← Κύπρος

Μ.G. Timinis & SONS LIMITED ν. ΜΙΧΑΛΗ (ΜΑΙΚΛ) ΤΙΜΙΝΗ, Αρ. Αγωγής 4747/13, 11/7/2014

Μ.G. Timinis & SONS LIMITED ν. ΜΙΧΑΛΗ (ΜΑΙΚΛ) ΤΙΜΙΝΗ, Αρ. Αγωγής 4747/13, 11/7/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A293 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 4747/13 Μεταξύ: Μ.G. Timinis & SONS LIMITED Εναγόντων και ΜΙΧΑΛΗ (ΜΑΙΚΛ) ΤΙΜΙΝΗ Εναγομένου ------------------------------- Αίτηση για προσωρινά διατάγματα ημερ. 30.10.2013 11.7.2014 Για ενάγοντες-αιτητές: κ. Π. Μακρίδης Για εναγόμενο-καθ' ου η αίτηση: κ. Μάρκος Γρηγόρης Δράκος ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα που καταχώρισε η ενάγουσα στις 30.10.2013, επιδιώκει την έκδοση διαταγμάτων με τα οποία να εμποδίζεται ο εναγόμενος να επεμβαίνει παράνομα: (α) Στο κατάστημα της ενάγουσας με την επωνυμία «Timinis" ευρισκόμενο επί της Λεωφόρου Αρχιεπισκόπου Μακαρίου 125 στη Λεμεσό και (β) στα γραφεία της ενάγουσας που βρίσκονται στην οδό Κ. Ουράνη 5, Πολυκατοικία Πετούση, 2ος όροφος, στη Λεμεσό. Την ίδια ημέρα αποτάθηκε μονομερώς στο Δικαστήριο, επιδιώκοντας την έκδοση ενδιάμεσων απαγορευτικών διαταγμάτων με τα οποία να εμποδίζεται ο εναγόμενος να επεμβαίνει παράνομα και/ή να εισέρχεται χωρίς την άδεια της ενάγουσας στην πιο πάνω ακίνητη ιδιοκτησία της. Το Δικαστήριο, εκτιμώντας πως δεν συνέτρεχε το στοιχείο του κατεπείγοντος, έδωσε οδηγίες για επίδοση της αίτησης στον εναγόμενο, ο οποίος καταχώρισε ένσταση. Η εκδοχή της ενάγουσας, όπως προβάλλει μέσα από την ένορκη δήλωση του κ. Γ. Τίμινη, ενός εκ των διευθυντών και μετόχων της, έχει, σε συντομία, ως ακολούθως: Η αιτήτρια είναι ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με κύρια δραστηριότητα το εμπόριο ειδών ένδυσης. Διατηρεί ανά το παγκύπριο καταστήματα πώλησης ρούχων που είναι γνωστά με το όνομα "Timinis". Η ενάγουσα εταιρεία είναι, περαιτέρω, μέλος οικογενειακού ομίλου εταιρειών που δραστηριοποιούνται σε διάφορους άλλους τομείς. Μια από τις εταιρείες του ομίλου (Curium Palace Hotel Ltd) είναι ιδιοκτήτρια του γνωστού ξενοδοχείου "Curium Palace" στη Λεμεσό. Ο ενόρκως δηλών είναι μέτοχος σε ποσοστό 25% στην ενάγουσα εταιρεία. Την ίδια συμμετοχή έχει και σε όλες τις άλλες εταιρείες του ομίλου. Οι υπόλοιπες μετοχές κατέχονται από τα 3 αδέλφια του Μάριο, Ανδρέα και Ουράνιο σε ποσοστό, επίσης 25% ο κάθε ένας. Ο Μάριος απεβίωσε τον Φεβρουάριο του 2011 και οι μετοχές του κατέχονται από την θυγατέρα του, υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστριας της περιουσίας του. Ο εναγόμενος είναι υιός του πιο πάνω αδελφού του Μάριου (αποβιώσαντα). Προτού πεθάνει ο αδελφός του διαχειριζόταν το ξενοδοχείο Curium Palace ενώ ο ίδιος (ο ενόρκως δηλών Γεώργιος Τίμινης) είχε αναλάβει τις δραστηριότητες των καταστημάτων ρουχισμού. Οι διενέξεις με τον εναγόμενο άρχισαν από το τέλος του έτους 2010, περίοδο κατά την οποία ο αδελφός του Μάριος αδυνατούσε να διαχειριστεί το ξενοδοχείο και ο εναγόμενος ανέλαβε, χωρίς την εξουσιοδότηση ή έγκριση της ενάγουσας, τη διαχείριση του ξενοδοχείου. Προκαλούσε, ως αναφέρει ο ενόρκως δηλών, προβλήματα και συγκρούσεις με το προσωπικό του ξενοδοχείου καθώς και με τη διαχειρίστρια του ξενοδοχείου (Anadixis). Συνεπεία της συμπεριφοράς του παραιτήθηκαν διευθυντικά στελέχη του ξενοδοχείου (Τεκμήρια Α και Β). Η παράλογη και προκλητική, όπως ισχυρίζεται ο ενόρκως δηλών, συμπεριφορά του εναγόμενου δεν περιορίστηκε στο χώρο του ξενοδοχείου. Τους τελευταίους μήνες, αναφέρει, πολλές φορές, εισήλθε απρόσκλητος στα γραφεία και στο κατάστημα της ενάγουσας, προκαλώντας διάφορα προβλήματα με φωνές και βρισιές προς το προσωπικό, επηρεάζοντας την ομαλή διεξαγωγή των εργασιών. Περαιτέρω, συνεχίζει, παρενοχλεί τον ίδιο και τα αδέλφια του τηλεφωνικά. Ανάμεσα σε άλλα, αναφέρει πως περί τον Σεπτέμβριο 2013, πήγε στο κατάστημα της ενάγουσας στη Λεμεσό και φώναζε προκλητικά, αποκαλώντας τον κλέφτη. Προκειμένου να βρεθεί μια φιλική διευθέτηση, αναφέρει, απέστειλαν μέσω του δικηγόρου τους γραπτή πρόταση ημερ. 6.9.2013, για εξώδικο διακανονισμό των διαφορών τους (Τεκμήριο Δ). Ο εναγόμενος όμως συνέχισε να παρενοχλεί τόσο τηλεφωνικά όσο και με απρόσκλητες επισκέψεις στα υποστατικά της ενάγουσας. Στις 17.10.2013, πήγε στα γραφεία και κτυπούσε την πόρτα και το κουδούνι. Επειδή δεν του άνοιξαν, αναφέρει, κλώτσησε την πόρτα και έφυγε. Κορύφωση της προκλητικής συμπεριφοράς του, αποτελεί, σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούνται, η επίθεση που δέχθηκε από τον εναγόμενο στα γραφεία της ενάγουσας στη Λευκωσία στις 18.10.2013, στην παρουσία του αδελφού του Αντρέα. Κατ' εκείνη την ημέρα, αναφέρει, ο εναγόμενος είχε επισκεφθεί, απρόσκλητα, τα γραφεία και φώναζε. ¨όταν ο ίδιος παρενέβη λέγοντας του να κλείσει το στόμα του και να μην φωνάζει εκείνος του επιτέθηκε. Για το επεισόδιο έκανε καταγγελία στην αστυνομία τόσο ο ίδιος όσο και ο εναγόμενος, προφασιζόμενος ότι είχε δεχθεί επίθεση. Ο εναγόμενος αρνείται όλα όσα του αποδίδονται με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Πρόκειται, υποστηρίζει, για ψευδείς και παραπλανητικούς ισχυρισμούς που προβάλλονται στα πλαίσια ενός καλά μεθοδευμένου σχεδίου για να αποκλείσουν τον ίδιο, την αδελφή και τη μητέρα του από τη διαχείριση των οικογενειακών επιχειρήσεων. Χαρακτηρίζοντας «γελοίες» τις κατηγορίες που του αποδίδονται, περί παρενοχλήσεων και «τραυμπουκισμών» ισχυρίζεται πως όλες οι ενέργειες του ήταν νόμιμες και ουδέποτε απείλησε ή παρενόχλησε τους θείους ή το προσωπικό του ξενοδοχείου ή των καταστημάτων της ενάγουσας. Δέχεται ότι αντάλλαξε βρισιές, κατά καιρούς, με τους θείους του, τονίζοντας όμως ότι τον εξύβρισαν και εκείνοι. Το βασικό παράπονο του, όπως εύλογα προκύπτει από όσα παραθέτει στην ένορκη του δήλωση, είναι πως μετά το θάνατο του πατέρα του, οι θείοι του απέκλεισαν τον ίδιο, τη μητέρα και την αδελφή του από τη διαχείριση της περιουσίας του ομίλου και τους έχουν αποκλείσει από τα ωφελήματα που απολαμβάνουν οι υπόλοιποι μέτοχοι. Οι ενέργειες αυτές, υποστηρίζει, στοχεύουν σε άσκηση πίεσης, ώστε να εξαναγκαστούν να πωλήσουν τις μετοχές τους σε χαμηλή τιμή. Ανάμεσα σε άλλα, αναφέρει, απέκοψαν τον μισθό που έδιναν στη μητέρα του, μετά το θάνατο του πατέρα του ενώ πρόσφατα της μείωσαν και το ποσό των €6.000 που λάμβανε υπό μορφή προμερίσματος. Όταν πληροφορήθηκε αυτό το γεγονός, προσπάθησε να επικοινωνήσει με τους θείους του για να τους ζητήσει το λόγο. Μίλησε τηλεφωνικά με τον θείο του Ουράνιο ο οποίος του μίλησε υβριστικά, δικαιολογώντας την μείωση του ποσού της μητέρας του επειδή δεν εργάζεται. Επισκέφθηκε, εν συνεχεία, τα γραφεία της εταιρείας για να συζητήσει το θέμα αλλά δεν του άνοιξαν, παρόλο που βρίσκονταν μέσα στα γραφεία. Δεν κλώτσησε την πόρτα των γραφείων, όπως ισχυρίστηκε ο Γ. Τίμινης. Απλά κτύπησε με το χέρι του την πόρτα για να του ανοίξουν. Το ίδιο έπραξε στη συνέχεια όταν επισκέφθηκε το σπίτι της γιαγιάς του στην οποία ήθελε να αναφέρει τα γεγονότα. Όσον αφορά, τέλος, το επεισόδιο της 18.10.2013, υποστηρίζει πως ο Γ. Τίμινης παραθέτει τα γεγονότα ψευδώς και ότι αυτό που στην πραγματικότητα συνέβη είναι ότι του επετέθηκαν οι θείοι του Ανδρέας και Γιώργος Τίμινης. Από την επίθεση που δέχθηκε, προσθέτει, σκίστηκε το πουκάμισο και το σακάκι του και έσπασαν τα γυαλιά του. Μετά το επεισόδιο πήγε στην αστυνομία όπου προέβη σε σχετική καταγγελία και ακολούθως στις Α΄ βοήθειες, εξασφαλίζοντας σχετική ιατρική βεβαίωση (Τεκμήριο 11). Μετά από άδεια του Δικαστηρίου, καταχωρίστηκαν συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις εκατέρωθεν. Ο Γ. Τίμινης, αρνούμενος τους ισχυρισμούς του εναγόμενου που περιέχονται στην ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την ένσταση, επαναλαμβάνει τις θέσεις που διατύπωσε στην αρχική του δήλωση. Σε σχέση με τους ισχυρισμούς του εναγόμενου περί αποκλεισμού του ίδιου και των άλλων μελών της οικογένειας του από τη διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων του ομίλου, αναφέρει πως πάντοτε ενημέρωναν την διαχειρίστρια του μ. Μ. Τίμινη (αδελφή του εναγόμενου) για τα οικονομικά ζητήματα και τις δραστηριότητες του ξενοδοχείου. Εξηγεί, περαιτέρω, τους λόγους για τους οποίους δεν αποδέχθηκαν την εισήγηση για διορισμό της αδελφής του εναγόμενου στο διοικητικό συμβούλιο των εταιρειών του ομίλου. Έκριναν, αναφέρει, πως δεν θα εξυπηρετούσε τα συμφέροντα του ομίλου ο διορισμός τους, γεγονός που της κοινοποιήθηκε με επιστολή ημερ. 7.6.2011 (Τεκμήριο 1). Ο Εναγόμενος απορρίπτει όσα ισχυρίζεται ο Γ. Τίμινης με τη συμπληρωματική του δήλωση. Ένδειξη για τον αποκλεισμό τους και τη καταπιεστική συμπεριφορά της πλειοψηφίας των μετόχων, αναφέρει, αποτελεί το γεγονός ότι η αδελφή του κατέθεσε αίτηση διάλυσης της ενάγουσας εταιρείας καθώς και της μητρικής εταιρείας Timsons Estates Ltd (Τεκμήριο 1). Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων με παραπομπές στην πλούσια επί του θέματος νομολογία. Ο συνήγορος της ενάγουσας εισηγήθηκε πως πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 και δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου προσωρινού διατάγματος. Επισημαίνοντας πως η ενάγουσα είναι μια ξεχωριστή νομική οντότητα από τους μετόχους της, εισηγήθηκε πως έχει κάθε δικαίωμα να αποκλείσει την είσοδο στην περιουσία της από κάθε επεμβασία. Ο συνήγορος του εναγομένου, εισηγήθηκε με τη σειρά του πως δεν δικαιολογείται η έκδοση του διατάγματος τόσο για λόγους ουσίας όσο και γιατί η ενάγουσα προσπάθησε να παραπλανήσει το Δικαστήριο, παρουσιάζοντας μια εντελώς διαφορετική εικόνα για όσα στην πραγματικότητα διημείφθησαν μεταξύ του εναγομένου και των θείων του. Οι αρχές με βάση τις οποίες ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων είναι ευρύτατα γνωστές και θεωρώ άσκοπο να τις επαναλάβω. Συνοπτικά οι προϋποθέσεις είναι: (α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. (β) Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται η ενάγουσα σε θεραπεία, και (γ) ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί ορθά η δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. (βλ. Odysseos v. Pieris Estates

(1982)1 C.L.R. 557, Vuitton v. Δερμοσάκ και άλλης
(1992)1 A.A.Δ. 1453, Hellenic Bank Public Co Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 145/2011 ημερ. 13.6.2013 κ.ά.). Πέραν των ανωτέρω, θα πρέπει στο τέλος το Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθεί ή να διατηρηθεί σε ισχύ το διάταγμα (βλ. επίσης Βacardi v. Vinco
(1996)1 A.A.Δ. 788). Είναι, επίσης, νομολογημένο πως το στάδιο αυτό δεν προσφέρεται για πλήρη και ενδελεχή αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού, έργο με το οποίο θα ασχοληθεί το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της ουσίας της διαφοράς. Έχω εξετάσει την αίτηση υπό το πρίσμα των πιο πάνω νομικών αρχών αφού έλαβα υπόψη τις θέσεις των δύο πλευρών και όλα όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι έθεσαν με επιμέλεια υπόψη του Δικαστηρίου. Το πρώτο που θα πρέπει να σημειωθεί είναι πως ο λόγος ένστασης που προωθήθηκε και με την αγόρευση του συνηγόρου του εναγόμενου, σε σχέση με προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου, δεν έχει θέση στα περιστατικά της εξεταζόμενης υπόθεσης. Είναι αρκετό να υποδειχθεί πως το διάταγμα δεν δόθηκε μονομερώς αλλά δόθηκαν οδηγίες για επίδοση της αίτησης η οποία πήρε, εν τέλει, τη μορφή δια κλήσεως. Επί της ουσίας, βρίσκω ότι πληρούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις. Με βάση τα γεγονότα που παρατίθενται στην ένορκη δήλωση του Γ. Τίμινη, ο εναγόμενος φέρεται να εισέρχεται απρόσκλητα στο κατάστημα και στα γραφεία της ενάγουσας, με σκοπό να παρενοχλεί και να εξυβρίζει. Ο εναγόμενος παρουσίασε, βέβαια, μια διαφορετική εικόνα για τους λόγους και τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες επισκέφθηκε τα υποστατικά της ενάγουσας. Τα όσα, όμως ισχυρίζεται υπό μορφή υπεράσπισης και προς αντίκρουση των θέσεων της ενάγουσας, δεν αναιρούν τη δυναμική της υπόθεσης της ενάγουσας στα πλαίσια των δύο πρώτων προϋποθέσεων του άρθρου 32. Όπως υποδεικνύεται πιο πάνω, στο στάδιο αυτό δεν απαιτείται από τον αιτητή να αποδείξει τα ουσιαστικά δικαιώματα του, αλλά σοβαρές ενδείξεις για την πιθανότητα ύπαρξης τους. (βλ. T.A. Micrologic Comp. Cons. Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802). Έχει, συνεπώς, καταδειχθεί συζητήσιμη υπόθεση στη βάση της παράνομης επέμβασης που στηρίζει τις αξιώσεις της η ενάγουσα καθώς και ορατή προοπτική επιτυχίας, όπως οι όροι έχουν ερμηνευθεί από την αναφερθείσα πιο πάνω νομολογία. Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση, όπως έχει νομολογηθεί, οι έννοιες της αδυναμίας απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο και της ανεπανόρθωτης βλάβης δεν περιορίζεται μόνο στα πλαίσια της υλικής ζημιάς. (βλ. Μ & Ch. Mitsingas Trading Ltd. κ.ά. ν. Timberland Co
(1997)1 Α.Α.Δ. 1791, Κυρισάββα κ.ά. ν. Κύζη
(2001)Α.Α.Δ. 1245). Υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, έχοντας κατά νου και τη φύση της αγωγής που αφορά σε παράνομη επέμβαση, κρίνω πως στοιχειοθετήθηκε και η τρίτη προϋπόθεση. Είναι αρκετό να υποδειχθεί πως η όποια διένεξη, διαπληκτισμός και αντιπαράθεση σε ένα κατάστημα μπορεί να προκαλέσει ζημιές. Τόσο υλικές, λόγω πιθανής απώλειας πελατών, όσο και ευρύτερα στο καλό όνομα της επιχείρησης. Εξετάζοντας, τέλος, το ισοζύγιο της ευχέρειας βρίσκω ότι η πλάστιγγα γέρνει προς την προστασία των δικαιωμάτων της ενάγουσας από απρόσκλητη και χωρίς την συγκατάθεση της εισόδου του εναγόμενου με κίνδυνο πρόκλησης αναστάτωσης στην ομαλή διεξαγωγή των εργασιών της. Ο εναγόμενος δεν κινδυνεύει να υποστεί οποιαδήποτε ζημιά ή απώλεια από την έκδοση του διατάγματος. Γίνεται αντιληπτό, ότι υπάρχουν διαφορές στη διεύθυνση του ομίλου εταιρειών και στην εν γένει διαχείριση των εργασιών και της περιουσίας του ομίλου. Τα ζητήματα αυτά δεν προσφέρονται προς επίλυση με καυγάδες και διαπληκτισμούς εκατέρωθεν. Υποδεικνύεται πως με βάση τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του εναγόμενου, έχουν ήδη τροχιοδρομηθεί δικαστικές διαδικασίες από τους κατόχους των μετοχών μειοψηφίας για επίλυση των διαφορών τους με τους κατόχους της πλειοψηφίας. Στα πλαίσια των αιτήσεων διάλυσης που έχουν καταχωριστεί ο εναγόμενος με τους υπόλοιπους κληρονόμους του πατέρα του, μέσω της διαχειρίστριας της περιουσίας του (αδελφής του εναγόμενου), μπορούν να προωθήσουν τα όποια παράπονα τους για καταπίεση των δικαιωμάτων της μειοψηφίας. Η εισήγηση, τέλος, του συνηγόρου του εναγόμενου για έκδοση διατάγματος που να του επιτρέπει να εισέρχεται στο κατάστημα και τα γραφεία της ενάγουσας αλλά να του απαγορεύει να υβρίζει ή να παρενοχλεί, κρίνεται απρόσφορη υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση επιτυγχάνει και εκδίδονται ενδιάμεσα διατάγματα ως τα Παρακλητικά Α και Β της αίτησης, με έξοδα υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγόμενου, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή αλλά να είναι πληρωτέα στο τέλος. (Υπ.) ........... Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΛ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: Αίτηση για προσωρινά διατάγματα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.