ΚΕΔΙΦΑΠ Λτδ ν. Φαρμακεία Μόρφω Κοτζιαμάνη Λτδ, Αρ. Αγωγής 5186/13, 24/9/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A335 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 5186/13 Μεταξύ: ΚΕΔΙΦΑΠ Λτδ Εναγόντων και Φαρμακεία Μόρφω Κοτζιαμάνη Λτδ Εναγομένων Ημερομηνία: 24/9/2014 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες/Αιτητές׃ κα Ψαρά Για Εναγόμενους/Καθ΄ων η Αίτηση: κ. Αργυρού (για την απαγγελία της απόφασης ο κ. Παναγιώτου) Α Π Ο Φ Α Σ Η Στα πλαίσια αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης που εκκρεμεί, καταχωρήθηκε στις 15/5/2014 η υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητείται από τους ενάγοντες η άδεια του Δικαστηρίου για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Η αίτηση αυτή συνάντησε την ένσταση των εναγομένων οι οποίοι και καταχώρησαν σχετική ειδοποίηση ένστασης. Οι θέσεις και τα επιχειρήματα των διαδίκων, καταγράφονται και προκύπτουν από την αίτηση, την ένσταση και τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις που τις στηρίζουν, καθώς επίσης και από τις γραπτές αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων τους, γι' αυτό και δεν θεωρώ σκόπιμο να τα παραθέσω. Κύριο δικαιοδοτικό βάθρο της υπό κρίση αίτησης αποτελεί η Δ.48 Θ. 4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα μπορεί για καλό λόγο να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή τις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39». Παρέχεται συνεπώς η δυνατότητα για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Για να δοθεί όμως τέτοια άδεια θα πρέπει να καταδειχθεί καλός λόγος προς τούτο. Εάν θα επιτραπεί ή όχι σε ένα διάδικο να καταχωρήσει τέτοια συμπληρωματική ένορκο δήλωση είναι ζήτημα που εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. Ματθαίου κ.α.
(2008)1 ΑΑΔ 510, Α. Messios and Sons Ltd v. Α. Λεωνίδα
(2010)1 ΑΑΔ 195). Σύμφωνα και με τα όσα προαναφέρονται, η συμπληρωματική ένορκος δήλωση για την οποία έχει υποβληθεί η υπό κρίση αίτηση, ζητείται να κατατεθεί στα πλαίσια αίτησης για συνοπτική απόφαση που εδράζεται στη Δ.18 Θ.1 (α) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Με το κλητήριο ένταλμα και την αίτηση για συνοπτική απόφαση οι εναγόμενοι αξιώνουν εναντίον των εναγομένων την έκδοση απόφασης για το ποσό των Ε42.700.80= το οποίο όπως ισχυρίζονται αποτελεί υπόλοιπο που παραμένει οφειλόμενο από τους εναγομένους στα πλαίσια συνεργασίας που είχαν. Όπως ισχυρίζονται, δυνάμει γραπτής συμφωνίας προμήθειας προϊόντων ημερομηνίας 4/7/2011 οι ενάγοντες προμήθευαν τους εναγομένους ιατροφαρμακευτικά και/ή άλλα προϊόντα επί πιστώσει και για αυτά εξέδιδαν τιμολόγια και τηρούσαν τρεχούμενο λογαριασμό στον οποίο χρεωνόταν το ισόποσο των τιμολογίων, ενώ τα διάφορα ποσά που κατέβαλλαν οι εναγόμενοι πιστώνονταν σε αυτόν. Στα πλαίσια του συνόλου της μεταξύ τους συνεργασίας, οι εναγόμενοι πλήρωσαν στους ενάγοντες το ποσό των Ε293.707.09= και το ποσό αυτό πιστώθηκε στο λογαριασμό τους, στον οποίο επίσης πιστώθηκε ποσό Ε16.186.68= το οποίο αντιπροσωπεύει πιστωτικές σημειώσεις/επιστροφές. Ως αποτέλεσμα παραμένει μέχρι σήμερα οφειλόμενο το αξιούμενο ποσό των Ε42.700.80=. Σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς αυτούς των εναγόντων, οι εναγόμενοι στην ειδοποίηση ένστασης που καταχώρησαν στην αίτηση για συνοπτική απόφαση, αρνούνται το βάσιμο της αξίωσης των εναγόντων και ισχυρίζονται ότι έχουν καλή υπεράσπιση και εκθέτουν την πρακτική που ακολουθείτο κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους και ήταν η ακόλουθη. Αφού γινόταν η παραγγελία από τους εναγόμενους, ακολουθούσε η παράδοση των προϊόντων στο φαρμακείο τους μέσα σε κιβώτιο στο οποίο υπήρχε και τιμολόγιο για την αξία των εμπορευμάτων. Κάθε τέλος του μήνα οι ενάγοντες ζητούσαν από τους εναγομένους όπως εκδώσουν και τους παραδώσουν επιταγές στο όνομα τους για ποσό το οποίο οι ίδιοι οι ενάγοντες καθόριζαν. Έτσι οι εναγόμενοι εξέδιδαν και παρέδιδαν προς τους ενάγοντες επιταγές είτε έναντι των τιμολογίων, είτε έναντι του λογαριασμού. Είναι επίσης ισχυρισμός τους ότι ποτέ κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους δεν είχαν την ευκαιρία να αμφισβητήσουν τον λογαριασμό, γιατί οι ενάγοντες δεν τους απέστελλαν μηνιαίες καταστάσεις αυτού έτσι ώστε να έχουν τη δυνατότητα να το πράξουν. Οι εναγόμενοι αμφισβητούν περαιτέρω το ποσό που αξιώνεται και ισχυρίζονται ότι σύμφωνα με τα δικά τους λογιστικά βιβλία αγόρασαν και παρέλαβαν από τους ενάγοντες προϊόντα συνολικής αξίας Ε352.644.34= και όχι Ε352.594.57= όπως δηλώνουν οι ενάγοντες. Είναι όμως η θέση τους ότι έναντι των αγορών αυτών πλήρωσαν ποσό Ε305.223.07= και όχι Ε293.707.09= όπως ισχυρίζονται οι ενάγοντες. Επιπρόσθετα η αξία των προϊόντων που επεστράφησαν ανέρχεται στο ποσό των Ε18.376.58= και όχι στο ποσό των Ε16.186.68=. Υποστηρίζουν ακόμα ότι από το αξιούμενο ως χρεωστικό υπόλοιπο θα πρέπει να αφαιρεθούν διάφορα ποσά τα οποία αναλυτικά εκθέτει ο ενόρκως δηλών στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ειδοποίηση ένστασης. Είναι ακόμα θέση τους ότι δεν έχουν παραλάβει κάποια προϊόντα για τα οποία όμως οι ενάγοντες έχουν προβεί σε χρεώσεις και ότι οι τελευταίοι παρέλειψαν να τους δώσουν κάποιες προσφορές οι οποίες παρέχονται σύμφωνα με τη γενική πρακτική που επικρατεί στο χώρο της λειτουργίας φαρμακείων και φαρμακαποθηκών και για το λόγο αυτό την αξία τους θα αξιώσουν με Ανταπαίτηση που θα καταχωρήσουν. Όπως ισχυρίζονται περαιτέρω, λόγω διαφόρων προβλημάτων που προέκυψαν στη μεταξύ τους συνεργασία και τα οποία σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους οφείλονται σε υπαιτιότητα των εναγόντων, οι εναγόμενοι κατά τον Σεπτέμβριο του 2013 ζήτησαν όπως τερματιστεί η μεταξύ τους συνεργασία. Για τους πιο πάνω λόγους οι εναγόμενοι εισηγούνται ότι θα πρέπει να τους δοθεί άδεια να προβάλουν την υπεράσπιση τους. Όπως προκύπτει από την καταχωρηθείσα Έκθεση Απαίτησης, την αίτηση για συνοπτική απόφαση, την υπό κρίση αίτηση και τις αντίστοιχες ενστάσεις, η ουσία της διαφοράς έγκειται στην ύπαρξη η όχι οφειλόμενου υπολοίπου από συνεργασία που είχαν οι διάδικοι μεταξύ τους. Από τη μια οι ενάγοντες επιδιώκουν την έκδοση συνοπτικής απόφασης λόγω της ύπαρξης οφειλόμενου υπολοίπου το οποίο σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους ουδέποτε στο παρελθόν είχε αμφισβητηθεί ουσιαστικά από τους εναγόμενους, πλην μόνο μιας αόριστης αναφοράς σε ηλεκτρονικό μήνυμα των δικηγόρων των εναγομένων προς τους δικηγόρους των εναγόντων και από την άλλη οι εναγόμενοι ενώ δέχονται την ύπαρξη της συνεργασίας αυτής αμφισβητούν το αξιούμενο υπόλοιπο. Στην ένορκο δήλωση που στηρίζει την υπό κρίση αίτηση οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι με την ένσταση που οι εναγόμενοι καταχώρησαν στην αίτηση για συνοπτική απόφαση, έθεσαν στο Δικαστήριο αναληθείς και παραπλανητικούς ισχυρισμούς τόσο σε σχέση με την έλλειψη θετικής γνώσης του ενόρκως δηλούντα στην ένορκο δήλωση που στηρίζει την αίτηση για συνοπτική απόφαση για τα όσα ορκίζεται, όσο και σε σχέση με τα ποσά που έπρεπε να πιστωθούν, αφαιρεθούν κ.λ.π. προς όφελος των εναγομένων. Γι' αυτό και εισηγούνται ότι η αιτούμενη άδεια θα πρέπει να τους δοθεί έτσι ώστε οι ισχυρισμοί αυτοί να απαντηθούν και οι θέσεις τους να αποκρυσταλλωθούν. Σε αντίθετη περίπτωση εισηγούνται ότι το Δικαστήριο δεν θα έχει όλα τα γεγονότα ενώπιον του και/ή θα έχει παραπλανητικά γεγονότα. Ως τεκμήριο στην υπό κρίση επισυνάπτεται και αντίγραφο της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης την οποία προτίθενται να καταχωρήσουν εάν τους παρασχεθεί η αιτούμενη άδεια. Σε σχέση με τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται σε αιτήσεις για έκδοση συνοπτικής απόφασης, σημαντικά είναι τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Ε. Λαζάρου κ.α. v. Γ. Π. Μακεδόνα
(1999)1 Β ΑΑΔ 817 στην οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο επέτρεψε την καταχώρηση πολυάριθμων συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων σε αίτηση για συνοπτική απόφαση. «Αναφορικά με τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται για να κριθεί το θέμα, στην υπόθεση Banque de Paris et des Pays-Bas (Suisse) SA v. de Naray [1984] 1 Lloyd's Rep. 21, στη σελ. 23, λέχθηκαν τα ακόλουθα: "It is of course trite law that O.14 proceedings are not decided by weighing the two affidavits. It is also trite that the mere assertion in an affidavit of a given situation which is to be the basis of a defence does not, ipso facto, provide leave to defend; the Court must look at the whole situation and ask itself whether the defendant has satisfied the Court that there is a fair or reasonable probability of the defendants' having a real or bona fide defence." Περαιτέρω, στην Bhogal v. Punjab National Bank v. Punjab National Bank [1988] 2 All E.R. 296 στη σελ. 303 ο Bingham L.J. ανέφερε: "But the correctness of factual assertions such as these cannot be decided on an application for summary judgment unless the assertions are shown to be manifestly false either because of their inherent implausibility or because of their incosistency with the contemporary documents or other compelling evidence." Στην Standard Chartered Bank v. Yaacoub [1990] CA Transcript 699 λέχθηκε ότι: "It is sometimes said that in an application under Ord. 14 the court is bound to accept the assertion of a defendant on affidavit unless it is self-contradictory or inconsistent with other parts of the defendant' s own evidence, and that the court cannot reject an assertion on the simple ground that it is inherently incredible." Τέλος, στο Supreme Court Practice 1999, Vol.1 στη σελ. 173, παράγραφος 14/4/7, αναφέρονται τα ακόλουθα: "The plaintiff has long been permitted to answer the defendant's evidence but the case cannot be tried on affidavits, and if the defendant's affidavit discloses a defence based on disputed facts it is generally useless for the plaintiff to reply. The Court is not bound to require documentary evidence from the plaintiff, if by his affidavit in reply he can show that there is no issue to try (Shurmur v. Young [1889] 5 T.L.R, 155, CA) but if he can demonstrate (e.g. by exhibiting contemporary documents) that the evidence of the defendant is not reasonably capable of belief this will prevent leave to defend being given." Έχει λεχθεί δικαστικά ότι όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση (δέστε Supreme Court Practice 1999 1st Ed. p. 174, para. 14/4/9). To πρωτόδικο Δικαστήριο βασιζόμενο στην πιο πάνω νομολογία, κατέληξε ως εξής στη σελ.20 της απόφασης: "Έχοντας υπόψη το περιεχόμενο των δύο Ενόρκων Δηλώσεων του Εναγόμενου 1 και τις αντιφάσεις που έχω επισημάνει σε αυτές αναφορικά με το χρόνο και τον τρόπο που έγινε η ισχυριζόμενη εξόφληση του επίδικου γραμματίου σε σημείο που να μου δημιουργείται αμφιβολία κατά πόσο οποιαδήποτε από τις εκδοχές αυτές είναι η σωστή η γνώμη μου είναι ότι ο ισχυρισμός περί εξόφλησης του επίδικου γραμματίου δεν μπορεί να γίνει πιστευτός." Δεν είναι όμως όπως προκύπτει σαφώς από το υπόλοιπο μέρος της απόφασης απλά αυτή η βάση, για την απόρριψη της ένστασης των εφεσειόντων. Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε ενώπιον του πολυάριθμες ένορκες δηλώσεις και τεκμήρια, στις οποίες περιέχονταν λεπτομερέστατοι ισχυρισμοί που σχετίζονταν με το κατά πόσο ή όχι ο ισχυρισμός των εφεσειόντων ότι εξοφλήθη το γραμμάτιο ήταν ορθός και το Δικαστήριο προχώρησε και ανέλυσε όλους αυτούς τους πραγματικούς ισχυρισμούς και έκαμε στην ουσία ευρήματα επ' αυτών. Είναι καθαρό ότι τα συμπεράσματα και η κατάληξη του Δικαστηρίου βασίστηκαν και στην όλη αξιολόγηση που έκαμε του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, με το να επιτρέψει την ανταλλαγή πολυάριθμων ενόρκων δηλώσεων που στο τέλος περιείχαν λεπτομερή και αντικρουόμενη μαρτυρία και να την εξετάσει και να αποφανθεί επ' αυτής, εξήλθε από το θεσμοθετημένο πλαίσιο της διαδικασίας της Δ.18 και κατά την κρίση μας μετέτρεψε τη διαδικασία σε δίκη επί της ουσίας. Ως εκ τούτου η απόφαση πρέπει να παραμερισθεί». Σχετικά επίσης με το εξεταζόμενο ζήτημα είναι τα όσα εκτίθενται στο σύγγραμμα The Annual Practice 1956, στη σελίδα 175 όπου κάτω από τον τίτλο "Affidavit in Reply" αναγράφεται, "The obligation on defendant to `show cause´ by necessary implication allows the plaintiff to answer the defendant´s case". Επισημαίνεται στη συνέχεια ότι πρόκειται για διακριτικής φύσεως εξουσία και αναφέρονται στη σελíδα 176 τα ακόλουθα: «But the case cannot be tried on affidavits, and if the defendant´s affidavit discloses a defence it is generally useless for the plaintiff to file an affidavit in reply, unless he is in a position to exhibit some document clearly demonstrating the untruth of the defendant´s affidavit." Λαμβάνοντας υπόψη τα δικαιώματα των μερών, σε συνάρτηση βέβαια με τα πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση, θεωρώ ότι το αίτημα δεν πρέπει να εγκριθεί. Και αυτό για τους ακόλουθους λόγους. Για να επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης πρέπει να καταδειχθεί καλός λόγος προς τούτο, η ανάγκη δηλαδή όπως ένας διάδικος απαντήσει σε ισχυρισμούς του άλλου, λαμβανομένων βέβαια υπόψη και των συνεπειών που τυχόν θα υπάρξουν από την μη απάντηση. Είναι γι' αυτό σχετική και η σημασία που μπορεί να έχει η απάντηση των εναγόντων στα όσα προβάλλουν οι εναγόμενοι. Όπως προαναφέρεται, στην αίτηση για συνοπτική απόφαση εκείνο που εξετάζεται είναι εάν οι εναγόμενοι έχουν πετύχει να καταδείξουν την ύπαρξη καλής υπεράσπισης. Στην εξεταζόμενη περίπτωση οι εναγόμενοι έχουν ήδη προβάλει με την ειδοποίηση ένστασης τους στην αίτηση για συνοπτική απόφαση διάφορους ισχυρισμούς οι οποίοι θα κριθούν ανάλογα από το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της αίτησης για συνοπτική απόφαση. Αυτό που οι ενάγοντες επιζητούν να πράξουν με την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είναι πρώτα να επιβεβαιώσουν ότι ο ομνύοντας την ένορκο δήλωση που στηρίζει την αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης έχει θετική γνώση των γεγονότων για τα οποία ορκίσθηκε και δεύτερο να δώσουν τη δική τους εκδοχή σε σχέση με τις χρεωπιστώσεις που έγιναν ή που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των εναγομένων έπρεπε να γίνουν κατά τη διάρκεια της μεταξύ τους συνεργασίας. Σε σχέση με το πρώτο πρέπει να λεχθεί ότι εάν επιτραπεί στους ενάγοντες να το πράξουν, είναι ως εάν να τους δίδεται η δυνατότητα να καλύψουν τυχόν κενά που όπως οι εναγόμενοι υποστηρίζουν, υπάρχουν στην αίτηση τους για συνοπτική απόφαση και τα οποία από την αρχή θα έπρεπε να συμπεριληφθούν σε αυτήν, κάτι που βεβαίως δεν μπορεί να επιτραπεί και ούτε θα μπορούσε να αποτελέσει καλό λόγο για έγκριση της αίτησης. Σε σχέση τώρα με τους λοιπούς ισχυρισμούς τους, τους οποίους προσπαθούν να συμπεριλάβουν σε απάντηση των όσων οι εναγόμενοι προβάλλουν σε σχέση με πιστώσεις που έπρεπε να γίνουν στο λογαριασμό, μη παράδοση προϊόντων κ.λ.π., αυτοί θα έχουν σημασία όχι στο στάδιο εκδίκασης της αίτησης για συνοπτική απόφαση, αλλά σε μεταγενέστερο στάδιο και εφόσον η αίτηση για συνοπτική δεν εγκριθεί από το Δικαστήριο, κατά το στάδιο δηλαδή εκδίκασης της ουσίας της διαφοράς. Εάν στο στάδιο αυτό επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης η διαδικασία για έκδοση συνοπτικής απόφασης θα μετατραπεί σε δίκη επί της ουσίας. Για τους πιο πάνω λόγους κρίνεται ότι οι ενάγοντες απέτυχαν να καταδείξουν καλό λόγο για έγκριση του αιτήματος. Ενόψει της κατάληξης μου αυτής θεωρώ αχρείαστο να εξετάσω ένα, ένα ξεχωριστά τους προβληθέντες λόγους ένστασης, αφού εκείνο που έχει σημασία σε αιτήσεις της φύσης αυτής είναι να καταδειχθεί η ύπαρξη τέτοιου καλού λόγου. Συνακόλουθα το αίτημα απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος του εναγόντων/αιτητών και υπέρ των καθ' ων η αίτηση/εναγομένων όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και τα οποία να είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) ......... ..... Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής civil/ interim subject.simliromatiki enorgos dilosi cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο