική και/ή συντρέχουσα αμέλεια και/ή την παράβαση των νομίμων καθηκόντων του Εναγόμενου. Στην παράγραφο δε 4 της Υπεράσπισής του εκθέτει λεπτομέρειες αμέλειας του Εναγόμενου και κανένα ισχυρισμό δεν προβάλει αναφορικά με τις ενέργειες στις οποίες προέβη σύμφωνα με την μαρτυρία του. Αρνείται δε τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου που εκτίθενται στην Υπεράσπιση του στον βαθμό και την έκταση που αφορούν τον ίδιο. Υπό το φως των πιο πάνω είναι η άποψή μου ότι η μαρτυρία του Τριτοδιάδικου και η εν γένει εκδοχή του ως προς τις ενέργειες του, το πώς συμπεριφέρθηκε ο ίδιος σύμφωνα με την μαρτυρία του, αλλά και η ΜΕ 2, δεν καλύπτεται από τις έγγραφες του προτάσεις και ξεφεύγει αυτών. Μοιραία η μαρτυρία του δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη και θα πρέπει να αγνοηθεί. Και αν ακόμα η πιο πάνω κρίση μου ήθελε κριθεί εσφαλμένη κρίνω ότι και πάλι θα απέρριπτα την μαρτυρία του μη μπορώντας να δώσω πίστη στους ισχυρισμούς του για τους ακόλουθους λόγους. Μέσα από το περιεχόμενο της μαρτυρίας του, την συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, τον τρόπο και το ύφος με το οποίο απαντούσε στις διάφορες ερωτήσεις που του τέθηκαν ο Τριτοδιάδικος δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Δεν μου ενέπνευσε την πεποίθηση ότι κατέθεσε την αλήθεια στο Δικαστήριο, η δε εντύπωση που μου άφησε ήταν αυτή του ανειλικρινούς μάρτυρα που σκοπό είχε να αποπροσανατολίσει το Δικαστήριο και να παραποιήσει την αλήθεια. Η εκδοχή του ως προς τα γεγογότα για τα οποία κατέθεσε ήταν εντελώς διαφορετική από αυτή του Εναγόμενου η οποία και έγινε αποδεκτή. Υπενθυμίζω ότι σύμφωνα με τον Εναγόμενο η ΜΕ 2 δεν σταμάτησε στα φώτα τροχαίας καθότι αυτά ήταν πράσινα για την πορεία της. Ενώ η ΜΕ 2 προχωρούσε ευθεία ο Τριτοδιάδικος μπήκε μπροστά από το αυτοκίνητο της με βίαιο και απότομο τρόπο αναγκάζοντάς την ΜΕ 2 με σκοπό να αποφύγει σύγκρουση μαζί του να εφαρμόσει τα φρένα της. Υπό το φως των πιο πάνω οι ισχυρισμοί του Τριτοδιάδικου ότι συνεννοήθηκε με την ΜΕ 2 γνέφοντάς της για να τον αφήσει να περάσει μπροστά της με σκοπό να κατευθυνθεί προς την οδό Χριστάκη Κράνου, ότι αυτή του επέτρεψε να περάσει μπροστά της, ότι όλες οι πιο πάνω συνεννοήσεις έγιναν ενώ το φως για την πορεία τους ήταν αναμμένο κόκκινο και, τέλος, ότι μπήκε μπροστά από το αυτοκίνητο που οδηγούσε η ΜΕ 2 μόνο όταν το φως άναψε πράσινο και, ακολούθως, έστριψε προς την οδό Χριστάκη Κράνου διαψεύδονται από το μέρος της μαρτυρίας του Εναγόμενου για το οποίο μόλις πιο πάνω έγινε ενδεικτικά μνεία. Επίσης, ο ισχυρισμός του ότι επέστρεψε στην σκηνή διαψεύδεται τόσο από την μαρτυρία του Εναγόμενου όσο και από την μαρτυρία των ΜΕ 1 και ΜΕ
  15. Επίσης, οι ισχυρισμοί του ότι συνομίλησε στην σκηνή με τον εξεταστή του δυστυχήματος, ότι έδωσε τα στοιχεία του και την εκδοχή του για τις ενέργειές του στον τελευταίο και ότι ο εξεταστής του είπε ότι μπορούσε να φύγει από την σκηνή καθότι δεν έφερε οποιαδήποτε ευθύνη για το επίδικο δυστύχημα διαψεύδονται εξυπακουόμενα από την μαρτυρία των πιο πάνω, και ρητά, επίσης, διαψεύσθηκαν από τον ΜΕ 1 σε σχετική υποβολή του ευπαίδευτου συνηγόρου του Τριτοδιάδικου. Ο Τριτοδιάδικος δεν δίστασε, επίσης, να αναφέρει ότι όταν έφθασε στην σκηνή έδειξε στον εξεταστή την άδεια οδηγού του κατά παράκληση του τελευταίου και από μόνος του και το πιστοποιητικό ασφάλισής του, πράγμα που σύμφωνα με τα πιο πάνω και πάλι δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Επίσης, στην προσπάθειά του να απαλλαγεί της οποιασδήποτε ευθύνης για την επίδικη σύγκρουση και να αποδώσει ευθύνη γι' αυτήν στον Εναγόμενο δεν δίστασε να καταφύγει σε ισχυρισμούς για τους οποίους δεν μπορούσε να έχει γνώση, πράγμα, που κατά την κρίση μου, καταδεικνύει τις προθέσεις του και, κατ' επέκταση, την έλλειψη φιλαλήθειας από μέρους του. Όπως, για παράδειγμα, ότι ο Εναγόμενος κτύπησε στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου που οδηγούσε η ΜΕ 2 με απότομο τρόπο και με μεγάλη ταχύτητα και ότι ο Εναγόμενος ήρθε από το πουθενά. Ο Τριτοδιάδικος κατέφυγε και σε άλλης μορφής ανακρίβειες καθώς και σε άλλης μορφής υποθέσεις και εικασίες. Συγκεκριμένα υποστήριξε ότι σύμφωνα με το Τεκμήριο 3 ο αστυνομικός που επισκέφθηκε την σκηνή του δυστυχήματος ήταν από τον Αστυνομικό Σταθμό Γερμασόγειας. Ουδέν αναληθέστερο. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 3, σελίδες 2 και 3, παράγραφοι 7 και 9 αντίστοιχα, ο αστυνομικός που επισκέφθηκε την σκηνή του δυστυχήματος ήταν από την Τροχαία Λεμεσού. Ήταν ο ΜΕ 1, με την μαρτυρία του οποίου επιβεβαιώνεται η αλήθεια των δηλώσεων που μόλις πιο πάνω αναφέρθηκαν από το Τεκμήριο
  16. Ισχυρίσθηκε, επίσης, ότι ο εξεταστής είχε έρθει στην σκηνή από τον Αστυνομικό Σταθμό Γερμασόγειας, πράγμα το οποίο, επίσης, δεν μπορούσε να γνωρίζει. Για να δικαιολογήσει δε τον ισχυρισμό του πρόβαλε εκ νέου τον ισχυρισμό ότι τον είδε να επιστρέφει στο οίκημα του εν λόγω αστυνομικού σταθμού. Μόνο που και αυτός ο ισχυρισμός είναι ψευδής, όπως και όλοι οι άλλοι ισχυρισμοί που πρόβαλε στην μαρτυρία του, αφού ουδέποτε επέστρεψε στην σκηνή του δυστυχήματος. Αποτέλεσε, επίσης, ισχυρισμό του ότι δεν θυμόταν αν όταν έφθασε στην σκηνή βρίσκονταν εκεί και οι εμπλεκόμενοι οδηγοί. Ισχυρίσθηκε, επίσης, αρχικά ότι τα εμπλεκόμενα οχήματα δεν βρίσκονταν στην σκηνή όταν έφθασε εκεί. Σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του δεν απέκλεισε τα οχήματα να ήταν στην σκηνή όταν έφθασε εκεί επικαλούμενος έλλειψη μνήμης επί του προκειμένου για να αποκλείσει σε μεταγενέστερο στάδιο της μαρτυρίας του εκ νέου το πιο πάνω ενδεχόμενο. Το μόνο που θυμόταν στην σκηνή ήταν την παρουσία του αστυνομικού εξεταστή. Αν ο ισχυρισμός του ότι είχε επιστρέψει στην σκηνή ήταν αληθινός φρονώ πως ο Τριτοδιάδικος δεν θα είχε μνήμη μόνο για την παρουσία του αστυνομικού εξεταστή και καθόλου για τα εμπλεκόμενα οχήματα και τους εμπλεκόμενους οδηγούς, αφού ο εξεταστής δεν θα μπορούσε να είναι οπουδήποτε αλλού παρά πλησίον των εμπλεκόμενων οχημάτων για σκοπούς εκτέλεσης των καθηκόντων του. Θεωρώ δε ότι ο λόγος για την ισχυριζόμενη έλλειψη μνήμης για τα πιο πάνω καθώς και οι παλινδρομήσεις που παρατηρούνται στην μαρτυρία του αναφορικά με την παρουσία των οχημάτων στις τελικές τους θέσεις είναι γιατί ο ισχυρισμός του ότι επέστρεψε στην σκηνή δεν είναι αληθής. Δεν δέχομαι, επίσης, ότι δεν λήφθηκε από αυτόν γραπτή κατάθεση στην Αστυνομία. Υπενθυμίζεται η μαρτυρία του ΜΕ 1 σύμφωνα με την οποία ο εν λόγω μάρτυρας έλαβε γραπτή κατάθεση από τον Τριτοδιάδικο κατόπιν ειδοποίησης. Συνεπώς, δεν δέχομαι τον ισχυρισμό που πρόβαλε κατά την αντεξέτασή του από την ευπαίδευτο συνήγορο του Εναγόμενου ότι όταν ο εξεταστής τον κάλεσε στο τηλέφωνο ο εξεταστής αρκέσθηκε στα όσα του είπε ο Τριτοδιδιάκος και που δεν ήταν διάφορα, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, από ό,τι του είχε πει στην σκηνή. Προδήλως, κατόπιν του πιο πάνω τηλεφωνήματος ο Τριτοδιάδικος κλήθηκε να δώσει γραπτή κατάθεση στον Αστυνομικό Σταθμό σε αντίθεση με την επί του προκειμένου μαρτυρία του. Υπό το φως όλων των πιο πάνω η μαρτυρία του Τριτοδιάδικου απορρίπτεται. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Κατά την 12.5.05 η Μαρία Χ΄΄ Μιχαήλ, από τώρα και στο εξής «η Χ΄΄ Μιχαήλ», οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΝΚ 666 επί της οδού Γεωργίου Βασιλέως Α΄ στον Ποταμό της Γερμασόγειας με δυτική κατεύθυνση. Φθάνοντας στα φώτα τροχαίας που βρίσκονται στην συμβολή της πιο πάνω οδού με την οδό Χριστάκη Κράνου υπάρχουν τρεις λωρίδες κυκλοφορίας για οχήματα που οδηγούνται με κατεύθυνση δυτική. Η άκρως αριστερή με κατεύθυνη δυτική λωρίδα κυκλοφορίας καθώς και η μεσαία χρησιμοποιούνται για οχήματα που έχουν πρόθεση να κατευθυνθούν ευθεία δυτικά. Η τρίτη λωρίδα κυκλοφορίας, ήτοι η άκρως δεξιά με κατεύθυνη δυτική, χρησιμοποιείται από οχήματα που έχουν πρόθεση να στρίψουν δεξιά, ήτοι εντός της οδού Χριστάκη Κράνου, και να κατευθυνθούν βόρεια. Η άκρως αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και η μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας έχουν πλάτος 3,20 μέτρα η καθεμιά. Η τρίτη λωρίδα κυκλοφορίας έχει πλάτος 3,60 μέτρα. Οι τρεις αυτές λωρίδες κυκλοφορίας χωρίζονται με δύο συνεχείς οριζόντιες γραμμές οι οποίες είναι σχεδιασμένες επί της ασφάλτου. Οι γραμμές αυτές καταλήγουν σε μια κάθετη γραμμή η οποία αρχίζει από την δεξιά με κατεύθυνση δυτική άκρια της τρίτης λωρίδας κυκλοφορίας και τελειώνει στην αριστερή με κατεύθυνση δυτική άκρια της άκρως αριστερής λωρίδα κυκλοφορίας. Μετά από την πιο πάνω κάθετο και με κατεύθυνση δυτική υπάρχουν σχεδιασμένες επί της ασφάλτου άλλες δύο κάθετοι παράλληλες μεταξύ τους και παράλληλες με την πρώτη. Και οι τρεις αυτές κάθετοι έχουν το ίδιο μήκος. Η δυτικότερη κάθετος από τώρα και στο εξής θα αναφέρεται ως η δυτικότερη κάθετος. Φθάνοντας στην συμβολή των δύο πιο πάνω οδών η Χ΄΄ Μιχαήλ οδηγούσε στην τρίτη λωρίδα κυκλοφορίας. Το αυτοκίνητο που οδηγούσε η Χ΄΄ Μιχαήλ ακολουθείτο από το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΗΗΕ 319 το οποίο οδηγείτο από τον Εναγόμενο. Το εν λόγω αυτοκίνητο οδηγείτο με την ίδια κατεύθυνση και επί της ιδίας λωρίδας κυκλοφορίας όπως και το αυτοκίνητο που οδηγούσε η Χ΄΄ Μιχαήλ. Επειδή το φως ήταν πράσινο για την πορεία τους και οι δύο οδηγοί πέρασαν τα φώτα τροχαίας χωρίς να σταματήσουν και εισήλθαν εντός της συμβολής. Σε κάποια στιγμή το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΗΒΜ 700, το οποίο οδηγείτο από τον Τριτοδιάδικο, ερχόμενο από τα αριστερά τους ανέκοψε την πορεία του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής ΕΝΚ 666 το οποίο βρισκόταν σε κίνηση περνώντας με βίαιο και απότομο τρόπο από μπροστά του και, ακολούθως, κατευθύνθηκε δεξιά προς την οδό Χριστάκη Κράνου. Όταν το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΗΒΜ 700 βρέθηκε μπροστά από το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΝΚ 666 η οδηγός του τελευταίου με σκοπό να αποφύγει την σύγκρουση με το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΗΒΜ 700 εφάρμοσε τα φρένα της. Η σύγκρουση μεταξύ των δύο πιο πάνω αυτοκινήτων αποφεύχθηκε, όχι όμως και η σύγκρουση μεταξύ του αυτοκινήτου που οδηγούσε η Χ΄΄ Μιχαήλ με αριθμούς εγγραφής ΕΝΚ 666 και του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής ΗΗΕ 319 που οδηγούσε ο Εναγόμενος και το ακολουθούσε και παρά το ότι και ο Εναγόμενος εφάρμοσε τα φρένα του. Πριν την σύγκρουση η απόσταση που χώριζε το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Εναγόμενος με αριθμούς εγγραφής ΗΗΕ 319 από το αυτοκίνητο που οδηγούσε η Χ΄΄ Μιχαήλ με αριθμούς εγγραφής ΕΝΚ 666 ήταν 1,5 με 2 μέτρα περίπου. Ο Εναγόμενος οδηγούσε με ταχύτητα που δεν ξεπερνούσε τα 50 χιλιόμετρα την ώρα και η Χ'' Μιχαήλ με ταχύτητα 40 χιλιόμετρα την ώρα. Το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΗΒΜ 700 εγκατέλειψε την σκηνή και δεν σταμάτησε. Η σύγκρουση μεταξύ των αυτοκινήτων με αριθμούς εγγραφής ΕΝΚ 666 και ΗΗΕ 319 επισυνέβη εντός της συμβολής των οδών Βασιλέως Γεωργίου Α΄ και Χριστάκη Κράνου, σε απόσταση 14,10 μέτρα από την δυτικότερη κάθετο και στην ευθεία νοητή προέκταση της τρίτης λωρίδας κυκλοφορίας. Από την σύγκρουση το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΝΚ 666 μετακινήθηκε 30 εκατοστά προς τα μπροστά. Επίσης, από την σύγκρουση τα δύο οχήματα υπέστησαν ζημιές. Το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΝΚ 666 στο πισινό του μέρος και το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΗΜΕ 319 στο μπροστινό του μέρος. Στις τελικές τους θέσεις τα δύο οχήματα βρίσκονταν το ένα πίσω από το άλλο σε ευθεία γραμμή και με τα μπροστινά τους μέρη να βλέπουν δυτικά. Οι νοητές κάθετοι από το άκρως μπροστινό και άκρως πισινό μέρος τους απείχαν από την νοητή προέκταση της νότιας πλευράς της άκρως αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας απόσταση 6,40 μέτρα. Εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής ΕΝΚ 666 είναι η Ενάγουσα. Η έννοια της αμέλειας, όπως καθορίσθηκε από τον Δικαστή Κωνσταντινίδη στη απόφαση της πλειοψηφίας στην υπόθεση Φοινικαρίδης ν. Γεωργίου
(1991)1 ΑΑΔ 475 ως πραγματικού γεγονότος συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Η συμπεριφορά ενός οδηγού εξετάζεται και κρίνεται με βάση το επίπεδο του μέσου συνετού ανθρώπου, δηλαδή, με βάση την αντίληψη ενός συνηθισμένου οδηγού και όχι του ενεχόμενου οδηγού (Βλ. Μαρκαντώνης ν. Δημάκη
(1989)1 CLR 387), ο προσδιορισμός δε του καθήκοντος ποικίλει ανάλογα με τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούν στη σκηνή. Το κατά πόσο ένας οδηγός είναι ένοχος αμέλειας ή όχι εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Το κριτήριο της αμελούς οδήγησης είναι αντικειμενικό υπό την έννοια ότι το επίπεδο της οδήγησης που απαιτείται από τον οδηγό κρίνεται αντικειμενικά και απρόσωπα (Βλ. Charalambous v. Police
(1982)2 CLR 134 και Κυριάκου Βίττη ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 30) και καθολικό, εφόσον οφείλεται σε κάθε τρίτο, που, κατά λογική πρόβλεψη, μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του αυτοκινητοδηγού. Δεν είναι υποκειμενικό και δεν εξαρτάται από την υποκειμενική θεώρηση της λειτουργίας του οδηγού. Η προσοχή του Δικαστηρίου επικεντρώνεται κυρίως στην εξέταση του κατά πόσο ο οδηγός ενήργησε υπό τις περιστάσεις ως θα ενεργούσε ένας σώφρον, ικανός και λογικός οδηγός και κατά πόσο εκπλήρωσε το καθήκον της δέουσας φροντίδας και μέριμνας ως προς τα άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν την ίδια με αυτόν οδό. Το καθήκον θα πρέπει να συγκεκριμενοποιείται στο πλαίσιο των γεγονότων της κάθε υπόθεσης για να αποφασισθεί η φύση του, και, όπου διαπιστώνεται η ύπαρξή του, κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει με μέτρο τον προσεκτικό και όχι τον τέλειο οδηγό (Βλ. Panayiotou v. Police
(1972)2 CLR 29 και Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1). Στην υπόθεση Αλεξάνδρου ν. Λεβέντη
(1996)1 ΑΑΔ 420 εισήχθηκε ένα ευρύτερο καθήκον αυτών που χρησιμοποιούν τον δρόμο, ήτοι το καθήκον της επιμέλειας για την ασφάλεια των άλλων η εκπλήρωση του οποίου τους καθιστά υπόλογους για αμέλεια: «Το καθήκον για επιμέλεια γεννάται αφότου η διακίνηση άλλων προσώπων καθιστά εξ' αντικειμένου μέριμνα του προσώπου που χρησιμοποιεί τον δρόμο την λήψη προφυλακτικών μέτρων για την προστασία της ασφάλειας τους». Για το κριτήριο της αμέλειας αναφέρθηκαν τα εξής: «Το κριτήριο της αμέλειας είναι καθολικό και απρόσωπο. Η αμέλεια κρίνεται αντικειμενικά με γνώμονα τις αντιδράσεις ενός συνετού οδηγού, ο οποίος χρησιμοποιεί τον δρόμο λελογισμένα και με συναίσθηση ευθύνης για την ασφάλεια των άλλων που χρησιμοποιούν τον δρόμο». Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Παντελή Μαυρόφτη
(2001)2 ΑΑΔ 130 έγινε εκτεταμένη αναφορά σε Νομολογία, Κυπριακή και Αγγλική, αναφορικά με την ευθύνη ακολουθούντα οδηγού. Σύμφωνα με το Εφετείο η ορθή νομική θέση είναι εκείνη που έχει διατυπωθεί στην απόφαση του του Λόρδου Cooper στην Αγγλική υπόθεση Brown and Lynn ν. Western Scottish Motor Traction Co. Ltd
(1945)S.C. 31, Ct. of Sess.. Παρατίθεται το πιο κάτω απόσπασμα από την Κυπριακή απόφαση: «Τα επίπεδα που πρέπει να τηρούνται από τον ακολουθούντα οδηγό έχουν καθορισθεί ως εξής από τον Lord Cooper στην Brown and Lynn (πιο πάνω), σελ. 35: We were urged in the course of debate to substitute our own definition of the limits of a following driver's duty, and even to prescribe the proper interval at which successive vehicles should keep station when travelling in a city street. I am not prepared to do so. The distance which should separate two vehicles travelling one behind the other must depend upon many variable factors - their speed, the nature of the locality, the other traffic present or to be expected, the opportunity available to the following driver of commanding a view ahead of the leading vehicle, the distance within which the following vehicle can be pulled up, and many other things. The following driver is, in my view, bound, so far as reasonably possible, to take up such a position, and to drive in such a fashion, as will enable him to deal successfully with all traffic exigencies reasonably to be anticipated: but whether he has fulfilled this duty must in every case be a question of fact, just as it is a question of fact whether, on any emergency disclosing itself, the following driver acted with the alertness, skill and judgment reasonably to be expected in the circumstances." Σε μετάφραση: "Μας έχει ζητηθεί στη διάρκεια της συζήτησης να υποκαταστήσουμε τον δικό μας ορισμό των ορίων που σχετίζονται με την υποχρέωση του ακολουθούντος οδηγού και ακόμη να προδιαγράψουμε τη σωστή απόσταση την οποία πρέπει να τηρούν διαδοχικά οχήματα οσάκις οδηγούνται στους δρόμους μιας πόλης. Δεν είμαι έτοιμος να το πράξω: Η απόσταση που πρέπει να χωρίζει δύο οχήματα που οδηγούνται το ένα πίσω από το άλλο πρέπει να εξαρτάται από πολλούς μεταβλητούς παράγοντες - την ταχύτητά τους, τη φύση της περιοχής, την υπόλοιπη τροχαία που βρίσκεται στην περιοχή ή αναμένεται να βρεθεί, την ευκαιρία που έχει ο ακολουθών οδηγός να έχει ορατότητα .......................................................................................................................... μπροστά από το προπορευόμενο όχημα, την απόσταση εντός της οποίας το όχημα που ακολουθεί μπορεί να σταματήσει, και πολλά άλλα ζητήματα. Ο ακολουθών οδηγός υπέχει, κατά την άποψή μου, υποχρέωση στο βαθμό που αυτό είναι εύλογα δυνατό, να λαμβάνει τέτοια θέση, και να οδηγεί με τέτοιο τρόπο, έτσι ώστε να του παρέχεται η δυνατότητα να αντιμετωπίζει με επιτυχία όλες τις ανάγκες της τροχαίας οι οποίες εύλογα μπορούν να προβλεφθούν: Ωστόσο το κατά πόσο έχει εκπληρώσει αυτή την υποχρέωση πρέπει σε κάθε περίπτωση να είναι θέμα πραγματικό, ακριβώς όπως είναι θέμα πραγματικό το κατά πόσο, σε οποιαδήποτε έκτακτη ανάγκη που παρουσιάζεται, ο ακολουθών οδηγός ενήργησε με την ετοιμότητα, δεξιοτεχνία και κρίση που εύλογα αναμένεται υπό τις περιστάσεις». Στην πιο πάνω υπόθεση ένα φορτηγό το οποίο οδηγείτο σε δημόσιο δρόμο ακολουθείτο από απόσταση 25-30 πόδια από λεωφορείο. Η ταχύτητα των δύο οχημάτων ήταν γύρω στα 15 μίλια ανά ώρα. Για να αποφύγει πεζό ο οδηγός του φορτηγού έστριψε απότομα προς τα αριστερά και σταμάτησε σχεδόν ακαριαίως. Όταν ο οδηγός του λεωφορείου αντιλήφθηκε ότι το φορτηγό σταμάτησε έστριψε προς τα δεξιά και χρησιμοποίησε τα φρένα του. Παρόλο που ενήργησε με εύλογη ετοιμότητα δεν κατόρθωσε να αποφύγει τη σύγκρουση. Ο οδηγός του φορτηγού δεν είχε χρόνο να δώσει οποιοδήποτε σήμα και ο οδηγός του λεωφορείου δεν είχε προσέξει και δεν είχε εύλογη ευκαιρία να προσέξει τον πεζό. Κρίθηκε ότι: «το γεγονός ότι ο οδηγός του λεωφορείου, παρόλο που είχε αφήσει επαρκή χώρο μεταξύ των οχημάτων για να αντιμετωπίσει τις συνήθεις ανάγκες της τροχαίας, ακολούθησε το φορτηγό από τόσο κοντά έτσι ώστε να μη μπορεί να αντεπεξέλθει με το εξαιρετικά απότομο σταμάτημά του δεν ισοδυναμούσε με αμέλεια εκ μέρους του». Κατ' επέκταση, οι ιδιοκτήτες του λεωφορείου δεν είχαν ευθύνη έναντι των ιδιοκτητών του φορτηγού για την ζημιά που είχε υποστεί το όχημά τους. Δεύτερη Αγγλική απόφαση στην οποία έγινε αναφορά στην Κυπριακή υπόθεση που πιο πάνω μνημονεύεται είναι η υπόθεση Scott ν. Warren
(1974)R.T.R. 104 Div. Ct.. Στην πιο πάνω υπόθεση ο κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητό του πίσω από ένα βαν. Η ταχύτητα των δύο οδηγών ήταν γύρω στα 20-25 μίλια ανά ώρα. Ο οδηγός του βαν σταμάτησε απότομα για να αποφύγει ένα κομμάτι μετάλλου που έπεσε από ένα προπορευόμενο φορτηγό. Ο κατηγορούμενος δεν είχε προσέξει το μέταλλο γιατί η ορατότητά του καλυπτόταν από το βαν και δεν είχε προειδοποίηση ότι ο οδηγός του βαν επρόκειτο να σταματήσει απότομα. Χρησιμοποίησε τα φρένα αλλά δεν κατόρθωσε να αποφύγει την σύγκρουση με το πίσω μέρος του βαν. Σε κατηγορία για αμελή οδήγηση η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε το θέμα ως εάν να ήταν νομικά θεμελιωμένο ότι αν ένας οδηγός δεν αφήσει επαρκή χώρο ανάμεσα στο όχημά του και στο προπορευόμενο όχημα για να αποφύγει την σύγκρουση κάτω από οποιεσδήποτε περιστάσεις ήταν ένοχος του αδικήματος. Κρίθηκε ότι: «Η πιο πάνω θέση δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτή. Τα λόγια του Lord Cooper στην Brown and Lynn (πιο πάνω) υπέδειξαν τα επίπεδα που πρέπει να τηρούνται από τον ακολουθούντα οδηγό και τα οποία εφαρμόζονται στις πολιτικές υποθέσεις. Η υποχρέωση δεν μπορούσε να ήταν ψηλότερη στις ποινικές υποθέσεις. Στην παρούσα υπόθεση δεν μπορούσε να λεχθεί ότι οι δικαστές εσφαλμένα δεν βρήκαν τον κατηγορούμενο ένοχο». Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Παντελή Μαυρόφτη
(2001)2 ΑΑΔ 130, που πιο πάνω μνημονεύεται, το όχημα του εφεσίβλητου ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας-Λεμεσού στο οποίο ενεπλάκησαν συνολικά επτά αυτοκίνητα τα οποία κινούνταν προς την ίδια κατεύθυνση. Το ατύχημα προκλήθηκε όταν τα προπορευόμενα οχήματα σταμάτησαν, αλλά ο εφεσίβλητος δεν κατάφερε να σταματήσει το όχημά του πίσω από αυτά με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με το προπορευόμενο αυτοκίνητο και μετά να ακολουθήσουν άλλες επτά συγκρούσεις. Ο εφεσίβλητος αντιμετώπισε κατηγορία για αμελή οδήγηση. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε η υπόθεση εναντίον του εφεσίβλητου. Ως αποτέλεσμα αθώωσε και απάλλαξε τον εφεσίβλητο. Ο Γενικός Εισαγγελέας εφεσίβαλε την αθωωτική απόφαση. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην βάση των αρχών που υποδείχθηκαν στην Αγγλική υπόθεση Brown and Lynn ν. Western Scottish Motor Traction Co. Ltd
(1945)S.C. 31, Ct. of Sess. ανέφερε ότι το κατά πόσο ο οδηγός που ακολουθεί έχει εκπληρώσει αυτή την υποχρέωση είναι σε κάθε περίπτωση θέμα πραγματικό και θέμα βαθμού. Λέχθηκε, επίσης, ότι η τελική κρίση στην πιο πάνω υπόθεση καθώς και στην υπόθεση Scott ν. Warren
(1974)R.T.R. 104 Div. Ct. σχετίζεται με τα ιδιαίτερα πραγματικά περιστατικά που περιβάλλουν τις υποθέσεις εκείνες. Στην κρινόμενη περίπτωση ο εφεσίβλητος οδηγούσε σε υπεραστικό δρόμο με απεριόριστη ορατότητα. Ακολουθούσε αριθμό προπορευόμενων οχημάτων. Είχε υποχρέωση στο βαθμό που αυτό ήταν δυνατό να τηρεί τέτοια απόσταση από το προπορευόμενο όχημα και να οδηγεί με τέτοιο τρόπο, ο οποίος θα του επέτρεπε να αντιμετωπίσει με επιτυχία οποιοδήποτε έκτακτο τροχαίο περιστατικό το οποίο ήταν εύλογα προβλεπτό. Η εμφάνιση κάποιου κινδύνου σε ένα υπεραστικό δρόμο, ιδίως κοντά σε παρόδους με πρόσβαση στον υπεραστικό δρόμο - όπως ήταν εδώ η περίπτωση - ήταν εύλογα προβλεπτή. Συνακόλουθα ο εφεσίβλητος είχε υποχρέωση να τηρεί τέτοια απόσταση από το προπορευόμενο όχημα και να οδηγεί με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορεί να σταματήσει με ασφάλεια στην περίπτωση εμφάνισης οποιουδήποτε κινδύνου. Τα προπορευόμενα του εφεσίβλητου αυτοκίνητα είχαν αντιληφθεί έγκαιρα τον κίνδυνο και είχαν λάβει αποτελεσματικά μέτρα για να τον αποφύγουν. Ο εφεσίβλητος δεν έχει εκπληρώσει την πιο πάνω υποχρέωσή του. Η συμπεριφορά του συνιστούσε αμελή οδήγηση. Η απόδειξη που είχε προσαχθεί ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου δικαιολογούσε την καταδίκη του για αμελή οδήγηση πέρα από κάθε λογική αμφιβολία. Η περί του αντιθέτου κατάληξη του Πρωτόδικου Δικαστηρίου ήταν εσφαλμένη. Οι υποθέσεις Brown & Lynn και Scott εξετάσθηκαν, επίσης, στην υπόθεση Aliki Antoniou v. The Police
(1976)2 C.L.R.
  1. Στην πιο πάνω υπόθεση η εφεσείουσα οδηγούσε με χαμηλή ταχύτητα πίσω από το αυτοκίνητο του Μ.Κ.2 στην οδό Θεμιστοκλή Δέρβη στη Λευκωσία. Υπήρχε συνεχής κίνηση οχημάτων και προς τις δύο κατευθύνσεις. Ο οδηγός του αυτοκινήτου που βρισκόταν μπροστά και από τους δύο - τον Μ.Κ.2 και την εφεσείουσα - έδωσε σήμα ότι θα έστριβε προς τα δεξιά. Τα ακολουθούντα οχήματα καθώς και ο Μ.Κ.2 σταμάτησαν. Η εφεσείουσα δεν κατόρθωσε να σταμάτησει και συγκρούστηκε με το πίσω μέρος του αυτοκινήτου του Μ.Κ.
  2. Εφεσίβαλε την καταδίκη της για αμελή οδήγηση. Κατ' έφεση κρίθηκε ότι ήταν φανερό ότι η εφεσείουσα είχε υποχρέωση, στο βαθμό που αυτό ήταν εύλογα δυνατό, να τηρεί τέτοια θέση και να οδηγεί σε τέτοια απόσταση και με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε να μπορεί να αντιμετωπίζει με επιτυχία όλες τις ανάγκες της τροχαίας που εύλογα μπορούν να προβλεφθούν. Το σταμάτημα ενός αυτοκινήτου που δίνει σήμα ότι θα πάει προς τα δεξιά και το οποίο αναπόφευκτα ελαττώνει την ταχύτητά του ή σταματά την τροχαία που ακολουθεί, αποτελεί μια ανάγκη της τροχαίας που εύλογα μπορεί να προβλεφθεί. Η εφεσείουσα με το να παραλείψει να τηρεί ασφαλή απόσταση ή να τηρεί την δέουσα παρατηρητικότητα για να προσέξει έγκαιρα αυτή την έκτακτη ανάγκη της τροχαίας ήταν ένοχη για αμελή οδήγηση. Το θέμα είναι πραγματικό και εξαρτάται από τα περιστατικά της κάθε περίπτωσης. Έγινε, επίσης, μνεία στα λόγια του Λόρδου Clerk στην υπόθεση Brown & Lynn σύμφωνα με τα οποία η αρχή που διακηρύχθηκε στην πιο πάνω υπόθεση καθορίζει το επίπεδο που αναμένεται από τον οδηγό που ακολουθεί όχι μόνο σε πολιτικές υποθέσεις, αλλά και σε ποινική κατηγορία δυνάμει του άρθρου 3 της Road Traffic Act of
  3. Στην υπόθεση Φίλιππος Κωνσταντινίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 190 ο εφεσείων οδηγούσε στην Λεωφόρο Ομονοίας στη Λεμεσό. Ο δρόμος ήταν κατηφορικός με απεριόριστη ορατότητα και όριο ταχύτητας 30 μίλια ανά ώρα. Ακολουθούσε τρία άλλα αυτοκίνητα. Ο οδηγός του πρώτου αυτοκινήτου σταμάτησε σε διάβαση πεζών για να δώσει προτεραιότητα σε μια πεζή να διασταυρώσει. Το ίδιο έκαμαν και τα δύο επόμενα αυτοκίνητα. Ο εφεσείων που οδηγούσε το τέταρτο αυτοκίνητο χρησιμοποίησε τα φρένα του χωρίς αποτέλεσμα και κτύπησε στο πίσω μέρος του προπορευόμενου αυτοκινήτου. Ο εφεσείων εφεσίβαλε την καταδίκη του για αμελή οδήγηση. Κρίθηκε ότι η συμπεριφορά του εφεσείοντα ο οποίος παρέλειψε να διατηρεί ασφαλή απόσταση από το προπορευόμενο όχημα και να αντιληφθεί έγκαιρα σε ένα δρόμο ευθύ με απεριόριστη ορατότητα, χωρίς εμπόδια, ότι τα προπορευόμενα αυτοκίνητα σταμάτησαν στη διάβαση πεζών συνιστούσε αμελή οδήγηση διότι «πράγματι ένας οδηγός οφείλει να διατηρεί ασφαλή απόσταση από το προπορευόμενο αυτού όχημα ώστε να μπορεί να σταματήσει με ασφάλεια έγκαιρα αν οι συνθήκες το επιβάλλουν». Στην υπόθεση Χριστάκης Κωνσταντινίδης και Άλλος ν. Ανδρέα Ιωάννου
(1992)1 ΑΑΔ 601 ο εφεσείων οδηγούσε το αυτοκίνητο του στην οδό Γλάδστωνος στην Λεμεσό με κατεύθυνση ανατολική. Σε κάποιο σημείο του δρόμου πάτησε τα φρένα του αυτοκινήτου του για να ελαττώσει ταχύτητα και να σταματήσει με σκοπό να στρίψει δεξιά. Το πάτημα των φρένων είχε σαν αποτέλεσμα να ανάψουν τα κόκκινα φώτα στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου του. Έδωσε επίσης το σχετικό σήμα με τον φωτεινό σηματοδότη του αυτοκινήτου του. Επειδή από απέναντι έρχονταν άλλα αυτοκίνητα σταμάτησε εντελώς στο μέσο του δρόμου για να περάσουν και να μπορέσει να στρίψει δεξιά. Ο εφεσίβλητος, ο οποίος τον ακολουθούσε οδηγώντας την μοτοσυκλέτα του, δεν κατόρθωσε να σταματήσει και συγκρούσθηκε με το πίσω μέρος του αυτοκινήτου. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι ο εφεσείων ήταν ένοχος συντρέχουσας αμέλειας κατά 25%. Κρίθηκε κατ' έφεση ότι στην βάση των ευρημάτων του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν μπορούσε να εξαχθεί οποιοδήποτε συμπέρασμα ότι ο εφεσείων είχε παραβεί τα καθήκοντα του προς τον εφεσίβλητο, διότι σαν λογικός οδηγός δεν μπορούσε να είχε κάμει οτιδήποτε περισσότερο από ό,τι είχε κάνει για να εμποδίσει το δυστύχημα. Στην προκειμένη περίπτωση ο δρόμος δεν ήταν υπεραστικός, αλλά ένας συνηθισμένος δρόμος με δύο κατευθύνσεις στο κέντρο της πόλης με πολύ αργή κίνηση. Ο εφεσείων προχωρούσε με μικρή ταχύτητα, έδωσε έγκαιρα τα σχετικά σήματα με το πάτημα των φρένων του με επακόλουθο να ανάψουν τα πίσω κόκκινα φώτα του αυτοκινήτου του, καθαρά υποδηλώνοντας σ' αυτούς που ακολουθούσαν την πρόθεση του να ελαττώσει ταχύτητα και να σταματήσει. Επίσης, έδωσε σήμα με το σηματοδότη του αυτοκινήτου του ότι θα έστριβε δεξιά που ήταν μια επιπρόσθετη προειδοποίηση μιας και υπήρχε τροχαία κίνηση ερχόμενη από την αντίθετη πλευρά και μετά σταμάτησε αφού κοίταξε στον καθρέφτη και είδε να τον ακολουθεί ο μοτοσυκλετιστής, ο οποίος την στιγμή εκείνη βρισκόταν σε απόσταση 20 με 30 περίπου μέτρα, αρκετά κατά την κρίση του Εφετείου, για να δώσει την δέουσα λογική προειδοποίηση σ' αυτόν και οποιοδήποτε άλλο που τον ακολουθούσε, ότι σκόπευε να σταματήσει. Επιπλέον, δεν υπήρχε στην μαρτυρία τίποτε που να υποδηλοί ότι δεν μπορούσε να γίνουν έγκαιρα αντιληπτά τα σήματα του ή ότι θα δυσκολευόταν να σταματήσει ο μοτοσυκλετιστής, αν κοίταζε και παρακολουθούσε, όπως είχε καθήκον να πράξει, το αυτοκίνητο που προηγείτο. Τέλος, στην υπόθεση Eraclis Michael v. Loukis Katsikides
(1971)1 CLR 346 ο εναγόμενος / εφεσίβλητος αναγκάσθηκε να ελαττώσει αισθητά την ταχύτητά του όταν δέχθηκε προσπέρασμα από φορτηγό το οποίο οδηγείτο με την ίδια κατεύθυνση και το οποίο μετά την προσπέραση έκανε ελιγμό για να αποφύγει σύγκρουση με όχημα που κατευθυνόταν εξ' αντιθέτου με αποτέλεσμα να βρεθεί σε πολύ κοντική απόσταση μπροστά από τον εφεσίβλητο. Ως αποτέλεσμα της ενέργειας του εφεσίβλητου να ελαττώσει την ταχύτητά του ο τελευταίος δέχθηκε κτύπημα από την μοτοσικλέττα του ενάγοντα / εφεσείοντα που τον ακολουθούσε. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή του εφεσείοντα. Κατ' έφεση ο εφεσείων αμφισβήτηση την πρωτόδικη κρίση υποστηρίζοντας ότι η σύγκρουση προκλήθηκε εξ' ολοκλήρου ή τουλάχιστον μερικώς από την αμέλεια του εφεσίβλητου. Το Εφετείο επιδοκίμασε την πρωτόδικη κρίση και απέρριψε την θέση ότι ο εφεσίβλητος ήταν ένοχος συντρέχουσας αμέλειας. Λέχθηκε ότι ο εφεσείων ήταν εκείνος που είχε, αφενός, την δυνατότητα, αφετέρου, την ευθύνη να αποφύγει την σύγκρουση με το να οδηγεί σε τέτοια απόσταση και με τέτοια ταχύτητα πίσω από τον εφεσίβλητο ώστε να ήταν σε θέση να σταματήσει έγκαιρα σε περίπτωση που ο εφεσίβλητος ήταν αναγκασμένος να σταματήσει απότομα. Ο εφεσίβλητος μπροστά στον κίνδυνο που εκτυλίχθηκε μπροστά του ήταν αναγκασμένος να ελαττώσει και, μάλιστα, αισθητά την ταχύτητα του και καμία ευθύνη δεν μπορούσε να αποδωθεί σε αυτόν γι' αυτό. Όπως από την Νομολογία που πιο πάνω παρατέθηκε προκύπτει ο ακολουθών οδηγός υπέχει υποχρέωση στον βαθμό που αυτό είναι εύλογα δυνατό, να λαμβάνει τέτοια θέση και να οδηγεί με τέτοιο τρόπο, έτσι ώστε να του παρέχεται η δυνατότητα να αντιμετωπίζει με επιτυχία όλες τις ανάγκες της τροχαίας οι οποίες εύλογα μπορούν να προβλεφθούν. Αν κατά πόσο ο ακολουθών οδηγός έχει εκπληρώσει την πιο πάνω υποχρέωση που του επιβάλλει η Νομολογία είναι σε κάθε περίπτωση θέμα πραγματικό και θέμα βαθμού. Μια από τις παράμετρους που εξετάζεται είναι αν ο ακολουθών οδηγός οφείλει υπό τις περιστάσεις να τηρεί απόσταση ασφαλείας από το προπορευόμενό του όχημα. Καθοριστικής, όμως, σημασίας για την απόδοση ευθύνης σε ακολουθόντα οδηγό είναι σύμφωνα με την Νομολογία αν ο κίνδυνος είναι εύλογα προβλεπτός. Ακολουθεί ότι ο ακολουθών οδηγός δεν έχει ευθύνη για σύγκρουση με το προπορευόμενό του όχημα πάντοτε και υπό οποιεσδήποτε περιστάσεις. Ακολουθεί, επίσης, ότι ο ακολουθών οδηγός δεν φέρει ευθύνη για το ότι δεν τηρούσε απόσταση ασφαλείας όταν ο κίνδυνος που εμφανίσθηκε δεν ήταν εύλογα προβλεπτός. Σύμφωνα με τα ευρήματά μου ο Εναγόμενος πριν την σύγκρουση οδηγούσε πίσω από το προπορευόμενό του αυτοκίνητο σε απόσταση 1,5 με 2 μέτρα από αυτό. Ένεκα της μικρής απόστασης που τον χώριζε από το αυτοκίνητο της Ενάγουσας δεν κατάφερε να ακινητοποιήσει το αυτοκίνητό του όταν η ΜΕ 2 εφάρμοσε τα φρένα της με αποτέλεσμα να συγκρουσθεί με το αυτοκίνητο αυτό στο πίσω του μέρος. Ό,τι το Δικαστήριο καλείται πρωτίστως να εξετάσει είναι αν ο κίνδυνος που δημιουργήθηκε μέσα στον δρόμο από την κίνηση του Τριτοδιάδικου, ο οποίος ενώ βρισκόταν σε άλλη λωρίδα κυκλοφορίας από εκείνη που βρίσκονταν τόσο ο Εναγόμενος όσο και η ΜΕ 2, ακολούθως, και χωρίς προειδοποίηση, απότομα και βίαια βρέθηκε μπροστά από το αυτοκίνητο που οδηγούσε η πιο πάνω μάρτυρας, αφού προηγουμένως διέγραψε διαγώνια πορεία μέσα στον δρόμο, με αποτέλεσμα να ανακόψει την πορεία της και να την αναγκάσει να εφαρμόσει τα φρένα της για να αποφύγει σύγκρουση μαζί του, ήταν ένας κίνδυνος τον οποίο ο Εναγόμενος όφειλε υπό τις περιστάσεις να προβλέψει για να λάβει και τα δέοντα μέτρα για να τον αποφύγει. Φρονώ πως η απάντηση στο πιο πάνω ερώτημα είναι αρνητική. Η πιο πάνω ενέργεια του Τριτοδιάδικου ήταν μια αναπάντεχη ενέργεια που κανένας λογικός οδηγός δεν θα μπορούσε να προβλέψει ώστε και ο Εναγόμενος να ήταν επιφορτισμένος με το καθήκον να λάβει μέτρα προς αποφυγή του κινδύνου που η πιο πάνω ενέργεια του Τριτοδιάδικου εγκυμονούσε και, αναμφίβολα, δεν ήταν μια ανάγκη της τροχαίας την οποία ο Εναγόμενος όφειλε να αναλογισθεί και να λάβει υπόψη. Οι υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Παντελή Μαυρόφτη
(2001)2 ΑΑΔ 130, Φίλιππος Κωνσταντινίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 190, Χριστάκης Κωνσταντινίδης και Άλλος ν. Ανδρέα Ιωάννου
(1992)1 ΑΑΔ 601 και Eraclis Michael v. Loukis Katsikides
(1971)1 CLR 346, που πιο πάνω μνημονεύονται, διαφοροποιούνται από την κρινόμενη. Στις πιο πάνω υποθέσεις ο κίνδυνος ήταν εύλογα προβλεπτός και ο ακολουθών οδηγός παρέλειψε να λάβει υπόψη και να αναλογισθεί μια «ανάγκη της τροχαίας», εξ' ου και κρίθηκε σε όλες υπόλογος για αμέλεια. Η υπό εξέταση περίπτωση είναι διαφορετική. Στην υπό εξέταση περίπτωση ο κίνδυνος που εγκυμονούσε η ενέργεια του Τριτοδιάδικου δεν ήταν εύλογα προβλεπτός. Ακολουθεί ότι ο Εναγόμενος δεν είχε καθήκον ή υποχρέωση να λάβει μέτρα ή να προνοήσει για την αποφυγή του. Σύμφωνα, επίσης, με τα ευρήματά μου Εναγόμενος είδε για πρώτη φορα το αυτοκίνητο του Τριτοδιάδικου πριν αυτό βρεθεί μπροστά από το αυτοκίνητο της ΜΕ 2. Δεν μπορούσε, όμως, τότε να αντιληφθεί ότι ο Τριτοδιάδικος θα ενεργούσε με τον τρόπο που τελικά ενήργησε. Προδήλως, γιατί στο στάδιο εκείνο ο Τριτοδιάδικος δεν είχε ακόμη καταστήσει σαφή την προτιθέμενη πορεία του. Ως εκ τούτου καμία ευθύνη δεν θα μπορούσε να αποδοθεί στον Εναγόμενο για το ότι δεν έλαβε οποιαδήποτε αποτρεπτική ενέργεια ενωρίτερα. Ήταν μόνο όταν ο Τριτοδιάδικος βρέθηκε μπροστά από το αυτοκίνητο που οδηγούσε η ΜΕ 2 και ανέκοψε την πορεία του που ο Εναγόμενος αντιλήφθηκε το επικίνδυνο της ενέργειας του Τριτοδιάδικου και το τι θα επακολουθούσε. Μπροστά δε στον επικείμενο κίνδυνο να συγκρουσθεί με το αυτοκίνητο που οδηγούσε η ΜΕ 2 όταν η τελευταία εφάρμοσε τα φρένα της εφάρμοσε και ο ίδιος τα φρένα του αυτοκινήτου του. Υπό το φως των δοσμένων περιστάσεων δεν βλέπω τι άλλο θα μπορούσε ο Εναγόμενος να πράξει. Η Νομολογία κατέδειξε ότι η συμπεριφορά ενός οδηγού, ο οποίος βρίσκεται αντιμέτωπος με μια επικείμενη σύγκρουση, δεν πρέπει να κρίνεται μικροσκοπικά, αλλά με ευρύτητα ανάλογη με τα αγωνιώδη διλήμματα που αντιμετωπίζει και την έλλειψη ουσιαστικής ευκαιρίας για προγραμματισμό των πράξεών του. Αν η αντίδραση ενός οδηγού είναι τέτοια που παρόλη την αγωνία της στιγμής είναι ικανοποιητική υπό τις περιστάσεις και αναμένεται εύλογα από τον μέσο οδηγό, τότε, ο οδηγός δεν μπορεί να κριθεί ένοχος αμέλειας (Βλ. Κυριάκου ν. Φιλίππου
(1992)1 ΑΑΔ 642). Έχει, επίσης, λεχθεί, ότι η όλη συμπεριφορά ενός οδηγού θα πρέπει να κρίνεται μέσα στο στενό περιθώριο χρόνου και την αγωνία της στιγμής (Βλ. Adamis And Another v. Eracleous
(1982)1 CLR 746 και Παπαχριστοδούλου ν. Χ΄΄Νεοφύτου
(1991)1 ΑΑΔ 426). Υπό το φως των δοσμένων περιστάσεων και δη τα αγωνιώδη διλήμματα που ο Εναγόμενος είχε να αντιμετωπίσει καθώς και την έλλειψη ουσιαστικής ευκαιρίας για προγραμματισμό των πράξεών του αφ' ης στιγμής ο Τριτοδιάδικος κατέστησε έκδηλη την πορεία του μόλις την τελευταία στιγμή, σύμφωνα με την μαρτυρία του, κρίνω πως ο τρόπος με τον οποίο ο Εναγόμενος αντέδρασε στον επικείμενο κίνδυνο ήταν τέτοιος που ενόψει και της αγωνίας της στιγμής ήταν και ικανοποιητικός και εύλογα αναμενόμενος από τον μέσο οδηγό. Ούτε και η ΜΕ 2 κρίνω πως φέρει οποιοδήποτο ποσοστό ευθύνης για την πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος. Αυτή οδηγούσε κανονικά έχοντας στραμμένη την προσοχή της στην πορεία της και η ανακοπή της πορείας του οχήματός της από το αυτοκίνητο του Τριτοδιάδικου, που δεν θα ήταν υπερβολή να λεχθεί ότι ήρθε από το πουθενά, όταν αυτό βρέθηκε ξαφνικά μπροστά της την αιφνιδίασε. Για να αποφύγει την σύγκρουση με τον Τριτοδιάδικο η ΜΕ 2 εφάρμοσε τα φρένα του αυτοκινήτου που οδηγούσε. Η πιο πάνω ενέργειά της ήταν μια ενστικτώδης, ικανοποιητική και εύλογα αναμενόμενη από τον μέσο οδηγό υπό τις περιστάσεις ενέργεια. Δεν βλέπω τι άλλο θα μπορούσε η ΜΕ 2 να πράξει υπό το φως των δοσμένων περιστάσεων και μπροστά στα αγωνιώδη διλήμματα στα οποία βρέθηκε. Σαφώς και δεν μπορεί να κριθεί υπόλογη για το ότι υπό την αγωνία της στιγμής και τον άμεσο κίνδυνο στον οποίο βρέθηκε όταν βίαια και απότομα ο Τριτοδιάδικος ανέκοψε την πορεία της εφάρμοσε τα φρένα της για να αποφύγει την σύγκρουση μαζί του. Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνω ότι ο Εναγόμενος ουδεμία ευθύνη φέρει για την πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος. Αποκλειστική δε ευθύνη για την πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος φέρει ο Τριτοδιάδικος. Η ανορθόδοξη πορεία που ο Τριτοδιάδικος διέγραψε μέσα στον δρόμο με το να βρεθεί από την μεσαία ή την άκρως αριστερή με κατεύθυνση δυτική λωρίδα κυκλοφορίας εντός μιας άλλης πορείας οχημάτων διαγράφοντας διαγώνια πορεία μέσα στον δρόμο χωρίς συν τοις άλλοις να δώσει και οποιαδήποτε προειδοποίηση γι' αυτήν του την ενέργεια προς τους οδηγούς στην πορεία των οποίων παρενέβη και εν τέλει να βρεθεί μπροστά από το αυτοκίνητο που οδηγούσε η Χ΄΄ Μιχαήλ ενώ το τελευταίο βρισκόταν σε κίνηση και με πρόθεση να στρίψει δεξιά για να κατευθυνθεί προς την οδό Χριστάκη Κράνου με επακόλουθο την βίαιη και απότομη ανακοπή της πορείας του εν λόγω αυτοκινήτου αποτελεί την γενεσιουργό αιτία της επίδικης σύγκρουσης. Υπό το φως των πιο πάνω η αγωγή δεν μπορεί να έχει παρά απορριπτική κατάληξη. Σύμφωνα με τον κανόνα που διέπει το θέμα των εξόδων τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα εκτός αν συντρέχει λόγος που δικαιολογεί απόκλιση από τον κανόνα. Στην παρούσα περίπτωση ο Εναγόμενος δικαιούται στα έξοδα της αγωγής εφόσον κανένας λόγος δεν συντρέχει που να δικαιολογεί απόκλιση από τον πιο πάνω κανόνα. Αναφορικά με τα έξοδα της διαδικασίας του Τριτοδιάδικου αναφέρονται τα ακόλουθα. Εν' όψει του ότι η αγωγή εναντίον του Εναγόμενου απερρίφθη δεν θα μπορούσε δικονομικά να επιμερισθεί οποιοδήποτε ποσοστό ευθύνης στον Τριτοδιάδικο. Και αυτό παρά το συμπέρασμα μου ότι αποκλειστική ευθύνη για το επίδικο δυστύχημα φέρει αυτός. Σημειώνεται, επίσης, ότι ανεξαρτήτως του κανόνα που διέπει τα έξοδα δεν μου διαφεύγει ότι αυτά αποτελούν πάντα αντικείμενο της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (Βλ. Δ.59 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας), η οποία ασκείται δικαστικά. Στο στάδιο αυτό κρίνω σκόπιμο να παραθέσω τον θεσμό 10 της Διάταξης 10 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας ο οποίος προνοεί για τα έξοδα μεταξύ τριτοδιάδικου και άλλων διαδίκων σε δικαστική διαδικασία: «Το Δικαστήριο ή ο Δικαστής δύναται να αποφασίσει για όλα τα ζητήματα που αφορούν στα έξοδα μεταξύ του τριτοδιαδίκου και των άλλων διαδίκων στην αγωγή και δύναται να διατάξει ένα ή περισσότερους από αυτούς να πληρώσει τα έξοδα οποιουδήποτε άλλου ή άλλων ή να δώσει τέτοιες οδηγίες ως προς τα έξοδα ως το δίκαιο της υπόθεσης απαιτεί». Υπό το φως των δοσμένων περιστάσεων κρίνω ότι δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να επιδικασθούν έξοδα προς όφελος του Τριτοδιάδικου και εις βάρος του Εναγόμενου για δύο λόγους: (α) επειδή η ενέργεια του Εναγόμενου να συνενώσει τον Τριτοδιάδικο ήταν δικαιολογημένη (Βλ. Δημήτρης Λουκαϊδης, ανήλικος δια του πατρός και κηδεμόνος του Θαλή Λουκαϊδη ν. Ανδρέα Γεωργίου
(1997)1(Γ) ΑΑΔ 1742) και (β) επειδή διεφάνη ότι ο Τριτοδιάδικος φέρει την αποκλειστική ευθύνη για το επίδικο δυστύχημα. Το αντίθετο θεωρώ πως θα καταστρατηγούσε τον κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα (Βλ. Welch v. Bank of England
(1955)1 All E.R. 811). Αναφορικά με την Ανταπαίτηση κρίνω πως ο Ενάγων δεν δικαιούται σε έξοδα αφού δεν προκλήθηκαν οποιαδήποτε έξοδα από την ανταπαίτηση. Συνακόλουθα η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Εναγόμενου και εναντίον του Ενάγοντα όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή στην σχετική κλίμακα και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η Ανταπαίτηση απορρίπτεται χωρίς διαταγή για έξοδα. Η αξίωση του Εναγόμενου εναντίον του Τριτοδιάδικου απορρίπτεται χωρίς διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ............ Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Τροχαίο δυστύχημα - Ευθύνη ακολουθούντος οδηγού Subject: Civil / Other Actions / Final cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.