ΓΕΩΡΓΙΑΣ ΙΩΑΝΝΟΥ ν. ΛΕΥΚΙΟΥ ΜΙΛΤΙΑΔΟΥΣ, Αρ. Αγωγής: 2018/14, 5/8/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A311 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: N. Γεωργιάδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2018/14 ΜΕΤΑΞΥ: ΓΕΩΡΓΙΑΣ ΙΩΑΝΝΟΥ Εναγόντων και ΛΕΥΚΙΟΥ ΜΙΛΤΙΑΔΟΥΣ Εναγομένων ------------------ Αίτηση της Ενάγουσας ημερομηνίας 5/5/2014 για Έκδοση Ενδιάμεσου Διατάγματος Ημερομηνία: 5/8/2014 Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια: κα. Φ. Νικολάου Για τον Εναγόμενο - Καθ' ου η Αίτηση: κ. Μ. Β. Ιωάννου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή Με γενικά οπισθογραφημένη αγωγή η Ενάγουσα - Αιτήτρια (η «Ενάγουσα») απαιτεί εναντίον του Εναγομένου - Καθ' ου η αίτηση (ο «Εναγόμενος») διάταγμα με το οποίο να διατάττεται να εγκαταλείψει την οικία της Ενάγουσας, δήλωση ότι αυτός δεν δικαιούται να επεμβαίνει ή να εισέρχεται σ' αυτήν, διηνεκές διάταγμα με το οποίο να του απαγορεύεται να εισέρχεται ή να επεμβαίνει στην οικία, διηνεκές διάταγμα το οποίο να του απαγορεύει να την παρενοχλεί ή να διαταράσσει την ησυχία της και παραδειγματικές ή τιμωρητικές αποζημιώσεις γα παρενόχληση, επέμβαση και διατάραξη της ακεραιότητας, ειρήνης και ησυχίας της. Η Αίτηση Ταυτόχρονα η Ενάγουσα καταχώρισε αίτηση με την οποία αιτήθηκε μονομερώς τα ακόλουθα διατάγματα εναντίον του Εναγομένου: «
- Προσωρινό διάταγμα του δικαστηρίου με το οποίο να διατάττεται ο Καθ' ου η αίτηση να εγκαταλείψει την κατοικία της Ενάγουσας επί της οδού Σαλαμίνος 21, Κάτω Πολεμίδια, στην επαρχία Λεμεσού.
- Προσωρινό διάταγμα του δικαστηρίου το οποίον να απαγορεύει στον Εναγόμενο και ή τους αντιπροσώπους του από του να εισέρχονται εις την οικία της Ενάγουσας επί της οδού Σαλαμίνος 21, Κάτω Πολεμίδια, και/ή παρενοχλεί, παρεμβαίνει ή καθ' οποιονδήποτε άλλον τρόπο επεμβαίνει και/ή διαταράσσει την ακεραιότητα, ειρήνη και ησυχία της ενάγουσας.
- Οποιονδήποτε άλλον προσωρινό διάταγμα και/ή απόφαση και/ή θεραπεία που θα θεωρήσει το Δικαστήριο ορθό και δίκαιο κάτω από τις περιστάσεις.
- Τα έξοδα πλέον Φ.Π.Α. επί των εξόδων, πλέον έξοδα επίδοσης.» Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 4 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν14/60, στη Δ.48, Θ. 1,2, 7, 8, 9 και 13 και στη γενική πρακτική και εξουσίες του Δικαστηρίου. Την ίδια ημέρα η δικηγόρος της Ενάγουσας ζήτησε και έλαβε άδεια για καταχώριση συμπληρωματικής δήλωσης την οποία και καταχώρισε στις 9/5/
- Το Δικαστήριο κρίνοντας ότι δεν ικανοποιείτο η προϋπόθεση του κατ' επείγοντος έδωσε οδηγίες όπως η αίτηση επιδοθεί στον Εναγόμενο. Η Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Ενάγουσας. Η ουσία της υπόθεσής της Ενάγουσας είναι ότι ο Εναγόμενος πρώην σύζυγός της εισήλθε στην οικία της που ανεγέρθηκε σε κρατικό τεμάχιο που της παραχωρήθηκε, ως πρόσφυγας, από τον Έπαρχο Λεμεσού εκδιώκοντας την ίδια και την θυγατέρα της. Σύμφωνα με την Ενάγουσα, μόνο η ίδια και η θυγατέρα της, δικαιούνται να κατοικούν εκεί. Το εν λόγω τεμάχιο της παραχωρήθηκε με συμφωνία ημερομηνίας 14/6/
- Αντίγραφο της συμφωνίας επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
- Επί του τεμαχίου αυτού ανεγέρθηκε η οικία τους κατά τη διάρκεια του γάμου τους. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 3 παραχωρήθηκε στην Ενάγουσα άδεια χρήσης κρατικής γης «ευρισκόμενης στα Π. Πολεμίδια με αρ. Τεμαχίων 220 (πρώην 107/1) μέρος, 222 μέρος, 109 μέρος, 165 μέρος και 230 μέρος του Κυβερνητικού Χωρομετρικού Σχεδίου LIII/48 του χωρίου Π. Πολεμίδια και ήτις δεικνύεται δια του αριθμού 8 επί του σχεδίου ΛΕ/Π.ΠΟΛΕΜ/Λ φυλαττόμενου υπό του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως και του μονογραφηθέντος υπό των συμβαλλόμενων (εν τοις εφεξής αναφερομένου ως το "ακίνητον" όρος όστις περιλαμβάνει και την επί του κτήματος ανεγερθησομένη οικίαν).». Στον όρο 3 (β) αναγράφονται τα ακόλουθα: «Το ακίνητον θα χρησιμοποιήται αποκλειστικώς ως ιδιωτική κατοικία υπό του Αδειούχου και της οικογένειας του μόνον.». Η θυγατέρα τους είναι ηλικίας 13 ετών σήμερα. Διαμένει με την Ενάγουσα κατόπιν διατάγματος του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού αντίγραφο του οποίου σημειώνεται ως Τεκμήριο
- Στις 11/12/2013 με τελική απόφαση στην κυρίως αίτηση ακυρώθηκε διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερομηνίας 19/10/2012 που είχε εκδοθεί προσωρινά για αποκλειστική χρήση της οικογενειακής οικίας ο Εναγόμενος επανήλθε στο συζυγικό οίκο. Προηγουμένως και για περίοδο 2 ετών διέμενε αλλού. Η θυγατέρα της Ενάγουσας από την πρώτη ημέρα επιστροφής του ζήτησε επίμονα να εγκαταλείψουν της οικογενειακή εστία. Λόγω των άσχημων εμπειριών της θυγατέρας της ο οποίος πολλές φορές άσκησε βία εναντίον της Ενάγουσας με την επιστροφή του Εναγομένου στο σπίτι έπαθε πανικό και της ζήτησε επίμονα να φύγουν. Εγκατέλειψαν συνεπώς την οικία. Ο Εναγόμενος άλλαξε τις κλειδαριές αποκλείοντας την από την οικία. Παρέλαβε τα απαραίτητα για την ίδια και τη θυγατέρα της μετά την παρέμβαση της αστυνομίας. Απευθύνθηκε στο Γραφείο Ευημερίας. Ο Εναγόμενος παρέμεινε ανένδοτος. Εδώ και 4 μήνες τώρα διαμένει σε ενοικιαζόμενο σπίτι το ενοίκιο του οποίου πληρώνεται από το Γραφείο Ευημερίας. Η βοήθεια του Γραφείου Ευημερίας ήταν μόνο για 4 μήνες. Εδώ και ένα χρόνο η Ενάγουσα είναι άνεργη. Ο Εναγόμενος είναι επιχειρηματίας. Διατηρεί νυκτερινό κέντρο και έχει πολύ καλά εισοδήματα. Στις 12/2/2014 εκδόθηκε διάταγμα διαζυγίου των διαδίκων από το Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού. Αντίγραφο του διατάγματος επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 2 και δεν έχει εφεσιβληθεί. Η αστυνομία αρνήθηκε να παρέμβει. Ο λόγος που καθυστέρησε να πάρει μέτρα ήταν η άσχημη οικονομική της κατάσταση. Προσπάθησε μέσω διαφόρων υπηρεσιών να λάβει βοήθεια χωρίς επιτυχία. Ο Εναγόμενος είναι παράνομος επεμβασίας. Η παραμονή στην οικία έχει αναστατώσει ψυχολογικά την θυγατέρα της η οποία επιζητεί την επιστροφή στο δωμάτιο της. Με την συμπληρωματική ένορκη δήλωσή της προσθέτει ότι ο Εναγόμενος έχει άλλη ιδιόκτητη οικία. Έχει προβεί στις εν λόγω ενέργειες εκδικητικά. Παραλείπει επίσης συστηματικά την καταβολή της διατροφής της θυγατέρας του. Η Ένσταση Στις 30/5/2014 ο Εναγόμενος καταχώρισε ένσταση με την οποία αμφισβητεί τα γεγονότα όπως έχουν τεθεί. Οι λόγοι Ένστασης είναι οι ακόλουθοι: «α. Δεν συντρέχει η προϋπόθεση για καλή βάση αγωγής εις τα πλαίσια της οποίας το Δικαστήριο μπορούσε να εκδώσει προσωρινό διάταγμα και δεν αποκαλύπτεται οποιαδήποτε συζητήσιμη υπόθεση. β. Η διαδικασία σε μονομερή αίτηση είναι υψίστης πίστεως και επέβαλλε στην Αιτήτρια την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορούσαν να ασκήσουν επιρροή στην δικαστική κρίση πράγμα που παρέλειψε να πράξει η Αιτήτρια με στόχο την παραπλάνηση του Δικαστηρίου. γ. Η Αιτήτρια απέτυχε να αποδείξει το κατεπείγον στην καταχώρηση της αίτησης με την οποία να ζητά την έκδοση προσωρινού διατάγματος και η δικαιοδοσία για έκδοση διατάγματος με μονομερή αίτηση γίνεται μόνο υπό την προϋπόθεση του υπαρκτού του επείγοντος και όταν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις. δ. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις δια την έκδοση και παραμονή εις ισχύ του εκδοθέντος Διατάγματος δηλαδή δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση κατά την δίκη, δεν υπάρχει πιθανότητα η Ενάγουσα να δικαιούται σε θεραπεία και δεν έχει μαρτυρία το Δικαστήριο ενώπιον του κατά πόσο θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός αν εκδοθεί το Διάταγμα. ε. Ούτε δίκαιο, ούτε εύλογο είναι κάτω από τις περιστάσεις να εκδοθεί οποιοδήποτε Διάταγμα. ζ. Υπάρχει κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου λαμβανομένου υπόψη προγενέστερων διαδικασιών για τα ίδια θέματα με της Αιτήτριας. η. Η Αιτήτρια παρέλειψε να συμμορφωθεί με την Δ.39 Θ.20 Θ.
- θ. Η συμπληρωματική ένορκος δήλωση της Αιτήτριας ημερ. 09.05.2014 δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο διότι αφ' ενός κατεχωρήθη χωρίς άδεια του Δικαστηρίου και αφ' ετέρου στην εν λόγω συμπληρωματική ένορκο δήλωση υιοθετείται το περιεχόμενο της προγενέστερης ένορκης δήλωσης ημερ. 05.05.2014». Η ένσταση βασίζεται στα άρθρα 7 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν14/60, στη Δ.39, Θ.20, 21, στη Δ.48, Θ. 4
(2)και στη διακριτική εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Ο λόγος ένστασης θ μετά από σχετική δήλωση του συνηγόρου του Εναγομένου κατά την ακρόαση της αίτησης δεν προωθήθηκε. Η Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την Ένσταση Η ένσταση του Εναγομένου υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του ιδίου. Ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα απέκρυψε από το Δικαστήριο τα ακόλουθα γεγονότα:
(1)Η Ενάγουσα είχε καταχωρίσει στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού την αίτηση 34/11 με το οποίο εξασφάλισε μονομερώς διάταγμα αποκλειστικής χρήσης (Τεκμήριο Α). Η κυρίως αίτηση επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Β, η Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση ως Τεκμήριο Γ. Στις 25/5/2012 συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων όπως το διάταγμα ισχύσει μέχρι τις 11/10/2012 και εκ συμφώνου εκδόθηκε απόφαση (Τεκμήριο Δ).
(2)Ακολούθως η Ενάγουσα καταχώρισε στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού την αίτηση 49/12 (Τεκμήριο Ε) στην οποία επίσης εξασφάλισε μονομερώς διάταγμα στις 12/10/12 το οποίο στις 31/1/13 κατέστη απόλυτο (Τεκμήριο Ι). Ο Εναγόμενος εφεσίβαλε αυτή την απόφαση, η έφεση επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Λ και η ειδοποίηση ορισμού της προδικασίας ως Τεκμήριο Μ. Όσον αφορά την ουσία της αίτησης 49/12 καταχωρίστηκε υπεράσπιση, Τεκμήριο Ζ, και απάντηση, Τεκμήριο Η. Στις 11/12/2013 το Οικογενειακό Δικαστήριο με απόφαση του Τεκμήριο Κ απέρριψε την αίτηση της Ενάγουσας καθώς και την ανταπαίτηση του Εναγομένου.
(3)Η Ενάγουσα έχει επίσης καταχωρίσει αριθμό αιτήσεων παρακοής, Τεκμήριο Ν, ενώ προέβηκε σε αριθμό καταγγελιών στην αστυνομία. Λόγω των παραπόνων που είχε εκφράσει η Ενάγουσα, ο Εναγόμενος διώχθηκε ποινικά. Επισυνάπτονται ως Τεκμήρια Ξ, Ο και Π αντίγραφα των κατηγορητηρίων. Πλην της υπόθεσης Τεκμήριο Π 8210/13 που ήταν ορισμένη 1/7/14 καμία άλλη υπόθεση δεν προωθήθηκε. Πιστοποιητικό Λευκού Ποινικού Μητρώου ημερομηνίας 25/6/2013 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Ρ.
(4)Η Ενάγουσα επίσης απέκρυψε ότι η επίδικη κατοικία ανεγέρθηκε με έξοδα του Εναγομένου τα οποία ανήλθαν στο ποσό των €350.
- Μέρος του ποσού αυτού πληρώθηκε από την πώληση οικογενειακής του περιουσίας και συγκεκριμένα περιουσίας της μητέρας του. Μάλιστα προέβηκε και σε δάνειο στην Ελληνική Τράπεζα για το ποσό των €47.
- Ως προς την ουσία της μαρτυρίας της Ενάγουσας, ο Εναγόμενος αμφισβητεί την ενοικίαση άλλης κατοικίας από την αυτήν. Έπρεπε να παραθέσει στοιχεία πληρωμής του ενοικίου ως επίσης στοιχεία που να δείχνουν ότι το Γραφείο Ευημερίας δεν προτίθεται να συνεχίσει να της πληρώνει το ενοίκιο. Όπως τον συμβουλεύει ο δικηγόρος του η διαδικασία είναι καταχρηστική γιατί το εν λόγω ζήτημα έχει δικαστεί προηγουμένως και υπάρχει δεδικασμένο. Αρνείται ότι η Ενάγουσα είναι άνεργη και ότι ο ίδιος είναι επιχειρηματίας ιδιοκτήτης νυκτερινού κέντρου. Είναι υπάλληλος σε νυκτερινό κέντρο με εισόδημα €50 τη νύκτα. Παραδέχεται την έκδοση απόφασης στις 11/12/13 αλλά ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα έφυγε από μόνη της από τη συζυγική κατοικία. Ο ίδιος κατοικεί στην κατοικία που ανήγειρε με δικά του χρήματα. Αναφορικά με την άδεια του Επάρχου ημερομηνίας 14/6/2001, Τεκμήριο 3, επαναλαμβάνει ότι επειδή έκτισε με δικά του έξοδα την κατοικία τότε η Ενάγουσα ως επίσης και η Κυπριακή Δημοκρατία θα πρέπει να τον αποζημιώσουν. Εφόσον η οικογένεια έχει διαλυθεί με απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου 12/2/14 Τεκμήριο 2 τότε και η άδεια ημερ. 14/6/2001 που είχε σκοπό τη χρήση της κατοικίας από την Ενάγουσα και την οικογένεια της έπαυσε να ισχύει και συνεπώς δεν μπορεί να πλουτίσει αδικαιολόγητα σε βάρος του ούτε η Ενάγουσα ούτε η Κυπριακή Δημοκρατία. Προτού εκδοθεί οποιοδήποτε διάταγμα εναντίον του θα πρέπει να αποζημιωθεί. Η Ενάγουσα είχε υποχρέωση να παραδώσει το ακίνητο στην Κυπριακή Δημοκρατία ώστε ο ίδιος να προβεί σε συμφωνία με τη Δημοκρατία και να αποζημιωθεί. Η συνεισφορά της Ενάγουσας στην ανέγερση περιορίστηκε στο ποσό των €8.510, η δε άδεια είναι ετεροβαρής με αποτέλεσμα να του προκαλείται τεράστια οικονομική ζημιά. Εγείρει μάλιστα ζήτημα ακυρότητας της εν λόγω αδείας. Η Ενάγουσα δεν έχει δώσει καμία εξήγηση γιατί καθυστέρησε στην καταχώριση της παρούσας αίτησης. Η δικαιολογία της ότι η οικονομική της κατάσταση δεν ήταν καλή δεν πρέπει να γίνει πιστευτή αφού δεν αποκαλύπτει από πού έλαβε βοήθεια. Μάλιστα από την έκδοση του διαζυγίου μέχρι και την καταχώριση της παρούσας αίτησης η Ενάγουσα διασκέδαζε σε νυκτερινά κέντρα. Επισυνάπτεται δέσμη φωτογραφιών που απεικονίζουν την Ενάγουσα να διασκεδάζει σε νυκτερινά κέντρα ως Τεκμήριο Σ. Ο μόνος που έχει δικαίωμα να διαμένει στην εν λόγω οικία είναι ο ίδιος που κατέβαλε τα έξοδα ανέγερσης της. Μάλιστα όταν επέστρεψε στην οικία και η Ενάγουσα την εγκατέλειψε με τη θέληση της άφησε και απλήρωτο τον λογαριασμό υδατοπρομήθειας τον οποίο πλήρωσε. Ο λογαριασμός είναι στο όνομα του, Τεκμήριο Τ. Αρνείται ότι προκάλεσε ψυχολογικά προβλήματα στην Ενάγουσα. Οι ισχυρισμοί της Ενάγουσας επαναλήφθηκαν και στο Οικογενειακό Δικαστήριο. Επίσης η Ενάγουσα θα πρέπει να επιλέξει γιατί επιθυμεί να τον εκδιώξει από την κατοικία, είναι γιατί είναι παράνομος επεμβασίας ή για το συμφέρον της ανήλικης; Δεν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθούν τα σχετικά διατάγματα και υιοθετεί και επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης αυτολεξεί. Η Ακρόαση της Αίτησης Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη επί των ενόρκων δηλώσεων. Το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια με ξεχωριστές αποφάσεις ημερομηνίας 17/6/2014 και 16/7/2014 απέρριψε αιτήματα των διαδίκων για αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Κατά το στάδιο της αγόρευσης του Δικηγόρου του Εναγομένου έγινε δεκτό ότι ο Εναγόμενος επανήλθε στην επίδικη οικία μετά την απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερομηνίας 11/12/
- Προηγουμένως δεν διέμενε εκεί. Ένα άλλο ζήτημα που ηγέρθηκε είναι η εσφαλμένη αναγραφή της διεύθυνσης της κατοικίας στην Αγωγή και στην Αίτηση. Στο Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα αναφέρεται στο αιτητικό 1 ως διεύθυνση η οδός Σαλαμίνος 21, Κάτω Πολεμίδια και στα αιτητικά 2 και 3 η οδός Σαλαμίνος 21, Πάνω Πολεμίδια. Στην Αίτηση αναφέρεται στα αιτητικά 1 και 2 ως διεύθυνση η οδός Σαλαμίνος 21, Κάτω Πολεμίδια. Στην Έκθεση Απαίτησης που καταχωρίστηκε μεταγενέστερα, στις 9/7/2014, αναφέρεται στο αιτητικό Α ως διεύθυνση η οδός Σαλαμίνος 21, Κάτω Πολεμίδια και στα αιτητικά Β και Γ η οδός Σαλαμίνος 21, Πάνω Πολεμίδια. Αν και έγινε δεκτό από τον δικηγόρο του Εναγομένου ότι η επίδικη οικία βρίσκεται στην οδό Σαλαμίνος 21, Πάνω Πολεμίδια ισχυρίστηκε ότι από το στιγμή που το αιτητικό είναι λανθασμένο δεν μπορεί να εκδοθεί διάταγμα που να αφορά αυτή την διεύθυνση. Προτού προχωρήσω όμως στην επίλυση του ζητήματος αυτού αλλά και στην ανάλυση των αρχών έκδοσης ενδιάμεσων διαταγμάτων κρίνω αναγκαίο να σταθώ σε τρεις από τους λόγους ένστασης οι οποίοι ενδεχομένως να κρίνουν και το αποτέλεσμα της αίτησης. Λόγος ένστασης (α)- Μη αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης λόγω παράλειψης αναφοράς στο Κλητήριο Ένταλμα της αξίας του ακινήτου. Ο συνήγορος του Εναγομένου εισηγήθηκε ότι η παράλειψη συμμόρφωσης με τη Δ.2, Θ.10 είναι ουσιώδη παρατυπία. Από τη στιγμή που δεν κινήθηκε η διαδικασία με την Δ.64 η αγωγή είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Δεν αποκαλύπτεται συνεπώς, όπως εισηγήθηκε, συζητήσιμη υπόθεση. Η Δ.2, Θ.10 προνοεί τα ακόλουθα: «In actions for recovery of possession of immovable property the indorsement on the writ shall set out the value of the property sought to be recovered, and in those for trespass the value of the part actually trespassed upon». Στο κάτω μέρος του Γενικά Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος αναγράφεται «Αντικείμενο Αγωγής: €50.000 -€100.000». Ο συνήγορος του Εναγομένου με παρέπεμψε στην Dasaki Entertainment Co Ltd v. Ιερού Ναού Παναγίας Χρυσελεούσης
(2009)1Α ΑΑΔ
- Στην υπόθεση εκείνη κρίθηκε ότι μη συμμόρφωση με την Δ.2, Θ.10 συνιστούσε παρατυπία η οποία δύναται να διορθωθεί με την Δ.64 νοουμένου ότι αποτεινόταν για το σκοπό αυτό η πλευρά που ήταν υπεύθυνη για την παρατυπία. Στην προκειμένη περίπτωση η διατύπωση στο κλητήριο ένταλμα είναι όντως ατυχής. Προσδιορίζεται «αξία του αντικειμένου της αγωγής» και όχι αξία του ακινήτου. Δεν κρίνω όμως ότι η διατύπωση να είναι τέτοια ώστε να εκφεύγει των πλαισίων της εν λόγω διάταξης. Ο λόγος ένστασης είναι επομένως ανεδαφικός. Ακόμη όμως και εάν κρινόταν ότι η εν λόγω διατύπωση δεν ήταν σύμφωνη με τη Δ.2, Θ.10 η απόφαση στην Dasaki Entertainment Co Ltd v. Ιερού Ναού Παναγίας Χρυσελεούσης ανωτέρω, θα πρέπει να διαβάζεται υπό των όσων έχουν λεχθεί στη Γιώργος Φαλέκκου ν. Κυριάκου Χριστοφίδη, Πολιτική Έφεση 63/2010, 17/12/
- Στην υπόθεση αυτή κρίθηκε ότι η νομολογία σε καμία περίπτωση δεν περιόρισε τη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, όταν με κάποιο τρόπο εγείρεται ενώπιον του θέμα μη συμμόρφωσης με τους κανονισμούς, να ασκήσει τη διακριτική ευχέρεια αυτεπάγγελτα που του παρέχεται από τη Δ.64 θ.1
(3)και είτε να παραμερίσει το μη θεραπεύσιμο εναρκτήριο μέσο, είτε να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, όπως κρίνει δίκαιο και πρέπον αναφορικά με τη διαδικασία. Στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει καταδειχθεί οποιοσδήποτε δυσμενής επηρεασμός από πλευράς του Εναγομένου λόγω της διατύπωσης ως έχει. Συνεπώς θα ήταν δυνατή και άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας αυτεπάγγελτα για διόρθωση της παρατυπίας. Ενόψει όμως των όσων ανέφερα δεν κρίνω σκόπιμο να εκδώσω οποιαδήποτε διαταγή. Λόγος ένστασης (η)- Μη συμμόρφωση με την Δ.39, Θ.20 και
- Είναι η θέση του δικηγόρου του Εναγομένου ότι δεν υπήρξε συμμόρφωση με τη Δ.39, Θ.20 και Θ.21 των θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Ο λόγος ένστασης δεν αναπτύχθηκε στην γραπτή αγόρευση του δικηγόρου του Εναγομένου. Επέμεινε όμως προφορικά. Εισηγήθηκε ότι από τη στιγμή που δεν υπάρχει συμμόρφωση με τους εν λόγω θεσμούς δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη τα τεκμήρια. Δεν παρέθεσε οποιαδήποτε νομολογία σε σχέση με το θέμα αυτό. Η δικηγόρος της Ενάγουσας εισηγήθηκε ότι τυχόν παρατυπία διορθώνεται με την έκδοση κατάλληλης διαταγής. Η Δ.39, Θ. 20 προνοεί τα ακόλουθα: «Accounts, extracts from registers, particulars of creditors' debts, and other documents referred to by affidavit shall not be annexed to the affidavit, or referred to in the affidavit as annexed, but shall be referred to as exhibits». Η Δ.39, Θ. 21 προνοεί τα ακόλουθα: «Every exhibit referred to in an affidavit shall be marked with the short title of the cause or matter and contain a reference to the person swearing the affidavit and the date on which it is sworn, and shall be initialled by the officer before whom the affidavit is sworn. If there are two or more exhibits to the same affidavit they shall be marked with separate letters and in the affidavit be referred to by their letters». Στην προκειμένη περίπτωση τα τεκμήρια έχουν αριθμηθεί και τα χαρτόσημα έχουν ακυρωθεί. Απουσιάζει όμως το αναγκαίο λεκτικό της Δ.39, Θ.
- Θεωρώ ότι η παράλειψη είναι παρατυπία που διορθώνεται με τη Δ.
- Δεν εμπίπτει στις περιπτώσεις ελαττώματος όπως στη βεβαίωση (jurat) του Πρωτοκολλητή που καθιστά την παρατυπία μη θεραπεύσιμη (βλ. Ανδρέας Θεμιστοκλέους & Υιοί Λτδ κ.α. Arizona Trading Co.
(1997)1Γ ΑΑΔ 1354). Πέραν τούτου δεν έχει καταδειχθεί οποιοσδήποτε δυσμενής επηρεασμός προς την πλευρά του Εναγομένου. Αντίθετα όπως προκύπτει τα εν λόγω Τεκμήρια δεν αμφισβητούνται. Είναι στην ερμηνεία τους που ο Εναγόμενος εκφέρει διαφορετική άποψη. Συγκεκριμένα:
- Τεκμήριο 1 - Διάταγμα Γονικής Μέριμνας ημερομηνίας 21/3/2014: Για το εν λόγω Τεκμήριο γίνεται αναφορά στην παράγραφο 3 της ένορκης δήλωσης της Ενάγουσας. Ο Εναγόμενος δεν αρνήθηκε την εν λόγω παράγραφο ειδικά, ούτε προώθησε διαφορετική εκδοχή από αυτή της Ενάγουσας σε σχέση με την γονική μέριμνα του τέκνου τους. Σύμφωνα με το σύγγραμμα Kerr on Injunctions, 6th ed, στη σελ 641[1] στην ένορκη δήλωση του ο καθ' ου η αίτηση πρέπει να αρνηθεί και να αντικρούσει (traverse) τα σημεία στα οποία στηρίζει την αίτησή του ο αιτητής. Απλή άρνηση είναι δεν είναι αρκετή.
- Τεκμήριο 2 - Διάταγμα Διαζυγίου ημερομηνίας 12/2/2014: Για το εν λόγω Τεκμήριο γίνεται αναφορά στην παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης της Ενάγουσας. Δεν αρνείται ειδικά αυτή την παράγραφο. Αντίθετα η έκδοση του Διαζυγίου είναι θέμα που αποδέχεται και ο Εναγόμενος. Η αποδοχή του προκύπτει από τις παραγράφους 29, 33 και 35 της ένορκης δήλωσής του όπου προβαίνει σε ρητή αναφορά στην ημερομηνία έκδοσης του, στο πότε κατέστη απόλυτο και στις επιπτώσεις του ειδικά στην καθυστέρηση λήψης μέτρων από την Ενάγουσα και στην άδεια του Επάρχου (Τεκμ. 3).
- Τεκμήριο 3 - Άδεια Επάρχου ημερομηνίας 14/6/2001: Ο Εναγόμενος κάνει ρητή αναφορά στο Τεκμήριο 3 (παρ. 27, 28, 29, 30, 31 και 32). Δεν αμφισβητεί την ύπαρξη της άδειας ή τους όρους. Αντίθετα με βάση αυτή θεωρεί ότι έχει δικαίωμα αποζημίωσης. Με βάση τη Δ.64 και έχοντας υπόψη τις αρχές που διατυπώθηκαν στην Wunderlich κ.α. ν. Παναγιώτου
(1999)1 ΑΑΔ 366 και στην Γιώργος Φαλέκκου ν. Κυριάκου Χριστοφίδη ανωτέρω, και ενόψει του γεγονότος ότι ο Εναγόμενος δεν έχει υποστεί οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό εκδίδω διάταγμα απαλλαγής από την εν λόγω παρατυπία. Λόγος ένστασης (ζ)- Κατάχρηση της Διαδικασίας - Δεδικασμένο Ο δικηγόρος του Εναγομένου με αναφορά στη νομολογία[2] εισηγήθηκε ότι η παρούσα αίτηση προσκρούει στην αρχή του δεδικασμένου. Η Ενάγουσα έχει καταχωρίσει αριθμό διαδικασιών στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού (Αιτήσεις 34/2011 και 49/2012 - Τεκμήρια Α-Ν) με τις οποίες διεκδικούσε ταυτόσημες θεραπείες ήτοι την αποκλειστική χρήση της οικίας. Υπάρχει δηλαδή ταύτιση των διαδίκων και των επιδίκων θεμάτων. Στην Κωνσταντίνου ν Κωνσταντίνου
(2004)1Β ΑΑΔ 1192 η εφεσείουσα εφεσίβαλε απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας με την οποία απέρριψε μονομερή αίτησή της εναντίον του εφεσίβλητου, πρώην συζύγου της. Στόχος της αίτησης η οποία καταχωρίστηκε μετά τη λύση του γάμου, ήταν, ουσιαστικά, η παραχώρηση στην ίδια αποκλειστικής χρήσης της οικογενειακής κατοικίας τους στον Άγιο Παύλο Λευκωσίας αναφορικά με την οποία ισχυριζόταν ότι ήταν απόλυτη ιδιοκτήτρια. Ο εφεσίβλητος στην ένσταση που καταχώρισε ισχυρίστηκε ότι η επίδικη κατοικία αποτελούσε κοινή περιουσία και των δύο. Επίσης ισχυρίστηκε ότι είχε συνεισφέρει περισσότερο από την εφεσείουσα για την απόκτηση της κατοικίας και απαίτησε την εγγραφή μεριδίου επ' ονόματί του ανάλογα με την συνεισφορά του. Το Ανώτατο Δικαστήριο επέτρεψε την έφεση αφού μετά την λύση του γάμου δεν είχε πλέον δικαιοδοσία το Οικογενειακό Δικαστήριο για επίλυση θεμάτων με βάση το άρθρο 17
(1)[3] του Περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 23/90. Με τη λύση του γάμου λήγει και το διάταγμα αποκλειστικής χρήσης. Δεν αποδέχομαι τις εισηγήσεις του δικηγόρου του Εναγομένου για την ύπαρξη δεδικασμένου. Η δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου να επιληφθεί αιτήσεων αποκλειστικής χρήσης σύμφωνα με το άρθρο 17
(1)ασκείται εκκρεμούσης της ισχύος του γάμου. Μάλιστα η ιδιοκτησία ή όχι της οικίας δεν αποτελεί αντικείμενο εξέτασης. Αντικείμενο της αίτησης είναι ακίνητο που χρησιμεύει για την κύρια διαμονή (οικογενειακή στέγη) των συζύγων. Στην προκειμένη περίπτωση από τη στιγμή που εκδόθηκε διαζύγιο δεν υφίσταται θέμα καταχώρισης αίτησης με βάση τις πρόνοιες εκείνου του Νόμου. Συνεπώς όλα τα δικαστικά διαβήματα που έγιναν διαρκούσης του γάμου με βάση το άρθρο 17
(1)δεν συνιστούν δεδικασμένο ή κώλυμα για καταχώριση διαδικασίας μετά τη λύση του γάμου αφού πλέον το αντικείμενο της διαδικασίας είναι διαφορετικό. Αφορά άρση παράνομης επέμβασης σε ακίνητο στο οποίο η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι είναι η δικαιούχος. Θα προχωρήσω επομένως να εξετάσω την ουσία της αίτησης και της ένστασης. Νομικές Αρχές Έκδοσης Ενδιάμεσων Διαταγμάτων - Άρθρο 32, Ν.14/60 Οι αρχές έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος με βάση το άρθρο 32[4] του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν.14/60είναι οι ακόλουθες: (α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση, (β) Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, και (γ) Η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν εκδοθεί το διάταγμα. (βλ. Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)1 CLR 557 και Papapetrou Bros Ltd v. Αντρούλλας Παπαπέτρου,
(2003)1 ΑΑΔ 741). Η ύπαρξη των τριών θεσμικών προϋποθέσεων δεν είναι αρκετή. Στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα. (βλ. Odysseos πιο πάνω και Χριστοφή Κουνούνα v. C. & A. Simonos Ltd,
(2002)1 ΑΑΔ 1361). Δεν υπάρχουν αυστηρά οριοθετημένα πλαίσια, μέσα στα οποία ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Η κάθε περίπτωση κρίνεται υπό το φως των δικών της γεγονότων και περιστατικών, με γνώμονα πάντοτε το κατά πόσο η έκδοση του διατάγματος είναι αναγκαία, για να καταστεί δυνατή η απονομή της δικαιοσύνης σε κάθε στάδιο, περιλαμβανομένου και αυτού της ικανοποίησης της απόφασης, που τυχόν ήθελε εκδοθεί (βλ. Κώστα Καλογήρου ν. C.C.F Credit Capital Finance Ltd
(2005)1 ΑΑΔ 1235). Η πρώτη προϋπόθεση, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση, ικανοποιείται με την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης (βλ. Odysseos πιο πάνω). Η δεύτερη προϋπόθεση, η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, έχει ερμηνευθεί ως κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά κάτι πολύ λιγότερο από «το ισοζύγιο των πιθανοτήτων» που είναι το μέτρο απόδειξης σε αστικές υποθέσεις (βλ. Odysseos πιο πάνω). Εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του (βλ. T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd ν. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 1802 και Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd
(2002)1 ΑΑΔ 2015). Το Δικαστήριο εξετάζει τη μαρτυρία με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή όχι να εκδοθεί το διάταγμα, αποφεύγοντας να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης. Θα πρέπει απλά να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση και ότι υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας (βλ. Επίσημος Παραλήπτης κ.α. ν. Nicantony Trading Co. Ltd
(1998)1 ΑΑΔ 1653). Το Δικαστήριο δεν απαιτείται, αλλά ούτε και πρέπει, να εξετάζει την ενώπιον του μαρτυρία και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με συγκρουόμενα γεγονότα, κάτι που θα έχει το καθήκον να πράξει στο τελικό στάδιο της υπόθεσης. Στο αρχικό αυτό στάδιο πρέπει να περιοριστεί στη διαπίστωση ύπαρξης ή μη κάποιας προοπτικής επιτυχίας (βλ. Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd, Πολιτική Έφεση 145/2011, 13/6/2013). Η προοπτική επιτυχίας και η διακρίβωση της πιθανότητας επιτυχίας δε μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας. Η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας (βλ. Κυτάλα κ.α. ν. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 ΑΑΔ 253, στη σελ. 257). Αυτό που εξετάζεται είναι κατά πόσο έχουν ικανοποιηθεί οι προϋποθέσεις του άρθρου 32. Το Δικαστήριο, κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης (βλ. Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 CLR 263 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστόφορου κ.ά.
(1995)1 AAΔ 248). Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση το Δικαστήριο εξετάζει την πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν εκδοθεί το διάταγμα ή αν θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Πλήρης δικαιοσύνη σημαίνει την απόδοση στον ενάγοντα των θεραπειών που δικαιούται σύμφωνα με το νόμο (βλ. Παναγίδου κ.α. ν. Παναγίδου κ.α.
(2001)1 ΑΑΔ 396). Κριτήριο για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος, είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτητή (βλ. M. & Ch. Mitsingas Trading Ltd v. Timberland Co.
(1997)1 AΑΔ 1799). Προστακτικά Διατάγματα Το Δικαστήριο εκδίδει ενδιάμεσο προστατικό διάταγμα σπανίως και με φειδώ και αφού σταθμίσει τα δεδομένα της υπόθεσης και κρίνει ότι από την απαίτηση φανερώνεται μία ασυνήθιστα δυνατή και καθαρή περίπτωση (βλ. Τσιερκέζου v. Dragon Tourist Enterprises Ltd
(2009)1 (Α) AAΔ.734, με αναφορά στην Shepherd Homes v. Sandham [1971] Ch. 340 και στο σύγγραμμα του David Bean, Injunctions, 8η Έκδοση, σελ. 35-37, παρ. 3.33-3.37). Σχετική είναι επίσης η απόφαση R.K.B. Leathergoods Ltd v. Aγγελίδη
(2004)1 (Β) Α.Α.Δ. 1071 στην οποία αναφέρθηκαν τα εξής από τον Δ. Καλλή στις σελ 1084 - 1085: «
- Προστακτικό διάταγμα μπορεί μόνο να χορηγηθεί όπου ο ενάγων αποδεικνύει ισχυρή πιθανότητα ότι θα υποστεί σοβαρή ζημιά στο μέλλον.
- Όπου οι αποζημιώσεις δεν αποτελούν επαρκή θεραπεία αν επισυμβεί τέτοια ζημιά. Αυτό αποτελεί μόνο εφαρμογή της γενικής αρχής της επιείκειας.
- Αντίθετα προς την περίπτωση όπου εκδίδεται απαγορευτικό διάταγμα για να αποτρέψει τη συνέχιση ή επανάληψη μιας άδικης πράξης το θέμα της δαπάνης που θα υποστεί ο εναγόμενος για να εκτελέσει έργα τα οποία αποτρέπουν ή μειώνουν την πιθανότητα διάπραξης μιας μελλοντικής αδικοπραξίας πρέπει να αποτελεί στοιχείο που θα λαμβάνεται υπόψη: (α) Όπου ο εναγόμενος έχει ενεργήσει χωρίς να λάβει υπόψη τα δικαιώματα του γείτονα του ή έχει προσπαθήσει να κερδίσει πλεονέκτημα έναντι του ή έχει προσπαθήσει να αποφύγει τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου ή για να συνοψίσουμε, έχει ενεργήσει αδικαιολόγητα και παράλογα σε σχέση με το γείτονα του μπορεί να διαταχθεί να διορθώσει τις αδικαιολόγητες και παράλογες πράξεις του με την εκτέλεση εργασίας για επαναφορά του status quo έστω και αν η δαπάνη είναι δυσανάλογη με το πλεονέκτημα που θα πάρει ο ενάγων. (β) Πλην όμως όπου ο εναγόμενος έχει ενεργήσει με λογικό τρόπο μολονότι, όπως αποδεικνύεται, εσφαλμένα η δαπάνη της θεραπείας των προηγούμενων ενεργειών του με θετικές πράξεις είναι πολύ σημαντικός παράγων.
- Αν στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο αποφασίσει ότι πρόκειται για κατάλληλη περίπτωση χορήγησης προστακτικού διατάγματος τότε το Δικαστήριο πρέπει να προσέξει να διασφαλίσει όπως ο εναγόμενος γνωρίζει επακριβώς τί οφείλει να πράξει και αυτό σημαίνει όχι ως ζήτημα νόμου αλλά ως ζήτημα γεγονότων, έτσι ώστε όταν εκτελεί το διάταγμα να μπορεί να δίδει στους εργολάβους του τις κατάλληλες οδηγίες.» Έκδοση Διαταγμάτων ταυτόσημων με θεραπείες που ζητούνται με την Αγωγή. Στην υπόθεση Άκης (Μεταφορές Δεμάτων Εξπρές) Λτδ ν. C. Koukkouris Trading Ltd
(1998)1 ΑΑΔ 149 η αντιδικία αφορούσε στο δικαίωμα χρήσης ορισμένης επωνυμίας. Επιδιώχθηκε η απαγόρευσή της με παρεμπίπτον διάταγμα. Η αίτηση απορρίφθηκε και η έφεση, αφορούσε κυρίως στην κρίση του πρωτόδικου δικαστηρίου ως προς το ισοζύγιο της ευχέρειας. Είχε κριθεί πως η έκδοση του διατάγματος θα ανάγκαζε την εναγομένη να αλλάξει την εμπορική της επωνυμία, με αποτέλεσμα τον τερματισμό της διαφοράς από εκείνο το στάδιο. Στην σελ. 153 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα (Δ. Κρονίδης): «Είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι όπου το αίτημα για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων είναι ταυτόσημο με τα αιτούμενα διατάγματα της αγωγής και η τυχόν έκδοση τους επιφέρει ουσιαστικά και τον τερματισμό της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων ή του ενδιαφέροντός τους να συνεχίσουν με την ταχύτατη εκδίκαση της αγωγής, όπως προνοούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, σε συνάρτηση πάντοτε με το ισοζύγιο της ευχέρειας, δεν πρέπει να παραχωρούνται.» Στην Ελπίδα Αβερκίου ν. Θεο Κτηματική Λτδ κ.α. Πολιτική Έφεση 85/10, 31/1/2013 τονίστηκαν τα ακόλουθα (Δ. Παμπαλλής): «Όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση Κοσμά ν. Χ΄Κυπρή
(2001)ΑΑΔ 169, από τη στιγμή που ικανοποιείται το πρωτόδικο δικαστήριο για την ύπαρξη και των τριών προϋποθέσεων, που τίθενται με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν.14/60, δεν αυτοματοποιείται η έκδοση του αιτούμενου προστακτικού διατάγματος, αφού τούτο, ως εκ της φύσεως του δεν έχει στόχο την αποκατάσταση της τάξεως πραγμάτων, αλλά την απόδοση στην εφεσείουσα της θεραπείας και μάλιστα προς ουσιαστική ικανοποίηση της κυρίως θεραπείας που ζητείται στην αγωγή». Ταυτοσημία μεταξύ αιτουμένων προσωρινών διαταγμάτων και αιτούμενης θεραπείας στην αγωγή δεν υφίσταται όταν το ασφαλιστικό μέτρο ζητείται διαρκούσης της εκκρεμοδικίας και όχι στο διηνεκές που είναι το ζητούμενο διά της αγωγής και όταν ζητούνται και γενικές και ειδικές αποζημιώσεις (βλ. Zena Company Ltd ν Demenian Catering Ltd
(2011)1Γ ΑΑΔ 1848). Στην υπόθεση αυτή είχε απορριφθεί πρωτόδικα αίτημα της εφεσείουσας για ενδιάμεσο διάταγμα για άρση της παράνομης επέμβασης σε κοινόκτητο χώρο από την εφεσίβλητη ενοικιάστρια καταστήματος η οποία είχε τοποθετήσει για τους σκοπούς της επιχείρησης της ως εστιατόριο, πλακόστρωτο, τραπέζια, καρέκλες, καθίσματα και ανθώνες σε χώρο που δεν δικαιούτο. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση και εξέδωσε το ενδιάμεσο διάταγμα γιατί έτσι θα επαναφερόταν το status quo ante, η κατάσταση των πραγμάτων δηλαδή ως ίσχυε πριν την επέμβαση της εφεσίβλητης. Στην Avila Management Services Ltd v. Frantisek Stepanek, Πολ. Έφεση 54/12, 27/6/2012 λέχθηκαν τα ακόλουθα από τον Δ. Ναθαναήλ: «Το ανεπιθύμητο όμως δεν εξισούται με απαγόρευση. Δεν υπάρχει άκαμπτος κανόνας αποκλεισμού της θεραπείας ενδιαμέσως, αν αυτή ορθά και δικαίως ζητείται, επειδή και η αγωγή ουσιαστικά επιδιώκει το ίδιο πράγμα. Κατ' αρχάς η ενδιάμεση θεραπεία παραμένει ενδιάμεση, αναθεωρήσιμη ανά πάσα στιγμή θεωρηθεί ότι οι περιστάσεις έχουν διαφοροποιηθεί προς τροποποίηση ή ακόμη και ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Πρόσθετα, ενώ το εκδοθέν διάταγμα παραχωρείται ως λύση επείγουσας και παρεμπίπτουσας μορφής, οι ίδιες οι θεραπείες που ζητούνται με το κλητήριο, εάν επιτύχουν, χορηγούνται τελεσίδικα και στο διηνεκές, (δέστε και Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd - ανωτέρω -). Εξαρτάται από την κρίση του Δικαστηρίου, αναλόγως των περιστάσεων (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015)». Αξιολόγηση Έχοντας κατά νου της πιο πάνω αρχές θα εξετάσω αν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης ενδιάμεσου διατάγματος. (α) Σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση Η Ενάγουσα στηρίζει την αγωγή της στο αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης. Το άρθρο 43 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου προνοεί τα ακόλουθα: «43.-
(1)Παράvoμη επέμβαση σε ακίvητη ιδιoκτησία συvίσταται σε παράvoμη είσoδo ή σε παράvoμη πρόκληση ζημιάς ή σε παράvoμη παρέμβαση στηv ιδιoκτησία αυτή από oπoιoδήπoτε πρόσωπo.
(2)Αv η πράξη για τηv oπoία εγείρεται η αγωγή είvαι επιτρεπτή κατά τoπικό έθιμo, αυτό αφoύ απoδειχθεί συvιστά υπεράσπιση αλλά σε αγωγή πoυ εγείρεται για παράvoμη επέμβαση σε ακίvητη ιδιoκτησία τo βάρoς της απόδειξης ότι η πράξη για τηv oπoία εγείρεται η αγωγή δεv ήταv παράvoμη φέρει o εvαγόμεvoς». Ο δικηγόρος του Εναγομένου εισηγήθηκε ότι η Ενάγουσα δεν έχει ικανοποιήσει τις απαιτήσεις του εν λόγω άρθρου. Στηριζόμενος στις αποφάσεις Adamou v. Christofi
(1974)1 CLR200, Liasidou and Another v. Papademetriou
(1995)1 CLR122, Kakouffou & another v. Kakouffi
(1985)1 CLR355, Panayi v. Zouvani
(1987)1C.L.R. 58, Γεώργιου ν. Ανδρέα
(1998)1 ΑΑΔ 2311 και Λάμπρου ν. Ελένη Κεφάλα κ.α.
(2000)1 (Γ) ΑΑΔ 1516 εισηγήθηκε ότι η Ενάγουσα ως ιδιοκτήτρια που δεν είχε κατοχή όφειλε να καταδείξει ζημιά ή μόνιμη επέμβαση. Επίσης στηριζόμενος στις αποφάσεις Δημητρίου ν. Εγγλέζου κ.α.
(1997)1Γ ΑΑΔ 1285 και Παπαχριστοφόρου ν. Καπνίση κ.α.
(2005)1Α ΑΑΔ 245 εισηγήθηκε ότι η Ενάγουσα έπρεπε να προσκομίσει μαρτυρία του αρμόδιου Κτηματολογικού Τμήματος ή εμπειρογνώμονα για να αποδειχθεί ο ισχυρισμός της για παράνομη επέμβαση. Οι εισηγήσεις του δεν με βρίσκουν σύμφωνο. Το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης είναι αδίκημα εναντίον της κατοχής και όχι της κυριότητας του ακινήτου. Έστω και μικρός βαθμός κατοχής είναι αρκετός για να νομιμοποιεί τον ενάγοντα να εγείρει αγωγή (βλ. Αρτέμης & Ερωτοκρίτου, Αστικά Αδικήματα, Δίκαιο και Αποφάσεις, σελ. 131). Στην Liasidou and Another v. Papademetriou
(1975)1 CLR 122 λέχθηκε ότι κατοχή σημαίνει πραγματική κατοχή ή φυσικό έλεγχο της περιουσίας. Όποιος διαταράσσει αυτή την κατοχή μπορεί να εναχθεί για παράνομη επέμβαση (βλ. επίσης Αρτέμης & Ερωτοκρίτου, ανωτέρω, σελ. 131). Δικαίωμα κατοχής τρίτου στην ιδιοκτησία ή στην κατοχή της γης δεν αποτελεί υπεράσπιση (βλ. Αρτέμης & Ερωτοκρίτου, ανωτέρω, σελ. 131). Στην Adamou v. Christofi
(1974)1 CLR 100 κρίθηκε ότι το γεγονός ότι το επίδικο ακίνητο ήταν κρατική ιδιοκτησία δεν μπορούσε να αποτελέσει υπεράσπιση στην αγωγή του κατόχου. Η Ενάγουσα προωθεί την αγωγή ως κάτοχος δυνάμει άδειας του Επάρχου. Είναι επίσης δεκτό, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, ότι ο Εναγόμενος επανήλθε στην οικία μετά την απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερομηνίας 11/12/2013. Δεν τίθεται θέμα απόδειξης ζημιάς. Ως προς την εισήγηση ότι έπρεπε να προσκομίσει μαρτυρία από πραγματογνώμονα η επιχειρηματολογία του συνηγόρου του Εναγομένου είναι επίσης αβάσιμη. Η παρούσα περίπτωση δεν αφορά συνοριακή διαφορά η αμφισβήτηση ορίων ακινήτου επί του εδάφους. Εδώ η διαφορά αφορά την κατοχή συγκεκριμένης οικίας και ισχυρισμό για εκτοπισμό του κατά νόμο δικαιούχου της. Με βάση τα όσα ανέφερα και στη βάση της Κωνσταντίνου ν Κωνσταντίνου ανωτέρω, κρίνω ότι η Ενάγουσα έχει καταδείξει συζητήσιμη υπόθεση. (β) Ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Όσον αφορά την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, και χωρίς να υπεισέρχομαι σε αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε εξαγωγή οποιουδήποτε συμπεράσματος, κρίνω με το υπόβαθρο μαρτυρίας που έχει παραθέσει η Ενάγουσα ότι έχει καταδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Επισημαίνεται ότι στο παρόν στάδιο η Ενάγουσα είχε υποχρέωση να παραθέσει στο Δικαστήριο υπόβαθρο μαρτυρίας που να δικαιολογεί την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος και ότι η αξιολόγηση του Δικαστηρίου αναφορικά με τα γεγονότα σταματά όπου διαπιστώνεται ύπαρξη ή ανυπαρξία κάποιας προοπτικής επιτυχίας. Η Ενάγουσα έχει θέσει το υπόβαθρο της κατοχής της οικίας από πλευράς της δυνάμει άδειας του Επάρχου. Ο Εναγόμενος δεν έχει καταδείξει που στηρίζει το δικαίωμα της κατοχής του ακινήτου. Ο ισχυρισμός του για συνεισφορά στην ανέγερση είναι θέμα που θα έπρεπε να εγείρει με απαίτησή του στο Οικογενειακό Δικαστήριο έστω και αν αυτή στρέφεται και εναντίον τρίτου προσώπου (βλ. Μαλαός ν. Μαλαού
(2005)1Β ΑΑΔ 1191 και Περικλέους ν. Εγγλέζου κ.α.
(2011)1Β ΑΑΔ 1015). (γ) Ανεπανόρθωτη ζημιά. Ενόψει του γεγονότος ότι η επίδικη οικία αποτελεί την κατοικία της Ενάγουσας και ανήλικης θυγατέρας της και ότι στην παρούσα περίπτωση η απονομή της διακιοσύνης δεν αφορά υλική ζημιά αλλά την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων της Ενάγουσας κρίνω ότι υπάρχει ορατός κίνδυνος αδυναμίας απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Ισοζύγιο της Ευχέρειας Κρίνω ότι με βάση τα ενώπιον μου γεγονότα είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Έχω λάβει υπόψη μου ότι ζητείται προστακτικό διάταγμα και ότι η ενδιάμεση θεραπεία που ζητείται είναι ουσιαστικά ταυτόσημη με την αγωγή. Ταυτόχρονα όμως έλαβα υπόψη μου ότι με την ενώπιον μου μαρτυρία η Ενάγουσα κατέδειξε δικαίωμα να κατέχει την εν λόγω οικία και ότι ο Εναγόμενος με τα όσα έχει προβάλει καταδεικνύει ενδεχόμενη περιουσιακή αξίωση όχι όμως δικαίωμα κατοχής. Έλαβα επίσης υπόψη μου ότι επανήλθε στην εν λόγω οικία μετά την απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερομηνίας 11/12/2013 ανατρέποντας έτσι ο status quo ante. Η έκδοση του διατάγματος συνεπώς θα επαναφέρει την μεταξύ των διαδίκων προϊσχύουσα κατάσταση. Περαιτέρω δεν διακρίνω οποιαδήποτε αντίφαση στο λεκτικό του αιτούμενου διατάγματος, όπως εισηγήθηκε ο δικηγόρος του Εναγομένου, ανάλογο του οποίου εκδόθηκε και στην Κωνσταντίνου ν Κωνσταντίνου ανωτέρω. Ούτε κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις υπήρξε οποιαδήποτε αδικαιολόγητη καθυστέρηση ή απόκρυψη γεγονότος. Η Ενάγουσα εξήγησε ως οικονομικούς τους λόγους καθυστέρησης. Στην παρούσα περίπτωση δεν εκδόθηκε μονομερώς το διάταγμα. Διατάχθηκε η επίδοση οπότε ο Εναγόμενος είχε την ευκαιρία να ακουστεί. Όσον αφορά την απόκρυψη γεγονότων στην Κυριακίδης ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2011)1Β ΑΑΔ 816 κρίθηκε ότι στις περιπτώσεις όπου διατάζεται επίδοση της αίτησης δεν ισχύουν οι αυστηροί κανόνες αποκάλυψης αφού το δικαστήριο δεν ασκεί τη διακριτική του εξουσία στην απουσία του διαδίκου. Με προβλημάτισε ιδιαίτερα η εσφαλμένη αναγραφή της διεύθυνσης στο αιτητικό της Αίτησης. Όπως ανέφερα, αν και έγινε δεκτό από τον δικηγόρο του Εναγομένου ότι η επίδικη οικία βρίσκεται στην οδό Σαλαμίνος 21, Πάνω Πολεμίδια εισηγήθηκε, ότι από το στιγμή που το αιτητικό είναι λανθασμένο δεν μπορεί να εκδοθεί διάταγμα που να αφορά αυτή την διεύθυνση. Στην Kennedy HotelsLtd v. Indjirdjian
(1992)1 ΑΑΔ 400 αποφασίστηκε ότι μπορεί να παρασχεθεί οποιαδήποτε θεραπεία η οποία στοιχειοθετείται από τα γεγονότα που περιέχονται στην έκθεση απαιτήσεως, εφόσον αυτά αποδεικνύονται κατά τη δίκη. Παράλειψη επιδίωξης ειδικής θεραπείας δεν αποτελεί κώλυμα για την απόδοση της. Αν και εν λόγω υπόθεση αφορούσε τελική θεραπεία κρίνω ότι η αρχή που έθεσε μπορεί να εφαρμοστεί και σε ενδιάμεσες διαδικασίες όπου βέβαια τα γεγονότα δικαιολογούν κάτι τέτοιο. Στην προκειμένη περίπτωση η διεύθυνση της επίδικης οικίας είναι κοινώς αποδεκτή. Στο αιτητικό της αίτησης η Ενάγουσα αιτείται και «Οποιονδήποτε άλλον προσωρινό διάταγμα και/ή απόφαση και/ή θεραπεία που θα θεωρήσει το Δικαστήριο ορθό και δίκαιο κάτω από τις περιστάσεις». Υπό τις περιστάσεις θεωρώ ότι έχω την διακριτική ευχέρεια να εκδώσω διάταγμα ανάλογα και με τα δεδομένα της υπόθεσης. Κατάληξη Ενόψει των όσων ανέφερα η αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται διάταγμα ως τα αιτητικά 1 και 2 της Αίτησης μέχρι τελικής εκδίκασης της αγωγής ή νεώτερης διαταγής με την ακόλουθη διαφοροποίηση: αντί «οδού Σαλαμίνος 21, Κάτω Πολεμίδια» να αναγραφεί «οδού Σαλαμίνος 21, Πάνω Πολεμίδια». Ο χρόνος συμμόρφωσης του Εναγομένου με το διάταγμα καθορίζεται σε 15 μέρες από την επίδοση σ' αυτόν του διατάγματος. Τα έξοδα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται προς όφελος της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου και θα καταβληθούν στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ............... Ν. Γεωργιάδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other actions/Interim Order/ Αναφορά: Ενδιάμεσο Διάταγμα [1] 'Whether or not the Court will grant an application for an interlocutory injunction depends on the merits as collected from the affidavits. If a sufficient prima facie case is made out, the Court will consider the case sufficiently proved unless the defendant files an affidavit denying it. The affidavit must traverse all the facts on which the plaintiff's equity depends. A mere denial is not sufficient.' [2] Χριστοφή ν. Σ. Μ. Φλοκκάς Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 1703 και KSR Comercio S. A. v. Bluecoral Navigation Ltd
(1995)1 ΑΑΔ 309, [3] 17.-
(1)Σε περίπτωση διακοπής της συμβίωσης ή σε περίπτωση που δίνεται γνωστοποίηση στον Επίσκοπο σύμφωνα με το άρθρο 3 του περί Απόπειρας Συνδιαλλαγής και Πνευματικής Λύσης του Γάμου Νόμου ή σε περίπτωση που καταχωρείται αγωγή διαζυγίου, το Οικογενειακό Δικαστήριο μπορεί, ύστερα από αίτηση ενός από τους συζύγους, εφόσο το επιβάλλουν λόγοι επιείκειας και ενόψει των ειδικών συνθηκών του καθενός από τους συζύγους και του συμφέροντος των παιδιών, να παραχωρήσει στον ένα σύζυγο την αποκλειστική χρήση ολόκληρου ή τμήματος του ακινήτου που χρησιμεύει ως κύρια διαμονή των ιδίων (οικογενειακή στέγη), ανεξάρτητα από το ποιος από αυτούς είναι κύριος ή έχει απέναντι στον κύριο το δικαίωμα της χρήσης του. Η απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου υπόκειται σε αναθεώρηση, όταν το επιβάλλουν οι περιστάσεις. Αν το δικαίωμα χρήσης της οικογενειακής στέγης πηγάζει από σχέση εργασίας ανάμεσα στον έναν από τους συζύγους και έναν τρίτο, η παραχώρηση της χρήσης της στον άλλο σύζυγο από το Οικογενειακό Δικαστήριο, σύμφωνα με τους όρους της προηγούμενης παραγράφου, μπορεί να γίνει, μόνο εφόσο συναινεί σ' αυτό και ο τρίτος. [4] 32.-
(1)Τηρoυμέvoυ oιoυδήπoτε διαδικαστικoύ καvovισμoύ έκαστov δικαστήριov, εv τη ασκήσει της πoλιτικής αυτoύ δικαιoδoσίας, δύvαται vα εκδίδη απαγoρευτικόv διάταγμα (παρεμπίπτov, διηvεκές, ή πρoστακτικόv) ή vα διoρίζη παραλήπτηv εις πάσας τας περιπτώσεις εις ας τo δικαστήριov κρίvει τoύτo δίκαιov ή πρόσφoρov, καίτoι δεv αξιoύvται ή χoρηγoύvται oμoύ μετ' αυτoύ απoζημιώσεις ή άλλη θεραπεία: Νoείται ότι παρεμπίπτov απαγoρευτικόv διάταγμα δεv θα εκδίδεται εκτός εάv τo δικαστήριov ικαvoπoιηθή ότι υπάρχει σoβαρόv ζήτημα πρoς εκδίκασιv κατά τηv επ' ακρoατηρίoυ διαδικασίαv, ότι υπάρχει πιθαvότης ότι ο αιτών διάδικος δικαιoύται εις θεραπείαv, και ότι εκτός εάv εκδoθή παρεμπίπτov απαγoρευτικόv διάταγμα, θα είvαι δύσκoλov ή αδύvατov vα απovεμηθή πλήρης δικαιoσύvη εις μεταγεvέστερov στάδιov. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο