← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. Σωτήρη Αγαθοκλέους, Αρ. Αγωγής: 1039/08, 23/9/2014

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. Σωτήρη Αγαθοκλέους, Αρ. Αγωγής: 1039/08, 23/9/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A334 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Ι. Κίτσιου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1039/08 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, εκ Λευκωσίας Εναγόντων - και - Σωτήρη Αγαθοκλέους, εκ Λεμεσού Εναγόμενου Ημερομηνία: 23.09.2014 Για τους Ενάγοντες: κα Αδαμίδου για Νίκος Χρ. Αναστασιάδης & Συνεταίροι Για τον Εναγόμενο: παρών προσωπικά Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αξίωση των Εναγόντων εναντίον του Εναγόμενου αφορά ισχυρισθείσα παραχώρηση τραπεζικών διευκολύνσεων για αγορά μετοχών στο ΧΑΚ (margin account). Στις 23.06.2003 τερματίστηκε ο λογαριασμός του εναγόμενου και στις 10.12.2004 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο €121.204,18 (ΛΚ70.937,66). Ζητούνται απόφαση για ανάλογο ποσό πλέον τόκοι και έξοδα, καθώς επίσης διατάγματα για μεταβίβαση αριθμού μετοχών του Εναγόμενου, διαφόρων εταιρειών, επ΄ ονόματι των Εναγόντων, και πώλησης τους για είσπραξη του χρέους, και οι οποίες κατέχονται ως εξασφάλιση για τις τραπεζικές διευκολύνσεις που παραχωρήθηκαν στον Εναγόμενο. Ζητούνται ακόμη διατάγματα με τα οποία να διατάσσονται οι Ενάγοντες και/ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο όπως προβούν σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες για σκοπούς πώλησης ή μεταβίβασης των μετοχών και/ή ρευστοποίηση αυτών οι οποίες ενεχυριάσθηκαν προς εξασφάλιση των Εναγόντων, καθώς και ο διορισμός Παραλήπτη και/ή υπαλλήλου των Εναγόντων ο οποίος θα ενεργεί ως παραλήπτης των ενεχυριασθέντων μετοχών με σκοπό την είσπραξη ολόκληρου ή μέρους του εξ αποφάσεως χρέους και εξόδων. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, δυνάμει γραπτής αίτησης ημερομηνίας 08.06.1999, ο Εναγόμενος ζήτησε από τους Ενάγοντες, οι οποίοι ασκούν τραπεζικές εργασίες, και αυτοί στις 14.07.1999 αποδέχθηκαν όπως του παρέχουν πιστωτικές διευκολύνσεις με σκοπό τη συμμετοχή του σε επενδυτικό σχέδιο της Τράπεζας Κύπρου / CISCO μέχρι του ποσού των ΛΚ50.000,00 και για το σκοπό αυτό ανοίχθηκε ο λογαριασμός με αριθμό 0384-22-033030 μετέπειτα 0345-11-

  1. Ήταν ρητός όρος, στην παραχώρηση, ότι το ποσό των τραπεζικών διευκολύνσεων σε λογαριασμό τύπου margin account θα υπόκειται στην απόλυτη κρίση των Εναγόντων, καθώς και ότι το προϊόν των διευκολύνσεων, θα χρησιμοποιούνταν αποκλειστικά για τις συναλλαγές του Εναγόμενου δυνάμει του ρηθέντος επενδυτικού σχεδίου. Επίσης συμφωνήθηκε, μεταξύ των διαδίκων, ότι όλα τα ποσά των πιστωτικών διευκολύνσεων θα φέρουν τόκο 9% ετησίως ή το αντίστοιχο ποσοστό επιτοκίου που θα επιτρέπεται από τον εκάστοτε νόμο. Οι Ενάγοντες είχαν δικαίωμα, όποτε θελήσουν και χωρίς προειδοποίηση προς τον Εναγόμενο, να τερματίσουν τη λειτουργία του λογαριασμού του και να καταστήσουν απαιτητά οποιαδήποτε οφειλόμενα ποσά και να ζητήσουν από τον Εναγόμενο την άμεση πληρωμή τους. Στη βάση των πιο πάνω, στις 14.07.1999 υπογράφτηκε συμφωνία διαχείρισης μεταξύ του Εναγόμενου και του Κυπριακού Οργανισμού Επενδύσεων και Αξιών Λτδ (στο εξής η CISCO) με συγκεκριμένους όρους αναφορικά με τα δικαιώματα και υποχρεώσεις των συμβαλλομένων. Περαιτέρω στη βάση των τραπεζικών διευκολύνσεων ο Εναγόμενος, δυνάμει πληρεξουσίου εγγράφου ημερομηνίας 06.07.1999 διόρισε τη CISCO ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του. Σε αντάλλαγμα της παροχής τραπεζικών διευκολύνσεων ο Εναγόμενος, παρέδωσε στους Ενάγοντες και ενεχυρίασε σ΄ αυτούς, με έγγραφο ενεχυρίασης μετοχών ημερομηνίας 06.07.1999, αριθμό μετοχών που βρίσκονται επ΄ ονόματι του. Ο λογαριασμός του Εναγόμενου στις 10.12.2004 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο €121.204,18 (ΛΚ70.937,66) πλέον τόκους. Οι Ενάγοντες, επειδή ο Εναγόμενος δεν ανταποκρίθηκε προς τις αναληφθείσες υποχρεώσεις του, με επιστολή τους ημερομηνίας 23.06.2003 τερμάτισαν τη λειτουργία του λογαριασμού του και του έδωσαν προθεσμία 15 ημερών για εξόφληση. Έκτοτε, παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις των Εναγόντων, ο Εναγόμενος αρνείται και παραλείπει να εξοφλήσει το χρέος του. Στην Υπεράσπιση του ο Εναγόμενος αποδέχεται ότι υπέβαλε αίτηση στις 08.06.1999 προς τους Ενάγοντες, για άνοιγμα λογαριασμού τύπου margin account με σκοπό τη συμμετοχή του σε επενδυτικό σχέδιο της Τράπεζας Κύπρου και της CISCO καθώς και ότι υπογράφηκε πληρεξούσιο έγγραφο ημερομηνίας 06.07.
  2. Αρνείται όμως τους υπόλοιπους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης και προβάλλει τους δικούς του ισχυρισμούς. Ισχυρίζεται ο Εναγόμενος πως ο όρος 2 της συμφωνίας που υπέγραψε δεν έχει την έννοια ότι οι Ενάγοντες δικαιούνταν να τροποποιούν τους όρους της λειτουργίας του επενδυτικού σχεδίου χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεση του. Εν πάση περιπτώσει αν αυτή είναι η ορθή ερμηνεία, τότε ο όρος αυτός είναι παράνομος και άκυρος, αφού περιλαμβάνεται σε τυποποιημένο έγγραφο και δεν μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης από αυτόν. Ως παράνομος και άκυρος είναι, σύμφωνα με τον Εναγόμενο, και ο όρος ότι οι Ενάγοντες είχαν το δικαίωμα να τερματίσουν χωρίς προειδοποίηση τη λειτουργία του λογαριασμού του. Παρότι ο Εναγόμενος παραδέχεται την υπογραφή της συμφωνίας διαχείρισης με τη CISCO, ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες αλλά και η CISCO είχαν υποχρέωση να μη λειτουργούν αυθαίρετα και/ή κατά το δοκούν και/ή χωρίς τη γνώση ή συμφωνία του. Δε δικαιούνταν να προβαίνουν σε αγοραπωλησίες μετοχών χωρίς τις οδηγίες ή εντολές του ή να διενεργούν πληρωμές πέραν του συμφωνηθέντος ορίου του λογαριασμού του, αλλά ούτε και να διαφοροποιούν από μόνοι τους τα όρια και τους όρους των συμφωνιών. Είναι ακόμη ισχυρισμός του Εναγόμενου ότι με βάση τις συμφωνίες που αυτός υπέγραψε, η CISCO θα διενεργούσε τις αγοραπωλησίες των μετοχών στη βάση των εντολών του, γραπτών ή προφορικών, οι οποίες θα μαγνητοφωνούνταν τηρουμένων των ορίων του λογαριασμού του ως προς το όριο κάλυψης. Ήταν ρητός και/ή εξυπακουόμενος όρος, κατά τον Εναγόμενο, ότι οι Ενάγοντες κατά τη χρήση του πληρεξουσίου που τους παραχωρήθηκε θα ενεργούσαν στα πλαίσια της νομοθεσίας που διέπει την άσκηση τραπεζικών εργασιών και/ή την περί Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Νομοθεσία, και/ή άλλης νομοθεσίας και ότι θα εφάρμοζαν αυστηρά τις εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας και/ή τις οδηγίες αυτής ή του ΧΑΚ ή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Σε κάθε περίπτωση οι Ενάγοντες είχαν υποχρέωση και καθήκον να λειτουργούν το λογαριασμό του μέσα στα ρητά και/ή εξυπακουόμενα πλαίσια της ορθής και/ή καλής πρακτικής που συνίστατο, μεταξύ άλλων, στα εξής: (α) Εφαρμογή πλήρως των εγκυκλίων και οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας ή του ΧΑΚ ή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. (β) Πιστή εφαρμογή της Νομοθεσίας. (γ) Το συμφέρον των Εναγόντων ή των θυγατρικών τους εταιρειών όπως η CISCO να μην ήταν πάνω από το συμφέρον του Εναγόμενου. (δ) Να μη θέσουν τον Εναγόμενο σε κινδύνους που γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν. (ε) Λειτουργία του επίδικου λογαριασμού χωρίς αδιαφορία για τα συμφέροντα του Εναγόμενου ή με τρόπο που αυτός θα υφίστατο ζημιά. (στ) Ενημέρωση στον Εναγόμενο για το περιεχόμενο των εγκυκλίων και/ή προειδοποίηση για κινδύνους που υπήρχαν. (ζ) Λειτουργία του επίδικου λογαριασμού χωρίς αυτός να είναι καταστροφικός και/ή ζημιογόνος για τον Εναγόμενο. Τέλος, ο Εναγόμενος εγείρει θέμα εγκυρότητας των εγγράφων ενεχυρίασης, διότι δεν υπογράφηκαν ενώπιον δύο μαρτύρων και δεν ήταν συμπληρωμένα κατά το χρόνο της υπογραφής τους. Επίσης αρνείται το υπόλοιπο του λογαριασμού του και λέγει ότι οι Ενάγοντες προέβηκαν σε χρεωπιστώσεις αυθαίρετα και/ή με παράνομους τόκους. Ανεξάρτητα των πιο πάνω, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες λειτούργησαν το λογαριασμό του και/ή επέτρεψαν τη λειτουργία του από τη CISCO αμελώς και/ή κατά παράβαση των εκ του Νόμου και/ή της ορθής τραπεζικής πρακτικής, με αποτέλεσμα ο Εναγόμενος να υποστεί ζημιές για τις οποίες παραθέτει σχετικές λεπτομέρειες. Κατ΄ επέκταση, εγείρει Ανταπαίτηση διεκδικώντας αποζημιώσεις ύψους €121.204,18 πλέον τόκο 10% ετησίως καθώς και δήλωση του Δικαστηρίου ότι τα έγγραφα ενεχυρίασης μετοχών είναι άκυρα. Προσαχθείσα μαρτυρία:- Για την απόδειξη της Απαίτησης τους οι Ενάγοντες παρουσίασαν δύο μάρτυρες (στο εξής Μ.Ε.) και προς απόδειξη της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης κατέθεσε ο Εναγόμενος. Κατά τη διάρκεια της δίκης κατατέθηκαν ως Τεκμήρια τα ακόλουθα έγγραφα: Τεκμήριο 1 Γραπτή δήλωση της Μ.Ε.
  3. Τεκμήριο 2 Πιστοποιητικό αλλαγής ονόματος. Τεκμήριο 3 Ειδικό Ψήφισμα. Τεκμήριο 4 Αίτηση για συμμετοχή στο επενδυτικό σχέδιο Τράπεζας Κύπρου /CISCO. Τεκμήριο 5 Έντυπο κατάθεσης για ΛΚ12.500.00 Τεκμήριο 6 Συμφωνία Διαχείρισης μεταξύ CISCO και Εναγόμενου. Τεκμήριο 7 Πληρεξούσιο έγγραφο ημερομηνίας 06.07.
  4. Τεκμήριο 8 Έγγραφο Ενεχυρίασης Κινητών Αξιών. Τεκμήριο 9 Πληρεξούσιο έγγραφο ημερομηνίας 27.07.
  5. Τεκμήριο 10 Πληρεξούσιο έγγραφο ημερομηνίας 15.02.
  6. Τεκμήριο 11 Πιστοποιητικό της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ με επισυνημμένη κατάσταση λογαριασμού. Τεκμήριο 12-22 Contract Notes. Τεκμήριο 23 Δέσμη από 4 έγγραφα (επιστολή ημερομηνίας 15.12.1999 με επισυνημμένα). Τεκμήριο 24 Δέσμη από δύο έγγραφα (κατάθεση και προμέρισμα χρήσης 1999). Τεκμήριο 25 Credit note
  7. Τεκμήριο 26 Credit note
  8. Τεκμήριο 27 Δέσμη από δύο έγγραφα (κατάθεση και μεικτό προμέρισμα). Τεκμήριο 28 4 contract notes 70230, 70228, 70226 και 70224 . Τεκμήριο 29 Δέσμη από δύο έγγραφα (κατάθεση και μεικτό μέρισμα). Τεκμήριο 30-31 Contract notes Τεκμήριο 32 Δέσμη από 3 έγγραφα (κατάθεση, μέρισμα για ΛΚ280,51 και μέρισμα για ΛΚ192,50). Τεκμήριο 33 Δέσμη από δύο έγγραφα (κατάθεση και μέρισμα για ΛΚ42,44). Τεκμήριο 34 Contract note
  9. Τεκμήριο 35 Δέσμη από τρία έγγραφα (έντυπο κατάθεσης, πιστοποιητικό μερίσματος και επιστολή της F. W. Woolworth). Τεκμήριο 36-37 Contract notes Τεκμήριο 38-68 Έγγραφα Κατάθεσης χρηματικού ποσού στο λογαριασμό του εναγόμενου προερχόμενα από μερίσματα μετοχών. Τεκμήριο 69 Συγκεντρωτική Κατάσταση Λογαριασμού Επενδυτή Τεκμήριο 70 Επιστολή ημερομηνίας 23.06.2003 Τεκμήριο 71 Γραπτή Δήλωση/Κατάθεση Μ.Ε.2 Τεκμήριο 72-89 Δέσμες εντολών αναφορικά με τα Τεκμήρια 12-22, 25, 26 και 31 Τεκμήριο 90 Transaction Report by Security. Τεκμήριο 91 Δείγμα αποστολής πελατών Investment Portfolio. Τεκμήριο 92 Πιστοποιητικό Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ με επισυνημμένες καταστάσεις λογαριασμού. Μ.Ε.1 κατέθεσε η Κλεοπάτρα Χαραλάμπους, υπάλληλος των Εναγόντων. Από το Νοέμβριο του 1999 μέχρι και το Σεπτέμβριο του 2003, ήταν υπάλληλος στον Κυπριακό Οργανισμό Επενδύσεων και Αξιών Λτδ (CISCO). Ειδικότερα, από το Δεκέμβριο του 2001 μέχρι και το Σεπτέμβριο του 2003, ήταν λειτουργός εξυπηρέτησης των λογαριασμών τύπου margin. Ήταν, υπεύθυνη για την εποπτεία και τον έλεγχο της κίνησης των εν λόγω λογαριασμών, ένας εκ των οποίων ήταν και ο λογαριασμός του Εναγόμενου. Από τον Οκτώβριο του 2003 είναι υπάλληλος των Εναγόντων οι οποίοι είναι τραπεζικός οργανισμός και διεξάγουν τραπεζικές εργασίες όλων των ειδών. Οι Ενάγοντες, από τις 12.07.2004 έχουν μετονομαστεί σε Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Η γνώση της σε σχέση με την παρούσα υπόθεση πηγάζει από το είδος της εργασίας που εκτελούσε σε συγκεκριμένα τμήματα της CISCO, τα contract notes τα οποία εκδόθηκαν στο back office της CISCO αναφορικά με τον Εναγόμενο, τη μελέτη του αρχείου των Εναγόντων που διατηρούν για τον Εναγόμενο καθώς και από τη θέση που κατέχει σήμερα. Όπως εξήγησε, το τμήμα back office παραλάμβανε σε ηλεκτρονική μορφή από το σύστημα του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου (ΧΑΚ), κατάσταση διενεργηθεισών πράξεων σύμφωνα με τις οποίες το back office εξέδιδε τα σημειώματα συμβολαίων (contract notes), με την έκδοση των οποίων ενημερωνόταν το «transaction report by security» της CISCO το οποίο αποτελούσε πινακίδιο στο οποίο παρουσιαζόταν η κατάσταση των συναλλαγών στο όνομα του πελάτη και το όνομα της κάθε δημόσιας εταιρείας. Οι διενεργηθείσες πράξεις εκτελούνταν με κάθε δυνατή προσοχή αφού προηγουμένως καταχωρούνταν στο λογισμικό των Εναγόντων η ταυτότητα, η διεύθυνση και το τηλέφωνο του πελάτη. Τόσο στο ΧΑΚ όπως και στη CISCO διατηρούνταν ξεχωριστή μερίδα/λογαριασμός για τους λογαριασμούς margin, για το λόγο ότι κάθε αγορά μετοχών ενεχυριαζόταν αμέσως προς όφελος των Εναγόντων. Το back office ετοίμαζε τα έγγραφα εκχώρησης και αποδοχής για τις πράξεις που διενεργούνταν καθημερινά και ακολούθως τα παρέδιδε για διεκπεραίωση και τέλειωμα της πράξης στο ΧΑΚ. Είναι σε θέση να γνωρίζει ότι στα ηλεκτρονικά συστήματα του back office της CISCO όλες οι συναλλαγές οι οποίες είναι καταγραμμένες στο όνομα του Εναγόμενου, όπου περιλαμβάνεται το stock exchange number του ΧΑΚ και το contract note number, γίνονταν επ΄ ονόματι του με τη χρήση του αριθμού ταυτότητας του. Σήμερα, στο τμήμα της Τράπεζας Κύπρου όπου εργάζεται, κατέχονται και φυλάττονται όλα τα σχετικά έγγραφα. Ταυτόχρονα η CISCO είχε ανοίξει λογαριασμό πελάτη για τον Εναγόμενο ώστε η CISCO να έχει τη δυνατότητα να διενεργεί χρηματιστηριακές πράξεις επ΄ονόματι του, στη βάση του επενδυτικού σχεδίου στο οποίο συμμετείχε. Εξήγησε ότι ο λογαριασμός margin ήταν επενδυτικό σχέδιο με τη συνεργασία της Τράπεζας Κύπρου και τη CISCO. Η Τράπεζα Κύπρου παρείχε πιστωτική διευκόλυνση στους πελάτες της με σκοπό τη διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών. Προϋπόθεση των διευκολύνσεων ήταν οι πράξεις/συναλλαγές να διεκπεραιώνονται μέσω της CISCO στη βάση συγκεκριμένης αίτησης για συμμετοχή σε επενδυτικό σχέδιο με όρους τους οποίους θέτουν οι χρηματοδότες, στη συγκεκριμένη περίπτωση οι Ενάγοντες. Είχε στην κατοχή της και τον έλεγχο της και παρουσίασε τα έγγραφα τα οποία αφορούν το λογαριασμό τύπου margin του Εναγόμενου. Μετά από Αίτηση του Εναγόμενου ημερομηνίας 08.06.1999 για συμμετοχή στο επενδυτικό σχέδιο Τράπεζας Κύπρου/CISCO, οι Ενάγοντες την 14.07.1999 ενέκριναν αίτημα του Εναγόμενου για παραχώρηση σε αυτόν πιστωτικής διευκόλυνσης, ήτοι τρεχούμενο λογαριασμό χρηματοδότησης (margin account) για συμμετοχή του στο εν λόγω επενδυτικό σχέδιο. Το εγκριθέν από τους Ενάγοντες πιστωτικό όριο ανερχόταν στο ποσό των ΛΚ50.000,00 (€85.430,00). Ένεκα της παραχώρησης της εν λόγω πιστωτικής διευκόλυνσης στον Εναγόμενο, ανοίχθηκε από τους Ενάγοντες τρεχούμενος λογαριασμός στο όνομα του. Το εγκριθέν πιστωτικό όριο των ΛΚ50.000,00 παραχωρήθηκε στον Εναγόμενο και τελούσε υπό συγκεκριμένους όρους. Η χρήση του πιστωτικού ορίου θα ήταν αποκλειστικά για αγοραπωλησίες κινητών αξιών που ήταν εγγεγραμμένες στο ΧΑΚ. Οι αγοραπωλησίες θα διενεργούνταν για λογαριασμό του Εναγόμενου, μέσω της CISCO, που ήταν οι πληρεξούσιοι αντιπρόσωποι του. Ουσιώδης όρος του σχεδίου, μεταξύ άλλων, ήταν πως ο Εναγόμενος ήταν υπόχρεος να συνεισφέρει και να διατηρεί εξασφαλίσεις και/ή ενεχυριάσεις υπό μορφή μετρητών ή άλλων ισάξιων κινητών αξιών του ΧΑΚ σε ποσοστό 25% πέραν του εγκεκριμένου ορίου του λογαριασμού του. Ως εκ τούτου ο Εναγόμενος, στις 19.07.1999 κατέθεσε το ποσό των ΛΚ12.500,00 ως ποσοστό 25% της εξασφάλισης. Με βάση τους όρους συμμετοχής στο επενδυτικό σχέδιο, ο Εναγόμενος υπέγραψε συμφωνία διαχείρισης με τη CISCO και πληρεξούσιο έγγραφο με το οποίο διόρισε τη CISCO ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του για να προβαίνει σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες, μετά από συγκεκριμένες εντολές του σε σχέση με τις κινητές αξίες που θα προέρχονταν από τη συμμετοχή του στο επενδυτικό σχέδιο. Με βάση δε τον όρο 3 του επενδυτικού σχεδίου, όλες οι κινητές αξίες που θα αγοράζονταν από τον Εναγόμενο θα ενεχυριάζονταν προς όφελος των Εναγόντων για εξασφάλιση του λογαριασμού του. Προς τούτο ο Εναγόμενος υπέγραψε στις 06.07.1999 έγγραφο ενεχυρίασης κινητών αξιών. Σε περίπτωση μη πληρωμής από τον Εναγόμενο των υποχρεώσεων που εξασφαλίζονταν με την ενεχυρίαση, οι Ενάγοντες είχαν απόλυτο δικαίωμα και/ή εξουσιοδότηση να πωλούν τις ενεχυριασμένες μετοχές και/ή μέρος αυτών, χωρίς αναφορά προς τον Εναγόμενο, και με τέτοιους όρους που αυτοί ήθελαν. Το προϊόν από τέτοια πώληση οι Ενάγοντες μπορούσαν να το χρησιμοποιήσουν έναντι και/ή προς εξόφληση οποιασδήποτε από τις υποχρεώσεις που εξασφαλίζονταν από την ενεχυρίαση. Σε αντάλλαγμα της πιστωτικής διευκόλυνσης που οι Ενάγοντες του παρείχαν, ο Εναγόμενος δυνάμει του εγγράφου ενεχυρίασης, ενεχυρίασε προς όφελος των Εναγόντων συγκεκριμένες μετοχές και δικαιώματα αγοράς τα οποία κατείχε στο χαρτοφυλάκιο του. Για όλες τις πράξεις αγοραπωλησίας μετοχών του Εναγόμενου το back office, δηλαδή το τμήμα εκκαθάρισης συναλλαγών, ενημέρωνε τον ηλεκτρονικό υπολογιστή των Εναγόντων όπου καταγράφονταν οι ανάλογες χρεωπιστώσεις. Οι καταστάσεις λογαριασμού αποτελούν αντίγραφα των καταχωρημένων στο αρχείο πράξεων οι οποίες αποτελούν το αρχείο σε σχέση με το λογαριασμό του Εναγόμενου. Οι Ενάγοντες απέστελλαν, μέσω της CISCO, ανελλιπώς προς τη γνωστή ταχυδρομική διεύθυνση του Εναγόμενου, τις μηνιαίες καταστάσεις λογαριασμού μαζί με τις καταστάσεις του χαρτοφυλακίου του χωρίς αυτός να αμφισβητήσει ή να αρνηθεί οποιεσδήποτε χρεωπιστώσεις και/ή πράξεις. Μαζί με τις μηνιαίες καταστάσεις αποστέλλονταν οι τυχόν συναλλαγές που είχαν πραγματοποιηθεί κατά τη διάρκεια του μηνός. Η μάρτυρας κατέθεσε και εξήγησε την ανακατασκευασμένη κατάσταση λογαριασμού του Εναγόμενου (Τεκμήριο 11), επεξηγώντας τις πράξεις που εμφαίνονται στην εν λόγω κατάσταση, είτε σε μορφή χρέωσης οπότε παρουσιάζεται αγορά μετοχών προς όφελος του Εναγόμενου, είτε σε μορφή κατάθεσης οπότε παρουσιάζεται πώληση μετοχών και/ή κατάθεση μερισμάτων προς όφελος του. Η εν λόγω κατάσταση αρχίζει από την αρχή της συνεργασίας του Εναγόμενου με τους Ενάγοντες, ήτοι 20.07.1999, μέχρι και σήμερα. Το τραπεζικό βιβλίο το οποίο τηρείται από τους Ενάγοντες σε ηλεκτρονική μορφή ήταν, και είναι, από το άνοιγμα του λογαριασμού του Εναγόμενου μέχρι και σήμερα, ένα από τα συνήθη τραπεζικά βιβλία των Εναγόντων. Όλες οι καταχωρήσεις σε αυτό γίνονται κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών των Εναγόντων, μετά και από τις πληροφορίες που λήφθηκαν από τη CISCO. Το εν λόγω τραπεζικό βιβλίο βρίσκεται φυλαγμένο στις κτιριακές εγκαταστάσεις των Εναγόντων και υπό τον έλεγχο τους και σε αυτό έχουν πρόσβαση οι τραπεζικοί λειτουργοί. Όλες οι καταστάσεις λογαριασμών αναφορικά με το λογαριασμό του Εναγόμενου παράχθηκαν και εκτυπώθηκαν με δική της εντολή από ηλεκτρονικό υπολογιστή, αφού προηγουμένως συγκρίθηκαν από αυτήν με την αρχική καταχώριση του ηλεκτρονικού υπολογιστή όπως διαμορφωνόταν μετά τη λήψη των πληροφοριών από τη CISCO. Η μάρτυρας κατέθεσε συγκεντρωτική κατάσταση λογαριασμού του Εναγόμενου, με όλες τις μετοχές που ήταν ενεχυριασμένες προς όφελος των Εναγόντων, κατά ή περί τις 18.07.2003, η οποία ετοιμάστηκε και εκδόθηκε από το ΧΑΚ. Ο Εναγόμενος παραβίασε τους όρους με βάση τους οποίους ανοίχθηκε ο λογαριασμός του από τους Ενάγοντες. Επειδή ο Εναγόμενος δεν ανταποκρίθηκε στις υποχρεώσεις του, οι Ενάγοντες τερμάτισαν με επιστολή ημερομηνίας 23.06.2003 τη λειτουργία του λογαριασμού του (margin account) και τον κάλεσαν να εξοφλήσει εντός 15 ημερών το χρεωστικό υπόλοιπο που παρουσίαζε ο λογαριασμός του. Στην ίδια επιστολή γινόταν αναφορά για επιτόκιο 9% με αυξομειώσεις του βασικού επιτοκίου. Επίσης ότι τυχόν παράλειψη του να συμμορφωθεί θα συνεπαγόταν τη λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον του. Σύμφωνα με το αρχείο το οποίο διατηρούν οι Ενάγοντες, η επιστολή τερματισμού στάληκε διά συνήθους ταχυδρομείου στον Εναγόμενο και καμία επιστροφή αλληλογραφίας σημειώθηκε από τους Ενάγοντες σε σχέση με την εν λόγω επιστολή, η οποία στάληκε στη διεύθυνση Ελευθέριου Βενιζέλου 15, 3015, Λεμεσός. Ο Εναγόμενος δεν έχει συμμορφωθεί με το περιεχόμενο της επιστολής ημερομηνίας 23.06.2003 και ούτε κατέβαλε οποιοδήποτε μέρος του οφειλόμενου ποσού. Μ.Ε.2 κατέθεσε ο Σταύρος Αγρότης. Από το Φεβρουάριο του 2000 ήταν διευθυντής του Χρηματιστηριακού Τμήματος της CISCO. Από το 2006 έχει αποχωρήσει από τη CISCO, ωστόσο, κατόπιν ειδικής συμφωνίας με τους Ενάγοντες, συνεχίζει να τους εκπροσωπεί ενώπιον των Δικαστηρίων. Στα πλαίσια της ίδιας διευθέτησης έχει ελεύθερη πρόσβαση στα γραφεία των Εναγόντων και ειδικότερα στα αρχεία και τους φακέλους τους, πέραν από τον προσωπικό χειρισμό και μελέτη του φακέλου της υπόθεσης, αφού μέχρι τις 20.04.2006 ήταν προϊστάμενος του αρχείου του χρηματιστηριακού τμήματος. Η CISCO, η οποία είναι θυγατρική εταιρεία των Εναγόντων, προσέφερε χρηματιστηριακές υπηρεσίες. Οι Ενάγοντες, σε συνεργασία με τη CISCO, προσέφεραν margin accounts σε πελάτες τους οι οποίοι λάμβαναν τα αιτήματα των πελατών της CISCO για παροχή χρηματοδότησης. Το τμήμα της CISCO λάμβανε εντολές από τους πελάτες, οι δε εντολές καταχωρούνταν στο τερματικό του χρηματιστηρίου. Στη συνέχεια εκδίδονταν πινακίδια για ενημέρωση των πελατών. Οι εντολές, ανάλογα με τη χρονική περίοδο που εκδίδονταν, καταγράφονταν σε λογισμικό πρόγραμμα της CISCO ή σε φόρμες εντολών. Ο Εναγόμενος συμμετείχε σε επενδυτικό σχέδιο, κατόπιν αίτησης του, ημερομηνίας 08.06.1999 την οποία οι Ενάγοντες ενέκριναν στις 14.07.
  10. Με πληρεξούσια έγγραφα ημερομηνιών 06.07.1999, 27.07.2001 και 15.02.2002, ο Εναγόμενος διόρισε τη CISCO ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του για να προβαίνει σε ενέργειες οι οποίες είναι ήδη καταγραμμένες επί των πληρεξουσίων εγγράφων. Μεταξύ του Εναγόμενου και της CISCO υπογράφτηκε συμφωνία διαχείρισης του λογαριασμού του ως προς τη χρηματική πτυχή και την ενεχυρίαση των αγορασθεισών μετοχών ή την αποδέσμευση των πωληθέντων μετοχών προς όφελος του παροχέα του δανείου, δηλαδή των Εναγόντων. Δεν αφορούσε τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου. Η CISCO εκτελούσε τις συναλλαγές πάντοτε κατόπιν οδηγιών του Εναγόμενου. Μετά την έναρξη της λειτουργίας του επενδυτικού λογαριασμού ο Εναγόμενος έδινε εντολές για εκτέλεση συναλλαγών προς τη CISCO. Η πρακτική της CISCO ήταν να κρατά, σε ξεχωριστό αρχείο, τις εντολές που της έδιναν οι πελάτες ταξινομημένες ανά ημερομηνία. Ο Εναγόμενος έδινε εντολές, είτε γραπτώς είτε προφορικά, σε χρηματιστές της CISCO και μετά τη διενέργεια και εκτέλεση των εντολών, ο Εναγόμενος παραλάμβανε τα ανάλογα contract notes (σημειώματα συμβολαίων) τα οποία εκδίδονταν από το τμήμα back office της CISCO. Αναγνώρισε πως τα contract notes τα οποία έχουν εκδοθεί και ετοιμαστεί για τον Εναγόμενο από τη CISCO είναι τα contract notes τα οποία κατέθεσε η Μ.Ε.1 (Τεκμήρια 12 - 22, 28, 30, 31, 34, 36 και 37). Ενόψει του ότι οι εντολές μπορούσαν να δίδονταν και προφορικά, για ορισμένες συναλλαγές του Εναγόμενου δεν υπήρχαν γραπτές οδηγίες. Σύμφωνα με το αρχείο των Εναγόντων και σε σχέση με τις συναλλαγές του Εναγόμενου, ο Μ.Ε. 2 αντιστοίχισε τις εντολές του Εναγόμενου προς τη CISCO σε σχέση με τα πινακίδια συναλλαγής, δηλαδή τα Τεκμήρια 12 - 22, 28, 30, 31, 34, 36 και
  11. Κατέθεσε, ως εκ τούτου, έγγραφα που περιλαμβάνουν εντολές του Εναγόμενου προς τη CISCO οι οποίες αντιστοιχούν προς τις διενεργηθείσες και εκτελεσθείσες αγοραπωλησίες μετοχών από τον Εναγόμενο. Τα έγγραφα αυτά συνιστούν τα Τεκμήρια 72 -
  12. Ανάλογα με τους όρους της εντολής, τη διακύμανση των τιμών και τη διαθεσιμότητα τίτλων, οι εντολές του Εναγόμενου εκτελούνταν πλήρως, μερικώς ή καθόλου. Ρόλο επίσης ως προς την εκτέλεση των εντολών διαδραμάτιζε η λειτουργία του ΧΑΚ ως προς τη διάρκεια συνεδρίας ή τον περιορισμό στον αριθμό των πράξεων ή και καθόλου. Η CISCO εισήγαγε τη διαδικασία καταχώρισης του αριθμού ταυτότητας ή λογαριασμού του κάθε πελάτη, σε συσχετισμό με τις εντολές του, στο απευθείας τερματικό του ΧΑΚ εξ' ου και οι καταστάσεις εκτελεσθεισών συναλλαγών του ιδίου του ΧΑΚ αποδεικνύουν αυτή την καταχώριση. Το τμήμα back office της CISCO παραλάμβανε σε ηλεκτρονική μορφή από το σύστημα του ΧΑΚ κατάσταση διενεργηθεισών πράξεων σύμφωνα με τις οποίες το back office εξέδιδε τα σημειώματα συμβολαίων (contract notes). Με την έκδοση των contract notes ενημερωνόταν το transaction report by security της CISCO (Τεκμήριο 90) το οποίο αποτελούσε πινακίδιο στο οποίο παρουσιαζόταν η κατάσταση των συναλλαγών στο όνομα του Εναγόμενου και το όνομα της κάθε δημόσιας εταιρείας. Οι πράξεις αυτές εκτελούνταν με κάθε δυνατή προσοχή και επιμέλεια αφού καταχωρούνταν προηγουμένως στο λογισμικό των Εναγόντων, η ταυτότητα, η διεύθυνση και το τηλέφωνο του πελάτη. Η CISCO από τον Ιούλιο του 2000 είχε αντικαταστήσει το λογισμικό της σύστημα και γι΄ αυτό αριθμός εγγράφων παρουσιάζει διαφορετική απεικόνιση. Περαιτέρω, το back office ετοίμαζε τα έγγραφα εκχώρησης και αποδοχής που διενεργούνταν καθημερινά, τα παρέδιδε για διεκπεραίωση και τέλειωμα της πράξης στο ΧΑΚ. Η CISCO απέστελλε ταχυδρομικώς στον Εναγόμενο, στην τελευταία του γνωστή διεύθυνση, σε μηνιαία βάση, από την αρχή της λειτουργίας του επενδυτικού σχεδίου (α) κατάσταση χαρτοφυλακίου (summary of portfolio) (Τεκμήριο 91) που αντιπροσωπεύει την περίοδο από 31.05.2003 μέχρι 30.06.2003, (β) τις μηνιαίες καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού της Τράπεζας Κύπρου (ως δέσμη Τεκμήριο 92) και αφορούν την περίοδο από 31.07.1999 μέχρι 30.06.2003 τις οποίες επισύναψε μαζί με πιστοποιητικό. Εξήγησε ο Μ.Ε.2 πως ορισμένες διαφορές που τυχόν παρουσιάζονται μεταξύ των καταστάσεων του επίδικου λογαριασμού και της ανακατασκευασμένης κατάστασης λογαριασμού, που έχει ετοιμασθεί από τους Ενάγοντες, και έχει κατατεθεί από τη Μ.Ε.1, οφείλεται στο ότι από τις καταστάσεις λογαριασμού έχουν αφαιρεθεί τα ποσά των κεφαλαιοποιήσεων καθώς και τα έξοδα διαχείρισης του λογαριασμού και κάποια άλλα έξοδα (excess expenses) τα οποία δεν παρουσιάζονται στην ανακατασκευασμένη κατάσταση λογαριασμού. Ο Εναγόμενος στη μαρτυρία του ανέφερε ότι περί τις 08.06.1999, δύο μέρες πριν ή μετά, συνάντησε τον περιφερειακό διευθυντή της Τράπεζας Κύπρου στο γραφείο του, τον κ. Μιχαλάκη Χριστοφίδη, και ο τελευταίος του έκανε εισήγηση όπως συμμετάσχει σε επενδυτικό σχέδιο της Τράπεζας Κύπρου και της CISCO. Του εξηγήθηκε ο τρόπος που θα συμμετείχε, ήτοι 25% συμμετοχή του σε μετρητά στο ποσό που θα του έδινε η Τράπεζα, που ήταν ΛΚ50.000,00, άρα αυτός θα συμμετείχε με ΛΚ12.500,
  13. Του ειπώθηκε ότι μπορούσε να βασιστεί στην Τράπεζα διότι είχαν όλη την εμπειρία και πως αν συμμετείχε θα αποκόμιζε κέρδη. Δεν χρειαζόταν άλλη εξασφάλιση εκ μέρους του πέραν των ΛΚ12.500,00 διότι θα υπέγραφε ενεχυροδανειστήριο έγγραφο για όλες τις μετοχές που είχε. Έτσι, αν η Τράπεζα έβλεπε ότι το ΧΑΚ πήγαινε προς τα κάτω, θα μπορούσε να ρευστοποιήσει τις μετοχές του και έτσι αυτός να μην υποστεί ζημιά. Του ειπώθηκε ταυτόχρονα ότι σκοπός της Τράπεζας ήταν να βοηθήσει κάποιους πελάτες να κάνουν κέρδη και όχι να κάνουν ζημιές. Του εισηγήθηκαν από την Τράπεζα, όπως του κάνουν κανονικό δάνειο όπως και έγινε. Στην αίτηση που υπέβαλε, γράφτηκαν σχόλια ότι επρόκειτο για άτομο με καλά εισοδήματα, φερέγγυο άτομο και που γνωρίζει τους κινδύνους του ΧΑΚ. Στην αίτηση του υπέγραψε και ο κ. Μιχαλάκης Χριστοφίδης. Όταν άρχισαν οι αγοραπωλησίες των μετοχών, αυτός προσπαθούσε να είναι μέσα στο 25% της κάλυψης. Παρότι του αναφέρθηκε από την Τράπεζα ότι είχε να κάνει με ειδικούς, η Τράπεζα αμέλησε να τον εξυπηρετήσει σωστά, γι΄ αυτό βρίσκεται σήμερα στο Δικαστήριο. Για τις αγοραπωλησίες έδινε γραπτές οδηγίες όπως έγινε στο Τεκμήριο 82 και αυτό ήταν το σωστό. Στην περίπτωση που έδινε προφορικές οδηγίες, του ζητούσαν να τις υπογράψει αργότερα. Αμφισβήτησε μέρος εντολών που φέρονται να δόθηκαν από αυτόν. Μια τέτοια περίπτωση αφορά τα Τεκμήρια 12 ή
  14. Γενικότερα, ανέφερε πως ο τρόπος που παρουσίασαν οι Ενάγοντες ότι έδινε τις εντολές του, είναι σαν ένα μπακαλοδεύτερο. Στις 12.10.1999 ενημερώθηκε από τους Ενάγοντες με επιστολή ότι η κάλυψη 25% έχει αυξηθεί στο 100%. Επειδή αυτός βρισκόταν στο 100% δεν τον ενόχλησε το γεγονός. Ζήτησε όμως να δουν το χαρτοφυλάκιο του και αν υπήρχε περίσσευμα, επειδή χρειαζόταν λεφτά, να του το αποστείλουν διότι την περίοδο εκείνη ήταν στο Λονδίνο λόγω σοβαρού προβλήματος υγείας του παιδιού του όπου έμεινε μέχρι τα μέσα του
  15. Του αναφέρθηκε ότι υπήρχε περιθώριο ΛΚ39.000,00 και αφού το ζήτησε, του το κατέβαλαν. Έκτοτε καθησυχάστηκε και θεώρησε ότι η Τράπεζα ήταν καλυμμένη με τις μετοχές του. Έστειλε δε και το Τεκμήριο 85 και ζητούσε πώληση πενήντα χιλιάδων (50.000) μετοχών του. Αν οι Ενάγοντες τις πωλούσαν, θα υπήρχε κάλυψη ρευστότητας και δεν θα ήταν στο Δικαστήριο. Οι Ενάγοντες δε ρίσκαραν καθόλου στο επενδυτικό σχέδιο που υπόγραψε μαζί τους διότι είχαν ως ενέχυρο τις μετοχές του και η θέση του ήταν πως μόνο το ποσό των ΛΚ12.500,00 θα έχανε αν κάτι δεν πήγαινε καλά. Συμφώνησε, ωστόσο, ότι η αναφορά του Μ. Χριστοφίδη ότι γνώριζε τους κινδύνους του ΧΑΚ τον υπερτιμά, διότι, όπως διαφάνηκε, ουδείς τελικά αντιλαμβάνεται τους κινδύνους του ΧΑΚ. Αποδέχτηκε επίσης ότι του παραχωρήθηκε από τους Ενάγοντες το ποσό των ΛΚ50.000,00 για επένδυση στο ΧΑΚ, όμως δεν μπορεί να γνωρίζει σήμερα ποιο είναι το υπόλοιπο του λογαριασμού του διότι οι Ενάγοντες και η CISCO έκαναν αυθαίρετες χρεωπιστώσεις, δε συμβουλεύθηκε κάποιο λογιστή για να μπορεί να τοποθετηθεί. Αυτός ήταν της άποψης ότι δε χρωστούσε. Αν υπήρχε υπόλοιπο και αυξήθηκε, είναι ευθύνη της Τράπεζας και όχι δική του ευθύνη. Αξιολόγηση μαρτυρίας:- Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευχέρεια και παρακολούθησε με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήριο τη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, καθώς και σε συνιφασμό με το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, αλλά και το περιεχόμενο των Τεκμηρίων της δίκης, το Δικαστήριο έχει προβεί στην αξιολόγηση τους. Οι Μ.Ε.1 και 2 άφησαν καλή εντύπωση, ήσαν θετικοί και επεξηγηματικοί, έδιναν απαντήσεις χωρίς περιστροφές. Παρατηρείται ακόμη ότι η μαρτυρία τους υποστηρίζεται από τα Τεκμήρια που παρουσίασαν. Δεν εντοπίζεται τάση υπερβολής κατα τις απαντήσεις τους και ούτε τάση υπεκφυγής σε ερωτήσεις που τους υποβλήθηκαν κατά την αντεξέταση. Ούτε κλονιστικά της αξιοπιστίας τους στοιχεία υπάρχουν. Παρέμειναν σταθεροί στη μαρτυρία τους η οποία στο πλείστο μέρος της προερχόταν από προσωπική τους γνώση. Το Δικαστήριο τους κρίνει αξιόπιστους και αποδέχεται όλη τη μαρτυρία τους. Από την πλευρά του Εναγόμενου διαφαίνεται ότι σε γενικές γραμμές, ως προς τα γεγονότα, δεν υπάρχει κατά μήκος αντίθετη μαρτυρία με τα όσα κατέθεσαν οι Μ.Ε. Διαπιστώνεται ότι η μαρτυρία του Εναγόμενου στα σημεία που διαφέρει από αυτήν που έδωσαν οι Μ.Ε., σχετίζεται με γνώμη ή αντίληψη που αυτός αποκόμισε ή είχε στο μυαλό του αναφορικά με την ερμηνεία κάποιων γεγονότων και κάποιων όρων της συμφωνίας που υπόγραψε. Οφείλει το Δικαστήριο να ξεκαθαρίσει ότι δεν αποδέχεται τη θέση του ότι η κατάσταση που δείχνει το υπόλοιπο του λογαριασμού του είναι λανθασμένη. Εξηγήθηκε επαρκώς από τη Μ.Ε.1 πώς προέκυψε το υπόλοιπο του λογαριασμού του. Ο Εναγόμενος δεν υπέδειξε κάποιες χρεώσεις οι οποίες να δύνανται να κριθούν ως παράνομες ή αυθαίρετες. Δεν παραγνωρίζεται η θέση του ότι δεν έδωσε εντολές για αγορά (ή πώληση) όλων των μετοχών που αγοράστηκαν στο όνομα του. Η θέση του αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Οι Ενάγοντες παρουσίασαν το Τεκμήριο 90 το οποίο παρουσιάζει ξεκάθαρη εικόνα πως υπήρχαν πρώτα οι εντολές του Εναγόμενου προς τους Ενάγοντες (Τεκμήρια 72 - 89) και μετά ακολουθούσε η διενέργεια της πράξης και εκδίδονταν τα contract notes (Τεκμήρια 12 - 22, 28, 30, 31, 34, 36 και 37), το συσχετισμό των οποίων έκανε ο Μ.Ε.
  16. Ο Εναγόμενος κατά τη μαρτυρία του είχε όλα τα στοιχεία που παρουσίασαν οι Ενάγοντες στη διάθεσή του, δεν έκανε όμως αναφορά σε συγκεκριμένη αγορά ή πώληση μετοχών για τις οποίες να μην έδωσε ανάλογη εντολή. Αρκέστηκε στη γενική θέση ότι αναγνωρίζει μόνο τις πράξεις για τις οποίες έδωσε γραπτές οδηγίες ή και μόνο αυτές για τις οποίες έδωσε προφορικές οδηγίες αλλά υπέγραψε αργότερα. Δεν ικανοποιεί το Δικαστήριο αυτή η θέση. Οι Ενάγοντες μπορούσαν να δέχονται και προφορικές εντολές. Ο Εναγόμενος δε διαμαρτυρήθηκε για κάποια αγορά ή πώληση μετοχών, αλλά αναγνωρίζοντας όσες είχαν γίνει, το 2000 ζήτησε πληροφόρηση από τους Ενάγοντες, ως προς την ύπαρξη διαθέσιμου υπολοίπου στο λογαριασμό του, και όταν του αναφέρθηκε ότι το ποσό των ΛΚ39.000,00 ήταν επιπλέον και στη διάθεση του, το αποδέχθηκε και ζήτησε την ανάληψη του (Τεκμήριο 23), πράγμα που έγινε. Εκ των υστέρων, και χωρίς να υποδεικνύει συγκεκριμένες πράξεις ως διενεργηθείσες χωρίς την εντολή του, δε δικαιολογείται να τις αμφισβητεί. Το ότι κάποιες από τις πράξεις που οι Ενάγοντες παρουσιάζουν πως έγιναν με προφορικές του οδηγίες και όχι γραπτές, αυτό δε συνιστά παραβίαση οποιουδήποτε Νόμου ή Κανονισμού κατά το έτος 1999 -
  17. Η υποχρέωση για ηχογράφηση των εντολών εισάχθηκε στις 27.10.
  18. Από τα Τεκμήρια 72 εως 89 και 90 δεν προκύπτει να δόθηκαν εντολές εκ μέρους του εναγόμενου μετά τις 27.10.
  19. Τέλος, όσον αφορά τη μαρτυρία πως η συμμετοχή του στο επενδυτικό σχέδιο θα είχε στη χειρότερη περίπτωση γι΄ αυτόν, την απώλεια του ποσού των ΛΚ.12.500,00, επίσης δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή αφού κάτι τέτοιο δε συνάδει με οποιοδήποτε όρο συμφωνίας που υπέγραψε με τους Ενάγοντες. Αναφορικά με άλλες θέσεις του Εναγόμενου, περί αμέλειας ή κακής διαχείρισης του λογαριασμού του εκ μέρους των Εναγόντων, το Δικαστήριο θα επανέλθει αργότερα, καθότι δε σχετίζονται με γεγονότα. Ευρήματα Δικαστηρίου:- Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση, διαπιστώνεται ότι τα ουσιώδη πραγματικά γεγονότα που διέπουν την παρούσα υπόθεση, και τα οποία αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου, έχουν ως ακολούθως: Οι Ενάγοντες είναι Τραπεζικός Οργανισμός εγγεγραμμένος σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία ως εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και διεξάγει τραπεζικές εργασίες σ΄ όλη την Κύπρο (παραδεκτό από την παράγραφο 1 της Υπεράσπισης & Ανταπαίτησης). Στις 12.07.2004 οι Ενάγοντες άλλαξαν όνομα και μετονομάσθηκαν Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (παραδεκτό γεγονός από την παράγραφο 2 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης). Στις 08.06.1999 ο Εναγόμενος, υπέβαλε αίτηση (Τεκμήριο 4) προς τους Ενάγοντες για να του παρέχουν πιστωτικές διευκολύνσεις με άνοιγμα λογαριασμού, τύπου margin account, για συμμετοχή του σε επενδυτικό σχέδιο των Εναγόντων και της CISCO. Οι Ενάγοντες στις 14.07.1999 ενέκριναν το αίτημα του Εναγόμενου και ως εκ τούτου παραχωρήθηκε σ΄ αυτόν το ποσό των ΛΚ50.000,00, ανοίχθηκε δε λογαριασμός στο όνομα του. Ο Εναγόμενος κατέθεσε το ποσό των ΛΚ12.500,00 ως ποσοστό 25% εξασφάλισης, προς συμμόρφωση με δική του υποχρέωση και στη βάση όρου που διήπε την παραχώρηση από τους Ενάγοντες του ποσού των ΛΚ50.000,
  20. Οι όροι της παραχώρησης ήταν, μεταξύ άλλων, οι ακόλουθοι: Τεκμήριο 4: « ................................
  21. Όλες οι πιο πάνω διευκολύνσεις θα επιβαρύνονται με τόκο προς 8% το χρόνο πάνω στα ημερήσια χρεωστικά υπόλοιπα ή προς το ανώτατο ποσοστό επιτοκίου που θα επιτρέπεται με βάση τις εκάστοτε ισχύουσες νομοθετικές και/ή κανονιστικές ρυθμίσεις. . Νοείται ότι τυχόν χρεωστικά υπόλοιπα πέραν των καθοριζομένων από την Τράπεζα ορίων πιστώσεων και/ή άλλων τραπεζικών διευκολύνσεων θα βαρύνονται με τόκο όπως αναφέρεται πιο πάνω.
  22. Η Τράπεζα δικαιούται οποτεδήποτε θελήσει και χωρίς οποιαδήποτε προειδοποίηση προς τον Επενδυτή να τερματίσει τη λειτουργία οποιουδήποτε λογαριασμού και να καταστήσει απαιτητέο/έα οποιοδήποτε δάνειο και/ή άλλες τραπεζικές ή πιστωτικές διευκολύνσεις και να ζητήσει αμέσως από τον Επενδυτή την πληρωμή όλων των οφειλομένων ποσών.
  23. ................................
  24. Ουσιώδης όρος του Σχεδίου είναι ότι ο Επενδυτής υποχρεούται να συνεισφέρει και να διατηρεί εξασφαλίσεις και/ή ενεχυριάσεις υπό μορφή μετρητών ή άλλων ισάξιων κινητών αξιών του Χρηματιστηρίου Κύπρου σε ποσοστό 25% πέραν του εγκεκριμένου ορίου του Λογαριασμού Επενδυτή. ........
  25. Σε περίπτωση πτώχευσης ή θανάτου του Επενδυτή ή αν, κατά την άποψη της Τράπεζας, υπάρχει παράβαση από τον Επενδυτή οποιουδήποτε όρου του Σχεδίου, ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο του Λογαριασμού Επενδυτή θα καθίσταται αμέσως οφειλόμενο και πληρωτέο.
  26. ................................
  27. Η Τράπεζα δεν αναλαμβάνει οποιαδήποτε υποχρέωση για άσκηση οποιωνδήποτε δικαιωμάτων του Επενδυτή σε σχέση με οποιεσδήποτε κινητές αξίες που ενεχυριάζονται βάσει του παρόντος Σχεδίου.
  28. ................................
  29. Η Τράπεζα θα αποστέλλει κανονικά μηνιαία κατάσταση λογαριασμού στον Επενδυτή στη διεύθυνση που θα δηλώσει στην Τράπεζα. Επίσης η CISCO θα αποστέλλει μηνιαία στον Επενδυτή αποτίμηση όλων των κινητών αξιών που κατέχει, καθώς επίσης και κατάσταση όλων των αγοραπωλησιών που διενεργήθηκαν.
  30. Σε περίπτωση αλλαγής διεύθυνσης του Επενδυτή θα πρέπει να ειδοποιείται σχετικά η Τράπεζα και η CISCO γραπτώς.» Στα πλαίσια συμμετοχής του στο επενδυτικό σχέδιο, ο Εναγόμενος υπέγραψε συμφωνία διαχείρισης (Τεκμήριο 6) με τη CISCO. Μεταξύ άλλων, όροι της εν λόγω συμφωνίας ήταν και οι ακόλουθοι: Τεκμήριο 6: «Επειδή κατόπιν αίτησης του ΣΩΤΗΡΗ ΑΓΑΘΟΚΛΕΟΥΣ (Αρ. Ταυτ. 634662) εκ ΛΕΜΕΣΟΥ που στη συνέχεια θα καλείται «ο Επενδυτής» έχει εγκριθεί από την Τράπεζα Κύπρου Λτδ που στη συνέχεια θα καλείται «η Τράπεζα» η συμμετοχή του Επενδυτή στο Επενδυτικό Σχέδιο της Τράπεζας Κύπρου/CISCO Και Επειδή δυνάμει των Όρων του Σχεδίου ο Επενδυτής με πληρεξούσιο έγγραφο ημερομηνίας 6/7/99 έχει διορίσει τον Κυπριακό Οργανισμό Επενδύσεων και Αξιών Λτδ που στη συνέχεια θα καλείται «η CISCO» ως νόμιμο πληρεξούσιο αντιπρόσωπό του για να διαχειρίζεται τις κινητές αξίες που φαίνονται στο επισυνημμένο παράρτημα 1 και/ή οποιεσδήποτε κινητές αξίες που θα προέλθουν από τη συμμετοχή του Επενδυτή στο Επενδυτικό Σχέδιο και/ή θα αντικαθιστούν αυτές από καιρού εις καιρό και θα περιγράφονται σε καταστάσεις που θα αποστέλλονται μηνιαία προς τον Επενδυτή από τη CISCO. Και επειδή η CISCO έχει αποδεχτεί να ενεργεί ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του Επενδυτή Δια του παρόντος συμφωνούνται μεταξύ του Επενδυτή και της CISCO τα ακόλουθα:
  31. Η CISCO συμφωνεί να ασκεί τις εξουσίες που της παρέχονται δυνάμει του πληρεξουσίου εγγράφου εν σχέσει με τις κινητές αξίες που περιγράφονται στο παράρτημα και/ή οποιεσδήποτε κινητές αξίες που θα εγγραφούν μελλοντικά στο όνομα του Επενδυτή και που θα προέλθουν από τη συμμετοχή του Επενδυτή στο Επενδυτικό Σχέδιο και/ή θα αντικαθιστούν αυτές από καιρού εις καιρό.
  32. Η CISCO δεν θα έχει οποιαδήποτε ευθύνη για οποιαδήποτε πράξη στην οποία προέβη και δεν θα ευθύνεται καθ΄ οιονδήποτε τρόπο για απώλεια ή ζημιά ή μείωση της αξίας που δυνατό να προκύψει λόγω της άσκησης ή παράλειψης να ασκήσει οποιωνδήποτε των εξουσιών που της παραχωρούνται.
  33. Η CISCO δεν αναλαμβάνει οποιαδήποτε υποχρέωση για άσκηση οποιωνδήποτε δικαιωμάτων του Επενδυτή σε σχέση με οποιεσδήποτε κινητές αξίες του Επενδυτή ενεχυριασμένες ή μη.
  34. Οποιοδήποτε εισόδημα προέρχεται από τις εν λόγω κινητές αξίες θα κατατίθεται στο Λογαριασμό του Επενδυτή με την Τράπεζα Κύπρου.
  35. Οποιαδήποτε έξοδα, δαπάνες, δικαιώματα εν σχέσει με το Επενδυτικό Σχέδιο και/ή την άσκηση των εξουσιών που παραχωρούνται προς τη CISCO και/ή εν σχέσει με το λογαριασμό του Επενδυτή και/ή τις προσφερόμενες εξασφαλίσεις προς την Τράπεζα θα βαρύνουν τον Επενδυτή και θα διενεργούνται με χρέωση του λογαριασμού του με την Τράπεζα Κύπρου. ................................
  36. Η CISCO διατηρεί το δικαίωμα σύμφωνα με τις εξουσίες που της παρέχονται δυνάμει του πληρεξουσίου εγγράφου να προβαίνει σε οποιεσδήποτε ενέργειες, περιλαμβανομένων αγορών ή πωλήσεων κινητών αξιών και άσκηση ή μη άσκηση δικαιωμάτων, που προέρχονται από τη συμμετοχή του επενδυτή στο Επενδυτικό Σχέδιο, που κρίνει αναγκαίες. Νοείται ότι σε οποιαδήποτε περίπτωση ο Επενδυτής δεν ανταποκρίνεται προς τις υποχρεώσεις του και τους Όρους του Σχεδίου, η CISCO χωρίς περαιτέρω προειδοποίηση θα προβαίνει σε οποιεσδήποτε ενέργειες κρίνει αναγκαίες, περιλαμβανομένων αγορών ή πωλήσεων κινητών αξιών και άσκηση ή μη άσκηση δικαιωμάτων που απορρέουν από το έγγραφο ενεχυρίασης κινητών αξιών και/ή εν γένει από τη συμμετοχή του Επενδυτή στο Επενδυτικό Σχέδιο, για διασφάλιση των υποχρεώσεων του Επενδυτή προς την Τράπεζα. ...............................» Ο Εναγόμενος, στις 06.07.1999 υπέγραψε πληρεξούσιο έγγραφο (Τεκμήριο 7) με το οποίο εξουσιοδοτούσε τη CISCO, να αγοράζει, πωλεί, μεταβιβάζει, αποδέχεται μεταβιβάσεις στο όνομα του οποιεσδήποτε κινητές αξίες, δικής του ιδιοκτησίας, οι οποίες ήταν εγγεγραμμένες στο ΧΑΚ. Κατόπιν εντολών του Εναγόμενου (Τεκμήρια 72 - 89) προς τη CISCO για αγορά ή πώληση μετοχών εισαγμένων στο ΧΑΚ, η CISCO διενεργούσε τις ανάλογες πράξεις στο ΧΑΚ και ως εκ τούτου εκδίδονταν στο όνομα του Εναγόμενου σχετικά σημειώματα συμβολαίων - contract notes - (Τεκμήρια 12 - 22, 28, 30, 31, 34, 36 και 37). Με την έκδοση των contract notes, ενημερωνόταν το πινακίδιο της CISCO στο οποίο παρουσιαζόταν η κατάσταση συναλλαγών του Εναγόμενου (Τεκμήριο 90). Οι πράξεις αγοραπωλησίας καταχωρούνταν σε λογισμικό των Εναγόντων με τα στοιχεία ταυτότητας, διεύθυνσης και τηλέφωνό του. Οι Ενάγοντες, με βάση τα στοιχεία της CISCO, ενημέρωναν το λογαριασμό του Εναγόμενου αναλόγως, αν αφορούσε πώληση μετοχών του γινόταν πίστωση και αν αφορούσε αγορά γινόταν χρέωση. Η CISCO απέστελλε στον Εναγόμενο σε μηνιαία βάση κατάσταση χαρτοφυλακίου - Summary of Portfolio (Τεκμήριο 91) και μηνιαίες καταστάσεις (Τεκμήριο 92) με πιστοποιητικό το οποίο γίνεται αποδεκτό δυνάμει του άρθρου 22 του Κεφ.
  37. Ο Εναγόμενος ουδέποτε αμφισβήτησε στο παρελθόν το περιεχόμενο των εν λόγω καταστάσεων. Προφανώς, μετά το 2000, διαπιστώθηκε από τους Ενάγοντες ότι το περιθώριο ασφάλειας του Εναγόμενου, λόγω της μείωσης της αξίας των ενεχυριασμένων μετοχών, είχε μειωθεί, ο λογαριασμός του Εναγόμενου τερματίστηκε με επιστολή ημερομηνίας 23.06.2003 (Τεκμήριο 70) και ζητήθηκε η πληρωμή ολόκληρου του τότε χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού του εντός 15 ημερών. Ο Εναγόμενος δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό έκτοτε με αποτέλεσμα, βάσει του περιεχομένου του Τεκμηρίου 11 (το οποίο δεν έτυχε αντεξέτασης), σήμερα το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού του ανέρχεται σε €170.636,39 προερχόμενο από το ποσό των €79.057,09 ως τοκοφόρο κεφάλαιο, πλέον €91.579,30 ως εισπρακτέοι τόκοι. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 4 (όρος 4) συμφωνήθηκε ότι τα χρεωστικά υπόλοιπα στο λογαριασμό του εναγόμενου θα έφεραν τόκο 8% ή το ανώτατο ποσοστό επιτοκίου που θα επιτρεπόταν από την εκάστοτε νομοθεσία. Νομική πτυχή: Η παρούσα υπόθεση είναι πολιτική, η απόσειση του βάρους απόδειξης θα κριθεί με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των εναγόντων, να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους οι οποίοι περιλαμβάνονται στην έκθεση απαίτησης. Ο Εναγόμενος έχει το βάρος της απόδειξης των ισχυρισμών του προς απόδειξη της Ανταπαίτησης του. Η απόσειση του βάρους απόδειξης θα αποτιμηθεί υπό το φως της παραδεκτής μαρτυρίας και όχι το παραδεκτό της μαρτυρίας, υπό το πρίσμα πάντοτε του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου διευκρινίζεται και τονίζεται πως η απόσειση του βάρους απόδειξης συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αξιόπιστη. Έχοντας κατά νου τα επίδικα θέματα με βάση τους δικογραφημένους ισχυρισμούς, κρίνεται χρήσιμη στη συνέχεια παραπομπή σε γενικές αρχές και στοιχεία νομολογίας τα οποία θα βοηθήσουν στην καλύτερη κατανόηση των συμπερασμάτων του Δικαστηρίου τα οποία θα ακολουθήσουν. Ειδικότερα κρίνεται χρήσιμο να γίνει αναφορά στις αρχές που διέπουν την ερμηνεία εγγράφων και το σκοπό τους, που δεν είναι άλλος από του να ανακαλυφθεί η πρόθεση των μερών, η οποία πρέπει να απορρέει από το έγγραφο. Όπως έχει νομολογιακά καθιερωθεί δεν επιτρέπεται να εικάζεται η πρόθεση των μερών και να αντικαθίσταται η ρητή με την τεκμαιρόμενη πρόθεση (βλέπε υπόθεση Σ. Οικονόμου κ.ά. ν. Γ. Α. Ττοφινή κ.ά.

(1993)1 Α.Α.Δ. 436). Τα στοιχεία μιας έγκυρης συμφωνίας αναφέρθηκαν στην υπόθεση Horrocks v. Forray
(1976)1 All E.R. 737, η οποία υιοθετήθηκε από την υπόθεση Michael Saab & Another v. The Holy Monastery of Ayios Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499, και είναι τα ακόλουθα: «(α) Η σύμπτωση της διάνοιας των συμβαλλομένων μερών. (β) Εύλογη βεβαιότητα των όρων του συμβολαίου. Οι ουσιώδεις όροι της σύμβασης πρέπει να είναι διατυπωμένοι με σαφήνεια. (γ) Η συμφωνία πρέπει να συνοδεύεται με πρόθεση δημιουργίας νομικής δέσμευσης των συμβαλλομένων μερών, και (δ) Πρέπει να υπάρχει αντάλλαγμα που να πηγάζει από την υπόσχεση». Ο Εναγόμενος στην Υπεράσπισή του εγείρει θέματα τα οποία κατά τη θέση του δικαιολογούν συμπέρασμα περί άκυρης ή παράνομης σύμβασης, πολύ περισσότερο για τα έγγραφα πληρεξουσιότητας και ενέχυρου. Το Δικαστήριο θεωρεί ορθό να προβεί σε αναφορά περί των γενικών αρχών που ισχύουν για την κήρυξη μιας σύμβασης ως άκυρης. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Κ. Σολωμού ν. Vineyard View Tourist Enterprises Ltd
(1998)1 (A) Α.Α.Δ. 300 το άρθρο 23 του Κεφ. 149 στοχεύει στο να αποτρέψει την τέλεση πράξεων που συγκρούονται με τη δημόσια πολιτική επειδή το συμφέρον του δημοσίου θα πληγεί σε περίπτωση που επιτραπεί σε μια σύμβαση που αντιστρατεύεται τη δημόσια πολιτική να ισχύσει. Η δημόσια πολιτική σχετίζεται με πολιτικούς, οικονομικούς ή κοινωνικούς λόγους ένστασης. Το άρθρο 23 δεν ασχολείται με τα κίνητρα. Περιορίζεται στους σκοπούς της πράξης και όχι στους λόγους ή στα κίνητρα που την υπαγόρευσαν. Υπάρχουν δύο γενικές αρχές. Σύμφωνα με την πρώτη μια σύμβαση που συνάπτεται με σκοπό τη διάπραξη παράνομης πράξης είναι ανεφάρμοστη. Σύμφωνα με τη δεύτερη το δικαστήριο δεν εφαρμόζει μια σύμβαση η οποία ρητά ή εξυπακουόμενα απαγορεύεται από το Νόμο (Βλ. Pollock & Mulla, 10η έκδ., σελ. 227-228). Συμπέρασμα Δικαστηρίου: Λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη τα επίδικα θέματα όπως αυτά εγείρονται μέσα από τα δικόγραφα αλλά και όπως αυτά διαμορφώθηκαν κατά τη δίκη, κρίνεται αναγκαίο σ΄ αυτό το στάδιο, να γίνει μνεία στα στοιχεία που η πλευρά των εναγόντων οφείλει να αποδείξει, αφού έχει το βάρος απόδειξης της απαίτησης της, ούτως ώστε να εξετασθεί στη συνέχεια αν αυτά έχουν αποδειχθεί, και κατ΄ επέκταση, εάν δικαιολογείται οποιαδήποτε απόφαση προς όφελος τους. Κρίνεται έτσι ότι οι ενάγοντες οφείλουν να αποδείξουν τα πιο κάτω στοιχεία: (α) Έγκυρη συμφωνία μεταξύ εναγόντων και εναγόμενου. (β) Την παραχώρηση των ισχυριζόμενων πιστωτικών διευκολύνσεων. (γ) Παράβαση της συμφωνίας και/ή νόμιμο και/ή συμβατικό δικαίωμα τερματισμού της συμφωνίας. (δ) Απόδειξη οφειλόμενου χρεωστικού υπολοίπου και το ύψος αυτού σε συνδυασμό με οποιεσδήποτε χρεώσεις και τόκους που συμβατικά καλύπτονται. (ε) Νομιμοποίηση σε αίτημα για έκδοση διαταγμάτων πώλησης των ενεχυριασμένων μετοχών. Με βάση τα πιο πάνω προβάλλει στη συνέχεια δικαιολογημένη η εξέταση ενός έκαστου στοιχείου ξεχωριστά, αντιπαραβάλλοντας με οτιδήποτε η πλευρά του εναγόμενου έχει εγείρει υπό τύπο υπεράσπισης ενάντια στην απόδειξη κάθε στοιχείου. Ως εκ τούτου ακολουθεί η ενασχόληση του Δικαστηρίου ξεχωριστά για κάθε ένα των εν λόγω στοιχείων: (α) Έγκυρη συμφωνία μεταξύ εναγόντων και εναγομένων. Σύμφωνα με τα κρατούντα στη νομολογία και των όσων έχουν ήδη αναφερθεί στην ενότητα νομική πτυχή (βλέπε υπόθεση Michael Saab v. The Holy Monastery of Ayios Neophytos - ανωτέρω), κρίνεται ότι τα ευρήματα που έχουν προκύψει από τα πραγματικά γεγονότα επιτρέπουν στο Δικαστήριο να συμπεράνει ότι, η συμφωνία μεταξύ των διαδίκων ημερομηνίας 14.07.1999 με την οποία εγκρίθηκε η παραχώρηση διευκόλυνσης ΛΚ50.000,00 στον Εναγόμενο, είναι καθ΄ όλα έγκυρη και ότι ήταν το προϊόν ελεύθερης βούλησης των διαδίκων-συμβαλλομένων. Ο Εναγόμενος υπέγραψε το Τεκμήριο 4 ανεπιφύλακτα, και ούτε έθεσε θέμα μη κατανόησης των όρων αυτού. Επιπλέον, καμία αμφιβολία είναι δυνατό να υφίσταται ενώπιον του Δικαστηρίου, για το ότι πρόθεση και των δύο μερών ήταν η δημιουργία νομικής δέσμευσης. Ως επίσης ουδεμία αμφιβολία τίθεται ως προς το κατά πόσο υπήρχε αντάλλαγμα στην επίδικη συμφωνία, άλλωστε αυτό δεν αμφισβητείται και ούτε εγείρεται. Η πλευρά του Εναγόμενου, ως έχει διαφανεί, έχει θέσει αρκετά ζητήματα και επιχειρήματα υποστηρίζοντας ότι η επίδικη συμφωνία καθώς και τα πληρεξούσια έγγραφα που υπέγραψε δεν είναι έγκυρα και/ή ότι είναι παράνομα, ως εκ τούτου το Δικαστήριο οφείλει να τοποθετηθεί ως προς αυτά τα ζητήματα αφού προβάλλονται στην Υπεράσπιση. Πρώτος λόγος για τον οποίο τίθεται ισχυρισμός, πως, η επίδικη συμφωνία είναι άκυρη, αφορά στο ότι οι Ενάγοντες δεν εφάρμοσαν οδηγίες-εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου. Με το εν λόγω ζήτημα το οποίο όντως έχει την σπουδαιότητα του, έχει ασχοληθεί, σχετικά πρόσφατα η κυπριακή νομολογία. Θα πρέπει ωστόσο να ξεκαθαριστεί πως, ο Εναγόμενος ούτε επικαλέστηκε εγκύκλιο με συγκεκριμένα στοιχεία και περιεχόμενο, αλλά ούτε και παρουσίασε τέτοιο έγγραφο ενώπιον του Δικαστηρίου. Ως εκ τούτου η θέση του είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Σε θεωρητικό πλέον επίπεδο, προς απάντηση της θέσης του Εναγόμενου επί των εγκυκλίων γίνεται παραπομπή στα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Διαχειριστικό Συμβούλιο Εμπορικής Σχολής Μιτσή Λεμύθου ν. Πέτρου Πετράκη
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 941. Είναι ξεκάθαρη η τοποθέτηση της νομολογίας επί του υπό συζήτηση ζητήματος, ταυτόχρονα όμως γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι υπάρχει σημαντική διαφορά από την πιο πάνω υπόθεση, αφού το Δικαστήριο στην παρούσα υπόθεση, δεν καλείται να αναγνωρίσει ή να προεκτείνει κάτι το οποίο έθεσε ως μέρος της δημόσιας πολιτικής ο νομοθέτης, αλλά ένα όργανο κρατικό (Κεντρική Τράπεζα Κύπρου), οι εγκύκλιοι του οποίου δεν μπορούν να έχουν την άμεση ισχύ που έχει ένα νομοθέτημα. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση (Διαχειριστικό Συμβούλιο Εμπορικής Σχολής Μιτσή Λεμύθου ν. Πέτρου Πετράκη (ανωτέρω)) τέτοιας σοβαρής μορφής ζητήματα δημόσιας πολιτικής, αναμενόταν να τύχουν ρύθμισης με ειδικά νομοθετήματα. Ένας δεύτερος λόγος που ο Εναγόμενος επικαλείται ότι η συμφωνία του με τους Ενάγοντες είναι άκυρη, είναι επειδή επρόκειτο για σχέδιο, ως ισχυρίζεται, και δεν υπήρχε μόνο σχέση δανειστή-χρεώστη όπως την παρουσιάζουν οι Ενάγοντες, αλλά το εν λόγω σχέδιο ετοιμάστηκε από αυτούς και προσχώρησε ο Εναγόμενος, χωρίς περιθώρια διαπραγμάτευσης. Κατ΄ αρχήν, στη μαρτυρία του ο Εναγόμενος, δεν έθεσε τέτοιο ζήτημα. Συνακόλουθα, δεν είναι δυνατό να στοιχειοθετηθεί ακυρότητα στην εν λόγω συμφωνία. Ο Εναγόμενος αποδέχθηκε τη συμφωνία αφού δήλωσε επ΄ αυτής (Τεκμήριο 4) ότι διάβασε τους όρους της και γι΄ αυτό υπέγραψε, προφανώς το τυπωμένο από πριν έντυπο της αίτησης του (Τεκμήριο 4), ωστόσο ουδείς τον εξανάγκασε να το πράξει, κανένα στοιχείο ψυχικής πίεσης ή εξαναγκασμού προκύπτει. Το ότι επρόκειτο για προτυπωμένους όρους, το γεγονός από μόνο του δε στοιχειοθετεί ακυρότητα στη συμφωνία. Επίσης προσβάλλεται ως άκυρος ο όρος της συμφωνίας του Εναγόμενου με τους Ενάγοντες που προνοεί για δικαίωμα στους Ενάγοντες να τερματίσουν χωρίς ειδοποίηση οποτεδήποτε κατά την απόλυτη τους κρίση τη λειτουργία του λογαριασμού. Υπάρχει όμως μία σημαντική αδυναμία για την αποδοχή της εισήγησης του. Σύμφωνα με το Άρθρο 3
(2)του Νόμου 93(I)/1996 ρήτρα σύμβασης η οποία είναι διατυπωμένη κατά τρόπο σαφή και κατανοητό, καμία αμφισβήτηση του θεμιτού της χαρακτήρα επιτρέπεται, εφόσον αφορά τον καθορισμό του κύριου αντικειμένου της και την αντιπροσωπευτικότητα της τιμής ή του ανταλλάγματος για τα αγαθά ή τις υπηρεσίες που πωλήθηκαν ή παρασχέθηκαν. Κρίνεται ότι όλοι οι όροι του Τεκμηρίου 4 ήταν και σαφείς αλλά και κατανοητοί στον Εναγόμενο, ο ίδιος δεν ανέφερε στη μαρτυρία του ότι δεν κατανόησε κάποιον όρο. Το γεγονός ότι άλλα πιθανόν να είχε στο μυαλό του ή αντιλήφθηκε ο Εναγόμενος, δεν του επιτρέπει να τα προβάλλει στο Δικαστήριο ως όρους που διέπουν τη συμφωνία του με τους Ενάγοντες, όταν ο ίδιος με την υπογραφή του αποποιήθηκε τέτοια θέματα και αποδέχθηκε άλλους όρους. Η νομολογία επί του θέματος είναι πέραν από ξεκάθαρη. Γίνεται παραπομπή στα όσα αποφασίστηκαν στην υπόθεση Takis Xenophontos v. Thomas Nelson (Insurance) Ltd and others
(1982)1 C.L.R. 674, 682 όπου διαφαίνεται πως ο υπέρτατος νόμος είναι πως η καθαρή και σαφής διατύπωση επικρατεί οποιασδήποτε πρόθεσης, όμως αν οι λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν δεν είναι καθαρές και σαφείς, τότε η πρόθεση των μερών, όπως εκφράστηκε με διατύπωση που χρησιμοποιήθηκε υπερισχύει. Βλέπε επίσης ως σχετική την υπόθεση Marcou v. Theodorou
(1984)1 C.L.R.
  1. (β) Παραχώρηση των ισχυριζόμενων πιστωτικών διευκολύνσεων: Αναφορικά με την απόδειξη του στοιχείου της παραχώρησης των πιστωτικών διευκολύνσεων προς τον Εναγόμενο, είναι αρκετό να αναφερθεί ότι τόσο η Μ.Ε.1 έχει κάνει σχετική αναφορά στη μαρτυρία της, αλλά και ο Εναγόμενος στη μαρτυρία αποδέχεται ότι του παραχωρήθηκε το ποσό των ΛΚ50.000,00 και ως εκ τούτου ανοίχθηκε λογαριασμός στο όνομα του. Συνακόλουθα το εν λόγω στοιχείο έχει αποδειχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου χωρίς οποιαδήποτε αμφιβολία. (γ) Παράβαση της συμφωνίας και/ή συμβατικό δικαίωμα τερματισμού της συμφωνίας: Το θέμα του τερματισμού της συμφωνίας διέπεται από τους όρους αυτής, αφ΄ ενός μεν από τον όρο 5 (Τεκμήριο 4) ο οποίος παρείχε το δικαίωμα στους Ενάγοντες οποτεδήποτε, χωρίς προειδοποίηση, να τερματίσουν τη λειτουργία οποιουδήποτε λογαριασμού, και να καταστήσουν απαιτητές όλες τις πιστωτικές διευκολύνσεις, αλλά και να ζητήσουν πληρωμή όλων των οφειλόμενων ποσών. Επίσης, δυνάμει του όρου 8 (Τεκμήριο 4), σε περίπτωση παράβασης από τον επενδυτή οποιουδήποτε όρου του επενδυτικού σχεδίου, ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο καθιστόταν αμέσως οφειλόμενο και πληρωτέο. Επί του ζητούμενου, η μαρτυρία η οποία έχει προσαχθεί από τους Ενάγοντες, δικαιολογεί συμπέρασμα για νόμιμο, συμβατικό, τερματισμό της επίδικης συμφωνίας, ο οποίος επήλθε με την επιστολή Τεκμήριο 70 ημερομηνίας 23.06.
  2. Σημειώνεται ότι η εν λόγω επιστολή στάληκε στη διεύθυνση που ο Εναγόμενος έδωσε επί του Τεκμηρίου 4 καθώς και ότι αυτός, κατά τη μαρτυρία του, δεν αμφισβήτησε την παραλαβή της αλλά ούτε και το περιεχόμενο της. Οι Ενάγοντες είχαν δικαίωμα τερματισμού του λογαριασμού του Εναγόμενου χωρίς προειδοποίηση. Συνεπώς ο τερματισμός ήταν νόμιμος και ως εκ τούτου στοιχειοθετούσε την υποχρέωση του Εναγόμενου για αποπληρωμή του χρεωστικού υπολοίπου (βλέπε υπόθεση Lombard Natwest Ltd v. Π. Λαζαρίδη
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1465). (δ) Απόδειξη ύψους οφειλόμενου χρεωστικού υπολοίπου: Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου κρίνεται ότι αποδείχτηκε το οφειλόμενο υπόλοιπο που προκύπτει μέσα από τις πράξεις αγοράς και πώλησης μετοχών του Εναγόμενου, τις οποίες διενεργούσε η CISCO και αυτή ενημέρωνε με τα απαραίτητα στοιχεία τους Ενάγοντες και οι οποίοι με τη σειρά τους ενημέρωναν και διατηρούσαν το λογαριασμό του Εναγόμενου. Ως προς το στοιχείο του επιτοκίου κρίνεται ότι ουδεμία παράνομη ή αντισυμβατική χρέωση τόκου ή καταχώρηση υπήρξε ή αποδείχθηκε ως τέτοια ενώπιον του Δικαστηρίου. Ήταν ξεκάθαρη η Μ.Ε.1 ότι έγινε αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού χωρίς οποιαδήποτε χρέωση πέραν του συμβατικού επιτοκίου. Η θέση της Μ.Ε.1 επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
  1. Το ποσοστό 9% το οποίο οι Ενάγοντες αύξησαν από 8% με την επιστολή τερματισμού (Τεκμήριο 70) ήταν επιτρεπτό στη βάση του όρου 4 του Τεκμηρίου
  2. Από τις πιο πάνω διαπιστώσεις και συμπεράσματα του Δικαστηρίου γίνεται κατανοητό ότι οι Ενάγοντες έχουν αποδείξει τα στοιχεία που όφειλαν για την απόδειξη της απαίτησης τους. Υπάρχουν ωστόσο περαιτέρω ζητήματα εγερθέντα από την Υπεράσπιση, και το Δικαστήριο επιθυμεί όπως συμπληρωματικά και πριν κλείσει την απόφαση του να τοποθετηθεί επί αυτών. Εισηγείται ο Εναγόμενος ότι οι Ενάγοντες καταχράστηκαν το δικαίωμα που τους παραχώρησε, για δικούς τους αλλότριους σκοπούς, και ωφελήθηκαν από τη ζημιά του. Η θέση αυτή δε μπορεί να γίνει αποδεκτή, δεν το επιτρέπουν τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση. Οι ενάγοντες δεν άφησαν να δημιουργηθεί οποιαδήποτε ζημιά στην περιουσία του αφού δεν είχαν τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου του. Αν βέβαια ο εναγόμενος εννοεί τις μετοχές, ουδεμία ευθύνη είχαν για τη μείωση της αξίας τους. Κρίνεται πως επίρριψη ευθύνης στους Ενάγοντες για το γεγονός ότι ο λογαριασμός κατέστηκε «ζημιογόνος» θα σήμαινε ότι οι Ενάγοντες είχαν καθήκον ή υποχρέωση να μην επιτρέψουν με οποιοδήποτε τρόπο τη μείωση της αξίας των μετοχών του Εναγόμενου ή ότι ανέλαβαν ρόλο διαχειριστή του χαρτοφυλακίου του. Δε φαίνεται όμως να ανέλαβαν οι Ενάγοντες μέσα από την συμφωνία τους με τον εναγόμενο το ρόλο που εισηγείται ή υποστηρίζει ο Εναγόμενος. Οι Ενάγοντες ξεκάθαρα μέσα από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 4 δεν ήταν διαχειριστές των κινητών αξιών του Εναγόμενου. Επιπρόσθετα, δεν υπήρξε συγκεκριμένο παράπονο του Εναγόμενου ως προς τη διεκπεραίωση συγκεκριμένων εντολών του, που αν υπήρχε θα έπρεπε να στρέφεται εναντίον της CISCO οι οποίοι ήταν υπεύθυνοι να εκτελούν τις εντολές του. Ως απορριπτέα κρίνεται επίσης η θέση του Εναγόμενου ότι αυτός αντιλήφθηκε πως στη χειρότερη περίπτωση θα έχανε τα μετρητά που έδωσε στην αρχή δηλαδή ΛΚ12.500,00 αλλά και τις μετοχές του ως ασφάλεια. Δε δικαιολογείται να αντιλαμβανόταν κάτι τέτοιο μέσα από το περιεχόμενο της συμφωνίας που υπέγραψε. Από το σύνολο των ισχυρισμών του Εναγόμενου προκύπτει η θέση ότι αυτός θεωρεί πως οι Ενάγοντες είχαν ρόλο συμβούλου του για την αξία των μετοχών του. Εν πάση περιπτώσει ότι οι Ενάγοντες θα ενεργούσαν με κάθε τρόπο ούτως ώστε αυτός να κερδίζει μόνο από τις αγοραπωλησίες των μετοχών στις οποίες θα προέβαινε. Η εν λόγω θέση είναι συνδεδεμένη και με τον ισχυρισμό για ύπαρξη αμέλειας εκ μέρους των Εναγόντων, ο οποίος όμως απορρίπτεται. Κανένας τέτοιος ρόλος είναι δυνατό να ερμηνευθεί μέσα από τους όρους του Τεκμηρίου
  3. Διαπιστώνεται ακόμη πως πυρήνας των θέσεων του Εναγόμενου, είναι και η θέση ότι οι Ενάγοντες είχαν υποχρέωση να πωλήσουν τις ενεχυριασμένες μετοχές του, γεγονός που αν έπρατταν δε θα επέτρεπε την ύπαρξη του σημερινού χρεωστικού υπολοίπου, και/ή δε θα υπήρχε καθόλου χρεωστικό υπόλοιπο. Το υπό συζήτηση ζήτημα απαντήθηκε στην υπόθεση Νίκος Ανδρέου ν. Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(2005)1 (Α) Α.Α.Δ. 740 στην οποία γίνεται αναφορά στην αγγλική υπόθεση China & South Sea Bank Ltd v. Tan Soon Gin
(1989)3 All E.R. 839 (PC). Αν και οι δύο αποφάσεις εκδόθηκαν σε αίτηση για συνοπτική απόφαση, το Δικαστήριο δεν αποδέχεται τη θέση του Εναγόμενου. Από το περιεχόμενο και των δύο αποφάσεων δεν παραμένουν περιθώρια ότι, αυτό που αποφασίστηκε θα ήταν δυνατό να διαφοροποιηθεί αν υπήρχαν γεγονότα ως αυτά που έθεσε ο εναγόμενος στην παρούσα υπόθεση. Πρόκειται καθαρά για νομικό ζήτημα γι΄ αυτό και δεν δόθηκε άδεια για υπεράσπιση αλλά επιβεβαιώθηκε η έκδοση συνοπτικής απόφασης. Πρόσθετα των προηγηθέντων ισχυρισμών, είναι γεγονός ότι δόθηκε μεγάλη βαρύτητα από πλευράς Εναγόμενου στη θέση του πως, επειδή οι Ενάγοντες δεν πώλησαν τις ενεχυριασμένες μετοχές του, σημαίνει ότι δεν φρόντισαν να εισπράξουν τα χρήματα τους και ως εκ τούτου αμέλησαν, συνεπώς ο εναγόμενος απαλλάσσεται από την υποχρέωση για καταβολή οποιουδήποτε ποσού για τυχόν ζημιά των Εναγόντων. Η αποδοχή τέτοιας εισήγησης θα σήμαινε ότι το Δικαστήριο αυτοαναιρείται, αφού το θέμα της υποχρέωσης για πώληση των μετοχών έχει ήδη κριθεί και απαντηθεί, δεν θα μπορούσε συνεπώς στη μία περίπτωση όπου η άσκηση δικαιώματος για πώληση των μετοχών, χωρίς υποχρέωση προς τούτο, να είναι νόμιμη, είτε συμβατικά είτε με βάση το άρθρο 134 του Κεφ. 149, ενώ σε άλλη περίπτωση να της προσδοθεί χαρακτήρας διαγραφής του χρέους του εναγόμενου προς τους Ενάγοντες. Έμμεσα ο Εναγόμενος έθεσε και ισχυρισμό για ολιγωρία (laches) και καθυστέρηση, είτε στον τερματισμό της συμφωνίας και του λογαριασμού του, είτε στην καταχώρηση της αγωγής. Στην Πελεκάνου ν. Πελεκάνου
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1768 λέχθηκε ότι η απεμπόληση δικαιώματος μπορεί να τεκμηριωθεί από τη συμπεριφορά του δικαιούχου εφόσον όμως αυτή είναι τέτοια που να υποδηλώνει αναμφισβήτητα την εγκατάλειψη του δικαιώματος του. Στην Καρπασίτης ν. Σιόκουρου
(2002)1 Α.Α.Δ. 472 αποφασίστηκε ότι η ολιγωρία μπορεί να εγερθεί ως υπεράσπιση σε αγωγή στις περιπτώσεις όπου ο ενάγοντας ζητά θεραπεία με βάση το δίκαιο της επιείκειας. Όμως αυτό εξαρτάται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Στην αγγλική υπόθεση Nelson v. Rye and another
(1996)2 All E.R. 186 αναφέρθηκε πως τα Δικαστήρια έχουν καθήκον να εξετάσουν το θέμα της ολιγωρίας όταν εγείρεται ως υπεράσπιση λαμβανομένων υπόψη των ιδιαίτερων περιστατικών της κάθε υπόθεσης περιλαμβανομένων τόσο της περιόδου καθυστέρησης αλλά και του βαθμού που επηρεάζονται τα συμφέροντα του εναγόμενου εξαιτίας της ολιγωρίας του ενάγοντα. Στην Μάρω Α. Φωτίου ν. Σοφοκλή (Άκη) Σοφοκλέους, Πολιτική Έφεση 79/2006 ημερομηνίας 22.12.2008 αναφέρθηκαν τα εξής: «Ως γενικός κανόνας μπορεί να λεχθεί ότι υπάρχει μεγαλύτερη ανοχή από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στις αστικές διαφορές, παρά στις ποινικές, αλλά σε κάθε περίπτωση η καθυστέρηση πρέπει να είναι αρκετά ουσιώδης ή σοβαρή («sufficiently serious») Frederick Edel: The length of civil and criminal proceedings in the case-law of the European Court of Human Rights
(2007)σελ.68 και Donna Gomien: Short Guide to the European Convention of Human Rights, 3η έκδοση, σελ. 55-58), για να υπάρξει εύρημα ανεπίτρεπτης καθυστέρησης». Γίνεται δε παραπομπή στο σύγγραμμα Bullen & Leake and Jacob's Precedents of Pleading, 12η έκδοση, όπου στην παράγραφο 959, σελίδα 1154 εξηγείται πως είναι δυνατό ο ενάγοντας να είναι υπεύθυνος αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην καταχώρηση αγωγής όταν δίδει την εντύπωση ή την αντίληψη στον εναγόμενο ότι δεν είχε πρόθεση να υποβάλει απαίτηση εναντίον του και εξαιτίας αυτής της αντίληψης ή πεποίθησης ο εναγόμενος ενήργησε σε βλάβη των δικαιωμάτων του. Λαμβανομένων υπόψη των πιο πάνω αρχών, αλλά και των γεγονότων που διέπουν την παρούσα υπόθεση, κρίνεται πως οι ενάγοντες ουδέποτε έδωσαν την εντύπωση ή την αντίληψη στον εναγόμενο, είτε διά λόγων είτε διά συμπεριφοράς, ότι είχαν πρόθεση να εγκαταλείψουν την απαίτηση τους. Περαιτέρω, εξαιτίας του τερματισμού της συμφωνίας στις 23.06.2003 δε διαφαίνεται να υπήρξε οποιοσδήποτε επηρεασμός στα δικαιώματα του Εναγόμενου. Με τις μηνιαίες καταστάσεις που του αποστέλλονταν γνώριζε ότι ο λογαριασμός του ήταν χρεωστικός, ουδείς τον εμπόδιζε να τον εξοφλήσει ή να δώσει εντολές για πώληση των μετοχών του προς τη CISCO. Στο σημείο αυτό παρεμβάλλει αναγκαία και η εξέταση του παραπόνου του Εναγόμενου, πως με το Τεκμήριο 85 έδωσε οδηγίες για πώληση 50,000 χιλιάδων μετοχών του οι οποίες αν πωλούνταν όλες και όχι μέρος τους, ο λογαριασμός του θα εξοφλούνταν. Επισημαίνεται (α) ότι δεν είναι βέβαιο ότι θα μηδενιζόταν το υπόλοιπο του λογαριασμού του αφού δεν προσκομίστηκε μαρτυρία για τη αξία των μετοχών του το 1999 (β) το Τεκμήριο 85 δεν απευθύνεται προς τους Ενάγοντες αλλά σε κάποιον Γλαύκο Ψυλλάκη, προφανώς χρηματιστή της CISCO και με αβέβαιο λεκτικό ως προς το κατά πόσο πρόκειται για καθαρή εντολή πώλησης των 50,000 μετοχών του ή μέρος αυτών. Συνεπώς αν ήθελε κριθεί ότι στοιχειοθετείται τέτοιο παράπονο μέσα από το Τεκμήριο 85, θα έπρεπε να εγερθεί απαίτηση εναντίον της CISCO και όχι παράπονο έναντι των Εναγόντων υπό τύπο υπεράσπισης. Ενδεχομένως θα εξεταζόταν από το Δικαστήριο κατά πόσο επηρεάστηκαν τα δικαιώματα του Εναγόμενου αν οι Ενάγοντες είχαν υποχρέωση να πωλήσουν τις ενεχυριασμένες μετοχές, αντί δικαίωμα, και δεν το έπρατταν. Είχαν όμως δικαίωμα (βλέπε όρος 7 Τεκμηρίου 8). Επιπλέον, ο Εναγόμενος στην Υπεράσπιση του έθεσε θέμα μη εγκυρότητας του εγγράφου ενεχυρίασης διότι, ως ισχυρίζεται, αυτό δεν υπογράφτηκε ενώπιον δύο μαρτύρων. Διαπιστώνεται ότι το Τεκμήριο 8 φέρεται να είναι υπογραμμένο από δύο μάρτυρες (άρθρο 138(α)(δ)(iii), Κεφ. 149) και κατά τη δίκη δεν αμφισβητήθηκε το γεγονός αυτό. Συνεπώς η εν λόγω θέση απορρίπτεται. Απορρίπτεται επίσης η θέση ότι τα πληρεξούσια που ο Εναγόμενος υπέγραψε είναι άκυρα ή παράνομα. Καμία μαρτυρία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου που να επιτρέπει ανάλογο συμπέρασμα. Εν πάση όμως περιπτώσει, τα πληρεξούσια έγγραφα αφορούν την πληρεξουσιότητα που ο Εναγόμενος παραχώρησε προς τη CISCO και, ελλείψει συγκεκριμένης εισήγησης, δεν είναι αντιληπτό πώς επηρεάζεται η συμφωνία του με τους Ενάγοντες. Τέλος αναφέρεται, πως, πλείστα από τα θέματα που ο Εναγόμενος έθεσε στην Υπεράσπισή του, και ειδικότερα το θέμα αμέλειας των Εναγόντων, το αν υπήρχε υποχρέωση των Εναγόντων για πώληση των ενεχυριασμένων μετοχών του και όχι μόνο δικαίωμα, το θέμα των εγκυκλίων και άλλα συναφή θέματα, έχουν απασχολήσει το εφετείο σε ικανό αριθμό υποθέσεων, μεταξύ αυτών οι πρόσφατες υποθέσεις
(1)Γ. Καλλικάς ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1238,
(2)Στ. Μαρκίδης ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Πολιτική Έφεση 303/2008 ημερομηνίας 08.03.2012,
(3)Π. Ζερβός ν. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολιτική Έφεση 340/2009 ημερομηνίας 21.11.2013 και
(4)Επίσημος Παραλήπτης ν. Cyprus Investment & Securities Corporation Ltd ECLI:CY:AD:2014:A637, Πολιτική Έφεση 275/2009 ημερομηνίας 04.09.2014, στις οποίες το Δικαστήριο παραπέμπει. Σε καμία από τις προαναφερόμενες υποθέσεις έγινε αποδεκτή κάποια από τις νομικές υπερασπίσεις του Εναγόμενου. Συνακόλουθα με όλα τα πιο πάνω φαίνεται ότι οι Ενάγοντες δικαιούνται απόφασης. Εκδίδεται απόφαση προς όφελος των Εναγόντων και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των €79.057,09 πλέον τόκο 9% ετησίως από 19.02.2014 επί του ποσού των €79.057,09 μέχρι εξόφλησης, πλέον, απόφαση για €92.579,30 ως συσσωρευμένοι τόκοι. Περαιτέρω εκδίδονται διατάγματα ως οι παράγραφοι Τ, Υ, Φ(i) και Χ της Έκθεσης Απαίτησης. Όσον αφορά το αιτητικό Υ, δεν εγκρίνεται δικαίωμα στους Ενάγοντες για μεταβίβαση των ενεχυριασμένων μετοχών του Εναγόμενου επ΄ ονόματί τους, αφού κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται στο έγγραφο ενεχυρίασης (Τεκμήριο 8). Ως εκ τούτου, δεν εγκρίνονται ούτε τα διατάγματα των αιτητικών Γ - Σ. Τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται προς όφελος των Εναγόντων και εναντίον του Εναγόμενου, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Αναφορικά με την Ανταπαίτηση του Εναγόμενου αυτή απορρίπτεται, τα όσα την υποστηρίζουν είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με τους ισχυρισμούς της Υπεράσπισης του οι οποίοι δεν έγιναν αποδεκτοί, αλλά ούτε και προσκομίστηκε μαρτυρία εκ μέρους του για απόδειξη της. Συνεπώς αυτή δε δύναται να επιτύχει. Καμιά διαταγή ως προς τα έξοδα της Ανταπαίτησης λόγω της συνεκδίκασης και μη προσκόμισης μαρτυρίας είτε για απόδειξη της είτε για υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση. (Υπ.) ................ Δ. Ι. Κίτσιος, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΔ Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: Συμβάσεις - Παροχή τραπεζικών διευκολύνσεων για αγορά μετοχών ΧΑΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.