Λευτέρη Θωμά ν. Χριστάκης Αντωνίου Υδραυλικά και Αλουμίνια Λτδ, Αρ. Αγωγής: 2017/2007, 22/9/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A330 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ENΩΠION: Μ. Λάρμου Παπαδήμα Αρ. Αγωγής: 2017/2007 Μεταξύ: Λευτέρη Θωμά Ενάγοντα Και Χριστάκης Αντωνίου Υδραυλικά και Αλουμίνια Λτδ Εναγομένων Ημερομηνία: 22/9/2014 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα ׃ κ. Σ. Βασιλείου Για Εναγομένους: κ. Χ. Τιμοθέου (για την απαγγελία της απόφασης κα Ζιόμεκ) Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την αγωγή του ο ενάγοντας, αξιώνει από τους εναγόμενους ποσό Λ.Κ.14.270= ως υπόλοιπο συμφωνηθείσας και/ή εύλογης αμοιβής για εργασίες που εκτέλεσε κατόπιν οδηγιών τους, πλέον Λ.Κ.2.140.50= ως φ.π.α.. Σύμφωνα με τους δικογραφημένους στην Έκθεση Απαίτησης ισχυρισμούς του, για χρόνια πριν δημιουργηθεί η επίδικη διαφορά, συνεργαζόταν με τους εναγομένους οι οποίοι είναι εργολάβοι, ως υπεργολάβος. Μέχρι και τον Φεβρουάριο του 2007, οι εναγόμενοι και/ή αντιπρόσωποι και/ή εντολοδόχοι και/ή εργοδοτούμενοι τους, του ανέθεσαν να προβεί στην τοποθέτηση υδραυλικών εγκαταστάσεων και/ή σωλήνων κεντρικής θέρμανσης σε διάφορες κατοικίες τις οποίες του υποδείκνυαν. Ήταν προφορική μεταξύ τους συμφωνία ότι θα πληρωνόταν ανά σημείο και ανάλογα με τα τετραγωνικά μέτρα και/ή ανάλογα με την ποσότητα των σωλήνων οι οποίες θα τοποθετούνταν στη βάση των αρχιτεκτονικών σχεδίων της κάθε κατοικίας. Είναι ισχυρισμός του ότι σύμφωνα με τις οδηγίες των εναγομένων εκτέλεσε μέχρι τη χρονική αυτή περίοδο διάφορες εργασίες σε κατοικίες που του υπέδειξαν οι εναγόμενοι, αλλά οι τελευταίοι εξακολουθούν να παραλείπουν να του καταβάλουν το ποσό των Λ.Κ.14.270= πλέον φ.π.α. ως υπόλοιπο συμφωνηθείσας και/ή εύλογης αμοιβής. Οι εναγόμενοι με την Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης τους ισχυρίζονται διαφορετική συμφωνία ως προς τον τρόπο πληρωμής του ενάγοντα, λέγοντας ότι αυτός θα πληρωνόταν ανά σημείο, ανεξάρτητα όμως από τα τετραγωνικά μέτρα της κάθε κατοικίας και της ποσότητας των σωλήνων. Είναι επίσης ισχυρισμός τους ότι τον έχουν ξοφλήσει πλήρως για όλες τις εργασίες που έχει εκτελέσει κατόπιν οδηγιών τους και ότι στην περίπτωση που ήθελε διαφανεί ότι πράγματι ο ενάγοντας προέβη στην εκτέλεση και άλλων εργασιών εκτός αυτών για τις οποίες έχει πληρωθεί, οι εργασίες αυτές, είτε δεν εκτελέσθηκαν από τον ίδιο αλλά από άλλα τρίτα πρόσωπα, είτε παρουσίασαν κακοτεχνίες τις οποίες ο ενάγοντας δεν επιδιόρθωσε και έτσι οι ίδιοι αναγκάσθηκαν να τις επιδιορθώσουν, αναθέτοντας το έργο αυτό σε άλλα τρίτα πρόσωπα, τα οποία και πλήρωσαν. Γι' αυτό και ανταπαιτούν από τον ενάγοντα το ποσό Λ.Κ. 6.943=. Ο ενάγοντας με την Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση, αρνείται τους ισχυρισμούς των εναγομένων που δεν συνάδουν με την Έκθεση Απαίτησης του. Απορρίπτει την Ανταπαίτηση και ισχυρίζεται ότι όλες οι ανατεθείσες σε αυτόν εργασίες, εκτελέσθηκαν πλήρως και χωρίς κακοτεχνίες. Είναι ακόμα ισχυρισμός του ότι ακόμα και αν παρουσιάσθηκαν κάποια μικροπροβλήματα κατά τη συνήθη εκτέλεση των εργασιών, ο ίδιος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη, γιατί πριν την ολοκλήρωση των εργασιών που του είχαν ανατεθεί, οι εναγόμενοι μέσω του διευθυντή τους Χριστάκη Αντωνίου, τερμάτισαν την μεταξύ τους συνεργασία διαβεβαιώνοντας τον παράλληλα ότι σε μεταγενέστερο στάδιο θα προχωρούσαν σε εξόφληση των μέχρι τότε εκτελεσθέντων εργασιών. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι το συνολικό ποσό των εργασιών που συμφωνήθηκαν να εκτελεστούν, ανερχόταν σε Λ.Κ.30.112.50= (Ε51.450.26=). Οι εναγόμενοι του κατέβαλαν ποσά Λ.Κ.10.000= (Ε17.086.01=) και Λ.Κ.3.702= (Ε6.325.24=), με αποτέλεσμα το υπόλοιπο ποσό να παραμένει μέχρι σήμερα οφειλόμενο. Προς απόδειξη της υπόθεσης του έδωσε μαρτυρία ο ίδιος ο ενάγοντας, ο Κώστας Θωμά, o Oδυσσέας Λεβέντης και ο Ντίνος Νικολαϊδης (M.E.1-4). Αντίθετα οι εναγόμενοι δεν προσκόμισαν καμία απολύτως μαρτυρία και δεν προώθησαν την Ανταπαίτηση τους. Στη συνέχεια δε και μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων κατέθεσαν στο Δικαστήριο τις γραπτές τους αγορεύσεις, όπου εκτίθενται οι θέσεις και τα επιχειρήματα τους και τα οποία για το λόγο αυτό δεν θεωρώ αναγκαίο να παραθέσω. Αχρείαστο επίσης θεωρώ να επαναλάβω τη μαρτυρία που έχει προσκομισθεί και η οποία είναι καταγραμμένη στα πρακτικά, γι' αυτό και θα προχωρήσω αμέσως σε αξιολόγηση της, παραθέτοντας πολύ περιληπτικά τους ισχυρισμούς του κάθε μάρτυρα, έχοντας κατά νου τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων, ότι πρόκειται για υπόθεση πολιτικής φύσης που κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων και ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικά ή εξ' ολοκλήρου (βλ. Αγαπίου v. Παναγιώτου 1983
(1)ΑΑΔ 263, Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη 1995
(2)ΑΑΔ 207, Χάρης Χρίστου v. Eυγενία Khoreva 2002 (1Α) 454). Κατά την ακροαματική διαδικασία ο ενάγοντας και σύμφωνα με τη δυνατότητα που παρέχεται από το Νόμο, κατάθεσε στο Δικαστήριο γραπτή του δήλωση (Τεκμήριο Α) την οποία και υιοθέτησε ως μέρος της κύριας του εξέτασης και στη συνέχεια αντεξετάσθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγομένων. Υποστήριξε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι εκτέλεσε για λογαριασμό των εναγομένων διάφορες εργασίες και ότι γι' αυτές παραμένει αξιούμενο υπόλοιπο το ποσό το οποίο διεκδικεί. Όπως δηλώνει στην παράγραφο 4 της γραπτής του δήλωσης, υπήρχε μεταξύ του και των εναγομένων προφορική «συμφωνία κυρίων ανά σημείο εργασίας, δηλαδή για τις υδραυλικές εγκαταστάσεις Λ.Κ.110= το κάθε ένα ή εάν η οικοδομή ήταν μεγάλη λαμβανόταν υπόψη η ποσότητα των σωλήνων που θα εγκαθιστούσα σύμφωνα με τα αρχιτεκτονικά σχέδια και ήταν Λ.Κ.55= για τις πρόνοιες των κλιματιστικών και Λ.Κ.60= για τις εγκαταστάσεις θέρμανσης ανά σημείο». 'Όμως και παρόλο που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του είχαν συμφωνηθεί συγκεκριμένες τιμές ανά σημείο εργασίας κ.λ.π., ούτε με το Τεκμήριο Α, ούτε και με τα προέβαλε προφορικά στη συνέχεια, έδωσε επαρκή στοιχεία ούτε ως προς την έκταση των εργασιών που εκτελέσθηκαν, ούτε και κατ' ακολουθία ως προς την αξιούμενη αμοιβή. Παρόλο που στην προφορική του μαρτυρία περιέγραψε κάποιες από τις εργασίες που εκτέλεσε παρέλειψε να δώσει λεπτομέρειες και να προσδιορίσει πόσα ήταν τα σημεία εργασίας, τα τετραγωνικά μέτρα αλλά και οι ποσότητες των σωλήνων κ.λ.π. που τοποθέτησε και τι ποσά αντιστοιχούν στην κάθε εκτελεσθείσα εργασία έτσι ώστε να αποδείξει την απαίτηση του. Τα στοιχεία αυτά δεν προκύπτουν ούτε και από την προσκομισθείσα γραπτή μαρτυρία. Ούτε από το Τεκμήριο 4 που είναι σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του κατάλογος που ετοίμασε και στον οποίο έχει καταγράψει τις εργασίες που εκτέλεσε κατόπιν οδηγιών των εναγομένων καθώς και την αμοιβή του, ούτε και από το Τεκμήριο 9 που είναι όπως ο ενάγοντας ισχυρίσθηκε τιμολόγια που εξέδωσε μετά την καταχώρηση της αγωγής και συγκεκριμένα στις 17/6/2008 γιατί του το είχε ζητήσει ο Χριστάκης Αντωνίου, διευθυντής των εναγομένων σε μια προσπάθεια εξεύρεσης συμβιβασμού. Κρίνεται ότι από τη στιγμή που αυτός και όπως δικογραφεί θα πληρωνόταν ανάλογα με τον τρόπο που αναφέρεται πιο πάνω, θα έπρεπε να είχε προσαγάγει ενώπιον του Δικαστηρίου τα στοιχεία αυτά, έτσι ώστε να διασαφηνίσει με την πρέπουσα λεπτομέρεια τις εργασίες που εκτέλεσε και να δικαιολογήσει τα ποσά που διεκδικεί. Αυτό όμως ο ενάγοντας παρέλειψε να το πράξει. Έτσι και παρόλο που διαφάνηκε ότι πράγματι ο ενάγοντας εκτέλεσε διάφορες εργασίες προς όφελος των εναγομένων, δεν κατάφερε να περιγράψει με ακρίβεια και την απαιτούμενη σαφήνεια ποιες ήταν οι εργασίες αυτές, να προσδιορίσει την έκταση τους και την αξία της κάθε μίας από αυτές, αλλά βεβαίως και το αξιούμενο γι' αυτές ποσό. Δεν ήταν καθόλου πειστικός στη μαρτυρία του η οποία παρέμεινε γενικόλογη και ασαφής, τόσο ως προς την έκταση των εργασιών όσο και ως προς το αξιούμενο ποσό το οποίο δεν προσδιόρισε πως υπολόγισε και πως αυτό παρέμεινε οφειλόμενο. Εκτός του γενικόλογου τρόπου με τον οποίο μαρτύρησε και εξετάζοντας τα Τεκμήρια 4 και 9 αντίστοιχα και όσον αφορά τις ίδιες εργασίες παρατηρούνται οι ακόλουθες διαφορές οι οποίες λογικά δεν θα έπρεπε να εντοπίζονται και οι οποίες πλήττουν περαιτέρω την ποιότητα της μαρτυρίας του. Ενώ στο τιμολόγιο αρ.0245 του Τεκμηρίου 9 αναγράφει «κεντρική θέρμανση πατώματος-υδραυλικά -extra εργασία αλλαγές δοχείων στην κατοικία», στο Τεκμήριο 4 (αρίθμηση 2) καταγράφεται «υδραυλικά σε ολόκληρο καινούργιο σπίτι πλην τα είδη υγιεινής και την ένωση του ηλιακού». Παρατηρείται δηλαδή διαφορά, αφού στο Τεκμήριο 4 τίποτε δεν καταγράφεται για κεντρική θέρμανση πατώματος και αλλαγές δοχείων. Ενώ στο τιμολόγιο αρ.0250 του Τεκμηρίου 9 αναγράφει ως εκτελεσθείσες εργασίες «Αποχέτευση- υδραυλικά τρευ- πρόνοιες air condition -τρεις κεντρικές παροχές κρύου και ζεστού νερού- ημιτελής εργασία μη τοποθέτηση ηλιακών», στο Τεκμήριο 4 (αρίθμηση 1) καταγράφεται «υδραυλικά σε τριώροφη πολυκατοικία πλην την ένωση του ηλιακού». Τίποτε δηλαδή δεν καταγράφεται για εργασίες στην αποχέτευση και για πρόνοιες κλιματιστικού. Ενώ στο τιμολόγιο αρ.0252 του Τεκμηρίου 9 αναγράφει «ανακαίνιση κατοικίας..ημιτελής εργασία ένωση ηλιακού» στην αρίθμηση 10 του Τεκμηρίου 4 αναγράφει «ανακαίνιση υδραυλικών σε μπάνιο και κουζίνα», εργασίες δηλαδή που δεν συμπίπτουν. Ενώ στο τιμολόγιο αρ.0253 του Τεκμηρίου 9 αναγράφει «έλεγχος και επιδιορθώσεις παλαιάς εγκατάστασης κεντρικής θέρμανσης από χαλκοσωλήνες και τεστ εγκατάστασης» στην αρίθμηση αρ.11 αναγράφει μόνο «έλεγχος κεντρικής θέρμανσης». Παραλείπει δηλαδή και στην περίπτωση αυτή να καταγράψει ότι έγινε οποιαδήποτε επιδιόρθωση. Ενώ στο τιμολόγιο αρ.0255 αναγράφει «υδραυλικά-αλλαγή σωλήνα πόλης», στην αρίθμηση του Τεκμηρίου 4 «αλλαγή εγκαταστάσεων μπάνιου», κάτι που δεν φαίνεται να είναι το ίδιο. Ενώ στο τιμολόγιο αρ. 0256 αναγράφει «τοποθέτηση είδη υγιεινής και καμπίνας-επιδιόρθωση σωλήνας 4΄΄», στην αρίθμηση 14 του Τεκμηρίου 4 αναγράφει «τοποθέτηση ειδών υγιεινής, καμπίνας ντουζ, σύνδεση ηλιακού θερμοσίφωνα και επιδιόρθωση μίας σωλήνας 4 ιντζών», προσθέτει δηλαδή ως εκτελεσθείσα εργασία την σύνδεση ηλιακού θερμοσίφωνα. Ενώ στο τιμολόγιο αρ.0257 αναγράφει «ανακαίνιση διαμερίσματος», στην αρίθμηση 15 του Τεκμηρίου 4 αναγράφει «επιδιόρθωση και αλλαγή σωλήνων». Ενώ στο τιμολόγιο αρ.0258 αναγράφει «αλλαγή pressure tan -βαλβίδα ασφαλείας», στην αρίθμηση αρ. 16 αναγράφει «σέρβις ηλιακού και αλλαγή pressure tan και βαλβίδες ασφαλείας». Προσθέτει δηλαδή και σε αυτήν την περίπτωση το «σέρβις του ηλιακού» και αντί για βαλβίδα μιλά για βαλβίδες. Ενώ στο τιμολόγιο αρ.0259 αναγράφει «φωτιστικά- υδραυλικά», στην αρίθμηση αρ.17 αναγράφει «σύνδεση αποχωρητηρίου και νιπτήρα». Διαφορά παρατηρείται επίσης και στο ποσό που αναγράφεται στις δύο περιπτώσεις η οποία ασχέτως του μικρού της ύψους είναι ενδεικτική του τρόπου με τον οποίο λειτούργησε ο ενάγοντας, αφού στο τιμολόγιο αναγράφει το ποσό των Ε68.34= και στο Τεκμήριο 4 το ποσό των Ε68=. Ενώ στο τιμολόγιο αρ.0260 αναγράφει «τοποθέτηση δοχείων- finish εργασίας», στην αρίθμηση 18 του Τεκμηρίου 4 «υπόλοιπο από υδραυλικές εργασίες σε εργοστάσιο φρούτων». Διαφορά παρατηρείται και πάλι, έστω και πολύ μικρή αφού αφορά μόνο σεντ και στο ποσό που αναγράφεται στις δύο περιπτώσεις αφού στο τιμολόγιο αναγράφει το ποσό των Ε435.69= και στο Τεκμήριο 4 το ποσό των Ε435=. Ενώ στο τιμολόγιο αρ.0261 αναγράφει «extra εργασίες», στην αρίθμηση 19 του Τεκμηρίου 4 «υπόλοιπο εργασίας για υδραυλικές εγκαταστάσεις σε καινούργιο σπίτι». Ενώ στο τιμολόγιο αρ.0263 αναγράφει «υδραυλικά- πρόνοιες θέρμανσης-ημιτελής εργασία ένωση ηλιακών κοιλ. θέρμανση-μάνιφορ-κεντρική θέρμανση - δύο πρόνοιες air condition» στο Τεκμήριο 4 (αρίθμηση 5) αναγράφει μόνο «υδραυλικά- πρόνοιες θέρμανσης». Ενώ στο τιμολόγιο αρ.0264 αναγράφει «extra εργασία και ένωση πιεστικού συστήματος και ένωση ηλιακού», στο Τεκμήριο 4 (αρίθμηση 4) αναγράφει μόνο για σύνδεση ηλιακού. Ενώ στα δύο τιμολόγια με αρ.0265 και 0266 αναγράφει και στα δύο «αποχετεύσεις-υδροροές», στο Τεκμήριο 4 (αρίθμηση 3) αναγράφει «υδραυλικά- αποχετεύσεις-υδροροές σε πολυκατοικία» και «υδραυλικά-αποχετεύσεις-υδροροές σε σπίτια στις Πλάτρες». Υπάρχει τέλος και η χρέωση που προκύπτει από το τιμολόγιο αρ.0246 για το Ίδρυμα όπως αναφέρεται καθυστερημένων παιδιών και όπου αναγράφεται «αλλαγές συστήματος νιαγάρων-επιδιόρθωση νιπτήρων-αλλαγή φίλτρου-ντεποζίτου-τοποθέτηση νέων γραμμών στον κήπο» για Ε478.41= πλέον Ε71.76= για φ.π.α. και η οποία όμως δεν καταγράφεται στο Τεκμήριο 4, όπου αντίθετα υπάρχει στην αρίθμηση 21 υπό την αναφορά «Κονναρής (γυμναστής) αλλαγή γραμμών πόσιμου νερού» για Ε280=, ποσό για το οποίο δεν φαίνεται να υπάρχει αντίστοιχο τιμολόγιο. Αντεξεταζόμενος γιατί δεν συμπεριέλαβε την εργασία για το Ίδρυμα στο Τεκμήριο 4, προσπάθησε ανεπιτυχώς να το δικαιολογήσει κάνοντας υποθέσεις, λέγοντας ότι «μπορεί να έκαμα κάποιο λάθος, μπορεί να το ανάφερα στο δικηγόρο ή το διαιτητή και ο άνθρωπος δεν το έγραψε εκεί....». Όταν του υποβλήθηκε ότι στο συνημμένο 5 που ο ίδιος έδωσε του διαιτητή δεν συμπεριέλαβε την εργασία στο συγκεκριμένο ίδρυμα, απάντησε «δεν ξέρω για ποιο λόγο δεν την έγραψα», προβάλλοντας στη συνέχεια και άλλες συγκεχυμένες απαντήσεις. Κατά την προφορική του μαρτυρία προσπάθησε σε κάποιες περιπτώσεις να περιγράψει με λεπτομέρεια κάποιες από τις εργασίες που με γενικότητα αναφέρει στα τιμολόγια. Τούτο έγινε σε σχέση με το τιμολόγιο αρ.261 στο οποίο καταγράφει μόνο extra εργασίες. Προφορικά και παρόλο που δεν είναι καταγραμμένες στο τιμολόγιο ανάφερε κάποιες εργασίες, όσες θυμόταν όπως είπε. Προκύπτει δηλαδή και από την απάντηση του αυτή ότι ακόμα και ο ίδιος δεν μπορούσε να περιγράψει ακριβώς και με βεβαιότητα ποιες εργασίες είχε εκτελέσει, αλλά αναφέρθηκε σε όσες μπορούσε να θυμηθεί. Όταν ρωτήθηκε κατά την αντεξέταση εάν τις εργασίες που εκτελούσε τις κατέγραφε κάπου, απάντησε θετικά λέγοντας ότι έχει και κάποια αντίγραφα. Όταν του ζητήθηκε να τα παρουσιάσει απάντησε απλώς ότι δεν τα είχε μαζί του λέγοντας στο συνήγορο υπεράσπισης ότι τα είχε μπροστά του και ότι ήταν 100% βέβαιος ότι τα είχε και ο Χρ. Αντωνίου. Περαιτέρω διαφορές εντοπίζονται μεταξύ των όσων εργασιών ανέφερε προφορικά ότι αντιστοιχούν σε συγκεκριμένο τιμολόγιο και αυτών που είναι καταγραμμένες στο αντίστοιχο αυτό τιμολόγιο. Μια τέτοια περίπτωση είναι αυτή του τιμολογίου αρ.259 όπου ενώ σε αυτό αναγράφει ότι εκτέλεσε εργασία για «φωτιστικά και υδραυλικά», προφορικά είπε ότι «έκαμα μία μικρή εγκατάσταση, συνέδεσα αποχωρητήριο και νιπτήρα», χωρίς δηλαδή να αναφέρει οποιαδήποτε εργασία σε σχέση με φωτιστικά. Ενώ στο τιμολόγιο αρ.0252 αναγράφεται «ημιτελής εργασία- ένωση ηλιακού», περιγράφοντας την προφορικά είπε «είχαμε αλλαγές στα μπάνια και κρύο και ζεστό νερό στην κουζίνα και ημιτελής εργασία». Πρόσθεσε δηλαδή προφορικά εκτός από την ημιτελή εργασία στο ηλιακό και τις εργασίες στα μπάνια και την κουζίνα. Ο γενικότερος τρόπος που μαρτύρησε ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν ήταν σταθερός αλλά υπήρξε ασαφής και συγκεχυμένος σε βαθμό που δεν μπορεί να αποτελέσει ασφαλές υπόβαθρο για εξαγωγή οποιονδήποτε ασφαλών συμπερασμάτων. Η αβεβαιότητα και η ασάφεια στη μαρτυρία του προκύπτει και από διάφορα άλλα στοιχεία, μερικά από τα οποία αναφέρονται πιο κάτω. Αντεξεταζόμενος εάν κατασκεύασε όλες τις υδροροές στην περίπτωση Αθηνάκη/Βαρώνου απάντησε κατά λέξη «έχει έγγραφα, δεν μπορώ να θυμηθώ τώρα». Σε αμέσως επόμενη υποβολή που ακολούθησε ότι στην κυρίως εξέταση είχε πει ότι είχε φτιάξει όλες τις υδροροές μέχρι και τον 2ο όροφο, απάντησε ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί. Και πάλι κατά την αντεξέταση, όταν του ζητήθηκε σε κάποιες περιπτώσεις να εξηγήσει πως είχε καταλήξει σε κάποιες από τις χρεώσεις, παρουσιάσθηκε ανίκανος να το πράξει. Μια τέτοια περίπτωση ήταν όταν ρωτήθηκε πως κατέληξε στη χρέωση του τιμολογίου αρ.
- Η απάντηση του ήταν ότι εγκατέστησε 4 πρόνοιες για Λ.Κ.55= η κάθε μία. Σε υποβολή που του έγινε ότι η χρέωση που ανάφερε δεν ανταποκρίνεται στο ποσό που αναγράφεται στο τιμολόγιο απάντησε ότι βλέπει αυτό το ποσό. Όμως το ποσό του συγκεκριμένου τιμολογίου είναι Ε375.89= πλέον φ.π.α. για 4 πρόνοιες air condition. Το ίδιο συνέβη ερωτώμενος και επί του τιμολογίου αρ.
- Αφού έκαμε κάποιους υπολογισμούς και έδωσε συγκεχυμένες απαντήσεις είπε «.. Βγαίνουν Λ.Κ.1863= σύνολο μέχρι τη στιγμή που δούλευα, τώρα αν έκαμα κάτι άλλο να ψάξω να το βρω». Σε υποβολή που έγινε αμέσως μετά ότι το ποσό που είχε αναφέρει δεν αντιστοιχούσε στο συγκεκριμένο τιμολόγιο απάντησε κατά λέξη «Δεν αντιστοιχεί γιατί έχω και άλλα στοιχεία που γράφω...» προβάλλοντας στη συνέχεια και άλλους αόριστους ισχυρισμούς. Άλλη παρόμοια περίπτωση ήταν όταν του ζητήθηκε να αναφέρει πως κατέληξε στο ποσό των Λ.Κ.1.879.46= που καταγράφει στο τιμολόγιο αρ.
- Δεν ήταν σε θέση να το πράξει, ζήτησε μάλιστα να γίνει όπως είπε «επανεξέταση». Χαρακτηριστική του τρόπου με τον οποίο μαρτύρησε είναι η απάντηση που έδωσε ερωτώμενος πως κατέληξε στη χρέωση του τιμολογίου αρ.0263 και η οποία είναι η ακόλουθη. «Με το σημείο όπως πάντα. Σίγουρα είναι γραμμένο στα έγγραφα του Τσιάκκα του αρχιτέκτονα, δεν το έχω μαζί μου, εκείνο που μας δώσατε εσείς προσωπικά». Ενώ στην Έκθεση Απαίτησης δικογραφεί ότι για 8 χρόνια πριν δημιουργηθεί η επίδικη διαφορά, συνεργαζόταν με τους εναγομένους ως υπεργολάβος, στην παράγραφο 2 του Τεκμηρίου Α αναφέρει ότι με τους εναγόμενους τελούσε σε σχέση υπεργολαβίας μόνο τα τελευταία δύο χρόνια. Ενώ στην παράγραφο 4 του Τεκμηρίου Α αναφέρει ότι υπήρχε μεταξύ των διαδίκων προφορική συμφωνία κυρίων ως προς την αμοιβή του προσδιορίζοντας τη συγκεκριμένη αμοιβή που συμφωνήθηκε για την κάθε εργασία, πιο κάτω και συγκεκριμένα στην παράγραφο 17 του ίδιου τεκμηρίου αναφέρει ότι διεκδικεί εναντίον των εναγομένων ποσό Λ.Κ.14.270= ως υπόλοιπο εύλογης και όχι συμφωνηθείσας αμοιβής. Ενώ στο δικόγραφο της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση δικογραφεί ότι έλαβε σε δύο περιπτώσεις έναντι των εργασιών χρήματα, αντεξεταζόμενος ανάφερε και μία τρίτη περίπτωση για ποσό χρημάτων Λ.Κ.5.014= που του δόθηκαν όπως είπε για εργασίες στον Σταύρο του C.I.D. Ενώ στην παράγραφο 9 του Τεκμηρίου 4 αναφέρει ότι ο ίδιος ετοίμασε το Τεκμήριο 4, αντεξεταζόμενος είπε ότι το ετοίμασε σε συνεργασία με τον δικηγόρο του ο οποίος και το έγραψε σύμφωνα με τα όσα ο ίδιος ο ενάγοντας του έλεγε. Με τον ίδιο τρόπο απάντησε και σε σχέση με την ετοιμασία των τιμολογίων τα οποία ενώ αρχικά ανάφερε ότι τα «έγραψε» ο ίδιος, αμέσως πρόσθεσε ότι τα «γράμματα», προφανώς αυτά που ήταν συμπληρωμένα τα τιμολόγια, ήταν κάποιου συναδέλφου του, προσθέτοντας όμως ότι ο ίδιος υπαγόρευε στο συνάδελφο του αυτόν τι να γράψει. Ενώ στο Τεκμήριο Α αναφέρει ότι στην πλειοψηφία των περιπτώσεων οι εναγόμενοι δεν του έδιδαν προκαταβολή ή οποιοδήποτε ποσό έναντι των εργασιών που εκτελούσε, όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 3 που είναι επίσης αντίγραφα τιμολογίων που εκδόθηκαν στα πλαίσια της συνεργασίας τους, σε πολλές περιπτώσεις αναφέρεται είσπραξη χρημάτων έναντι εργασιών. Σε υποβολή που του έγινε ότι κανένα ποσό δεν του οφείλουν οι εναγόμενοι, αλλά του κατέβαλαν και περισσότερα χρήματα από εκείνα που πραγματικά του οφείλονταν, απάντησε ότι «μιλούν οι αποδείξεις με αριθμούς επιταγών όλων των δουλειών» και ισχυρίσθηκε ακόμα ότι για όσα χρήματα εισέπραττε από τους εναγόμενους εξέδιδε αποδείξεις. Παρά ταύτα καμία τέτοια απόδειξη δεν παρουσίασε στο Δικαστήριο, αλλά όταν του ζητήθηκε να τις παρουσιάσει απάντησε ότι δεν τις είχε μαζί του. Αντεξεταζόμενος γιατί δεν ανάφερε στο διαιτητή ότι κατά την εκτέλεση των εργασιών εργοδοτούσε όπως ισχυρίσθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία και άλλα πρόσωπα, απάντησε ότι του έλεγε μόνο για όσα τον ρωτούσε, απάντηση που δεν είναι διόλου πειστική. Ασαφής υπήρξε και ως προς το εάν έδωσε ή όχι στο διαιτητή τα τιμολόγια αφού έδωσε αντιφατικές και συγκεχυμένες απαντήσεις όπως «στο διαιτητή δεν έδωσα τα τιμολόγια 100%» και σε άλλο σημείο ότι του τα έδωσε μετά. Τελειώνοντας πρέπει να επισημάνω ότι εκτός όλων των πιο πάνω συγκεχυμένη εικόνα παρατηρείται να υπάρχει και ως προς το διεκδικούμενο ποσό. Με την αγωγή του ο ενάγοντας διεκδικεί ποσό Λ.Κ.14.270= ως υπόλοιπο συμφωνηθείσας και/ή εύλογης αμοιβής για εργασίες που εκτέλεσε, πλέον Λ.Κ.2.140.50= ως φ.π.α, ποσό που αντιστοιχεί σε Ε28.039=. Σύμφωνα όμως με όσα αναφέρει στην παράγραφο 16 του Τεκμηρίου Α οι εναγόμενοι του κατέβαλαν το ποσό των Ε23.407= (περιλαμβανομένου του φ.π.α.) έναντι των Ε47.670.86= (πλέον φ.π.α.) που του όφειλαν, ενώ μετά την καταχώρηση της αγωγής κατέβαλαν επίσης το ποσό των Ε1.700= πλέον φ.π.α. στην εταιρεία Oasis για την αποπληρωμή κάποιου ηλιακού το οποίο ο ενάγοντας είχε παραγγείλει για λογαριασμό των εναγομένων και έτσι δεν διεκδικεί το ποσό αυτό. Οι μαθηματικές πράξεις που ακολουθούν τους ισχυρισμούς αυτούς, δίδουν ως αποτέλεσμα το ποσό των Ε22.563.86= που διαφέρει από το πιο πάνω, έστω και εάν πιθανόν να υπάρχουν κάποιες προσθαφαιρέσεις σε σχέση με το φ.π.α. που δεν διασαφηνίζονται. Περαιτέρω διαφορά προκύπτει από τους ισχυρισμούς του που εκτίθενται στην παράγραφο 17 του ιδίου τεκμηρίου όπου ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι εξακολουθούν να του οφείλουν το ποσό των Λ.Κ.14.270=πλέον φ.π.α. (ήτοι Ε24.381.75= πλέον φ.π.α.) ως υπόλοιπο. Περαιτέρω στο Τεκμήριο 4, αναφέρει ως οφειλόμενο ποσό αυτό των Ε25.617= πλέον φ.π.α., σημειώνοντας παράλληλα ότι με την αγωγή αξιώνεται ποσό Ε24.381.75= πλέον φ.π.α.. Αντεξεταζόμενος ο ενάγοντας επί του ποσού που τελικά αξιώνει φάνηκε ότι ούτε και ο ίδιος δεν ήταν βέβαιος για το ύψος του. Ερωτώμενος εάν το τελικά οφειλόμενο ποσό ανέρχεται σε αυτό των 25.617 πλέον φ.π.α. απάντησε «αν το σούμαραν καλά οι δικηγόροι μου, ναι». Ακολούθησαν στη συνέχεια και άλλες ερωτήσεις και απαντήσεις επί του θέματος που καταδεικνύουν την αβεβαιότητα ακόμα και του ίδιου του ενάγοντα για το ποσό που πραγματικά του οφείλεται. Προσκόμισε ο ενάγοντας και εξ' ακοής μαρτυρία η οποία πλέον δεν αποκλείεται για το λόγο αυτό, η βαρύτητα όμως που θα της προσδοθεί εναπόκειται στο Δικαστήριο, το οποίο μπορεί να λάβει υπόψη του διάφορους παράγοντες, οι οποίοι ενδεικτικά και μόνο εκτίθενται στο νόμο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, στην εξ' ακοής αυτή μαρτυρία δεν θα προσδοθεί καμία απολύτως βαρύτητα λόγω των όσων αναφέρονται πιο πάνω και τα οποία δεν μου επέτρεψαν να αποδεχθώ τη μαρτυρία του, αλλά και γιατί κανένας λόγος δεν διαφάνηκε να υπάρχει για την μη κλήτευση των μαρτύρων που προέβησαν στην αρχική δήλωση στο Δικαστήριο. Για όλους τους πιο πάνω λόγους δεν μπορώ να αποδεχθώ τη μαρτυρία του εκτός βεβαίως του ότι εκτέλεσε για λογαριασμό και κατόπιν οδηγιών των εναγομένων εργασίες σε διάφορα έργα ως υπεργολάβος σε υδραυλικές εγκαταστάσεις και άλλες συναφείς εργασίες. Το κενό που δημιουργήθηκε από τη μαρτυρία του ενάγοντα, επιχειρήθηκε να καλυφθεί με τη μαρτυρία του γιού του, Κώστα Θωμά (Μ.Ε.2). Και αυτός κατάθεσε ως Τεκμήριο Β γραπτή δήλωση που ετοίμασε και την υιοθέτησε ως μέρος της κύριας του εξέτασης. Υποστήριξε ότι παρόλο που κατά το χρόνο εκτέλεσης των εργασιών ήταν μαθητής ηλικίας 15 χρόνων και δεν εργαζόταν καθημερινά μαζί με τον πατέρα του, τον βοηθούσε τα απογεύματα, τα Σαββατοκυρίακα και τις αργίες. Αυτός περιέγραψε στο Τεκμήριο Β τις εργασίες που μαζί με τον πατέρα του εκτέλεσαν όπως ισχυρίσθηκε, δίδοντας μάλιστα και στοιχεία αναφορικά με τα σημεία τα οποία εγκατέστησαν, τις πρόνοιες των κλιματιστικών, τα μέτρα των υδροροών και άλλων σωλήνων κ.λ.π.. Η γενικότερη εντύπωση που σχημάτισα γι' αυτόν παρακολουθώντας τον να καταθέτει από το εδώλιο του μάρτυρα, παρατηρώντας την όλη στάση και συμπεριφορά του ήταν ότι ήλθε στο Δικαστήριο όχι για να πει την αλήθεια, αλλά έχοντας ως μοναδικό σκοπό να βοηθήσει τον πατέρα του στην υπόθεση του και να καλύψει τα κενά της μαρτυρίας του τελευταίου. Πραγματικά αξιοπερίεργο είναι το γεγονός ότι ενώ ο ίδιος ο ενάγοντας παρέλειψε να δώσει ακριβή και συγκεκριμένα στοιχεία για τις εργασίες που εκτέλεσε π.χ. τον αριθμό των σημείων που εγκατέστησε, τις πρόνοιες κλιματιστικών, τα μέτρα των υδροροών και άλλων σωλήνων κ.λ.π., τα στοιχεία αυτά τα παρέθεσε στο Δικαστήριο ο Μ.Ε.2, δημιουργώντας την απορία πως αυτό είναι δυνατόν. Να μην τα αναφέρει δηλαδή ο ίδιος ο ενάγοντας που είναι ο υπεργολάβος που εκτέλεσε τις εργασίες και να τα γνωρίζει, δίδοντας μάλιστα λεπτομερή στοιχεία γι' αυτά ο γιος του, που απλώς βοηθούσε και δεν εργαζόταν με πλήρη απασχόληση στις εργασίες αυτές και ο οποίος μάλιστα κατά το χρόνο εκτέλεσης των εργασιών ήταν μόλις 15 χρόνων. Να λεχθεί ακόμα ότι ο μάρτυρας δεν διευκρίνησε πως και με ποιο τρόπο γνώριζε τόσες λεπτομέρειες για τις εργασίες στις οποίες αναφέρθηκε και τις οποίες εκτέλεσε ο πατέρας του ως υπεργολάβος. Σε σχέση με τη συμφωνηθείσα μεταξύ των διαδίκων αμοιβή τα ποσά που ισχυρίσθηκε ότι συμφωνήθηκαν δεν ήταν ακριβώς τα ίδια με αυτά που είπε ο ενάγοντας. Και αυτό γιατί πέραν των όσων και ο ίδιος ο ενάγοντας ισχυρίσθηκε ότι συμφωνήθηκαν, ο Μ.Ε.2 πρόσθεσε ότι αν στο αρχιτεκτονικό σχέδιο οι αποστάσεις μεταξύ σημείων και παραδεξάμενων ήταν μακρινές η χρέωση ήταν πέραν των Λ.Κ.110=. Είπε ακόμα ότι για τις υδροροές είχε συμφωνηθεί ποσό Λ.Κ.5= το μέτρο, ισχυρισμούς όμως που δεν είχε προβάλει ο ίδιος ο ενάγοντας αφού τίποτε δεν ανάφερε για χρέωση πέραν των Λ.Κ.110= ούτε και για συμφωνηθέν ποσό Λ.Κ.5= το μέτρο για τις υδροροές. Όταν του υποβλήθηκε κατά την αντεξέταση από τον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγομένων ότι δεν υπήρχε καμία συμφωνία ότι για μακρινές αποστάσεις η χρέωση θα ήταν πέραν των Λ.Κ.110= όπως υποστήριξε στη γραπτή του κατάθεση, απέφυγε να απαντήσει ευθέως κάτι που έπραξε και σε άλλες περιπτώσεις. Στην υποβολή αυτή, απέφυγε να απαντήσει όχι μόνο μία αλλά δύο φορές. Παρά το γεγονός ότι στο Τεκμήριο Β δίδει τα πιο πάνω στοιχεία που τείνουν να καταδείξουν λεπτομερή γνώση για όσα διαδραματίσθηκαν, στην προφορική του μαρτυρία δεν διαφάνηκε να γνωρίζει τι πραγματικά είχε συμβεί. Ισχυρίσθηκε στο Τεκμήριο Β (παραγρ. 8) ότι όταν οι εργασίες ολοκληρώνονταν και παραδίδονταν στους εναγομένους, τότε ο ενάγοντας σε συνεννόηση με τους τελευταίους εξέδιδε τιμολόγιο και πληρωνόταν, ενώ στις περισσότερες των περιπτώσεων οι εναγόμενοι δεν κατέβαλλαν προκαταβολή ή οποιοδήποτε ποσό έναντι των εργασιών που θα εκτελούνταν πριν ξεκινήσουν οι εργασίες. Ερωτώμενος προφορικά είπε ότι ο ενάγοντας δεν εισέπραττε έναντι της αμοιβής του οποιοδήποτε ποσό χρημάτων. Όταν όμως του επιδείχθηκαν κάποια τιμολόγια του Τεκμηρίου 3 στα οποία αναγράφεται ρητά ότι έγινε είσπραξη χρημάτων «έναντι» (τιμολόγια αρ. 0058, 0076) κάτι που παρατηρείται και σε πολλά άλλα, προσπάθησε ανεπιτυχώς να το δικαιολογήσει λέγοντας παράλληλα ότι δεν ήξερε ακριβώς τι γινόταν και στη συνέχεια λέγοντας ότι «100% υπολογίζω ότι έτσι εργαζόταν ο πατέρας μου, εδώ και 30 χρόνια δεν έπαιρνε ποτέ πριν την εργασία λεφτά». Αμέσως όμως μετά όταν ρωτήθηκε εάν εισέπραττε χρήματα κατά διαστήματα, είπε «ανάλογα με την εργασία που έκανε». Ενώ δηλαδή αρχικά αρνήθηκε ρητά ότι ο ενάγοντας λάμβανε έναντι της αμοιβής του οποιοδήποτε ποσό χρημάτων, στη συνέχεια είπε ότι έτσι υπολόγιζε ότι ήταν ο τρόπος εργασίας που ακολουθούσε ο πατέρας του, διαφοροποιώντας για τρίτη φορά την απάντηση του λέγοντας ότι εισέπραττε χρήματα ανάλογα με την εργασία που εκτελούσε. Ενώ στην παράγραφο 8 του Τεκμηρίου Β ισχυρίζεται ότι μετά την ολοκλήρωση των εργασιών ο πατέρας του εξέδιδε τιμολόγια και πληρωνόταν, αμέσως στη συνέχεια όταν ρωτήθηκε αν για τις συγκεκριμένες εργασίες για τις οποίες αξιώνει αμοιβή με την υπό κρίση αγωγή εξέδωσε τιμολόγια μόλις ολοκλήρωσε τις εργασίες του, απάντησε ότι δεν γνωρίζει για τιμολόγια και τιμές. Ερωτώμενος αμέσως στη συνέχεια γιατί τότε προχώρησε σε αυτήν την αναφορά στο Τεκμήριο Β απάντησε ότι «Κάποιες εργασίες πριν γίνει η παρεξήγηση έβγαιναν τιμολόγια και εξοφλούνταν αλλά μετά που έγινε η παρεξήγηση δεν εξοφλήθηκαν κάποιες εργασίες, δεν βγήκαν τιμολόγια, ο πατέρας μου ξέρει». Όλα τα πιο πάνω δημιουργούν εύλογα πολλές απορίες εάν γνώριζε τελικά οτιδήποτε σε σχέση με την έκδοση των τιμολογίων και εάν όχι όπως είχε αναφέρει, τότε πως και γιατί έδωσε τους πιο πάνω ισχυρισμούς σε σχέση με το τι γινόταν. Στο Τεκμήριο Β ισχυρίζεται ότι στο έργο του λεγόμενου Κουταλιανού εργάσθηκαν στον 1ο και 2ο όροφο και έδωσε λεπτομέρειες για τις εργασίες που εκτέλεσαν, ως προς τον αριθμό των σημείων που τοποθέτησαν, τις πρόνοιες του κλιματιστικού, τα μέτρα των υδροροών κ.λ.π.. Κατά την προφορική του μαρτυρία είπε αρχικά ότι εργάσθηκε μαζί με τον πατέρα του στο έργο αυτό και ότι εκεί εκτέλεσαν εργασίες μέχρι τον 2ο όροφο. Μετά είπε ότι δεν θυμόταν να εργάστηκαν στον 3ο όροφο, προσθέτοντας όμως αμέσως μετά ότι ίσως να δούλεψαν εκεί λίγες ώρες, κάτι για το οποίο καμία απολύτως αναφορά δεν κάνει στο Τεκμήριο Β. Στη συνέχεια όμως όταν του υποβλήθηκε ότι σε αυτό το έργο υπήρξαν κακοτεχνίες απάντησε κατά λέξη «Όχι. Σε ποιο σημείο; Όχι δεν έγιναν κακοτεχνίες, έγινε μόνο μία κακοτεχνία στον 3ο όροφο στο air condition». Ενώ δηλαδή από τη μια στο Τεκμήριο Β δεν αναφέρει καν ότι εργάσθηκαν στον 3ο όροφο, ενώ προφορικά είπε ότι δεν θυμόταν αν είχαν εργασθεί στον 3ο όροφο, λέγοντας υποθετικά ότι μπορεί να εργάστηκαν εκεί μόνο λίγες ώρες, από την άλλη προσδιόρισε συγκεκριμένη κακοτεχνία στον 3ο όροφο. Αξίζει επίσης να λεχθεί ότι ενώ ο μάρτυρας είπε ότι βοηθούσε τον πατέρα του περιστασιακά, ο ίδιος ο ενάγοντας στο Τεκμήριο Α αναφέρει ότι τον εργοδότησε μαζί με δύο άλλα πρόσωπα, τους Οδυσσέα Λεβέντη και Μιχάλη Πατσιά οι οποίοι όπως διευκρινίζει εργάστηκαν μόνο με μερική απασχόληση, κάτι που δεν αναφέρει για τον γιο του δημιουργώντας την απορία τι συνέβη πραγματικά σε σχέση με αυτόν. Για όλους τους πιο πάνω λόγους δεν μπορώ να αποδεχθώ τη μαρτυρία του την οποία και απορρίπτω εκτός του ότι ο πατέρας του εκτέλεσε για λογαριασμό των εναγομένων διάφορες υδραυλικές εργασίες. Μνεία πάντως πρέπει να γίνει και σε σειρά φωτογραφιών τις οποίες αυτός κατάθεσε ως τεκμήρια για αναγνώριση τα οποία όμως δεν κατατέθηκαν ως κανονικά τεκμήρια. Για το λόγο αυτό η μαρτυρία που δόθηκε ως προς το περιεχόμενο τους δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη αφού σύμφωνα με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Γιώργος Μελάς v. Κυριάκου Κυριάκου
(2003)1 ΑΑΔ 826, η μαρτυρία που προσάγεται σε σχέση με το περιεχόμενο ενός εγγράφου που κατατίθεται ως τεκμήριο για αναγνώριση, παραμένει ανενεργή μέχρις ότου κατατεθεί ως κανονικό τεκμήριο, κάτι που δεν συνέβη στην παρούσα περίπτωση. Ως Μ.Ε.3 κατάθεσε ο Οδυσσέας Λεβέντης ο οποίος ανάφερε ότι σε πολλές περιπτώσεις εργάσθηκε μαζί με τον ενάγοντα βοηθώντας τον περιστασιακά σε ορισμένες από τις εργασίες που διεξήγαγε και ότι ήταν παρών σε μία συνάντηση που ο ενάγοντας είχε μαζί με τον Χριστάκη Αντωνίου όπου συζήτησαν κάποιες διαφορές που είχαν προκύψει μεταξύ τους και στην οποία ο τελευταίος εξέφρασε έναντι του ενάγοντα κάποια παράπονα σε σχέση με κάποιες από τις εργασίες που είχαν εκτελεσθεί, αναφέροντας ότι είχε αναθέσει σε άλλα τρίτα πρόσωπα την επιδιόρθωση τους, πληρώνοντας έτσι περισσότερα χρήματα. Παρόλο που θεωρώ ότι αυτός μαρτύρησε με ειλικρίνεια στο Δικαστήριο και αποδέχομαι τη μαρτυρία του, εν τούτοις αυτή δεν προσθέτει οτιδήποτε στην υπόθεση του ενάγοντα. Και αυτό γιατί όπως και ο ίδιος δήλωσε ξεκάθαρα δεν γνώριζε εάν ο ενάγοντας ξοφλήθηκε από τους εναγομένους για τις εργασίες που εκτέλεσε κατόπιν οδηγιών τους, δεν είχε καμία απολύτως σχέση με την τιμολόγηση των εργασιών, ούτε ακόμα μπορούσε να προσδιορίσει μα ακρίβεια την έκταση και το μέγεθος των εργασιών που εκτέλεσε ο ενάγοντας αφού π.χ. δεν μπορούσε να προσδιορίσει πόσες ήταν οι υδροροές που κατασκευάσθηκαν στο έργο του Rolex και δεν γνώριζε αν η υποδαπέδια θέρμανση στο ίδιο έργο είχε ολοκληρωθεί. Ο Ντίνος Νικολαϊδης είναι το πρόσωπο ενώπιον του οποίου η υπόθεση παραπέμφθηκε για διαιτησία με διάταγμα του Δικαστηρίου που εκδόθηκε εκ συμφώνου στις 21/12/2010. Αυτός προχώρησε και ολοκλήρωσε το έργο που του ανατέθηκε και ετοίμασε το πόρισμα του, το οποίο όμως μετά από απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 7/6/2012 παραμερίσθηκε κατόπιν αίτησης που καταχωρήθηκε από τους εναγόμενους οι οποίοι διαφώνησαν με αυτό και έτσι η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση ενώπιον του Δικαστηρίου. Αυτός κατάθεσε ως Μ.Ε.4. Είναι μηχανολόγος/μηχανικός στο επάγγελμα και η εμπειρογνωμοσύνη του δεν αμφισβητήθηκε από τους εναγομένους. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας εμπειρογνώμονα εδράζεται στις ίδιες αρχές με βάση τις οποίες και η μαρτυρία και των κοινών μαρτύρων (βλ. Κώστας Ψάλτης v. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 113). Σύμφωνα με τη νομολογία οι εμπειρογνώμονες μάρτυρες υπέχουν υποχρέωση να δώσουν στο Δικαστήριο τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να καθίσταται δυνατός ο έλεγχος της ακρίβειας των συμπερασμάτων τους έτσι ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να σχηματίζει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων στα γεγονότα που αποδεικνύονται με τη μαρτυρία (βλ. Cybarco Ltd v Kovascik
(2001)1 (Γ) ΑΑΔ 2013). Ο Μ.Ε.4 δεν με έπεισε ότι διεξήγαγε την εργασία που του ανατέθηκε με τον δέοντα επιστημονικά τρόπο. Ούτε και με έπεισε ότι τα στοιχεία τα οποία χρησιμοποίησε ως δεδομένα για την διεξαγωγή της εργασίας του ήταν στέρεα και ορθά έτσι ώστε να αποτελούν ασφαλές υπόβαθρο για εξαγωγή ορθών συμπερασμάτων. Ότι προέκυψε είναι ότι σε πάρα πολλές περιπτώσεις, ίσως στις περισσότερες, βασίσθηκε σε στοιχεία που του έδωσε μόνο ο ενάγοντας χωρίς ο ίδιος να τα ελέγξει. Αυτό συνέβη σύμφωνα πάντα με τη δική του μαρτυρία στις περιπτώσεις των έργων Αθηνάκη, των έργων στις Πλάτρες, αλλά και στην περίπτωση του έργου του Χριστάκη Αντωνίου στις οποίες δεν ήλεγξε αν όντως έγιναν οι εργασίες για τις οποίες ο ενάγοντας διεκδικεί την αμοιβή του αλλά για την εκτέλεση των οποίων βασίσθηκε απλώς στα όσα του είπε ο τελευταίος. Συμφώνησε επίσης ότι αυτό συνέβη και σε πολλές άλλες περιπτώσεις (αυτές με αρίθμηση 7, 8, 9,11,12,13, 14 και 16-21) στις οποίες βασίσθηκε μόνο σε αυτά που του είχε αναφέρει ο ενάγοντας. Και αυτό παρά το ότι αρχικά στην κύρια του εξέταση είπε ότι δεν αποδέχθηκε χωρίς συζήτηση αυτά που ο ενάγοντας του είχε αναφέρει, αλλά τα «διασταύρωσε» με όσους ήταν εμπλεκόμενοι. Σε άλλες πάλι περιπτώσεις όπως αυτήν του Σάββα Κωνσταντίνου, έλαβε στοιχεία και από άλλα τρίτα πρόσωπα χωρίς όμως και πάλι ο ίδιος να τα ελέγξει. Ότι προκύπτει από τον τρόπο με τον οποίο ενήργησε, είναι ότι ο Μ.Ε.4 χρησιμοποίησε εξ' ακοής μαρτυρία χωρίς όμως προηγουμένως να ελέγξει την ορθότητα της. Αντί να προχωρήσει σε έλεγχο των στοιχείων που του δόθηκαν από τον ενάγοντα και τα όποια άλλα τρίτα πρόσωπα, επέλεξε να τα χρησιμοποιήσει και να βασισθεί σε αυτά χωρίς προηγούμενα να εξακριβώσει την ορθότητα τους. Ο τρόπος που ενήργησε δεν είναι ο ενδεδειγμένος αφού και όπως σημειώνεται στο σύγγραμμα Phipson on Evidence,14η έκδοση, παρ. 32-14, «An expert may give his opinion upon facts which are either admitted, or proved by himself, or other witnesses in his hearing, at the trial, or are matters of common knowledge as well as upon an hypothesis bases thereon», Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Κωνσταντίνος Πιττάλης κ.α. v. Ianira Enterprises Ltd κ.α.
(1997)1 AAΔ 814 «Η ιδιότητα του πραγματογνώμονα επιτρέπει παρέκκλιση από τους κανόνες της απόδειξης. Αυτή όμως η παρέκκλιση σχετίζεται μόνο με τη δυνατότητα έκφρασης γνώμης (Βλέπε Constantinides (Akinita) Ltd. ν Mavrogenis
(1983)1 C.L.R. 662). Ο πραγματογνώμονας εφοδιάζει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του, έτσι που να μπορέσει ο Δικαστής να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή αυτών των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύει η μαρτυρία (Βλέπε Philippou ν. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1). Δεν είναι επιτρεπτή η αποδοχή εξ ακοής μαρτυρίας με στόχο την απόδειξη του πραγματικού γεγονότος στο οποίο αναφέρεται επειδή εκείνος που μεταφέρει την πληροφορία στο Δικαστήριο είναι πραγματογνώμονας (Βλέπε Republic ν. Chacholiades
(1980)1 C.L.R. 481, Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1(Β) C.L.R. 746, Χαραλάμπους ν. Σάββα, Πολιτική Έφεση 8799, ημερομηνίας 29.5.1996). Η αναφορά του μάρτυρα - εμπειρογνώμονα αόριστα σ' ένα ολικό ποσό χωρίς να καταθέσει τα στοιχεία με βάση τα οποία κατέληξε στο συμπέρασμά του, δεν παρέχει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα για έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων, ούτε παρέχει τη δυνατότητα ελέγχου τούτων όσον αφορά το αποδεκτό ή μη της μαρτυρίας του. Ορθά κατά συνέπεια το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε τη μαρτυρία αυτή και συνεπακόλουθα τη σχετική απαίτηση των εφεσειόντων». Σήμερα και παρά το ότι η εξ' ακοής μαρτυρία αποτελεί πλέον αποδεκτή μαρτυρία, εν τούτοις η υποχρέωση κάποιου εμπειρογνώμονα ο οποίος καταθέτει ενώπιον του Δικαστηρίου να εξακριβώσει την ακρίβεια των στοιχείων στα οποία θα βασισθεί δεν ατονεί. Διότι εάν τα στοιχεία και δεδομένα στα οποία βασίζεται ένας εμπειρογνώμονας δεν είναι ορθά, ορθό βεβαίως δεν μπορεί να είναι και το αποτέλεσμα. O τρόπος που ο μάρτυρας διεξήγαγε την εργασία που του ανατέθηκε αποδυναμώνει πλήρως την αξία της όπως και το αποτέλεσμα της. Η παράλειψη του να ελέγξει την ορθότητα των στοιχείων στα οποία βασίσθηκε κλονίζει την ορθότητα του πορίσματος του αφού ένας εμπειρογνώμονας οφείλει να προχωρήσει στην έρευνα του και να στηριχθεί σε βάσιμα και στέρεα δεδομένα. Ο ρόλος του δεν ήταν να αποδεχθεί αβίαστα ότι ήθελε υποδειχθεί σε αυτόν, αλλά όφειλε πρώτιστα να εξετάσει και να διαπιστώσει εάν αυτά ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Σχετική είναι και η υπόθεση Πρωτοκολητής Επ. Δικ. Λάρνακας v. Τσολάκη κ.α.
(2009)1Β ΑΑΔ 1626, στην οποία κρίθηκε ότι η μαρτυρία του εμπειρογνώμονα που δεν αποτελούσε απόρροια πρωτογενούς γνώσης, αλλά επισημάνσεις και διαπιστώσεις τρίτων, ορθά απορρίφθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Πρέπει ακόμα να λεχθεί ότι και άλλες περαιτέρω αδυναμίες εντοπίζονται στη μαρτυρία του. Όπως διαφάνηκε δεν μπορούσε να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου, κάποια από τα στοιχεία και τα δεδομένα που έλαβε υπόψη του για να καταλήξει στο αποτέλεσμα του Τεκμηρίου 12, έτσι ώστε αυτά να μπορούν να υποστούν δικαστικό έλεγχο, λέγοντας ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί. Μια τέτοια περίπτωση, όχι η μοναδική, ήταν όταν ρωτήθηκε κατά την αντεξέταση εάν στη τιμή που είχε υπολογίσει για το έργο του Τσιάκκα έλαβε υπόψη του και την αξία κάποιου ηλιακού και στην οποία απάντησε ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί γιατί δεν είχε αναλυτική κατάσταση. Είπε ότι επειδή η συμφωνία για πληρωμή του ενάγοντα ήταν ανά σημείο, μέτρησε τα σημεία στις εργασίες από το σχέδιο που του είχαν δώσει. Και πάλι όμως δεν τα είχε κάπου καταγραμμένα αναλυτικά, ούτε έδωσε ακριβή και συγκεκριμένο αριθμό των σημείων που έκρινε ότι τοποθέτησε ο ενάγοντας, ούτε και έδωσε σαφείς λόγους γιατί αποδέχθηκε ότι όντως κατασκευάσθηκαν. Όπως είπε ο μάρτυρας το συνημμένο 5 στο πόρισμα του και το οποίο αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 12, του παραδόθηκε από τον συνήγορο του ενάγοντα και σε αυτό καταγράφονται οι εργασίες που έπρεπε να ελέγξει. Το παράδοξο που παρατηρείται είναι ότι ενώ μεταξύ των εργασιών για τις οποίες ο ενάγοντας ανάφερε στο Δικαστήριο ότι αξιώνει την αμοιβή του περιλαμβάνεται και κάποια εργασία την οποία εκτέλεσε όπως είπε στο Ίδρυμα για καθυστερημένα παιδιά, η εργασία αυτή δεν συμπεριλαμβάνεται στο συνημμένο 5 του Τεκμηρίου 12 και η εκτέλεση αυτής δεν του ζητήθηκε να ελεχθεί με αποτέλεσμα να δημιουργούνται πρόσθετα ερωτήματα. Σε σχέση με την εργασία στο έργο Κουταλιανού είπε ότι για τα λάθη που έγιναν στο έργο αυτό υπολόγισε τα ποσά που έπρεπε να αφαιρεθούν από τις απαιτήσεις του ενάγοντα. Δεν ανάφερε όμως σε καμία περίπτωση ούτε ποια λάθη εντοπίσθηκαν, ούτε τι ποσά θεώρησε ότι χρειάζονταν για επιδιόρθωση τους. Όταν ρωτήθηκε εάν στο έργο του Σάββα Κωνσταντίνου ο ενάγοντας προχώρησε σε σύνδεση μετρητή, είπε ότι δεν μπορούσε να απαντήσει. Και αυτό παρόλο που συμβουλεύθηκε τις σημειώσεις του. Ενώ στα συνημμένα 29 και 48 του Τεκμηρίου 12 που είναι τα τιμολόγια με αρ. 0058 και 0139 αναγράφεται είσπραξη χρημάτων «έναντι εργασιών» δεν διερωτήθηκε και δεν ρώτησε όπως ο ίδιος δήλωσε τον ενάγοντα ποιες εργασίες αφορούσαν. Ενδεικτική του τρόπου με τον οποίο ενήργησε είναι η απάντηση που έδωσε αντεξεταζόμενος εάν ο ενάγοντας του έδωσε γραπτά τι δουλειά είχε διεξάγει σε κάθε έργο και στην οποία έδωσε την εξής ασαφή απάντηση «Οι τιμές, οι συμφωνηθείσες τιμές που είχαν, ήταν ανά σημείο εργασίας οπότε από τη στιγμή που ένα σημείο ήταν τελειωμένο ή είναι τελειωμένο, εν πάση περιπτώσει είναι σύνηθες διαδικασία που γίνεται σε αυτές τις περιπτώσεις. Τότε χρεώνεται το ποσό εκείνο ανά σημείο και γίνεται αναφορά για τις εργασίες οι οποίες ήταν τελειωμένες ή όπως ήταν κατατεθειμένες στο συνημμένο 5 και επομένως γίνεται ο υπολογισμός βάση των τιμών που ήταν συμφωνημένα και αν η εργασία ήταν τελειωμένη αναλόγως των σημείων. Τα σχέδια που μου είχαν κατατεθεί δείχνουν τα σημεία, μπορεί κάποιος να τα μετρήσει είναι η δουλειά μας και βάση της συμφωνημένης τιμής του ποσού». Πρέπει επίσης να λεχθεί ότι ακόμα και ο ίδιος, δεν φάνηκε να είναι απόλυτα βέβαιος για το αποτέλεσμα στο οποίο κατέληξε. Τούτο προκύπτει από την ακόλουθη απάντηση που έδωσε περί το τέλος της αντεξέτασης σε υποβολή που του έγινε ότι για όλες τις εργασίες για τις οποίες ο ενάγοντας απαιτεί χρήματα, έχει ξοφληθεί. Είπε συγκεκριμένα «Από τις μαρτυρίες που είχα, φαίνονται ότι δεν ήταν πληρωμένες του ενάγοντα πάντα, στις πλείστες των περιπτώσεων, έτσι;..». Μέσα από την απάντηση του αυτή αναδεικνύεται η αμφιβολία και η αβεβαιότητα εάν και κατά πόσον οι εργασίες ήταν ή όχι πληρωμένες πάντα ή στις περισσότερες των περιπτώσεων. Ακόμα και το ποσό στο οποίο κατέληξε και για το οποίο εξέδωσε απόφαση, φαίνεται να είναι λανθασμένο. Παρόλο που αυτό από μόνο του δεν μπορεί να έχει καταλυτικό ρόλο για τον τρόπο διεξαγωγής της διεξαχθείσας από αυτόν εργασίας (βλ. Russell on Arbitration, 18η έκδοση, σελ. 399 και 400), εν τούτοις είναι ενδεικτικό του τρόπου με τον οποίο αυτός εργάστηκε. Όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 12 εξέδωσε απόφαση, για ποσό μεγαλύτερο από αυτό το οποίο ο ενάγοντας αξιώνει με την αγωγή του. Ενώ δηλαδή ο ενάγοντας αξιώνει με το κλητήριο ένταλμα ποσό Λ.Κ.14.270= (Ε 24.381.74=), πλέον Λ.Κ.2.140.50= φ.π.α. (Ε3.657.26=), ο μάρτυρας ενεργώντας ως διαιτητής εξέδωσε απόφαση για Ε27.022.62= πλέον φ.π.α.. Αντεξεταζόμενος επί του σημείου αυτού παραδέχθηκε τελικά ότι έκαμε λάθος στις μαθηματικές πράξεις μπερδεύοντας το ποσό για την καταβολή του φ.π.α το οποίο όπως είπε ίσως να μην είχε αφαιρέσει. Σε άλλη όμως δικάσιμο διαφοροποίησε την απάντηση του και προσπάθησε και πάλι να το δικαιολογήσει χωρίς όμως να το πετύχει. Από όλα τα πιο πάνω, είναι εμφανής η ανεπάρκεια της διεξαχθείσας από αυτόν εργασίας. Οι εγγενείς αδυναμίες και τα παρατηρηθέντα κενά πλήττουν τη σοβαρότητα, ποιότητα και χρησιμότητα της. Όπως το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε στην απόφαση του στην υπόθεση Αυγουστή κ.ά. v. Ιωάννου
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 1498, η γνώμη του πραγματογνώμονα θα πρέπει να αιτιολογείται και να τεκμηριώνεται με απόλυτη επάρκεια και πειστικότητα. Διαφορετικά το Δικαστήριο δεν μπορεί να την αποδεχτεί και να στηριχτεί σε αυτήν ακόμα και στην περίπτωση που είναι και ο μόνος πραγματογνώμονας που έχει καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου. Για τους πιο πάνω λόγους δεν αποδέχομαι το αποτέλεσμα στο οποίο κατέληξε. Με βάση τα πιο πάνω καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Ότι οι εναγόμενοι οι οποίοι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ασκούσαν εργολαβικές εργασίες, για περίοδο δύο χρόνων και μέχρι και τον Φεβρουάριο του 2007, ανέθεσαν στον ενάγοντα ο οποίος είναι υδραυλικός, όπως ως υπεργολάβος τους εκτελέσει διάφορες υδραυλικές εργασίες, εργασίες σχετικές με κεντρικές θερμάνσεις και άλλες συναφείς εργασίες. Ο ενάγοντας κατόπιν οδηγιών των εναγομένων εκτέλεσε εργασίες σε διάφορα έργα τα οποία του υποδείχθηκαν από τους εναγομένους. Παρά το γεγονός ότι αποδείχθηκε ότι ο ενάγοντας εκτέλεσε για λογαριασμό των εναγομένων διάφορες εργασίες, εν τούτοις λόγω της ασάφειας της μαρτυρίας που έχει προσκομίσει ως προς το είδος αλλά και την έκταση των εργασιών που εκτέλεσε, δεν μπορώ να καταλήξω σε ευρήματα ως προς τις ακριβείς εργασίες που εκτέλεσε ούτε και ως προς το ύψος της αμοιβής που εδικαιούτο, ούτε και στο οποιοδήποτε ποσό τυχόν οφείλεται. Και αυτό γιατί όπως αναφέρεται και πιο πάνω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, η μαρτυρία που προσκομίσθηκε υπήρξε γενική και συγκεχυμένη και εν πάση περιπτώσει εντελώς ανίσχυρη να οδηγήσει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το γεγονός ότι η πλευρά των εναγομένων δεν προσκόμισε καμία απολύτως μαρτυρία, δεν απαλλάσσει τον ενάγοντα από την υποχρέωση του να αποδείξει την υπόθεση του. Όπως λέχθηκε στην απόφαση Barry Wynne v. David Costaki Mavronicola
(2009)1Β ΑΑΔ 1138: «Όταν υπάρχει μια μόνο εκδοχή ως προς τα γεγονότα, τότε συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός και εάν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με το μάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι εάν τα γεγονότα όπως βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο». Όπως λέχθηκε και στην διϊστάμενη απόφαση του τότε Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Νικήτα στην υπόθεση Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 ΑΑΔ 447: «Είναι ορθό ότι ο εναγόμενος δεν έδωσε, ούτε προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία για να ανασκευάσει την υπόθεση του εφεσίβλητου, ιδιαίτερα ότι τον απόλυσαν από την ημερομηνία που αναγράφει η υπεράσπιση. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως η υπόθεση του ενάγοντα καθίσταται αυταπόδεικτη. Εξακολουθεί να έχει ο ίδιος την υποχρέωση να την αποδείξει. Το επίπεδο απόδειξης είναι εκείνο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Η μαρτυρία αυτή δεν ικανοποίησε αυτό το επίπεδο». Να σημειωθεί ότι την πλειοψηφία δεν απασχόλησε το συγκεκριμένο ζήτημα ενόψει του ότι κρίθηκε ότι ήταν επιτρεπτό για το πρωτόδικο Δικαστήριο να αποδεχθεί τη μαρτυρία του ενάγοντα ως αληθή και αξιόπιστη. Σχετικά είναι και τα όσα αναφέρθηκαν στην Μπούλος Μαρσέλ v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2000)1Α AAΔ 1858: «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη, δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και αν η θέση ή η εκδοχή του είναι «πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη, δηλαδή, του αντιδίκου του. (Βλέπε, μεταξύ άλλων, Phipson on Evidence, 14th Edition, para 4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 614, όπου γίνεται και εκτενής ανασκόπηση της νομολογίας)». Ο ενάγοντας είχε το βάρος απόδειξης τόσο να αποδείξει τις εργασίες που εκτέλεσε, όσο και την αμοιβή του γι' αυτές, κάτι όμως που απέτυχε να το πράξει και έτσι η απαίτηση του αναπόφευκτα θα πρέπει να απορριφθεί. Συνακόλουθα η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα εναντίον του ενάγοντα και υπέρ των εναγομένων όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η Ανταπαίτηση των εναγομένων η οποία δεν προωθήθηκε απορρίπτεται χωρίς καμία διαταγή ως προς τα έξοδα. Υπ........... Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής civil/final Subject/ektelesthises ergasies cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο