← Κύπρος

ΚΤΗΜΑΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Η ΓΡΑΜΜΗ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. Χαράλαμπου Ζακακιώτη κ.α., Αγωγή αρ. 1374/14, 24/10/2014

ΚΤΗΜΑΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Η ΓΡΑΜΜΗ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. Χαράλαμπου Ζακακιώτη κ.α., Αγωγή αρ. 1374/14, 24/10/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A371 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ. 1374/14 Αίτηση ημερ. 21/5/14 Μεταξύ: ΚΤΗΜΑΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Η ΓΡΑΜΜΗ ΛΙΜΙΤΕΔ Εναγόντων και

  1. Χαράλαμπου Ζακακιώτη, εκ Λεμεσού
  2. Ilieva Mariya, εκ Λεμεσού
  3. 2 Μ.P. ZAKA KIOSK LIMITED Εναγομένων --------------------------------------------------------- 24/10/2014 Για τους Ενάγοντες/Αιτητές: κ. Κ. Αριστείδου (κα Ν. Δημητρίου για ν' ακούσει απόφαση) Για τους Εναγόμενους/Καθ' ων η Αίτηση: κ. Σ. Νεοκλέους (κ. Μ. Χριστοδούλου για ν' ακούσει απόφαση) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Ενάγοντες - Αιτητές με την υπό εξέταση αίτηση τους αξιώνουν την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των Εναγομένων. Η αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του διευθυντή των Εναγομένων Δημόκριτου Αριστείδου. Παραθέτω τα κυριότερα σημεία της: Οι Ενάγοντες είναι ιδιοκτήτες και δικαιούμενοι στην κατοχή του διαμερίσματος με αρ. θύρας 1, το οποίο βρίσκεται στον πρώτο όροφο της οικοδομής Mairoza Court 8, στην οδό Ιακώβου Τομπάζη στη Λεμεσό, με αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης τριών καλυμμένων, ανοιχτών χώρων στάθμευσης. Περί τα μέσα του έτους 2010, οι Ενάγοντες χαριστικώς και/ή αφιλοκερδώς έδωσαν απλή άδεια (bare license) στους Εναγόμενους από κοινού και/ή ξεχωριστά να εγκατασταθούν στο πιο πάνω διαμέρισμα και να το χρησιμοποιούν ως γραφείο και ως κατοικία τους, υπό τη ρητή συνεννόηση και/ή την αμοιβαία αντίληψη ότι η ρηθείσα άδεια θα μπορούσε να ανακληθεί οποτεδήποτε από τους Ενάγοντες. Οι Εναγόμενοι εγκαταστάθηκαν στο ως άνω διαμέρισμα και από τότε το χρησιμοποιούν τόσο ως οικογενειακή τους εστία, όσο και ως γραφείο τους. Οι Ενάγοντες με επιστολή ημερ. 20/3/2013, η οποία επεδόθη σε όλους τους Εναγόμενους, ανακάλεσαν και/ή τερμάτισαν την πιο πάνω άδεια και απαίτησαν παράδοση ελεύθερης κατοχής του διαμερίσματος τους και των χώρων στάθμευσης. Οι Εναγόμενοι όμως παρέλειψαν να συμμορφωθούν προς την απαίτηση των Εναγόντων και από τις 20/3/2013 κατέχουν παράνομα την περιουσία των Εναγόντων. Η παράνομη επέμβαση των Εναγομένων έχει στερήσει από τους Ενάγοντες την κατοχή και/ή χρήση και/ή εκμετάλλευση και/ή απόλαυση του ως άνω διαμερίσματος, η ενοικιαστική αξία του οποίου εκτιμάται στα €1.100 μηνιαίως. Οι Εναγόμενοι δεν έχουν υπεράσπιση στην αγωγή και καταχώρισαν εμφάνιση για σκοπούς καθυστέρησης της διαδικασίας μόνο. Οι Εναγόμενοι εναντιώθηκαν στην αίτηση των Εναγόντων. Με την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης τους προβάλλουν 27 συνολικά λόγους ένστασης. Μεγάλο μέρος των λόγων ένστασης αποτελεί κατ' ουσία επανάληψη των ισχυρισμών, που περιέχονται στην ένορκη δήλωση, η οποία συνοδεύει την ένσταση τους, γι' αυτό θεωρώ περιττό να τους καταγράψω. Θα αρκεστώ στην απαρίθμηση των βασικότερων από αυτούς:

(1)Οι Εναγόμενοι έχουν καλόπιστη και βάσιμη υπεράσπιση, την οποία δικαιούνται να προβάλουν κατά τον δέοντα τρόπο.
(2)Υπάρχουν πολλά εγειρόμενα νομικά σημεία, τα οποία θα πρέπει να εξεταστούν μετά που θα δοθεί η απαιτούμενη μαρτυρία.
(3)Οι Ενάγοντες δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, αφού δεν αποκάλυψαν σημαντικά γεγονότα, τα οποία αποτελούν τη βάση της υπεράσπισης των Εναγομένων.
(4)Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει η Δ.18 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για την έκδοση συνοπτικής απόφασης.
(5)Το κλητήριο ένταλμα είναι λανθασμένο και/ή παράτυπο επειδή, ενώ είναι ειδικά οπισθογραφημένο δεν περιλαμβάνει σχετική παράγραφο με την οπισθογράφηση εξόδων. Το πραγματικό υπόβαθρο της ένστασης εμπεριέχεται στην ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 1, το οποίο παραθέτω αμέσως πιο κάτω: Οι Ενάγοντες κατά τον ουσιώδη χρόνο και μέχρι σήμερα, κατ' εντολή των Εναγομένων, λειτουργούν ως εμπιστευματοδόχοι και/ή διευθυντές και/ή διοικητικοί σύμβουλοι και/ή αντιπρόσωποι των Εναγομένων, με σκοπό να κατοχυρωθούν και/ή προστατευθούν τα δικαιώματα και/ή συμφέροντα τους επί του επίδικου διαμερίσματος, το οποίο μεταβιβάστηκε στους Ενάγοντες κατά την 10/9/2008, με αποκλειστικό σκοπό να χρησιμοποιηθεί ως υποθήκη για την εξασφάλιση δανείου από την Τράπεζα Κύπρου, προς όφελος άλλης εταιρείας, συμφερόντων των Εναγομένων. Το επίδικο διαμέρισμα ανέκαθεν ήταν στην κατοχή και/ή στην ιδιοκτησία εταιρείας, συμφερόντων των Εναγομένων. Η εν λόγω εταιρεία το είχε μεταβιβάσει στον κ. Ευστάθιο Ανδρέου, ο οποίος, κατόπιν οδηγιών των Εναγομένων, το είχε μεταβιβάσει στους Ενάγοντες, με αποκλειστικό σκοπό να εξασφαλίσουν δάνειο από την Τράπεζα Κύπρου προς όφελος της εταιρείας των Εναγομένων, Mairoza Estates Ltd. Το ως άνω διαμέρισμα χρησιμοποιήθηκε ως υποθήκη για την εξασφάλιση του δανείου. Οι Εναγόμενοι συνέστησαν το πιο πάνω αναφερόμενο εμπίστευμα, σύμφωνα με τις οδηγίες των διευθυντών και/ή μετόχων των Εναγόντων, οι οποίοι ενεργούσαν ως νομικοί τους σύμβουλοι. Οι Εναγόμενοι χρησιμοποιούν το επίδικο διαμέρισμα από το 2010 ως οικογενειακή τους εστία και ως γραφείο της δουλειάς τους, χωρίς να πληρώνουν οποιοδήποτε ενοίκιο. Κατά το ίδιος έτος προχώρησαν στην ανακαίνιση του διαμερίσματος, η οποία κόστισε €100.000 περίπου. Ουδέποτε υπεγράφη μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων οποιαδήποτε άδεια (bare license) χρήσης του διαμερίσματος και ότι οι Ενάγοντες θα δικαιούνταν να ανακαλέσουν οποιαδήποτε στιγμή την άδεια χρήσης του από τους Εναγόμενους. Οι Εναγόμενοι ουδέποτε οχλήθηκαν από τους Ενάγοντες να πληρώσουν οποιοδήποτε ενοίκιο ή άλλο ποσό. Επίσης, εκπληρώνουν όλες τις υποχρεώσεις τους προς την Διαχειριστική Επιτροπή της πολυκατοικίας, επί της οποίας βρίσκεται το διαμέρισμα. Η ως άνω περιγραφόμενη συμπεριφορά των Εναγόντων έχει δημιουργήσει εξ υπαγωγής εμπίστευμα και/ή ιδιοκτησιακό κώλυμα και/ή κώλυμα κατοχής προς όφελος των Εναγομένων. Επιπλέον, η από μέρους των Εναγόντων αναγνώριση της υφιστάμενης κατάστασης και/ή των δικαιωμάτων των Εναγομένων, τους παρεμποδίζει να εγείρουν την παρούσα αγωγή. Επίσης, οι Εναγόμενοι δικαιούνται να εγείρουν και ανταπαίτηση εναντίον των Εναγόντων, καθότι τους κάλεσαν επανειλημμένα να τους ενημερώσουν και/ή να τους εφοδιάσουν με οποιαδήποτε στοιχεία προς εξυπηρέτηση του ως άνω αναφερόμενου δανείου, όμως οι Ενάγοντες παρέλειψαν να το πράξουν. Η αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων στην Δ.18 Θ.1 και 2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών. Η Δ.18 Θ.1 προνοεί τα ακόλουθα: «Όπου ο εναγόμενος εμφανίζεται σε κλητήριο ένταλμα ειδικά οπισθογραφημένο σύμφωνα με τη Διάταξη 2 κανονισμός 6 ο ενάγοντας μπορεί, με ένορκο δήλωση που θα κάμει ο ίδιος, ή άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί και πιστοποιήσει τα γεγονότα και να βεβαιώσει την αιτία της αγωγής και το ποσόν που απαιτείται (αν υπάρχει) και να αναφέρει ότι από ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή, να αποταθεί για απόφαση για το ποσό που απαιτείται μαζί με τόκο (αν υπάρχει) ή για ανάκτηση γης (με ή χωρίς ενοίκιο) ή για παράδοση ορισμένου κινητού πράγματος, ανάλογα με την περίπτωση, και τα έξοδα και μπορεί να δοθεί απόφαση υπέρ του ενάγοντα εκτός αν ο εναγόμενος ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα είναι ουσιώδη για να του δοθεί δικαίωμα υπεράσπισης.» Στην υπόθεση Αθηνούλα Δημητρίου ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(1997)1 (Β) ΑΑΔ 782 αναφέρθηκε ότι για την ενεργοποίηση της δικαιοδοσίας έκδοσης συνοπτικής απόφασης πρέπει να ικανοποιηθούν οι πιο κάτω προϋποθέσεις από τον Αιτητή: «
(1)Καταχώριση ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου δυνάμει του θ. 1 της Δ.2.
(2)Καταχώριση εμφάνισης από τον εναγόμενο.
(3)Η αίτηση για συνοπτική απόφαση πρέπει να υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση από τον ίδιο του ενάγοντα ή από άλλο πρόσωπο το οποίο μπορεί να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα. Η ένορκη δήλωση πρέπει να επιβεβαιώνει την αιτία αγωγής και το ποσό που αξιώνεται και να δηλώνει ότι καθώς πιστεύει - ο ωμόσας - δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Η τήρηση των πιο πάνω προϋποθέσεων σχετίζεται με την δικαιοδοσία του δικαστηρίου και η μη ικανοποίησή τους στερεί από το δικαστήριο τη δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση (Βλ.Stavrinides v. Cheskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130, 135)." Στην υπό εξέταση υπόθεση αναμφιβόλως οι Ενάγοντες έχουν ικανοποιήσει όλες τις πιο πάνω περιγραφόμενες προϋποθέσεις. Ειδικά όσον αφορά το ζήτημα της θετικής βεβαίωσης των γεγονότων θα πρέπει να τονίσω ότι ο ομνύων την ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την αίτηση, διευθυντής των Εναγόντων, αναφέρει στην παράγραφο 1 της ενόρκου δηλώσεως του ότι γνωρίζει καλά τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Όπως επίσης αναφέρεται στην παράγραφο 13, πιστεύει ότι οι Εναγόμενοι δεν έχουν υπεράσπιση στην αγωγή. Η ικανοποίηση των πιο πάνω προϋποθέσεων από πλευράς Εναγόντων μετατόπισε το βάρος απόδειξης στους ώμους των Εναγομένων να αποδείξουν ότι έχουν καλόπιστη υπεράσπιση. Στην υπόθεση Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) LTD v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 ΑΑΔ 239 αναφέρθηκε ότι: «Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις Κυπριακές όσο και τις Αγγλικές αποφάσεις είναι ότι συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκη του δήλωση αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται, ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του, τότε πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση (CY.E.M.S. Co Ltd v. The Central Co-OperativeIndustriesCo Ltd
(1982)1 Α.Α.Δ.897). Έτσι, είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπιση του ενώπιον του Δικαστηρίου, γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο.» Έχω εξετάσει με προσοχή τις θέσεις οι οποίες προβλήθηκαν από τις εκατέρωθεν πλευρές, κάτω από την καθοδήγηση της νομολογίας, η οποία διέπει το υπό εξέταση ζήτημα. Μια από τις θέσεις της γραπτής αγόρευσης της πλευράς των Εναγόντων είναι ότι οι ισχυρισμοί που προβάλλουν οι Εναγόμενοι δεν είναι επαρκείς για να δημιουργήσουν περιουσιακό ή ιδιοκτησιακό κώλυμα (proprietary estoppel) ή οποιοδήποτε εμπίστευμα, όπως ισχυρίζεται ο Εναγόμενος 1 στην ένορκη δήλωση του. Μετά από προσεκτική μελέτη των ισχυρισμών που περιέχονται στην ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 1, έχω διαπιστώσει ότι οι Εναγόμενοι δεν αμφισβητούν ότι οι Ενάγοντες είναι οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του επίδικου διαμερίσματος. Δεν αμφισβητούν επίσης ότι κατέχεται από τους ιδίους. Αυτό το οποίο αμφισβητείται από τους Εναγόμενους είναι ο σκοπός για τον οποίο το διαμέρισμα μεταβιβάστηκε επ' ονόματι των Εναγόντων καθώς και η ιδιότητα υπό την οποία κατέχεται από αυτούς, ειδικά δε ότι το κατέχουν ως αδειούχοι διά δωρεάς (gratuitous licensees) υπό τη ρητή συνεννόηση και/ή την αμοιβαία αντίληψη ότι η παραχωρηθείσα από τους Ενάγοντες άδεια μπορούσε να ανακληθεί οποτεδήποτε. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 1, το υπό αναφορά διαμέρισμα, το οποίο ήταν ανέκαθεν στην ιδιοκτησία εταιρείας συμφερόντων του Εναγόμενου 1, μεταβιβάστηκε μέσω τρίτου προσώπου επ' ονόματι των Εναγόντων με αποκλειστικό σκοπό να χρησιμοποιηθεί από τους Ενάγοντες, οι οποίοι ενεργούσαν ως αντιπρόσωποι τους, ως υποθήκη για την εξασφάλιση δανείου από την Τράπεζα Κύπρου προς όφελος της Mairoza Estates Ltd, εταιρεία στην οποία είχαν συμφέρον οι Εναγόμενοι. Το υπό αναφορά διαμέρισμα χρησιμοποιήθηκε πράγματι ως υποθήκη για την εξασφάλιση του δανείου. Ουδέποτε υπήρξε συμφωνία για παραχώρηση αδείας στους Εναγόμενους για χρήση του υπό αναφορά διαμερίσματος, η οποία μπορούσε να ανακληθεί οποιαδήποτε στιγμή. Οι Εναγόμενοι το χρησιμοποιούν ως κατοικία και ως επαγγελματική στέγη από το 2010, ξόδεψαν δε περί τα €100.000 για ανακαίνιση του. Ουδέποτε οχλήθηκαν από τους Ενάγοντες να πληρώσουν οποιοδήποτε ενοίκιο. Περαιτέρω, προβάλλεται ως υπεράσπιση κώλυμα των Εναγόντων να εγείρουν την παρούσα αξίωση τους εναντίον των Εναγομένων συνεπεία της ως άνω περιγραφόμενης συμπεριφοράς τους. Είμαι της άποψης ότι οι Εναγόμενοι, με βάση τα όσα αναφέρονται πιο πάνω, έχουν παραθέσει επαρκείς λεπτομέρειες, οι οποίες αποκαλύπτουν μια καλόπιστη υπεράσπιση. Ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού της σχέσης η οποία, σύμφωνα με ισχυρισμό της ενόρκου δηλώσεως, είχε δημιουργηθεί μεταξύ Εναγόντων και Εναγομένων, ειδικά δε κατά πόσο αυτή συνιστά εμπίστευμα, όπως αποκαλείται στην ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 1, είμαι της άποψης ότι με τις λεπτομέρειες τις οποίες παραθέτουν, αφενός αμφισβητούν το δικαίωμα των Εναγόντων να αξιώνουν την παράδοση της κατοχής του επίδικου διαμερίσματος, για τους λόγους που επαρκώς παραθέτουν, αφετέρου προβάλλουν ότι το κατέχουν νόμιμα, στη βάση της σχέσης που είχε δημιουργηθεί με τους Ενάγοντες. Προβάλλουν επίσης αξίωση εναντίον των Εναγόντων, τους οποίους καθιστούν υπόχρεους, στη βάση της σχέσης που είχε δημιουργηθεί μεταξύ τους, να τους εφοδιάσουν με απολογισμό της διαχείρισης που έκαμαν προς όφελος τους, σε σχέση με το συναφθέν δάνειο. Δεν θα συμφωνούσα με τη θέση της γραπτής αγόρευσης της ευπαίδευτης συνηγόρου των Εναγόντων ότι οι ισχυρισμοί της ενόρκου δηλώσεως του Εναγόμενου 1 είναι γενικοί και αόριστοι επειδή δεν προβάλλουν λόγους που να δημιουργούν εκ πρώτης όψεως εμπίστευμα προς όφελος τους, ούτε συνάδουν με την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης εκ μέρους των Εναγομένων. Όπως έχω ήδη αναφέρει, οι λεπτομέρειες που έχουν παρατεθεί από τους Εναγόμενους είναι επαρκείς στο βαθμό που απαιτείται για να αποκαλυφθεί μια καλόπιστη υπεράσπιση. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονίσω ότι το Δικαστήριο δεν θα προβεί σε εκ των προτέρων υπολογισμούς για τις πιθανότητες επιτυχίας της ως άνω υπεράσπισης των Εναγομένων. Όπως είναι νομολογημένο, το Δικαστήριο παραχωρεί άδεια για καταχώρηση υπεράσπισης εφόσον παρατίθενται επαρκείς λεπτομέρειες, όσο απομακρυσμένη κι αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας της προβαλλόμενης υπεράσπισης σε τελικό στάδιο. Στην υπόθεση N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1 (Γ) AAΔ 1912 αναφέρθηκε ότι: «Είναι αρκετό για εναγόμενο, για την εξασφάλιση του δικαιώματος υπεράσπισης χωρίς όρους, να δείξει πως υπάρχει δικάσιμο θέμα ανεξάρτητα αν το δικαστήριο πιστεύει πως τελικά η προβαλλόμενη υπεράσπιση μπορεί να μην επιτύχει. Όμως, το κριτήριο δεν ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση. Διαφορετικά θα ήταν εύκολο σε κάθε σχεδόν περίπτωση να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς. Με αποτέλεσμα την αχρήστευση του μέτρου. Τη θέση μας ενισχύει το παρακάτω απόσπασμα από την Annual Practice
(1959)σελ. 250, που αποτελεί το απαύγασμα της αγγλικής νομολογίας με την οποία είναι εναρμονισμένη η κυπριακή: "The defendant's affidavit must "condescend upon particulars". It is not enough merely to deny the debt, or allege fraud, or state a legal objection. Sufficient facts and particulars must be given to show that there is a bona fide defense (Wallingford v. Mutual Soc., 5 App Cas. 685, see judgment of Lord Blackburn at p. 704; Harrison v. Bottenheim, 26 W.R. 362, Ray v.Barker, 4 Ex. D. 283; Shurmer v. Young, 5 T.L.R. 155, and cases cited r. 6(n.)." Επίσης, στην υπόθεση Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ (υπό εκκαθάριση) κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (Αρ.1)
(2001)1 ΑΑΔ 418 αναφέρθηκε ότι: «Συνοπτική απόφαση δεν εκδίδεται όπου προβάλλονται σχετικοί με το θέμα ισχυρισμοί που θα μπορούσαν, όσο απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας, να δικαιολογήσουν τη διεξαγωγή κανονικής δίκης. Εφόσον προκύπτει μεταξύ των διαδίκων διαφορά που χρήζει επίλυσης, ο εναγόμενος δεν στερείται της δυνατότητας υπεράσπισης και προβολής σχετικής επί του θέματος ανταπαίτησης, με εκ των προτέρων υπολογισμούς αναφορικά με τις πιθανότητες επιτυχίας και με ευρήματα έξω από το πλαίσιο δίκης στην αγωγή. Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Αυτή είναι η φιλοσοφία της Δ.18.» Με βάση τα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω καταλήγω ότι οι Εναγόμενοι έχουν αποκαλύψει μια καλόπιστη υπεράσπιση και για το λόγο αυτό θα πρέπει να τους δοθεί το δικαίωμα να υπερασπιστούν άνευ όρων την αγωγή. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να επεξηγήσω πιο πάνω καταλήγω ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Δίνεται άδεια στους Εναγόμενους να καταχωρήσουν την υπεράσπιση τους στην αγωγή εντός 15 ημερών από σήμερα. Όσον αφορά τα έξοδα της αίτησης, δεν βλέπω οποιονδήποτε λόγο για απόκλιση από το γενικό κανόνα ότι ακολουθούν το αποτέλεσμα. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγομένων - Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον των Εναγόντων - Αιτητών όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. Δίνεται άδεια στους Εναγόμενους να καταχωρήσουν την υπεράσπιση τους εντός 15 ημερών από σήμερα. (Υπ.) ............... Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Interim Αναφορά: Αίτηση συνοπτικής απόφασης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.