← Κύπρος

Ανδρέα Πατσαλίδη ν. ΜΙΧΑΗΛ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 3631/2008, 5/9/2014

Ανδρέα Πατσαλίδη ν. ΜΙΧΑΗΛ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 3631/2008, 5/9/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A317 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3631/2008 Μεταξύ: Ανδρέα Πατσαλίδη, από τη Λεμεσό Ενάγοντα και ΜΙΧΑΗΛ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ ΛΤΔ, από τη Λεμεσό Εναγόμενων ---------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 5.9.2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγοντα: κ. Σ. Φασουλιώτης Για εναγόμενους: κα Μ. Σωτηρίου (για ν' ακούσει απόφαση κ. Α. Χαρτσιώτης) Α Π Ο Φ Α Σ Η Στον ουσιώδη χρόνο για την αγωγή, οι εναγόμενοι ήταν εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και ιδιοκτήτες αποθηκών αποταμίευσης εμπορευμάτων στη Λεμεσό και κατά ή περί το Φεβρουάριο του 2003, κατόπιν προφορικής συμφωνίας που συνήψαν με τον ενάγοντα ανέλαβαν την αποθήκευση και/ή φύλαξη 2.832 χαρτοκιβωτίων τα οποία περιείχαν διάφορα εμπορεύματα, ιδιοκτησίας του ενάγοντα, για αόριστη χρονική διάρκεια. Διαρκούσης της παραπάνω συμφωνίας προέκυψαν προβλήματα μεταξύ των διαδίκων αναφορικά με το ποσό χρέωσης των αποθηκευτικών τελών από τους εναγόμενους επί των επίδικων εμπορευμάτων του ενάγοντα. Ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι προέβαιναν αυθαίρετα και αδικαιολόγητα σε αυξήσεις και υπερχρεώσεις συναφώς με τα αποθηκευτικά τέλη των εμπορευμάτων του, σε αντίθεση με τους τελευταίους, οι οποίοι ισχυρίζονται ότι οι όποιες αυξήσεις υπήρξαν αποτελούσαν προϊόν συμφωνιών που συνήπταν κάθε φορά μαζί του. Απότοκο της παραπάνω διαφωνίας μεταξύ των διαδίκων ήταν να διαταραχθεί η επαγγελματική συνεργασία τους και να αναφυούν και διάφορα άλλα προβλήματα μεταξύ τους. Έτσι, ο ενάγοντας, τους καταλογίζει ότι κατά τη μεταφορά από τις αποθήκες τους 1.254 τεμαχίων που περιείχαν διάφορα εμπορεύματά του διαπιστώθηκε ότι 24 σιδερωτήρια που τους είχαν παραδοθεί από αυτόν εντελώς άθικτα, συνολικής αξίας €550,00, πλέον €82,50 Φ.Π.Α., ενώ τελούσαν υπό τη φύλαξή τους είχαν καταστραφεί πλήρως. Οι εναγόμενοι που παραδέχονται τη μεταφορά των παραπάνω εμπορευμάτων του ενάγοντα από τις αποθήκες τους στις 21.5.2008, κατά μία εκδοχή ισχυρίζονται ότι αυτά του είχαν παραδοθεί στην ίδια κατάσταση που παραλήφθηκαν από τους ίδιους, αρνούμενοι ότι υπέστησαν οποιαδήποτε ζημιά κατά τη διάρκεια της φύλαξής τους στις αποθήκες τους. Περαιτέρω, ο ενάγοντας ισχυρίζεται και τα εξής: Κατά ή περί τις 18.6.2008 συμφώνησε να πουλήσει σε ενδιαφερόμενο αγοραστή όλα τα επίδικα εμπορεύματά του τα οποία μέχρι τότε βρίσκονταν στις αποθήκες των εναγόμενων, για το ποσό των €88.000,

  1. Ωστόσο, ο ενδιαφερόμενος αγοραστής ζήτησε όπως προτού ολοκληρωθεί η σχετική αγοραπωλησία, του επιτραπεί να επιθεωρήσει τα εμπορεύματα. Μολονότι ο ίδιος απευθύνθηκε επανειλημμένα στους εναγόμενους, με αίτημα να θέσουν στη διάθεσή του για επιθεώρηση τα εμπορεύματά του, για διάφορους λόγους που ανάγονται σε υπαιτιότητα των εναγόμενων, κατέστη αδύνατο να γίνει αυτό, έστω κι αν ο ίδιος μαζί με τους ενδιαφερόμενους αγοραστές μετέβησαν για το σκοπό αυτό στις αποθήκες τους τρεις φορές (στις 25.6.2008, 2.7.2008 και 4.7.2008). Ως αποτέλεσμα της παραπάνω συμπεριφοράς τους, ο ενδιαφερόμενος αγοραστής, κατά ή περί τις 16.7.2008 ακύρωσε τη σχετική μεταξύ τους συμφωνία, καθότι δεν του παρασχέθηκε η ευκαιρία να επιθεωρήσει τα εμπορεύματα. Ο ίδιος, προς μετριασμό των ζημιών του, κατά ή περί τις 22.7.2008 προχώρησε σε εκτελωνισμό και μεταφορά των εμπορευμάτων του από τις αποθήκες των εναγόμενων στη Βουλγαρία, αντί του συνολικού ποσού των €45.000,00, με αποτέλεσμα να υποστεί απώλεια εισοδήματος και/ή διαφυγόν κέρδος, ύψους €43.000,
  2. Εν τω μεταξύ, οι εναγόμενοι, για να του επιτρέψουν να μεταφέρει τα εμπορεύματα από τις αποθήκες τους αξίωσαν εξόφληση όλων των αυθαίρετων και αδικαιολόγητων υπερχρεώσεων τις οποίες του επέβαλαν για την περίοδο από 1.3.2008 μέχρι και τις 22.7.
  3. Προς μετριασμό των ζημιών του και πάλιν, στις 22.7.2008 τούς κατέβαλε προς πλήρη εξόφληση το συνολικό ποσό των €4.536,82 που απαιτούσαν, στο οποίο περιλαμβάνονται αυθαίρετες και/ή αδικαιολόγητες υπερχρεώσεις, ύψους €2.322,56, πλέον €348,40 Φ.Π.Α., επιφυλάσσοντας πλήρως τα δικαιώματά του με σχετική επιστολή. Τέλος, επειδή η συμφωνία πώλησης των εμπορευμάτων του που συνήψε, η οποία, εξαιτίας των εναγόμενων ακυρώθηκε από τον ενδιαφερόμενο αγοραστή προνοούσε ότι τελευταίος θα παραλάμβανε και μετέφερε τα εμπορεύματα από τις αποθήκες των εναγόμενων με δικά του έξοδα και μέσα, ως αποτέλεσμα της ματαίωσης της εν λόγω συμφωνίας, ο ίδιος υπέστη επιπρόσθετη ζημιά (οι σχετικές λεπτομέρειες εκτίθενται στην παράγραφο 30 της έκθεσης απαίτησης) ύψους €5.910,03, πλέον €171,00 Φ.Π.Α. Όλα τα παραπάνω ποσά (σε έμφαση) συνθέτουν τις διάφορες αξιώσεις του εναντίον των εναγόμενων - αντικείμενο της αγωγής. Έναντι όλων των παραπάνω δικογραφημένων ισχυρισμών και αξιώσεων του ενάγοντα, οι εναγόμενοι, με τους δικούς τους δικογραφημένους ισχυρισμούς αντιτείνουν τα εξής: Για τα αποθηκευτικά τέλη που επέβαλλαν για τη φύλαξη των επίδικων εμπορευμάτων του ενάγοντα καθώς και για τα 24 σιδερωτήρια που κατά τους ισχυρισμούς του κατά τη μεταφορά τους από τις αποθήκες τους διαπιστώθηκε πως είχαν καταστραφεί η εκδοχή τους έχει ήδη αναφερθεί, επομένως, δεν προτίθεμαι να την επαναλάβω. Απ' εκεί και πέρα, μολονότι αρνούνται τον ισχυρισμό του ενάγοντα ότι συνήψε τη συμφωνία ημερομηνίας 18.6.2008, για πώληση των εμπορευμάτων του για το ποσό των €88.000,00, εντούτοις παραδέχονται ότι ο ενάγοντας με την επιστολή του ημερομηνίας 18.6.2008, τους ζήτησε να του θέσουν προς επιθεώρηση τα εμπορεύματά του καθώς και ότι απάντησαν στην επιστολή αυτή, με την επιστολή τους ημερομηνίας 19.6.
  4. Ουσιαστικά παραδέχονται και τον ισχυρισμό του ότι αντέδρασε στην εν λόγω επιστολή τους, διαμαρτυρόμενος για το περιεχόμενό της, με νέα επιστολή που τους απηύθυνε, την ίδια μέρα. Γενικά παραδέχονται ότι ανταλλάχθηκε αλληλογραφία μεταξύ τους, συναφώς με το αίτημά του να του επιτρέψουν να επιθεωρήσει τα εμπορεύματά του, με αναφορά στο περιεχόμενο της εν λόγω αλληλογραφίας η οποία έχει τεθεί ενώπιόν μου, επομένως, δεν έχει νόημα να υπεισέλθω από τώρα λεπτομερώς στο περιεχόμενό της. Παραδέχονται ακόμη ότι ο ενάγοντας στις 25.6.2008 επισκέφθηκε τις αποθήκες τους για να επιθεωρήσει τα εμπορεύματά του και ότι ο υπεύθυνος αποθηκάριος, του είχε πει ότι δεν είχε πάρει καμιά προειδοποίηση από τους εργοδότες του, δηλαδή τους ίδιους, για να κατεβάσει τα εμπορεύματα από το πατάρι. Ωστόσο, δηλώνουν άγνοια κατά πόσο ο ενάγοντας συνοδευόταν από άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα και γι' αυτό αρνούνται το συγκεκριμένο ισχυρισμό του. Επιπλέον ισχυρίζονται ότι υπήρχαν εμπορεύματα αποθηκευμένα σε προσβάσιμα μέρη στο ισόγειο της αποθήκης τους, τα οποία ωστόσο, ο ενάγοντας, ούτε ενδιαφέρθηκε μα ούτε και ζήτησε να επιθεωρήσει και ελέγξει ο υποτιθέμενος αγοραστής τους. Αρνούνται τον ισχυρισμό του ενάγοντα ότι η ισχυριζόμενη εκ μέρους του συμφωνία που συνήψε για πώληση των εμπορευμάτων του ακυρώθηκε, ως επίσης και ότι προς μετριασμό της ζημιάς του προχώρησε σε εκτελωνισμό και μεταφορά των εμπορευμάτων του από τις αποθήκες τους στη Βουλγαρία, με αποτέλεσμα να υποστεί απώλεια εισοδήματος και/ή διαφυγόν κέρδος, ύψους €43.000,00 ή για οποιοδήποτε άλλο ποσό. Παραδέχονται ότι ο ενάγοντας στις 22.7.2008 τους κατέβαλε το ποσό των €4.536,82, το οποίο, όπως ισχυρίζονται αντιπροσωπεύει τα τέλη αποθήκευσης από 1.3.2008 μέχρι και τις 25.7.
  5. Αρνούνται ότι στο ποσό αυτό περιλαμβάνονται οποιεσδήποτε αδικαιολόγητες υπερχρεώσεις. Περαιτέρω, μολονότι αρνούνται την ύπαρξη και συνομολόγηση της συμφωνίας μεταξύ του ενάγοντα και του ενδιαφερόμενου αγοραστή των επίδικων εμπορευμάτων του, για το ενδεχόμενο που ήθελε αποδειχθεί ότι υπήρξε η συμφωνία αυτή, κατά μία εκδοχή και πάλιν αρνούνται ότι ο ενάγοντας υπέστη τις ζημιές που αναφέρει ένεκα του γεγονότος ότι η ματαιωθείσα συμφωνία πώλησης των εμπορευμάτων του διαλάμβανε ότι ο αγοραστής θα παραλάμβανε και μετέφερε τα εν λόγω εμπορεύματα από τις αποθήκες τους με δικά του έξοδα και μέσα. Τέλος ισχυρίζονται ότι κατά τη φόρτωση και παράδοση των επίδικων εμπορευμάτων του ενάγοντα στον ίδιο, επειδή διαφάνηκε ότι ο χώρος του εμπορευματοκιβωτίου που τους εφοδίασε δεν αρκούσε για να τοποθετηθούν όλα τα εμπορεύματα, κατόπιν οδηγιών του, αυτά ξεφορτώθηκαν και επαναφορτώθηκαν σε μεγαλύτερο εμπορευματοκιβώτιο, εργασία για την οποία εξέδωσαν σχετικό τιμολόγιο οι ίδιοι, για το ποσό των €356,50, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α., το οποίο ο ενάγοντας δεν έχει τακτοποιήσει. Επισημαίνεται ότι το ποσό αυτό, το αξιώνουν εναντίον του ενάγοντα δυνάμει ανταπαίτησης. Με αντιπαραβολή όλων των παραπάνω δικογραφημένων ισχυρισμών αναδεικνύονται με ενάργεια και τα βασικά επίδικα θέματα της υπόθεσης που καλούμαι να επιλύσω, επομένως δε χρειάζεται να τα επαναλάβω. Κατά την ακρόαση της υπόθεσης (στην οποία, σημειωτέο κατατέθηκαν 71 συνολικά τεκμήρια - εκ των οποίων, τα 70 έγγραφα - ), μαρτυρία υπέρ του ενάγοντα Ανδρέα Πατσαλίδη (ο οποίος επίσης κατάθεσε ως μάρτυρας) δόθηκε και από τους Νίκο Βιολάρη, Μαρίνο Φιλίππου και Πάμπο Δημητρίου (Μ.Ε.1 μέχρι 4, αντίστοιχα). Από την άλλη, για την υπόθεση των εναγόμενων κατάθεσαν ως μάρτυρες οι Ιούλιος Μαρκίδης, Γιώργος Αντωνίου, Σοφοκλής Δημητρίου και Garo Zartarian (Μ.Υ.1 μέχρι 4, αντίστοιχα). Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της μαρτυρίας και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί (με αναφορά και στη μαρτυρία) ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες ενώ κατάθεταν ενόρκως ενώπιόν μου. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης τους αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο και ειδικά για τον ενάγοντα και το διευθυντή των εναγόμενων (Μ.Υ.1) και την ύπαρξη του προσωπικού συμφέροντός τους στην υπόθεση. Ομολογώ ότι η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία όλων όσοι κατάθεσαν για την υπόθεση του ενάγοντα, του ιδίου περιλαμβανομένου είναι από φτωχή μέχρι τελείως αρνητική. Αρχίζοντας από τον ενάγοντα Ανδρέα Πατσαλίδη (Μ.Ε.1) - που μαζί με το διευθυντή των εναγόμενων Ιούλιο Μαρκίδη (Μ.Υ.1) αποτελούν και τους βασικούς μάρτυρες της υπόθεσης - εκτός του ότι σε ουσιώδεις πτυχές της υπόθεσης υπέπεσε σε σοβαρές αντιφάσεις και προέβαλε ισχυρισμούς που στερούνται λογικής και πειστικότητας είναι και το γεγονός, ότι, στην προσπάθειά του να με πείσει να δεχθώ τη μαρτυρία του και κατ' επέκταση την εκδοχή του επιστράτευσε ακόμη και ψευδομάρτυρες, με τους οποίους, επίσης συγκρούεται η μαρτυρία του. Περαιτέρω, σε σχέση με μία από τις αξιώσεις του, η μαρτυρία του συγκρούεται ακόμη και με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του καθώς και με ό, τι υποβλήθηκε από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του στο διευθυντή των εναγόμενων. Τέλος είναι και το γεγονός ότι επιχείρησε να αποδώσει διαφορετική και ενίοτε, αντίθετη ερμηνεία από την πραγματική στο περιεχόμενο αριθμού εγγράφων - τεκμηρίων. Όσα ακολουθούν αιτιολογούν επαρκώς, πιστεύω, όλες τις παραπάνω διαπιστώσεις μου αναφορικά με την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του ενάγοντα ως μάρτυρα. Ειδικότερα: Για σκοπούς κυρίως εξέτασης υιοθέτησε ως μέρος της το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης (τεκμήριο Α) στην οποία επισυνάπτονται και 30 τεκμήρια). Με την παράγραφο 11 της δήλωσής του ισχυρίζεται ότι στις 21.5.2008, κατά τη μεταφορά των 1.254 τεμαχίων από τις αποθήκες των εναγόμενων διαπίστωσε ότι 24 σιδερωτήρια τα οποία είχαν παραδοθεί στους εναγόμενους άθικτα, ενώ τελούσαν υπό τη φύλαξή τους είχαν καταστραφεί πλήρως. Η αξία τους ανέρχεται σε €550,00, πλέον €82,50 Φ.Π.Α. Ερωτηθείς από το δικηγόρο του πώς κατέληξε στα ποσά αυτά ισχυρίστηκε ότι πήρε τη συνολική αξία εισαγωγής των εν λόγω εμπορευμάτων την οποία μετέτρεψε σε ευρώ, πρόσθεσε τον εισαγωγικό δασμό και το Φ.Π.Α. καθώς και τα αποθηκευτικά τέλη που χρέωσαν οι εναγόμενοι και προέκυψε το ποσό των €22,
  6. Πολλαπλασιάζοντας το ποσό αυτό επί 24 προκύπτει το ποσό των €550,
  7. Με την προσθήκη σ' αυτό και του ποσού των €82,50 Φ.Π.Α κατέληξε στο ποσό των €632,
  8. Δύο είναι τα βασικά ερωτήματα που ανακύπτουν από τους παραπάνω ισχυρισμούς του ενάγοντα. Το πρώτο είναι κατά πόσο είναι ορθός ο τρόπος υπολογισμού της κατ' ισχυρισμό του ζημιάς που υπέστη και το δεύτερο, κατά πόσο υπέστη πράγματι την εν λόγω ζημιά. Η απάντηση και στα δύο ερωτήματα είναι αρνητική. Ακολουθεί το σκεπτικό. Αρχίζοντας από το πρώτο, δεδομένου ότι τα επίδικα σιδερωτήρια, όπως προκύπτει από το σχετικό τιμολόγιο (τεκμήριο 46) εισήχθηκαν στην Κύπρο από την εταιρεία SIBU FINANCE LTD το 1996, με συγκεκριμένο τίμημα αγοράς, ακολούθως περιήλθαν στην ιδιοκτησία της εταιρείας «Έλληνας», άγνωστο για το Δικαστήριο για ποιο ποσό και το 2003, κάτω από συνθήκες και για το λόγο που ισχυρίστηκε ο ενάγοντας περιήλθαν αρχικά στην κατοχή του και ακολούθως και συγκεκριμένα το 2008 και στην ιδιοκτησία του και πάλιν, άγνωστο για ποιο ποσό για το Δικαστήριο, προφανώς, ο ενάγοντας, για σκοπούς υπολογισμού της ζημιάς που ισχυρίζεται ότι υπέστη συνεπεία της καταστροφής των 24 σιδερωτηρίων δεν μπορεί να θέτει ως βάση την τιμή εισαγωγής τους στην Κύπρο και μάλιστα ως καινούργιων, το
  9. Θεωρώ ότι για σκοπούς ορθού υπολογισμού της κατ' ισχυρισμό του ζημιάς που υπέστη, θα έπρεπε να προσκομίσει μαρτυρία για την αντικειμενική - πραγματική αξία των επίδικων σιδερωτηρίων στον ουσιώδη χρόνο. Δηλαδή, το Μάη του
  10. Μολονότι οι παραπάνω διαπιστώσεις μου καθιστούν από τώρα έκθετη σε απόρριψη τη σχετική αξίωσή του, εντούτοις, συνεχίζοντας, θα παραθέσω μερικούς από τους λόγους για τους οποίους δεν μπορώ να δεχθώ τον ισχυρισμό του ότι κατά τη μεταφορά των 1.254 σιδερωτηρίων από τις αποθήκες των εναγόμενων στις 21.5.2008 διαπίστωσε ότι 24 από αυτά, τα οποία είχαν παραδοθεί στους εναγόμενους άθικτα, ενώ τελούσαν υπό τη φύλαξή τους καταστράφηκαν πλήρως. Καταρχήν, ενώ ισχυρίζεται πως είναι κατά τη μεταφορά των σιδερωτηρίων που διαπίστωσε ότι 24 από αυτά είχαν καταστραφεί, καθ' ομολογία του, αλλά, σύμφωνα και με όσα ανάφεραν άλλοι μάρτυρες, ο ίδιος δεν ήταν παρών, ούτε κατά την παράδοση των σιδερωτηρίων μα ούτε και κατά τη μεταφορά τους. Επομένως, δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι διαπίστωσε ο ίδιος το συγκεκριμένο «γεγονός» και μάλιστα κατά τη μεταφορά των σιδερωτηρίων από την αποθήκη των εναγόμενων στο σπίτι του. Ακολούθως είναι και το γεγονός, ότι, αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι τα εν λόγω σιδερωτήρια, οι εναγόμενοι τούς τα «ετσίλλησαν με το fork lift», ισχυρισμός που όχι μόνο δεν έχει αποδειχθεί, μα ούτε και υποβλήθηκε, είτε στο διευθυντή των εναγόμενων είτε στον υπεύθυνο της αποθήκης τους που ήταν παρών στην αποθήκη κατά τον επίδικο χρόνο, για να τους δοθεί η ευκαιρία, τουλάχιστον να σχολιάσουν. Έπειτα, εάν όντως αποτελούσε γεγονός ο εν λόγω ισχυρισμός του, προφανώς δε θα έπρεπε να συμπεριλάβει τα 24 καταστραμμένα σιδερωτήρια, ανάμεσα σ' αυτά που υποτίθεται ότι συμφώνησε να πουλήσει είτε στην εταιρεία Long Μen Trading Ltd, του Νίκου Βιολάρη (M.E.2) είτε στην εταιρεία Sprint 69 Ltd στη Βουλγαρία. Ότι αυτό έκανε προκύπτει και από το περιεχόμενο των τεκμήριων 15 και 29 τα οποία παρουσίασε ο ίδιος στο Δικαστήριο κατά τη δίκη. Ούτε και θεωρώ πειστική την εξήγηση που επιχείρησε να δώσει για το γεγονός αυτό. Ωστόσο, το πλέον εκπληκτικό στοιχείο που αναδεικνύεται συναφώς με το θέμα είναι η προσπάθειά του να με πείσει ότι δικαιωματικά αξιώνει ουσιαστικά, δύο φορές το ποσό που συνθέτει τη συγκεκριμένη ζημιά που υποτίθεται ότι υπέστη. Αυτό κάνει αν ληφθεί υπόψη, ότι, τόσο με την αγωγή του όσο και με τη μαρτυρία του, με την πρώτη από τις αξιώσεις του εναντίον των εναγόμενων, στο ποσό των €43.000,00 που αντιπροσωπεύει τη ζημιά που υπέστηκε όπως είναι η θέση του, από τη ματαίωση της συμφωνίας για αγορά των επιδίκων εμπορευμάτων του από την εταιρεία του Νίκου Βιολάρη περιλαμβάνεται και το συνολικό ποσό των €15.048,00 που αποτελεί το συμφωνημένο τίμημα πώλησης και των 1.254 σιδερωτηρίων που υποτίθεται συμφώνησε να πωλήσει, ανάμεσά τους και τα 24 καταστραμμένα, ενώ, με την τέταρτη αξίωσή του αξιώνει αυτοτελώς απόφαση εναντίον των εναγόμενων για το ποσό των €550,00 (πλέον €82,50 Φ.Π.Α) το οποίο, όπως ισχυρίζεται αντιπροσωπεύει την αξία των 24 σιδερωτηρίων που του παραδόθηκαν στις 21.5.2008 πλήρως καταστραμμένα, ενώ τελούσαν υπό τη φύλαξη των εναγόμενων. Τέλος είναι και το γεγονός, ότι, ενώ για όλες τις άλλες διαφορές του με τους εναγόμενους, οι οποίες αναφύηκαν την ίδια περίοδο αντιδρούσε αστραπιαία θα έλεγα και μάλιστα γραπτώς, μου προκαλεί εντύπωση που γι' αυτό το τόσο κεφαλαιώδους σημασίας θέμα για τον ίδιο, που είναι η διαπίστωση ζημιάς στα εμπορεύματά του από τους εναγόμενους, τα οποία, όπως ισχυρίστηκε αντεξεταζόμενος μετέφερε από τις αποθήκες τους στο σπίτι του, υπό το βάρος του εκβιασμού του διευθυντή τους (Μ.Υ.1) ότι θα το χρέωνε από 2 σεντ τη βδομάδα που ξεκίνησαν με 15, γραπτώς αντέδρασε μόλις στις 2.6.2008 και τούτο, στο πλαίσιο επιστολής που απηύθυνε στους εναγόμενους (τεκμήριο 10), σε απάντηση δικής τους επιστολής, ίδιας ημερομηνίας (τεκμήριο 9), με την οποία του απέστειλαν για εξόφληση τρία τιμολόγια και του υπενθύμισαν ότι από 1.6.2008 και μέχρι νεωτέρας ειδοποίησης, τα αποθηκευτικά δικαιώματα θα ανέρχονταν στο ποσό των €0,
  11. Για παράδειγμα, στην επιστολή των εναγόμενων, ημερομηνίας 9.6.2008 (τεκμήριο 13) απάντησε την επομένη, 10.6.2008 με την επιστολή του (τεκμήριο 14). Στις 18.6.2008 απέστειλε νέα επιστολή στους εναγόμενους για το θέμα της επιθεώρησης των εμπορευμάτων του (τεκμήριο 16) η οποία έτυχε απάντησης από τους εναγόμενους την επομένη, 19.6.2008 με την επιστολή τους (τεκμήριο 17), στην οποία απάντησε αυθημερόν ο ίδιος, με την επιστολή του (τεκμήριο 18). Και αυτή η επιστολή του έτυχε απάντησης από τους εναγόμενους, οι οποίοι, για το σκοπό αυτό, την ίδια μέρα, του απηύθυναν την επιστολή τους (τεκμήριο 19) στην οποία απάντησε την επομένη ο ίδιος, με νέα επιστολή που τους απηύθυνε (τεκμήριο 20). Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Προκειμένου να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό του της παραγράφου 29 της γραπτής του δήλωσης ότι οι εναγόμενοι, για να του επιτρέψουν να μεταφέρει τα επίδικα εμπορεύματά του από τις αποθήκες τους αξίωσαν την πλήρη εξόφληση όλων των αυθαίρετων και αδικαιολόγητων υπερχρεώσεων που του επέβαλαν για την περίοδο από 1.3.2008 μέχρι και τις 22.7.2008 που προχώρησε σε εκτελωνισμό και μεταφορά των εμπορευμάτων του από τις αποθήκες τους (όπως αναφέρει στην παράγραφο 28 της γραπτής του δήλωσης) παρέπεμψε σε διάφορα έγγραφα τα οποία συνθέτουν το τεκμήριο
  12. Ο τρόπος υπολογισμού των υπερχρεώσεων εμφαίνεται στη σχετική κατάσταση που ετοίμασε ο ίδιος (μέρος του τεκμηρίου 47) και που όπως ανάφερε επεξηγώντας την, για την ετοιμασία της βασίστηκε σε διάφορα στοιχειά που απορρέουν από τα τιμολόγια της σχετικής περιόδου που εξέδωσαν οι εναγόμενοι. Το πόσο λανθασμένο είναι εν μέρει το συμπέρασμά του περί αυθαίρετων υπερχρεώσεων καταφαίνεται από το γεγονός ότι θεωρεί ως τέτοιες - αυθαίρετες υπερχρεώσεις, ακόμη και τις αυξήσεις των αποθηκευτικών τελών που με τα δικόγραφά του αποκαλεί συμφωνημένες. Με συνδυασμένη ερμηνεία του περιεχομένου των παραγράφων 8, 9 και 10 της έκθεσης απαίτησης, οι βασικοί ισχυρισμοί του είναι οι ακόλουθοι: Κατόπιν συμφωνίας του με τους εναγόμενους, ημερομηνίας 9.4.2008 συμφωνήθηκε ότι η αύξηση αποθηκευτικών τελών σε €0,085 ανά τεμάχιο, από 1.3.2008, την οποία οι εναγόμενοι επέβαλαν μονομερώς με την επιστολή τους ημερομηνίας 4.12.2007 (τεκμήριο 5), θα ίσχυε από την 1.5.2008 και σε περίπτωση που ο ίδιος δε θα μετακινούσε τα εμπορεύματά του από τις αποθήκες τους, το αργότερο μέχρι και τις 30.4.
  13. Ενόψει του ότι το τελευταίο δεν έγινε, οι εναγόμενοι, με την επιστολή τους (τεκμήριο 7) επιχείρησαν να αλλοιώσουν το περιεχόμενο της συμφωνίας ημερομηνίας 9.4.2008, αξιώνοντας κατά τρόπο αυθαίρετο, αυξημένα αποθηκευτικά τέλη προς €0,085 ανά τεμάχιο, για την περίοδο από 1.3.2008 μέχρι 30.4.
  14. Περαιτέρω, με την ίδια επιστολή η οποία στάλθηκε με φαξ στον ίδιο στις 6.5.2008, κατά παράβαση της υποχρέωσης που είχαν αναλάβει έναντί του όπως του δίδουν τρίμηνη προειδοποίηση για την επιβολή οποιασδήποτε περαιτέρω αύξησης στα αποθηκευτικά τέλη, τον πληροφόρησαν ότι αυτά από 10.5.2008, θα αυξάνονταν σε €0,15 ανά τεμάχιο. Και με την ευνοϊκότερη για τον ενάγοντα ερμηνεία των παραπάνω ισχυρισμών του, ιδωμένων, είτε αυτοτελώς είτε σε συνδυασμό και με το περιεχόμενο των σχετικών τεκμηρίων που επικαλείται είναι σαφές, ότι, για την περίοδο από 1.5.2008 μέχρι και τη μετακίνηση των εμπορευμάτων του από τις αποθήκες των εναγόμενων αποτελεί θέση του ότι το ποσό των €0,085 με το οποίο το χρέωναν οι εναγόμενοι ανά τεμάχιο αποτελεί τα αποθηκευτικά τέλη που είχε συμφωνήσει μαζί τους να τους καταβάλλει. Εξάλλου, αυτή ακριβώς η θέση υποβλήθηκε από το δικηγόρο του στο διευθυντή των εναγόμενων («Σου υποβάλλω ότι από την 1.5.2008 μέχρι και τη μετακίνηση των εμπορευμάτων από τις αποθήκες σας, η χρέωση που συμφωνήθηκε μεταξύ σας και του ενάγοντα παρέμεινε εις τα 8,5 σεντ του ευρώ, 5,5 σεντ της λίρας. Ουδέποτε συμφώνησε ο ενάγοντας σε οποιαδήποτε άλλη αύξηση, πέραν του ποσού αυτού.»). Με αυτό δεδομένο, με εξαίρεση το τιμολόγιο με αριθμό 010485 (μέρος του τεκμηρίου 47 ) που για λόγους που θα παραθέσω αργότερα θεωρώ ότι ορθά ισχυρίζεται ο ενάγοντας ότι οι εναγόμενοι αντισυμβατικά και αυθαίρετα τον υπερχρέωσαν με το ποσό των €0,035 ανά τεμάχιο, σε σχέση με τα άλλα τέσσερα τιμολόγια (μέρος του τεκμηρίου 47 κι αυτά) τέτοια αντισυμβατική χρέωση ή υπερχρέωση εκ μέρους των εναγόμενων υπάρχει στο βαθμό που το χρέωσαν με ποσό, πέραν των €0,085 ανά τεμάχιο. Και τούτο, επειδή (για να επαναλάβω) αποτελεί και τη δικογραφημένη θέση του, την οποία και αποδέχομαι ότι για την περίοδο από 1.5.2008 μέχρι και την ημερομηνία που μετακίνησε τα εμπορεύματά του από τις αποθήκες των εναγόμενων, αυτό το ποσό είχε συμφωνήσει μαζί τους να τους καταβάλλει υπό μορφή αποθηκευτικών τελών για τα επίδικα εμπορεύματά του. Όσα ακολουθούν είναι σε σχέση με τον ισχυρισμό του ότι κατά ή περί τις 18.6.2008 συμφώνησε με την εταιρεία Long Men Trading Ltd του Νίκου Βιολάρη να της πουλήσει τα επίδικα εμπορεύματά του για το ποσό των €88.000,00 και ότι η συμφωνία αυτή, κατά ή περί της 16.7.2008 ακυρώθηκε από την εν λόγω εταιρεία, επειδή δεν της παρασχέθηκε από τους εναγόμενους η ευκαιρία να επιθεωρήσει στις αποθήκες τους τα εμπορεύματα. Ειδικότερα: Ισχυρίζεται ο ενάγοντας στην παράγραφο 16 της γραπτής του δήλωσης ότι στις 18.6.2008 συμφώνησε να πουλήσει τα επίδικα εμπορεύματα στην εταιρεία Long Men Trading Ltd, για το ποσό των €88.000,
  15. Επειδή η εν λόγω εταιρεία, όπως αναφέρει στην παράγραφο 17 της δήλωσής του είχε ζητήσει να επιθεωρήσει τα εμπορεύματα προτού ολοκληρωθεί η σχετική αγοραπωλησία, με την επιστολή του ημερομηνίας 18.6.2008 (τεκμήριο 16) ζήτησε από τους εναγόμενους να θέσουν τα εμπορεύματα στη διάθεσή του για επιθεώρηση. Το πρώτο ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο το τεκμήριο 15 μπορεί να θεωρηθεί ότι διαλαμβάνει τη κατ' ισχυρισμό του συμφωνία που συνήψε με την παραπάνω εταιρεία. Η απάντηση στο ερώτημα είναι αρνητική. Το συγκεκριμένο έγγραφο αποτελεί απλώς ένα προτιμολόγιο του ενάγοντα προς την εταιρεία Long Men Trading Ltd, φέρει ημερομηνία 18.6.2008 και σε καμιά περίπτωση μπορεί να θεωρηθεί άνευ άλλου ως συμφωνία και μάλιστα συμπληρωμένη, τη εννοία του νόμου. Ότι τουλάχιστον, μέχρι και τις 30.6.2008, ο ενάγοντας, στην καλύτερη περίπτωση για τον ίδιο και την υπόθεσή του, εκείνο που μπορεί να λεχθεί είναι ότι απλώς είχε υπόψη του υποψήφιο αγοραστή ή αγοραστές των επίδικων εμπορευμάτων του προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενο της γραπτής μαρτυρίας η οποία προέρχεται από τον ίδιο και παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, επίσης από τον ίδιο, έστω κι αν επιχείρησε ανεπιτυχώς να αποδώσει σ' αυτή διαφορετικό νόημα από το πραγματικό, που είναι αυτό που εξάγεται με τη συνήθη και λογική ερμηνεία των λέξεων ή φράσεων που χρησιμοποιεί. Συγκεκριμένα, ενώ ισχυρίζεται ότι στις 18.6.2008, δυνάμει του τεκμηρίου 15 (ανωτέρω) συμφώνησε να πουλήσει τα επίδικα εμπορεύματά του στην εταιρεία Long Men Trading Ltd, με την επιστολή του στο διευθυντή των εναγόμενων, ημερομηνίας 24.6.2008 (τεκμήριο 22), μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής: «Δεν ξέρω εάν εσύ μπορείς να βρεις πελάτες να συμφωνήσεις τιμές..τη στιγμή που θέλεις πάνω από μία βδομάδα μόνο για να βρεις τα εμπορεύματά μου.» Έξι μέρες μετά και συγκεκριμένα στις 30.6.2008 απέστειλε νέα επιστολή στο διευθυντή των εναγόμενων (τεκμήριο 25), με την οποία, μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής: «Σου επαναλαμβάνω ότι οι δύο μέρες που μου δίνεις για επιθεώρηση, εξεύρεση πελάτη, τιμολόγηση ...» Προφανώς, εάν αποτελούσε γεγονός η κατ' ισχυρισμό του συμφωνία πώλησης των επίδικων εμπορευμάτων του στην παραπάνω εταιρεία, η οποία, όπως είναι η θέση του συνάφθηκε στις 18.6.2008, η αναφορά σε εξεύρεση πελάτη και σε τιμολόγηση των εμπορευμάτων δε θα έπρεπε να υπάρχει στις δύο επιστολές του προς το διευθυντή των εναγόμενων, ακόμη και 12 μέρες μετά τη σύναψη της συμφωνίας που επικαλείται με συγκεκριμένους αγοραστές, τη στιγμή μάλιστα που στο σχετικό προτιμολόγιο (ούτε καν τιμολόγιο δεν είναι - τεκμήριο 15 - ) το οποίο περικλείει την εν λόγω συμφωνία υπάρχει αναλυτικά τιμή για το σύνολο των εμπορευμάτων που αυτή αφορά καθώς και το συνολικό ποσό πώλησής τους. Φυσικά, ότι τέτοια συμφωνία ουδέποτε συνάφθηκε και αποτελεί απλώς εφεύρημα του ενάγοντα καταφαίνεται και απ' όσα ακολουθούν: Αντεξεταζόμενος, στην ερώτηση εάν το ποσό των €88.000,00 που ισχυρίζεται ότι συμφώνησε να πουλήσει τα επίδικα εμπορεύματά του ήταν καλή τιμή, απάντησε καταφατικά. Ερωτηθείς πώς κατέληξαν σ' αυτό το ποσό, «Η αξία των εμπορευμάτων είναι πέραν των €200.000,
  16. Όταν μιλήσαμε με τον κ. Βιολάρη εγώ είχα πει κάτι γύρω στη μισή τιμή, γύρω στις εκατό. Ο κ. Βιολάρης είπε πιο χαμηλά. Είπε ένα άλλο ποσό. Το συζητήσαμε επειδή θα ήταν και κάποια έξοδα πάνω του, δηλαδή θα είχε δασμούς, θα είχε μεταφορά. Δηλαδή, αν καθυστερούσε να τα φύγει από τα bonded θα είχε αποθηκευτικά. Έγινε ένα παζάρεμα και καταλήξαμε στο 88.000,00.» απάντησε. Ειλικρινά δυσκολεύομαι να δεχθώ ότι, είτε ο ενάγοντας είτε οποιοσδήποτε άλλος στη θέση του θα μπορούσε να δεχθεί να πουλήσει εμπορεύματα συνολικής αξίας πέραν των €200,00,00, στην τιμή των €88.000,00 και να θεωρεί καλή τιμή το ποσό αυτό. Ερωτηθείς και πάλιν από την κα Σωτηρίου, εάν τα εμπορεύματα που περιγράφονται στο προτιμολόγιο (τεκμήριο 15) καθώς και οι ποσότητές τους είναι αυτά που στον ουσιώδη χρόνο βρίσκονταν στις αποθήκες των εναγόμενων, «Πιστεύω πως ναι. Δεν ξέρω εάν από την ημέρα που μιλήσαμε μέχρι την ετοιμασία του proforma invoice τα σιδερωτήρια ήταν μέσα ή όχι. Μπορούμε να το ελέγξουμε όμως εάν ήταν μέσα.» απάντησε. Όταν του υποδείχθηκε πως είχαν ήδη φύγει τα σιδερωτήρια (και έτσι είναι αφού αποτελεί κοινό έδαφος η μετακίνησή τους από τις αποθήκες των εναγόμενων στις 21.5.2008) «Εντάξει, δεν μπορώ να πω κάτι. Αν είχαν ήδη φύγει ή αν δεν είχαν φύγει.» απάντησε. Ευθύς αμέσως, ουσιαστικά συμφώνησε πως, ούτε και το τελευταίο εμπόρευμα «3 Boxes Gloves & Clothing Accessories» που περιλαμβάνεται στο προτιμολόγιο (τεκμήριο 15) ήταν ανάμεσα στα εμπορεύματα που φυλάγονταν στις αποθήκες των εναγόμενων. Μολονότι υπάρχει μακρά συνέχεια ακόμη, αναφορικά με αυτή την πτυχή της υπόθεσης και τις σχετικές αξιώσεις που εγείρει ο ενάγοντας εναντίον των εναγόμενων, απ' όσα ήδη έχουν αναφερθούν γίνεται εύκολα κατανοητή η εξ αντικειμένου αδυναμία του για σκοπούς στοιχειοθέτησης των εν λόγω αξιώσεών του. Το ερώτημα που ακολουθεί βοηθά ώστε να γίνει πλήρως κατανοητό τι θέλω να πω. Ακόμη κι αν υποτεθεί πως είναι υπαρκτή η κατ' ισχυρισμό του συμφωνία πώλησης των επίδικων εμπορευμάτων του στην εταιρεία Long Men Trading Ltd, έστω υπό την αίρεση που ισχυρίστηκε ότι τελούσε, με ποια λογική θα πρέπει να θεωρήσω ότι ευθύνονται οι εναγόμενοι, για το γεγονός, ότι, ενώ του είχαν παραδώσει από τις 21.5.2008 τα 1.254 σιδερωτήρια αποφάσισε να τα πουλήσει μόλις στις 18.6.2008 αντί ενωρίτερα, συνυπολογίζοντας μάλιστα το ποσό των €15.048,00 που υποτίθεται ότι συμφώνησε να τα πουλήσει στο ποσό της ζημιάς που επίσης υποτίθεται ότι υπέστη από τη ματαίωση της εν λόγω συμφωνίας, υπαιτιότητι των εναγόμενων, όπως είναι η θέση του; Αλήθεια, ποιος τον εμπόδιζε να πουλήσει ενωρίτερα τα σιδερωτήρια και γιατί δεν τα πούλησε; Ουδεμία απάντηση έχει δοθεί εκ μέρους του σ' αυτά τα τόσο καίριας σημασίας ερωτήματα. Το γεγονός δε ότι ο θεωρεί υπαίτιους τους εναγόμενους, ακόμη και για τις δικές του παραλείψεις, για τις οποίες αντί να αιτιάται εαυτόν ζητά αποζημιώσεις από εκείνους, δεν είναι και ο τελευταίος λόγος που αποδεικνύει και πόσο επιπόλαια, αλλά και ερασιτεχνικά επιχειρεί να πετύχει εκ του μη όντως σχετική απόφαση εναντίον τους. Υπάρχει και συνέχεια. Ερωτηθείς για ποιο λόγο στη συμφωνία πώλησης των επίδικων εμπορευμάτων του συμπεριέλαβε και τα 24 σιδερωτήρια που του είχαν καταστρέψει οι εναγόμενοι έδωσε μία απάντηση η οποία αντανακλά και το μέγεθος της σύγχυσης που τον είχε κυριεύσει υπό το βάρος της αντεξέτασης στην οποία υποβλήθηκε από την κα Σωτηρίου. Η απάντησή του ακολουθεί αυτούσια: «Όπως έπιασα τα τιμολόγια εισαγωγής έκαμα αντιγραφή τα ποσά που ήταν πάνω στο τιμολόγιο και τα χρέωσα. Σίγουρα κανείς από €217.000,00 καταλήγεις σε μια συμφωνία των
  17. Υπήρχαν 24 σιδερωτήρια που ήταν σπασμένα μέσα, τα οποία ήταν σπασμένα. Θα τα παράδινα στους ανθρώπους τούτους που τα αγόραζαν. Δε θα άλλαζε κάτι. Δηλαδή δεν τους είπα ότι όταν καταλήγαμε στο 88, το ποσό ήταν 88.000,00 ή θα τα άφηνα κοντά μου, στο σπίτι μου, στο γκαράζ μου και θα τον χρέωνα 88 με 24 πιο λίγα ή πάλι θα του τα έδινα και πάλι του χρέωνα
  18. Δηλαδή δε θα τον ξεγελούσα, δε θα τον ξεγελούσα αν του έδινα 24 σπασμένα σιδερωτήρια.» Νομίζω πως δεν υπερβάλλω καθόλου λέγοντας ότι το νόημα της παραπάνω απάντησής του είναι τόσο καθαρό όσο και το νόημα της κατ' ισχυρισμό του επίδικης συμφωνίας πώλησης των εμπορευμάτων του. Αναφορικά με τον ισχυρισμό του ότι πήρε ένα σιδερωτήριο στο κινέζικο εστιατόριο του Νίκου Βιολάρη για σκοπούς επιθεώρησης, το θεωρώ τόσο παράλογο, σε βαθμό που νομίζω πως δε χρειάζεται να προσθέσω κάτι άλλο, για να εξηγήσω γιατί θεωρώ πως δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Τόσο ευάλωτος ήταν ο ενάγοντας ως μάρτυρας, συναφώς με την ισχυριζόμενη εκ μέρους του συμφωνία πώλησης των εμπορευμάτων του, που ακόμη και σε σχέση με θέματα για τα οποία οι εναγόμενοι δεν προσκόμισαν σχετική μαρτυρία κατόρθωσαν να τον εκθέσουν με μόνο μέσο την αντεξέτασή του. Για παράδειγμα, όταν του υποδείχθηκε από την κα Σωτηρίου συναφώς με τα 3 χαρτοκιβώτια manicure και pedicure, συνολικής αξίας €500,00, τα οποία περιλαμβάνονται στο τεκμήριο 15, ότι τουλάχιστον από την προσωπική της πείρα τα συγκεκριμένα προϊόντα «..ένα χρόνο να μην τα χρησιμοποιήσεις και πήζουν, αχρηστεύονται τούτα τα αντικείμενα. Εσείς τα είχατε από το
  19. Τι αξία θα είχαν αυτά τα αντικείμενα; Εισήχθηκαν απ' ό, τι ξέρω το
  20. Τι αξία θα είχαν κατά το χρόνο που έγινε η ισχυριζόμενη αυτή συμφωνία;», προς στιγμής επιχείρησε να ξεφύγει παραπέμποντας στην τιμή με την οποία χρέωσε τα συγκεκριμένα προϊόντα. Όταν όμως η κα Σωτηρίου επαναφέροντάς τον στην ουσία της ερώτησης, του υπόβαλε πια ότι τα συγκεκριμένα προϊόντα λόγω της φύσης τους ήταν άχρηστα, δεν ήταν σε θέση να χρησιμοποιηθούν, ετοιμόλογος όπως πάντοτε, αλλά και με έκδηλη την αμηχανία που και πάλιν τον είχε κυριεύσει έδωσε την ακόλουθη απάντηση: «Θα σας φέρω δείγμα manicure, έχω 6 που μου έμειναν και τα έχω σε χώρο που είναι γκαράζ αφού και η θερμοκρασία και τα ανοίγεις και είχαν manicure μέσα και να τα φέρω να τα δείτε.» Φυσικά, δε μας είπε πώς του έμειναν αυτά τα, 6 έστω, για δείγμα και γιατί τα κράτησε τη στιγμή που, όπως είναι η θέση του, της ματαίωσης της συμφωνίας πώλησης των εμπορευμάτων του στην εταιρεία Long Men Trading Ltd, πέντε μέρες αργότερα ακολούθησε ο εκτελωνισμός και μεταφορά του συνόλου των εμπορευμάτων του από τις αποθήκες των εναγόμενων στη Βουλγαρία. Το πόσο εκτεθειμένος παρέμεινε σε σχέση με το ίδιο θέμα, καταφαίνεται και από τα εξής: Όταν η κα Σωτηρίου του εξέφρασε την έκπληξή της για την παραπάνω απάντηση που έδωσε, στην προσπάθειά του να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα εκτέθηκε ακόμη περισσότερο. Αποκαλυπτικό του τι θέλω να πω είναι η ακόλουθη απάντηση που έδωσε, ουσιαστικά, χωρίς να του υποβληθεί ερώτηση: «Δεν έχει τόση σημασία αν το €500,00 το χρέωνα 350 είτε 300 και τα έβαλα τη διαφορά εκείνη σε κάποιο άλλο εμπόρευμα. Η συμφωνία που είχα κάμει που κατέληξα ήταν 88.000 με την υποχρέωση να τα παραλάβει ο ίδιος. Δηλαδή την ημέρα που θα υπέγραφα, που θα τα έβλεπε να έφευγε από την υπόθεση για να αναλάβει ο ίδιος. Δε θα άλλαζε κάτι αν κάποιο εμπόρευμα το χρεώναμε λιγότερο ή περισσότερο ή αν του έλεγα ότι τα manicure είναι χαλασμένα και βάζουμε μηδέν και τα αγαλματίδια που δεν παθαίνουν κάτι βάζουμε επιπλέον €200,00 με την αξία που έχουμε.» Θεωρώ κάτι περισσότερο από εύστοχη την ερώτηση που του υποβλήθηκε ευθύς αμέσως από την ευπαίδευτη δικηγόρο των εναγόμενων. Ακολουθεί αυτούσια, μαζί φυσικά και με τη σχετική απάντηση του ενάγοντα: «Δηλαδή, απ' ό, τι αντιλαμβάνομαι ήταν μια συμφωνία κατά την οποία όλα αυτά τα οποία περιγράφονται εδώ ήταν ρευστά;» «Ανάλαβα να κάμω μια ανάλυση όταν θα πουλούσε να ξέρει τι πρέπει να δώσει για να καλύψει, δηλαδή αν ο άνθρωπος θέλει να κερδίσει τι θα έκαμνε; Έχω 88.000,00 αγορά, συν τα υπόλοιπα 120.000,00 για να κερδίσω 30% θα βάλω και σε κάθε αντικείμενο τούτο το ποσό, γι' αυτό ανάλαβα να το κάμω. Αν με ρωτάται, θα του έκαμνα μια συμφωνία πιάνεις τα σύνολο τιμής 88.000, ούτε ανάλυση ούτε τίποτα.» Αυτή λοιπόν είναι η συμφωνία που επικαλείται ο ενάγοντας για σκοπούς θεμελίωσης, των τριών, ουσιαστικά, από τις τέσσερις συνολικά αξιώσεις του εναντίον των εναγόμενων. Εν τέλει, όχι αυτή που συνήψε με την εταιρεία Long Men Trading Ltd, αλλά, αυτή που θα έκανε με την εν λόγω εταιρεία. Και να σκεφθεί κανείς ότι ακόμη δεν υπεισήλθα και σε όσα ανάφερε ο διευθυντής της εν λόγω εταιρείας για το ίδιο θέμα. Ακολούθως, του υποβλήθηκε ότι και τα 61 χαρτόνια make up preparations που στην υποτιθέμενη - ίδια συμφωνία (τεκμήριο 15) κοστολογούνται €3.000,00, λόγω του μακρού χρόνου που διέρρευσε από την εισαγωγή τους μέχρι και την ημερομηνία που έγινε η εν λόγω συμφωνία ήταν άχρηστα και άνευ οποιασδήποτε αξίας. «Διαφωνώ ότι ήταν άνευ οποιασδήποτε αξίας και δεύτερο εξήγησα για ποιο λόγο κάναμε την ανάλυση.» ήταν η απάντησή του. Όταν στη συνέχεια του υποβλήθηκε πως ούτε και τα 60 χαρτοκιβώτια αναπτήρες (αξίας €3.000,00 σύμφωνα με την επίδικη «συμφωνία») ήταν λειτουργήσιμοι, λόγω του υλικού που είχαν μέσα το οποίο, λόγω της παρόδου του χρόνου είχε εξατμιστεί, για μια φορά ακόμη είχε έτοιμη την απάντηση. «Κυρία Σωτηρίου δεν είχε υλικό μέσα. Δεν είχε γκάζι, αλλά έχω ακόμη σπίτι μου. Έχω δείγμα από τον καιρό που τα εκτελώνισα και δουλεύει. Δεν έχει γκάζι.» απάντησε. Συμπωματικά και πάλιν, μολονότι παρέλαβε το σύνολο των εμπορευμάτων του από τις αποθήκες των εναγόμενων τα οποία εκτελώνησε στην Βουλγαρία, εκτός από τα 6 manicure που κράτησε για δείγμα κράτησε και αναπτήρες. Όταν ρωτήθηκε από την κα Σωτηρίου για το λόγο που στο τεκμήριο 15 δεν αναφέρεται ούτε αριθμός εγγραφής Φ.Π.Α. μα ούτε και αριθμός φορολογικής ταυτότητας έδωσε την ακόλουθη απάντηση, που για μια φορά ακόμη καταρρίπτει τη θέση του ότι είχε συμφωνήσει να πουλήσει τα εμπορεύματά του στην εταιρεία Long Men Trading Ltd: «Είναι προτιμολόγιο. Είναι για να δει τι θα αγόραζε, ποιες τιμές, για να καταλήξουμε στο
  21. Όταν θα βλέπαμε τα εμπορεύματα στο bonded θα καταλήγαμε ότι τούτα τα εμπορεύματα τα πιάνω γιατί δεν είναι καμένα, δεν είναι σπασμένα, γιατί υπάρχουν. Θα κάναμε κανονικό τιμολόγιο. Γιατί νομίζω ότι ούτε αριθμό τιμολογίου έχει. Νομίζω επειδή δεν είναι τιμολόγιο. Θα καταλήγαμε. Θα γινόταν κανονικό τιμολόγιο. Θα έβγαιναν οι επιταγές του ανθρώπου και θα έπιανε τα εμπορεύματα.» Όταν στη συνέχεια του υποδείχθηκε ότι σε προηγούμενο στάδιο είχε πει ότι ο ίδιος ως άτομο δεν ήταν γραμμένος στο Φ.Π.Α. και μάλιστα όπως εξήγησε αυτός ήταν και ο λόγος που τα σιδερωτήρια του είχαν εκτελωνιστεί μέσω της εταιρείας τους «ΖΕΦΥΡΟΣ» και ρωτήθηκε τι θα γινόταν για σκοπούς Φ.Π.Α., αν ολοκληρωνόταν η επίδικη συμφωνία, η απάντηση που έδωσε και ο τρόπος με τον οποίο απάντησε αποτελούν την κορύφωση της αγανάκτησης που τον είχε κυριεύσει, προφανώς έχοντας συναίσθηση και αντίληψη ότι κατάρρεε η θέση του περί σύναψης συμφωνίας πώλησης των εμπορευμάτων του στην οποία επένδυε σχεδόν τα πάντα για σκοπούς ευόδωσης της αγωγής του εναντίον των εναγόμενων. Αρκετά εκνευρισμένος και με απώλεια της ψυχραιμίας του την οποία ομολογώ διατηρούσε μέχρι εκείνο το σημείο έδωσε την ακόλουθη απάντηση: «Κυρία Σωτηρίου είναι δικό μου το πρόβλημα.» «Προσπαθώ να μπω στη σκέψη σας.» του λέχθηκε στη συνέχεια από την κα Σωτηρίου. Και η απάντησή του στον ίδιο τόνο και με το ίδιο αυστηρό ύφος: «Έχω δικαίωμα να πουλήσω οτιδήποτε, χωρίς να είμαι εγγεγραμμένος στο Φ.Π.Α. και αν ξεπερνώ το χρόνο, το ποσό που πρέπει να γραφτώ, ας πούμε το Φ.Π.Α. εντιμότατε έχει 15.000,00 το χρόνο και πλέον πρέπει να εγγραφείς. Δικαιούμαι να κάμω πώληση οποιουδήποτε ποσού χωρίς Φ.Π.Α.» Πέραν από την προφανή αντίφαση στην οποία υπέπεσε, εκείνο που δεν είχε πει και που είμαι βέβαιος πως γνώριζε είναι για τη νομική υποχρέωση που είχε να εγγραφεί στο Φ.Π.Α., αφ' ης στιγμής γνώριζε ότι το ποσό που υποτίθεται είχε συμφωνήσει να πουλήσει τα εμπορεύματά του υπερέβαινε κατά πολύ του ποσού των €15.000,
  22. Επομένως, με το να ισχυρίζεται ότι δικαιούται να κάμει πώληση για οποιοδήποτε ποσό, χωρίς Φ.Π.Α., συν τοις άλλοις ομολογεί ότι συνεργεί ώστε το κράτος να στερείται εισοδημάτων, κάτι που ασφαλώς αποτελεί ποινικό αδίκημα. Ερωτηθείς για ποιο λόγο ο υποτιθέμενος αγοραστής των εμπορευμάτων του ζητούσε την επιθεώρησή τους, αφού είχε όλες τις λεπτομέρειές τους στα τιμολόγια εισαγωγής και στις διασαφήσεις τους που είχε ο ίδιος στην κατοχή του και τι περισσότερο θα διαπίστωνε από τις επιθεωρήσεις, «Τη φυσική κατάσταση των εμπορευμάτων.» απάντησε. Ερωτηθείς ακολούθως εάν για σκοπούς επιθεώρησης των εμπορευμάτων θα άνοιγαν ένα - ένα τα πακέτα για να επιθεωρήσουν τη φυσική κατάσταση του κάθε αντικειμένου απάντησε αρνητικά. «Εάν έχει ένα container το οποίο έχει δέκα είδη διαφορετικά ο άνθρωπος θα πει, οποιοσδήποτε πελάτης θα ανοίξει να δει ένα βάζο, να ανοίξει να δει ένα αμπαζούρ. Κάποια δειγματοληπτικά. » Αυτά, μεταξύ άλλων ανάφερε απαντώντας στην επόμενη ερώτηση που του υποβλήθηκε. Φυσικά, το εύλογο ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: Αφού ο έλεγχος των εμπορευμάτων του θα ήταν δειγματοληπτικός, γιατί όταν οι εναγόμενοι με την επιστολή τους ημερομηνίας 23.6.2008 (τεκμήριο 21) στην επιμονή του να του θέσουν προς επιθεώρηση όλα τα εμπορεύματά του τού εισηγήθηκαν όπως, υπαλλακτικά, αντί να κατεβάσουν όλα όσα βρίσκονταν στο πατάρι, τους υποδείκνυε ποια από αυτά επιθυμούσε να κατέβουν και διαζευκτικά, αν μπορούσαν να κατεβάσουν κάποια από αυτά δειγματοληπτικά, ουσιαστικά τους απαξίωσε με το περιεχόμενο της επιστολής του ημερομηνίας 30.6.2008 (τεκμήριο 25), με την οποία βασικά επέμενε στην απαίτησή του να του κατεβάσουν όλα τα εμπορεύματα από το πατάρι; Και όχι μόνο αυτό. Ερωτηθείς σε ποιο σημείο δεν τον ικανοποίησε η συγκεκριμένη επιστολή των εναγόμενων, με περιεχόμενο καθ' όλα ευνοϊκό για τον ίδιο, έχοντας υπόψη τις απαιτήσεις του προς αυτούς, «Πουθενά» απάντησε. Το μέγεθος της αντίφασης, συν τοις άλλοις είναι ολοφάνερο. Η απάντησή του στην επόμενη ερώτηση που του υποβλήθηκε, πιστεύω επιβεβαιώνει για μια φορά ακόμη την ορθότητα του συμπεράσματός μου ότι ουδέποτε υπήρξε συμφωνία πώλησης των εμπορευμάτων του. «Έγινε οποιαδήποτε συζήτηση με τον υποτιθέμενο αγοραστή τι θα γινόταν αν δεν ικανοποιείτο από την επιθεώρηση είτε στο σύνολο των εμπορευμάτων ή σε κάποιο τμήμα αυτών, ποια θα ήταν η τύχη αυτής της συμφωνίας;» ήταν η ερώτηση. Και η απάντησή του: «Δεν έγινε συζήτηση, αλλά είναι αυτό το οποίο είπα, όταν θα έπαιρνα τον άνθρωπο να δει τα εμπορεύματα και ας πούμε ότι ήταν σπασμένα, δε θα ήθελα εγώ να προχωρήσω. Ζήτησα να με βοηθήσει να πουλήσει εμπορεύματα που δεν μπορούσα να πουλήσω εγώ. Αν ήταν κατεστραμμένα θα πήγαινα στο bonded να ζητήσω εξηγήσεις γιατί είναι κατεστραμμένα.» «Ναι, αλλά η συμφωνία τι θα γινόταν;» επέμενε η κα Σωτηρίου. «Δεν το συζητήσαμε, αλλά πήγαμε στην αποθήκη και για κάποιο λόγο δεν τα είδαμε.» απάντησε. «Υπήρχε δηλαδή πιθανότητα να μην ικανοποιείτο ο υποτιθέμενος αγοραστής και να ναυαγούσε η συμφωνά αυτή;» ρωτήθηκε στη συνέχεια. Και η απάντησή του. «Όχι. Τα bonded όταν τα παράλαβαν, όταν παράλαβαν ένα εμπόρευμα βάζουν παρατηρήσεις πάνω και λέει παράλαβα τόσα εμπορεύματα σε καλή κατάσταση ή τα βρήκα σπασμένα τόσα και εξ ου και υπάρχει το πιστοποιητικό αποταμιεύσεως. Άρα εγώ ήξερα ότι αυτή η πράξη, εφόσον βρήκα τον αγοραστή δεν είχα να χάσω διότι εάν πηγαίναμε στο bonded και έλεγα ότι έστω και ένα τοις εκατό τα εμπορεύματά μου ήταν καταστραμμένα θα με πλήρωνε το bonded του κ. Θεοδοσίου.» «Και θα προχωρούσε η συμφωνία με τα υπόλοιπα εμπορεύματα;» ρωτήθηκε μετά. «Όχι. Δεν πουλάς σπασμένα εμπορεύματα.» απάντησε. Πέραν από τις προφανείς αντιφάσεις υπενθυμίζω απλώς στον ενάγοντα ότι και με τις δύο συμφωνίες πώλησης των εμπορευμάτων του, τις οποίες, όπως είναι η θέση του συνήψε, πούλησε και τα 24 τα σιδερωτήρια που επίσης, όπως είναι η θέση του είχαν καταστραφεί από τους εναγόμενους, καθ' ον χρόνο τελούσαν υπό τη φύλαξή τους, κάτι που διαπίστωσε ο ίδιος κατά τη μεταφορά των εμπορευμάτων από τις αποθήκες των εναγόμενων στις 21.5.
  23. Επειδή η κα Σωτηρίου θεώρησε πως, ενδεχομένως ο ενάγοντας, λόγω διατύπωσης να μην αντιλήφθηκε την τελευταία της ερώτηση, του την υπόβαλε ξανά, ως ακολούθως: «Εάν δεν ικανοποιείτουν από την επιθεώρηση, από το σύνολο των εμπορευμάτων και επέλεγε μόνο επιλεκτικά κάποια από αυτά, θα προχωρούσε η συμφωνία γι' αυτά με τα οποία θα ικανοποιείτο; » Και η απάντησή του: «Πιστεύω ναι. Εξαρτάται από το μέγεθος της ζημιάς που υπήρχε. Δηλαδή είναι άσκοπο να λέμε αν ήταν το 80% ή το 50 που ήταν στην πλειοψηφία τους σπασμένα, καταστραμμένα. Πιστεύω θα γινόταν μια νέα συμφωνία με όσα ήταν γερά για πώληση ναι.» Όλες οι παραπάνω απαντήσεις του ενάγοντα καθιστούν αχρείαστη κάθε συζήτηση αναφορικά με το νομικό καθεστώς της επίδικης συμφωνίας την οποία υποτίθεται ότι συνήψε για πώληση των εμπορευμάτων του στην εταιρεία Long Men Trading Ltd. Για να επαναλάβω δε δέχομαι ότι υπήρξε οποτεδήποτε τέτοια συμφωνία. Ο ισχυρισμός του ότι στις 16.7.2008, οι ενδιαφερόμενοι αγοραστές των εμπορευμάτων του τον πληροφόρησαν ότι ακυρώνουν τη μεταξύ τους συμφωνία, ένεκα του γεγονότος ότι δεν τους παρασχέθηκε από τους εναγόμενους η ευκαιρία να επιθεωρήσουν τα εμπορεύματα και ότι προς μετριασμό της ζημιάς του, στις 22.7.2008 προχώρησε σε εκτελωνισμό και μεταφορά των εμπορευμάτων του από τις αποθήκες των εναγόμενων στη Βουλγαρία, αντί του συνολικού ποσού των €45.000,00, με αποτέλεσμα να υποστεί ζημιά ύψους €43.000,00 είναι τόσο υπερβολικός και παράλογος, σε βαθμό που τον απορρίπτω, αυτοτελώς και γι' αυτό το λόγο. Όσο παράλογες και αδικαιολόγητες και να ήταν οι απαιτήσεις των εναγόμενων προκειμένου να του επιτρέψουν να επιθεωρήσει τα εμπορεύματά του, που δεν ήταν, ιδιαίτερα, αν ληφθεί υπόψη το περιεχόμενο της επιστολής τους (τεκμήριο 24) και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής, αυτό που θα έπρεπε να είχε κάνει ήταν να τις ικανοποιούσε και όχι να ισχυρίζεται ότι επέλεξε συνειδητά να ζημιώσει €43.000,00, για να μην πληρώσει στους εναγόμενους το ποσό που θα συμφωνούσε μαζί τους για το κατέβασμα και ανέβασμα των εμπορευμάτων του στο πατάρι και τούτο, μόνο σε περίπτωση που δε θα μπορούσε να τα μετακινήσει από τις αποθήκες τους, εντός της προθεσμίας των δύο ημερών που του είχαν τάξει από την πρώτη στιγμή, με την επιστολή τους ημερομηνίας 19.6.2008 (τεκμήριο 17), στην οποία περιέχονται και οι ακόλουθοι όροι, οι οποίοι, με τις επιστολές τους (τεκμήρια 21 και 24), με ρητή αναφορά, δεν αποτελούσαν πια προϋπόθεση για να του κατεβάσουν τα εμπορεύματα για επιθεώρηση από το πατάρι: Καταρχήν, τον πληροφορούσαν ότι για να του παράσχουν τη συγκεκριμένη υπηρεσία (κατέβασμα των εμπορευμάτων από το πατάρι και επανατοποθέτησή τους σ' αυτό) θα το χρέωναν με το ποσό των €450,00, πλέον Φ.Π.Α. Ακολούθως, του έθεταν ως όρο ότι προηγουμένως θα έπρεπε να τους ξοφλήσει τρία ανεξόφλητα τιμολόγια (τα οποία αποτελούν μέρος του τεκμηρίου 47 που παρουσίασε ο ίδιος στο Δικαστήριο, για σκοπούς θεμελίωσης του ισχυρισμού του για αυθαίρετες και αδικαιολόγητες υπερχρεώσεις αποθηκευτικών τελών) για το συνολικό ποσό των €1.921,
  24. Μολονότι αποτελεί και θέση των εναγόμενων η οποία υποβλήθηκε ευθέως στον ενάγοντα από την κα Σωτηρίου ότι η μόνη συμφωνία που επιτεύχθηκε είναι με την εταιρεία Sprint 69 Ltd, εντούτοις, ο ενάγοντας, ακόμη και σ' αυτή την πτυχή της υπόθεσης υπέπεσε σε αντιφάσεις και προέβαλε ισχυρισμούς που στερούνται λογικής και πειστικότητας. Η πρώτη σοβαρή αντίφαση στην οποία υπέπεσε αφορά στο γεγονός ότι ανάμεσα στα εμπορεύματα που πούλησε με αυτή τη συμφωνία περιλαμβάνονται και πάλιν και τα 24 σιδερωτήρια που υποτίθεται πως είχαν καταστραφεί από τους εναγόμενους. Έπειτα είναι και το γεγονός ότι ενώ είχε μεταφέρει από τις αποθήκες των εναγόμενων ολόκληρη την ποσότητα των 1.254 σιδερωτηρίων από τις 21.5.2008 ισχυρίζεται αναληθώς ότι τα συγκεκριμένα προϊόντα ήταν ανάμεσα σε αυτά που στις 22.7.2008 μετέφερε από τις αποθήκες των εναγόμενων και εκτελώνισε στη Βουλγαρία, προς μετριασμό των ζημιών του, ένεκα του γεγονότος ότι η προηγούμενη συμφωνία που είχε συνάψει ακυρώθηκε από τους αγοραστές, επειδή οι εναγόμενοι δεν τους είχαν επιτρέψει να επιθεωρήσουν τα εμπορεύματα - αντικείμενο της σύμβασης, καθ' ον χρόνο αυτά βρίσκονταν στις αποθήκες τους. Ακολούθως, καθ' ομολογία του, στη συμφωνία ημερομηνίας 22.7.2008, εκτός από τα σιδερωτήρια συμπεριέλαβε και άλλα προϊόντα τα οποία επίσης δε βρίσκονταν στις αποθήκες των εναγόμενων στον ουσιώδη χρόνο. Ακόμη και για το γεγονός ότι κατά τη φόρτωση των εμπορευμάτων του σε container που ο ίδιος πήρε στις αποθήκες των εναγόμενων, χρειάστηκε να γίνει εκφόρτωση των εμπορευμάτων από το ένα container, επειδή ήταν μικρό και φόρτωσή τους από τους εναγόμενους σε άλλο, μεγαλύτερο, με αποτέλεσμα τη χρέωσή του από τους τελευταίους για τη συγκεκριμένη εργασία θεωρεί ότι αυτοί ευθύνονται οπότε και θα πρέπει να επωμιστούν τη σχετική δαπάνη. Και τούτο, επειδή, όπως είναι η θέση του αρνήθηκαν να παραδώσουν τα εμπορεύματα στην εταιρεία Long Men Trading Ltd. Η κρίση μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του ενάγοντα ως μάρτυρα διαγράφει και την τύχη της μαρτυρίας του επόμενου μάρτυρα, Νίκου Βιολάρη (Μ.Ε.2) τον οποίο θεωρώ εξίσου αναξιόπιστο μάρτυρα, αφού είναι φανερό ότι επιστρατεύθηκε από τον πρώτο και ανάφερε αναληθώς όσα ανάφερε απλώς και μόνο για να βοηθήσει τον για πολλά χρόνια επαγγελματικό του συνεργάτη να πετύχει στις διάφορες αξιώσεις του εναντίον των εναγόμενων. Τα παραδείγματα που ακολουθούν αποτελούν ένα μικρό δείγμα δηλωτικό της αναξιοπιστίας και αυτού ως μάρτυρα. Ειδικότερα: Αντεξεταζόμενος και αυτός ισχυρίστηκε ότι δε χρησιμοποίησε ποτέ αποθήκες bonded. Ωστόσο, ευθύς αμέσως παραδέχθηκε ότι εισήγαγε στην Κύπρο 12 αυτοκίνητα, τα οποία δεν εκτελωνίστηκαν αμέσως και μάλιστα είχε μεσολαβήσει το εκτελωνιστικό γραφείο του ενάγοντα για την τοποθέτησή τους στο bonded των εναγόμενων. Το μέγεθος της αντίφασης είναι ολοφάνερο. Ερωτηθείς εάν είχε σημασία γι' αυτόν η ηλικία των επίδικων εμπορευμάτων που συμφώνησε να αγοράσει από τον ενάγοντα, «Καμιά σημασία.» απάντησε. Ερωτηθείς στη συνέχεια αν δεν είχε σημασία για τον ίδιο σε περίπτωση που υπήρχαν προϊόντα που αλλοιώνονταν με την πάροδο του χρόνου, αναιρώντας την προηγούμενη απάντησή του ισχυρίστηκε τα εξής: «Η τιμή που τα έπαιρνα ήταν τόσο χαμηλή, όμως ζήτησα να τα επιθεωρήσω και αν δεν ήταν εντάξει κάποια να μου αφαιρέσει κάποια λεφτά ο κ. Πατσαλίδης.» «Πότε καταλήξετε στο ποσό των €88.000,00;» ήταν μία από τις ερωτήσεις που του υπόβαλε η κα Σωτηρίου. «Μέσα του Ιούνη.» απάντησε. «Από την πρώτη συνάντηση μέχρι την κατάληξη του ποσού αυτού, πόσες συναντήσεις είχατε;» ήταν η επόμενη ερώτηση που του υποβλήθηκε. «Δυο - τρεις φορές» απάντησε. «Οι συναντήσεις γίνονταν στο γραφείο του Πατσαλίδη;» ρωτήθηκε στη συνέχεια. «Τη μία στο γραφείο του και τις άλλες δύο βρεθήκαμε και πήγαμε με το αυτοκίνητο του στο bonded.» απάντησε. Ομολογώ, μου ακούγεται αρκετά παράλογο για να το πιστέψω, δυο άνθρωποι να συνάπτουν μια τόσο σοβαρή συμφωνία, ύψους €88.000,00 μέσα στο αυτοκίνητο, τη στιγμή μάλιστα που όταν συναντήθηκαν και βρέθηκαν μέσα στο αυτοκίνητο, ήταν για να πάνε στις αποθήκες των εναγόμενων για σκοπούς επιθεώρησης των επίδικων εμπορευμάτων τα οποία αποτελούσαν το αντικείμενο της σύμβασης και η προηγούμενη επιθεώρησή τους και κατ' επέκταση η έγκριση και αποδοχή τους από το μάρτυρα αποτελούσε αναγκαίο όρο - προϋπόθεση για σκοπούς εκτέλεσης της σύμβασης. Ερωτηθείς από την κα Σωτηρίου αν πιστεύει ότι το ποσό των €88.000,00 (που η εταιρεία του συμφώνησε να αγοράσει τα επίδικα εμπορεύματα) είναι ικανοποιητικό απάντησε καταφατικά, ισχυριζόμενος ότι έκανε και μία έρευνα στην αγορά και σύγκρινε τις τιμές οπότε είδε ότι η τιμή που πήρε τα επίδικα εμπορεύματα ήταν αρκετά χαμηλή. Βέβαια, δεν εξήγησε πώς έκανε το σχετικό έλεγχο, τη στιγμή που βασικά συμφώνησε με την κα Σωτηρίου, ότι ο λόγος που ήθελε να δει τα εμπορεύματα στις αποθήκες των εναγόμενων ήταν για να δει σε τι κατάσταση βρίσκονταν από απόψεως ποιότητας, σχεδίου και εξωτερικής εμφάνισης. Όπως ανάφερε χαρακτηριστικά, «Ήθελα να πάρω μια ιδέα πώς ήταν τα εμπορεύματα, αν ήταν εμφανίσιμα, αν ήταν σε κατάσταση να μπουν στην αγορά.» Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ για να γίνει αντιληπτό το μέγεθος της αντίφασης στην οποία υπέπεσε. Δεδομένου ότι ουδέποτε είχε δει τα επίδικα εμπορεύματα, προφανώς, εξ αντικειμένου ήταν αδύνατο να προβεί στην έρευνα αγοράς που ανάφερε. Ο ισχυρισμός του ότι μετά που θα έβλεπε τα επίδικα εμπορεύματα, εάν για κάποιο αριθμό από αυτά δεν ικανοποιείτο, υπό την έννοια ότι δε θα ήταν της αρεσκείας του, δε νομίζει πως δε θα τα έβρισκαν με τον ενάγοντα, επεξηγώντας ότι εάν τα εμπορεύματα δεν ήταν σε καλή κατάσταση δε θα του τα πουλούσε με το ζόρι ο ενάγοντας αποτελεί επιπλέον επιβεβαίωση του συμπεράσματός μου ότι ουδέποτε συνάφθηκε συμφωνία πώλησης των επίδικων εμπορευμάτων μεταξύ του ενάγοντα και της εταιρείας του μάρτυρα. Άξιος αναφοράς είναι και ο ισχυρισμός του ότι η συμφωνία τους με τον ενάγοντα ήταν για όλα τα προϊόντα. «Έπρεπε να τα πάρουμε όλα μαζί.» όπως ανάφερε χαρακτηριστικά, τη στιγμή που προηγουμένως ισχυρίστηκε ότι εάν μετά την επιθεώρησή τους κάποια εμπορεύματα δεν ήταν της αρεσκείας του δε νομίζει πως δε θα τα έβρισκαν με τον ενάγοντα. Ερωτηθείς γιατί δεν ξεκίνησε να επιθεωρεί τα σιδερωτήρια, αφού ήξερε ότι ήταν εκτός των αποθηκών των εναγόμενων, «Να τα επιθεωρήσω σε τι; Το δείγμα το είχα δει.» απάντησε. Πριν είπες ότι δεν ήξερες ότι ένας αριθμός από αυτά ήταν σπασμένα, του υπόδειξε η κα Σωτηρίου. «Όταν ήταν όλα τα προϊόντα έτοιμα, εγώ θα τα έπαιρνα στις αποθήκες μου και εκεί θα γινόταν η διαλογή.» απάντησε. Κατά τ' άλλα, τόσο αυτός όσο και ο ενάγοντας ισχυρίστηκαν και επέμεναν ότι η μεταξύ τους συμφωνία ακυρώθηκε από τον πρώτο, επειδή οι εναγόμενοι δεν του επέτρεψαν να επιθεωρήσει στις αποθήκες τους τα επίδικα προϊόντα, που αποτελούσε τον όρο ή προϋπόθεση που είχε θέσει για την αγορά τους. Το μέγεθος της αντίφασης είναι ολοφάνερο. Ο ισχυρισμός του στη συνέχεια ότι στις αποθήκες των εναγόμενων θα έβλεπε δείγματα και όχι αν ήταν σπασμένα τα εμπορεύματα, ενώ δεν εξαλείφει την παραπάνω κραυγαλέα αντίφαση στην οποία υπέπεσε, το φέρνει σε σύγκρουση και με τον ενάγοντα, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι η συμφωνία του με την εταιρεία του μάρτυρα ακυρώθηκε από τον τελευταίο, επειδή οι εναγόμενοι δεν του επέτρεψαν να επιθεωρήσει το σύνολο των εμπορευμάτων. Ο ισχυρισμός του ότι ειδοποίησε τον ενάγοντα πως δεν ενδιαφέρεται πλέον για την αγορά των επίδικων εμπορευμάτων, τέλη Ιουνίου συγκρούεται με τον ισχυρισμό του ενάγοντα ότι επίδικη συμφωνία ακυρώθηκε στις 16.7.
  25. Ο ισχυρισμός του ότι δε σκέφτηκε να παρέμειναν στις αποθήκες των εναγόμενων τα επίδικα εμπορεύματα, μιας και θεωρούσε ιδιαίτερα ελκυστική την τιμή που συμφώνησε να τα αγοράσει και όταν έβρισκε το χρόνο να προχωρούσε στη διάθεσή τους, μα ούτε και ήταν διατεθειμένος να πληρώσει και άλλα αποθηκευτικά τέλη αναδεικνύει ακόμη δύο αντιφάσεις. Η πρώτη έγκειται στο γεγονός, ότι, ενωρίτερα ισχυρίστηκε πως δεν ήταν διατεθειμένος να περιμένει άλλο επειδή άρχισαν να έρχονται τα δικά του εμπορεύματα. Η δεύτερη έγκειται στο γεγονός επίσης, ότι, ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι κατέβαλε οποτεδήποτε έστω και ένα σεντ αποθηκευτικά τέλη στους εναγόμενους για τα επίδικα εμπορεύματα, για να έχει νόημα ο ισχυρισμός του πως δεν ήταν διατεθειμένος να πληρώσει και άλλα. Το ακόλουθο απόσπασμα, πάντοτε από την αντεξέτασή του επιβεβαιώνει πλήρως το συμπέρασμά μου ότι ουδέποτε υπήρξε συμφωνία πώλησης των επίδικων εμπορευμάτων του ενάγοντα με την εταιρεία του μάρτυρα: «Ε. Σου υποβάλλω ότι δεν μπορεί να γίνεται λόγος για ύπαρξη συμφωνίας, αφού δεν υπήρξε εκ μέρους σου ξεκάθαρη αποδοχή της πρότασης που έγινε εκ μέρους του ενάγοντα, αφού η αποδοχή της πρότασης εξαρτάτο από την προϋπόθεση ότι θα επιθεωρούσες τα εμπορεύματα και θα ήταν της αρεσκείας σου. Α. Τα εμπορεύματα ήταν να τα δούμε. Σίγουρα αν ήταν καλά κάποιες αγορές θα γίνονταν. Κάποιες απώλειες θα υπήρχαν, κάποια εμπορεύματα μπορούσε να μην ήταν καλά, μη διαθέσιμα. Ε. Σου υποβάλλω ότι το ποσό των €88.000,00 σε καμιά περίπτωση μπορούσε να θεωρηθεί ως τελικό και σίγουρο ποσό αγοράς, αφού αυτό θα διαφοροποιείτο ανάλογα μετά την επιθεώρηση των εμπορευμάτων. Α. Συμφωνώ.» Θεωρώ αρκετά όλα τα παραπάνω προκειμένου να αναδείξω το μέγεθος της αναξιοπιστίας του υπό κρίση μάρτυρα, επομένως δεν προτίθεμαι να επεκταθώ. Μολονότι δεν εντοπίζω κάποια αντίφαση στη μαρτυρία του Μαρίνου Φιλίππου (Μ.Ε.3), εντούτοις είμαι βέβαιος ότι παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και κατάθεσε όσα κατάθεσε, όχι με πρόθεση να πει την αλήθεια, αλλά, προκειμένου να βοηθήσει τον ενάγοντα - θείο του να αποδείξει τον ισχυρισμό του ότι κατά τη μεταφορά των σιδερωτηρίων του από τις αποθήκες των εναγόμενων στις 21.5.2008, διαπιστώθηκε ότι 24 από αυτά είχαν καταστραφεί πλήρως. Οι λόγοι για τους οποίους ο ενάγοντας κρίθηκε αναξιόπιστος μάρτυρας αναφορικά με τη συγκεκριμένη πτυχή της υπόθεσης και κατ' επέκταση τη σχετική αξίωσή του εναντίον των εναγόμενων είναι τόσο ισχυροί, σε βαθμό που μου είναι αδύνατο να δεχθώ τη μαρτυρία του ανιψιού του συναφώς με το ίδιο θέμα. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο θεωρώ αναξιόπιστο μάρτυρα τον υπό αναφορά. Χωρίς να παραγνωρίζω ότι αποτελεί και θέση των εναγόμενων ότι ο ενάγοντας συμφώνησε να πωλήσει τα επίδικα εμπορεύματά του στην εταιρεία Sprint 69 Ltd (κατ' ακρίβεια, όπως υποβλήθηκε στον ενάγοντα από την κα Σωτηρίου, η εν λόγω συμφωνία είναι και η μόνη που πραγματικά επιτεύχθηκε), εντούτοις, για λόγους που θα παραθέσω αμέσως δε θεωρώ αξιόπιστο μάρτυρα τον Πάμπο Δημητρίου (Μ.Ε.4), ο οποίος κατάθεσε αναφορικά με αυτή την πτυχή της υπόθεσης. Ο μάρτυρας, μεταξύ άλλων υπέπεσε σε σοβαρές αντιφάσεις, ενώ η μαρτυρία του συγκρούεται ουσιωδώς με τη μαρτυρία του ενάγοντα, χωρίς να μου διαφεύγει ότι μερικοί από τους ισχυρισμούς του στερούνται λογικής και πειστικότητας. Ειδικότερα: Ο μάρτυρας, για σκοπούς κυρίως εξέτασης υιοθέτησε ως μέρος της το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης (τεκμήριο 56). Στην παράγραφο 2 αυτής αναφέρει ότι περί τις 16.7.2008 επικοινώνησε μαζί του ο κύριος Νίκος Βιολάρης (Μ.Ε.2) και του ζήτησε να επικοινωνήσει με τον ενάγοντα με σκοπό να προωθήσει για εξαγωγή στη Βουλγαρία εμπορεύματα που είχε σε αποθήκες bonded. Αντεξεταζόμενος, ισχυρίστηκε ότι έχει σπουδάσει στη Βουλγαρία. Ερωτηθείς για τη χρονολογία που ήταν στη Βουλγαρία για σπουδές, απάντησε ως εξής: «Από το. ακριβώς δε θυμάμαι. Από το 83 με 87, 88.. τώρα ακριβώς δε θυμάμαι. Αν θέλετε να σας φέρω το πτυχίο μου να το δείτε.» Ερωτηθείς από την κα Σωτηρίου πώς θυμάται με τόση θετικότητα ότι στις 16.7.2008 επικοινώνησε μαζί του ο Μ.Ε.2, «Είπαμε γύρω στις
  26. Μπορεί να είναι 15, 16,
  27. Γύρω στις 16.7» απάντησε. «Πώς τη θυμάστε αυτή την ημερομηνία κύριε Δημητρίου;» ήταν η επόμενη ερώτηση που του υποβλήθηκε. «Θυμούμαι διότι μερικές μέρες μετά έφυγα για Βουλγαρία. Πάω διακοπές κάθε καλοκαίρι, γύρω στα μέσα του Ιούλη φεύγω πάω Βουλγαρία μέχρι τέλος Αυγούστου, γι' αυτό θυμούμαι περίπου την ημερομηνία.» Ειλικρινά, μου ακούγεται πολύ παράλογο για να το πιστέψω, ο μάρτυρας 5 και πλέον χρόνια μετά να θυμάται, όχι απλώς την ημερομηνία, αλλά και τη χρονολογία που υποτίθεται ότι επικοινώνησε μαζί του ο Μ.Ε.2 και του ζήτησε ό, τι αναφέρει στη γραπτή του δήλωση, τη στιγμή που δε θυμόταν πότε ακριβώς βρισκόταν στη Βουλγαρία για σπουδές. Ο κύριος Βιολάρης γνώριζε τις διασυνδέσεις που είχε με τη Βουλγαρία και ότι είχε εκεί φίλους που ήσαν εμπορευόμενοι. Αυτά ισχυρίζεται ο μάρτυρας στην παράγραφο 3 της γραπτής του δήλωσης. Αντεξεταζόμενος ωστόσο, ερωτηθείς πόσους φίλους είχε στη Βουλγαρία που ασχολούνται με το εμπόριο, «Βασικά αυτόν που σύστησα στον κύριο Πατσαλίδη, ήταν γείτονας μου στη Βουλγαρία και ξέρω και καλός μου φίλος ασχολείτουν με το εμπόριο.» απάντησε. Το πόσο αβίαστα ο μάρτυρας υπέπεσε σε νέα αντίφαση είναι ολοφάνερο. Εν τέλει πρόκειται μόνο για το γείτονά του οι εμπορευόμενοι φίλοι του στη Βουλγαρία. Στην παράγραφο 4 της γραπτής του δήλωσης αναφέρει τα εξής: «Επικοινώνησα με τον κύριο Πατσαλίδη και μου ανάφερε ότι είχε εμπορεύματα στις αποθήκες του κυρίου Θεοδοσίου και ότι έπρεπε να τα μετακινήσει το συντομότερο από εκεί γιατί τον υπερχρέωνε και ότι εσκεμμένα του χάλασαν την πώληση με τον κύριο Βιολάρη για να επωφελούνται των αποθηκευτικών τελών.» Αντεξεταζόμενος και πάλιν από την κα Σωτηρίου συναφώς με τους παραπάνω ισχυρισμούς του, κληθείς να πει που βασίστηκε για να χρησιμοποιήσει τη λέξη «εσκεμμένα», αγνοώντας ή αδιαφορώντας για το γεγονός ότι με τη γραπτή του δήλωση φέρει τον ενάγοντα να του αναφέρει ότι οι εναγόμενοι εσκεμμένα του χάλασαν την πώληση με το Βιολάρη έδωσε την ακόλουθη απάντηση που αναδεικνύει ακόμη μία αντίφαση: «Σ' αυτά που μου είπε ο ξάδελφος μου. Μου είπε ότι πήγε να επιθεωρήσει, προσπάθησε δυο -τρεις φορές να επιθεωρήσει τα πράγματα και δεν τα κατάφερε, γι' αυτό χάλασε η πράξη.» Πρόκειται για το Μ.Ε.2 ο ξάδελφός του και όχι για τον ενάγοντα, εξ ου και η νέα αντίφαση στην οποία υπέπεσε ο μάρτυρας. Στην επιμονή της κας Σωτηρίου να πει γιατί έβαλε τη λέξη «εσκεμμένα», με όσα ανάφερε εκτός του ότι εκτίθεται και με νέα αντίφαση αποκαλύπτεται και πόσο καλά προσυνεννοημένος ήταν και αυτός με τον ενάγοντα για το τι θα κατάθετε στο Δικαστήριο και ότι η μαρτυρία του και γενικά η εκδοχή του είναι κατασκευασμένη. Ακολουθεί η απάντησή του: «Και εγώ να έχω μία αποθήκη, όταν θέλω να παίρνω λεφτά θα καθυστερώ τον άλλο, τον υπερχρεώνω, αυτό είναι λογικό. Ένας που έχει αποθήκη είναι λογικό να καθυστερήσει κάποια δουλειά για να παίρνει λεφτά. Είναι εμπόριο.» Εντελώς «συμπτωματικά» αυτή η απάντησή του συνάδει απόλυτα με την εκδοχή του ενάγοντα, ως προς το λόγο για τον οποίο οι εναγόμενοι υποτίθεται πως δεν του επέτρεπαν να επιθεωρήσει τα επίδικα εμπορεύματά του. Ο ισχυρισμός του ότι ο φίλος του από τη Βουλγαρία συμφώνησε να αγοράσει τα επίδικα εμπορεύματα του ενάγοντα, για το ουχί ευκαταφρόνητο ποσό των €45.000,00, χωρίς προηγουμένως να τα επιθεωρήσει, επειδή δήθεν του ανάφερε ότι βγαίνει που πάνω μόνο από τα σιδερωτήρια αποτελεί ακόμη ένα δείγμα ισχυρισμού που στερείται λογικής και πειστικότητας. Ο ισχυρισμός του ότι ο Βούλγαρος δικαιολόγησε το γεγονός ότι ο ενάγοντας του έστειλε, δηλαδή του πούλησε και τα 24 καταστραμμένα σιδερωτήρια συγκρούεται πλήρως με τον ισχυρισμό του ενάγοντα, ότι ο Βούλγαρος βρήκε δικαιολογία τα σπασμένα σιδερωτήρια με αποτέλεσμα να μην του καταβάλει κανένα ποσό μέχρι σήμερα για το σύνολο των εμπορευμάτων που του είχε πουλήσει. Αντεξεταζόμενος και πάλιν ισχυρίστηκε ότι κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων για την ολοκλήρωση της συμφωνίας, ο φίλος του ο Βούλγαρος δε μίλησε καμιά φορά με τον ενάγοντα, επειδή ο πρώτος δεν ήξερε αγγλικά, προσθέτοντας ότι έχει μια κοπέλα στο γραφείο η οποία μιλά μισοαγγλικά, όπως ανάφερε χαρακτηριστικά. Ερωτηθείς ωστόσο στη συνέχεια, τι λέχθηκε για την πληρωμή του ποσού των €45.000,00, «Αυτά είναι δικές τους δουλειές, δεν ξέρω. » ήταν μέρος όσων ανάφερε απαντώντας στην ερώτηση. Το ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: Αφού ο φίλος του στη Βουλγαρία δεν ήξερε καθόλου αγγλικά και η κοπέλα στο γραφείο του μιλούσε μισοαγγλικά, πώς θα μπορούσε ο ενάγοντας να συνεννοηθεί με το Βούλγαρο φίλο του για την πληρωμή του τιμήματος πώλησης των επίδικων εμπορευμάτων, τη στιγμή μάλιστα, που ουδέποτε είχαν μιλήσει οι δυο τους κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων; Προφανώς δεν υπάρχει απάντηση σ' αυτό το ερώτημα, γεγονός το οποίο αναδεικνύει ακόμη μία αντίφαση στην οποία υπέπεσε ο μάρτυρας και την ίδια ώρα αποδεικνύει πόσο παράλογοι είναι αρκετοί από τους ισχυρισμούς του. Εν πάση περιπτώσει, εάν αποτελούσε γεγονός ο ισχυρισμός του ότι ο φίλος του στη Βουλγαρία δεν ήξερε αγγλικά, το επόμενο ερώτημα που τίθεται είναι με ποια λογική ο ενάγοντας εξέδωσε στα αγγλικά και τα δύο τιμολόγια (τεκμήρια 28 και 29) που περικλείουν τα εμπορεύματα που πούλησε στην εταιρεία από τη Βουλγαρία, δηλαδή στην εταιρεία του φίλου του μάρτυρα; Ούτε και σ' αυτό το ερώτημα υπάρχει απάντηση, είτε από το μάρτυρα είτε από τον ενάγοντα. Ο ισχυρισμός του ότι ο λόγος που ο φίλος του ο Βούλγαρος δεν κατέβαλε κανένα ποσό μέχρι σήμερα στον ενάγοντα είναι γιατί έκανε μια αγορά μεγάλης ακίνητης περιουσίας και βασικά βρίσκεται στο τελικό στάδιο μεταπώλησής της, όπως του είπε, οπότε και θα ξοφλήσει τον ενάγοντα συγκρούεται με τον ισχυρισμό του ενάγοντα, ο οποίος (για να επαναλάβω) ισχυρίστηκε ότι ο Βούλγαρος με «δικαιολογία» τα 24 σπασμένα σιδερωτήρια δεν του κατέβαλε κανένα ποσό έναντι του συμφωνημένου τιμήματος πώλησης των εμπορευμάτων του προς την εταιρεία του. Όταν υποδείχθηκε στο μάρτυρα το τιμολόγιο (τεκμήριο 28) και ρωτήθηκε αν το έχει δει ποτέ ισχυρίστηκε ότι το είδε στη Βουλγαρία στο γραφείο του φίλου του. Ερωτηθείς ακολούθως για ποιο λόγο του το έδειξε ο φίλος του, «Έγινε κουβέντα πάνω στο εμπόρευμα και μου έδειξε τι είχε μέσα.» ήταν μέρος της απάντησης που έδωσε ο μάρτυρας. Εκείνο που δεν είπε ο μάρτυρας είναι με ποιο τρόπο ο φίλος του κατόρθωσε να αναφερθεί στο συγκεκριμένο τεκμήριο, που ολόκληρο είναι συνταγμένο στα αγγλικά, έχοντας υπόψη τον ισχυρισμό του ότι ο φίλος του δε γνωρίζει αγγλικά. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Η κρίση μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία όλων όσοι κατάθεσαν για την υπόθεση του ενάγοντα, με υποβοηθά ώστε να είμαι πιο σύντομος στο έργο αξιολόγησης της μαρτυρίας όσων κατάθεσαν για την υπόθεση των εναγόμενων. Αρχίζοντας από το διευθυντή των εναγόμενων, Ιούλιο Μαρκίδη (Μ.Υ.1) δε δέχομαι τον ισχυρισμό του ότι ο ενάγοντας συμφώνησε οποτεδήποτε με την αύξηση των αποθηκευτικών τελών που του επέβαλαν οι εναγόμενοι με την επιστολή τους ημερομηνίας 4.12.2007 (τεκμήριο 5) για την περίοδο, από 1.3.2008 μέχρι και τις 30.4.
  28. Το ίδιο ισχύει και για την νέα αύξηση που του επέβαλαν με την επιστολή τους ημερομηνίας 9.4.2008 (τεκμήριο 7). Από το περιεχόμενο της σχετικής αλληλογραφίας που ανταλλάχθηκε μεταξύ των διαδίκων σε συνδυασμό και με το περιεχόμενο της μαρτυρίας τόσο του ενάγοντα όσο και του διευθυντή των εναγόμενων είναι σαφές, ότι, οι διάφορες αυξήσεις αποθηκευτικών τελών επί των επίδικων εμπορευμάτων, βασικά επιβάλλονταν μονομερώς πάντοτε από τους εναγόμενους, στη βάση συγκεκριμένου κατά περίπτωση σκεπτικού και απλώς ανακοινώνονταν στον ενάγοντα, ο οποίος, κάποιες τις αποδέχθηκε και κάποιες άλλες όχι. Σε σχέση με το πρώτο παραπέμπω στις ακόλουθες επιστολές των εναγόμενων προς τον ενάγοντα (υπογεγραμμένες πάντοτε από το διευθυντή τους (Μ.Υ.1)): Με την επιστολή τους (τεκμήριο 1) ενημερώνουν τον ενάγοντα ότι λόγω συνεχών αυξήσεων στα κόστη διαχείρισης των αποθηκών τους είναι υποχρεωμένοι να αυξήσουν τα αποθηκευτικά τέλη με τα οποία χρεώνουν τα επίδικα εμπορεύματα από 1.8.
  29. Με την επιστολή τους (τεκμήριο 2) πληροφορούν τον ενάγοντα για την επιβολή νέας αύξησης, λόγω διαφοροποίησης των αναγκών για χρήση των αποθηκευτικών τους χώρων, αλλά και λόγω των εξακολουθητικών αυξήσεων στα κόστη διαχείρισης των αποθηκών. Η φράση είμαστε «υποχρεωμένοι να αυξήσουμε τα αποθηκευτικά τέλη» που περικλείεται στην πρώτη από τις εν λόγω επιστολές τους και ανάλογη φράση που περικλείεται στη δεύτερη είναι αποκαλυπτικές του τρόπου με τον οποίο σημειωνόταν κάθε φορά αύξηση στα αποθηκευτικά τέλη επί των επίδικων εμπορευμάτων και ότι αυτό γινόταν μονομερώς από τους εναγόμενους. Με την επιστολή τους (τεκμήριο 5) οι εναγόμενοι πληροφορούν και πάλιν τον ενάγοντα για την επιβολή νέας αύξησης στα αποθηκευτικά τέλη από 1.3.
  30. Αυτή τη φορά, με το αιτιολογικό ότι η σχετική αύξηση θα είναι η πρώτη μετά από 15 μήνες η οποία κρίθηκε απαραίτητη «για κάλυψη των όλων και αυξανόμενων υποχρεώσεων» τους ως αποθήκης. Τέλος, με την επιστολή τους (τεκμήριο 7), μεταξύ άλλων πληροφορούν τον ενάγοντα για την επιβολή νέας αύξησης. Συγκεκριμένα, τον ενημερώνουν ότι σε περίπτωση που δεν καταστεί δυνατό να μετακινηθούν τα επίδικα εμπορεύματα από τις αποθήκες τους μέχρι τις 9.5.2008, από την επομένη και μέχρι νεωτέρας ειδοποίησης τα αποθηκευτικά δικαιώματα θα ανέρχονται σε €0,15, ανά τεμάχιο, ανά εβδομάδα ή μέρος αυτής. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Και κάτι ακόμη. Επειδή ο μάρτυρας, κατά βάση επικαλείται το περιεχόμενο αριθμού επιστολών του προς τον ενάγοντα προκειμένου να με πείσει ότι οι διάφορες αυξήσεις αποθηκευτικών τελών που επιβάλλονταν κατά καιρούς εκ μέρους των εναγόμενων επί των επίδικων εμπορευμάτων ήσαν συμφωνημένες, όσα ακολουθούν αποκαλύπτουν και την προσπάθειά του με πείσει ακόμη και με παραπλανητικό τρόπο ότι έτσι είχαν τα πράγματα. Καθώς ήδη έχει αναφερθεί με την επιστολή του (τεκμήριο 5), ημερομηνίας 4.12.2007 πληροφορεί τον ενάγοντα ότι από 1.3.2008, τα αποθήκευτρα θα υπολογίζονται σε £0,05 (€0,085) ανά τεμάχιο, ανά βδομάδα ή μέρος αυτής. Επισημαίνεται ότι αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών ότι μέχρι και τις 28.2.2008 τα αποθηκευτικά τέλη που καταβάλλονταν από τον ενάγοντα ανέρχονταν στο συμφωνημένο ποσό των €0,
  31. Στις 9.4.2008, ο διευθυντής των εναγόμενων (Μ.Υ.1) απηύθυνε εκ μέρους τους προς τον ενάγοντα την ακόλουθη επιστολή (τεκμήριο 6) με θέμα τα επίδικα εμπορεύματα: «Αναφέρομαι στα πιο πάνω εμπορεύματα κα επιθυμώ να επιβεβαιώσω τα όσα συμφωνήθηκαν μεταξύ μας στη σημερινή τηλεφωνική μας επικοινωνία:
  32. Τα αποθήκευτρα θα εξακολουθήσουν να υπολογίζονται με την παλιά τιμή (δηλαδή στα €0,05 ανά τεμάχιο, ανά εβδομάδα ή μέρος αυτής) για τους μήνες Μάρτιο και Απρίλιο
  33. Τα εμπορεύματα θα εκτελωνιστούν και θα μετακινηθούν από τις αποθήκες μας το αργότερο την 30/4/
  34. Σε περίπτωση κατά την οποία τα εμπορεύματα παραμείνουν στις αποθήκες μας για κάποιες ημέρες πέραν της 30/4/08, θα χρεώνονται με την νέα τιμή αποθήκευτρων, δηλαδή στα €0,085 ανά τεμάχιο ανά εβδομάδα ή μέρος αυτής.» Επειδή, τα επίδικα εμπορεύματα αποτελεί επίσης κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών δε μετακινήθηκαν μα ούτε και εκτελωνίστηκαν μέχρι και τις 30.4.2008, οι εναγόμενοι, με νέα επιστολή τους προς τον ενάγοντα (τεκμήριο 7) προφανώς, αποδίδοντας ερμηνεία που δεν απορρέει από το περιεχόμενο της παραπάνω επιστολής τους απέστειλαν στον ενάγοντα συμπληρωματικό τιμολόγιο αποθηκευτικών τελών για τους μήνες Μάρτιο και Απρίλιο, 2008, με το οποίο το χρέωσαν με το ποσό των €0,085, αντί με το ποσό των €0,
  35. Το σκεπτικό της σχετικής χρέωσης περιέχεται στο ακόλουθο απόσπασμα της εν λόγω επιστολής: «
  36. Όπως θα θυμάσαι η διευθέτηση στην οποία είχαμε καταλήξει την 09/04/2008 ήταν να διατηρήσουμε την παλαιά τιμή υπολογισμού των αποθηκευτικών δικαιωμάτων για τους μήνες Μάρτιο και Απρίλιο 2008 με την προϋπόθεση ότι τα πιο πάνω εμπορεύματα θα μετακινούνταν από τις αποθήκες μας το αργότερο μέχρι την 30/4/
  37. Επειδή αυτή η προϋπόθεση δεν έχει υλοποιηθεί σου εσωκλείω συμπληρωματικό τιμολόγιο μας με αριθμό 10237 για τους μήνες Μάρτιο και Απρίλιο 2008.» Το ορθό νόημα της επιστολής (τεκμήριο 6) ιδωμένο σε συνδυασμό και με το περιεχόμενο της επιστολής (τεκμήριο 5) είναι ότι τα αποθηκευτικά τέλη για τους μήνες Μάρτιο και Απρίλιο, 2008 θα εξακολουθούσαν να χρεώνονται με το ποσό των €0,05, ανά τεμάχιο, ανά βδομάδα ή μέρος αυτής, τα επίδικα εμπορεύματα θα εκτελωνίζονταν και θα μετακινούνταν από τις αποθήκες των εναγόμενων το αργότερο στις 30.4.2008 και σε περίπτωση που αυτό δε γινόταν και τα εμπορεύματα παρέμεναν στις αποθήκες των εναγόμενων για κάποιες μέρες ακόμη, δηλαδή, πέραν της 30ης 4.2008, γι' αυτές τις (κάποιες) μέρες ακόμη θα χρεώνονταν (βλ. τη φράση «θα χρεώνονται») με τη νέα τιμή χρέωσης €0,085 ανά τεμάχιο, ανά βδομάδα ή μέρος αυτής. Πουθενά στην επιστολή (τεκμήριο 6) αναφέρεται ότι η νέα τιμή χρέωσης των αποθηκευτικών τελών (€0,085) σε περίπτωση που τα επίδικα εμπορεύματα παρέμειναν στις αποθήκες των εναγόμενων για μεγάλη περίοδο, πέραν της 30ης 4.2008 θα ίσχυε αναδρομικά και για τους μήνες Μάρτιο και Απρίλιο, 2008, για να δικαιούνται οι εναγόμενοι να χρεώσουν τον ενάγοντα με αυτό το ποσό για τους συγκεκριμένους μήνες. Δικαίως λοιπόν ο ενάγοντας διαμαρτυρείται για τη σχετική χρέωση, η οποία, στο βαθμό που υπερβαίνει του ποσού των €0,05 ανά τεμάχιο κλπ, όντως είναι αυθαίρετη, αντισυμβατική και αδικαιολόγητη, επομένως, το σχετικό ποσό που κατέβαλε επιπλέον στους εναγόμενους, ύψους €922,29 (βλ. το τιμολόγιο με αριθμό 010485 - μέρος του τεκμηρίου 47) τους το κατέβαλε αχρεωστήτως, επομένως δικαιούται σε επιστροφή του. Αυτή όμως δεν είναι και η μόνη αυθαίρετη, αντισυμβατική και αδικαιολόγητη χρέωση αποθηκευτικών τελών που επιβλήθηκε στον ενάγοντα μονομερώς από τους εναγόμενους, οι οποίοι, όχι μόνο παρερμηνεύουν το περιεχόμενο αριθμού επιστολών τους προς αυτόν, αλλά επιχειρούν να προσδώσουν σ' αυτές και τη νομική εμβέλεια συμφωνίας. Ως εντελώς αυθαίρετη και αντισυμβατική χρέωση αποθηκευτικών τελών που επέβαλαν στον ενάγοντα θεωρώ και το ποσό των €0,150 που θα ίσχυε από 10.5.2008 σε περίπτωση που ο ενάγοντας δεν εκπλήρωνε τον όρο μετακίνησης των εμπορευμάτων του από τις αποθήκες τους, μέχρι και τις 9.5.2008, το οποίο του επέβαλαν μονομερώς με την επιστολή τους (τεκμήριο 7). Επισημαίνεται ότι το ίδιο ποσό επαναλαμβάνεται και στις επιστολές τους, ημερομηνίας 13.5.2008 η πρώτη (τεκμήριο 8) και ημερομηνίας 2.6.2008 η δεύτερη (τεκμήριο 9), με τη διαφορά ότι ορίζεται ως ημερομηνία έναρξης χρέωσης με το ποσό αυτό, η 1η 6.
  38. Δεδομένου ότι το συμφωνημένο ποσό αποθηκευτικών τελών που ίσχυε από 1.5.2008 μέχρι και τη μεταφορά των επίδικων εμπορευμάτων από τις αποθήκες των εναγόμενων ήταν €0,085 είναι σαφές, ότι, στο βαθμό που ο ενάγοντας κατέβαλε στους εναγόμενους οποιοδήποτε ποσό, πέραν αυτού, για την εν λόγω περίοδο δικαιούται και πάλιν σε επιστροφή του. Συγκεκριμένα, από το συνολικό ποσό των €1.114,35 που τους κατέβαλε για το οποίο εξέδωσαν το τιμολόγιο 010745 (μέρος του τεκμηρίου 47) δικαιούται σε επιστροφή του ποσού των €482,88 (εννοείται ότι στο ποσό αυτό, όπως και στο προηγούμενο καθώς και στο επόμενο περιλαμβάνεται και ο Φ.Π.Α). Τέλος, από το συνολικό ποσό των €1.500,98 που τους κατέβαλε για το οποίο εξέδωσαν το τιμολόγιο 010909 ( κι αυτό μέρος του τεκμηρίου 47) δικαιούται σε επιστροφή του ποσού των €386,
  39. Αυτά τα τρία ποσά είναι και τα μόνα για τα οποία ο ενάγοντας δικαιούται στην έκδοση απόφασης. Αναφορικά με τα τιμολόγια με αριθμό 010238 και 010383 (κι αυτά μέρος του τεκμηρίου 47) ο ενάγοντας δε δικαιούται στην επιστροφή οποιουδήποτε ποσού, καθότι και τα δύο αυτά τιμολόγια εκδόθηκαν για ποσό με βάση τη συμφωνημένη τιμή χρέωσης αποθηκευτικών τελών. Επειδή ο διευθυντής των εναγόμενων με την παράγραφο 53 της γραπτής του δήλωσης ισχυρίζεται ότι όλες οι χρεώσεις - αποθηκευτικών τελών - «.εν πάση περιπτώσει ήταν απολύτως δικαιολογημένες και εύλογες.» για δύο λόγους δεν μπορώ να δεχθώ τον ισχυρισμό αυτό. Καταρχήν, τέτοιος ισχυρισμός δεν είναι δικογραφημένος. Ακολούθως, επειδή δεν υπάρχει καθόλου μαρτυρία για σκοπούς υπολογισμού της εύλογης ή λογικής αμοιβής των εναγόμενων για τις σχετικές υπηρεσίες τους και προφανώς, οι διάφορες χρεώσεις αποθηκευτικών τελών στις οποίες οι ίδιοι προέβαιναν σε περιπτώσεις άλλων πελατών τους, δεν αποτελούν τέτοια - κατάλληλη μαρτυρία. Συναφώς με το θέμα, βλέπε μεταξύ άλλων και την απόφαση στην υπόθεση Βασιλαράς κ.ά. ν. Α/φοί Θράσου & Συνεργάτες

(2003)1(Γ) Α.Α.Δ.
  1. Για τον ίδιο ακριβώς λόγο, η ανταπαίτηση των εναγόμενων είναι έκθετη σε απόρριψη. Αφ' ης στιγμής ο ενάγοντας ουδέποτε συμφώνησε να τους καταβάλει το ποσό με το οποίο τον είχαν χρεώσει για τις υπηρεσίες που του προσέφεραν, για τις οποίες εξέδωσαν το σχετικό τιμολόγιο με αριθμό 010971 (μέρος του τεκμηρίου 48) και αυτό δεν έχει υπογραφεί από τον ίδιο, μόνο αν αποδείκνυαν ποια ήταν η εύλογη αμοιβή για ανάλογες υπηρεσίες θα μπορούσαν να αξιώνουν βάσιμα από αυτόν, είτε το ποσό των €356,50 με τον οποίο τον είχαν χρεώσει (νοουμένου ότι το ποσό αυτό κρινόταν ότι αποτελούσε την εύλογη αμοιβή για τις υπηρεσίες τους) είτε με κάποιο άλλο ποσό. Η μαρτυρία του τελωνειακού λειτουργού στο Τμήμα Τελωνείων Λεμεσού Γιώργου Αυξεντίου (Μ.Υ.2) γίνεται δεκτή στο σύνολό της, αφού, εκτός από αξιόπιστη παρέμεινε και αναντίλεκτη. Εν πάση περιπτώσει, δεν τη θεωρώ ουσιώδη για την επίλυση οποιουδήποτε βασικού επίδικου θέματος της υπόθεσης και αυτό είναι και το μοναδικό σχόλιο στο οποίο θα ήθελα να προβώ συναφώς με αυτή. Το γεγονός ότι αντεξεταζόμενος ο Σοφοκλής Δημητρίου (Μ.Υ.3) που στον ουσιώδη χρόνο ήταν ο αποθηκάριος στην αποθήκη αποταμίευσης των εναγόμενων, προκειμένου να απαντήσει σε διάφορες ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν καταλήφθηκε να συμβουλεύεται τη γραπτή του δήλωση (τεκμήριο 70), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, θεωρώ πως δεν μου επιτρέπει να βασιστώ στη μαρτυρία του για την εξαγωγή οποιουδήποτε συμπεράσματος γεγονότων τα οποία δεν αποδεικνύονται από άλλη αξιόπιστη μαρτυρία. Τέλος, δεν αποδίδω καθόλου σημασία στη μαρτυρία του Garo Zartarian (Μ.Υ.4) επειδή τη θεωρώ εντελώς εκτός δικογράφων. Η κρίση μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία των μαρτύρων και τα συμπεράσματά μου για τα ουσιαστικά γεγονότα που έχουν εξαχθεί από αυτή διαγράφουν και την τύχη των εκατέρωθεν απαιτήσεων. Συνοψίζοντας τους λόγους της κατάληξής μου χωριστά για κάθε αξίωση, σε σχέση, τόσο με την απαίτηση όσο και την ανταπαίτηση παρατηρώ τα εξής: Αρχίζοντας από την πρώτη αξίωση του ενάγοντα, με την οποία αξιώνει εναντίον των εναγόμενων το ποσό των €43.000,00, υπό μορφή απώλειας εισοδήματος και/ή διαφυγόντος κέρδους, αυτή θα πρέπει να απορριφθεί και απορρίπτεται επειδή, για όλους τους λόγους που έχουν αναφερθεί δεν έχει αποδειχθεί ότι ο ενάγοντας στον ουσιώδη χρόνο συνήψε με την εταιρεία Long Men Trading Ltd συμφωνία πώλησης των εμπορευμάτων του, είτε για το ποσό των €88.000,00 είτε για οποιοδήποτε άλλο ποσό. Με τη δεύτερη αξίωσή του ο ενάγοντας ζητά την έκδοση απόφασης εναντίον των εναγόμενων για το ποσό των €6.081,
  2. Το συνολικό αυτό ποσό, όπως είναι η θέση του, το κατέβαλε για την παραλαβή και μεταφορά των εμπορευμάτων του από τις αποθήκες των εναγόμενων και το διεκδικεί ως επιπρόσθετη ζημιά την οποία υπέστη, επειδή η παραπάνω συμφωνία πώλησης των εμπορευμάτων του που ματαιώθηκε υπαιτιότητι των εναγόμενων προνοούσε ότι ο αγοραστής θα παραλάμβανε και θα μετέφερε τα επίδικα εμπορεύματά του από τις αποθήκες των εναγόμενων, αποκλειστικά με δικά του έξοδα και μέσα και λόγω της ματαίωσής της αναγκάστηκε να τα καταβάλει ο ίδιος. Δεδομένου ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι συνήψε τη συμφωνία η οποία, όπως είναι η θέση του ματαιώθηκε υπαιτιότητι των εναγόμενων, μολονότι δέχομαι ότι κατέβαλε τα διάφορα ποσά που αθροιστικά καταλήγουν στο ποσό της αξίωσής του είναι και αυτή έκθετη σε απόρριψη. Με την τρίτη από τις αξιώσεις του ζητά την έκδοση απόφασης εναντίον των εναγόμενων για το ποσό των €2.322,56, πλέον €348,40 Φ.Π.Α. επί του ποσού αυτού, για αυθαίρετες και/ή αδικαιολόγητες υπερχρεώσεις στις οποίες προέβησαν οι εναγόμενοι υπό μορφή αποθηκευτικών τελών, ποσό που τους κατέβαλε αχρεωστήτως. Για λόγους που έχουν αναφερθεί σε σχέση με αυτή την αξίωσή του δικαιούται στην έκδοση απόφασης για το συνολικό ποσό των €1.791,47, στο οποίο περιλαμβάνεται και ο Φ.Π.Α. Τέλος, δεδομένου ότι δεν έχει αποδειχθεί η καταστροφή των 24 σιδερωτηρίων, καθ' ον χρόνο τελούσαν υπό τη φύλαξη των εναγόμενων είναι έκθετη σε απόρριψη και η τελευταία αξίωση του ενάγοντα με την οποία ζητά την έκδοση απόφασης εναντίον των εναγόμενων για το ποσό των €550,00 πλέον Φ.Π.Α., το οποίο, όπως είναι η - μη αποδειχθείσα - θέση του αντιπροσωπεύει την αξία των εν λόγω σιδερωτηρίων. Η ανταπαίτηση των εναγόμενων θα πρέπει να απορριφθεί επειδή αφορά στο ποσό με το οποίο αυτοί χρέωσαν μονομερώς τον ενάγοντα για υπηρεσίες που του προσέφεραν, ο οποίος, ωστόσο, ουδέποτε συμφώνησε να τους καταβάλει το συγκεκριμένο ποσό μα ούτε και υπόγραψε το σχετικό τιμολόγιο που αυτοί εξέδωσαν για τις υπηρεσίες τους, οπότε μόνο σε περίπτωση που αποδείκνυαν ποια ήταν η εύλογη αμοιβή για ανάλογες υπηρεσίες θα μπορούσαν να αξιώνουν βάσιμα από αυτόν, είτε το ποσό των €356,50 με τον οποίο τον είχαν χρεώσει (νοουμένου ότι το ποσό αυτό κρινόταν ότι αποτελούσε την εύλογη αμοιβή για τις υπηρεσίες τους) είτε με κάποιο άλλο ποσό. Κατ' ακολουθία όλων όσων ανάφερα εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον των εναγόμενων για το ποσό των €1.791,47 με νόμιμο τόκο επί του ποσού αυτού. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται. Αναφορικά με τα έξοδα παρατηρώ τα εξής: Η απαίτηση του ενάγοντα είναι σε κλίμακα άνω των €50.000,00 και περικλείει τέσσερις συνολικά αξιώσεις, εκ των οποίων ο ενάγοντας εξασφάλισε την έκδοση απόφασης για μέρος μόνο μίας από αυτές. Από την άλλη, η ανταπαίτηση των εναγόμενων που περικλείει μόνο μία αξίωση, για το ευτελές, θα έλεγα ποσό των €356,50, επίσης έχει απορριφθεί. Μολονότι ο ενάγοντας που έχει πετύχει μερικώς έστω σε μία από τις τέσσερις αξιώσεις του θεωρείται επιτυχών διάδικος, εντούτοις, δε μου διαφεύγει ότι ο περισσότερος δικαστικός χρόνος που δαπανήθηκε κατά την ακρόαση της αγωγής, κατά κύριο λόγο σπαταλήθηκε για σκοπούς απόδειξης των τριών απορριφθεισών αξιώσεών του ενάγοντα εναντίον των εναγόμενων, οι οποίοι ταλαιπωρήθηκαν, αφού, εκτός του ότι ήσαν υποχρεωμένοι να αντεξετάσουν τον ενάγοντα και τους διάφορους μάρτυρες που παρουσίασε για σκοπούς απόδειξης των εν λόγω αξιώσεών του, αναγκαστικά παρουσίασαν και αυτοί τους δικούς τους μάρτυρες, προκειμένου να αποδείξουν το αβάσιμο των συγκεκριμένων αξιώσεών του. Για όλους αυτούς τους λόγους, σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι απαίτηση και ανταπαίτηση έχουν συνεκδικαστεί θεωρώ πως η πλέον δίκαιη διαταγή για τα έξοδα την οποία εκδίδω είναι κάθε πλευρά να επωμιστεί τα δικά της. (Υπ.) . ........... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ-TA Subject: Civil/Other Actions /Final Αναφορά: Πολιτική - συμφωνία παροχής υπηρεσιών (ακύρωση σύμβασης υπαιτιότητι τρίτου και αποζημιώσεις, διαφυγόν κέρδος, συμφωνημένη/εύλογη αμοιβή για παροχή υπηρεσιών). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.