← Κύπρος

ΜΕC HELLAS ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΑΓΟΡΑΣ ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΟΥ ΧΩΡΟΥ ΚΑΙ ΧΡΟΝΟΥ, με διακριτικό τίτλο MEC MEDIANETWORK HELLAS SA ν. SI-LEO PROPE

ΜΕC HELLAS ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΑΓΟΡΑΣ ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΟΥ ΧΩΡΟΥ ΚΑΙ ΧΡΟΝΟΥ, με διακριτικό τίτλο MEC MEDIANETWORK HELLAS SA ν. SI-LEO PROPERTIES (LEMESOS) LTD, Αρ. Αγωγής 3206/12, 26/9/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A337 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Μαυρονικόλα, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 3206/12 Μεταξύ: ΜΕC HELLAS ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΑΓΟΡΑΣ ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΟΥ ΧΩΡΟΥ ΚΑΙ ΧΡΟΝΟΥ, με διακριτικό τίτλο MEC MEDIANETWORK HELLAS SA Eναγόντων και SI-LEO PROPERTIES (LEMESOS) LTD Εναγομένων ---------------------------- Αίτηση ημερ. 6.6.2013 Ημερομηνία: 26.9.2014 Για Εναγόμενους-Αιτητές: κ. Α. Πασχαλίδης Για Ενάγοντες-Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Γ. Παμπορίδης Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την αίτηση τους οι Εναγόμενοι Αιτητές ζητούν όπως το νομικό σημείο (προδικαστική ένσταση) που εγείρουν στην παράγραφο 1 της Υπεράσπισης των Εναγομένων προδικαστεί και/ή αποφασιστεί από το Δικαστήριο πρώτα και/ή πριν από την ακρόαση ολόκληρης της Αγωγής. Η αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.27 Θ.1-2, Δ.29 Θ.2 και Δ.48 Θ.1-3 και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στηρίζεται στα γεγονότα που επικαλείται στην ένορκη δήλωση του ο Σταύρος Χριστοδούλου, δικηγόρος στο γραφείο των δικηγόρων των Εναγομένων. Δηλώνει πως γνωρίζει πλήρως τα γεγονότα της υπόθεσης και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τους Αιτητές να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση. Αναφέρει ότι στην παράγραφο 1 της Υπεράσπισης των Εναγομένων Αιτητών εγείρεται η πιο κάτω προδικαστική ένσταση και/ή νομικό σημείο: «Οι Εναγόμενοι εγείρουν προδικαστική ένσταση ότι οι Ενάγοντες κωλύονται να εγείρουν την παρούσα αγωγή καθώς ήταν ρητός και/ή εξυπακουόμενος όρος της επικαλούμενης από τους ίδιους τους Ενάγοντες Συμφωνίας Αναγνώρισης ημερ. 26/7/2010, ότι αρμόδια για την επίλυση οποιονδήποτε διαφορών, που τυχόν προκύψουν από την εν λόγω Συμφωνία Αναγνώρισης, είναι τα Δικαστήρια των Αθηνών, ήτοι τα ελληνικά δικαστήρια. Ως εκ τούτου, είναι η θέση των Εναγομένων ότι το Σεβαστό Δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει την παρούσα αγωγή, καθότι στερείται δικαιοδοσίας εκδίκασης της.» Υποστηρίζει ότι στο αντίγραφο της Συμφωνίας Αναγνώρισης στην παράγραφο 21 αναφέρεται ρητά ο πιο πάνω ισχυρισμός (Τεκμήριο Α) οπότε στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο αποδεχθεί την πιο πάνω εισήγηση των Εναγομένων Αιτητών, όλες οι αξιώσεις της Αγωγής θα απορριφθούν αναπόφευκτα χωρίς να χρειαστεί να προσκομιστεί οποιαδήποτε μαρτυρία ή χωρίς να χρειαστεί το Δικαστήριο να προχωρήσει σε εξέταση της ουσίας της Αγωγής. Η αίτηση προσέκρουσε σε ένσταση των Εναγόντων Καθ΄ ων η Αίτηση οι λόγοι της οποίας είναι οι ακόλουθοι: «

  1. Η παρούσα αίτηση είναι νομικά και τυπικά αστήρικτη και/ή αδικαιολόγητη και/ή καταχρηστική.
  2. Το ζήτημα που εγείρεται με την αίτηση δεν είναι αμιγώς νομικό και ως εκ τούτου δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο προδικαστικής εξέτασης.
  3. Η αίτηση των Εναγομένων δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις των Άρθρων 2 και 21 του Ν.14/60.» Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται εμφαίνονται στην ένορκη δήλωση της Ελένης Χριστοδούλου, δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων των Εναγόντων, η οποία δηλώνει πως γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβεί εκ μέρους τους στην παρούσα ένορκη δήλωση. Αναφέρει ότι μελέτησε την αίτηση των Εναγομένων καθώς επίσης και το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που την υποστηρίζει και αρνείται όλους τους ισχυρισμούς που περιέχονται σ΄ αυτήν. Υποστηρίζει ότι η βάση της παρούσας αγωγής αποτελεί η Συμφωνία Εγγύησης Χρέους ημερ. 26.7.2010 και όχι η Συμφωνία Αναγνώρισης που επικαλούνται οι Εναγόμενοι. Σύμφωνα με ρητό όρο της Συμφωνίας Εγγύησης, τυχόν διαφορές που θα προκύψουν αναφορικά με αυτή, θα υπάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητα των Δικαστηρίων της Κύπρου. Αντίγραφο της Συμφωνίας επισυνάφθηκε Τεκμήριο Α. Περαιτέρω υποστηρίζει ότι η Συμφωνία Εγγύησης περιλαμβάνει όρους που αφορούν στην υποθήκευση ακινήτων από τους Εναγομένους προς όφελος των Εναγόντων, τα οποία ακίνητα βρίσκονται στη Λεμεσό, και ως εκ τούτου εντός της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου. Είναι η θέση της πως το ζήτημα που εγείρεται με την προδικαστική ένσταση των Εναγομένων, δεν είναι αμιγώς νομικό και ως εκ τούτου δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο προδικαστικής εξέτασης. Ως εκ τούτου θεωρεί την παρούσα αίτηση αδικαιολόγητη, ανυπόστατη και καταχρηστική και ως τέτοια θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων. Οι δικηγόροι των διαδίκων περιορίστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Η Δ.27, θ.1-2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών όπου βασίζεται κυρίως η αίτηση υπήρξε αντικείμενο εξέτασης σε μεγάλο αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Χ"Οικονόμου ν. Ελληνικής Τραπέζης Λτδ

(1992)1 Α.Α.Δ.949, 956 αναφέρθηκαν τα εξής: «Η σχετική αίτηση πρέπει να καθορίζει το συγκεκριμένο νομικό σημείο που εγείρεται και να καταχωρείται κατά το χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή πολύ σύντομα αργότερα. Κανονικά η προκαταρκτική εκδίκαση θα πρέπει να ζητείται στην Αίτηση για Οδηγίες (Summons for Directions). Η έκδοση τέτοιας διαταγής γίνεται κατά κανόνα, όταν το Δικαστήριο κρίνει ότι το κρινόμενο νομικό σημείο εγείρει σοβαρό νομικό θέμα, το οποίο αν αποφασιστεί υπέρ του αιτητή, αποφασίζεται η όλη υπόθεση, ή ένα ουσιώδες θέμα της αγωγής. Μια τέτοια διαταγή θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και όχι στις περιπτώσεις εκείνες που τα εγειρόμενα θέματα, λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου, θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση. Ακόμα, η διαταγή αυτή δεν εκδίδεται όταν υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα.» Από τη στιγμή που τίθεται ζήτημα διακρίβωσης πραγματικών ζητημάτων τότε η περίπτωση δεν είναι κατάλληλη για εκδίκαση στο προδικαστικό στάδιο δυνάμει της Δ.27 (βλ. Σάββα ν. Λαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ
(2009)1 Α.Α.Δ.1609). Έχω μελετήσει τις θέσεις των δύο πλευρών όπως τις έχουν στις γραπτές αγορεύσεις των δικηγόρων των δύο διαδίκων και εκείνο το οποίο πρέπει να εξετάσει το Δικαστήριο είναι κατά πόσο υπάρχει κοινό πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου να μπορεί να εξεταστεί θέμα δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαιτήσεως, οι Εναγόμενοι προς διασφάλιση της απαίτησης των Εναγόντων, εγγυήθηκαν μαζί με άλλα δύο εγγεγραμμένα στην Κύπρο νομικά πρόσωπα, δυνάμει γραπτής Σύμβασης Εγγύησης Χρέους ημερ. 26.7.2010 (στο εξής η «Σύμβαση Εγγύησης») την εξόφληση του χρέους της «BOSIL» προς τους Ενάγοντες, για το ποσό των €450.000 πλέον τους αναλογούντες τόκους. Ως πρόσθετη και περαιτέρω εξασφάλιση της εγγύησης που θα παρείχαν στους Ενάγοντες, οι Εναγόμενοι συμφώνησαν δυνάμει συμφωνίας ημερ. 3.9.2010 να εγγράψουν υποθήκη προς όφελος των Εναγόντων επί των ιδιόκτητων ακινήτων τους. Στις 12.1.2011 ενεγράφη στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού δυνάμει Σύμβασης και Δήλωσης Υποθήκευσης Ακινήτου η υπ' αρ. Υ123/2011 υποθήκη επί ακινήτων των Εναγομένων. Είναι κοινή η θέση των διαδίκων ότι η Συμφωνία Αναγνώρισης ημερ. 26.7.2010 η οποία συνήφθη μεταξύ των Εναγόντων και της εταιρείας "BOSIL" καθορίζει ως αρμόδια για την επίλυση οποιωνδήποτε διαφορών, που τυχόν προκύψουν από την εν λόγω Συμφωνία Αναγνώρισης, τα Δικαστήρια Αθηνών, ήτοι τα Ελληνικά Δικαστήρια. Οι Ενάγοντες απαντούν στην προδικαστική ένσταση των Εναγομένων και ισχυρίζονται ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού είναι το αρμόδιο Δικαστήριο για εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Η θέση τους είναι ότι η παρούσα αγωγή στηρίζεται στη Συμφωνία Εγγύησης Χρέους ημερ. 26.7.2010 η οποία περιλαμβάνει ρητό όρο ότι τυχόν διαφορές που θα προκύψουν αναφορικά με την εν λόγω συμφωνία θα υπάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητα των Δικαστηρίων της Κύπρου. Από τα πιο πάνω είναι φανερό ότι υπάρχει διαφωνία μεταξύ των διαδίκων ως προς το ποιά είναι η βάση της αγωγής και κατ' επέκταση ποιά Δικαστήρια είναι αρμόδια για επίλυση της διαφοράς. Επομένως, δεν υπάρχει κοινό πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου να μπορεί να εξεταστεί το θέμα δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου για επίλυση της διαφοράς. Στη βάση λοιπόν της πιο πάνω διαπίστωσης για έλλειψη κοινού πραγματικού υπόβαθρου επί του οποίου μπορεί να εξεταστεί θέμα δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, η περίπτωση δεν είναι κατάλληλη για εκδίκαση στο προδικαστικό στάδιο δυνάμει της Δ.27 του εγερθέντος ζητήματος. Ως εκ των ανωτέρω, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγόντων και σε βάρος των Εναγομένων, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να πληρωθούν στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ............................................. Μ. Μαυρονικόλας, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΚ Subject: Civil/Other Action/Interim Αναφορά: Προδικαστική ένσταση - Δ.27 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.