← Κύπρος

Ανδρονίκη Ματθαίου ν. Δήμος Αγίου Αθανασίου, Αρ. Αγωγής: 3515/08, 20/8/2014

Ανδρονίκη Ματθαίου ν. Δήμος Αγίου Αθανασίου, Αρ. Αγωγής: 3515/08, 20/8/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A312 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 3515/08 Μεταξύ: Ανδρονίκη Ματθαίου, από την Λεμεσό Ενάγουσα και Δήμος Αγίου Αθανασίου, από την Λεμεσό Εναγόμενου και

  1. Διευθυντή Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως μέσω του Υπουργείου Εσωτερικών
  2. K.V. Imperial Construction Ltd, από την Λεμεσό
  3. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Τριτοδιάδικων Ημερομηνία: 20.8.14 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα / Αιτήτρια: κα Μ. Ιακώβου για κ. Γ. Τσίκκο Για τον Εναγόμενο / Καθ' ου η αίτηση 1: κ. Σ. Βασιλείου για κα Α. Ιωάννου (για να ακούσει την απόφαση η κα Ζ. Στυλιανού) Για τον Τριτοδιάδικο 2 / Καθ' ου η αίτηση 3: κ. Μ. Χαρτζιώτης (για να ακούσει την απόφαση η κα Αρκάδη) Για τον Τριτοδιάδικο 3 / Καθ' ου η αίτηση 2: κα Έλ. Φλωρέντζου Α Π Ο Φ Α Σ Η Αφορμή για την έκδοση της παρούσης απόφασης αποτέλεσε αίτηση που υποβλήθηκε εκ μέρους της Ενάγουσας / Αιτήτριας στις 12.6.14 με την οποία εξαιτείται την προσθήκη του Τριτοδιάδικου 3 ως εναγόμενου 2 καθώς και τροποποίηση του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος και της Έκθεσης Απαίτησης. Αναφορικά με το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα η Αιτήτρια εξαιτείται συναφή τροποποίηση του τίτλου της αγωγής ώστε σε αυτό καθώς και στην Έκθεση Απαίτησης να φαίνεται ότι ο νέος εναγόμενος (νυν Τριτοδιάδικος 3) ενάγεται ως εναγόμενος με αριθμό 2 και ο υφιστάμενος ως εναγόμενος με αριθμό 1 (παράγραφοι 1(Α) και 2(Α) της αίτησης) καθώς και τροποποίηση της γενικής οπισθογράφησης ώστε σε αυτήν να συμπεριληφθούν και προστεθούν δύο νέοι ισχυρισμοί οι οποίοι επιγραμματικά έχουν ως ακολούθως: (α) ότι το επίδικο δυστύχημα επισυνέβη επί πεζοδρομίου το οποίο βρίσκεται σε ανώνυμη πάροδο η οποία βρίσκεται κάθετα της οδού Ηγουμενίτσας (παράγραφος 1(Β) της αίτησης) και (β) ότι το επίδικο δυστύχημα οφείλεται στην αμέλεια και/ή την παράβαση των εκ του Νόμου απορρεόντων καθηκόντων και των δύο εναγόμενων, ήτοι του υφιστάμενου και του σκοπούμενου νέου εναγόμενου και νυν Τριτοδιάδικου 3 και/ή των αντιπροσώπων και/ή των υπαλλήλων τους (παράγραφος 1(Β) της αίτησης). Αναφορικά με την Έκθεση Απαίτησης η Αιτήτρια εξαιτείται τροποποιήσεις συναφείς με τις πιο πάνω και συγκεκριμένα τροποποιήσεις των παραγράφων 1, 3, 4, 6, 8 καθώς και του Παρακλητικού της Έκθεσης Απαίτησης. Συγκεκριμένα εξαιτείται επιγραμματικά όπως: περιληφθεί στην παράγραφο 1 της Έκθεσης Απαίτησης ο ισχυρισμός ότι ο νυν Τριτοδιάδικος 3 και σκοπούμενος νέος Εναγόμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν μαζί με τον νυν Εναγόμενο από κοινού και/ή κεχωρισμένα υπεύθυνοι για την συντήρηση, επιδιόρθωση και διατήρηση σε καλή κατάσταση των πεζοδρομίων που βρίσκονται στον Δήμο Αγίου Αθανασίου και/ή εντός των Δημοτικών Ορίων του Δήμου Αγίου Αθανασίου και/ή εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας (παράγραφος 2(Β) της αίτησης) στην παράγραφο 3 της Έκθεσης Απαίτησης διαγραφεί ο ισχυρισμός ότι ο νυν Εναγόμενος ήταν κατά νόμω υπεύθυνος και είχε υποχρέωση και/ή καθήκον να διατηρεί τα πεζοδρόμια του Δήμου Αγίου Αθανασίου σε καλή και άριστη κατάσταση και προστεθεί ο ισχυρισμός ότι για τα πιο πάνω υποχρέωση και/ή καθήκον και/ή κατά νόμω υπεύθυνοι από κοινού και/ή κεχωρισμένα και/ή άλλως ήταν τόσο ο νυν Εναγόμενος όσο και ο σκοπούμενος νέος εναγόμενος και νυν Τριτοδιάδικος 3 αναφορικά με τα πεζοδρόμια του Δήμου Αγίου Αθανασίου και/ή τα πεζοδρόμια τα οποία βρίσκονται εντός των Δημοτικών Ορίων του Δήμου Αγίου Αθανασίου (παράγραφος 2(Γ) της αίτησης) στην παράγραφο 4 της Έκθεσης Απαίτησης προστεθεί ο ισχυρισμός ότι το επίδικο δυστύχημα επισυνέβη επί πεζοδρομίου το οποίο βρίσκεται σε ανώνυμη πάροδο η οποία βρίσκεται κάθετα της οδού Ηγουμενίτσας και/ή επί πεζοδρομίου το οποίο βρίσκεται εντός των Δημοτικών Ορίων του Δήμου Αγίου Αθανασίου και/ή εντός του Δήμου Αγίου Αθανασίου και/ή άλλως (παράγραφος 2(Δ) της αίτησης) στην παράγραφο 6 της Έκθεσης Απαίτησης διαγραφεί ο ισχυρισμός ότι οι λεπτομέρειες αμέλειας και/ή παράβασης των νομικών καθηκόντων αφορούν μόνο στον νυν Εναγόμενο και προστεθεί ο ισχυρισμός ότι οι πιο πάνω λεπτομέρειες αφορούν τόσο στον νυν Εναγόμενο όσο και στον σκοπούμενο νέο εναγόμενο και νυν Τριτοδιάδικο 3 και/ή τους αντιπροσώπους και/ή τους υπηρέτες αυτών (παράγραφος 2(Ε) της αίτησης) στην παράγραφο 8 της Έκθεσης Απαίτησης προστεθεί ο ισχυρισμός ότι η Αιτήτρια υπέστη μετατραυματική οστεοαρθρίτιδα και συγκεκριμένα όπως προστεθούν οι δύο αυτές λέξεις υπό νέα υποπαράγραφο (λ) (παράγραφος 2(ΣΤ) της αίτησης) και, τέλος, στο Παρακλητικό της Έκθεσης Απαίτησης διαγραφούν οι λέξεις «ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ» και αντικατασταθούν με τις λέξεις «ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ 1 ΚΑΙ 2 ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΩΣ ΚΑΙ/¨Η ΚΕΧΩΡΙΣΜΕΝΩΣ» (παράγραφος 2(Η) της αίτησης). Σημειώνεται ότι το αίτημα υπό παράγραφο 2(ΣΤ) της αίτησης δεν προωθήθηκε αφού η ευπαίδευτη συνήγορος της Αιτήτριας πριν την ημερομηνία κατά την οποία η υπό κρίση αίτηση ορίσθηκε για ακρόαση δήλωσε ότι δεν θα επιμένει σε αυτό. Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στην Δ.25, θ 1, Δ.48, θθ 1-9, Δ.9, θθ.2, 10, Δ.63, θ. 2 και Δ.64 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας καθώς και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από ένορκο δήλωση της Θέκλας Καρδανά, από τώρα και στο εξής «η Καρδανά», η οποία είναι θυγατέρα της Αιτήτριας και δεόντως εξουσιοδοτημένη από την τελευταία όπως προβεί στην εν λόγω ένορκο δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση. Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση του Τριτοδιάδικου 3, από τώρα και στο εξής «ο Καθ' ου η αίτηση». Οι υπόλοιποι διάδικοι, ήτοι ο Εναγόμενος και ο Τριτοδιάδικος 2, δεν ενέστησαν στην αιτούμενη τροποποίηση. Σημειώνεται ότι εναντίον του Τριτοδιάδικου 1 η διαδικασία διακόπηκε στις 24.10.
  4. Με Ειδοποίηση Ένστασης που καταχωρήθηκε εκ μέρους του Καθ' ου η αίτηση προβάλλονται επτά λόγοι ένστασης. Η Ειδοποίηση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση της Μαίρης Δαμιανού, από τώρα και στο εξής «η Δαμιανού», η οποία είναι γραμματειακός λειτουργός στην Νομική Υπηρεσία και δεόντως εξουσιοδοτημένη όπως προβεί στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Η κυρία Δαμιανού με την ένορκό της δήλωση ρητά δηλώνει ότι συμφωνεί και υιοθετεί όλους τους λόγους ένστασης, είναι δε η θέση της ότι η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Πιο κάτω παρατίθενται οι λόγοι ένστασης: η αίτηση είναι καταχρηστική και επηρεάζει τα δικαιώματα του Καθ' ου η αίτηση η αίτηση καταχωρήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση με την αίτηση εκτροχιάζεται πλήρως η όλη διαδικασία η αίτηση δεν είναι δικαιολογημένη και αντίκειται στις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης και της ισότητας των όπλων η καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης δεν δικαιολογείται η αίτηση αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και υπονόμευση και αποδυνάμωση της αποτελεσματικής λειτουργίας των δικαστικών διαδικασιών επιχειρείται η αναγέννηση παραγεγραμμένου δικαιώματος που ενδεχομένως να υπήρχε κατά του Καθ' ου η αίτηση. Τονίζεται στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση ότι σε περίπτωση έγκρισης της υπό κρίση αίτησης ο επηρεασμός της πλευράς του Καθ' ου η αίτηση δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα αφού δεν θα είναι δυνατή η επανέναρξη της ακροαματικής διαδικασίας για σκοπούς ισότητας των όπλων και ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Τονίζεται, ακόμα, ότι δεν δικαιολογείται η υπέρμετρη καθυστέρηση και δεν δίδονται ικανοποιητικές εξηγήσεις ως προς την επιλογή της διαδικασίας για αναγωγή του Καθ' ου η αίτηση σε εναγόμενο στην παρούσα φάση της διαδικασίας. Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι επιχειρηματολόγησαν ενώπιον του Δικαστηρίου υποστηρίζοντας ο καθένας την θέση του διαδίκου που εκπροσωπεί. H Δ.9, θ.10 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας παρέχει στο Δικαστήριο την εξουσία να διατάξει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας την προσθήκη οποιουδήποτε προσώπου ως διαδίκου την παρουσία του οποίου θεωρεί αναγκαία για να μπορέσει να αποφασίσει πλήρως και αποτελεσματικά αναφορικά με όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή. Δυνάμει του πιο πάνω θεσμού το Δικαστήριο έχει διακριτική εξουσία να αρνηθεί να εκδώσει διάταγμα για προσθήκη συνεναγόμενου και να επιλέξει να χειρισθεί την υπόθεση αναφορικά με τα δικαιώματα του διαδίκου που βρίσκεται ενώπιον του. Σημειώνεται ότι οι εξουσίες που παρέχονται στο Δικαστήριο με βάση τον πιο πάνω θεσμό θα πρέπει να ασκούνται με προσοχή και αν με την αιτούμενη προσθήκη θα προκληθεί σοβαρός επηρεασμός σε κάποιο από τους διαδίκους το Δικαστήριο δεν θα προχωρήσει στην έκδοση του διατάγματος, παρόλο που, γενικά ομιλούντες, το Δικαστήριο θα προβεί σε τέτοιες αλλαγές όσον αφορά τους διαδίκους ως είναι αναγκαίες για να υποβοηθήσει την αποτελεσματική εκδίκαση όλων των επίδικων θεμάτων που εγείρονται στην υπόθεση. Άδεια, ωστόσο, για προσθήκη συνεναγομένου μπορεί να μην παραχωρηθεί αν αυτό θα έχει ως συνέπεια την προσθήκη νέας βάσης αγωγής (Βλ. Manchester Lines Ltd a.o. v. Viamar Coach Industry Ltd

(1983)1 CLR 178, Raleigh v. Goschen
(1898)1 Ch. 81). Eπίσης δεν θα επιτραπεί προσθήκη τρίτων ως εναγομένων όταν τα τρίτα αυτά πρόσωπα δεν είναι πρόσωπα που θα έπρεπε να εναχθούν από την αρχή ή δεν είναι πρόσωπα η παρουσία των οποίων ως εναγόμενοι είναι αναγκαία για να βοηθήσει το Δικαστήριο να αποφανθεί πλήρως και αποτελεσματικά επί όλων των εγειρόμενων στην υπόθεση ζητημάτων (Βλ. Manchester Lines Ltd a.o. v. Viamar Coach Industry Ltd
(1983)1 CLR 178). Στοιχεία και παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας που το Δικαστήριο έχει με βάση την Δ.9, θ.10 είναι εκτός από το κατά πόσο με την προσθήκη συνεναγομένου θα προκύψει νέα αιτία αγωγής και το κατά πόσο η απόφαση στην αγωγή θα επηρεάσει άμεσα τρίτα πρόσωπα ή κατά πόσο τρίτα πρόσωπα θα κληθούν άμεσα ή έμμεσα να πληρώσουν οτιδήποτε ή αν θα δεσμεύονται από το αποτέλεσμα της δίκης. Στο σημείο αυτό παραπέμπω στην υπόθεση Cyprus Trading Corporation v. Zim Israel Navigation Co Ltd κ.α.
(2000)1Β ΑΑΔ 1335 όπου ο Έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κύριος Κρονίδης, όπως ήταν τότε, υιοθέτησε το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Λόρδου Devlin στην Αγγλική υπόθεση Αmon v. Raphael Tuck & Sons Ltd
(1956)1 All E R 273: «Όπως αναφέρθηκε στην Amon v. Raphael Tuck & Sons Ltd. [1956] 1 All E.R. 273, στη σελίδα 287:- "The only reason which makes it necessary to make a person a party to an action is so that he may be bound by the result of an action and the question to be settled therefore must be a question in the action which cannot be effectively and completely settled unless he is a party"». Σύμφωνα με το πιο πάνω απόσπασμα ο μοναδικός λόγος που δικαιολογεί την προσθήκη εναγόμενου είναι το τρίτο πρόσωπο να δεσμεύεται από το αποτέλεσμα της υπόθεσης. Αν ναι, τότε, η υπόθεση δεν μπορεί να αποφασισθεί πλήρως και αποτελεσματικά εκτός αν το πρόσωπο αυτό είναι διάδικος. Η πιο πάνω αρχή υιοθετήθηκε από τον John Stephenson J. στην Αγγλική υπόθεση Fire, Auto and Marine Insurance Co. Ltd v. Greene
(1964)2 All E R 761 και από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση General Insurance Co. of Cyprus Ltd v. Maroulla Georghiou & Another
(1963)2 CLR 117. Στην υπόθεση Gurtner v. Circuit
(1968)1 All E R 328 ο Λόρδος Denning M.R. επέλεξε διαφωνώντας με την στενή ερμηνεία που δόθηκε από τον Λόρδο Devlin στην Αmon v. Raphael Tuck & Sons Ltd
(1956)1 All E R 273, πιο πάνω, να δώσει μια ευρεία ερμηνεία στο σχετικό κανόνα όπως είχε δοθεί και από το Λόρδο Esher M.R. στην Byrne v. Brown
(1889)22 Q.B.D. 657. Σύμφωνα με τον Λόρδο Denning θα πρέπει να δοθεί τέτοια ευρεία ερμηνεία στον θεσμό ώστε να δύναται να προστεθεί τρίτο πρόσωπο όποτε είναι δίκαιο ή βολικό. Δεν θα ήταν ορθό για το νομικό σύστημα αν αυτό επέτρεπε την διεξαγωγή δύο παράλληλων διαδικασιών με το ίδιο επίδικο θέμα αφού συν τοις άλλοις σε μια τέτοια περίπτωση ελλοχεύει ο κίνδυνος να αποφασισθούν τα ίδια επίδικα θέματα διαφορετικά και διαφορετικά Δικαστήρια να καταλήξουν σε διαφορετικά και αντιφατικά αποτελέσματα. Η ευρεία ερμηνεία που δόθηκε στον θεσμό από τον Λόρδο Denning υιοθετήθηκε από το Αγγλικό Εφετείο (Court of Appeal) στην υπόθεση Vandervell Trusts
(1969)3 All E R 490 πλην όμως η απόφαση του Αγγλικού Εφετείου ανατράπηκε από την Βουλή των Λόρδων. Ο Viscount Dilhorne ανέφερε τα ακόλουθα ενδεικτικά στις σελίδες 23-24: «My difficulty about accepting Lord Denning's wide interpretation is that it appears to me wholly unrelated to the wording of the rule. I cannot construe the language of the rule as meaning that a party can be added whenever it is just or convenient to do so. That could have been simply stated if the rule was intended to mean that. However wide an interpretation is given, it must be an interpretation of the language used. The rule does not give power to add a party whenever it is just or convenient to do so. It gives power to do so only if he ought to have been joined as a party or if his presence is necessary for the effectual and complete determination and adjudication on all matters in dispute in the cause or matter». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Η δυσκολία που έχω να αποδεχθώ την ευρεία ερμηνεία του Λόρδου Denning είναι ότι κατά την άποψή μου αυτή δεν σχετίζεται καθόλου με το λεκτικό του θεσμού. Δεν μπορώ να δώσω στο λεκτικό του θεσμού την ερμηνεία ότι διάδικος δύναται να προστεθεί όποτε είναι δίκαιο ή βολικό. Αν ο σκοπός του θεσμού ήταν αυτός πολύ απλά θα μπορούσε να περιληφθεί στο λεκτικό του. Όσο ευρεία μπορεί να είναι η ερμηνεία που θα δοθεί θα πρέπει να είναι η ερμηνεία του λεκτικού που χρησιμοποιείται. Ο θεσμός δεν δίδει την εξουσία για προσθήκη ενός διαδίκου όποτε είναι δίκαιο ή βολικό. Δίδει την εξουσία προς την πιο πάνω κατεύθυνση μόνο όταν ο νέος διάδικος θα πρέπει να προστεθεί ως διάδικος ή όταν η παρουσία του είναι αναγκαία για την αποτελεσματική εκδίκαση όλων των επίδικων ζητημάτων στην υπόθεση». Σύμφωνα δε με τον Λόρδο Devlin στην Αmon v. Raphael Tuck & Sons Ltd
(1956)1 All E R 273 η παρεμπόδιση της πολλαπλότητας των διαδικασιών δεν αποτελεί τον πρωταρχικό σκοπό του θεσμού. Το Δικαστήριο διαθέτει άλλους τρόπους για να παρεμποδίσει την πολλαπλότητα των διαδικασιών. Όπως με το να διατάξει συνένωση αγωγών ή να επιτρέψει την έγερση διαδικασίας τριτοδιάδικου. Ο πρωταρχικός σκοπός του θεσμού ήταν η αντικατάσταση του plea in abatement, δηλαδή, η αναστολή ή ο τερματισμός μιας αγωγής όταν δεν βρίσκονταν ενώπιον του Δικαστηρίου οι απαραίτητοι διάδικοι. Ο θεσμός είναι πιο ευέλικτος από το plea αλλά ο σκοπός του είναι ο ίδιος. Για την εμβέλεια της εξουσίας του Δικαστηρίου διαφωτιστική είναι και η ακόλουθη περικοπή από την υπόθεση Ανδρέας Οδυσσέως v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1Β ΑΑΔ 1372, σελίδα 1375: «Η επιλογή των εναγομένων προσώπων σε μια αγωγή είναι δικαίωμα το οποίο ανήκει βασικά στον ενάγοντα (Βλ. Supreme Court Practice 1982 3 - σελ. 210. Το Δικαστήριο έχει ωστόσο την εξουσία (Βλ. Κανόνες Πολιτικής Δικονομίας - Διαταγή 9 θ.10) να διατάξει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, είτε κατόπιν αιτήσεως είτε χωρίς αίτηση, την προσθήκη οποιουδήποτε προσώπου ως διαδίκου την παρουσία του οποίου θεωρεί αναγκαία για την πλήρη και αποτελεσματική επίλυση όλων των θεμάτων που εγείρονται στην αγωγή. Είναι αυτόδηλο ότι το ζήτημα εμπίπτει στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου και καθώς έχει ειπωθεί στην Παπαχριστοφόρου v. Χαραλάμπους (ανωτέρω) η απόφαση ως προς το αν βρίσκονται όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι ενώπιον του Δικαστηρίου είναι συναρτημένη προς τα επίδικα θέματα όπως αυτά προσδιορίζονται στις γραπτές προτάσεις». Σχετική, επίσης, είναι και η υπόθεση P.T. Κiani Kertas v. Ιnterorient Navigation Company Limited κ.α.
(2001)1(Α) ΑΑΔ
  1. Η Δ.9 θ.10 αντιστοιχεί με την παλαιά Αγγλική Ο.16 r.
  2. Είναι, συνεπώς, χρήσιμα τα σχόλια που παρατίθενται στην Ετήσια Πρακτική του 1958 (Annual Practice) στην σελίδα 348 κάτω από τον τίτλο «When Order refused»: «When Order Refused - Where the addition will have the effect of adding a new cause of action the order may be refused (Raleigh v. Goschen
(1898)1 Ch. 81; cf. Ashley, v. Taylor 10 Ch. D. 768 and O.28, r.1(n)). A person indirectly interested will not be added (Moser v. Marsden,
(1892)1 Ch. 487); and a defendant against whom no relief is sought by the plaintiff will not be added against the wish of the latter (Hood-Barrs v. Frampton & Co.,
(1924)W.N. 287); a third party notice in such a case is usually the proper course». Με βάση την πιο πάνω περικοπή αίτηση για προσθήκη εναγόμενου δεν εγκρίνεται αν η προσθήκη θα έχει ως συνέπεια την προσθήκη νέας βάσης αγωγής ή αν αφορά πρόσωπα που ενδιαφέρονται στη διαδικασία μόνο έμμεσα ή αν καμία θεραπεία δεν επιδιώκεται από τον ενάγοντα σε σχέση με τον προτεινόμενο εναγόμενο και ο ενάγων δεν επιθυμεί την προσθήκη. Στην τελευταία δε περίπτωση η ενδεδειγμένη πορεία είναι η καταχώρηση ειδοποίησης τριτοδιάδικου. Άλλοι πρόσθετοι παράγοντες που δεν επιτρέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου υπέρ της αίτησης για προσθήκη εναγόμενου είναι η ενδεχόμενη καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής, το ότι ο προτεινόμενος εναγόμενος είναι αλλοδαπός εκτός της δικαιοδοσίας (Βλ. Sonco Canning Ltd v. Adriatica (Societe per Azioni di Navigazione)
(1983)1 CLR 127) καθώς και το κατά πόσο ο προτεινόμενος εναγόμενος θα μπορούσε να εγείρει θέμα παραγραφής της εναντίον του απαίτησης (Βλ. Covotsos Textiles Ltd v. Ellerman Lines Ltd a.o.
(1983)1 CLR 479, Lucy v. W.T. Henleys Telegraph Works Co. Ltd
(1970)1 QBD 393). Η Νομολογία κατέδειξε ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να επιτρέπει την προσθήκη εναγόμενου εναντίον του οποίου ο ενάγων δεν επιθυμεί να στραφεί εκτός αν υπάρχει πολύ δυνατή υπόθεση που να δεικνύει ότι στην δοσμένη περίπτωση δεν θα απονεμηθεί δικαιοσύνη εκτός αν ο εναγόμενος προστεθεί στην διαδικασία (Βλ. το Αγγλικό Σύγγραμμα The Digest 37
(2), 1983, επανέκδοση, σελ. 373, παράγραφος 2317). Σχετικές είναι και οι Aγγλικές αποφάσεις Νorris v. Beazley
(1877)(1874-80) All E R 774 και Dollfus Mieg et Companie S.A. v. Bank of England
(1951)Ch 33, 38. Aν, όμως, η προσθήκη είναι αναγκαία για να αποφασισθούν αποτελεσματικά και πλήρως όλα τα εγειρόμενα στην αγωγή θέματα και δεν υπάρχει βαρύνων λόγος γιατί να μην διαταχθεί η προσθήκη, το Δικαστήριο δύναται να πράξει ανάλογα (Βλ. Megas Hadjievangelou (No. 1) v. Dorami Marine Ltd a.o
(1978)1 CLR 545). Αναμφίβολα, έχοντας υπόψη την γενική αρχή η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται με ανάλογη προσοχή. Η απόφαση ως προς το αν βρίσκονται όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι ενώπιον του Δικαστηρίου είναι συναρτημένη προς τα επίδικα θέματα όπως αυτά προσδιορίζονται στις έγγραφες προτάσεις (Βλ. Παπαχριστοφόρου v. Χαραλλάμπους
(1991)ΑΑΔ 906 και Ανδρέας Οδυσσέως v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1(Γ) ΑΑΔ 1372). Θα με απασχολήσει πρώτα το θέμα του αναγκαίου διάδικου και συγκεκριμένα της προσθήκης του Καθ' ου η αίτηση ως εναγόμενου στην αγωγή. Η Αιτήτρια βασίζει το αίτημά της αυτό σε ισχυρισμούς που προστέθηκαν στην Υπεράσπιση του Εναγόμενου δυνάμει αίτησης τροποποίησης η οποία υπεβλήθη εκ μέρους του Εναγόμενου στις 31.10.13 και επακόλουθης έκδοσης σχετικού διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 21.3.14. Οι επικαλούμενοι ισχυρισμοί αναφέρονται στην παράγραφο 7 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Θεωρώ ως καταλυτική για το κρινόμενο ζήτημα την δήλωση της Καρδανά στην παράγραφο 14 της ένορκής της δήλωσης που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση. Αναφερόμενη στις νέες θέσεις του Εναγόμενου που πιο πάνω αναφέρονται η ενόρκως δηλούσα αναφέρει στην τελευταία πρόταση της πιο πάνω παραγράφου τα ακόλουθα: «Ακόμα μετά την 31/03/2014 ο εναγόμενος πρόβαλε θέσεις τις οποίες η ενάγουσα προηγουμένως δεν γνώριζε και ούτε ήταν σε θέση να γνωρίζει και με τις οποίες θέσεις φανερώνει ότι πέραν από τον ίδιο τον εναγόμενο ευθύνη για το επίδικο δυστύχημα ίσως να έχει και η Κυπριακή Δημοκρατία ένεκα των συνθηκών που περιγράφονται στην τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης του εναγομένου». Από την πιο πάνω δήλωση προκύπτει ευκρινώς ότι εξακολουθεί να αποτελεί θέση της Αιτήτριας ότι ο Εναγόμενος φέρει ευθύνη για το επίδικο δυστύχημα. Υπό το φως της πιο πάνω διαπίστωσης κρίνω ότι το αίτημα αναιρείται εκ θεμελίων. Καθότι και την ελάχιστη ευθύνη να φέρει ο Εναγόμενος θα μπορεί κάλλιστα να αποδοθεί ευθύνη και στον Καθ' ου η αίτηση. Σε μια τέτοια περίπτωση θα εκδοθεί απόφαση υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον του Εναγόμενου για ολόκληρο το ποσό που ήθελε κριθεί από το Δικαστήριο ότι δικαιούται η Αιτήτρια και, ακολούθως, απόφαση υπέρ του Εναγόμενου και εναντίον του Καθ' ου η αίτηση για το ποσό εκείνο που αναλογεί στο μερίδιο της ευθύνης που ήθελε αποδοθεί στον Καθ' ου η αίτηση από το Δικαστήριο ως συνεισφορά. Δηλαδή, αν ο Εναγόμενος έχει έστω και την ελάχιστη ευθύνη η υφιστάμενη διαδικασία είναι επαρκής για να κριθούν πλήρως και αποτελεσματικά τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις όλων περιλαμβανομένου του Καθ' ου η αίτηση χωρίς να είναι ανάγκη ο τελευταίος να προστεθεί ως εναγομένος. Η περίπτωση ενδεχομένως να ήταν διαφορετική αν με την αίτηση προβαλλόταν ως νέα θέση της Αιτήτριας ότι ο Εναγόμενος δεν φέρει ευθύνη για το επίδικο δυστύχημα και ότι αποκλειστική ευθύνη γι' αυτό φέρει ο Καθ' ου η αίτηση. Σε μια τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο δεν θα ήταν σε θέση να καθορίσει τις υποχρεώσεις του Καθ' ου η αίτηση έναντι της Αιτήτριας και, κατά συνέπεια, το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να αποφασίσει όλα τα επίδικα στη αγωγή ζητήματα πλήρως και αποτελεσματικά, οπότε ο Καθ' ου η αίτηση ενδεχομένως να κρινόταν αναγκαίος διάδικος. Αν ο Εναγόμενος ήθελε κριθεί από το Δικαστήριο ότι δεν φέρει ευθύνη για το επίδικο δυστύχημα θα ήταν αδύνατο να αποδοθεί οποιαδήποτε ευθύνη στον Καθ' ου η αίτηση ένεκα του ότι μεταξύ της Αιτήτριας και του Καθ' ου η αίτηση δεν υπάρχει η απαιτούμενη άμεση δικονομική σχέση. Μόνο που σε μια τέτοια περίπτωση κρίνω ότι η Αιτήτρια θα έπρεπε ταυτόχρονα να εξαιτείτο και αδείας του Δικαστηρίου για απόσυρση της αγωγής εναντίον του υφιστάμενου Εναγόμενου, διαφορετικά, ο σκοπός της αίτησης θα ήταν αλλότριος. Αν ο Εναγόμενος δεν έχει ευθύνη δεν θα μπορούσε να παραμένει στην διαδικασία με σκοπό η Αιτήτρια να στραφεί εναντίον άλλου εναγόμενου. Η χρήση της διαδικασίας για αλλότριο σκοπό απολήγει σε κατάχρηση ή εν πάση περιπτώσει εκθεμελιώνει την αναγκαία προϋπόθεση της καλής πίστης. Δεν διαφεύγει της προσοχής μου η δήλωση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Αιτήτριας κατά την αγόρευσή της σύμφωνα με την οποία δεν είναι διασαφηνισμένο από την Νομολογία αν ευθύνη σε περίπτωση που ο δρόμος δεν είναι εγγεγραμμένος έχει ο Δήμος ή η Δημοκρατία. Η πιο πάνω δήλωση είναι διάφορη από την αντίστοιχη δήλωση στην ένορκο δήλωση της Καρδανά και η οποία συζητήθηκε πιο πάνω. Όπως είδαμε, προκύπτει ως θέση από την ένορκο δήλωση της Καρδανά ότι στην βάση των νέων ισχυρισμών που περιλήφθηκαν στην τροποποιημένη Υπεράσπιση του Εναγόμενου ευθύνη για το επίδικο δυστύχημα μπορεί να έχει εκτός από τον Εναγόμενο και ο Καθ' ου η αίτηση. Με την δήλωση, όμως, της ευπαίδευτης συνηγόρου της Αιτήτριας που πιο πάνω αναφέρεται δηλώνεται κάτι πολύ διαφορετικό. Δηλώνεται ότι ευθύνη για το επίδικο δυστύχημα μπορεί να έχει είτε ο Εναγόμενος είτε ο Καθ' ου η αίτηση είτε και οι δύο. Θεωρώ ότι μεταξύ των δύο δηλώσεων το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη μόνο την δήλωση της Καρδανά αφ' ης στιγμής αυτή έχει τεθεί ενόρκως και αποτελεί την βάση για το αίτημα. Η δήλωση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Αιτήτριας στην αγόρευσή της δεν υποστηρίζεται από την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Είναι σαφώς νομολογημένο ότι δηλώσεις δικηγόρων κατά την αγόρευσή τους δεν υπέχουν μορφή μαρτυρίας και για τον λόγο αυτό δεν μπορούν να λαμβάνονται υπόψη (Βλ. Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Σιακόλα
(2002)1 ΑΑΔ 223 και King's Development Co Ltd v. Πηλέα
(2001)1 ΑΑΔ 733). Επίσης, προκύπτει από την πιο πάνω δήλωση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Αιτήτριας ότι η πλευρά της Αιτήτριας δεν είναι θετική αναφορικά με το αν ο Καθ' ου η αίτηση φέρει ευθύνη για το επίδικο δυστύχημα. Θέση της είναι ότι ο Καθ' ου η αίτηση μπορεί να έχει ευθύνη. Μα μια τέτοια δήλωση δεν είναι ικανή και πόρρω απέχει από τους ισχυρισμούς εκείνους που πρέπει ένας αιτητής να παρουσιάσει για να πείσει το Δικαστήριο ότι πρόσωπο ξένο προς την αγωγή είναι αναγκαίος διάδικος. Δεν μου διαφεύγουν, επίσης, τα όσα αναφέρθηκαν από την ευπαίδευτη συνήγορο της Αιτήτριας περί αοριστίας και ασάφειας που διέπει το θέμα της ευθύνης σε περίπτωση που ο δρόμος εντός του οποίου βρισκόταν το επίδικο πεζοδρόμιο δεν είναι εγγεγραμμένος προς δικαιολόγηση της θέσης της ότι σε μια τέτοια περίπτωση δεν είναι διασαφηνισμένο αν ευθύνη έχει ο Δήμος ή η Δημοκρατία. Εκτός του ότι και οι πιο πάνω δηλώσεις δεν υποστηρίζονται από ένορκο μαρτυρία και για τον λόγο αυτό δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη σύμφωνα με την πιο πάνω υποδειχθείσα Νομολογία υπάρχει σε αυτές το εξής επιλήψιμο στοιχείο. Είναι γενικές και αόριστες. Η συνήγορος παραπονείται για την Νομολογία. Αρκέσθηκε, όμως, σε μια γενικόλογη αναφορά. Δεν παρουσίασε την Νομολογία αυτή στο Δικαστήριο και δεν ανέπτυξε την θέση της ώστε να καταδείξει το βάσιμο της αφήνοντας, έτσι, την θέση της ατεκμηρίωτη. Προχώρησε, επίσης, να πει ότι το πρόβλημα ανάγεται σε τρεις ξεχωριστές Νομοθεσίες που συγκρούονται μεταξύ τους με αποτέλεσμα το θέμα να μην είναι ξεκάθαρο. Ούτε στις Νομοθεσίες αυτές έκανε αναφορά. Κατά συνέπεια, δεν υπέδειξε στο Δικαστήριο πώς το θέμα της ευθύνης καθίσταται ασαφές από την Νομοθεσία. Και πάλι δεν ανέπτυξε την θέση αυτή ώστε να καταδείξει το βάσιμό της. Επίσης, ενώ, από την μια, ισχυρίσθηκε ότι το πρόβλημα εστιάζεται σε Νομολογία που δεν είναι ξεκάθαρη, από την άλλη, ισχυρίσθηκε ότι το πρόβλημα δημιουργείται από τρεις ξεχωριστές Νομοθεσίες που αλληλοσυγκρούονται. Υπό το φως των πιο πάνω το αίτημα για προσθήκη του Καθ' ου η αίτηση ως εναγόμενου δεν μπορεί να εγκριθεί. Για την απόρριψη, όμως, του αιτήματος συντρέχουν κατά την κρίση μου και άλλοι λόγοι. Στην ένστασή του ο Καθ' ου η αίτηση θέτει θέμα παραγραφής. Όπως και πιο πάνω είδαμε, κατά πόσο ο σκοπούμενος εναγόμενος θα μπορούσε να εγείρει θέμα παραγραφής της εναντίον του απαίτησης αποτελεί πρόσθετο παράγοντα που δεν επιτρέπει την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου υπέρ της αίτησης για προσθήκη εναγόμενου. Διαφωτιστική επί του θέματος τούτου είναι η υπόθεση Covotsos Textiles Ltd v. Ellerman Lines Ltd a.o.
(1983)1 CLR 479 στην οποία έγινε εκτεταμένη ανασκόπηση της Αγγλικής Νομολογίας. Μεταξύ άλλων, έγινε αναφορά στην Αγγλική υπόθεση Liff v. Peasley
(1980)1 All E R 623, C.A. και στις αποφάσεις που εκδόθηκαν από τους Λόρδους Δικαστές Stephenson L.J. και Brandon L.J.. Στις σελίδες 488-489 της απόφασης παρατέθηκε το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Brandon L.J.: «It is an established rule of practice that the court will not allow a person to be added as defendant to an existing action if the claim sought to be made against him is already statute-barred and he desires to rely on that circumstance as a defence to the claim. Alternatively, if the court allowed such addition to be made ex parte in the first place, it will not, on objection then being taken by the person added, allow the addition to stand, I shall refer to the established rule of practice as 'the rule of practice'. There are two alternative bases on which the rule of practice can be justified. The first basis is that, if the addition were allowed, it would relate back so that the action would be deemed to have been begun as against the person added, not on the date of amendment, but on the date of the original writ; that the effect of such relation back would be to deprive the person added of an accrued defence to the claim on the ground that it was statute-barred; and that this would be unjust to that person. I shall refer to this first basis of the rule of practice as the 'relation back' theory. The second and alternative basis for the rule is that, where a person is added as defendant in an existing action, the action is only deemed to have been begun as against him on the date of amendment of the writ; that the defence that the claim is statute-barred therefore remains available to him; and that, since defence affords a complete answer to the claim, it would serve no useful purpose to allow the addition to be made. I shall refer to this second and alternative basis of the rule of practice as the 'no useful purpose' theory». Από το πιο πάνω απόσπασμα προκύπτουν τα ακόλουθα: σύμφωνα με τον καθιερωμένο κανόνα πρακτικής το Δικαστήριο δεν θα επιτρέψει την προσθήκη εναγόμενου αν η απαίτηση εναντίον του έχει ήδη παραγραφεί και το πρόσωπο που σκοπείται να προστεθεί ως εναγόμενος επιθυμεί να επικαλεσθεί την παραγραφή ως υπεράσπιση αν το Δικαστήριο επιτρέψει την προσθήκη στην βάση μονομερούς αιτήσεως, στην βάση του πιο πάνω κανόνα πρακτικής δεν θα επιτρέψει την συνέχιση της προσθήκης σε περίπτωση που ο διάδικος που προστέθηκε ενστεί στην προσθήκη η πιο πάνω πρακτική βρίσκει την δικαιολογία της σε δύο εναλλακτικές βάσεις: σύμφωνα με την πρώτη, γνωστή ως η θεωρία «relation back», αν η προσθήκη επιτραπεί θεωρείται ότι ανατρέχει πίσω στον χρόνο, με αποτέλεσμα η αγωγή να θεωρείται ότι άρχισε εναντίον του προστιθέμενου διαδίκου όχι κατά τον χρόνο της τροποποίησης, αλλά κατά την ημέρα που καταχωρήθηκε το αρχικό κλητήριο. Με αποτέλεσμα ο διάδικος που προστέθηκε να στερείται κεκτημένης υπεράσπισης στην απαίτηση στην βάση της παραγραφής. Κάτι το οποίο θα επέφερε αδικία σε αυτόν. Σύμφωνα με την δεύτερη, γνωστή ως η προσέγγιση «no useful purpose», όταν πρόσωπο προστίθεται ως εναγόμενος σε υφιστάμενη αγωγή η αγωγή θεωρείται ότι άρχισε εναντίον του κατά τον χρόνο της τροποποίησης του κλητηρίου και, επομένως, η υπεράσπιση της παραγραφής παραμένει διαθέσιμη σε αυτόν. Και επειδή η υπεράσπιση της παραγραφής αποτελεί πλήρη υπεράσπιση στην απαίτηση η προσθήκη δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε χρήσιμο σκοπό. Στην υπόθεση Covotsos Textiles Ltd v. Ellerman Lines Ltd a.o.
(1983)1 CLR 479, που πιο πάνω μνημονεύεται, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι από τις αποφάσεις των Λόρδων Δικαστών Stephenson και Brandon προκύπτει ότι οι δύο πιο πάνω Δικαστές απέρριψαν την θεωρία «relation back» χάριν της προσέγγγισης «no useful purpose». Αναφορικά με την απόφαση του Brandon L.J., αυτό καθίσταται έκδηλο από σχετικό απόσπασμα το οποίο παρατίθεται στις σελίδες 489-490 της Κυπριακής υπόθεσης και που συνοψίζεται στα ακόλουθα. Η αίτηση από τον ενάγοντα για άδεια προσθήκης προσώπου ως εναγόμενου σε υφιστάμενη αγωγή κανονικά υποβάλλεται μονομερώς. Αν η αίτηση εγκριθεί το κλητήριο πρέπει να τροποποιηθεί και επιδοθεί στον διάδικο που προστέθηκε. Αν ο διάδικος που προστέθηκε και στον οποίο επιδόθηκε το τροποποιημένο κλητήριο ενίσταται στην προσθήκη στην βάση του ότι η απαίτηση είχε παραγραφεί πριν την τροποποίηση του κλητηρίου η σύνηθης πρακτική είναι όπως ο εν λόγω διάδικος καταχωρήσει εμφάνιση υπό όρους και, ακολούθως, αιτηθεί για παραμερισμό του τροποποιημένου κλητηρίου και της επίδοσής του σε αυτόν. Αν αποδείξει ότι η απαίτηση εναντίον του είχε παραγραφεί πριν την τροποποίηση του κλητηρίου δικαιούται σύμφωνα με τον πιο πάνω κανόνα πρακτικής στον παραμερισμό. Ο διάδικος που ακολουθεί την πιο πάνω διαδικασία τυγχάνει του ευεργετήματος του κανόνα πρακτικής και είναι άνευς σημασίας η ενασχόληση με το ποια από τις δύο εναλλακτικές βάσεις είναι η ορθή. Στην υπόθεση Liff v. Peasley
(1980)1 All E R 623, που πιο πάνω μνημονεύεται, οι δικηγόροι του εναγόμενου που προστέθηκε δεν είχαν ακολουθήσει την πιο πάνω διαδικασία. Το τροποποιημένο κλητήριο επιδόθηκε στον νέο εναγόμενο, αυτός καταχώρησε εμφάνιση άνευ όρων και στην συνέχεια καταχώρησε Υπεράσπιση στην οποία δικογραφόταν ότι η απαίτηση ήταν παραγεγγραμμένη. Το ερώτημα ήταν αν ο νέος διάδικος που είχε καταχωρήσει εμφάνιση άνευ όρων δικαιούτο να ενστεί στην προσθήκη του στην αγωγή. Η απάντηση ήταν καταφατική. Λέχθηκε ότι και αν ακόμα θεωρηθεί ότι η καταχώρηση εμφάνισης άνευ όρων εμποδίζει τον νέο διάδικο να ενστεί στην προσθήκη του στην βάση του σχετικού θεσμού των Κανονισμών δικαιούται, ωστόσο, να επικαλεσθεί τον Νόμο περί παραγραφής καθότι η βάση του κανόνα πρακτικής δεν είναι η θεωρία «relation back», αλλά το ότι η αγωγή εναντίον του προσώπου που προστέθηκε ως εναγόμενος θεωρείται ότι άρχισε εναντίον του από την ημερομηνία κατά την οποία το κλητήριο τροποποιήθηκε, ώστε αν η αγωγή είχε τότε παραγραφεί δεν υπάρχει οποιοσδήποτε χρήσιμος σκοπός για να επιτραπεί η προσθήκη. Στην βάση των πιο πάνω λέχθηκε ότι η προσθήκη του εναγόμενου έχει ισχύ από την ημερομηνία που το κλητήριο τροποποιήθηκε και όχι από την ημερομηνία του αρχικού κλητηρίου. Επομένως, το Δικαστήριο μπορούσε να απορρίψει συνοπτικά την αγωγή στην βάση της παραγραφής. Το ότι η προσθήκη δεν ανατρέχει αναδρομικά, αλλά έχει ισχύ από την ημερομηνία της έκδοσης του διατάγματος που την επιτρέπει επιβεβαιώθηκε και στην υπόθεση Leadbitter v. Hodge Finance Ltd and others
(1982)2 All E R 167, στην οποία έγινε, επίσης, αναφορά στην Covotsos Textiles Ltd. Στην πιο πάνω υπόθεση λέχθηκε ξεκάθαρα ότι για σκοπούς εφαρμογής του κανόνα πρακτικής σύμφωνα με τον οποίο δεν θα πρέπει να προστίθεται πρόσωπο ως εναγόμενος σε υφιστάμενη αγωγή όταν η απαίτηση εναντίον του έχει παραγραφεί, η ημερομηνία στην βάση της οποίας θα πρέπει να εξετασθεί αν η απαίτηση έχει παραγραφεί είναι η ημερομηνία κατά την οποία ακούσθηκε η αίτηση για τροποποίηση του κλητηρίου ή όπως διαφορετικά διατυπώθηκε από τον Δικαστή Bush J. η ημερομηνία κατά την οποία το κλητήριο τροποποιήθηκε με άδεια του Δικαστηρίου. Στην Αγγλική υπόθεση Liptons Cash Registers and Business Equipment Ltd v. Hugin (GB) Ltd and others
(1982)1 All E R 595, στην οποία, επίσης, έγινε αναφορά στην Κυπριακή υπόθεση Covotsos Textiles Ltd, επιβεβαιώθηκε ότι ο κανόνας πρακτικής οφείλει την ύπαρξή του στο ότι αν κατά τον νόμο η προσθήκη έχει ισχύ από την ημερομηνία έκδοσης του κλητηρίου εντάλματος ο εναγόμενος που προστέθηκε στερείται της υπεράσπισης της παραγραφής, ενώ αν η προσθήκη έχει ισχύ από την ημερομηνία τροποποίησης του κλητηρίου ο εναγόμενος που προστέθηκε δεν στερείται της πιο πάνω υπεράσπισης. Λέχθηκαν, επίσης, και τα ακόλουθα. Αν δεν είναι σαφές (plain), αλλά μόνο συζητήσιμο (arguable) κατά πόσο κατά την ημερομηνία τροποποίησης του κλητηρίου η υπεράσπιση της παραγραφής θα πετύχει αναφορικά με ολόκληρη ή μέρος της απαίτησης του ενάγοντα το Δικαστήριο κατά την ενάσκηση της ευρείας διακριτικής εξουσίας που κέκτηται από την Δ.15, θ.6
(2)(b)(ii) των παλαιών Αγγλικών Θεσμών να διατάξει την προσθήκη διαδίκου υπό τέτοιους όρους ως θα θεωρήσει δίκαιους έχει εξουσία να κάνει εξαίρεση στον κανόνα πρακτικής και να επιτρέψει την τροποποίηση υπό τον όρο ότι η διαδικασία εναντίον του νέου εναγόμενου θα θεωρείται ότι άρχισε κατά την ημερομηνία της τροποποίησης. Η πιο πάνω προσέγγιση εξασφαλίζει την επίτευξη δικαιοσύνης μεταξύ των διαδίκων, καθότι, αφενός, ο νέος εναγόμενος μπορεί να επικαλεσθεί την παραγραφή ως υπεράσπιση, αφετέρου, ο ενάγων μπορεί την ίδια στιγμή να αμφισβητήσει το βάσιμό της. Λέχθηκε, επίσης, ότι ο κανόνας ότι η προσθήκη διαδίκου σε υφιστάμενη αγωγή δεν επιτρέπεται αν στερεί στον εναγόμενο κεκτημένη υπεράσπιση παραγραφής δεν είναι κανόνας ουσιαστικού δικαίου αλλά μόνο κανόνας πρακτικής και ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν εμποδίζεται να παραχωρήσει άδεια για την προσθήκη ενός νέου εναγόμενου υπό τον όρο ότι η προσθήκη θα έχει ισχύ από την ημερομηνία της τροποποίησης του κλητηρίου και, βεβαίως, η προσέγγιση αυτή δεν αναιρεί τον σκοπό του κανόνα που είναι η διασφάλιση και διατήρηση της υπεράσπισης της παραγραφής η οποία μπορεί να είναι διαθέσιμη στον νέο εναγόμενο. Στην υπό εξέταση περίπτωση η απαίτηση της Αιτήτριας βασίζεται στο αστικό αδίκημα της αμέλειας. Το επίδικο δυστύχημα επισυνέβη σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας στις 29.3.07. Το άρθρο 68 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, όπως τροποποιήθηκε, διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Καμιά αγωγή δεν εγείρεται για αστικό αδίκημα, εκτός αν αυτή εγερθεί— (α) εντός τριών ετών αμέσως μετά την πράξη ή παράλειψη για την οποία εγέρθηκε η αγωγή, ή (β) αν το αστικό αδίκημα προκαλεί νέα ζημιά κατά εξακολούθηση από μέρα σε μέρα, εντός τριών ετών από την κατάπαυση αυτής, ή (γ) αν η βάση της αγωγής δεν προκύπτει από την τέλεση οποιασδήποτε πράξης ή παράλειψης για τέλεση πράξης αλλά από τη ζημιά που απορρέει από την πράξη αυτή ή παράλειψη εντός των τριών αμέσως επόμενων ετών μετά που ο ενάγοντας υπέστη τη ζημιά, (δ) αν το αστικό αδίκημα δόλια αποκρύφτηκε από τον εναγόμενο, εντός τριών ετών από την ανακάλυψή του από τον ενάγοντα, ή από το χρόνο που θα ανακαλύπτετο από αυτό αν κατέβαλλε εύλογη φροντίδα και επιμέλεια: Νοείται ότι αν κατά το χρόνο που προκύπτει πρώτα η βάση της αγωγής, αν ο ενάγοντας δεν συμπλήρωσε το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του ή δεν έχει σώες τις φρένες του ή ο εναγόμενος δεν βρίσκεται στη Δημοκρατία, οι τριετείς αυτές προθεσμίες δεν αρχίζουν να τρέχουν μέχρις ότου ο ενάγοντας συμπληρώσει το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του ή παύσει να μην έχει σώες τις φρένες του ή ο εναγόμενος επανέλθει στη Δημοκρατία: Νοείται περαιτέρω ότι καμιά διάταξη που περιλαμβάνεται στο άρθρο αυτό δεν θεωρείται ότι επηρεάζει τις διατάξεις του άρθρου 34 του περί Διαχείρισης Κληρονομιών Νόμου και του άρθρου 58 του Νόμου αυτού». Πιο κάτω παρατίθενται οι πρόνοιες από τον Περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμο, Ν. 66(Ι)/12, όπως τροποποιήθηκε, από τώρα και στο εξής «ο Νόμος 66(Ι)/12, που ενδιαφέρουν: Το άρθρο 6
(1)του Νόμου 66(Ι)/12 διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «
(1)Τηρουμένων των εδαφίων
(2),
(3)και
(4)καμιά αγωγή δεν εγείρεται για αστικό αδίκημα μετά την πάροδο έξι ετών από την ημέρα συμπλήρωσης της βάσης της αγωγής
(2)Αν η αξίωση στην αγωγή αφορά αποζημιώσεις για αμέλεια, οχληρία ή παράβαση θέσμιου καθήκοντος, καμιά αγωγή δεν εγείρεται μετά την πάροδο τριών ετών από την ημέρα κατά την οποία συμπληρώθηκε η βάση της αγωγής, εκτός αν το πρόσωπο που υπέστη την σωματική βλάβη έλαβε γνώση της βλάβης μεταγενέστερα, οπότε ο χρόνος παραγραφής αρχίζει από την ημέρα που έλαβε γνώση
(3)Σε οποιαδήποτε αγωγή, στην οποία η αξίωση αφορά αποζημιώσεις για πρόκληση σωματικής βλάβης ή και θανάτου ένεκα αστικού αδικήματος, το δικαστήριο έχει διακριτική εξουσία, αφού λάβει υπόψη τους λόγους και το χρόνο καθυστέρησης στην καταχώρηση της αγωγής και την διάρκεια της ανικανότητας του ενάγοντα ή, ανάλογα με την περίπτωση, του αποβιώσαντα, να χειριστεί την υπόθεσή του, τη προσπάθεια του ενάγοντα ή, ανάλογα με την περίπτωση, του αποβιώσαντα για εξασφάλιση των απαραιτήτων σχετικών στοιχείων και τη στάση του εναγομένου σε σχέση με την προσπάθεια αυτή και τις συνέπειες της καθυστέρησης σε σχέση με τη διασφάλιση ή και την αξιοπιστία της μαρτυρίας, να αποφασίσει τη μη εφαρμογή των διατάξεων περί παραγραφής: Νοείται ότι, η πιο πάνω διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου δε θα ασκείται μετά την πάροδο δύο ετών από την ημέρα παραγραφής του δικαιώματος έγερσης αγωγής.
(4)Καμιά αγωγή για δυσφήμηση ή κακόπιστη ψευδολογία (malicious falsehood) δεν εγείρεται μετά την πάροδο ενός έτους από την ημέρα συμπλήρωσης της βάσης της αγωγής». Το άρθρο 26 του Νόμου 66(Ι)/12 διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Καμιά αγωγή δεν εγείρεται μετά την 31η Δεκεμβρίου 2014, αν η βάση της αγωγής συμπληρώθηκε οποτεδήποτε πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου, εκτός αν ο χρόνος μεταξύ της ημέρας κατά την οποία είχε συμπληρωθεί η βάση της αγωγής μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2014 είναι μικρότερος από τον δυνάμει του παρόντος Νόμου χρόνο παραγραφής για το συγκεκριμένο δικαίωμα αγωγής, οπότε ο χρόνος παραγραφής είναι ο καθοριζόμενος από τον παρόντα Νόμο χρόνος». Το άρθρο 29 του Νόμου 66(Ι)/12 διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «
(1)Από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου καταργούνται οι νόμοι που αναφέρονται στην πρώτη στήλη του Παραρτήματος και στην έκταση που αναφέρεται στη δεύτερη στήλη του εν λόγω Παραρτήματος
(2)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 24 του παρόντος Νόμου, ανεξάρτητα από την προβλεπόμενη σε οποιοδήποτε ειδικό νόμο προθεσμία για παραγραφή, σε περίπτωση σύγκρουσης υπερισχύουν οι πρόνοιες του παρόντος Νόμου. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ (άρθρο 29) ΠΡΩΤΗ ΣΤΗΛΗ ΔΕΥΤΕΡΗ ΣΤΗΛΗ ΝΟΜΟΙ ΕΚΤΑΣΗ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗΣ ............ ....................................... Ο περί Αστικών Αδικημάτων Νόμος, Κεφ. 148. άρθρο 68, αλλά μόνο σε σχέση με πράξη ή παράλειψη που επισυνέβηκε κατά ή μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος Νόμου ........... ..................................... Από τις πρόνοιες του Παραρτήματος του Νόμου 66(Ι)/12 που αφορά στο άρθρο 68 του Κεφ. 148, όπως τροποποιήθηκε, αλλά και σε συνδυασμό με τις πρόνοιες του άρθρου 24(ε) του Νόμου 66(Ι)/12, μέρος του οποίου παρατίθεται πιο κάτω, προκύπτει έκδηλα ότι πρόθεση του Νομοθέτη ήταν όπως για πράξεις ή παραλείψεις που συνιστούν αστικά αδικήματα και που επισυνέβησαν πριν την έναρξη της ισχύος του Νόμου 66(Ι)/12, ήτοι πριν την 1.7.12 (άρθρο 28), ισχύ έχει το άρθρο 68 του Κεφ. 148, όπως τροποποιήθηκε, το οποίο καθορίζει περίοδο παραγραφής τρία χρόνια. Το εν λόγω άρθρο καταργείται μόνο αναφορικά με πράξεις ή παραλείψεις που επισυνέβησαν κατά ή μετά την 1.7.12. Η ρητή δε αναφορά στο Παράρτημα του Νόμου 66(Ι)/12 περί κατάργησης του άρθρου 68 του Κεφ. 148, όπως τροποποιήθηκε, αναφορικά με πράξεις ή παραλείψεις που επισυνέβησαν κατά ή μετά την 1.7.12 άλλη ερμηνεία δεν θα μπορούσε να επιδεχθεί από το ότι πρόθεση του Νομοθέτη ήταν όπως για πράξεις ή παραλείψεις που επισυνέβησαν πριν την 1.7.12 ισχύ έχει το εν λόγω άρθρο και όχι οι πρόνοιες του Νόμου 66(Ι)/12. Είναι δε σε αυτές τις περιπτώσεις και μόνο, ήτοι στις περιπτώσεις που δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 68 του Κεφ. 148, όπως τροποποιήθηκε, που ισχύ για αστικά αδικήματα έχει το άρθρο 6 του Νόμου 66(Ι)/12. Επίσης, το άρθρο 24 του Νόμου 66(Ι)/12 διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Οι διατάξεις του παρόντος Νόμου δεν επηρεάζουν: .......................................................................................................................... (ε) τις ειδικές προθεσμίες που αναφέρονται σε οποιαδήποτε νομική διάταξη, αν: (
  1. i)αυτή δεν περιλαμβάνεται στις καταργούμενες από το άρθρο 29 διατάξεις, και (
  2. ii)δεν είχε ανασταλεί δυνάμει του περί Αναστολής του Χρόνου Παραγραφής (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμου, .......................................................................................................................». Το άρθρο 68 του Κεφ. 148, όπως τροποποιήθηκε, δεν καταργήθηκε από το άρθρο 29 του Νόμου 66(Ι)/12 για πράξεις ή παραλείψεις που έλαβαν χώρα πριν την 1.7.12, τουναντίον, διατηρήθηκε ρητά σε ισχύ, και δεν αναστάληκε από τον Περί Αναστολής του Χρόνου Παραγραφής (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμο, Ν. 110(Ι)/2002. Υπό το φως των πιο πάνω προκύπτει ότι για αστικά αδικήματα που έλαβαν χώρα πριν την 1.7.12 ισχύ έχει το άρθρο 68 του Κεφ. 148, όπως τροποποιήθηκε, κάτι με το οποίο συμφωνεί, αξίζει να σημειωθεί, και η πλευρά της Αιτήτριας. Ενώ για αστικά αδικήματα που έλαβαν χώρα κατά ή μετά την 1.7.12 ισχύ έχει το άρθρο 6 του Νόμου 66(Ι)/12. Το άρθρο δε 26 του Νόμου 66(Ι)/12 αποτελεί μεταβατική διάταξη η οποία έχει εφαρμογή στις περιπτώσεις εκείνες που η περίοδος παραγραφής διέπεται πλέον από τις πρόνοιες του Νόμου 66(Ι)/12 και όχι από άλλη Νομοθετική διάταξη, όπως στην υπό εξέταση περίπτωση από το άρθρο 68 του Κεφ. 148, όπως τροποποιήθηκε, και η βάση της αγωγής συμπληρώθηκε καθ' οιονδήποτε χρόνο πριν την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του, ήτοι πριν την 1.7.12. Σε μια τέτοια περίπτωση πρόσωπο δύναται να καταχωρήσει οποιαδήποτε αγωγή μέχρι και την 31.12.14, εκτός αν ο χρόνος μεταξύ της ημέρας κατά την οποία συμπληρώθηκε η βάση της αγωγής μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2014 είναι μικρότερος από τον χρόνο παραγραφής που για το συγκεκριμένο δικαίωμα αγωγής καθορίζεται από τον Νόμο 66(Ι)/12, οπότε ο χρόνος παραγραφής είναι ο χρόνος που καθορίζεται από τον τελευταίο Νόμο. Υπό το φως των πιο πάνω και αφ' ης στιγμής, πρώτο, η περίοδος παραγραφής στην υπό εξέταση περίπτωση διέπεται από το άρθρο 68 του Κεφ. 148, όπως τροποποιήθηκε, δεύτερο, το εν λόγω άρθρο καθορίζει περίοδο παραγραφής 3 έτη σε αστικά αδικήματα, τρίτο, το επίδικο δυστύχημα επισυνέβη στις 29.3.07 και, τέταρτο, η αιτούμενη προσθήκη, αν επιτραπεί, θα έχει ισχύ από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος τροποποίησης του κλητηρίου εντάλματος, το αγώγιμο δικαίωμα της Αιτήτριας εναντίον του Καθ' ου η αίτηση θεωρείται ότι παραγράφηκε πριν την υποβολή της υπό κρίση αίτησης και, μάλιστα, πολύ πιο πριν και συγκεκριμένα στις 28.3.10. Ο Καθ' ου η αίτηση προτίθεται να επικαλεσθεί την υπεράσπιση της παραγραφής στην Υπεράσπιση που θα διαταχθεί να καταχωρήσει σε περίπτωση που η αιτούμενη προσθήκη επιτραπεί. Αν και κανένας ισχυρισμός δεν προβάλλεται ρητά στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση που να υποστηρίζει κάτι τέτοιο θεωρώ ότι η προβολή και μόνο του θέματος της παραγραφής ως λόγου ένστασης στην ένσταση αυτό εύλογα και λογικά καταμαρτυρεί. Επίσης, στην προφορική της αγόρευση η ευπαίδευτη συνήγορος του Καθ' ου η αίτηση ανέφερε ότι το ζήτημα της παραγραφής δεν τέθηκε ως λόγος ένστασης για να αποφασισθεί επί της ουσίας «τώρα». Η ευπαίδευτη συνήγορος, προδήλως, λανθασμένα εξέλαβε ότι σε αντίθεση με την πιο πάνω θέση της το θέμα της παραγραφής μπορεί να αποφασισθεί στα πλαίσια της υπό κρίση αίτησης. Αυτό, όμως, δεν έχει σημασία. Ό,τι έχει σημασία είναι ό,τι εύλογα προκύτπει από την πιο πάνω δήλωση. Ότι, δηλαδή, σύμφωνα με την πλευρά του Καθ' ου η αίτηση το θέμα της παραγραφής θα αποφασισθεί επί της ουσίας σε κατοπινό στάδιο. Αυτό σύμφωνα με το σκεπτικό που διέπει την πιο πάνω δήλωση δεν θα μπορούσε να γίνει παρά μόνο με την έγερση του ζητήματος της παραγραφής στην Υπεράσπιση που θα διαταχθεί ο Καθ' ου η αίτηση να καταχωρήσει σε περίπτωση που το αίτημα ήθελε εγκριθεί από το Δικαστήριο. Πράγμα που σημαίνει ότι ο Καθ' ου η αίτηση έχει πρόθεση να το εγείρει. Τα πιο πάνω δεν επιτρέπουν στο Δικαστήριο στην βάση του κανόνα πρακτικής να επιτρέψει την αιτούμενη προσθήκη. Σημειώνεται ότι και αν ακόμα θεωρείτο ότι η τροποποίηση ισχύει αναδρομικά, ήτοι από τον χρόνο καταχώρησης του αρχικού κλητηρίου, και πάλι δεν θα επέτρεπα την αιτούμενη προσθήκη. Καθότι σύμφωνα με τα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν θα ήταν άδικο για τον Καθ' ου η αίτηση να στερηθεί μιας κεκτημένης στην βάση της παραγραφής υπεράσπισης στην απαίτηση της Αιτήτριας. Επίσης, στην υπό εξέταση περίπτωση και εν' όψει των όσων αναφέρθηκαν ενωρίτερα δεν είναι αβέβαιο και δεν επιδέχεται επιχειρηματολογίας ότι η υπεράσπιση της παραγραφής θα πετύχει. Τουναντίον, τούτο είναι σαφές. Αξίζει να σημειωθεί η περί του αντιθέτου θέση της πλευράς της Αιτήτριας. Ότι δε επί του προκειμένου διατυπώθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο της Αιτήτριας κατά την αγόρευσή της είναι ότι η απαίτηση της Αιτήτριας δεν παραγράφηκε με την δικαιολογία ότι η Αιτήτρια υποφέρει μέχρι σήμερα από κατάλοιπα τα οποία είναι απότοκα των σωματικών βλαβών τις οποίες αυτή ισχυρίζεται ότι υπέστη συνεπεία του επίδικου δυστυχήματος και τα οποία είναι μόνιμα και θα συνεχίσουν να υπάρχουν. Δεν έχω την παραμικρή επιφύλαξη να πω πως η πιο πάνω θέση είναι λανθασμένη. Το ότι δυνατόν αυτό να συμβαίνει δεν κατατάσσει την κρινόμενη περίπτωση στην περίπτωση εκείνη κατά την οποία το αστικό αδίκημα προκαλεί ζημία κατ' εξακολούθηση από μέρα σε μέρα, οπότε και σύμφωνα με το άρθρο 68
(1)(β) του Κεφ. 148, όπως τροποποιήθηκε, το οποίο και επικαλέσθηκε η ευπαίδευτη συνήγορος της Αιτήτριας κατά την αγόρευσή της, το αγώγιμο δικαίωμα παραγράφεται εντός τριών ετών από την κατάπαυση αυτής. Από την Έκθεση Απαίτησης προκύπτει ότι στην κρινόμενη περίπτωση η ισχυριζόμενη ζημία έλαβε χώρα κατά την ημέρα του επίδικου δυστυχήματος και δεν προκαλείται από την ισχυριζόμενη αμέλεια του Εναγόμενου ζημία κατ' εξακολούθηση από μέρα σε μέρα. Η Αιτήτρια απλά βιώνει τις συνέπειες από την προκληθείσα ζημία. Υπό το φως της πιο πάνω διαπίστωσης δεν κρίνω σκόπιμο ή ορθό ή δίκαιο, ακόμα και αν έκρινα ότι ο Καθ' ου η αίτηση ήταν αναγκαίος διάδικος, να ασκήσω την εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από την Δ.10, θ.9 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας και να εγκρίνω την αιτούμενη προσθήκη υπό όρους, παρόμοιους με αυτούς που διατάχθηκαν στην υπόθεση Liptons Cash Registers and Business Equipment Ltd v. Hugin (GB) Ltd and others
(1982)1 All E R 595, που πιο πάνω μνημονεύεται. Και μια τελευταία πτυχή του θέματος. Αν επιτρεπόταν η προσθήκη του Καθ' ου η αίτηση ως εναγόμενου στην αγωγή η απαίτηση της Αιτήτριας εναντίον του θα αναστέλλονταν σύμφωνα με την Νομολογία στην βάση της παραγραφής που θα εγειρόταν με την Υπεράσπιση του Καθ' ου η αίτηση ως νέου εναγόμενου. Αυτό, όμως, θα άφηνε ανεπανόρθωτα εκτεθειμένο τον νυν Εναγόμενο. Καθότι αν με τον πιο πάνω τρόπο ο Καθ' ου η αίτηση «έφευγε» από την αγωγή ο νυν Εναγόμενος θα έχανε και την δυνατότητα να επιμερισθεί η ευθύνη μεταξύ του και του Καθ' ου η αίτηση ως νέου εναγόμενου αφού προηγουμένως με την προσθήκη του Καθ' ου η αίτηση ως εναγόμενου θα είχε απωλέσει οριστικά και την δυνατότητα να επωφεληθεί συνεισφοράς από τον Καθ' ου η αίτηση ως τριτοδιάδικου σε περίπτωση που, πρώτα, ήθελε κριθεί ο ίδιος υπεύθυνος, και ακολούθως, ο Καθ' ου η αίτηση. Μπορεί ο Εναγόμενος να μην ενέστη στην υπό κρίση αίτηση. Αυτό, όμως, δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να αναλογισθεί την πιο πάνω παράμετρο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και να ενεργήσει με τρόπο όπως το δίκαιο της υπόθεσης απαιτεί κατ' εφαρμογή του καθήκοντός του να απονέμει δικαιοσύνη μεταξύ των διαδίκων. Ένας τρίτος λόγος που συνηγορεί με απόρριψη του αιτήματος είναι και το ότι το υπό συζήτηση αίτημα δεν υποβλήθηκε με σπουδή, αλλά με καθυστέρηση. Για την σημασία της καθυστέρησης και την ανάγκη για δικαιολόγηση της οποιασδήποτε τυχόν καθυστέρησης στην υποβολή αιτήματος για τροποποίηση ισχύουν οι αρχές που αναφέρονται πιο κάτω και που διέπουν το θέμα της τροποποίησης δικογράφων στην βάση της Διάταξης 25 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Και αν ακόμα δεχθώ ότι η Αιτήτρια ή οι δικηγόροι της δικαιολογημένα δεν έστρεψαν την προσοχή τους στους ισχυρισμούς του Εναγόμενου οι οποίοι και αποτελούν την βάση για το αίτημα παραμένει το γεγονός ότι η Αιτήτρια γνώριζε για τους εν λόγω ισχυρισμούς από τις 31.3.14 που καταχωρήθηκε η τροποποιημένη Υπεράσπιση του Εναγόμενου. Και αντί από τότε ή σύντομα μετά να προβεί στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης ανέμενε να καταχωρήσει αυτήν στις 12.6.14, ήτοι 2 ½ μήνες μετά και, το σημαντικότερο, αφότου ήδη κάλεσε τέσσερεις μάρτυρες για την πλευρά της των οποίων η μαρτυρία ακούσθηκε και ολοκληρώθηκε. Καμία δε ικανοποιητική εξήγηση δεν δόθηκε για την σημαντική υπό το φως των πιο πάνω πτυχών αυτή καθυστέρηση. Το ότι το θέμα της ονομασίας της οδού στην οποία βρισκόταν το πεζοδρόμιο αποκρυσταλλώθηκε σύμφωνα με την Δαμιανού κατά τις 6.6.14 δεν αποτελεί δικαιολογία για το ότι το υπό συζήτηση αίτημα υποβλήθηκε μετά την πιο πάνω ημερομηνία. Το θέμα της ονομασίας της οδού είναι εντελώς ασύνδετο με την αιτούμενη προσθήκη διαδίκου. Έναυσμα για την αιτούμενη τροποποίηση δεν θα έπρεπε να είναι η αποκρυστάλλωση σύμφωνα με την Δαμιανού του θέματος της ονομασίας της οδού, αλλά η καταχώρηση της τροποποιημένης Υπεράσπισης. Τότε ήταν και που η Αιτήτρια όφειλε να αποταθεί για προσθήκη διαδίκου. Μόνο που δεν έπραξε έτσι. Καμία, επομένως, δικαιολογία δεν προβάλλεται για την καθυστέρηση που παρατηρείται στην υποβολή του αιτήματος. Στην αγωγή Ναυτοδικείου Kallice Holding Co Ltd ν. MTR Metals (Overseas) Ltd (Αρ. 1)
(1996)1 ΑΑΔ 162 δύο χρόνια και τέσσερις περίπου μήνες μετά την καταχώρηση της αγωγής και δύο περίπου μήνες μετά την αποπεράτωση της υπόθεσης των εναγόντων, οι εναγόμενοι καταχώρισαν αίτηση επιδιώκοντας να τροποποιήσουν την Υπεράσπισή τους εισάγοντας νέα βάση. Η μόνη εξήγηση για την καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης ήταν ότι η μαρτυρία που στοιχειοθετούσε την νέα υπεράσπιση είχε περιέλθει πολύ καθυστερημένα σε γνώση των δικηγόρων τους. Οι εναγόμενοι υπέβαλαν ένσταση και εισηγήθηκαν ότι η μαρτυρία ήταν γνωστή στους εναγομένους και στην διάθεσή τους όταν ετοιμάστηκε η Υπεράσπιση, κάτι που δεν αμφισβητήθηκε από τους εναγόμενους, και επίσης ότι η αναπροσαρμογή της υπόθεσής τους θα τους προκαλούσε μεγάλη ταλαιπωρία αφού επιβάλλετο η επανακλήτευση τριών μαρτύρων τους οι οποίοι είχαν ήδη δώσει μαρτυρία. Η αίτηση απερρίφθη από το Ανώτατο Δικαστήριο υπό την μονομελή του σύνθεση. Λέχθηκε ότι η παροχή άδειας για τροποποίηση σε προχωρημένο στάδιο της δίκης ασκείται με φειδώ λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην προκείμενη περίπτωση η προβολή νέας υπεράσπισης στο προχωρημένο στάδιο που είχε φθάσει η υπόθεση, μετά την μαρτυρία των τριών μαρτύρων των εναγόντων, μετέβαλλε το πλαίσιο της δίκης, ανέτρεπε την πορεία της διαδικασίας, και επέβάλλε τον επανακαθορισμό της θέσης των εναγόντων με ορατές ζημιογόνες συνέπειες για τα δικαιώματά τους και την απόδειξη της υπόθεσής τους. Η τροποποίηση επιζητείτο παρά τις συνέπειές της στην δίκη και χωρίς να είχε παρασχεθεί καμιά εξήγηση ως προς το γιατί η υπεράσπιση δεν είχε προβληθεί εξαρχής ή σε οποιοδήποτε προγενέστερο στάδιο. Στην υπόθεση Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία ν. Επίσημου Παραλήπτη και Εφόρου Εταιρειών ως εκκαθαριστή της εταιρείας Always Travel Holidays Ltd και Άλλων
(1995)1 ΑΑΔ 607 οι εναγόμενοι καταχώρησαν αίτηση για τροποποίηση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησής τους μετά την αποπεράτωση της υπόθεσης των εναγόντων και την μαρτυρία επτά μαρτύρων των εναγομένων και αφού παρήλθαν πολλά έτη αφότου καταχωρήθηκε η αγωγή και προσδιορίστηκε η υπεράσπιση και ανταπαίτηση των εναγομένων. Στην ένορκο ομολογία που υποστήριζε την αίτηση αναφέρθηκε σαν λόγος για την καθυστέρηση η αλλαγή δικηγόρου. Οι ενάγοντες πρόβαλαν ένσταση στην αίτηση με το επιχείρημα ότι αυτή θα επέφερε επαναστοιχειοθέτηση των επιδίκων θεμάτων, νέα δίκη, επανακλήτευση μαρτύρων, δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντά τους και, επιπλέον, παράταση της δίκης έξω από το συνταγματικό πλαίσιο του εύλογου χρόνου στη διάγνωση των αστικών τους δικαιωμάτων. Αποφασίστηκε από το Εφετείο ότι τα γεγονότα που θεμελίωναν την αίτηση ήταν γνωστά ή εύλογα μπορούσαν να εντοπισθούν από τα πρώτα στάδια της διαδικασίας. Συνεπώς, δεν δικαιολογείτο η καθυστερημένη υποβολή τους. Έγκριση του αιτήματος θα έπληττε ανεπανόρθωτα όχι μόνο τα συμφέροντα των εναγόντων, αλλά και της δικαιοσύνης, που είναι συνυφασμένα με την βεβαιότητα των διαδίκων για το αντικείμενο της δίκης και λογική προσδοκία για το χρόνο αποπεράτωσής της. Στην υπόθεση Andreas Evripidou and Another v. Panayiota M. Kannaourou 91085) 1 CLR 24 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «... leave to amend is sometimes given at the hearing but the Court will not readily allow at the trial an amendment, the necessity of which was abundantly apparent months ago and then not asked for; that at any rate, it would be , wrong to allow an amendment at the close of the evidence or even at an extremely late stage of the trial where it could result in a party being confronted with an entirely new case ...». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Άδεια για τροποποίηση δίδεται κάποτε και κατά την ακρόαση αλλά το Δικαστήριο δεν θα επιτρέψει με προθυμία τροποποίηση κατά την δίκη, η αναγκαιότητα της οποίας ήταν ορατή μήνες προηγουμένως και δεν ζητήθηκε τότε. Θα ήταν λάθος να επιτρέπεται τροποποίηση κατά το κλείσιμο της μαρτυρίας ή ακόμα σε άκρως προχωρημένο στάδιο της δίκης και η οποία θα είχε ως αποτέλεσμα ο αντίδικος να βρεθεί αντιμέτωπος με μια εντελώς νέα υπόθεση». Ένας τελευταίος λόγος που συνηγορεί με απόρριψη του αιτήματος είναι και ο εξής. Όπως είδαμε και πιο πάνω το αίτημα υποβλήθηκε αφότου ακούσθηκε και ολοκληρώθηκε η μαρτυρία τεσσάρων μαρτύρων για την Αιτήτρια συμπεριλαμβανομένης και της τελευταίας. Είναι η θέση της πλευράς της Αιτήτριας ότι κανένας δυσμενής επηρεασμός δεν θα επέλθει στον Καθ' ου η αίτηση από τυχόν έγκριση του αιτήματος αφού το Δικαστήριο μπορεί στην βάση της Διάταξης 38, θεσμός 1 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας να διατάξει επανακλήτευση των μαρτύρων που ήδη έχουν ακουσθεί κατά παράκληση της πλευράς του Καθ' ου η αίτηση. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Αιτήτριας δεν ήταν ότι δεν θα επέλθει δυσμενής επηρεασμός στην πλευρά του Καθ' ου η αίτηση από τυχόν έγκριση του αιτήματος εκτός εάν επανακλητευθούν οι μάρτυρές της, αφού κάτι τέτοιο, τουλάχιστον, ρητά δεν ανέφερε στην αγόρευσή της. Θέση της ήταν ότι ο Καθ' ου η αίτηση έλαβε μέρος στην διαδικασία και επέλεξε να αντεξετάσει με τον τρόπο που αντεξέτασε. Από την πιο πάνω δήλωση προκύπτει ότι θέση της πλευράς της Αιτήτριας είναι ότι δεν θα επέλθει οποιοσδήποτε δυσμενής επηρεασμός στην υπόθεση του Καθ' ου η αίτηση αν αμέσως μετά την καταχώρηση νέων δικογράφων που θα λάβει χώρα σε περίπτωση που το αίτημα ήθελε εγκριθεί η διαδικασία συνεχίσει στο σημείο που παρέμεινε με την κατάθεση πέμπτου μάρτυρα για την Αιτήτρια. Από την άλλη, εισηγήθηκε ότι ο Καθ' ου η αίτηση μπορεί να υποβάλει αίτηση για επανακλήτευση των μαρτύρων και ότι με αυτό τον τρόπο δεν θα υποστεί καμία απολύτως βλάβη ή οποιαδήποτε βλάβη πιθανόν να υποστεί ο Καθ' ου η αίτηση μπορεί να θεραπευθεί με μια τέτοια διαταγή. Θεωρώ ότι οι δύο πιο πάνω θέσεις είναι αντιφατικές. Δεν μπορεί η Αιτήτρια, από την μια, να ισχυρίζεται ότι ο Καθ' ου η αίτηση δεν δικαιούται να παραπονείται για δυσμενή επηρεασμό της υπόθεσής του από τυχόν έγκριση του αιτήματος γιατί έλαβε μέρος στην διαδικασία και, από την άλλη, ουσιαστικά, ότι ο μόνος τρόπος για να προστατεύσει αποτελεσματικά τα δικαιώματά του είναι να αιτηθεί για επανακλήτευση των μαρτύρων. Θεωρώ δε ότι η τελευταία δήλωση ουσιαστικά ανατρέπει ή αναιρεί την πρώτη. Πριν προχωρήσω με περαιτέρω ανάλυση του ζητήματος τούτου κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ σε ένα σημείο που αποτέλεσε αντικείμενο αντιπαράθεσης κατά την ακρόαση της αίτησης. Και αφορά στο αν η Αιτήτρια έχει κλείσει την υπόθεσή της. Η ευπαίδευτη συνήγορος της Αιτήτριας υποστήριξε ότι η δήλωση του κύριου Τσίκκου, ο οποίος εμφανίσθηκε για την Αιτήτρια στις 6.6.14, ότι δεν θα καλέσει άλλους μάρτυρες δεν δεσμεύει την πλευρά της Αιτήτριας σε αντίθεση με την θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου του Καθ' ου η αίτηση ότι η πιο πάνω δήλωση είναι δεσμευτική. Ανατρέχοντας στα πρακτικά της πιο πάνω δικασίμου προκύπτει ότι ό,τι ο κύριος Τσίκκος ανέφερε κατά την πιο πάνω ημερομηνία είναι ότι η πλευρά της Αιτήτριας δεν θα καλέσει άλλο μάρτυρα και θα κλείσει την υπόθεσή της σε περίπτωση που δεν προβεί σε καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. Δεν ήταν, λοιπόν, θέση του κύριου Τσίκκου ότι σε καμία περίπτωση δεν θα κληθεί άλλος μάρτυρας να καταθέσει για την Αιτήτρια. Ο θεσμός 1 της Διάταξης 38 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας προνοεί ότι μετά το κλείσιμο της κυρίως εξέτασης ενός μάρτυρα αυτός υπόκειται σε αντεξέταση από τον αντίδικο και σε επανεξέταση από τον διάδικο που τον κάλεσε. Δεν δύναται να επανακλητευθεί εκτός κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου. Η Νομολογία κατέδειξε ότι η επανακλήτευση μάρτυρα επαφίεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου (Βλ. Kaya Djafer v. Payker Kaya 24 CLR 63, Georghios Savoullas v. Panayiotis Nicola Loucas
(1979)1 CLR 336 και The Electricity Authority of Cyprus v. Kipparis 24 CLR 126), αν και το κριτήριο για την επανάκληση μάρτυρα μετά το κλείσιμο της υπόθεσης διαδίκου είναι πολύ αυστηρότερο (Βλ. Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου ν. Έλλης Καννάβα
(2000)1(Α) ΑΑΔ 425). Στην υπόθεση Δράκος & Σία ν. Αργυρίδη
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 162 λέχθηκε ότι τα συμφέροντα της δικαιοσύνης όπως προσδιορίζονται από τα γεγονότα της υπόθεσης σε συσχετισμό με την φύση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου συνθέτουν τους παράγοντες που διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου να επιτρέψει απόκλιση από τα θεσμικά πλαίσια της διαδικασίας. Στο Αγγλικό σύγγραμμα Phibson on Evidence, 9η έκδοση, σελ. 507 αναφέρονται τα ακόλουθα: «So, the Judge may at any stage of the trial, either at his own instance or that of a party, recall a witness (in­cluding the prisoner, R. v. Seigley, 6 Cr. App. R. 106), for further examination or cross‑examination (R. v. Sullivan
(1923)1 K.B. 47); though after a party's case is closed, this will only be allowed under special circums­tances ...». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Έτσι, ο Δικαστής δύναται σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης είτε από μόνος του είτε κατόπιν παράκλησης ενός διαδίκου να επανακλητεύσει μάρτυρα (περιλαμβανομένου του κρατούμενου, R. v. Seigley, 6 Cr. App. R. 106), για περαιτέρω εξέταση ή αντεξέταση R. v. Sullivan
(1923)1 K.B. 47)∙ αν και μετά που ο διάδικος θα κλείσει την υπόθεση του αυτό θα επιτραπεί μόνο αν συντρέχουν ειδικές περιστάσεις». Το πιο πάνω απόσπασμα, αν και αφορά σε ποινική υπόθεση, υιοθετήθηκε από το Εφετείο στις πολιτικές υποθέσεις Kaya Djafer v. Payker Kaya 24 CLR 63 και Georghios Savoullas v. Panayiotis Nicola Loucas
(1979)1 CLR 336, που πιο πάνω μνημονεύονται, ως ερμηνευτικό του πιο πάνω θεσμού. Στην υπόθεση Kaya Djafer v. Payker Kaya 24 CLR 63 το αίτημα του συνηγόρου του εναγόμενου ήταν για επανακλήτευση του ενάγοντα με σκοπό την αντεξέτασή του εφ' όλης της ύλης και όχι για συγκεκριμένα θέματα. Ουσιαστικά επιζητείτο η επανάνοιξη της υπόθεσης του ενάγοντα. Ο συνήγορος του εναγόμενου ένεκα υποχρεώσεών του σε άλλο Δικαστήριο δεν παρέστη στην δίκη κατά την προγραμματισμένη ώρα. Ο Δικαστής είχε ακούσει τον ενάγοντα καθώς και άλλους μάρτυρες που ο ενάγων είχε καλέσει για να δώσουν μαρτυρία γι' αυτόν στην απουσία του εναγόμενου και του δικηγόρου του. Ο συνήγορος του εναγόμενου εισήλθε εντός της αίθουσας με τον πελάτη του αφότου ο ενάγων έκλεισε την υπόθεσή του και όταν ο Δικαστής εξέταζε μάρτυρα τον οποίο είχε καλέσει ο ίδιος ο Δικαστής. Ο πρωτόδικος Δικαστής επέτρεψε στον συνήγορο του εναγόμενου να εμφανισθεί πλην όμως δεν ενέκρινε το αίτημα. Το Εφετείο επιδοκίμασε την πρωτόδικη απόφαση. Λέχθηκε ότι δεν συνέτρεχαν ειδικές περιστάσεις που να δικαιολογούν την επανάκληση του ενάγοντα μετά το κλείσιμο της υπόθεσης του. Στην υπόθεση Georghios Savoullas v. Panayiotis Nicola Loucas
(1979)1 CLR 336 μετά το κλείσιμο της υπόθεσης του ενάγοντα η πλευρά του εναγόμενου αιτήθηκε επανακλήτευσης μάρτυρα του ενάγοντα για περαιτέρω αντεξέταση. Ο πρωτόδικος Δικαστής δεν ενέκρινε το αίτημα. Το Εφετείο επιδοκίμασε την πρωτόδικη απόφαση. Λέχθηκε ότι δεν συνέτρεχαν ειδικές περιστάσεις που να δικαιολογούν την επανάκληση του ενάγοντα μετά το κλείσιμο της υπόθεσης του. Συν τοις άλλοις, μετά από τον μάρτυρα του οποίου ζητήθηκε η επανακλήτευση κατέθεσαν άλλοι δύο μάρτυρες για τον ενάγοντα, η μαρτυρία των οποίων ήταν εντός του εύρους των ζητημάτων που καθορίζονταν από τα δικόγραφα. Στην υπόθεση Συμεών Καράλουκας ν. Νεόφυτου Α. Πάρπα
(1998)1(Β) ΑΑΔ 767 αίτημα του εναγόμενου / εφεσείοντα για επανάκληση του αστυνομικού εξεταστή για περαιτέρω αντεξέταση επί του θέματος της ορατότητας και των ιχνών τροχοπέδησης απορρίφθηκε από το πρωτόδικο δικαστήριο. Κατά την προώθηση του αιτήματος ο συνήγορος του εφεσείοντα ανέφερε πως είχαν προκύψει στοιχεία από την μαρτυρία του εμπειρογνώμονα μάρτυρα υπεράσπισης, τα οποία δεν γνώριζε από την αρχή. Αν τα γνώριζε από την αρχή, θα έκανε διαφορετική αντεξέταση του μάρτυρα αστυνομικού εξεταστή. Λέχθηκε από το Εφετείο ότι το αίτημα για επανακλήτευση του μάρτυρα ορθά απορρίφθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο εφόσον ο εφεσείων είχε αποτύχει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου σοβαρό λόγο που να δικαιολογούσε την έγκριση του αιτήματος κατά το προχωρημένο εκείνο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας. Το αίτημα υποβλήθηκε μετά που έκλεισε την υπόθεσή του ο ενάγων / εφεσίβλητος και μετά την κατάθεση τεσσάρων μαρτύρων που κλήθηκαν από τον εφεσείοντα. Επιπλέον, τα θέματα της ορατότητας και των ιχνών τροχοπέδησης ήταν θέματα συναφή προς τα επίδικα και δεν είχαν εγερθεί ex improviso. Ούτε και ήταν τυπικά θέματα. Στο Αγγλικό σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 17, παράγραφος 281, σελ. 195 αναφέρεται ότι άδεια για επανακλήτευση μάρτυρα μπορεί να δοθεί σε διάδικο ακόμη και μετά το κλείσιμο της υπόθεσής του με σκοπό να παρουσιάσει νέα μαρτυρία σε περίπτωση που εγείρεται εξ' απροόπτου κάποιο θέμα από την μαρτυρία της άλλης πλευράς ή με την συγκατάθεση των δύο πλευρών. Δεν επιτρέπεται η επανακλήτευση μάρτυρα με σκοπό να καλυφθούν κενά στην μαρτυρία του τα οποία μπορούσαν εύλογα να προβλεφθούν προτού δώσει την μαρτυρία του. Στο Αγγλικό σύγγραμμα The Modern Law of Evidence, Adrian Keane, 4η έκδοση, σελίδες 122-123 αναφέρεται ότι στον κανόνα πρακτικής σύμφωνα με τον οποίο ο διάδικος θα πρέπει να παρουσιάσει την μαρτυρία στην οποία προτίθεται να στηριχθεί πριν το κλείσιμο της υπόθεσής του υπάρχουν δύο εξαιρέσεις. Πρώτο, αντικρουστική μαρτυρία είναι επιτρεπτή αναφορικά με θέματα τα οποία εγείρονται ex improviso, ήτοι θέματα τα οποία η ανθρώπινη διάνοια δεν μπορούσε να προβλέψει. Δεύτερο, είναι επιτρεπτή η παρουσίαση μαρτυρίας η οποία δεν προσήχθη από απροσεξία ή αβλεψία, αν και η εξαίρεση αυτή αφορά σε θέματα τυπικά ή θέματα που δεν αμφισβητούνται. Στην υπόθεση Βερεγγάρια Παπακοκκίνου κ.α. ν. Δήμου Πάφου (Αρ. 1)
(1998)1(Β) ΑΑΔ 634 αίτημα της ενάγουσας 3 / εφεσείουσας 3 για επανακλήτευση μάρτυρα του εναγόμενου / εφεσίβλητου για περαιτέρω αντεξέταση κρίθηκε ότι ορθά απερρίφθη από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Σύμφωνα με την Νομολογία η επανακλήτευση μάρτυρα επαφίεται στην διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Η εξουσία αυτή πρέπει να ασκείται δικαστικά και με κύριο γνώμονα το συμφέρον της δικαιοσύνης. Δικαιολογείται μόνο αν συντρέχουν ειδικές περιστάσεις. Τέλος, στην υπόθεση Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου ν. Έλλης Καννάβα
(2000)1(Α) ΑΑΔ 425 το Εφετείο αποφάσισε ότι ορθά διατάχθηκε η επανάκληση της εφεσίβλητης πριν το πέρας της υπόθεσης των εφεσειόντων. Η ανάγκη προέκυψε από το γεγονός ότι ο μάρτυρας που η εφεσίβλητη είχε κατά νου να καλέσει στο μεταξύ απεβίωσε. Θεωρώ ότι η εξουσία που παρέχεται στο Δικαστήριο από τον θεσμό 1 της Διάταξης 38 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας δεν έχει εφαρμογή σε περιπτώσεις όπως η υπό εξέταση. Η εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από τον πιο πάνω θεσμό αφορά σε επανακλήτευση μάρτυρα για σκοπούς περαιτέρω εξέτασής του από τον διάδικο που τον κάλεσε ή περαιτέρω αντεξέτασής του από τον αντίδικό του. Και όχι είτε για να καταθέσει εκ νέου μάρτυρας ή ο διάδικος ώστε στην μαρτυρία του αυτός να περιλάβει ισχυρισμό ή ισχυρισμούς που να συνάδουν με τις τροποποιημένες έγγραφες προτάσεις ή για να καταθέσει υπό το φως πλέον της Υπεράσπισης που θα διαταχθεί ο νέος διάδικος να καταχωρήσει ή για να αντεξετασθεί ώστε να μην επηρεασθεί δυσμενώς στην υπόθεσή του ο αντίδικος ή ο διάδικος που προστίθεται. Επίσης, τα θέματα για τα οποία γίνεται εισήγηση για επανάκληση μαρτύρων δεν ηγέρθησαν ex improviso ούτε είναι θέματα τυπικά ή μη αμφισβητούμενα και για τα οποία δεν προσήχθη μαρτυρία από απροσεξία ή αβλεψία. Η ανάλυση του θέματος της επανακλήτευσης μαρτύρων με παράθεση της Νομολογίας έγινε ακριβώς για να γίνει αντιληπτό σε ποιες περιπτώσεις μπορεί να διαταχθεί επανάκληση μαρτύρων στην βάση του πιο πάνω θεσμού. Εκτός από την Αιτήτρια όλοι οι υπόλοιποι μάρτυρες που κατέθεσαν για την Αιτήτρια αντεξετάσθηκαν από την ευπαίδευτη συνήγορο του Καθ' ου η αίτηση. Κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ στα ακόλουθα σημεία από την μαρτυρία που έχει ήδη προσαχθεί. Κατά την αντεξέταση της Αιτήτριας από τον Εναγόμενο και όσον αφορά στο ζήτημα της ευθύνης υπεβλήθη στην Αιτήτρια από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Εναγόμενου ότι ο τελευταίος δεν είχε την ευθύνη για την συντήρηση και επιδιόρθωση του επίδικου πεζοδρομίου και ότι υπεύθυνος για τα πιο πάνω ήταν το Τμήμα Οικήσεως και Πολεοδομίας. Θέση της Αιτήτριας ήταν ότι την ευθύνη για τα πιο πάνω είχε ο Εναγόμενος. Υπεβλήθη, επίσης, στην Αιτήτρια από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Εναγόμενου ότι το πεζοδρόμιο είχε σπάσει διότι πάνω σε αυτό είχε σταθμεύσει βαρύ όχημα των Τριτοδιάδικων 2. Η Αιτήτρια δεν γνώριζε για να δώσει την θέση της επί του προκειμένου. Η αντεξέταση της Ανδρονίκης Ματθαίου, ΜΕ 2 και εγγονής της Αιτήτριας, από τον Εναγόμενο περιορίσθηκε όσον αφορά στο ζήτημα της ευθύνης στο ότι μετά το επίδικο περιστατικό το πεζοδρόμιο επιδιορθώθηκε από τον Εναγόμενο και ότι ο Εναγόμενος συντηρούσε, καθάριζε και επιδιόρθωνε τα πεζοδρόμια της περιοχής. Η ευπαίδευτη συνήγορος του Καθ' ου η αίτηση αντεξετάζοντας την μάρτυρα την ρώτησε αν για οποιοδήποτε πρόβλημα, όπως για φθαρμένα πεζοδρόμια, αποτείνονταν όλα τα χρόνια στον Εναγόμενο. Η απάντηση της μάρτυρος ήταν καταφατική. Η μάρτυρας πρόσθεσε ότι μετά το επίδικο δυστύχημα έγινε καταγγελία στον Εναγόμενο. Τέλος, η ΜΕ 3 κατά την κυρίως εξέτασή της ανέφερε ότι τις ζημιές στα πεζοδρόμια τις επιδιορθώνει ο Εναγόμενος και ότι μετά το επίδικο περιστατικό το πεζοδρόμιο επιδιορθώθηκε από τον Εναγόμενο. Κατά την αντεξέτασή της από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Εναγόμενου ρωτήθηκε αν σε περίπτωση που υπάρχουν προβλήματα με τα πεζοδρόμια και τους δρόμους αποτείνεται στον Εναγόμενο. Η μάρτυρας απάντησε καταφατικά. Ρωτήθηκε, επίσης, αν έχει να κάνει τίποτε με το Τμήμα Οικήσεως και Πολεοδομίας. Η μάρτυρας απάντησε αρνητικά. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι ορθή είναι η θέση που διατυπώθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο του Καθ' ου η αίτηση ότι η αντεξέταση στην οποία η εν λόγω συνήγορος υπέβαλε τους μάρτυρες της Αιτήτριας καθορίσθηκε από το γεγονός ότι ο Καθ' ου η αίτηση δεν ήταν εναγόμενος στην αγωγή, αλλά τριτοδιάδικος, δηλαδή, διάδικος εναντίον του οποίου απαίτηση έχει όχι η Αιτήτρια αλλά ο Εναγόμενος. Όσον δε αφορά στο ότι η Αιτήτρια δεν αντεξετάσθηκε θα πρέπει να πω ότι αυτό ήταν μια εύλογη στάση ενόψει της μαρτυρίας της κατά την αντεξέτασή της από την πλευρά του Εναγόμενου και των θέσεων που η Αιτήτρια πρόβαλε. Συνεπώς, διαφωνώ με την θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Αιτήτριας που διατύπωσε στην αγόρευσή της ότι η πλευρά του Καθ' ου η αίτηση δεν θα επηρεασθεί δυσμενώς στην υπόθεσή του με την έγκριση του αιτήματος καθότι είχε την ευκαιρία και την δυνατότητα να αντεξετάσει τους μάρτυρες της Αιτήτριας και ότι ο τρόπος που αντεξέτασε και τα θέματα στα οποία εστίασε ήταν επιλογή της. Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί ότι είναι άγνωστο πώς θα διαμορφωνόταν η υπεράσπιση του Καθ' ου η αίτηση αν ήταν συνεναγόμενος στην αγωγή. Επίσης, είναι βέβαιο ότι θα διαφοροποιείτο η αντεξέταση εκ μέρους του των μαρτύρων που κατέθεσαν για την Αιτήτρια αν ήταν συνεναγόμενος στην αγωγή και αν αυτοί προωθούσαν τους ισχυρισμούς που με την υπό κρίση αίτηση επιζητείται να συμπεριληφθούν στην Έκθεση Απαίτησης. Τα πιο πάνω κρίνονται ικανοποιητικά για να υποστηρίξουν την θέση του Καθ' ου η αίτηση ότι σε περίπτωση που το αίτημα ήθελε εγκριθεί το δικαίωμα του Καθ' ου η αίτηση για δίκαιη δίκη και, κατά συνέπεια, η υπόθεσή του θα επηρεασθούν δυσμενώς. Συναφώς δεν υπήρχε κάτι απτό για να αναφέρει η Δαμιανού στην ένορκό της δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση επί του προκειμένου. Επομένως, και οι δηλώσεις της ευπαίδευτης συνηγόρου της Αιτήτριας στην αγόρευσή της ότι η πιο πάνω θέση δεν δικαιολογήθηκε από τον Καθ' ου η αίτηση υπό το φως των πιο πάνω δεν μπορούν να κριθούν ως βάσιμες. Περαιτέρω, δεν έχω εντοπίσει καμία απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου με την οποία να επιτρέπεται η τροποποίηση είτε του τίτλου της αγωγής, είτε των δικογράφων με ανάλογη διαταγή ως προς την επανακλήτευση μαρτύρων που έχουν ήδη ακουσθεί. Τουναντίον, από την Νομολογία προκύπτει ευκρινώς ότι το γεγονός ότι έχει ήδη ακουσθεί μαρτυρία σε υπόθεση αποτελεί παράμετρο που συνυπολογίζεται κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου ώστε σε περίπτωση που κρίνεται ότι δεν θα είναι δίκαιο να εγκριθεί αίτημα για τροποποίηση για τον λόγο ότι ενόψει τούτου θα επηρεασθεί δυσμενώς η υπόθεση του αντιδίκου το αίτημα δεν τυγχάνει της έγκρισης του Δικαστηρίου. Ενδεικτικές είναι οι υποθέσεις Kallice Holding Co Ltd και Γραμμές Στρίντζη που πιο πάνω αναφέρθηκαν. Υπό τις περιστάσεις θεωρώ ότι προσθήκη του Καθ' ου η αίτηση σε εναγόμενο στο προχωρημένο αυτό στάδιο της δίκης και μετά την ολοκλήρωση τεσσάρων μαρτύρων για την Αιτήτρια θα είχε ως αποτέλεσμα τον εκτροχιασμό της δίκης, όπως πολύ ορθά αναφέρεται στην ένσταση του Καθ' ου η αίτηση, και θα καταστρατηγούσε υπό τις περιστάσεις τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης, την αρχή της ισότητας των όπλων και τις αρχές της δίκαιης δίκης, όπως ορθά υποστηρίζεται από την Δαμιανού στην ένορκό της δήλωση. Στο προχωρημένο στάδιο που έχει φθάσει η υπόθεση, μετά την μαρτυρία τεσσάρων μαρτύρων για την Αιτήτρια, έγκριση του αιτήματος θα ανέτρεπε την πορεία της διαδικασίας και θα μετέβαλλε το πλαίσιο της δίκης με ορατές ζημιογόνες συνέπειες για τα δικαιώματα του Καθ' ου η αίτηση. Η τροποποίηση επιζητείται παρά τις συνέπειές της στην δίκη και χωρίς να έχει παρασχεθεί καμιά εξήγηση ως προς το γιατί δεν προβλήθηκε σε προγενέστερο στάδιο και εν πάση περιπτώσει πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Η υποβολή της υπό κρίση αίτησης πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας ήταν εφικτή αφού, όπως και ενωρίτερα αναφέρθηκε, τα νέα γεγονότα είχαν περιέλθει στην αντίληψη της πλευράς της Αιτήτριας από τις 31.3.14, ημερομηνία κατά την οποία καταχωρήθηκε η τροποποιημένη Υπεράσπιση του Εναγόμενου και πριν ακόμα αρχίσει η ακροαματική διαδικασία. Η Αιτήτρια όφειλε να κινηθεί με σπουδή, πράγμα που δεν έπραξε. Δεν μπορεί με σκοπό να πετύχει την αναγωγή του Καθ' ου η αίτηση σε εναγόμενο να επικαλείται την επανακλήτευση μαρτύρων την στιγμή που αν εξαιτείτο κατά τον χρόνο που έπρεπε - και μπορούσε κατά τον χρόνο αυτό - δεν θα υπήρχε τέτοιο ζήτημα. Ακόμα, στην υπόθεση Στέλιος Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd and another
(1989)1 AAΔ.33 λέχθηκε ότι στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου. Επίσης, στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704 λέχθηκε πως στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγοντας της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει την διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια. Επομένως, και αν ακόμα ήθελε θεωρηθεί ότι η επανακλήτευση μαρτύρων στην κρινόμενη περίπτωση είναι επιτρεπτή δυνάμει της Δ.38, θ.1 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας και δεν υπήρχαν οι άλλοι σκόπελοι που ενωρίτερα αναφέρθηκαν, όπως του αναγκαίου διαδίκου, της παραγραφής και της καθυστέρησης, θεωρώ ότι προσθήκη του Καθ' ου η αίτηση σε εναγόμενο και, κατ' επέκταση, η επανακλήτευση των μαρτύρων - καθότι μόνο με την επανακλήτευση των μαρτύρων θα εξασφαλίζετο η ισότητα των όπλων - θα δημιουργούσε ζήτημα και θα έδιδε λαβή και, μάλιστα, λαβή για σοβαρή ανησυχία σε σχέση με το δικαίωμα που κατοχυρώνει το άρθρο 30.2 του Συντάγματος για διάγνωση των αστικών δικαιωμάτων του Καθ' ου η αίτηση μέσα σε εύλογο χρόνο. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω το αίτημα για προσθήκη του Καθ' ου η αίτηση σε εναγόμενο και όλες οι συναφείς με αυτό τροποποιήσεις δεν μπορούν να πετύχουν. Κρίνεται ότι οι λόγοι ένστασης με αριθμούς 1-5 και 7 ευσταθούν. Αναφορικά με τον έκτο λόγο ένστασης καθώς και τον πρώτο στην έκταση που ο τελευταίος πραγματεύεται θέματος κατάχρησης διαδικασίας κρίνω ότι η εξέταση παρέλκει. Συνακόλουθα δεν επιτρέπονται οι αιτούμενες τροποποιήσεις υπό παραγράφους 1(Α), 2(Α), 2(Β), 2(Γ) και 2(Η) της υπό κρίση αίτησης. Με τις παραγράφους 1(Β) και 2(Ε) της αίτησης σκοπείται η προσθήκη του ισχυρισμού ότι το επίδικο δυστύχημα οφείλεται στην αμέλεια και/ή την παράβαση των εκ του Νόμου απορρεόντων καθηκόντων όχι μόνο του υφιστάμενου Εναγόμενου και του Καθ' ου η αίτηση, αλλά και/ή των αντιπροσώπων και/ή των υπαλλήλων τους. Απόρριψη του αιτήματος για προσθήκη του Καθ' ου η αίτηση ως εναγόμενου καθιστά το πιο πάνω αίτημα μοιραία έκθετο σε απόρριψη. Συνακόλουθα το μέρος αυτό από το αιτητικό υπό παράγραφο 1(Β) της υπό κρίση αίτησης δεν εγκρίνεται. Αλλά και στον βαθμό που το πιο πάνω αιτητικό ήθελε θεωρηθεί ότι αφορά και στον υφιστάμενο Εναγόμενο μόνο η αιτούμενη τροποποίηση και πάλι δεν μπορεί να εγκριθεί. Καθότι στην ένορκο δήλωση που την υποστηρίζει κανένας ισχυρισμός δεν προβάλλεται που να τον υποστηρίζει και να τον τεκμηριώνει. Όπως και πιο πάνω είδαμε, ο αιτητής έχει σύμφωνα με την Νομολογία υποχρέωση και καθήκον να δικαιολογήσει τους λόγους για τους οποίους υποβάλλει αίτηση τροποποίησης. Στην προκειμένη περίπτωση κανένας ισχυρισμός δεν προβάλλεται στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση που να δικαιολογεί το αίτημα. Το αιτητικό υπό παράγραφο 2(Ε) της υπό κρίση αίτησης, επίσης, απορρίπτεται. Αναφορικά με την επιζητούμενη τροποποίηση που αφορά στο θέμα της ονομασίας της οδού στην οποία βρισκόταν το πεζοδρόμιο επί του οποίου η Αιτήτρια έπεσε και κτύπησε υπό παραγράφους 1(Β) και 2(Δ) της αίτησης αναφέρονται τα ακόλουθα. Η Δ.25, θ.1 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας επί της οποίας βασίζεται η αίτηση προβλέπει πως: «Το Δικαστήριο ή ο Δικαστής μπορεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οποιοδήποτε από τους διαδίκους να μεταβάλει ή να τροποποιήσει την οπισθογράφηση του ή τα δικόγραφα με τέτοιο τρόπο και με τέτοιους όρους που θα είναι δίκαιοι και όλες αυτές οι τροποποιήσεις θα γίνουν αν είναι αναγκαίες για σκοπούς καθορισμού των πραγματικών ζητημάτων που αμφισβητούνται μεταξύ των διαδίκων». Το αίτημα τροποποίησης εγγράφων προτάσεων επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου αναλύθηκαν εκτενώς σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Οι αρχές αυτές έχουν καλά θεμελιωθεί και αποτελεί πλέον αξίωμα ότι ανεξάρτητα από την οποιαδήποτε αμέλεια ή απροσεξία που έχει επιδειχθεί στα δικόγραφα ή το καθυστερημένο της προτεινόμενης τροποποίησης, αυτή κατά κανόνα επιτρέπεται, όταν μπορεί να γίνει χωρίς να επέλθει αδικία στην άλλη πλευρά. Θεωρείται ότι δεν υπάρχει αδικία αν μπορεί να υπάρξει ικανοποιητική αποζημίωση της άλλης πλευράς με την επιδίκαση των εξόδων. Αποτελεί, επίσης, γενική αρχή, ότι πριν την έναρξη της δίκης είναι ευκολότερο να επιτραπεί η τροποποίηση, ενώ μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας το Δικαστήριο δεν επιτρέπει με ευκολία την τροποποίηση, ιδιαίτερα, όταν η αναγκαιότητα για την τροποποίηση διεφάνη από πριν και δεν ζητήθηκε έγκαιρα. Η αρχή που επιβεβαιώθηκε στην υπόθεση Associated Leisure Ltd and Others v. Associated Newspapers Ltd
(1970)2 All ER 754 έχει υιοθετηθεί και στην Κύπρο σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου μεταξύ των οποίων οι Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 CLR 1, Δόμνα Χριστοδούλου v. Α. Ι. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 934 και Saba & Co (TMP) v. TMP Agents
(1994)1 AAΔ 426. Στην πιο πάνω αναφερόμενη Αγγλική υπόθεση ο Λόρδος Denning ανέφερε σχετικά τα ακόλουθα: «I start with the principle well settled that an amendment ought to be allowed, even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Ξεκινώ από την αρχή, η οποία είναι καλά θεμελιωμένη, πως η τροποποίηση θα πρέπει να επιτρέπεται, έστω και αν υποβάλλεται καθυστερημένα, αν είναι αναγκαία για να αποδοθεί δικαιοσύνη ανάμεσα στους διαδίκους, νοουμένου ότι οποιαδήποτε δυσχέρεια που προκαλείται εξ' αιτίας της μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα». Στην υπόθεση Στέλιος Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd and another
(1989)1 AAΔ.33 συνοψίζονται οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι αρχές αυτές είναι οι ακόλουθες:
  1. «Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης
  2. Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης . συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
  3. Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, δηλαδή, ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση του διατάγματος.
  4. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο όμως αυτό η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου.» Στην υπόθεση Δόμνα Χριστοδούλου v. Α.Ι. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 934 αναφέρθηκε πως: «Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σύγχρονη Νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί σε χρήμα». Στην υπόθεση Geto Trading Import-Export Ltd v. Το Πλοίο Μ/V Vladimir Vaslyayev (aρ. 4)
(1993)1 ΑΑΔ 714 λέχθηκε στην σελίδα 716 πως: «Ο κυρίαρχος λόγος που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη για να επιτρέψει τροποποίηση, είναι να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να θέσουν ενώπιον του τις πραγματικές επίδικες διαφορές». Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704 προβάλλεται η σύγχρονη τάση αντιμετώπισης του θέματος: «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής . Στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγοντας της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει την διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια». Η αρχή που διακηρύχθηκε στη Δόμνα Χριστοδούλου v. Α.Ι. Χριστοδούλου κ.α., πιο πάνω, περιορίσθηκε από μεταγενέστερη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέας Παύλου
(1995)1 ΑΑΔ 560, όπου στη σελίδα 562 της απόφασης λέχθηκε πως: «Όσο φιλελεύθερη και να δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας είναι το σύνολο των περιστατικών και η εισήγηση των εφεσειόντων στην έκταση που την θέλει να ασκείται μόνο με αναφορά στο επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης, ανεξάρτητα, δηλαδή, από οτιδήποτε άλλο, δεν μας βρίσκει σύμφωνους». Παρά το γεγονός, ότι στο θέμα της τροποποίησης επικρατεί, όπως προκύπτει από την Νομολογία, μια φιλελεύθερη τάση, ιδιαίτερα, όταν αυτή υποβάλλεται πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, δεν παύει, εν τούτοις, να εξακολουθεί να υφίσταται η υποχρέωση του αιτητή να δικαιολογήσει τους λόγους για τους οποίους υποβάλλει το αίτημα, συμπεριλαμβανομένης και οποιασδήποτε τυχόν καθυστέρησης στην υποβολή του. Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Κ. Σιακόλα
(2002)1 ΑΑΔ 223 τονίσθηκε, ότι είναι η θέση της Νομολογίας, ότι όπου υπάρχει καθυστέρηση απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης. Για την σημασία της καθυστέρησης στην υποβολή αιτήματος για τροποποίηση δικογράφων χαρακτηριστικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704: «Στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγοντας της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει την διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια». Στην υπόθεση Astor Manufacturing & Export Co. κ.α. v. Leventis Company (Nigeria) Ltd και άλλοι
(1993)1 ΑΑΔ 726 υποδείχθηκε ότι: «Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας» Στην υπόθεση Ε. Φιλίππου Λτδ v. Compass Insurance Co Ltd
(1990)1 AAΔ 24 αίτημα για τροποποίηση υποβλήθηκε στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων και αφού είχε ολοκληρωθεί η αγόρευση της μιας πλευράς. Η αίτηση βασίζετο στον Κανονισμό 90 των Κυπριακών Θεσμών Ναυτοδικείου. Σημειώνεται, ότι η εξουσιοδότηση της τροποποίησης σε υποθέσεις Ναυτοδικείου ανάγεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται στη βάση κριτηρίων ανάλογων με εκείνα τα οποία διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου βάση του αντίστοιχου θεσμού της Πολιτικής Δικονομίας, ήτοι της Δ.25, θ.1. Στην σελίδα 26 της απόφασης αναφέρονται τα ακόλουθα: «Τα συμφέροντα της δικαιοσύνης είναι ο παράγων ο οποίος δεσπόζει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία τα οποία συνθέτουν και προσδιορίζουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης εξισορροπούνται μετά από την συνεκτίμηση των συμφερόντων των διαδίκων και των ευρύτερων συμφερόντων της δικαιοσύνης για τελεσφόρο επίλυση όλων των συναφών διαφορών μεταξύ τους και των συμφερόντων του δημοσίου στην εξασφάλιση της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης». Στην υπόθεση Saba & Co (TMP) v. TMP Agents
(1994)1 AAΔ 426 λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την καθυστέρηση: «Μένει το ερώτημα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης. Η σημασία του ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. .......................................................................................................................... Στην Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου
(1995)1 ΑΑΔ 560, όπου το Εφετείο θεώρησε πως η χρονική διάσταση αποτελούσε παράγοντα που δεν επέτρεπε αποδοχή του αιτήματος για τροποποίηση, κατ' ουσία τη συνάρτησε, όπως προκύπτει από το ιστορικό, με την έλλειψη καλής πίστης που εκ προοιμίου καθιστούσε αδικαιολόγητη την καθυστέρηση». Καθίσταται έκδηλο από τα πιο πάνω ότι ο παράγοντας καθυστέρηση εξετάζεται σε συνάρτηση με τους ουσιαστικότερους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας και οι οποίοι είναι: (α) η προβολή των αληθινών και πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης και, κατ' επέκταση, ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς και (β) ο τυχόν επηρεασμός στα δικαιώματα του καθ' ου η αίτηση. Η Νομολογία κατέδειξε, επίσης, ότι η τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί παρά την ύπαρξη και μεγάλης ακόμα καθυστέρησης νοουμένου ότι αυτή κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς. Όπως καταδεικνύεται από τα πρακτικά της διαδικασίας που τηρήθηκαν η ονομασία της οδού που βρισκόταν το πεζοδρόμιο επί του οποίου η Αιτήτρια έπεσε περιήλθε για πρώτη φορά εις γνώση της πλευράς της Αιτήτριας στις 16.5.14 με την κατάθεση της μαρτυρίας της ΜΕ 3. Σύμφωνα δε με την Καρδανά το ζήτημα αποκρυσταλλώθηκε κατόπιν έρευνας των δικηγόρων της Αιτήτριας το αποτέλεσμα της οποίας επιβεβαιώθηκε στις 6.6.14 και από υπαλλήλους του Εναγόμενου. Υπό το φως των πιο πάνω είναι η θέση της Καρδανά όπως αυτή διατυπώνεται στην παράγραφο 14 της ένορκής της δήλωσης που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση ότι καμία καθυστέρηση δεν παρατηρείται στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης και ότι αυτή υπεβλήθη με σπουδή αμέσως μετά την διαπίστωση του πιο πάνω γεγονότος. Θα διαφωνήσω με την πιο πάνω θέση. Κρίνω ότι η Αιτήτρια όφειλε να γνωρίζει ή όφειλε με την δέουσα έρευνα να εξακριβώσει πριν ακόμα την καταχώρηση της αγωγής πώς ονομαζόταν η οδός εντός της οποίας επισυνέβη το επίδικο δυστύχημα και, συγκεκριμένα, αν αυτή έφερε το όνομα Ηγουμενίτσας ή αν ήταν μια πάροδος της εν λόγω οδού που ήταν ανώνυμη και δεν έφερε ονομασία. Πρόκειται για ουσιώδες ζήτημα και η πλευρά της Αιτήτριας όφειλε και είχε καθήκον να το θέσει στις έγγραφές της προτάσεις με τρόπο ώστε αυτό να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Και όχι να αναμένει την ΜΕ 3 να αποκαλύψει το γεγονός αυτό κατά την ακροαματική διαδικασία και, ακολούθως, να αιτείται τροποποίησης 6 σχεδόν χρόνια μετά την καταχώρηση της αγωγής. Η διαπίστωση δεν ήταν, άλλωστε, δύσκολο έργο αν αναλογισθεί κανείς ότι αυτό ήταν γνωστό στην ΜΕ 3 και μπορούσε να εξακριβωθεί όπως εν τέλει εξακριβώθηκε από τους δικηγόρους της σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Καρδανά. Υπό το φως των πιο πάνω προκύπτει ότι το αίτημα υποβάλλεται (α) με καθυστέρηση και, μάλιστα, μεγάλη - 6 σχεδόν χρόνια μετά την καταχώρηση του κλητηρίου εντάλματος - (β) μετά την έναρξη και (γ) σε προχωρημένο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας. Αναφορικά με την δικαιολογία που δόθηκε για την καθυστέρηση στην υποβολή της υπό συζήτηση τροποποίησης έχω να αναφέρω ότι αυτή δεν είναι πλήρως ικανοποιητική με δεδομένη και την μεγάλη καθυστέρηση που παρατηρείται στην υποβολή της υπό κρίση αίτησης. Στην υπόθεση Στέλιος Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd and another
(1989)1 AAΔ.33 λέχθηκε ότι το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση του διατάγματος. Δεν θεωρώ ότι αποτελεί επαρκή δικαιολογία για το ότι περιήλθε για πρώτη φορά εις γνώση της Αιτήτριας το νέο γεγονός μόλις στις 16.5.14, ήτοι 6 χρόνια σχεδόν μετά την καταχώρηση της αγωγής, μέσω της μαρτυρίας της ΜΕ
  1. Ούτε και το ότι ο Εναγόμενος ουδέποτε υπέδειξε στην Αιτήτρια ότι η οδός εντός της οποίας βρισκόταν το πεζοδρόμιο ήταν μια ανώνυμη πάροδος. Η υποχρέωση για συμπερίληψη στις έγγραφες προτάσεις διάδικου των ισχυρισμών εκείνων για τα οποία ο διάδικος φέρει το βάρος απόδειξης επαφίεται στους ώμους και είναι αποκλειστική ευθύνη του διαδίκου εκείνου και όχι του αντιδίκου του. Συναφώς και το ότι ο Εναγόμενος στην Υπεράσπισή του δεν αρνείται ότι το πεζοδρόμιο βρισκόταν εντός της οδού Ηγουμενίτσας δεν αποτελεί ικανοποιητική δικαιολογία για το ότι η Αιτήτρια δεν γνώριζε την πραγματικότητα σε αντίθεση με ό,τι διατείνεται η ευπαίδευτη συνήγορος της Αιτήτριας στην αγόρευσή της ή για την καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. Τα όσα δε η ευπαίδευτη συνήγορος της ανέφερε προς δικαιολόγηση της καθυστέρησης στην αγόρευσή της περί αλληλογραφίας με τον Εναγόμενο και εντύπωσης με την οποία αφέθηκε η Αιτήτρια από την εν λόγω αλληλογραφία στην βάση του ότι ο Εναγόμενος ουδέποτε ισχυρίσθηκε μέσω της εν λόγω αλληλογραφίας ότι η εν λόγω οδός δεν ονομάζεται Ηγουμενίτσας, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη. Όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε είναι σαφώς νομολογημένο ότι δηλώσεις δικηγόρων κατά την αγόρευσή τους δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη καθότι δεν υπέχουν μορφή μαρτυρίας. Αυτό το αναγνώρισε και η ευπαίδευτη συνήγορος της Αιτήτριας κατά την αγόρευσή της σημειώνοντας από μόνη της το επιλήψιμο ότι με τις πιο πάνω δηλώσεις της «έβαζε» μαρτυρία. Χώρια που και να περιλαμβανόταν ισχυρισμός στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση προς την πιο πάνω κατεύθυνση θα τον απέρριπτα με την ίδια δικαιολογία. Παραμένει, όμως, γεγονός ότι η Αιτήτρια προέβαλε κάποια δικαιολογία για την καθυστέρηση στην υποβολή της υπό κρίση αίτησης και η οποία ουσιαστικά συνίσταται, πρώτο, στο ότι μόλις με την κατάθεση στις 16.5.14 της ΜΕ 3 κατέστη γνωστό σε αυτήν το ενδεχόμενο όπως η οδός στην οποία βρισκόταν το πεζοδρόμιο επί του οποίου η Αιτήτρια έπεσε και κτύπησε δεν ονομαζόταν Ηγουμενίτσας, αλλά ήταν μια ανώνυμη πάροδος αυτής και μόλις στις 6.6.14 το πιο πάνω ζήτημα αποκρυσταλλώθηκε και, δεύτερο, στο ότι μέχρι τις 16.5.14 τελούσε υπό λανθασμένη περί του προκειμένου εντύπωση. Η παράλειψή της δε να διερευνήσει και εξακριβώσει την πτυχή αυτή της υπόθεσης δεν θα ήταν δίκαιο να σταθεί μοιραία στο αίτημά της. Για τους πιο πάνω λόγους η δικαιολογία που η Αιτήτρια πρόβαλε προς δικαιολόγηση της καθυστέρησης έχει την σημασία της κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Δεν πρόκειται περί παντελούς έλλειψης δικαιολογίας, αλλά περί μη πλήρους ικανοποιητικής δικαιολογίας. Ο υπό συζήτηση ισχυρισμός που με την υπό κρίση αίτηση επιδιώκεται να περιληφθεί στις έγγραφες προτάσεις της Αιτήτριας κρίνεται ουσιώδης και σημαντικός και η προβολή του αναγκαία για τον προσδιορισμό της επίδικης μεταξύ των διαδίκων διαφοράς. Επίσης, το αίτημα δεν διέπεται από κακή πίστη. Τούτο κατέστη έκδηλο μέσα από την ακροαματική διαδικασία και δη την μαρτυρία της Αιτήτριας από την οποία διεφάνη ότι η ανάγκη για την αιτούμενη τροποποίηση προέκυψε από το ότι η τελευταία τελούσε υπό την λανθασμένη πλην όμως γνήσια αντίληψη ότι η οδός στην οποία βρισκόταν το πεζοδρόμιο επί του οποίου η Αιτήτρια έπεσε και χτύπησε ονομαζόταν Ηγουμενίτσας. Γνήσια καθότι η Αιτήτρια δεν θα προσέφευγε στην προβολή ενός ισχυρισμού που θα αντίκειτο στις έγγραφές της προτάσεις με αποτέλεσμα να χρειάζεται τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης και της γενικής οπισθογράφησης για να τον περιλάβει και να θέσει τα πράγματα στις σωστές τους διαστάσεις. Είναι δε μόνο όταν κατέθεσε ως μάρτυρας για την Αιτήτρια η θυγατέρα της, ΜΕ 3, που αποκαλύφθηκε ότι η εν λόγω οδός δεν φέρει την ονομασία Ηγουμενίτσας. Επίσης, η Αιτήτρια δεν ολιγώρησε στην υποβολή της υπό κρίση αίτησης αφότου πληροφορήθηκε και εξακρίβωσε το νέο γεγονός. Όπως και πιο πάνω υποδείχθηκε το νέο γεγονός αποκαλύφθηκε μέσω της μαρτυρίας της ΜΕ 3 στις 16.5.14 και μέχρι τις 6.6.14 διακριβώθηκε από την πλευρά της Αιτήτριας η οποία την ίδια ημέρα είχε και την ρητή επιβεβαίωση του Εναγόμενου. Δεν θεωρώ ότι το χρονικό διάστημα των 3 εβδομάδων που διέρρευσε ήταν εκτός λογικών πλαισίων ή ήταν υπερβολικό για σκοπούς διακρίβωσης ενός θέματος όπως και το υπό συζήτηση με κυβερνητικά τμήματα. Λαμβάνω, επίσης, υπόψη ότι κανένας δυσμενής επηρεασμός δεν θα επέλθει στην πλευρά του Καθ' ου η αίτηση από την έγκριση της τροποποίησης αυτής ο οποίος δεν μπορεί να αποζημιωθεί με την κατάλληλη διαταγή ως προς τα έξοδα. Αφού και ο Καθ' ου η αίτηση υπό την ίδια αντίληψη τελούσε όπως προκύπτει από τις έγγραφές του προτάσεις αλλά και την αντεξέταση στην οποία η ευπαίδευτη συνήγορός του υπέβαλε την Αιτήτρια καθώς και τις ΜΕ 2 και ΜΕ
  2. Τελούσε υπό την αντίληψη ότι η οδός εντός της οποίας βρίσκεται το πεζοδρόμιο επί του οποίου η Αιτήτρια έπεσε και χτύπησε ονομάζεται οδός Ηγουμενίτσας. Αν τελούσε υπό την αντίληψη ότι το πεζοδρόμιο επί του οποίου η Αιτήτρια έπεσε και χτύπησε δεν βρισκόταν εντός της οδού Ηγουμενίτσας, αλλά εντός ανώνυμης παρόδου κάθετης επί της Ηγουμενίτσας φρονώ πως η ευπαίδευτη συνήγορός του θα υπέβαλε και όφειλε να υποβάλει στην Αιτήτρια ότι ο εν λόγω δρόμος ή αυτός που φαίνεται στις φωτογραφίες οι οποίες κατατέθηκαν ως δέσμη - Τεκμήριο 3 - δεν φέρει την ονομασία Ηγουμενίτσας, κάτι το οποίο δεν έπραξε. Επίσης, ούτε η μαρτυρία της ΜΕ 3 επί του σημείου τούτου αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης από την πλευρά του Καθ' ου η αίτηση. Όπως ούτε και η μαρτυρία της ΜΕ
  3. Από την στάση δε που επέδειξε η πλευρά του Καθ' ου η αίτηση ως προς το ζήτημα τούτο κατά την ακροαματική διαδικασία προκύπτει ότι θέση της ήταν ότι το επίδικο δυστύχημα επισυνέβη εντός της οδού που απεικονίζεται στο Τεκμήριο
  4. Τέλος, η τροποποίηση των έγγραφων προτάσεων ενός διαδίκου είναι επιτρεπτή ώστε αυτά να συνάδουν με την προσκομισθείσα στην υπόθεση μαρτυρία (Βλ. Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704). Στην υπόθεση Ιωάννης Νικολάου ν. Ζωή Μιλτιάδους κ.α.
(2007)1 ΑΑΔ 1005 λέχθηκαν τα ακόλουθα στην σελίδα 1007: «Οι αρχές με βάση τις οποίες δίδεται άδεια για τροποποίηση είναι ευρέως νομολογημένες και σε αυτή τη νομολογία έχει αναφερθεί εκτενώς, όπως ήδη αναφέραμε και ο πρωτόδικος Δικαστής. Η εξουσία για έκδοση άδειας για τροποποίηση περιέχεται στην Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, όπου προνοείται ότι, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας μπορεί να δοθεί η άδεια, ούτως ώστε να γίνουν όλες οι αναγκαίες τροποποιήσεις για να εκδικαστούν όλα τα επίδικα θέματα που εγείρονται μεταξύ των διαδίκων. Το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγων είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμη να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό της διαδικασίας, αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων. Σχετικές με τις πιο πάνω αρχές είναι και οι υποθέσεις που αναφέρονται στην πρωτόδικη απόφαση Courtis v. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180, Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 C.L.R. 1, Πουρίκκος ν. Σάββα
(1990)1 Α.Α.Δ. 862, Jack v. Philiappa Estates Ltd
(1988)1 C.L.R. 607, Christodoulou v. Christodoulou και Άλλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934». Και στην σελίδα 1009 της απόφασης διατύπωθηκαν τα ακόλουθα: «Έχουμε εξετάσει με προσοχή την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου και θεωρούμε πως, ενώ η νομολογία και η νομική θέση εκφράζονται ορθά, εντούτοις δεν εφαρμόζονται ανάλογα στα γεγονότα της υπόθεσης. Αναφέρει, μεταξύ άλλων, ο πρωτόδικος Δικαστής ότι δεν δικαιολογήθηκε επαρκώς η καθυστέρηση για την υποβολή της αίτησης, δίδοντας υπερβολική βαρύτητα στον παράγοντα αυτό. Αυτό δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Εν όψει της νομολογίας, κρίνουμε πως όπου δεν προκαλείται ζημιά ακόμη και η μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερεί το διάδικο του δικαιώματος να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Το ουσιωδέστερο είναι, όπως τονίσαμε και πιο πάνω, να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να κριθούν όλες οι πραγματικές διαφορές μεταξύ τους. .......................................................................................................................... Το γεγονός επίσης πως το αίτημα υποβλήθηκε σε στάδιο πριν την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης και το ότι δεν θα προκαλείτο μεγάλη καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής, καθώς επίσης και η δυνατότητα αποζημίωσης των αντιδίκων του εφεσείοντα με σχετική διαταγή για έξοδα, θα έπρεπε να είχαν επιμετρήσει υπέρ της παροχής άδειας για τροποποίηση». Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Κ. Σιακόλα
(1999)1 ΑΑΔ 44 οι ενάγοντες / εφεσείοντες υπέβαλαν αίτηση τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης και της Απάντησης 12 χρόνια μετά την καταχώρηση της αγωγής και ενώ η υπόθεση είχε επανηλειμμένα ορισθεί για ακρόαση. Με την αίτηση επιδιώκετο η προσθήκη λεπτομερειών - νομοθεσία και νομολογία - αλλοδαπού δικαίου. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση. Δεν δέχθηκε την εξήγηση ως προς το λόγο που δεν είχαν ήδη εκτεθεί στην Έκθεση Απαίτησης λεπτομέρειες του αλλοδαπού δικαίου και που αίτηση για συμπερίληψη τους δεν είχε υποβληθεί ενωρίτερα. Ανέφερε ότι «δεν μπορεί να θεωρηθεί σαν επαρκής και ικανοποιητική εξήγηση και αιτιολόγηση». Σημείωσε, επίσης, ότι τα όσα οι εφεσείοντες επιθυμούσαν να εισάξουν «ήσαν πάντα γνωστά με την έννοια ότι οι νομοθετικές πρόνοιες που επικαλούνται ήσαν οι ίδιες και προφανώς τις γνώριζαν αφού τις επικαλούνται στο υφιστάμενο δικόγραφο τους έστω και με γενικότερες αναφορές». Ως προς το κρίσιμο ζήτημα του χρόνου υποβολής της αίτησης, που ιδιαίτερα είχε απασχολήσει, το Δικαστήριο προέβη στην εκτίμηση ότι «υπάρχει υπέρμετρη αν όχι πρωτοφανής καθυστέρηση». Ως προς γενικότερα την πορεία της αγωγής, σημείωσε ότι η τεράστια, όπως την χαρακτήρισε, καθυστέρηση στην εκδίκαση «δεν μπορεί να επενεργήσει απόλυτα σαν κώλυμα στην έγκριση του αιτήματος για τροποποίηση, πλην όμως είναι ένας παράγοντας ο οποίος επαυξάνει την ανάγκη για ταχύτερη προώθηση των διαδικασιών και αποφυγή περαιτέρω καθυστερήσεων μέσω της ενασχόλησης με διαδικασίες, αν η αναγκαιότητα γι' αυτές μπορούσε να διαφανεί πολύ ενωρίτερα». Το Εφετείο ακύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Πιο κάτω παρατίθεται απόσπασμα από την απόφαση του Εφετείου: «Στην προκείμενη περίπτωση υπήρξε όντως μεγάλη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης για τροποποίηση. Η έννοια της καθυστέρησης προϋποθέτει βέβαια τη δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας. Αυτή τη δυνατότητα θα πρέπει εδώ, σε επίπεδο θεωρητικό, να την υποθέσουμε. Διότι θα έπρεπε εξ αρχής να ήταν γνωστή στο συνήγορο των εφεσειόντων η δικονομική ανάγκη για την παροχή λεπτομερειών του αλλοδαπού δικαίου. Που σημαίνει πως υπήρξε σφάλμα. Αυτό όμως δεν θα μπορούσε, καθώς μας φαίνεται, να οφειλόταν σε ο,τιδήποτε άλλο από εκείνο που ο συνήγορος των εφεσειόντων πρόσφερε ως εξήγηση στο Δικαστήριο, ήτοι, ότι τελούσε με την αντίληψη, βάσει της δικής του πείρας, πως δεν αναμενόταν και δεν χρειαζόταν η έκθεση λεπτομερειών των διατάξεων και κανόνων του αλλοδαπού δικαίου. Η πρωτόδικη άποψη ότι η εν λόγω εξήγηση δεν μπορούσε να θεωρηθεί ικανοποιητική νομίζουμε πως δεν εδικαιολογείτο. Καμιά απολύτως ένδειξη δεν υπήρχε ότι η καθυστέρηση δεν ήταν καλόπιστη. Αναφορικά τώρα με την έκταση της καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος για τροποποίηση, θα λέγαμε ότι ενώ η σύνδεση με τη μακρά εκκρεμότητα της αγωγής μοιάζει αυτονόητη και επιτείνει την ανησυχία σχετικά με την τήρηση της συνταγματικής επιταγής για εκδίκαση της αγωγής εντός ευλόγου χρόνου, εντούτοις εύστοχα ήταν που σημειώθηκε πρωτόδικα ότι η μακρά εκκρεμότητα της αγωγής "δεν μπορεί να ενεργήσει απόλυτα σαν κώλυμα" αλλά αποτελεί παράγοντα "ο οποίος επαυξάνει την ανάγκη για ταχύτερη προώθηση". Εν τέλει το κατά πόσο η όποια καθυστέρηση θα απέληγε σε στέρηση του συνταγματικού δικαιώματος εκδίκασης εντός ευλόγου χρόνου συνιστά, σύμφωνα με την προαναφερθείσα απόφαση του Εφετείου σε αυτή την υπόθεση (
(1998)1 Α.Α.Δ. 1338, ανωτέρω) ζήτημα ενταγμένο στο πλαίσιο της δίκης. Κατανοούμε πλήρως την ανησυχία του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Όμως εδώ η καθυστέρηση από καμιά άποψη δεν θα μπορούσε αφεαυτής να αποκλείσει τη δυνατότητα έγκρισης του αιτήματος για τροποποίηση». Στην υπόθεση Astor Manufacturing & Export Co. κ.α. v. Leventis Company (Nigeria) Ltd και άλλοι
(1993)1 ΑΑΔ 726 η αγωγή είχε καταχωρηθεί το 1979, η Έκθεση Απαίτησης το 1983 και αίτηση για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης το 1991, ήτοι 12 χρόνια μετα την καταχώρηση της αγωγής. Η αίτηση απερρίφθη από το πρωτόδικο Δικαστήριο πλην όμως η πρωτόδικη απόφαση ακυρώθηκε από το Εφετείο. Λέχθηκε, μεταξύ άλλων, από το Εφετείο ότι ο χρόνος της υποβολής της αίτησης δεν ήταν τέτοιος που δικαιολογούσε απόρριψή της εν' όψει των περιστατικών της υπόθεσης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους δεν θεωρώ ότι η καθυστέρηση θα πρέπει να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο για την τύχη του υπό συζήτηση αιτήματος. Δεν παραγνωρίζω ότι η τροποποίηση θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης. Συνεκτιμώντας, όμως, όλα τα στοιχεία που πιο πάνω αναφέρθηκαν, από την μια, όπως ότι το υπό συζήτηση αίτημα υποβλήθηκε χωρίς καθυστέρηση αφότου αυτό ήρθε εις γνώση της Αιτήτριας και διαπιστώθηκε οριστικά, το ότι για την καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος δόθηκε κάποια δικαιολογία από την πλευρά της Αιτήτριας, το ότι το αίτημα υποβάλλεται καλόπιστα, την σημασία της αιτούμενης τροποποίησης ως προς την εξυπηρέτηση των συμφερόντων των διαδίκων και ταυτόχρονα της δικαιοσύνης, το ότι η αιτούμενη τροποποίηση σκοπό έχει να ευθυγραμμίσει τις έγγραφες προτάσεις της Αιτήτριας με την προσαχθείσα στην υπόθεση μαρτυρία και ότι κανένας δυσμενής επηρεασμός δεν θα επέλθει στην πλευρά του Καθ' ου η αίτηση από έγκριση του αιτήματος, με το δικαίωμα του Καθ' ου η αίτηση για εκδίκαση εντός εύλογου χρόνου, από την άλλη, κρίνω πως δικαιολογείται η έγκριση του υπό συζήτηση αιτήματος. Απόρριψή του κρίνω πως θα αντιστρατευόταν τα ευρύτερα συμφέροντα της δικαιοσύνης και δεν θα επέτρεπε την επίλυση όλων των μεταξύ των διαδίκων εγειρόμενων στην υπόθεση διαφορών. Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνω πως κανένας από τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης δεν ευσταθεί. Συνακόλουθα τα αιτήματα υπό παραγράφους 1(Β) στον βαθμό που αυτό αφορά στην ονομασία της οδού και 2(Δ) της υπό κρίση αίτησης εγκρίνονται. Αναφορικά με τα έξοδα ενδεικτικά είναι τα όσα επί του προκειμένου αναφέρθηκαν στην υπόθεση Χαρίλαος Χατζηγέρου ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (Αρ. 1)
(2003)3 ΑΑΔ 31, σελίδα 36, και που πιο κάτω παρατίθενται: «Έξοδα: Τα έξοδα σε αιτήσεις τροποποίησης δικογράφων επιδικάζονται κατά κανόνα υπέρ του καθ' ου η αίτηση ανεξάρτητα από τη στάση του τελευταίου στο αίτημα και στην επιτυχία της ένστασης σ' αυτό. Η προσέγγιση αυτή δεν λαμβάνει αρκούντως υπόψη τον κανόνα στον οποίο στηρίζεται η αρχή αυτή εξικνούμενο στον επωμισμό της δαπάνης από το διάδικο που προκάλεσε τα αχρείαστα έξοδα. Ο αιτητής δεν μπορεί εύλογα να θεωρηθεί πρόξενος των εξόδων της ακρόασης που επέφερε η ένσταση του καθ' ου η αίτηση στο αίτημά του. Σε τέτοιες περιπτώσεις ορθή εφαρμογή της αρχής που διέπει την επιδίκαση εξόδων δικαιολογεί την απόδοση στον καθ' ου η αίτηση μόνο μέρους των εξόδων του. Η τομή που μπορεί να γίνει σ' αυτές τις υποθέσεις έγκειται στην επιδίκαση εξόδων στον καθ' ου η αίτηση του ενός δευτέρου των εξόδων του που είναι και η απόφαση που εκδίδουμε σ' αυτή την υπόθεση». Εφαρμογή των πιο πάνω αλλά και του ότι η υπό κρίση αίτηση πέτυχε εν μέρει απολήγει στην επιδίκαση των εξόδων της υπό κρίση αίτησης υπέρ του Τριτοδιάδικου 3 / Καθ' ου η αίτηση και εναντίον της Ενάγουσας / Αιτήτριας κατά το ήμισυ. Αναφορικά δε με τα έξοδα που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης (thrown away expenses) αυτά για λόγους ευνόητους θα επιδικασθούν υπέρ του Τριτοδιάδικου 3 / Καθ' ου η αίτηση και εναντίον της Ενάγουσας / Αιτήτριας εξ' ολοκλήρου. Αναφορικά με τον Εναγόμενο και τον Τριτοδιάδικο 2 τα έξοδα της αίτησης που αφορούν στις εμφανίσεις τους θα πρέπει να επιδικασθούν υπέρ τους και εναντίον της Ενάγουσας / Αιτήτριας αφού η πλευρά των πιο πάνω διαδίκων τα ζήτησε και κρίνω πως τα δικαιούνται. Για ευνόητους λόγους υπέρ του Εναγόμενου και του Τριτοδιάδικου 2 και εναντίον της Ενάγουσας / Αιτήτριας θα πρέπει να επιδικασθούν και τα έξοδα που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης (thrown away expenses). Τα έξοδα της αίτησης καθώς και αυτά που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης (thrown away expenses) ως ανωτέρω καθορίσθηκαν θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας στην πιο πάνω αγωγή. Συνακόλουθα εκδίδονται διαταγές ως προς τα έξοδα ως ανωτέρω. Εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης ως η παράγραφος 1(Β) της υπό κρίση αίτησης και συγκεκριμένα η τροποποίηση της οπισθογράφησης του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος με την προσθήκη μετά την λέξη «Λεμεσού» που απαντάται στην τρίτη γραμμή της πρώτης παραγράφου με τις ακόλουθες λέξεις: «και/ή επί πεζοδρομίου το οποίο βρίσκεται κάθετα της οδού Ηγουμενίτσας στην περιοχή του Δήμου Αγίου Αθανασίου Λεμεσού και σε δρόμο που δεν φέρει όνομα και/ή επί πεζοδρομίου το οποίο βρίσκεται σε ανώνυμη πάροδο και/ή ανώνυμη κάθετη πάροδο της οδού Ηγουμενίτσας στην περιοχή του Δήμου Αγίου Αθανασίου Λεμεσού και/ή επί πεζοδρομίου το οποίο βρίσκεται εντός των Δημοτικών Ορίων του Δήμου Αγίου Αθανασίου σε ανώνυμη οδό και/ή επί πεζοδρομίου το οποίο βρίσκεται εντός του Δήμου Αγίου Αθανασίου και/ή των Δημοτικών Ορίων του Δήμου Αγίου Αθανασίου και/ή άλλως». Περαιτέρω εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης ως η παράγραφος 2(Δ) της υπό κρίση αίτησης. Τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα και τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης να καταχωρηθούν μέχρι 26.8.14. Υπεράσπιση στην τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης να καταχωρηθεί μέχρι 28.8.14. Μέχρι 28.8.14 να καταχωρηθεί Έκθεση Απαίτησης Εναγόμενου εναντίον του Τριτοδιάδικου 2 και Έκθεση Απαίτησης Εναγόμενου εναντίον του Τριτοδιάδικου 3. Απάντηση στην Υπεράσπιση να καταχωρηθεί μέχρι 29.8.14. Υπεράσπιση των Τριτοδιάδικων 2 και 3 στην Έκθεση Απαίτησης Εναγόμενου που έκαστο των πιο πάνω διαδίκων η εν λόγω Έκθεση θα αφορά να καταχωρηθεί μέχρι 1.9.14. Αντίγραφα των δικογράφων των οποίων διατάχθηκε η καταχώρηση καθώς και του τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος να επιδοθούν στους δικηγόρους όλων των άλλων διαδίκων εντός του ιδίου χρόνου που το Δικαστήριο όρισε για την καταχώρηση τους. Η σύνταξη του παρόντος διατάγματος να ζητηθεί το αργότερο μέχρι αύριο. Ζητείται από τον Πρωτοκολλητή όπως φροντίσει ώστε το παρόν διάταγμα συνταχθεί σε χρόνο που θα επιτρέπει την καταχώρηση των δικογράφων εντός των χρονικών διαγραμμάτων που πιο πάνω όρισε το Δικαστήριο. Η υπόθεση ορίζεται για συνέχιση στις ακόλουθες ημερομηνίες: 2.9.14, 3.9.14, 4.9.14, 5.9.14, 8.9.14 και 9.9.14 και ώρα 12:00 μεσημβρία κάθε φορά. (Υπ.) ............. Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Προσθήκη τριτοδιάδικου σε εναγόμενο από τον ενάγοντα και τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης Subject: Civil / Other Actions / Interim cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.