Sabanov Alexei κ.α. ν. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD κ.α., Αρ. Αγωγής 4453/13, 6/10/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A346 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 4453/13 Μεταξύ:
- Sabanov Alexei, από τη Ρωσία
- Sabanova Stella, από τη Ρωσία
- OHATA STEEL LTD Εναγόντων Και
- CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD
- ΑΝΤΡΗΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ, υπό την ιδιότητα της ως Ειδικής Διαχειρίστριας για εκτέλεση των μέτρων εξυγίανσης στη Cyprus Popular Bank
- ΝΤΙΝΟΥ ΧΡΙΣΤΟΦΙΔΗ, υπό την ιδιότητα του ως Ειδικού Διαχειριστή για την εκτέλεση μέτρων εξυγίανσης στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
- ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ
- ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ
- ΔΙΟΙΚΗΤΗ ΤΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ
- ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ μέσω του Γενικού Εισαγγελέα Εναγομένων ------------------------------- Αίτηση για προσωρινά διατάγματα ημερ. 14.1.2014 6 Oκτωβρίου, 2014 Για Ενάγοντες-Αιτητές: κα Χαραλάμπους για Ρ. Ερωτοκρίτου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Εναγομένους 1 & 2-Καθ' ων η Αίτηση: κα Αχιλλέως για Ανδρέα Νεοκλέους & Σια ΔΕΠΕ Για Εναγομένους 4-Καθ' ων η Αίτηση: κ. Μ. Μαστορούδης για Χρυσαφίνης & Πολυβίου ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους 5 & 6: κ. Α. Γεωργίου για Αλέκο Ευαγγέλου & Σία ΔΕΠΕ Για Εναγόμενο 7-Καθ' ου η Αίτηση: κα Δ. Κουρουσίδου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες διατηρούσαν διάφορους λογαριασμούς στην εναγόμενη 1, με τη μορφή εμπρόθεσμων καταθέσεων καθώς και καταθέσεων τακτής προθεσμίας, οι οποίοι κατά το Μάρτιο 2013 παρουσίαζαν πιστωτικά υπόλοιπα για τα συνολικά ποσά των: α) €1.679.798,68 και β) 19.891,08 δολαρίων Αμερικής Αντίγραφα των σχετικών λογαριασμών και καταθέσεων κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 4-7 στην ένορκη δήλωση της Άννας Πολυκάρπου που συνοδεύει την αίτηση. Μεσολάβησαν τα γνωστά γεγονότα με τα προβλήματα ρευστότητος των τραπεζών που οδήγησαν την Κύπρο σε βαθύτατη οικονομική κρίση. Προ του κινδύνου χρεωκοπίας των δύο μεγάλων τραπεζών, ιδιαίτερα της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd (στη συνέχεια «Λαϊκής Τράπεζας») με ορατό το ενδεχόμενο κατάρρευσης ολόκληρης της οικονομίας της χώρας, στις 22.3.2013, ψηφίστηκε ο Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμος του 2013 (Ν. 17
(1)/2013). Στα πλαίσια του πιο πάνω Νόμου, η Κεντρική Τράπεζα, ως Αρχή Εξυγίανσης, εξέδωσε διάφορα διατάγματα, μεταξύ των οποίων και τα ακόλουθα, που ενδιαφέρουν την εκδικαζόμενη υπόθεση: Α) Το Περί Πώλησης Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, Διάταγμα του 2013, (ΚΔΠ 94/2013, 25.3.2013) και Β) Το Περί Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διάταγμα του 2013 (ΚΔΠ 104/2013, 29.3.2013). Το άρθρο 25 του Νόμου (Ν. 17
(1)/13) προνοεί τα ακόλουθα: «Σε περίπτωση που το εφαρμοζόμενο μέτρο εξυγίανσης επηρεάζει δικαιώματα ιδιοκτησίας μετόχου, πιστωτή ή άλλου αντισυμβαλλόμενου του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση, η Αρχή Εξυγίανσης διασφαλίζει ότι τυχόν απώλεια που υφίσταται το θιγόμενο μέρος δεν είναι μεγαλύτερη από εκείνη που θα είχε υποστεί εάν το ίδρυμα που υπόκειται σε εξυγίανση ετίθετο, στο σύνολό του, απευθείας σε εκκαθάριση: Νοείται ότι, σε κάθε περίπτωση, υπερισχύει η ανάγκη εύρυθμης λειτουργίας του χρηματοοικονομικού συστήματος και η διασφάλιση της προαγωγής της δημόσιας ωφέλειας και της εξυπηρέτησης του δημοσίου συμφέροντος, ως τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 3.» Ανάλογη πρόνοια υπάρχει και στο άρθρο 3
(2)(δ) του Νόμου στο οποίο αναφέρεται ότι η Αρχή Εξυγίανσης, κατά τη λήψη των μέτρων εξυγίανσης εφαρμόζει, ανάμεσα σε άλλα, την αρχή ότι: «Οι πιστωτές του ιδρύματος που υπόκεινται σε εξυγίανση δεν βρίσκονται σε δυσμενέστερη οικονομική θέση ως αποτέλεσμα των μέτρων εξυγίανσης συγκριτικά με τη θέση που θα βρίσκονταν εάν το εν λόγω ίδρυμα τίθετο εναλλακτικά σε εκκαθάριση». Με βάση την παράγραφο 5
(1)του Διατάγματος 104/2013, τα περιουσιακά στοιχεία της Λαϊκής Τράπεζας μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου με ισχύ από η ώρα 06:10 της 29.3.2013. Μεταβιβάστηκαν επίσης και οι υποχρεώσεις της Λαϊκής προς τους καταθέτες της εκτός στο βαθμό που η εν λόγω υποχρέωση υπερέβαινε το ποσό των €100.000 (παράγραφος 5
(2)(β) της ΚΔΠ 104/2013). Στην παράγραφο 6 του ανωτέρω Διατάγματος προβλέπεται η διαδικασία και ο τρόπος αποτίμησης και απόδοσης της τυχόν ωφέλειας που θα προκύψει στην Τράπεζα Κύπρου από τη μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων της Λαϊκής Τράπεζας προς την Τράπεζα Κύπρου. Ειδικότερα, στη παράγραφο 6 της ΚΔΠ 104/2013, υπό τον τίτλο Αποζημίωση, προβλέπονται τα ακόλουθα: «
- Εφόσον ολοκληρωθεί η διαδικασία αποτίμησης των περιουσιακών στοιχείων, τίτλων ιδιοκτησίας, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της Λαϊκής Τράπεζας σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 του Νόμου, η Αρχή Εξυγίανσης θα προσδιορίσει εάν η τελική αξία των μεταβιβαζόμενων περιουσιακών στοιχείων, τίτλων ιδιοκτησίας, δικαιωμάτων υπερβαίνει την τελική αξία των μεταβιβαζόμενων υποχρεώσεων και το ποσό της διαφοράς.
- Στην περίπτωση που η τελική αξία των μεταβιβαζόμενων περιουσιακών στοιχείων, τίτλων ιδιοκτησίας και δικαιωμάτων υπερβαίνει της τελικής αξίας των μεταβιβαζόμενων υποχρεώσεων, η Αρχή Εξυγίανσης δύναται με νέο διάταγμα να απαιτήσει από το Αποκτών πρόσωπο να εκδώσει προς τη Λαϊκή Τράπεζα τέτοιο αριθμό μετοχών Τάξης Α, όπως αυτές ορίζονται στο περί Διάσωσης με Ίδια Μέσα της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ Διάταγμα του 2013, προς δίκαιη αποζημίωση της Λαϊκής Τράπεζας χωρίς δικαίωμα άλλης αποζημίωσης.» Πέραν του πιο πάνω Νόμου και Διαταγμάτων ψηφίστηκαν και άλλοι Νόμοι από τη Βουλή μέσα από τη γενικότερη προσπάθεια διάσωσης της οικονομίας, όπως ο Περί της Επιβολής Μέτρων στις Συναλλαγές σε Περίπτωση Έκτακτης Ανάγκης Νόμο του 2013 (Ν. 12
(1)/2013) κ.α. στους οποίους δεν χρειάζεται να γίνει περαιτέρω αναφορά στα πλαίσια της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας. Είναι αρκετό να ειπωθεί, πως αφότου τέθηκαν σε εφαρμογή τα μέτρα εξυγίανσης και διορίστηκε, όπως είναι παραδεκτό, η Εναγόμενη 2, ειδική διαχειρίστρια για την εφαρμογή των μέτρων από τη Λαϊκή Τράπεζα, οι καταθέτες της Λαϊκής δεν έχουν τη δυνατότητα να αποσύρουν τις καταθέσεις τους για ποσά που υπερβαίνουν τις €100.000 (εφόσον μέχρι του ποσού αυτού οι όποιες καταθέσεις μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου) λόγω των μέτρων εξυγίανσης που τέθηκαν, με βάση τους πιο πάνω Νόμους και τα Διατάγματα. Προ αυτής της κατάστασης, οι ενάγοντες αντέδρασαν με τη καταχώριση της πιο πάνω αγωγής με την οποία ζητούν όπως απαγορευθεί στους εναγόμενους να εξαλείψουν, επιβαρύνουν ή κατακρατήσουν για οποιοδήποτε σκοπό τις καταθέσεις τους καθώς και αναγνωριστικές αποφάσεις ότι κατακρατούνται παράνομα από αυτούς οι καταθέσεις τους και διαζευκτικά, αποζημιώσεις για το ισόποσο των καταθέσεων τους, λόγω παράβασης σχέσης πελάτη εμπιστευματοδόχου, αμέλειας, δόλου, απάτης, παράβασης νόμιμου και/ή συμβατικού καθήκοντος κλπ. Με την εξεταζόμενη αίτηση ζητούν την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν. 14/60. Με τα παρακλητικά Α και Β της αίτησης επιδιώκεται η απαγόρευση στους εναγόμενους να προβούν σε οποιαδήποτε πράξη που θα συνεπάγεται τη μείωση, μηδενισμό, αποξένωση, επιβάρυνση, συμψηφισμό ή με οποιοδήποτε τρόπο παρέμβαση επί των πιστωτικών υπολοίπων που παρουσιάζουν οι καταθέσεις τους (Παρακλητικό Α) καθώς και τη λήψη οποιασδήποτε περαιτέρω απόφασης ή μέτρου που θα έχει ως αποτέλεσμα τον καθ' οιονδήποτε τρόπο επηρεασμό των καταθέσεων τους (Παρακλητικό Β). Με το παρακλητικό Γ ζητείται η απαγόρευση αποξένωσης συγκεκριμένου ακινήτου στη Λευκωσία, από τις εναγόμενες 1 και 4 Τράπεζες. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της δικηγόρου Άννας Πολυκάρπου, η οποία αφού εξηγεί τους λόγους που δεν κατέστη δυνατό να ορκιστούν οι ενάγοντες - λόγω της έκτακτης απουσίας τους στο εξωτερικό - αναφέρεται επιγραμματικά στο ιστορικό που οδήγησε στην ψήφιση του αναφερθέντος Νόμου 17
(1)/2013 και Διαταγμάτων, παραθέτοντας τις βασικές του πρόνοιες. Παραθέτει, επίσης στοιχεία και λεπτομέρειες των καταθέσεων των εναγόντων, υπογραμμίζοντας πως υπάρχει έκδηλη παρανομία και παραβιάζονται τα συνταγματικά δικαιώματα των εναγόντων αφού με τα μέτρα αποστερούνται της περιουσίας τους. Ακολουθεί νομική επιχειρηματολογία και εισήγηση ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για χορήγηση των αιτούμενων ενδιάμεσων θεραπειών. Καταλήγοντας, υποστηρίζει πως η ενάγουσα 3, αγνοώντας ότι θα ετίθετο η ενάγουσα 1 υπό καθεστώς εξυγίανσης, προέβηκε στις 15.3.2013, σε αγορά ακινήτου έναντι του ποσού των €1.850.
- Για την αποπληρωμή της προκαταβολής εξέδωσε επιταγή ύψους €10.000 που ήταν πληρωτέα στις 19.3.2014, ενώ το υπόλοιπο θα πληρωνόταν με τη μεταβίβαση που συμφωνήθηκε να λάμβανε χώρα το τέλος Απριλίου 2013 (βλ. Τεκμήρια 9-13). Όλοι οι εναγόμενοι, πλην του εναγόμενου 3, εναντίον του οποίου αποσύρθηκε η αίτηση αφού έπαυσε να ασκεί καθήκοντα ειδικού διαχειριστή της εναγόμενης 4, καταχώρισαν ενστάσεις με τις οποίες υποστηρίζουν το ανεδαφικό της αίτησης, για τους ακόλουθους, κυρίως, λόγους: α. Οι ενάγοντες απέτυχαν να ικανοποιήσουν οποιαδήποτε από τις τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 για την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος. β. Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ των Εναγομένων. γ. Ο επηρεασμός ή η έκταση του επηρεασμού των καταθέσεων των εναγόντων, θα διαφανεί μόνο με την ολοκλήρωση της διαδικασίας εξυγίανσης της Λαϊκής. Συνεπώς η αξίωση τους είναι πρόωρη. δ. Ο περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμος τεκμαίρεται συνταγματικός ενώ τα εκδοθέντα Διατάγματα δεν έχουν ανακληθεί ούτε έχουν ακυρωθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο και παράγουν έννομα αποτελέσματα. ε. Η Αίτηση καθ΄ όσον αφορά τα διατάγματα Α και Β είναι άνευ αντικειμένου γιατί οι ενέργειες οι οποίες ζητείται να απαγορευτούν έχουν ήδη συντελεστεί. στ. Τα Διατάγματα εκδόθηκαν λόγω έκτακτης ανάγκης του κράτους και/ή για λόγους δημοσίου συμφέροντος και/ή δημοσίας ωφελείας. ζ. Η έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων θα συνιστά δυσμενή διάκριση σε σχέση με τους υπόλοιπους καταθέτες της Λαϊκής στους οποίους επιβλήθηκαν τα ίδια μέτρα εξυγίανσης. Στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν τις ενστάσεις, παρατίθενται με λεπτομέρεια τα γεγονότα που οδήγησαν στη ψήφιση των αναφερθέντων Νόμων από τη Βουλή των Αντιπροσώπων και στην πολιτική συμφωνία που επιτεύχθηκε στο Eurogroup στις 25 Μαρτίου,
- Δεν απαιτείται να παρατεθούν αποσπάσματα από όλες τις ενστάσεις. Διαφωτιστική για το ζήτημα είναι η περιγραφή των γεγονότων από τον λειτουργό της εναγόμενης 5, Μ. Στυλιανού, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση των εναγομένων 5 και
- Αναφέρει στις παραγράφους 6-11 τα ακόλουθα: «
- Στις 16 Μαρτίου 2013 επιτεύχθηκε στο Eurogroup πολιτική συμφωνία με τις κυπριακές αρχές για την εγκαθίδρυση ενός προγράμματος οικονομικής προσαρμογής, όπου μεταξύ άλλων, καταγράφηκε η δέσμευση των κυπριακών αρχών να λάβουν πρόσθετα μέτρα, ενεργοποιώντας ίδιους πόρους, προκειμένου να περιορίσουν το μέγεθος της οικονομικής βοήθειας που συνδέεται με το πρόγραμμα οικονομικής προσαρμογής. Αυτά τα μέτρα περιλάμβαναν, μεταξύ άλλων, την εισαγωγή μιας εφάπαξ εισφοράς αλληλεγγύης που θα εφαρμόζεται σε καταθέτες (κατοίκους και μη κατοίκους) και, την αναδιάρθρωση και ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών.
- Στις 19 Μαρτίου 2013 η Βουλή των Αντιπροσώπων καταψήφισε το νομοσχέδιο για την εφάπαξ εισφορά επί των καταθέσεων.
- Στις 21 Μαρτίου 2013 το Διοικητικό Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας αποφάσισε, σε σχέση με παροχή έκτακτης ρευστότητας (Emergency Liquidity Assistance - ELA) ζητηθείσα από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, να διατηρήσει την παροχή έκτακτης ρευστότητας στα μέχρι τότε επίπεδα έως τις 25 Μαρτίου
- Στη συνέχεια, όπως αναφέρει η ίδια ανακοίνωση της ΕΚΤ, η παροχή έκτακτης ρευστότητας θα εξεταστεί μόνον υπό την προϋπόθεση ότι θα τεθεί σε εφαρμογή πρόγραμμα της ΕΕ/ΔΝΤ το οποίο θα εξασφαλίζει τη φερεγγυότητα των επηρεαζόμενων τραπεζών. ............................... 8.2 Από το συνολικό ποσό χρηματοδότησης μέσω παροχής έκτακτης ρευστότητας (Emergency Liquidity Assistance - ELA) και το απόθεμα ρευστών διαθεσίμων της Λαϊκής Τράπεζας στις 22 Μαρτίου 2013 προέκυπτε ότι η Λαϊκή Τράπεζα τη δεδομένη χρονική στιγμή δεν θα ήταν σε θέση να ικανοποιήσει τις υποχρεώσεις της αν εξέλειπε η παροχή έκτακτης ρευστότητας.
- Στις 22 Μαρτίου 2013 η Βουλή των Αντιπροσώπων ψήφισε σειρά νόμων στο πλαίσιο του πακέτου διάσωσης της κυπριακής οικονομίας, περιλαμβανομένου και του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013, Ν.17(Ι)/
- Η υπό αναφορά νομοθεσία δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 22 Μαρτίου 2013 («ο Νόμος»). .................................
- Στις 25 Μαρτίου 2013 επιτεύχθηκε στο Eurogroup πολιτική συμφωνία με τις κυπριακές αρχές για την εγκαθίδρυση ενός προγράμματος οικονομικής προσαρμογής, προς αποφυγή χρεοκοπίας της Κύπρου και των αρνητικών συνεπειών μιας τέτοιας εξέλιξης για τη χώρα. Μεταξύ άλλων, συμφωνήθηκε όπως η Λαϊκή Τράπεζα διαχωριστεί σε καλή και κακή τράπεζα και όπως η καλή τράπεζα στη συνέχεια αφομοιωθεί από την Τράπεζα Κύπρου. Με την καλή τράπεζα θα μεταφερθούν €9 δις έκτακτης παροχής ρευστότητας. Επίσης, συμφωνήθηκε ότι τα χρήματα του προγράμματος (μέχρι €10 δις) δεν θα χρησιμοποιηθούν για ανακεφαλαιοποίηση της Λαϊκής Τράπεζας και της Τράπεζας Κύπρου.» Οι αρχές με βάση τις οποίες ασκείται η ευρεία διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, δυνάμει του άρθρου 32 του Ν. 14/60 για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων είναι ευρύτατα γνωστές. Καθώς έχει νομολογηθεί, ο αιτητής οφείλει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι:
- Υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση,
- με ορατή πιθανότητα επιτυχίας και
- εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί ορθά η δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Οι πιο πάνω προϋποθέσεις αναλύθηκαν και ερμηνεύθηκαν σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. (βλ. ανάμεσα σε άλλες, Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 C.L.R. 557, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015). Πέραν των πιο πάνω προϋποθέσεων το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα στη βάση του ισοζυγίου της ευχέρειας. (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χατζηβασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152). Αφού εκδοθεί μονομερώς ένα προσωρινό διάταγμα, ο αιτητής έχει το βάρος να ικανοποιήσει το Δικαστήριο, ότι ορθά εκδόθηκε και δικαιολογείται η συνέχιση της ισχύος του, ενόψει και των στοιχείων που περιέχονται στην ένσταση (βλ. Dolego Estates Ltd κ.ά. ν. Φιλίππου κ.ά.
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1217). Έχει επίσης νομολογηθεί πως στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο της υπόθεσης το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να προβαίνει σε εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων επί του πραγματικού και νομικού υποβάθρου των επιδίκων θεμάτων (βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Αρχίζοντας από τα Παρακλητικά Α και Β της αίτησης, το πρώτο ζήτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο υπάρχει αντικείμενο για να ικανοποιηθούν οι ζητούμενες θεραπείες. Όπως προκύπτει από τις πρόνοιες του Διατάγματος 104/2013, που αναφέρθηκαν πιο πριν, το ενεργητικό της Λαϊκής μεταφέρθηκε στην Τράπεζα Κύπρου από τις 29.3.
- Όταν, συνεπώς, καταχωρείτο η αίτηση, στις 14.1.2014, η Λαϊκή Τράπεζα δεν είχε στο ενεργητικό της τα υπόλοιπα από τις καταθέσεις των εναγόντων, καθόσον τα μεν ποσά μέχρι €100.000, για τον κάθε ένα από τους ενάγοντες, μεταφέρθηκαν στην Τράπεζα Κύπρου, μαζί με όλα τα άλλα περιουσιακά τους στοιχεία, τα δε υπόλοιπα ποσά παρέμειναν μεν στη Λαϊκή, υποκείμενα όμως στους περιορισμούς με βάση τα μέτρα εξυγίανσης που τέθηκαν από το Νόμο και το αναφερθέν Διάταγμα. Είναι, ως εκ τούτου, ορθή η εισήγηση των εναγομένων πως οι ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται να ζητούν γενική απαγόρευση επέμβασης στους λογαριασμούς τους, οι οποίοι κατά το χρόνο καταχώρησης της αίτησης είχαν ήδη υποστεί τις επιδράσεις από την εφαρμογή των πιο πάνω νομοθετημάτων που, όπως υποδείχθηκε πιο πάνω, είχαν τεθεί σε ισχύ από το πρωϊνό της 29ης Μαρτίου,
- Μετά την εφαρμογή του πιο πάνω Νόμου και Διαταγμάτων, ιδιαίτερα με βάση τις πρόνοιες της παραγράφου 6 της Κ.Δ.Π. 104/2013, το όποιο όφελος των εναγόντων από τις καταθέσεις τους, πέραν του ποσού των €100.000, θα διαφανεί μετά από την αποτίμηση των περιουσιακών στοιχείων που μεταβιβάστηκαν και εφόσον η τελική τους αξία υπερβαίνει την τελική αξία των υποχρεώσεων που μεταβιβάστηκαν. Σε μια τέτοια περίπτωση, αναμένεται η απόδοση στη Λαϊκή Τράπεζα μετοχών Τάξης Α΄, οι οποίες θα χρησιμοποιηθούν για να αποζημιωθούν όλοι οι καταθέτες της. Με βάση εξάλλου το άρθρο 3
(2)(δ) του Νόμου, οριοθετείται το πλαίσιο αποζημιώσεων που μπορούν να διεκδικηθούν από τους καταθέτες και δεν είναι άλλο από την αποτίμηση της θέσης, στην οποία θα βρεθούν από τη λήψη των μέτρων εξυγίανσης, σε συνάρτηση με τη θέση στην οποία θα περιέρχονταν εάν η Λαϊκή Τράπεζα ετίθετο σε εκκαθάριση. Στη θεμελιακή για τα εξεταζόμενα θέματα απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου Μυρτώ Χριστοδούλου κ.ά. ν. Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου κ.ά. Υπόθεση Αρ. 551/13 κ.α., ημερομηνίας 7.6.2013, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ο «επηρεασμός» των καταθέσεών τους από τις πρόνοιες του Διατάγματος ανάγεται στα μέτρα εξυγίανσης, και προς όφελος, της ίδιας της τράπεζας προς την οποία απευθύνεται το Διάταγμα και διέρχεται επίσης μέσα από τις ενέργειες της τράπεζας και την αποτυχία της να ανταποκριθεί στις συμβατικές υποχρεώσεις της ως εκ των μέτρων εξυγίανσής της. Καθ' όσον η συμβατική οφειλή της τράπεζας προς τον καταθέτη επηρεάζεται, ο καταθέτης είναι πρωτίστως προς την τράπεζα που θα πρέπει να στραφεί σε αστική διαδικασία, ως παραβαίνουσα τις συμβατικές υποχρεώσεις της για αποπληρωμή της κατάθεσης, με ενδεχόμενη περαιτέρω επέκταση της αστικής διαδικασίας στη Δημοκρατία, ως προκαλέσασα τον επηρεασμό της συμβατικής οφειλής δια του Διατάγματος. Στα πλαίσια εκείνα τότε είναι που θα κριθεί η νομιμότητα της όποιας παράβασης των συμβατικών υποχρεώσεων της τράπεζας, διερχόμενης μέσα από την παρέμβαση δια των ενεργειών της Πολιτείας αλλά και ενδεχομένως ευρύτερα των εμπλεκομένων Ευρωπαϊκών οργάνων και άλλων, με αναφορά και σε συνταγματικές διαστάσεις αλλά και σε διαστάσεις Ευρωπαϊκού δικαίου.» Σε σχέση με το άρθρο 3
(2)(δ) του Νόμου αναφέρθηκε ότι: «Ως προς τούτο δε, είναι σημαντικό να τονισθεί και η θεμελιακή διάσταση του άρθρου 3
(2)(δ) του Νόμου ότι οι πιστωτές (και τούτο αναφέρεται σε όλους τους πιστωτές, περιλαμβανομένων των καταθετών) του υποκείμενου σε εξυγίανση ιδρύματος (εδώ της Λαϊκής) 'δεν βρίσκονται σε δυσμενέστερη οικονομική θέση ως αποτέλεσμα της εφαρμογής μέτρων εξυγίανσης συγκριτικά με τη θέση που θα βρίσκονταν εάν το εν λόγω ίδρυμα ετίθετο εναλλακτικά σε εκκαθάριση'. Η πρόνοια αυτή, ουσιαστικά κατοχυρώνοντας και στο Νόμο πάγιες νομικές αρχές όσον αφορά την πρόκληση ζημίας και την απόδειξη και αποτίμηση της έκτασής της, διασφαλίζει τα δικαιώματα των καταθετών στις αστικές διαδικασίες στις οποίες και παραπέμπονται και καταδεικνύει το ουσιαστικό ζητούμενο, που είναι κατά πόσο ο καταθέτης έχει, ως εκ των συνεπειών των μέτρων εξυγίανσης, ζημιώσει περισσότερο από όσο θα εζημίωνε αν τα μέτρα εξυγίανσης δεν ελαμβάνοντο. Στα πλαίσια των αστικών διαδικασιών θα μπορούν να αποτιμηθούν όλα τα στοιχεία της μαρτυρίας που ήθελε προσκομισθεί και που θα αφορά την κατάσταση της Λαϊκής κατά την έκδοση των Διαταγμάτων και κατ' επέκταση και τη θέση των καταθετών της.» Με βάση τα πιο πάνω, οι ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται να ζητούν γενική απαγόρευση επέμβασης στις καταθέσεις τους. Δεδομένου, μάλιστα, ότι οι πράξεις που περιέχονται στα Διατάγματα έχουν ήδη εκτελεστεί, γεγονός που υποδεικνύεται και στην αναφερθείσα υπόθεση Χριστοδούλου, στην οποία αναφέρθηκαν και τα ακόλουθα: «Ούτε θα διέφερε καθόλου η κατάληξη από την κατάληξη που θα είχαν οι προσφυγές, αν το Δικαστήριο αναλάμβανε δικαιοδοσία σε περίπτωση επιτυχίας τους. Δεδομένου ότι, όπως ετόνισε ιδιαιτέρως ο Γενικός Εισαγγελέας, οι πράξεις που περιέχονται στα Διατάγματα έχουν ήδη εκτελεσθεί, ακόμα και στην περίπτωση εκείνη το μόνο που θα μπορούσαν οι καταθέτες Αιτητές να είχαν ως μέτρο ικανοποίησης τους θα ήταν, σύμφωνα με το Άρθρο 146 και τη νομολογία, το δικαίωμα αγωγής ως προς τη ζημιά που θα είχαν υποστεί λόγω των Διαταγμάτων που θα ακυρώνοντο. Και η αποτίμηση της ζημιάς αυτής δεν θα μπορούσε παρά να αναδείκνυε, ως το ζητούμενο, και πάλι το κατά πόσο, με την έκδοση των Διαταγμάτων, οι καταθέτες Αιτητές ευρέθηκαν σε δυσμενέστερη θέση από εκείνη που θα ευρίσκοντο αν τα Διατάγματα δεν είχαν ακυρωθεί και οι τράπεζες είχαν αφεθεί στην πορεία τους.» Σε άλλο σημείο αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η σχέση καταθέτη και Λαϊκής είναι εκείνη πιστωτή και οφειλέτη. Ο καταθέτης ουσιαστικά παραδίδει τα χρήματα του στην τράπεζα, τα οποία και απορροφούνται στο όλο ενεργητικό της ως δικά της πλέον περιουσιακά στοιχεία, και η τράπεζα οφείλει στον καταθέτη το ποσό της κατάθεσής του, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης κατάθεσης. Ο λογαριασμός του με την Τράπεζα δεν του δίδει δικαίωμα σε συγκεκριμένα χρήματα παρά μόνο συνιστά ακριβώς το δούναι και λαβείν του, ως λογαριασμού, με την τράπεζα, υπό τη μορφή της καταγεγραμμένης κατάστασης της συμβατικής τους σχέσης..» Είναι φανερό πως οι ενάγοντες επιδιώκουν με την αίτηση να αναιρέσουν τις συνέπειες από την εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης στους επίδικους λογαριασμούς τους, τα οποία, όπως έχει υποδειχθεί, έχουν συντελεστεί. Τέτοια θεραπεία δεν είναι πρόσφορη ούτε και θα μπορούσε να δοθεί αφού θα είχε ως συνέπεια την ανατροπή της ισχύος της Κ.Δ.Π. 104/2013, η οποία έχει τεθεί σε ισχύ από τις 29.3.2013 και οι πρόνοιες της έχουν εφαρμοστεί. Μια τέτοια προσέγγιση θα ανέτρεπε την ισχύ του Νόμου και της Κανονιστικής Πράξης, κατά παράβαση του τεκμηρίου της νομιμότητας και συνταγματικότητας του Νόμου. Είναι πολύ καλά γνωστό ότι η αμφισβήτηση της συνταγματικότητας νόμου δεν αναστέλλει την ισχύ του. (βλ. A. Efthymiou Enterprises Ltd κ.ά. v. Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου κ.ά. (Αρ. 2)
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1596). Είναι προφανές ότι τα αιτούμενα διατάγματα δεν θα μπορούσαν να εκδοθούν αφού, όπως έχει επεξηγηθεί πιο πάνω, αντιβαίνουν σε ρητές πρόνοιες του αναφερθέντος νόμου και των διαταγμάτων. Ανεξάρτητα από όσα έχουν επισημανθεί πιο πάνω, θα απέρριπτα την αίτηση στο σύνολο της γιατί δεν ικανοποιείται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60. Το μόνο που αναφέρεται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, ως προς αυτή την παράμετρο, είναι πως η Λαϊκή Τράπεζα και η Τράπεζα Κύπρου, έχουν καταστεί αφερέγγυες. Δεν υπάρχει ισχυρισμός ούτε θα μπορούσε να προταθεί ότι η Κεντρική Τράπεζα και η Κυπριακή Δημοκρατία δεν θα είναι σε θέση να ικανοποιήσουν τυχόν απόφαση που θα εκδοθεί υπέρ των εναγόντων. Αντίθετα, στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν τις ενστάσεις της Κεντρικής Τράπεζας και της Κυπριακής Δημοκρατίας, προβάλλεται ισχυρισμός πως είναι σε θέση να ικανοποιήσουν την όποια απόφαση εκδοθεί προς όφελος των εναγόντων. Αλλά και επί του ισοζυγίου της ευχέρειας η πλάστιγγα γέρνει σαφώς προς όφελος των εναγομένων. Δεν θα ήταν ορθό, πρόσφορο και δίκαιο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα που θα αναιρούσαν την ισχύ του Νόμου και του Διατάγματος, με πιθανές ολέθριες συνέπειες για την οικονομία και τον τόπο γενικότερα. Υποδεικνύεται, συναφώς, πως με βάση την επιφύλαξη του άρθρου 25 του Νόμου, «..υπερισχύει η ανάγκη εύρυθμης λειτουργίας του χρηματοοικονομικού συστήματος και η διασφάλιση της προαγωγής της δημόσιας ωφέλειας και της εξυπηρέτησης του δημόσιου συμφέροντος, ως τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 3 του Νόμου». Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται με έξοδα εις βάρος των εναγόντων όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. Νοείται ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 όπως και οι εναγόμενοι 5 και 6, που είχαν κοινή εκπροσώπηση θα δικαιούνται σε ένα σετ εξόδων. (Υπ.) ............. Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΛ Subject: Civil/Other Action/Interim Αναφορά: Προσωρινό Διάταγμα - Κούρεμα Καταθέσεων cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο