← Κύπρος

Μάρως Κυπρή ν. Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Δημοσίων Υπαλλήλων Λεμεσού Λτδ, Γεν. Αίτηση -Έφεση: 486/12, 12/9/2014

Μάρως Κυπρή ν. Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Δημοσίων Υπαλλήλων Λεμεσού Λτδ, Γεν. Αίτηση -Έφεση: 486/12, 12/9/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A321 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: N. Γεωργιάδη, Ε.Δ. Γεν. Αίτηση -Έφεση: 486/12 Επί τοις αφορώσι των Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/85 Άρθρο 52 και τον Περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ. 4, Άρθρο

  1. Μεταξύ: Μάρως Κυπρή από τη Λευκωσία Εφεσείουσας - Αιτήτριας και Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Δημοσίων Υπαλλήλων Λεμεσού Λτδ Εφεσιβλήτων - Καθ' ων η αίτηση ------------------ Ημερομηνία: 12/9/2014 Για την Εφεσείουσα - Αιτήτρια: κα Γεωργίου για Χαβιαρά & Φιλίππου ΔΕΠΕ Για τους Εφεσίβλητους - Καθ' ων η Αίτηση: κα. Μ. Μούζουρα για Χρ. Λουκά Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την Έφεση - Αίτηση (η «Αίτηση») της η Εφεσείουσα - Αιτήτρια (η «Αιτήτρια») αιτείται: «
  2. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να παραμερίζει και/ή ακυρώνει την απόφαση του Διαιτητού Λοϊζου Σωτηρίου ημερομηνίας 20/2/2012 η οποία εκδόθηκε εναντίον της αιτήτριας και προς όφελος του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Δημοσίων Υπαλλήλων Λεμεσού Λτδ η οποία αφορά το γραμμάτιο αρ. 17733 ημερ. 12/2001 για ποσό ΛΚ15,000 με τόκο 9% από 20/2/2012 με Πρωτοφειλέτη τον Αντρέα Στυλιανού και την αιτήτρια ως ένα εκ των εγγυητών αυτού, λόγω παρανομίας και/ή ακυρότητας της διαδικασίας και/ή ως ληφθείσα κατά παράβαση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης και/ή της Δίκαιης Δίκης και/ή των αρχών της επιεικείας.
  3. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να κηρύττει ως άκυρη και στερημένη οποιασδήποτε νομικής ισχύος την διαιτητική απόφαση του Λοϊζου Σωτηρίου ως διαιτητή ημερομηνίας 20/2/2012 όπως αυτή περιγράφεται στην παράγραφο 1 της αιτήσεως.
  4. Οποιανδήποτε άλλη Διαταγή ή περαιτέρω θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει εύλογη και/ή δίκαια υπό τας περιστάσεις». Στην αίτηση προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι έφεσης: «Α. Η απόφαση του διαιτητού εξεδόθη κάτω από πλάνη περί τον νόμο και τα πραγματικά γεγονότα. Β. Τα στοιχεία τα οποία έλαβε υπ' όψιν για την έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως ήταν ανεπαρκή και/ή εσφαλμένα. Γ. Η απόφαση του διαιτητού είναι άκυρη παράνομη, λανθασμένη και αντίθετη προς τον νόμο και τους κανονισμούς. Δ. Η απόφαση του διαιτητού δεν είναι δεόντως αιτιολογημένη και/ή πάσχει από έλλειψη αιτιολογίας και/ή ουδέν αναφέρει για τους παράγοντες που έλαβε υπ' όψιν. Ε. Ο διαιτητής παρέλειψε να εξετάσει την υπό κρίση υπόθεση αμερόληπτα και σύμφωνα με τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης. ΣΤ. Η απόφαση του διαιτητού εξεδόθη κατά παράβαση του Περί Συνεργατικών εταιρειών Νόμου, του περί τόκου Νόμου, του περί συμβάσεων Νόμου, των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης και της δίκαιης δίκης. Ζ. Ο εν λόγω διαιτητής άσκησε τα καθήκοντα του κατά τρόπο πλημμελή και μη αρμόζον σε πρόσωπο το οποίο ασκεί οιονεί Δικαστική διαδικασία. Η. Η απαίτηση του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Δημοσίων Υπαλλήλων Λεμεσού Λτδ εμποδίζεται (is estopped) ένεκα συμπεριφοράς και/ή έχει εγκαταλειφθεί και/ή θα έπρεπε να θεωρηθεί ως εγκαταλειφθείσα (waived)». Η αίτηση βασίζεται στο άρθρο 52

(4)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, στους Περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς, Θεσμοί 78 και 79 στα άρθρα 2, 20
(2)του Περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στη Δ.40, Θ.8, Δ.48 και Δ.49 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, στον Περί Τόκου Νόμο 2/77, στον Περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου, Ν.197(Ι)/2003στο δίκαιο της επιείκειας και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Αιτήτριας. Όπως ισχυρίζεται, στις 11/5/2012 της επιδόθηκε διαιτητική απόφαση του διαιτητή κ. Λοίζου Σωτηρίου ημερομηνίας 20/2/2102 σε σχέση με οφειλόμενο χρέος δυνάμει δανείου προς όφελος των Εφεσιβλήτων - Καθ' ων η Αίτηση (οι «Καθ' ων η Αίτηση»). Πρωτοφειλέτης είναι κάποιος κ. Ανδρέας Στυλιανού. Η Αιτήτρια είναι μια εκ των εγγυητών του. Εναντίον της εκδόθηκε απόφαση για ΛΚ15,000 (€29,332,76) με τόκο 9% από 20/2/2012 πλέον €150 έξοδα. Αντίγραφο της συμφωνίας δανείου επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  1. Ισχυρίζεται ότι το δάνειο έπρεπε να εξοφληθεί με δόσεις εκ ΛΚ200 έκαστη αρχής γενομένης την 31/1/
  2. Εξασφάλισε ανάλυση λογαριασμού του πρωτοφειλέτη (Τεκμήριο 2) στην οποία φαίνεται ότι οι Καθ' ων η Αίτηση συγκατατέθηκαν εν αγνοία της σε μείωση των δόσεων αρχικά σε ΛΚ140, μετά σε ΛΚ130 και αργότερα σε ΛΚ65 με αποτέλεσμα ο χρόνος αποπληρωμής να παραταθεί χωρίς να ειδοποιηθεί. Έμαθε για πρώτη φορά ότι ο πρωτοφειλέτης καθυστερούσε την οφειλή του με επιστολή ημερομηνίας 7/4/2011 (Τεκμήριο 3). Μέχρι εκείνη την ημερομηνία το δάνειο θα έπρεπε να είχε εξοφληθεί. Ακολούθησε πρόσκληση για παρουσία σε διαιτησία που θα διεξαγόταν στις 20/2/
  3. Η σχετική ειδοποίηση της επιδόθηκε έξι μέρες πριν τον ορισμό της υπόθεσης για διαιτησία. Αντίγραφο της ειδοποίησης επισυνάπτεται ως (Τεκμήριο 4). Η παράλειψη των Καθ' ων η Αίτηση να την ενημερώσουν έγκαιρα ως επίσης η μείωση της δόσης χωρίς ενημέρωση ήταν αντίθετη με την τραπεζική πρακτική η οποία επικυρώθηκε αργότερα από τον Περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου, Ν.197(Ι)/2003(ο «Ν.197
(1)/2003»). Επίσης οι Καθ' ων η Αίτηση δεν έλαβαν μέτρα για τη διαφύλαξη των δικαιωμάτων των εγγυητών. Όλα τα θέματα αυτά δεν φαίνεται να απασχόλησαν τον διαιτητή κατά την έκδοση της απόφασης του με αποτέλεσμα αυτή να πάσχει «λόγω παρανομίας και ή παρατυπίας την οποία όφειλε και/ή ήτο υποχρεωμένος να αντιληφθεί και να ανακόψει και/ ή εξέδωσε αυτή κάτω από λανθασμένη νομική αντίληψη των ζητημάτων». Για το λόγο αυτό η εν λόγω διαιτητική απόφαση πρέπει να ακυρωθεί ή να παραμεριστεί. Η Ένσταση Οι Καθ' ων η Αίτηση καταχώρισαν ένσταση προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους: 1) Οι εφεσείοντες δε νομιμοποιούνται στην αιτούμενη θεραπεία και/ή η έφεσή τους είναι αβάσιμη και ανυπόστατη και χωρίς οποιοδήποτε νομικό ή πραγματικό έρεισμα. 2) Η διαδικασία έκδοσης της διαιτητικής απόφασης ήταν καθόλα νόμιμη και έγκυρη και κατά την διεξαγωγή της τηρήθηκαν όλες οι αρχές της φυσικής δικαιοσύνης, της δίκαιης δίκης και επιείκειας και ως εκ τούτου οι ισχυρισμοί της Εφεσείουσας είναι ανυπόστατοι και δεν αντικατοπτρίζουν σε καμία περίπτωση την πραγματικότητα κατά τη διεξαγωγή της διαιτησίας. 3) Η διαιτητική απόφαση έχει πλήρη νομική ισχύ καθώς εκδόθηκε με πλήρη νομιμότητα από το νόμιμα διορισμένο προς εκδίκαση της διαφοράς, διαιτητή κ. Λοϊζο Σωτήριο. 4) Ο διαιτητής σε καμία περίπτωση δεν επλανήθη περί τον νόμο και η απόφαση του είναι από όλες τις απόψεις ορθή και είναι βασισμένη στα πραγματικά και αληθινά γεγονότα που είχε ενώπιον του. 5) Τα στοιχεία τα οποία παρουσιάστηκαν στο διαιτητή δεν είναι σε καμία περίπτωση ανεπαρκή ή εσφαλμένα και η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε από τον διαιτητή με όλα τα απαραίτητα και αναγκαία στοιχεία να είναι ενώπιον του. 6) Η απόφαση του διαιτητή είναι από όλες τις απόψεις νόμιμη και έγκυρη και είναι σε πλήρη συνάρτηση και συμφωνία με όλους τους νόμους και κανονισμούς της Κυπριακής Δημοκρατίας. 7) Η απόφαση του διαιτητή είναι πλήρως αιτιολογημένη και εν πάση περιπτώσει δεν απαιτείτο σε καμία περίπτωση περαιτέρω αιτιολόγηση από τον διαιτητή καθότι η απόφαση δεν ήταν αποτέλεσμα ακροαματικής διαδικασίας, αλλά παραδοχής από την εφεσείουσα. 8) Ο διαιτητής εξέτασε την υπόθεση με δίκαιο και αξιοκρατικό τρόπο και η απόφαση του ήταν σε πλήρη εναρμόνιση με όλες τις Νομοθεσίες, Κανονισμούς, Πρακτική αλλά και τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης και των συνταγματικών δικαιωμάτων της Εφεσείουσας. 9) Ο διαιτητής άσκησε τα καθήκοντα του επιμελώς και υπεύθυνα και συμμορφούμενος πλήρως με τους δικονομικούς και νομικούς κανόνες και θέσμια τα οποία απαιτεί και προστάζει το καθήκον και το αξίωμα του διαιτητή. 10) Η απαίτηση των Εφεσιβλήτων δεν εμποδίζεται ή έχει εγκαταλειφθεί λόγω συμπεριφοράς, καθώς οι Εφεσίβλητοι σε καμία περίπτωση δεν επέδειξαν τέτοια συμπεριφορά και ουδέποτε προέβηκαν σε οποιεσδήποτε ενέργειες ή υποδείξεις, που να δημιουργούν την εντύπωση στην εφεσείουσα ότι έχουν εγκαταλείψει τα δικαιώματα τους, αλλά αντίθετα τόσο ο πρωτοφειλέτης του δανείου όσο και οι εγγυητές είχαν πλήρη επίγνωση τόσο της πορείας του δανείου όσο και των συνεπειών που θα επέφερε η καθυστερημένη αποπληρωμή των δόσεων του. 11) Οι λόγοι οι οποίοι επικαλείται η εφεσείουσα για παραμερισμό της διαιτητικής απόφασης εναντίον της, δεν μπορούν να εξεταστούν στο παρόν στάδιο καθώς έπρεπε να τεθούν προς εξέταση ενώπιον του διαιτητή, κάτι το οποίο ουδέποτε έπραξε η Εφεσείουσα. 12) Πλήρης επεξήγηση των λόγων της ένστασης αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του Γραμματέα/Διευθυντή των εφεσίβλητων κ. Φίλιππου Βακανά. Η ένσταση βασίζεται στο άρθρο 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, επί του άρθρου 20 του Περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4, στη Δ.48 Θ.Θ.4-8 και Δ.64 των των Θεσμών της Πολικής Δικονομίας όπως τροποποιήθηκαν, στο άρθρο 36 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60και επί της εγγενούς εξουσίας και διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Η Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την Ένσταση: Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. Φίλιππου Βακανά ο οποίος είναι γραμματέας/διευθυντής των Καθ' ων η Αίτηση. Ισχυρίζεται ότι, κατά τον ουσιώδη με την παρούσα υπόθεση χρόνο, εργαζόταν και συνεχίζει να εργάζεται στην υπηρεσία των Καθ' ων η Αίτηση και έχει πλήρη γνώση των γεγονότων της υπόθεσης. Όσα γεγονότα δεν εμπίπτουν στη προσωπική του γνώση τα πληροφορήθηκε από έγγραφα που περιήλθαν στη κατοχή και τον έλεγχο του καθώς και από πληροφορίες που του δόθηκαν από τον δικηγόρο των Καθ' ων η Αίτηση. Ήταν επίσης παρόν κατά τη διεξαγωγή της διαιτησίας ως εκπρόσωπος των Καθ' ων η Αίτηση. Από την ένορκη δήλωση της Αιτήτριας δέχεται την έκδοση διαιτητικής απόφασης εναντίον της ως επίσης και το Τεκμήριο 1. Παραδέχεται επίσης ότι το δάνειο προς τον πρωτοφειλέτη ήταν για ΛΚ15,000 (€25,629.02) και ότι η Αιτήτρια ήταν εγγυήτρια. Το δάνειο θα αποπληρωνόταν με μηνιαίες δόσεις των Λ.Κ.200 έκαστη. Οι Καθ' ων η Αίτηση ουδέποτε συγκατατέθηκαν σε οποιαδήποτε μείωση των δόσεων ή σε παράταση του χρόνου εξόφλησης. Σε καμία συνεπώς περίπτωση δεν προέβηκαν σε πράξη που να πλήττει τα συμφέροντα των εγγυητών. Το θέμα αυτό δεν ηγέρθηκε από την Αιτήτρια κατά την διαδικασία της διαιτησίας. Η επιστολή 7/4/2011 (Τεκμήριο 3) είναι επίσης αποδεκτή. Η Αιτήτρια όμως, είχε πλήρη γνώση και ήταν ενήμερη για τις καθυστερήσεις που παρουσιάστηκαν στην αποπληρωμή του δανείου. Παραδέχεται ότι αποστάληκε η επιστολή Τεκμήριο 4 (Ειδοποίηση για διαιτησία) και ότι αυτή επιδόθηκε έξι μόλις μέρες προηγουμένως από την ημερομηνία ορισμού της διαιτησίας. Αρνείται τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας ότι οι Καθ' ων η Αίτηση λειτούργησαν κατά παράβαση οποιασδήποτε τραπεζικής πρακτικής. Το θέμα αυτό επίσης δεν ηγέρθηκε στην διαδικασία της διαιτησίας ως εκ τούτου η Αιτήτρια εμποδίζεται από το να εγείρει στην παρούσα αίτηση τα θέματα αυτά. Ο Ν.197
(1)2003 δεν τυγχάνει εφαρμογής αφού είναι μεταγενέστερος της συμφωνίας δανείου. Αρνείται ότι υπάρχουν οποιοδήποτε ανατοκισμοί. Η Αιτήτρια ενημερωνόταν τακτικά για τις καθυστερήσεις που υπήρχαν και ουδέποτε αυτή οι υπόλοιποι εγγυητές ή ο πρωτοφειλέτης έδειξαν οποιοδήποτε ενδιαφέρον. Η διαιτητική απόφαση είναι καθ' όλα νόμιμη και δεσμευτική. Η Αιτήτρια κατά την διαδικασία της διαιτησίας προσήλθε και αφού της παρουσιάστηκαν όλα τα σχετικά με το δάνειο έγγραφα και η κατάσταση λογαριασμού του δανείου και αφού αποδέχθηκε ότι υπέγραψε τη σχετική σύμβαση εγγύησης αποδέχθηκε και το χρέος χωρίς να αναφέρει οτιδήποτε άλλο. Κατά την διάρκεια διεξαγωγής της διαιτησίας ουδέποτε προβλήθηκε οποιοσδήποτε από τους ισχυρισμούς που προβάλλει τώρα. Αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις. Η Ακρόαση της Αίτησης και η επιχειρηματολογία των μερών Η ακρόαση της Αίτησης έγινε επί των ενόρκων δηλώσεων. Δεν ζητήθηκε προσκόμιση άλλης μαρτυρίας (προφορικής ή με συμπληρωματική ένορκη δήλωση) ούτε η αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Οι συνήγοροι των διαδίκων περιορίστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις τα κυριότερα σημεία των οποίων συνοψίζονται πιο κάτω. Επιχειρηματολογία δικηγόρου Αιτήτριας Η Αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 52
(4)και
(5)[1] του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, Ν.22/85(«Ν.22/85») (παρατίθενται τα εδάφια
(4)και
(5)του άρθρου πριν την τροποποίηση με το Ν.107(Ι)/2013). Με αναφορά στην Ανδρέας Χατζηγεωργίου Νικολάου ν. Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς, Πολ. Έφεση 357/2008, 11/4/2012 και στην Αίτηση Σωτηρούλλας Κωνσταντινίδου
(1995)1 ΑΑΔ 827 εισηγήθηκε ότι ζητήματα που αφορούν την ουσία και την ορθότητα διαιτητικής απόφασης εγείρονται στα πλαίσια αίτησης-έφεσης. Ως προς την αποδοχή μειωμένης δόσης και παράτασης χρόνου προέβαλε ότι προκύπτει αδιαμφισβήτητα από την κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο
  1. Το γεγονός αυτό τέθηκε σε γνώση της μετά την έκδοση της διαιτητικής απόφασης. Περαιτέρω υπήρξε καθυστέρηση λήψης μέτρων. Η επιστολή Τεκμήριο 3 της απεστάλη όταν το δάνειο έπρεπε να είχε ήδη εξοφληθεί. Η συμπεριφορά των Καθ' ων η Αίτηση προσκρούει στο άρθρο 12[2] του Ν. 197(Ι)/
  2. Διαζευκτικά σε περίπτωση που δεν ισχύει αναδρομικά το εν λόγω άρθρο στηρίζονται στο άρθρο 97[3] του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.
  3. Η συμπεριφορά των Καθ' ων η Αίτηση επηρέασε δυσμενώς τα δικαιώματά της . Ο διαιτητής δεν τα έλαβε υπόψη στην Απόφασή του. Η αναφορά ότι η Αιτήτρια την έχει αποδεχθεί είναι άκρως παραπλανητική. Επιχειρηματολογία δικηγόρου των Καθ' ων η Αίτηση Τα επιχειρήματά του συνοψίζονται ως ακολούθως: · Σύμφωνα με το άρθρο 52 του Ν. 22/85 ως ίσχυε πριν τον Τροποποιητικό Νόμο 107(Ι)/2013 η διαδικασία διαιτησίας διεξάγεται σύμφωνα με τον περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ. 4 («Κεφ. 4»). Ως εκ τούτου παραμερισμός απόφασης χωρεί μόνο σύμφωνα με τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 20
(2)[4] του Κεφ. 4. · Η διαδικασία προσβολής της απόφαση είναι πρωτογενής. Με αναφορά στην Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Dynacon Ltd
(1998)1 ΑΑΔ 1978, στην Iacovou Brothers (Constructions) Ltd v. Fashionwise Ltd
(2002)1 ΑΑΔ 1377 και στη πρωτόδικη απόφαση στην Αίτηση Αρ. 1340/09, OAO Baltiyskiy Bank v. Artur Vladimirovich Kirilenko, ημερ. 12/4/2011 (Απόφαση ΠΕΔ Χριστοδούλου όπως ήταν τότε) τόνισε ότι όπου τα γεγονότα αμφισβητούνται επιβάλλεται η προσαγωγή προφορικής μαρτυρίας. Από τη στιγμή που δεν ζητήθηκε η προσαγωγή προφορικής μαρτυρίας οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας παρέμειναν ατεκμηρίωτοι και οι ισχυρισμοί των Καθ' ων η Αίτηση αναντίλεκτοι. · Πέραν τούτου δεν διαφαίνεται από την ένορκη δήλωση της Αιτήτριας αν τα θέματα που εγείρει τέθηκαν στον διαιτητή για να τα αποφασίσει ή αν ανέμενε αυτό να τα εξετάσει από μόνος του. Σύμφωνα με την Ελένη Κούλλουρου ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αθηαίνου
(2005)1Β ΑΑΔ 987 η Αιτήτρια δεν μπορεί να προβάλλει ισχυρισμούς οι οποίοι έπρεπε να είχαν τεθεί αρχικά ενώπιον του διαιτητή. · Δεν τέθηκε καμία λεπτομέρεια ανάρμοστης συμπεριφοράς δυνάμει του άρθρου 20
(2)του Κεφ.
  1. · Η μαρτυρία του κ. Βακανά ότι ουδέποτε συγκατατέθηκαν στη μείωση των μηνιαίων δόσεων του δανείου έμεινε αναντίλεκτη. · Το γεγονός ότι στην κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 2 φαίνεται μείωση στην καταβολή των δόσεων του πρωτοφειλέτη δεν υποδηλοί συγκατάθεση των Καθ' ων η Αίτηση. Εν πάση περιπτώσει το λεκτικό της εγγύησης «οιαδήποτε καθυστέρησης ή παράτασης ή αναστολή πληρωμής δόσεων τινός ή ολοκλήρου του χρέους, δεν απαλλάσσει ημάς της ευθύνης της εγγυήσεως» τους καλύπτει πλήρως. · Ο ισχυρισμός του κ. Βακανά ότι ενημέρωναν τους εγγυητές για τις καθυστερήσεις έμεινε αναντίλεκτος. Εν πάση περιπτώσει ο Ν. 197(Ι)/2003δεν εφαρμόζεται στην παρούσα συμφωνία. Το άρθρο 13[5] δεν δίδει αναδρομική ισχύ στο Νόμο. · Οι ισχυρισμοί για ανατοκισμούς είναι ανυπόστατοι. Ο περί Τόκου Νόμος, Ν. 2/77δεν είχε εφαρμογή κατά το χρόνο κατάρτισης της συμφωνίας. Εφαρμογή είχε ο περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου του 1999, Ν. 160(Ι)/1999ο οποίος τέθηκε σε εφαρμογή 1/1/
  2. · Η απόφαση του διαιτητή είναι πλήρως αιτιολογημένη και ξεκάθαρη. Γεγονότα. Προτού εξετάσω την νομική πτυχή κρίνω αναγκαίο να παραθέσω τα παραδεκτά γεγονότα όπως αυτά προκύπτουν από τις ένορκες δηλώσεις. · Στις 20/2/2012 εκδόθηκε διαιτητική απόφαση εναντίον της Αιτήτριας -Παράρτημα Α στην Αίτηση- για το ποσό των ΛΚ15,000 (€29,332,76) με τόκο 9% από 20/2/2012 πλέον €150 έξοδα. · Η απαίτηση των Καθ' ων η Αίτηση προέκυψε από συμφωνία δανείου (Γραμμάτιο) ημερομηνίας 12/1/2001 - Τεκμήριο
  3. Πρωτοφειλέτης ήταν κάποιος κ. Ανδρέας Στυλιανού. Η Αιτήτρια ήταν μια από τους Εγγυητές του. Η υπογραφή της, το ποσό δανείου ως επίσης και οι όροι αποπληρωμής του δανείου δεν αμφισβητούνται. · Η αποστολή και λήψη ειδοποίησης από τους Καθ' ων η Αίτηση στην Αιτήτρια ημερ. 7/4/2011 - Τεκμήριο
  4. · Η αποστολή και λήψη της πρόσκλησης για διαιτησία που θα διεξαγόταν στις 20/2/2012 - Τεκμήριο
  5. Η σχετική ειδοποίηση επιδόθηκε στην Αιτήτρια έξι μέρες πριν τον ορισμό της υπόθεσης για διαιτησία. Νομική Πτυχή. Η παρούσα η διαφορά παραπέμφθηκε σε διαιτησία δυνάμει του άρθρου 52 του Ν. 22/
  6. Το άρθρο 52
(2)τροποποιήθηκε από τον Νόμο 107(Ι)/2013[6] και ακολούθως από το Νόμο 122(Ι)/2014[7]. Πριν την τροποποίηση το άρθρο 52
(2)ήταν το ακόλουθο: «
(2)Ο Έφορος δύναται, επί τη λήψει της δυνάμει του εδαφίου
(1)παραπομπής: (α) να επιχειρήση συνδιαλλαγήν της διαφοράς· ή (β) να παραπέμπη την διαφοράν προς επίλυσιν εις διαιτησίαν ήτις διεξάγεται συμφώνως προς τας διατάξεις της εκάστοτε ισχυούσης νομοθεσίας περί διαιτησίας». Ως εκ των άνω η διαιτησία στην υπό εξέταση περίπτωση έπρεπε να διεξαχθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του Κεφ. 4. Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 52
(4)του Ν. 22/85 οποιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση του διαιτητή δύναται να υποβάλει έφεση στο Δικαστήριο εντός 21 ημερών από την ημερομηνία της προς αυτόν γνωστοποίησης της απόφασης του διαιτητή. H Αιτήτρια στηρίζει την αίτηση της, ως φαίνεται από τη νομική της βάση, στο άρθρο 20
(2)του Κεφ. 4. Στην υπόθεση Σολωμού ν. Laiki Cyprialife Ltd,
(2010)1Α ΑΑΔ 687 η εν λόγω διάταξη προσεγγίστηκε ως ακολούθως (Δ. Ναθαναήλ σελ. 696 - 698 ): «Ενδιαφέρει εδώ το εδάφιο
(2), εφόσον είχε επιδιωχθεί πρωτοδίκως η ακύρωση ή παραμερισμός της διαιτητικής απόφασης. Στο πρωτότυπο Αγγλικό κείμενο, ο όρος που χρησιμοποιείται στο άρθρο 23
(1)του Arbitration Act 1950 απ΄ όπου λήφθηκε το Κεφ. 4, είναι «misconduct», και έχει πλειστάκις ερμηνευτεί να περιλαμβάνει διάφορες κατηγορίες που δυνατόν να αφορούν στη συμπεριφορά του ιδίου του διαιτητή ή τον τρόπο διεξαγωγής της διαιτησίας («.. has misconducted himself or the proceedings ....». Στον Russell on Arbitration 16η έκδ. σελ. 307, θεωρείται λανθασμένη συμπεριφορά η εκ μέρους του διαιτητή ακρόαση μαρτύρων ή εξέταση εγγράφων στην απουσία των διαδίκων, η απόδοση στον εαυτόν του ενός συνολικού ποσού για τα έξοδα του, ώστε να αποκλείει τους διαδίκους από του να ενστούν στις χρεώσεις του, (δέστε την απόφαση K/S Norjarl A/S v. Hyundai Heavy Industries Co. Ltd
(1991)3 W.L.R. 1025 για κατεύθυνση ως προς τον τρόπο χρέωσης αμοιβής από ένα διαιτητή), η εκ μέρους του παράλειψη να εξασκήσει όλες τις εξουσίες του ή η λανθασμένη άσκηση διακριτικής ευχέρειας. Στη δε σελ. 309, αναφέρεται σε σχέση με τη διεξαγωγή της διαιτησίας, ότι οι κύριοι άξονες επί των οποίων μπορεί να υποβληθεί επιτυχώς αίτηση για παραμερισμό, είναι η εκ μέρους του διαιτητή διεξαγωγή της διαιτησίας ex parte χωρίς ουσιώδη λόγο, ο αποκλεισμός ατόμων που έχουν δικαίωμα να είναι παρόντα, η λανθασμένη απόρριψη ή αποδοχή μαρτυρίας και η λανθασμένη μετακύλιση καθηκόντων. Η κλασσική αντιμετώπιση της έννοιας του «misconduct», έχει βέβαια αναφορά στη δωροδοκία του διαιτητή ή στην ύπαρξη εκ μέρους του μυστικού συμφέροντος στην ενώπιον του διαφορά. Επεκτείνεται όμως και σε θέματα πέραν αυτών, ώστε ακόμη και στην απουσία ηθικά ή δεοντολογικά ανάρμοστης συμπεριφοράς, να ελέγχονται και οι περιπτώσεις λανθασμένης λήψης ή αποκλεισμού μαρτυρίας ή η αποδοχή εξωγενούς μαρτυρίας για την ερμηνεία συμβολαίου, (Paniccos Harakis Ltd v. The Official Receiver as administrator of the estate of the bankrupt Takis Vryonides
(1978)1 C.L.R. 15 σελ. 23, τις εκεί αναφερόμενες υποθέσεις, καθώς και την πρόσφατη απόφαση στην ΔΗ.ΜΑ.ΡΩ. ΛΤΔ ν. Lakis Georghiou Constructions Ltd, Πολ. Έφ. αρ. 240/07, ημερ. 19.2.2010), ή, η έκδοση απόφασης επί παρανόμου συμφωνίας (David Taylor & Son v. Barnett
(1953)1 W.L.R. 562). Όπως έχει αποφασιστεί και στην A.N. Stasis Estates Co. Ltd v. G.M.P. Katsambas Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 2006), (που αφορούσε περίπτωση παραπομπής τεχνικών θεμάτων σε διαιτησία, εν μέσω δικαστικής αγωγής), «Η πλημμελής εκτέλεση των καθηκόντων του διαιτητή συνιστά λόγο ακύρωσης του τελικού του πορίσματος» ενώ «.. παράβαση βασικού δικονομικού κανόνα .. κλονίζει το θεμέλιο της όλης διαδικασίας» (εκεί ο διαιτητής είχε λανθασμένα υιοθετήσει, έξω από τους όρους εντολής του, τη μαρτυρία που είχε προηγηθεί στο Δικαστήριο). Πουθενά, όμως, η μέχρι τούδε νομική θεώρηση των προνοιών του άρθρου 20
(2), δεν έχει συμπεριλάβει, (στην απουσία βεβαίως παραβιάσεων των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης), και, την ενδεχομένως λανθασμένη νομική ερμηνεία ενός εγγράφου. Η παραδοσιακή αντίληψη περί του σκοπού της παραπομπής μιας διαφοράς σε διαιτησία, είναι ακριβώς η ταχεία και τελεσίδικη επίλυση της. Όπως εξηγείται στο Russell - πιο πάνω - σελ. 289, υπήρχε στο κοινοδίκαιο σύμφυτη εξουσία παραμερισμού απόφασης, η δε νομοθετική χρήση της λέξης «misconduct» γενικά, που ήταν νέα στο Arbitration Act 1889 και η μετέπειτα χρήση του «misconduct of the proceedings» στο μεταγενέστερο Arbitration Act 1934, που διατηρήθηκε και στο Arbitration Act 1950, είχε στην ουσία χαρακτήρα δηλωτικό της προηγούμενης νομολογίας. Όπως δε εξηγείται και στη μεταγενέστερη 23η έκδοση του Russel on Arbitration
(2007), σελ. 375 παρ. 7-056, τα Δικαστήρια ήταν πάντοτε απρόθυμα να επεμβαίνουν στις διαιτητικές διαδικασίες, εκτός όπου η νομοθεσία παρείχε ειδικά τέτοια δυνατότητα, οι δε αποφάσεις των διαιτητών γενικώς δεν ήταν δεκτικές αναθεώρησης από το Δικαστήριο, εκτός στο βαθμό που ο διαιτητής υπερέβη τη δικαιοδοσία του ή ενήργησε κατά τρόπο πασιφανή εναντίον των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης». και στη σελ. 700: «Τα αποφασισθέντα ανωτέρω ως προς το ότι η νομική εμβέλεια της έννοιας της ανάρμοστης συμπεριφοράς δεν περιλαμβάνει και τη νομική ερμηνεία εγγράφου, σφραγίζει και την τύχη της έφεσης». Στην Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Dynacon Ltd κ.ά.
(1999)1Β ΑΑΔ. 717 αναφέρθηκε ότι στον όρο "misconduct", ανάρμοστη συμπεριφορά, αποδίδεται ευρεία ερμηνεία, όπως προκύπτει από τις αγγλικές αποφάσεις ερμηνευτικές του Άρθρου 23
(1)του Arbitration Act 1950. Στην υπόθεση εκείνη κρίθηκε ότι ήταν εντελώς ανεπίτρεπτο για το διαιτητή μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας και την επιφύλαξη της απόφασης να προβεί σε συζήτηση των εγειρομένων θεμάτων με ένα εκ των διαδίκων και μάλιστα στην απουσία της άλλης πλευράς. Στην Ελένη Κούλλουρου ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αθηαίνου
(2005)1Β ΑΑΔ 987 εκδόθηκε διαιτητική απόφαση υπέρ της εφεσίβλητης συνεργατικής πιστωτικής εταιρείας στην απουσία της εφεσείουσας. Η εφεσείουσα καταχώρισε αίτηση υπό μορφή έφεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 52
(4)του Ν.22/
  1. Η μη δεόντως δικαιολογηθείσα παράλειψη της εφεσείουσας να παρουσιαστεί κατά τη διαιτητική διαδικασία και να υποβάλει τις θέσεις της επί της απαίτησης της εφεσίβλητης απέβη μοιραία για την τύχη της αίτησης τόσο πρωτοδίκως όσο και κατ' έφεση. Η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η εφεσείουσα δεν μπορούσε να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου θέσεις τις οποίες δεν είχε θέσει ενώπιον του διαιτητή, κρίθηκε ορθή. Στην σελ. 992 - 993 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα από τον Δ. Χατζηχαμπή: «Εφ' όσον η Εφεσείουσα δεν παραπονείται ότι κακώς η διαιτησία διεξήχθη στην απουσία της (που δεν εκπλήττει αφού η ίδια αν και ειδοποιήθηκε δεν παρουσιάσθηκε), ο Διαιτητής δεν μπορούσε παρά να αποφασίσει με βάση τα στοιχεία που είχε ενώπιον του. Είναι ουσιαστικά ορθή λοιπόν η απόφαση του ευπαίδευτου πρωτόδικου Δικαστή ότι η Εφεσείουσα δεν μπορούσε να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου θέσεις τις οποίες δεν είχε θέσει ενώπιον του Διαιτητή. Αναγνωρίζοντας τις δυσκολίες της θέσης της, η Εφεσείουσα περιορίζει ουσιαστικά το παράπονο της στο ότι η μη εμφάνιση της δεν επέτρεπε στο Διαιτητή και να εκδώσει απόφαση χωρίς αυτή να δικαιολογείτο από τα στοιχεία που είχε ενώπιον του. Αυτό όμως δεν βοηθά τα πράγματα. Τα στοιχεία που ετέθησαν ενώπιον του διαιτητή όχι μόνο δεν εδάνειζαν έρεισμα στις εισηγήσεις που κάνει η Εφεσείουσα για παράνομους τόκους και εικονικότητα αλλά και δικαιολογούσαν πλήρως την απόφαση του. Η παράλειψη της Εφεσείουσας να καθορίσει με στοιχεία το τι θεωρούσε επίδικο ενώπιον του Διαιτητή συνέχιζε λοιπόν να έχει καταλυτική επίδραση στο όλο θέμα. Ούτε ο ευπαίδευτος πρωτόδικος Δικαστής ούτε το Εφετείο θα μπορούσε να κρίνει εξ υπαρχής το θέμα εκτός αν, από τα στοιχεία που ετέθησαν ενώπιον του Διαιτητή, δεν δικαιολογείτο η απόφαση του». Ο διαιτητής είναι υπόχρεος να αποφασίσει τη διαφορά με βάση την ενώπιον του μαρτυρία όπως αυτή έχει τεθεί από τα μέρη (βλ. σελ. Russell on the Law of Arbitration, by Antony Walton QC, 19th ed, 1979, 285-286[8]). Αξιολόγηση Είναι η θέση των Καθ' ων η Αίτηση ότι από τη στιγμή που αμφισβητούνται γεγονότα η Αιτήτρια όφειλε να προσκομίσει προφορική μαρτυρία προς αντίκρουσή τους. Το δεδομένο στην παρούσα περίπτωση είναι ότι η Αιτήτρια δεν αιτήθηκε ούτε την προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας ή συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ούτε την αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα κ. Βακανά. Χωρίς να τοποθετούμαι οριστικά επί του ζητήματος της διαδικασίας, δηλ. αν η δίκη διεξάγεται με βάση τη Δ.48, Θ.4 ή με προφορική μαρτυρία, κρίνω ότι το αποτέλεσμα είναι στην πράξη το ίδιο. Υπάρχει αμφισβήτηση ουσιωδών ισχυρισμών της Αιτήτριας τους οποίους όφειλε να αντικρούσει. Ειδικότερα επί της ουσίας οι Καθ' ων η Αίτηση αμφισβητούν: Την παράταση χρόνου αποπληρωμής του δανείου στον πρωτοφειλέτη. Την μη ενημέρωσή της Αιτήτριας για τις καθυστερήσεις και γενικότερα τη μη διαφύλαξη των συμφερόντων της. Τους ανατοκισμούς που κατ' ισχυρισμόν περιέχονται στην κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο
  2. Πέραν τούτου υπάρχει ουσιώδης διαφορά ως προς το τι απασχόλησε τον διαιτητή και ως προς το τι τέθηκε ενώπιον του για να αποφασίσει. Ακόμη όμως και αν δεχόμουν τη μαρτυρία της Αιτήτριας ως έχει στην ένορκή της δήλωση δεν έχει διευκρινίσει: Ποια συμμετοχή είχε στη διαδικασία διαιτησίας. Τι έθεσε ενώπιον του διαιτητή από πλευράς ισχυρισμών και μαρτυρίας. Ποια διαδικασία ακολουθήθηκε. Τα όσα αναφέρει στην παράγραφο 10 της ένορκης δήλωσής της ότι η απόφαση του διαιτητή πάσχει «λόγω παρανομίας και ή παρατυπίας την οποία όφειλε και/ή ήτο υποχρεωμένος να αντιληφθεί και να ανακόψει και/ ή εξέδωσε αυτή κάτω από λανθασμένη νομική αντίληψη των ζητημάτων». Δεν μπορεί να καλύψει το κενό. Εκτός του γεγονότος ότι είναι νομικά ανεπίτρεπτη η ύπαρξη διαζευκτικών ισχυρισμών σε ένορκη δήλωση (βλ. EL FATH CO. FOR INTERNATIONAL TRADE S.A.E. ν. E.D.T. SHIPPING LTD κ.α
(1992)1Β ΑΑΔ 1255 - Απόφαση σε Αγωγή Ναυτοδικείου) δεν παρέχεται ικανοποιητικό υπόβαθρο στο οποίο στο Δικαστήριο θα μπορούσε να στηριχθεί ώστε να προβεί σε οποιοδήποτε εύρημα αναφορικά με τη διαδικασία που ακολουθήθηκε, τυχόν ύπαρξης σφάλματος, αντικανονικότητας ή ανάρμοστης συμπεριφοράς του διαιτητή. Κατάληξη Ενόψει των όσων ανέφερα η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογιστούν και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Ν. Γεωργιάδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other actions/Final/Setting Aside of Arbitration Award Αναφορά: Διαιτητική Απόφαση/ Τελική/Παραμερισμός Διαιτητικής Απόφασης [1]
(4)Οιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτόν του ηδικημένον από την απόφασιν οιουδήποτε διαιτητού ή διαιτητών δύναται να υποβάλη έφεσιν εις το Δικαστήριον εντός είκοσι και μιας ημερών από της ημερομηνίας της προς αυτόν γνωστοποιήσεως της αποφάσεως.
(5)Αν οποιαδήποτε απόφαση του διαιτητή ή των διαιτητών, με βάση το εδάφιο
(2), δεν έχει εφεσιβληθεί στο δικαστήριο, σύμφωνα με το εδάφιο
(4), ή αν η έφεση κατ' αυτής εγκαταλειφθεί ή αποσυρθεί, η διαιτητική απόφαση είναι τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως αν να ήταν απόφαση πολιτικού δικαστηρίου. [2] 12.
(1)Σε κάθε σύμβαση εγγύησης, ο πιστωτής υποχρεούται να ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση και γραπτώς τον εγγυητή με επιστολή του στη διεύθυνσή του που καταγράφηκε στη συμφωνία δανείου ή στην τελευταία γνωστή στον πιστωτή διεύθυνσή του για κάθε καθυστέρηση καταβολής τριών τουλάχιστον δόσεων ή αθέτηση από τον πρωτοφειλέτη οποιασδήποτε άλλης υπόσχεσης ή υποχρέωσής του δυνάμει της συμφωνίας δανείου ή άρση ή μεταβολή οποιασδήποτε επιβάρυνσης που είχε τεθεί στην περιουσία του προς όφελος του πιστωτή για τους σκοπούς της συμφωνίας δανείου.
(2)Σε κάθε σύμβαση εγγύησης, ο πιστωτής υποχρεούται να οχλήσει τον πρωτοφειλέτη σε κατάλληλο χρόνο με επιστολή του στη διεύθυνση που καταγράφηκε στη σύμβαση δανείου ή στην τελευταία γνωστή στον πιστωτή διεύθυνση του πρωτοφειλέτη καλώντας τον να εκπληρώσει τη δυνάμει της συμφωνίας δανείου υπόσχεση ή υποχρέωσή του να αποπληρώσει το δάνειο, η οποία αποτελεί αντικείμενο της σύμβασης εγγύησης, ανεξάρτητα από το κατά πόσο ο πρωτοφειλέτης ανέλαβε ή δεν ανέλαβε υποχρέωση δυνάμει της συμφωνίας δανείου να εκπληρώσει την εν λόγω υπόσχεση ή υποχρέωση κατόπιν οχλήσεως του πιστωτή: Νοείται ότι, στον όρο «κατάλληλος χρόνος», αποδίδεται η ίδια έννοια που αποδίδεται στον όρο στο άρθρο 48 του περί Συμβάσεων Νόμου, και το τι είναι κατάλληλος χρόνος, αποτελεί εν πάση περιπτώσει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, πραγματικό ζήτημα.
(3)Παράλειψη εκτέλεσης από τον πιστωτή, οποιασδήποτε υποχρέωσης που του επιβάλλεται κατά τα διαλαμβανόμενα στα εδάφια
(1)και
(2)του παρόντος άρθρου : - (α) θεωρείται παράλειψη τέλεσης πράξης που επιβάλλεται από τις υποχρεώσεις του πιστωτή προς τον εγγυητή μέσα στην έννοια του άρθρου 97 του περί Συμβάσεων Νόμου, και απαλλάσσει τον εγγυητή σε περίπτωση που συνεπεία αυτής παραβλάπτεται, όπως προβλέπεται στο εν λόγω άρθρο, η τελική ικανοποίηση του ιδίου του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη, (β) συνιστά εν πάση περιπτώσει, παραβίαση ουσιώδους όρου της σύμβασης εγγύησης από τον πιστωτή, σε σχέση με την οποία παρέχονται στον εγγυητή και πιστωτή, οι θεραπείες, οι υπερασπίσεις, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις, που παρέχονται δυνάμει του περί Συμβάσεων Νόμου σε σχέση με παραβίαση ουσιώδους όρου σύμβασης από αντισυμβαλλόμενο. [3] 97. Αν ο πιστωτής τελέσει πράξη ασυμβίβαστη με τα δικαιώματα του εγγυητή, ή παραλείψει να τελέσει πράξη η οποία επιβάλλεται από τις υποχρεώσεις του προς τον εγγυητή, και συνεπεία αυτού παραβλάπτεται η τελική ικανοποίηση του ίδιου του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη, ο εγγυητής απαλλάσσεται. [4] 20.-
(1)...
(2)Όταv o διαιτητής ή o επιδιαιτητής επέδειξε κακή συμπεριφoρά ή χειρίστηκε κακώς τηv υπόθεση ή όταv η διαιτησία διεξάχθηκε παράτυπα ή η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε παράτυπα, τo Δικαστήριo δύvαται vα ακυρώσει τη διαιτητική απόφαση. [5] 13.
(1)Οι διατάξεις του παρόντος Νόμου εφαρμόζονται μόνο σε σχέση με συμβάσεις εγγύησης που συνάπτονται μετά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του, περιλαμβανομένων συμβάσεων εγγύησης που συνάπτονται μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του αλλά αφορούν συμφωνίες δανείου που είχαν συναφθεί προ της εν λόγω ημερομηνίας, και δεν επηρεάζουν καθ' οιονδήποτε τρόπο, οποιεσδήποτε υποχρεώσεις ή δικαιώματα οποιουδήποτε προσώπου που είναι πρωτοφειλέτης, πιστωτής και εγγυητής σε σχέση με σύμβαση εγγύησης που συνάφθηκε πριν την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου.
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), οι διατάξεις των άρθρων 6, 7, 8, 9 και 10 εφαρμόζονται σε αποφάσεις δικαστηρίων και σε διαιτητικές αποφάσεις δυνάμει του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου που είχαν ήδη εκδοθεί πριν ή κατά ή που εκδίδονται μετά την 31η Δεκεμβρίου 2003. [6] Με τον Νόμο 107(Ι)/2013 (σε ισχύ από 9.9.2013, Ε.Ε. Παρ. Ι(Ι), Αρ. 4404) το άρθρο 52
(2)τροποποιήθηκε ως ακολούθως: «
(2)Ο Έφορος δύναται, με τη λήψη της δυνάμει του εδαφίου
(1)παραπομπής: (α) να επιχειρήσει συνδιαλλαγή της διαφοράς ή (β)να παραπέμπει τη διαφορά προς επίλυση σε διαιτησία η οποία διεξάγεται σύμφωνα με τις διατάξεις των Θεσμών που εκδίδονται δυνάμει του εδαφίου
(6)». [7] Με τον Νόμο 107(Ι)/2013 (σε ισχύ από 9.9.2013, Ε.Ε. Παρ. Ι(Ι), Αρ. 4404) το άρθρο 52
(2)τροποποιήθηκε ως ακολούθως: «
(2)Ο Έφορος δύναται, με τη λήψη της δυνάμει του εδαφίου
(1)παραπομπής: (α) να επιχειρήσει συνδιαλλαγή της διαφοράς ή (β)να παραπέμπει τη διαφορά προς επίλυση σε διαιτησία η οποία διεξάγεται σύμφωνα με τις διατάξεις των Θεσμών που εκδίδονται δυνάμει του εδαφίου
(6)». [8] An Arbitrator must decide upon the evidence put before him by the parties, and not by materials obtained otherwise. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.