Μαρίας Παναγίδου ν. Μαρίνα Ηροδότου κ.α., Αρ. Αγωγής: 3262Α/09, 15/9/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A323 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Ι. Κίτσιου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3262Α/09 Μεταξύ: Μαρίας Παναγίδου, από τη Λεμεσό Ενάγουσας - και -
- Μαρίνα Ηροδότου, από τη Λεμεσό
- Μύριελ Παναγίδη, από τη Λεμεσό Εναγομένων Ημερομηνία: 15.09.2014 Για την Ενάγουσα: κ. Α. Λοϊζίδης Για τις Εναγόμενες: κ. Λ. Λυσάνδρου για Λυσάνδρου & Θωμά ΔΕΠΕ (κατά την απόφαση κ. Χρ. Φλώρου) Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αξίωση της Ενάγουσας στην παρούσα υπόθεση στηρίζεται σε ισχυρισθείσα παράνομη επέμβαση εκ μέρους των Εναγομένων σε μία κατοικία της οποίας η Ενάγουσα και η Εναγόμενη 1 είναι συνιδιοκτήτριες (από ½ μερίδιο). Ζητούνται αποζημιώσεις καθώς και διατάγματα τα οποία να επιτρέπουν στην Ενάγουσα να εισέρχεται ελεύθερα και να κατέχει την κατοικία, μαζί με τα εξωτερικά κτίρια (βοηθητική κατοικία), αλλά και να απαγορεύουν στις Εναγόμενες 1 και 2 από του να εμποδίζουν την Ενάγουσα να μεταφέρει εντός της οικίας έπιπλα, ηλεκτρικές συσκευές και άλλο οικιακό εξοπλισμό, αναγκαίο για τη διαμονή αυτής και των εξαρτώμενων της. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, όπως αυτή τροποποιήθηκε στις 09.01.2014, η Ενάγουσα στις 14.05.2003 κατέστηκε συνιδιοκτήτρια μιας ισόγειας κατοικίας με βοηθητικούς χώρους στην οδό Γ. Φασουλιώτη, Άγιος Νεκτάριος, στη Λεμεσό, κατά ½ μερίδιο δυνάμει δωρεάς από το σύζυγο της. Η Εναγόμενη 1 ήταν νόμιμη κάτοχος και συνιδιοκτήτρια της εν λόγω κατοικίας κατά ½ μερίδιο, από τις 23.02.
- Επειδή η Εναγόμενη 1 κατά την απόκτηση του ½, του μεριδίου της κατοικίας ήταν ανήλικη, 16 ετών, διέμενε με τη μητέρα της, Εναγόμενη 2, στην εν λόγω κατοικία. Διαμένει μέχρι σήμερα και αρνείται τη χρήση και κάρπωση της κατοικίας από την Ενάγουσα η οποία απέστειλε επιστολή μέσω του δικηγόρου της διαμαρτυρόμενη προς τις Εναγόμενες ότι δεν της επέτρεπαν να χρησιμοποιήσει την κατοικία εφόσον είναι και αυτή κατά ½ μερίδιο ιδιοκτήτρια. Στην Υπεράσπιση τους οι Εναγόμενες αρνούνται τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας και ισχυρίζονται τα ακόλουθα:
- Η Εναγόμενη 1 είναι κόρη του Τάσου Ηροδότου, συζύγου της Ενάγουσας.
- Η Εναγόμενη 2 είναι πρώην σύζυγος του Τάσου Ηροδότου και από το γάμο τους απέκτησαν την Εναγόμενη
- Η Ενάγουσα είναι κόρη του αδελφού της Εναγόμενης
- Η επίδικη κατοικία ήταν η συζυγική κατοικία της Εναγόμενης 2 και του Τάσου Ηροδότου, στην οποία διέμενε πάντοτε, και εξακολουθεί να διαμένει με την Εναγόμενη
- Στις 24.10.1997, στο πλαίσιο επίλυσης των περιουσιακών διαφορών του Τάσου Ηροδότου και της Εναγόμενης 2, έγινε συμφωνητικό έγγραφο με το οποίο ο Τάσος Ηροδότου (α) παραχώρησε στην Εναγόμενη 2 δικαίωμα ενοικίασης και είσπραξης των ενοικίων για τα βοηθητικά κτίρια της επίδικης κατοικίας, (β) παραχώρησε στην Εναγόμενη 2 δικαίωμα κατοχής και χρήσης της κατοικίας μαζί με την ανήλικη τότε θυγατέρα τους (Εναγόμενη 1), και (γ) οι παραχωρήσεις του Τάσου Ηροδότου ήταν για όλη τη ζωή της Εναγόμενης 2 εκτός αν η Εναγόμενη 1 όταν γινόταν 18 χρονών αρνιόταν σ΄ αυτήν τη διαμονή στην κατοικία. Συνακόλουθα, οι Εναγόμενες ισχυρίζονται ότι διαμένουν νόμιμα στην επίδικη κατοικία και πως η Ενάγουσα προσπαθώντας να τις εκδιώξει παράνομα, τις έχει παρενοχλήσει και απειλήσει, ως εκ τούτου, προέβηκαν σε καταγγελία στην Αστυνομία. Στην Απάντηση της η Ενάγουσα αρνείται τους ισχυρισμούς της Υπεράσπισης των Εναγομένων και ισχυρίζεται ότι το συμφωνητικό έγγραφο στο οποίο αναφέρονται οι Εναγόμενες δεν έχει κατατεθεί στο Κτηματολόγιο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης και/ή ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για ειδική εκτέλεση. Ως εκ τούτου δεν έχει νομική ή άλλη υπόσταση και/ή είναι άκυρο και/ή δε δεσμεύει την Ενάγουσα. Προσαχθείσα μαρτυρία:- Για την απόδειξη της αξίωσης της Ενάγουσας κατέθεσαν τρεις μάρτυρες (στο εξής Μ.Ε.) και δύο μάρτυρες για την Υπεράσπιση (στο εξής Μ.Υ.). Κατατέθηκαν δε ως Τεκμήρια τα ακόλουθα έγγραφα: Τεκμήριο 1: Πιστοποιητικό εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας. Τεκμήριο 2: Εκτίμηση από γραφείο Ιωάννης Μιχαλάκη & Συνεργάτες ημερομηνίας 18.12.13 (Μάϊος 2003). Τεκμήριο 3: Εκτίμηση από γραφείο Ιωάννης Μιχαλάκη & Συνεργάτες ημερομηνίας 18.12.13 (Ιούλιος 2009). Τεκμήριο 4: Εκτίμηση από γραφείο Ιωάννης Μιχαλάκη & Συνεργάτες ημερομηνίας 06.11.
- Τεκμήριο 5(α): Επιστολή ημερομηνίας 13.10.
- Τεκμήριο 5(β): Απόδειξη κατάθεσης ταχυδρομικού αντικειμένου προς τη Μύριελ Ηροδότου. Τεκμήριο 5(γ): Απόδειξη κατάθεσης ταχυδρομικού αντικειμένου προς τη Μαρίνα Ηροδότου. Τεκμήριο 5(δ): Ταχυδρομική απόδειξη παραλαβής. Παραλήπτης η Μαρίνα Ηροδότου. Τεκμήριο 5(ε): Ταχυδρομική απόδειξη παραλαβής. Παραλήπτης η Μύριελ Ηροδότου. Τεκμήριο 6: Γραπτή μαρτυρία Μαρίνας Ηροδότου (Μ.Υ.1 - Εναγόμενη 1). Τεκμήριο 7: Γραπτή μαρτυρία Μύριελ Παναγίδου (Μ.Υ.2 - Εναγόμενη 2). Τεκμήριο 8: Συμφωνητικό Έγγραφο ημερομηνίας 24.10.
- Μ.Ε.1 κατέθεσε η Ενάγουσα, Μαρία Παναγίδου. Αναφέρθηκε στο γεγονός της μεταβίβασης επ΄ ονόματι της του ½ μεριδίου της επίδικης κατοικίας από το σύζυγο της Τάσο Ηροδότου, πρώην σύζυγο της Εναγόμενης 2 και πατέρα της Εναγόμενης 1, δια δωρεάς επειδή αυτή τον εγγυήθηκε για δάνειο της εταιρείας του με υποθήκη το σπίτι της. Όταν έγινε συνιδιοκτήτρια της κατοικίας, πήρε τηλέφωνο την Εναγόμενη 2 και της ανέφερε το γεγονός και πως ήθελε να ασκήσει τα δικαιώματα της. Της αναφέρθηκε από την Εναγόμενη 2 ότι υπήρχε συμφωνητικό έγγραφο μεταξύ της και του Τάσου Ηροδότου, πριν χωρίσουν, σχετικά με τη διαμονή της στην κατοικία. Η Μ.Ε.1 δε γνώριζε για την ύπαρξη τέτοιου συμφωνητικού, και ήθελε να κατέχει την περιουσία της, γι΄ αυτό έστειλε επιστολή μέσω του δικηγόρου της, όμως δεν υπήρξε ανταπόκριση ή απάντηση. Τηλεφωνούσε επίσης και ζητούσε κλειδί της κατοικίας όμως δεν της δόθηκε, αντίθετα, οι Εναγόμενες κάλεσαν την Αστυνομία, οπότε της αναφέρθηκε ότι θα έπρεπε να πάρει δικαστικά μέτρα. Το 2009 έστειλε νέα επιστολή στις Εναγόμενες ζητώντας να της επιτρέψουν να ασκήσει τα δικαιώματα της αλλά και κάποια ενοίκια για το ½ που είναι ιδιοκτήτρια, ως εκ τούτου υφίσταται ζημιά την οποία διεκδικεί, γι΄ αυτό και έδωσε οδηγίες σε εκτιμητή για την ενοικιαστική αξία της κατοικίας. Ανέφερε ακόμη η Ενάγουσα ότι ζήτησε από τις Εναγόμενες να αγοράσουν το μερίδιο της, είτε να πωληθεί η κατοικία και να πάρουν από ½ της αξίας ή να της πληρώνουν κάποιο ενοίκιο, όμως δεν δέχθηκαν. Παράλληλα όμως δεν της επιτρέπουν να κάνει χρήση της κατοικίας της. Δήλωσε ότι επιζητεί λύση, διότι αυτή, μετά που έγινε συνιδιοκτήτρια υποθήκευσε το ½ της επίδικης κατοικίας, σήμερα δεν έχει δουλειά, χρωστεί €200.000,00 και στο τέλος η κατοικία θα πωληθεί από την τράπεζα και θα ζημιωθούν και οι δύο πλευρές. Μ.Ε.2 κατέθεσε ο Ιωάννης Μιχαλάκη, είναι εκτιμητής ακινήτων. Κατόπιν οδηγιών της Ενάγουσας, προέβηκε σε εκτιμήσεις τόσο για την αγοραστική όσο και για την ενοικιαστική αξία της επίδικης κατοικίας. Ετοίμασε σχετικές εκθέσεις (Τεκμήρια 2, 3 και 4), τις οποίες εξήγησε στο Δικαστήριο. Στηρίχθηκε στη συγκριτική μέθοδο, λαμβάνοντας υπόψη εκτίμηση παρόμοιων ακινήτων στην εγγύτερη περιοχή που βρίσκεται η επίδικη κατοικία. Ξεκαθάρισε ότι και οι τρεις εκθέσεις έγιναν με εξωτερική επιθεώρηση μόνο της επίδικης κατοικίας και συμφώνησε πως η αξία ενός ακινήτου αλλάζει αναλόγως του εσωτερικού του χώρου. Κατά την εξωτερική επιθεώρηση δεν έχει συμπεριλάβει στα κόστα κατασκευής ότι υπήρχαν ακριβά υλικά ή αναβαθμίσεις όπως εντοιχισμένη κουζίνα, αλλά έλαβε υπόψη το τρέχον κόστος μέσης κατασκευής της ηλικίας που είναι η επίδικη κατοικία, δηλαδή ότι είναι πέραν των 22 ετών. Ανέφερε ακόμη πως έστω και αν η επίδικη κατοικία έχει ανεγερθεί το 1960, λόγω του ότι τα κόστα κατασκευής κατά τους ουσιώδεις χρόνους είναι καθορισμένα, αλλά και με βάση τις πωλήσεις παρόμοιων ακινήτων στην περιοχή, δεν θα παρουσιαζόταν απόκλιση στην αγοραία αξία από αυτήν που έχει υιοθετήσει. Όσον αφορά στην εκτίμηση του για την ενοικιαστική αξία της επίδικης κατοικίας, σε ερώτηση αν έλαβε υπόψη του πότε έγιναν οι ενοικιάσεις των συγκριτικών κατοικιών, απάντησε πως δεν έλαβε υπόψη τέτοια στοιχεία διότι αυτό ισχύει στις περιπτώσεις ενοικίασης καταστημάτων. Ανάφερε πως συνήθως οι κατοικίες δε βρίσκονται σε μακρόχρονη ενοικίαση. Σ΄ αυτόν δεν έτυχε να υπήρχε θέσμιος ενοικιαστής σε κατοικία. Τέλος, αποδέχθηκε ότι αν εξέταζε εσωτερικά την επίδικη κατοικία, τότε η εκτίμηση του θα ήταν διαφορετική, δεν μπορούσε όμως να πει σε ποιο βαθμό, πιστεύει όμως ότι θα ήταν μικρή η διαφοροποίηση. Μ.Ε.3 κατέθεσε ο Στέλιος Στυλιανού. Είναι συνταξιούχος δικηγόρος. Διατηρούσε μέχρι το 2007 δικηγορικό γραφείο στη Λεμεσό. Περί τα μέσα του 2005 η Ενάγουσα τον επισκέφθηκε και του έδωσε οδηγίες όπως στείλει επιστολή προς τις Εναγόμενες οι οποίες δεν της επέτρεπαν να απολαύσει την κατοικία της στην οδό Γ. Φασουλιώτη, στον Άγιο Νεχτάριο Λεμεσού, στην οποία ήταν συνιδιοκτήτρια κατά ½ μερίδιο. Στάληκε επιστολή, ζητώντας ενοίκια ή αποζημιώσεις. Αντίγραφο της επιστολής διατηρούσε μέχρι σήμερα και το κατέθεσε (Τεκμήριο 5 α - ε) μαζί με τα σχετικά έγγραφα του ταχυδρομείου που στάληκε. Στην επιστολή του δεν πήρε απάντηση από τις Εναγόμενες. Μ.Υ.1 κατέθεσε η Μαρίνα Ηροδότου, Εναγόμενη
- Ως ανέφερε, είναι συνιδιοκτήτρια κατά ½ μερίδιο στην επίδικη κατοικία, η οποία βρίσκεται στην οδό Γ. Φασουλιώτη στη Λεμεσό, και στην οποία διαμένει μαζί με τον αρραβωνιαστικό της και τη μητέρα της (Εναγόμενη 2). Στην εν λόγω κατοικία, διέμενε αρχικά αυτή, ο πατέρας της Τάσος Ηροδότου και η μητέρα της. Το 1996 ο πατέρας της, ο οποίος σύναψε εξωσυζυγική σχέση με την Ενάγουσα, αποφάσισε να εγκαταλείψει την κατοικία. Στα πλαίσια επίλυσης των περιουσιακών τους διαφορών, οι γονείς της προέβηκαν σε γραπτή συμφωνία η οποία καταρτίστηκε από δικηγόρο. Με τη συμφωνία προνοήθηκε όπως (α) η μητέρα της έχει το δικαίωμα να ενοικιάζει τα βοηθητικά κτίρια της κατοικίας και να διαχειρίζεται τα έσοδα, (β) παραχωρήθηκε δικαίωμα στη μητέρα της για να χρησιμοποιεί την επίδικη κατοικία περιλαμβανομένου και του ½ μεριδίου, που το 1997 είχε ακόμη ο πατέρας της, και (γ) οι δύο παραχωρήσεις ήταν εφ΄ όρου ζωής, εκτός αν αυτή όταν γινόταν 18 ετών, αρνιόταν στη μητέρα της να διαμένει στην επίδικη κατοικία. Ήταν η θέση της μάρτυρος ότι η Ενάγουσα ήταν πλήρως ενημερωμένη και γνώστης όσων συμφωνήθηκαν μεταξύ των γονέων της. Ήταν γνωστό σ΄ όλη την οικογένεια τι είχε γίνει, αφού η Ενάγουσα είναι πρώτη ξαδέλφη της και ο πατέρας της Ενάγουσας είναι αδελφός της μητέρας της. Οι όροι της συμφωνίας έγιναν στο σπίτι του παππού της και παρούσα, μεταξύ άλλων, ήταν και η Ενάγουσα και οι γονείς της. Στην επίδικη κατοικία διαμένει πάντοτε με τη μητέρα της, πρόκειται για μικρό σπίτι ηλικίας πέραν των 40 ετών και ως εκ τούτου για να το καταστήσουν κατοικήσιμο έκαναν με τη μητέρα της αρκετές επιδιορθώσεις και αλλαγές. Περί το έτος 2009 η Ενάγουσα παρενοχλούσε αυτήν και τη μητέρα της ζητώντας να της δώσουν κλειδί του σπιτιού για να το χρησιμοποιήσει ως αποθήκη. Υπήρξε άρνηση εκ μέρους τους διότι κάτι τέτοιο ήταν παράλογο. Ουδέποτε στέρησαν οτιδήποτε παράνομα στην Ενάγουσα. Δεν αρνήθηκαν να δώσουν στην Ενάγουσα κλειδί των βοηθητικών κτιρίων και ουδέποτε πήραν οποιαδήποτε επιστολή δικηγόρου. Μ.Υ.2 κατέθεσε η Μύριελ Παναγίδου, Εναγόμενη
- Αναφέρθηκε και αυτή στα γεγονότα του χωρισμού της με τον Τάσο Ηροδότου, πατέρα της κόρης της Μαρίνας Ηροδότου. Επίσης αναφέρθηκε στο συμφωνητικό έγγραφο (Τεκμήριο 8) που σύναψε με τον Τάσο Ηροδότου. Όλα τα γεγονότα που οδήγησαν στη συμφωνία με τον πρώην σύζυγο της ήταν σε γνώση της Ενάγουσας, η οποία γνώριζε το περιεχόμενο της συμφωνίας πριν γίνει συνιδιοκτήτρια της επίδικης κατοικίας. Ήταν δε παρούσα στο γραφείο του δικηγόρου που συνέταξε τη συμφωνία που αυτή έκανε με τον πρώην σύζυγο της. Για τις επιδιορθώσεις και αλλαγές που αυτή έκανε στην επίδικη κατοικία, ο πρώην σύζυγος της ή η Ενάγουσα δεν πρόσφεραν οποιοδήποτε ποσό. Αποδέχθηκε ότι παρέλαβε την επιστολή Τεκμήριο 5 και ενημέρωσε το δικηγόρο της ο οποίος τη συμβούλευσε να μην κάνουν κάτι εκτός και αν λαμβάνονταν δικαστικά μέτρα εναντίον τους. Αξιολόγηση μαρτυρίας:- Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευχέρεια και παρακολούθησε με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήριο την όλη συμπεριφορά και στάση τους στο εδώλιο του μάρτυρα καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνιφασμό με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων που κατατέθηκαν στη δίκη, το Δικαστήριο προέβηκε στην αξιολόγηση τους. Είναι γεγονός ότι ακούστηκε μαρτυρία η οποία δεν έχει καθοριστική σημασία στα επίδικα θέματα της αγωγής. Για το λόγο αυτό, το Δικαστήριο θα περιορισθεί στην αξιολόγηση των μαρτύρων στα ζητήματα που θα το απασχολήσουν στην έκβαση της υπόθεσης. Στα εν λόγω ζητήματα διαφαίνεται να υπάρχει διαφωνία, όχι όμως σε όλα τα γεγονότα, μεταξύ της μαρτυρίας της Ενάγουσας από τη μια και της μαρτυρίας των Εναγομένων από την άλλη. Για ξεχωριστούς λόγους με αφετηρία όμως τη διεκδίκηση της κατοχής και χρήσης της επίδικης κατοικίας, οι Εναγόμενες προώθησαν μαρτυρία η οποία δε μπορεί να γίνει αποδεκτή στο σύνολο της, παρ΄ ότι άφησαν γενικά θετική εντύπωση. Η μαρτυρία των Εναγομένων ότι η Ενάγουσα γνώριζε για το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 8 επειδή ήταν παρούσα κατά τη σύνταξη του, δε γίνεται αποδεκτή. Οι λόγοι οφείλονται στο ότι, εφόσον ήταν η θέση της Υπεράσπισης ότι η Ενάγουσα ήταν παρούσα, είτε στο σπίτι του πατέρα του Τάσου Ηροδότου, όπως κατέθεσε η Εναγόμενη 1, είτε παρούσα στο δικηγορικό γραφείο του δικηγόρου που σύνταξε το Τεκμήριο 8, όπως κατέθεσε η Εναγόμενη 2, ήταν επιβεβλημένο να υποβληθεί η θέση αυτή στην Ενάγουσα κατά την αντεξέταση της για να τοποθετηθεί και να έχει το δικαίωμα να αντικρούσει τέτοια θέση. Ωστόσο, δεν της υποβλήθηκε κάτι τέτοιο. Η γενική υποβολή ότι γνώριζε για τη συμφωνία δεν κρίνεται ικανοποιητική. Θα έπρεπε να της υποβληθεί και ότι ήταν παρούσα σε συγκεκριμένο χώρο, παρουσία συγκεκριμένων άλλων προσώπων. Η σημασία της παράλειψης αναπτύχθηκε στη νομολογία μέσα από την υπόθεση Frederikou Schools Co Ltd v. Acuan Inc.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1527 στην οποία το Δικαστήριο παραπέμπει. Επιπλέον, είναι και η μαρτυρία της Εναγόμενης 2, κατά την αντεξέταση της, ότι μετά το χωρισμό της από τον Τάσο Ηροδότου ήταν η πρώτη φορά που ερχόταν σε άμεση επαφή με την Ενάγουσα στο Δικαστήριο, και πως λόγω των συνθηκών που οδήγησαν στο χωρισμό δεν την είχε συναντήσει εδώ και 19 χρόνια. Προκύπτει το εύλογο ερώτημα πώς είναι δυνατό τότε να αποδέχθηκε να ήταν η Ενάγουσα παρούσα σε δικηγορικό γραφείο που συντάχθηκε ή υπογράφτηκε έγγραφο (Τεκμήριο 8) με το οποίο θα επιλύονταν περιουσιακές σχέσεις με τον πρώην σύζυγο της και άρα δεν αφορούσαν την Ενάγουσα. Το γεγονός της σύνταξης του Τεκμηρίου 8 ήταν πολύ σύντομα μετά που η Ενάγουσα ήταν η αιτία (ως η Εναγόμενη 2 ανέφερε) διάλυσης του γάμου της Εναγόμενης 2 με τον Τάσο Ηροδότου. Ούτε η μαρτυρία της Μ.Υ.1 ότι ουδέποτε της στάληκε επιστολή γίνεται αποδεκτή. Το Τεκμήριο 5 τη διαψεύδει, ως επίσης η Μ.Υ.2 στη μαρτυρία της αποδέχθηκε την παραλαβή του Τεκμηρίου
- Αναφορικά με την Ενάγουσα, διαπιστώνεται ότι ήταν συνεπής η μαρτυρία της και δεν εντοπίζονται κλονιστικά στοιχεία ή αντίθετα με την κοινή λογική ή με κάποιο από τα Τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη. Ειδικότερα, ως προς το θέμα της γνώσης της για το συμφωνητικό έγγραφο (Τεκμήριο 8) πριν αυτή να γίνει κατά ½ συνιδιοκτήτρια της επίδικης κατοικίας, γίνεται αποδεκτή η θέση της ότι δε γνώριζε, αλλά έμαθε μετά που της αναφέρθηκε το γεγονός αυτό από τις Εναγόμενες, όταν αυτή κατέστηκε συνιδιοκτήτρια και ζήτησε να έχει και αυτή κατοχή και χρήση της επίδικης κατοικίας. Είναι επίσης λογική η μαρτυρία της πως αν γνώριζε ότι παραχωρήθηκε στην Εναγόμενη 2 δικαίωμα κατοχής και διαμονής εφ΄ όρου ζωής, αυτή δε θα παραχωρούσε υποθήκη προς όφελος του Τάσου Ηροδότου επί της κατοικίας που της έδωσαν οι γονείς της. Η μαρτυρία της Ενάγουσας γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της. Ο Μ.Ε.2, εκτιμητής, άφησε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο, κατέχει το αντικείμενο για το οποίο κατέθεσε, ωστόσο το ποσό που έδωσε για την ενοικιαστική αξία της επίδικης κατοικίας και το οποίο έχει σημασία στα επίδικα θέματα της αγωγής, δε γίνεται αποδεχτό, αφού δεν είναι προϊόν πλήρους μελέτης, τόσο της επίδικης κατοικίας όσο και των υπόλοιπων συγκριτικών κατοικιών που έλαβε υπόψη του για σκοπούς καθορισμού της ενοικιαστικής αξίας της επίδικης κατοικίας. Υπενθυμίζεται πως η επιθεώρηση της επίδικης κατοικίας αφορούσε μόνο το εξωτερικό του κτιρίου, χωρίς εσωτερική επιθεώρηση η οποία αν γινόταν θα διαφοροποιούσε την εκτίμηση του, κάτι που ορθά και ο ίδιος αποδέχθηκε στο τέλος της αντεξέτασης του. Άλλωστε, στην εκτίμηση του Τεκμήριο 4, ο ίδιος επιφύλαξε το δικαίωμα να διαφοροποιήσει την εκτίμηση του μετά από εσωτερική επιθεώρηση της υπό εκτίμηση κατοικίας. Το ποσό του μηνιαίου ενοικίου σχετίζεται άμεσα με ειδική ζημιά την οποία διεκδικεί η Ενάγουσα και πρέπει να αποδεικνύεται αυστηρά. Η μαρτυρία του Μ.Ε.2 ότι το ποσό δεν είναι ψηλό, λαμβάνοντας υπόψη την περιοχή και την κατοικία, ενδεχομένως να έχει τη δική του λογική, δεν είναι όμως σε τέτοια βάση που το Δικαστήριο θα στηριχθεί όταν θα κρίνει ότι δικαιολογείται επιδίκαση αποζημιώσεων. Επιπλέον, παρατηρείται ως αδυναμία η παράθεση στοιχείων που να σχετίζονται με το χρόνο έναρξης και διάρκειας των συγκριτικών ενοικίων που έλαβε υπόψη του. Τέτοια στοιχεία έχουν τη σημασία τους και θα έπρεπε να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου ώστε αυτό να είναι σε θέση να ελέγξει τη θέση του εκτιμητή. Ως διαφάνηκε, ο Μ.Ε.2 δε διερεύνησε αυτό το στοιχείο. Έχει σημασία αν ένα συγκριτικό έχει συγκεκριμένη ενοικιαστική αξία επειδή ο ενοικιαστής είναι μακροχρόνιος ή θέσμιος ενοικιαστής και άλλη σημασία αν πρόκειται για πρώτη ή πρόσφατη ενοικίαση. Ο Μ.Ε.3 κρίνεται αξιόπιστος και η μαρτυρία του αποδεκτή χωρίς ενδοιασμό. Πρόκειται για συνταξιούχο δικηγόρο ο οποίος απέστειλε, κατόπιν οδηγιών, μια επιστολή, αντίγραφο της οποίας κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, η δε αποστολή της, παρόλο που αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέτασή του, επιβεβαιώθηκε η παραλαβή της από την Εναγόμενη
- Ευρήματα Δικαστηρίου:- Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση και αδιαμφισβήτητη μαρτυρία διαπιστώνεται ότι τα ουσιώδη πραγματικά γεγονότα που διέπουν την παρούσα υπόθεση, και τα οποία αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου, έχουν ως ακολούθως: Ο Τάσος Ηροδότου, πατέρας της Εναγόμενης 1 και πρώην σύζυγος της Εναγόμενης 2, ήταν ιδιοκτήτης μιας κατοικίας η οποία περιλαμβάνει και βοηθητικά κτίρια (βοηθητική κατοικία) στην οδό Γ. Φασουλιώτη, στον Άγιο Νεκτάριο Λεμεσού. Ζούσε εκεί μαζί με την πρώην σύζυγο του (Εναγόμενη 2) και τη θυγατέρα τους μέχρι το έτος 1995 - 1996, οπότε και χώρισαν. Το 1996 μεταβίβασε στη θυγατέρα του, Εναγόμενη 1, το ½ της εν λόγω κατοικίας. Το 1997 υπέγραψε συμφωνία (Τεκμήριο 8) με την πρώην σύζυγο του (Εναγόμενη 2) όπου, μεταξύ άλλων, (α) της παραχώρησε το δικαίωμα ενοικίασης της βοηθητικής κατοικίας και τα έσοδα από την ενοικίαση να τα διαχειρίζεται αυτή, (β) της παραχώρησε το δικαίωμα να κατέχει και χρησιμοποιεί μαζί με την ανήλικη, τότε, Εναγόμενη 1 την επίδικη κατοικία της οποίας το ½ μερίδιο ανήκε ήδη από το 1996 στην Εναγόμενη 1, και (γ) οι προαναφερόμενες παραχωρήσεις ήταν από πλευράς του Τάσου Ηροδότου για όλη τη ζωή της Εναγόμενης 2 εκτός αν, όταν η Εναγόμενη 1 γινόταν 18 ετών, αρνιώταν στην Εναγόμενη 2 να διαμένει στην επίδικη κατοικία. Ο Τάσος Ηροδότου ακολούθως παντρεύτηκε την Ενάγουσα με την οποία απέκτησε δύο παιδιά. Το 2003 ο Τάσος Ηροδότου μεταβίβασε στην Ενάγουσα το υπόλοιπο ½ μερίδιο, το οποίο είχε επί της επίδικης κατοικίας, ως εκ τούτου η Ενάγουσα κατέστηκε έκτοτε συνιδιοκτήτρια της επίδικης κατοικίας με την Εναγόμενη
- Τόσο η τελευταία όσο και η μητέρα της - Εναγόμενη 2, συνεχίζουν να διαμένουν στην επίδικη κατοικία μέχρι σήμερα. Η Ενάγουσα ζήτησε από τις Εναγόμενες να της επιτρέψουν να χρησιμοποιεί και αυτή την επίδικη κατοικία, ωστόσο της αρνήθηκαν. Στάληκε δε και επιστολή (Τεκμήριο 5) στις 13.10.2005 δια δικηγόρου, ωστόσο οι Εναγόμενες δεν επιτρέπουν στην Ενάγουσα να έχει χρήση πλην των βοηθητικών κτιρίων - αποθήκης, με το δικαιολογητικό ότι στην κατοικία ζουν αυτές νόμιμα και στη βάση του Τεκμηρίου
- Στην επίδικη κατοικία, η οποία είναι κτίσμα του 1960, έγιναν περί το 1995 - 1996 αλλά και μετά το χωρισμό του Τάσου Ηροδότου με την Εναγόμενη 2, ανακαινίσεις στην κουζίνα, πάτωμα, πορτοπαράθυρα και αλλού για να είναι αυτή σε κατοικήσιμη κατάσταση, με έξοδα των Εναγομένων 1 και
- Νομική πτυχή:- Λαμβάνοντας υπόψη τα επίδικα θέματα που εγείρονται μέσα από την παρούσα υπόθεση, είναι χρήσιμο να παρατεθούν σχετικές νομολογιακές αρχές και νομικές διατάξεις που διέπουν τη διαφορά των διαδίκων. Η απαίτηση της Ενάγουσας βασίζεται σε παράνομη επέμβαση επί ακινήτου, ως εκ τούτου είναι χρήσιμο να παρατεθεί στη συνέχεια η διάταξη του άρθρου 43 του Κεφ. 148, το οποίο προβλέπει τα ακόλουθα: ΚΕΦ. 148:- Άρθρο «43.-
(1)Παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία συνίσταται σε παράνομη είσοδο ή σε παράνομη πρόκληση ζημιάς ή σε παράνομη παρέμβαση στην ιδιοκτησία αυτή από οποιονδήποτε πρόσωπο.
(2)Αν η πράξη για την οποία εγείρεται η αγωγή είναι επιτρεπτή κατά τοπικό έθιμο, αυτό αφού αποδειχθεί συνιστά υπεράσπιση αλλά σε αγωγή που εγείρεται για παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία το βάρος της απόδειξης ότι η πράξη για την οποία εγείρεται η αγωγή δεν ήταν παράνομη φέρει ο Εναγόμενος.» Στην υπόθεση Adrian Holdings Ltd v. Κυπριακή Δημοκρατία διά του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1998)1 Α.Α.Δ. 1836, λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 1843: «Το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης σε ακίνητη ιδιοκτησία είναι αγώγιμο per se. Όπου όμως δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη ζημιάς, μπορεί να επιδικαστούν μόνο ονομαστικές αποζημιώσεις και να μη δοθούν έξοδα ή ακόμη και να διαταχθεί ο Ενάγων να καταβάλει έξοδα στον Εναγόμενο. (Παπακόκκινου κ.ά. ν. Θεοδοσίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 379, Kakoullou and another v. Kakoulli
(1985)1 C.L.R. 355, Ttanis v. Hadjimichael and Another
(1982)1 C.L.R. 301 και Ευθυβούλου κ.ά. ν. Συμβούλιο Βελτιώσεως Κισσόνεργας κ.ά., Πολιτική Έφεση 9712, ημερομηνίας 21.05.98). Όπου αποδεικνύεται παράνομη κατοχή ακινήτου το μέτρο αποζημιώσεων είναι η αγοραία ενοικιαστική αξία του ακινήτου και όχι το όφελος που προσπορίζεται ο παράνομος κάτοχος από την επέμβαση.» Όσον αφορά δε το βάρος της απόδειξης της ισχυριζόμενης επέμβασης είναι προφανές ότι το φέρει η Ενάγουσα, ωστόσο μετατίθεται στις Εναγόμενες το βάρος να αποδείξουν ότι η επέμβαση δεν είναι παράνομη και αυτό προκύπτει από το άρθρο 43
(2)του Κεφ. 148 και όπως έχει ερμηνευθεί στην υπόθεση Β. Παπακόκκινου ν. Σμυρλή
(2001)1 Α.Α.Δ. 1653. Επιπρόσθετα έχει καθιερωθεί μέσα από τη νομολογία, (βλέπε υπόθεση Αγγελίδης ν. Φιλίππου και Κολοκασίδης Estates Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. σελ. 327), ότι σε περίπτωση απόδειξης παράνομης επέμβασης, δικαιωματικά εκδίδεται διάταγμα για άρση της επέμβασης προκειμένου να τερματιστεί η παρανομία ή απαγόρευση για το μέλλον. Η καταβολή αποζημιώσεων με βάση τις πιο πάνω αρχές επιβάλλεται έστω και αν ο ιδιοκτήτης δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει ο ίδιος την περιουσία ή να την ενοικιάσει (βλέπε υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Bahchecioglou και άλλος
(1998)1(Α) Α.Α.Δ.). Γενικά θα μπορούσε να ειπωθεί πως η επέμβαση συνίσταται στην παράνομη πράξη ή ενέργεια με την οποία τίθεται υπό αμφισβήτηση η κυριότητα ή η νόμιμη κατοχή περιουσίας από κάποιο πρόσωπο και προκαλείται ενόχληση χωρίς βέβαια τη συγκατάθεση του. Είναι ωστόσο σημαντικό να αναφερθεί τι έχει νομολογηθεί ή ειπωθεί όσον αφορά αγωγή στη βάση παράνομης επέμβασης εναντίον συνιδιοκτήτη. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 29, διαβάζουμε τα εξής στην παράγραφο 726: «Possession of co-owners. Where two or more persons are concurrent owners of the same property each ordinarily has both the possession and the right to possession of the whole contemporaneously with the others. Hence one of two co-owners cannot ordinarily maintain an action against the other for the common chattel while it is in the other's possession .» Σε ελεύθερη μετάφραση: «Κατοχή συνιδιοκτητών: Όταν δύο ή περισσότερα πρόσωπα είναι ταυτόχρονοι ιδιοκτήτες του ιδίου αντικειμένου το κάθε ένα από αυτά τα πρόσωπα έχει συνήθως τόσο την κατοχή και το δικαίωμα κατοχής ολοκλήρου του αντικειμένου ταυτόχρονα με τα άλλα πρόσωπα. Κατά συνέπεια ο ένας από τους δύο συνιδιοκτήτες δε νομιμοποιείται να εγείρει ή υποστηρίξει αγωγή εναντίον του άλλου σε σχέση με το κοινό αντικείμενο ενώ βρίσκεται στην κατοχή του άλλου .» Η πιο πάνω παράγραφος συνοδεύεται με την ακόλουθη σημείωση: «Harper v. Godsell
(1870), L.R. 5, Q.B. 422, at p. 428, per Blackburn, J.; Littleton's Tenures, s. 323. According to Littleton (see Littleton's Tenures, s.323), if one co-owner is dispossessed by the other he has no remedy but by self-help.» Σε ελεύθερη μετάφραση: «Harper v. Godsell
(1870), L.R. 5, Q.B. 422, στη σελ. 428, απόφαση του Δικαστή Blackburn, Littleton's Tenures, αρ. 323. Σύμφωνα με τον Littleton (βλ. Littleton's Tenures, αρ. 323), αν ένας συνιδιοκτήτης στερηθεί της κατοχής από τον άλλο δεν έχει θεραπεία εκτός από την αυτοβοήθεια.» Στις παραγράφους 1238 και 1303 των Halsbury's (πιο πάνω), Τόμος 38, διαβάζουμε επίσης τα εξής: «Co-owner. On co-owner of goods may not sue another co-owner in trespass, unless the latter has ousted the former or destroyed the common property without his consent." Σε ελεύθερη μετάφραση: «Ένας συνιδιοκτήτης αντικειμένου δεν δύναται να εναγάγει άλλον συνιδιοκτήτη για παράνομη επέμβαση εκτός εάν ο τελευταίος έχει εκδιώξει τον πρώτο ή καταστρέψει την κοινή ιδιοκτησία χωρίς την συγκατάθεσή του.» Στην υπόθεση Nyburg v. Handelaar
(1892)L.J. Q.B., Τόμος 61, σελ. 709, η οποία αναφέρεται σε υποσημείωση της πιο πάνω παραγράφου 726, ο Λόρδος Δικαστής Lopes ανέφερε ότι: «A joint-owner, or a tenant in common, cannot maintain the action against his co-owner unless his co-owner has done something to exclude him from the exercise of his rights in relation to the goods." Σε ελεύθερη μετάφραση: «Ένας συνιδιοκτήτης ή ενοικιαστής από κοινού δεν μπορεί να εγείρει ή υποστηρίξει αγωγή εναντίον του συνιδιοκτήτη του εκτός αν ο τελευταίος έχει κάμει κάτι που τον αποκλείει από του να ασκεί τα δικαιώματα του σε σχέση με τα αντικείμενα.» Στην υπόθεση Kakoullou v. Kakoulli
(1985)1 C.L.R. 355 αποφασίστηκε πως ο συνιδιοκτήτης μπορεί να ενάγει τον άλλο συνιδιοκτήτη, για παράνομη επέμβαση, αν πράγματι έχει εκδιωχθεί ή έχει αποστερηθεί της περιουσίας του. Συμπεράσματα:- Λαμβάνοντας υπόψη την προαναφερόμενη νομική πτυχή και ευρήματα, κρίνεται ότι η Ενάγουσα έχει αποδείξει πως, παρότι κατέστηκε από τις 14.05.2003 συνιδιοκτήτρια κατά ½ μερίδιο εξ αδιαιρέτου με την Εναγόμενη 1, οι Εναγόμενες δεν της επιτρέπουν να απολαμβάνει και αυτή την επίδικη κατοικία και ως εκ τούτου της αποστερούν τα δικαιώματα που έχει επ΄ αυτής. Άλλωστε, η θέση που οι Εναγόμενες πρόβαλαν στη δίκη, είναι ξεκάθαρη, πως δεν είναι πρακτικά εφικτό να χρησιμοποιήσει η Ενάγουσα την επίδικη κατοικία. Η θέση αυτή, αν και έχει τη λογική της, νομικά δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, αλλιώς το δικαίωμα ιδιοκτησίας το οποίο έχει η Ενάγουσα, θα ήταν άνευ περιεχομένου. Έχει εγερθεί εκ μέρους των Εναγομένων η θέση ότι νόμιμα κατέχουν μόνο αυτές την επίδικη κατοικία και πως η Ενάγουσα δεν έχει δικαίωμα κατοχής λόγω της ύπαρξης του συμφωνητικού εγγράφου (Τεκμήριο 8) με το οποίο ο Τάσος Ηροδότου, πρώην ιδιοκτήτης της επίδικης κατοικίας, παραχώρησε δικαίωμα στην Εναγόμενη 2 να ζει εφ΄ όρου ζωής. Το δικαίωμα της ιδιοκτησίας είναι συνταγματικά κατοχυρωμένο (άρθρο 23 του Συντάγματος). Περιορισμός τέτοιου δικαιώματος είναι επιτρεπτός μόνο όπως καθορίζεται σε νόμο ή αν ο ίδιος ο φορέας του δικαιώματος αποφασίσει να το περιορίσει στα πλαίσια του δικαιώματος διάθεσης του ή παραχώρησης του με συμφωνία ή συγκατάθεσή του. Δε φαίνεται όμως στην παρούσα υπόθεση πως η Ενάγουσα παραχώρησε με συμφωνία την κατοχή της επίδικης κατοικίας σε οποιαδήποτε από τις Εναγόμενες. Περαιτέρω, κρίνεται πως το συμφωνητικό έγγραφο (Τεκμήριο 8) που ο Τάσος Ηροδότου υπέγραψε με την Εναγόμενη 2, δεν είναι δυνατό να δεσμεύει την Ενάγουσα, έστω και αν αυτή απόκτησε μεταγενέστερα την ιδιοκτησία. Το δικαίωμα της ιδιοκτησίας υπερέχει της κατοχής, εκτός αν η τελευταία είχε αποκτηθεί με τέτοιο τρόπο που θα λειτουργούσε ως προνόμιο ή δικαίωμα σε βάρος του δικαιώματος της ιδιοκτησίας. Τέτοια θα ήταν η περίπτωση αν η Ενάγουσα παραχωρούσε κατοχή προς τις Εναγόμενες με καταχώριση στα βιβλία του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου που ανήκει το ακίνητο (βλέπε άρθρα 4 και 11(α) του Κεφ. 224). Ο συνήγορος των Εναγομένων έχει επικαλεσθεί την υπόθεση Παυλίνα Γρηγορίου ν. Γρηγόρη Γρηγορίου κ.α.
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 2263, ωστόσο το Δικαστήριο κρίνει πως η εν λόγω υπόθεση διακρίνεται από την παρούσα και δεν μπορεί να υιοθετηθεί για τους ακόλουθους λόγους:
- Στην υπόθεση Γρηγορίου διατάχθηκε πρωτόδικα η εκδίωξη πρώην συζύγου η οποία επικαλείτο μερίδιο από την κληρονομιά του συζύγου της. Στην παρούσα υπόθεση ζητείται όπως η Ενάγουσα έχει δικαίωμα κατοχής και χρήσης της επίδικης κατοικίας όπως έχει και η συνιδιοκτήτρια της, Εναγόμενη
- Άλλως δεν θα είχε νόημα το δικαίωμα ιδιοκτησίας της, αν τελικά, θα παραμένουν στην κατοικία οι Εναγόμενες 1 και 2 μόνο, χωρίς την πληρωμή ενοικίου.
- Στη Γρηγορίου όπως αναφέρθηκε, υπήρχε κληρονομικό δικαίωμα της κατόχου - εφεσείουσας. Εδώ ο Τάσος Ηροδότου μεταβίβασε σε συγκεκριμένα άτομα την επίδικη κατοικία και δεν εκκρεμεί οτιδήποτε ως προς το καθεστώς της ιδιοκτησίας.
- Η βάση της αγωγής στη Γρηγορίου ήταν η ανάκληση άδειας χρήσης. Στην παρούσα υπόθεση η Ενάγουσα ουδέποτε παραχώρησε άδεια χρήσης στην Εναγόμενη 2 ή αποκλειστική χρήση στην Εναγόμενη 1, αντίθετα ζητούσε, τηλεφωνικώς αλλά και με επιστολή, να έχει και αυτή κατοχή και χρήση της επίδικης κατοικίας. Ενόψει όλων των πιο πάνω, κρίνεται ότι οι Εναγόμενες απέτυχαν να αποδείξουν ότι νόμιμα αποστερούν στην Ενάγουσα να έχει χρήση και κατοχή επί όλης της επίδικης κατοικίας, η δε Ενάγουσα απέδειξε την αγωγή της, ήτοι πως οι Εναγόμενες παράνομα της αποστερούν τη χρήση της κατοικίας στην οδό Γ. Φασουλιώτη, Άγιος Νεκτάριος, Λεμεσός, και συνακόλουθα παράνομα επεμβαίνουν επ΄ αυτής. Ως εκ τούτου η Ενάγουσα δικαιούται σε θεραπεία η οποία θα πρέπει να στηρίζεται στην ενοικιαστική αξία της επίδικης κατοικίας κατά το ½ της, αφού η Ενάγουσα είναι ιδιοκτήτρια κατά ½ μερίδιο. Όσον αφορά στο ύψος της ενοικιαστικής αξίας, πέραν των αδυναμιών που αναφέρθηκαν για τον τρόπο που έχει καταλήξει ο εκτιμητής, Μ.Ε.2, σε ύψος του ενοικίου το Δικαστήριο θεωρεί πως τα γεγονότα της υπόθεσης παρουσιάζουν ιδιαιτερότητα η οποία συνδέεται με την πραγματική απώλεια ή ζημιά της Ενάγουσας. Η τελευταία έχει καταστεί ιδιοκτήτρια (κατά ½ μερίδιο) της επίδικης κατοικίας, ωστόσο οι Εναγόμενες έχουν κατά καιρούς προβεί σε ανακαινίσεις επί της επίδικης κατοικίας οι οποίες σαφώς είναι συνιφασμένες με το ύψος ενοικίασης της κατοικίας. Δεν θα ήταν δίκαιο να αποδοθεί ως ζημιά, χρηματικό ποσό, το οποίο οφείλεται στην καλυτέρευση της κατοικίας με έξοδα των Εναγομένων 1 και 2 και να το επωφελείται η Ενάγουσα. Θα έπρεπε αυτό το ποσό να έχει αφαιρεθεί ούτως ώστε να αποδοθεί το ενοίκιο στην Ενάγουσα χωρίς τις βελτιώσεις ή ανακαινίσεις. Για τον πρόσθετο αυτό λόγο, ελλείψει και της αποδεκτής μαρτυρίας για την ακριβή ενοικιαστική αξία της επίδικης κατοικίας, καθώς επίσης στη βάση του ευρήματος ότι οι Εναγόμενες δεν αρνήθηκαν προς την Ενάγουσα για να της παραχωρήσουν κλειδί για τη βοηθητική κατοικία, ήτοι μέρος της επίδικης κατοικίας και άρα στο μέρος αυτό δεν την εμπόδιζαν, είναι δύσκολο να καθοριστεί, χωρίς συγκεκριμένη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, η πραγματική ζημιά ή απώλεια της Ενάγουσας. Κρίνεται συνεπώς ότι η Ενάγουσα μόνο ονομαστικές αποζημιώσεις δικαιούται, καθώς επίσης και τα αιτούμενα διατάγματα, ούτως ώστε να μην εμποδίζεται από την απόλαυση της περιουσίας της. Συνακόλουθα, εκδίδεται απόφαση προς όφελος της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 για το ποσό των €100,00 ως ονομαστικές αποζημιώσεις, επιπλέον εκδίδονται διατάγματα ως ακολούθως: Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να διατάσσει τις Εναγόμενες 1 και 2 όπως επιτρέπουν στην Ενάγουσα και ή εξαρτώμενους της να εισέρχονται ελεύθερα, να κατέχουν και χρησιμοποιούν, καρπούνται και απολαμβάνουν την ισόγεια κατοικία μαζί με τα εξωτερικά κτίρια (βοηθητική κατοικία) που ευρίσκονται στην οδό Γεωργίου Φασουλιώτη 16Α Ενορία Άγιος Νεκτάριος στη Λεμεσό της Επαρχίας Λεμεσού και καλύπτονται με αριθμό εγγραφής 1/48730 Φ/Σχ.54/500504 τεμάχιο 448, τμήμα 1 εκτάσεως 259 τετραγωνικών μέτρων. Β. Διάταγμα του δικαστηρίου που να απαγορεύει στις Εναγόμενες 1 και 2 από του να παρεμποδίζουν την Ενάγουσα να μεταφέρει εντός της ισόγειας κατοικίας και εξωτερικά κτίρια (βοηθητική κατοικία) έπιπλα, ηλεκτρικές συσκευές και/ή άλλου είδους οικιακό εξοπλισμό αναγκαίο δια τη διαμονή και διατροφή της ίδιας και ή εξαρτώμενων της. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την Εναγόμενη 1 όπως παραχωρήσει κλειδί εισόδου της ισόγειας κατοικίας και εξωτερικών κτιρίων (βοηθητικής κατοικίας) στην Ενάγουσα. Επιπρόσθετα, οι Εναγόμενες διατάσσονται όπως καταβάλουν τα έξοδα της Ενάγουσας, όπως αυτά υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, στην κλίμακα €2.000,00 - €10.000,
- Πριν κλείσει η παρούσα υπόθεση και επειδή κατά τη διάρκεια της ακρόασης επιχειρήθηκε προσπάθεια του Δικαστηρίου, με τη συνδρομή των ευπαίδευτων συνηγόρων, για εξώδικη επίλυση της διαφοράς, παροτρύνονται οι διάδικοι όπως επανεξετάσουν τις εισηγήσεις του Δικαστηρίου προκειμένου να επέλθει οριστική λύση στο πρόβλημα που δημιουργείται λόγω της συνιδιοκτησίας. Οι λογικά εφικτές επιλογές είναι, είτε η μια πλευρά να αγοράσει το μερίδιο της άλλης, είτε να πωληθεί η επίδικη κατοικία και να μοιραστεί το τίμημα, είτε να παραμείνει στην επίδικη κατοικία μόνο η μια πλευρά και να πληρώνει ενοίκιο στην άλλη. (Υπ.) ............... Δ. Ι. Κίτσιος, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΔ Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: Παράνομη επέμβαση σε συνιδιοκτησία cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο