ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ν. ΑΝΔΡΕΑ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ & ΥΙΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ, Αρ. Αγωγής 5083/13, 24/10/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A372 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 5083/13 Μεταξύ: ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ, εκ Λευκωσίας Ενάγοντα/Αιτητή -και- ΑΝΔΡΕΑ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ & ΥΙΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ (ΗΕ 118663), εκ Λευκωσίας Εναγόμενης/Καθ' ης η Αίτηση CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD Μεσεγγυούχοι --------------------------------------- (α) Αίτηση ex-parte για άδεια για έκδοση εντάλματος κατάσχεσης στα χέρια τρίτου ημερ. 19.3.2014 (β) Αίτηση by summons για έκδοση διατάγματος κατάσχεσης εναντίον της Polular Bank Public Co. Ltd., ημερ. 12.12.2013 24 Οκτωβρίου 2014 Για Ενάγοντα-Αιτητή: κα Μακρή για Ι. Μοδίτης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε Για Εναγόμενους: Καμιά εμφάνιση Για Μεσεγγυούχους-Καθ' ων η Αίτηση: κα Μ. Τζιούτ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Ενάγοντας-Αιτητής κατεχώρησε την παρούσα αγωγή στις 15.11.2013 με κλητήριο ειδικώς οπισθογραφημένο με αξίωση εναντίον της Εναγομένης ποσού €935.550,82 πλέον τόκους «δυνάμει γραμματίου συνήθους τύπου». Στις 18.11.2013 καταχωρείται σημείωμα εμφάνισης εκ μέρους των Εναγομένων-Καθ' ων η Αίτηση και διοριστήριο δικηγόρου. Στις 20.11.2013, κατόπιν αδείας, οι συνήγοροι των δυο πλευρών εμφανίζονται ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο δε δικηγόρος των Εναγομένων δηλώνει ότι δέχεται απόφαση και εκδίδεται εκ συμφώνου απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον της εναγομένης εταιρείας για το πιο πάνω ποσό πλέον τόκους και έξοδα. Στις 12.2.2013 καταχωρούνται δύο αρχικά αιτήσεις, μια ex-parte και μια by summons εκ μέρους του ενάγοντα για κατάσχεση στα χέρια τρίτου. Μετά από δικονομικές περιπέτειες που αφορούσαν λάθη ή παραλείψεις επί των Αιτήσεων, εν τέλει ζητήθηκε άδεια για απόσυρση μιας αίτησης ex-parte και της υποκατάστασης μ' άλλη με ημερομηνία 19.3.2014, η οποία ωστόσο εν όψει και του ιστορικού διατάχθηκε να επιδοθεί με αποτέλεσμα να παραμείνουν σε εκκρεμότητα οι αιτήσεις ως περιγράφονται στον τίτλο ως (α) και (β). Η νομική βάση των αιτήσεων είναι ο περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος, κεφ.6, Μέρος 7, άρθρα 73 - 81 και στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.43 και Δ.48 θ.1 και 2, στηρίζονται δε στις ένορκες δηλώσεις του Στυλιανού Θεοχάρους, Δικηγόρου εκ των δικηγόρων του Αιτητή, στην οποία δηλώνεται ότι η εναγόμενη εταιρεία δεν πλήρωσε ο,τιδήποτε έναντι του εξ αποφάσεως χρέους της προς τον ενάγοντα. Είναι η περαιτέρω θέση του Αιτητή ότι η Τράπεζα οφείλει στην εναγομένη δυνάμει καταθέσεως τον συνολικό ποσό των €935.550,82 (επισυνάπτεται μάλιστα αντίγραφο σχετικού λογαριασμού - Τεκμ.Β). Διατυπώνεται στην συνέχεια ότι η Τράπεζα «δεν πλήρωσε ακόμη το ρηθέν ποσόν» στην εναγομένη εξ αποφάσεως οφειλέτιδα του Αιτητή, το οποίο βρίσκεται ακόμη στην κατοχή και/ή έλεγχο των ρηθέντων μεσεγγυούχων. Παρακάτω γίνεται αναφορά στα γεγονότα του Μάρτη 2013 και των μετέπειτα εκδοθέντων διαταγμάτων μεταξύ των οποίων και το διάταγμα που αφορούσε την εν λόγω Τράπεζα για να καταλήξει ως εξής: «Η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ γνωστοποίησε στον Αιτητή και σε κάθε άλλο καταθέτη των Μεσεγγυούχων, ότι σύμφωνα με τα περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διατάγματα του 2013, τα οποία εκδόθηκαν δυνάμει του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013, από τις 29 Μαρτίου 2013 οι ασφαλισμένες καταθέσεις και η πλειοψηφία των στοιχείων του ενεργητικού και των δανείων των Μεσεγγυούχων στην Κύπρο, έχουν απορροφηθεί από την Τράπεζα Κύπρου. Η Τράπεζα Κύπρου θα εξυπηρετεί όλους τους πελάτες της πρώην Λαϊκής Τράπεζας στην Κύπρο, μέσω του υφιστάμενου δικτύου καταστημάτων της πρώην Λαϊκής Τράπεζας και μέσω της Laiki eBank, στη βάση των υφιστάμενων όρων και στο πλαίσιο των οδηγιών και περιορισμών της Κεντρικής Τράπεζας. Παρόλη την γνωστοποίηση που αναφέρεται στην αμέσως πιο πάνω παράγραφο της ένορκης μου δήλωσης, ουδέποτε δηλώθηκε ή γνωστοποιήθηκε εγγράφως και/ή επισήμως οποιαδήποτε θέση των Μεσεγγυούχων ότι οι καταθέσεις της Εναγόμενης και/ή οποιοδήποτε άλλο ποσό που περιέχετο στους ως άνω αναφερόμενους λογαριασμούς «απομειώθηκε» ή «διεγράφη» ή άλλως πως, ως οφειλή των Μεσεγγυούχων προς τον Αιτητή. Οι θέσεις των Μεσεγγυούχων περιορίστηκαν σε γενικόλογες και νεφελώδεις αιτιάσεις αφορούσες «κούρεμα» των καταθέσεων και εν πάση περιπτώσει μη δυνατότητας των Μεσεγγυούχων να καταβάλουν το οφειλόμενο προς την Εναγόμενη ποσό ή οποιοδήποτε μέρους αυτού. Είναι ισχυρισμός του Αιτητή ότι, οι αιτιάσεις των Μεσεγγυούχων για την άρνηση καταβολής των οφειλομένων ποσών προς την Εναγόμενη αποτελούν αβάσιμους ισχυρισμούς των Μεσεγγυούχων, οι οποίοι εμποδίζονται να χρησιμοποιούν ως γενεσιουργό λόγο για την άρνησή τους οποιοδήποτε νομικό μέτρο και/ή Νόμο και/ή Διάταγμα και/ή εν πάση περιπτώσει οποιαδήποτε άλλη δικαιολογία, αφού ουδέν σχετικό Διάταγμα εξεδόθη από την Αρχή Εξυγίανσης για «διαγραφή» και/ή «απομείωση» και/ή «κούρεμα» ή άλλως πως, της οφειλής των Μεσεγγυούχων προς την Εναγόμενη. Είναι ισχυρισμός του Αιτητή ότι, με βάση τον Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο του 2013 (Νόμος πλαίσιο) και με τα προς ενεργοποίηση του εν λόγω νόμου εκδοθέντα διατάγματα, οι Μεσεγγυούχοι μεταβίβασαν στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (Αποκτών Πρόσωπο) όλα τα περιουσιακά στοιχεία, τίτλους ιδιοκτησίας και δικαιώματα υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις των εν λόγω Διαταγμάτων και ειδικότερα τους όρους της υποπαραγράφου 5(β) του Διατάγματος Κ.Π.Δ. 104/2013 και έτσι ποσό μέχρι €100.000,00 μεταφέρθηκε στο Αποκτών Πρόσωπο, το δε υπόλοιπο ποσό και/ή η οφειλή προς την Εναγόμενη παρέμεινε στους Μεσεγγυούχους χωρίς οποιαδήποτε αναφορά και/ή πρόβλεψη για την τύχη του παραμένοντος στους Μεσεγγυούχους ποσού και/ή της οφειλής τους έναντι της Εναγόμενης ως καταθέτη και/ή άλλως. Εν ολίγοις, τόσο το υπό αναφορά Διάταγμα ή οποιοδήποτε άλλο Διάταγμα ουδέποτε προέβλεψαν και/ή θέσπισαν και/ή ενεργοποίησαν διατάξεις του Νόμου σχετικές με οποιαδήποτε «διαγραφή» της οφειλής των Μεσεγγυούχων προς τον Αιτητή και/ή εν πάση περιπτώσει ουδέποτε επεβλήθη «απομείωση» και/ή «κούρεμα» και/ή άλλως πως επί των καταθέσεων και/ή λογαριασμών των καταθετών της. Οι Μεσεγγυούχοι, παρόλη την παραπλάνηση και/ή φιλολογία και/ή φημολογία που αναπτύχθηκε σε σχέση με την υπόσταση (status quo) τους, ως εταιρεία και/ή ως τράπεζα, ουδέποτε τέθηκαν υπό οποιοδήποτε καθεστώς εκκαθάρισης και ουδέποτε διαγράφηκαν από το μητρώο των εγγεγραμμένων στην Κύπρο εταιρειών και φέρουν αριθμό εγγραφής Η.Ε. 1 επί του αρχείου του Εφόρου Εταιρειών και ουδέποτε μετατράπηκαν και/ή εγγράφηκαν ως «Πρώην Λαϊκή» και/ή «Καλή Λαϊκή» και/ή «Κακή Λαϊκή» και/ή «Ex Laiki» και/ή άλλως πως. Οι Μεσεγγυούχοι είναι νομίμως εγγεγραμμένη εταιρεία παρά τον Έφορο Εταιρειών και ουδέποτε οποιεσδήποτε οφειλές της προς τρίτους διεγράφησαν δυνάμει Νόμου και/ή σχετικού Διατάγματος και/ή άλλως πως. Είναι η θέση του Αιτητή ότι οι Μεσεγγυούχοι έχουν οικειοποιηθεί παράνομα τα χρηματικά ποσά που ήταν κατατεθειμένα στους λογαριασμούς των καταθετών τους με την επίφαση της δήθεν «απομείωσης», η οποία ουδέποτε επεβλήθηκε και σήμερα οι Μεσεγγυούχοι ενεργούν ανεξέλεγκτα αυτοαποκαλούμενοι είτε «Πρώην», είτε «Καλή» είτε «Κακή» Λαϊκή και αποφεύγουν να καταβάλουν τα χρηματικά ποσά που οφείλουν στους καταθέτες τους και δεν έχουν μέχρι σήμερα αποκαλύψει την τελική κατάληξη των χρημάτων που είχαν ή όφειλαν να είχαν στα ταμεία τους και η όλη συμπεριφορά τους δεν πρέπει να γίνει πιστευτή από το Δικαστήριο. Ευσεβάστως υποβάλλω ότι η έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων θα καταστήσει δυνατή την απονομή Δικαιοσύνης επειδή: α) η μη έκδοση τους θα προκαλέσει μεγαλύτερη ζημιά στον Αιτητή και καμία ζημιά στους Μεσεγγυούχους, και αν ήθελε αποδειχθεί ότι οι Μεσεγγυούχοι στερούνται χρημάτων για κατάσχεση και πληρωμή, η Αίτηση θα είναι άνευ αντικειμένου και εντελώς μη ζημιογόνα προς τους Μεσεγγυούχους. β) η μη έκδοση τους θα επιτρέψει στους Μεσεγγυούχους να εξακολουθούν να διαφεύγουν των υποχρεώσεων τους προς ζημιά του Αιτητή. γ) οπωσδήποτε ο Αιτητής θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά και βλάβη εάν οι Μεσεγγυούχοι συνεχίσουν να επικαλούνται ανύπαρκτα Διατάγματα για αποφυγή των χρεών τους προς τους καταθέτες τους. Συμφώνως του αρχείου του Εφόρου Εταιρειών η Εναγόμενη ήταν εγγεγραμμένη υπό την επωνυμία «Marfin Popular Bank Public Co Ltd» και κατά ή περί την 05/04/2012 μετονομάστηκε σε «Cyprus Popular Bank Public Co Ltd», επωνυμία που διατηρεί μέχρι και σήμερα. Στην παρούσα μου επισυνάπτω ως «Τεκμήριο Γ» αντίγραφο του μητρώου του Εφόρου Εταιρειών. Οι Μεσεγγυούχοι με τις καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμήριο Β), παραδέχονται ότι ο Αιτητής μέχρι και την 26/03/2013 διατηρούσε τα ποσά που αναφέρονται στην Αίτηση του Αιτητή. Οι Μεσεγγυούχοι αποφεύγουν επίσης να δηλώσουν αν τα εν λόγω ποσά όντως υφίσταντο μέχρι, κατά ή περί την 26/3/2013 ή αν αυτά εδόθηκαν σε τρίτους ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο απωλέσθησαν ή αν οι Μεσεγγυούχοι στερούνται οποιουδήποτε χρηματικού ποσού στο ενεργητικό τους. Είναι η θέση του Αιτητή ότι με την έκδοση εντάλματος κατάσχεσης εις χείρας τρίτου και με την απόδειξη ότι χρηματικό ποσό ευρίσκετο κατά τον ουσιώδη χρόνο στα χέρια των Μεσεγγυούχων, το βάρος απόδειξης της «εξαφάνισης» ή «απομείωσης» και εν πάση περιπτώσει η απόδειξη του λόγου μη ύπαρξης του χρηματικού ποσού ή οποιουδήποτε χρηματικού ποσού στο ενεργητικό των Μεσεγγυούχων και κατ' ακολουθία η επικαλούμενη αδυναμία πληρωμής ή παράδοσης του στον κατάσχων (Αιτητής), βαραίνει τους Μεσεγγυούχους, οι οποίοι πρέπει να πείσουν το εκδικάζον Δικαστήριο ότι δεν έχουν γενικά στο ενεργητικό τους χρηματικά ποσά για να ικανοποιήσουν τον κατάσχων ή οποιαδήποτε ποσά. Η κατάσχεση αφορά σε κατάσχεση συγκεκριμένου ύψους ποσού επί του ενεργητικού των Μεσεγγυούχων και όχι συγκεκριμένου ποσού «εντός» τραπεζικού λογαριασμού. Η οφειλή των Μεσεγγυούχων έναντι των καταθετών τους είναι ενοχή «γένους» και όχι «είδους» και δεν αποτελεί κατάσχεση συγκεκριμένων ή εξειδικευμένων χρημάτων, αλλά απλώς χρημάτων. Οι Μεσεγγυούχοι μπορούν να παρουσιαστούν στο Δικαστήριο, να επικαλεστούν και να αποδείξουν την αδυναμία τους (αν αυτή υφίσταται) να καταβάλουν στον Αιτητή τα αιτούμενα ποσά και ότι όντως αυτά «απομειώθηκαν» νόμιμα. Μέχρι τότε όμως η κατάσχεση του αιτούμενου ποσού στα χέρια τους είναι επιβεβλημένη και δίκαιη για την εξασφάλιση του λαβείν του Αιτητή εναντίον της Εναγόμενης και εντελώς ανώδυνη για τους Μεσεγγυούχους, αν όντως αυτοί στερούνται χρημάτων.» Και επί των δυο αιτήσεων καταχωρείται κοινή ένσταση η οποία εκτός των πιο πάνω θεσμών έχει ως νομική βάση τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.19, θ. 23, Δ.27 θ.3, Δ.42Α, Δ.43, Δ.48 θθ. 1-9, στους Δεοντολογικούς Κανονισμούς του 2002, Κ. 33
(7)(α) και 33
(7)(β), στα άρθρα 73-81 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (ΚΕΦ.6), στον Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 (Ν.17(Ι)/2013), στο Διάταγμα της Κεντρικής Τράπεζας Κ.Δ.Π. 104/2013 ημερομηνίας 29/3/2013, στον Περί της Επιβολής Περιοριστικών Μέτρων στις Συναλλαγές σε Περίπτωση Έκτακτης Ανάγκης Νόμο του 2013 (Ν.12(Ι)/2013)και σε όλα τα Διατάγματα του Υπουργού Οικονομικών που εκδοθήκαν στη βάση του εν λόγω Νόμου, επί των συμφυών εξουσιών, της πρακτικής και διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι δε λόγοι ένστασης είναι οι εξής: (α) Η παρούσα Αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη και/ή αστήρικτη και/ή εκτός των πλαισίων των συμφυών εξουσιών και της πρακτικής του Δικαστηρίου. (β) Τόσο η μονομερής Αίτηση κατάσχεσης εις χείρας τρίτου (Writ of Attachment) ημερομηνίας 19/3/2014 όσο και η δια κλήσεως Αίτηση για πληρωμή του ποσού της αποφάσεως του Δικαστηρίου ημερομηνίας 12/12/2013 που καταχωρήθηκαν στα πλαίσια της Αγωγής με τον υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο, είναι ανυπόστατες και/ή επιπόλαιες και/ή ενοχλητικές (frivolous and vexatious) και/ή αποτέλεσμα κατάχρησης της διαδικασίας (abuse of process) και/ή κακόπιστες και/ή καταπιεστικές. (γ) Τόσο η μονομερής Αίτηση κατάσχεσης εις χείρας τρίτου (Writ of Attachment) ημερομηνίας 19/3/2014 όσο και η δια κλήσεως Αίτηση για πληρωμή του ποσού της αποφάσεως του Δικαστηρίου ημερομηνίας 12/12/2013 που καταχωρήθηκαν στα πλαίσια της Αγωγής με τον υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο, αποτελούν το αποτέλεσμα παράθεσης ψευδών πληροφοριών που τείνουν να οδηγήσουν σε παραπλάνηση και/ή εξαπάτηση του Δικαστηρίου. (δ) Δεν είναι δυνατή η έκδοση Διατάγματος ως τα αιτητικά τόσο της δια κλήσεως αίτησης ημερομηνίας 12/12/2013 όσο και της μονομερούς αίτησης ημερομηνίας 19/3/2014 καθότι πριν την επίδοση των εν λόγω αιτήσεων, λήφθηκαν μέτρα εξυγίανσης στους λογαριασμούς του Εναγομένου που διατηρούντο στους Μεσεγγυούχους δυνάμει του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 (Ν.17(Ι)/2013), και του Διατάγματος της Κεντρικής Τράπεζας Κ.Δ.Π. 104/2013 ημερομηνίας 29/3/
- Ως αποτέλεσμα κατά ή περί τις 26/3/2013 κατέστησαν μη διαθέσιμα όλα τα υπόλοιπα που διατηρούνταν στους λογαριασμούς του Εναγομένου εκτός του εξασφαλισμένου ποσού των €100.000,00 το οποίο έχει μεταφερθεί στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. (ε) Οι Μεσεγγυούχοι δεν είναι σε θέση και/ή εμποδίζονται από το να προβούν στην κατάσχεση και πληρωμή του αιτούμενου ποσού καθότι δεν υφίσταται πλέον το αντικείμενο της αιτούμενης κατάσχεσης. (στ) Τα αιτούμενα Διατάγματα δεν δικαιολογούνται υπό τις περιστάσεις και δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να επιτραπεί η έκδοση τους. Οι πιο πάνω λόγοι σε συνάρτηση με την νομική βάση αναλύονται στις ένορκες δηλώσεις της κας Αγ. Κούρμουζου υπαλλήλου της Τράπεζας μέχρι 29.3.2013 και από τότε μέχρι σήμερα της Τράπεζας Κύπρου, καθώς και στην ένορκη δήλωση του κ. Β. Ψύρρα Δικηγόρου εκ των δικηγόρων της Τράπεζας. Οι δύο ευπαίδευτοι συνήγοροι προώθησαν τις αντίστοιχες τους θέσεις με λεπτομερείς αγορεύσεις εφ' όλης της ύλης. Μελετώντας τις αντίστοιχες θέσεις θεωρώ ότι μπορώ να είμαι σύντομη στην κατάληξη μου. Με βάση τα άρθρα 73, 74 και 78 του Κεφ.6 προβλέπονται τα εξής: «
- Όταν ο εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους έχει συμφέρον (is beneficially interested) σε οποιοδήποτε ποσό χρημάτων, αγαθά ή άλλη κινητή ιδιοκτησία που τελούν υπό τη φύλαξη ή τον έλεγχο τρίτου προσώπου στη Δημοκρατία ή όταν το τρίτο αυτό πρόσωπο είναι οφειλέτης του εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους δύναται να εκδοθεί σε οποιοδήποτε χρόνο μετά τη δικαστική απόφαση με αίτηση του εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή, ένταλμα κατάσχεσης στα χέρια τρίτου με το οποίο το τρίτο αυτό πρόσωπο να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου και εξεταστεί σχετικά με την ιδιοκτησία που έχει στα χέρια του και η οποία αναφέρεται στο ένταλμα, και με το οποίο διατάσσεται να μην παραιτηθεί εν τω μεταξύ από τη φύλαξη αυτής. Το ένταλμα δεσμεύει την ιδιοκτησία του εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους η οποία είναι στα χέρια του άλλου αυτού προσώπου για την ικανοποίηση του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους κατά τον τρόπο που αναφέρεται πιο κάτω.
- Το ένταλμα επιδίδεται στο πρόσωπο το οποίο διατάσσεται με αυτό να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου και από το χρόνο επίδοσης του εντάλματος σε αυτό, όλα τα ποσά χρημάτων, ασφάλειες για χρήματα, αγαθά και κινητή ιδιοκτησία, επί των οποίων ο εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους έχει δικαίωμα (is beneficially entitled) είτε μόνος είτε από κοινού με άλλους, και τα οποία κατά την επίδοση του εντάλματος ή σε οποιοδήποτε χρόνο πριν από την άρση του, βρίσκονται ή δυνατό να περιέλθουν υπό τη φύλαξη ή τον έλεγχο του προσώπου που διατάσσεται να εμφανιστεί, και όλα τα χρέη τα οποία οφείλονται ή καθίστανται οφειλόμενα από αυτό προς τον εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους κατά τον πιο πάνω χρόνο ή κατά τη διάρκεια αυτού, καθίστανται στην έκταση που ο εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους έχει συμφέρον επί αυτών και υπό την επιφύλαξη οποιουδήποτε καλή τη πίστη προηγούμενου τίτλου, δικαιώματος επίσχεσης ή επιβάρυνσης επί αυτών, ασφάλειες στα χέρια του για ικανοποίηση της απαίτησης του εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή.
- Το Δικαστήριο αφού ακούσει τα πρόσωπα που δυνατό να θεωρήσει ως ενδιαφερόμενα ή αφού ειδοποιήσει αυτά να παραστούν, δύναται να διατάξει όπως οποιοδήποτε μέρος της ιδιοκτησίας που κατασχέθηκε στα χέρια τρίτου, το οποίο συνίσταται από χρήματα και τραπεζογραμμάτια ή επαρκές μέρος αυτών, πληρωθεί στον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή ή όπως πωληθεί κάποιο μέρος που δεν συνίσταται από χρήματα ή τραπεζογραμμάτια, στο μέτρο κατά το οποίο θεωρείται αναγκαίο για ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης, και τα χρήματα από την πώληση ή επαρκές μέρος αυτών διατεθούν για ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης και όπως το ένταλμα αρθεί ή δύναται να εκδώσει οποιοδήποτε άλλο διάταγμα ως ήθελε κρίνει δίκαιο και εκδίδει τέτοιο διάταγμα αναφορικά με τα έξοδα που προέκυψαν από την έκδοση του εντάλματος, ως ήθελε κρίνει ορθό.» (Βλ. F. Hoffman La Roche and Co. AG v. Inter-Continental Pharmaceuticals (Bletchley) Ltd
(1969)1C.L.R. 106, Choice Investments Ltd v. Gregory Jeromnimon Midland Bank Ltd
(1981)2 W.L.R., George Th. Rossides v. Emettullah Hajitosoun (VIII) C.L.R. 43 και Carna Plants Ltd v. Masalcha and Οthers
(1990)1 A.A.Δ. 28) Οι εναγόμενοι αποτελούσαν πελάτες της Τράπεζας, οι οποίοι διατηρούσαν μέχρι τις 26/3/2013 το ποσό των €935.550,82 ως κατάθεση πλέον δεδουλευμένους τόκους. Όπως και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι θέτουν τα πράγματα, κατά ή περί τα μέσα Μαρτίου 2013, μετά την απόρριψη από την Κυπριακή Βουλή, του Νομοσχεδίου για «κούρεμα» επί όλων των καταθέσεων που βρίσκονταν σε πιστωτικά ιδρύματα στην Κύπρο, κάτι που αποτελούσε προϋπόθεση της συμφωνίας της Κυπριακής Κυβέρνησης με το Eurogroup, που πραγματοποιήθηκε στις 15/3/2013, για δανειοδότηση της Κυπριακής Δημοκρατίας, όλες οι τράπεζες παρέμειναν κλειστές μέχρι και τις 27/3/2013 και επαναλειτούργησαν για το κοινό στις 28/3/2013 και η ώρα 12:00 π.μ. Κατά τη διάρκεια της πιο πάνω τραπεζικής αργίας, αλλά και μετά την επαναλειτουργία των τραπεζών, ψηφίστηκαν, μεταξύ άλλων, οι διάφοροι Νόμοι και εκδόθηκε σειρά από Διοικητικές Κανονιστικές Πράξεις από την Κεντρική Τράπεζα όπως επίσης και Διατάγματα του Υπουργού Οικονομικών: Στις 22/3/2013 τέθηκε σε ισχύ ο Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμος του 2013 (Ν.17(Ι)/2013) δυνάμει του οποίου η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου καθορίστηκε ως η Αρχή Εξυγίανσης η οποία έχει τη δυνατότητα να αποφασίζει από κοινού με τον Υπουργό Οικονομικών τη λήψη μέτρων εξυγίανσης με σκοπό την προαγωγή της δημόσιας ωφέλειας και την εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος. Στο Μέρος ΙΙΙ του πιο πάνω Νόμου, αριθμούνται τα μέτρα εξυγίανσης που μπορούν να ληφθούν από την Αρχή Εξυγίανσης. Δυνάμει του πιο πάνω Νόμου, κατά την ίδια ημερομηνία τέθηκε σε ισχύ και ο Περί της Επιβολής Περιοριστικών Μέτρων στις Συναλλαγές σε Περίπτωση Έκτακτης Ανάγκης Νόμος του 2013 (Ν.12(Ι)/2013). Σύμφωνα με τον εν λόγω Νόμο, δόθηκε η εξουσία στον Υπουργό Οικονομικών να επιβάλλει προσωρινά περιοριστικά μέτρα στα πιστωτικά ιδρύματα προς διασφάλιση της χρηματοοικονομικής σταθερότητας. Στα πλαίσια αυτών των εξουσιών του, ο Υπουργός Οικονομικών εξέδωσε διάφορα Διατάγματα και δυνάμει του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 (Ν.17(Ι)/2013) η Αρχή Εξυγίανσης εξέδωσε, μεταξύ άλλων διάφορα Διατάγματα που αφορούσαν την επίδικη τράπεζα. Ιδιαίτερα σχετική είναι η Κ.Δ.Π. 94/2013 (για την πώληση εργασιών των Μεσεγγυούχων με σκοπό τη διαφύλαξη της οικονομικής κατάστασης τους) και Κ.Δ.Π. 104/2013 (για την μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων, τίτλων ιδιοκτησίας, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των Μεσεγγυούχων στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ). Αποτέλεσμα αυτών, ήταν ότι από την ημερομηνία Μεταβίβασης, η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ως το Αποκτών Πρόσωπο υποκαθίσταται σε όλα τα δικαιώματα, οφέλη, προνόμια και υποχρεώσεις που έχουν μεταβιβαστεί. Δυνάμει περαιτέρω των πιο πάνω Διαταγμάτων η ημερομηνία μεταφοράς των περιουσιακών στοιχείων των Μεσεγγυούχων στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ είναι η 29η Μαρτίου 2013 και η ώρα 6:10 π.μ. Μεταξύ των στοιχείων που μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ είναι και οι υποχρεώσεις των Μεσεγγυούχων έναντι των καταθετών της μέχρι €100.000 ανά καταθέτη. Οποιοδήποτε ποσό υπερβαίνει το πιο πάνω ποσό, δεν είναι διαθέσιμο στους λογαριασμούς των καταθετών, αφού δεν υπάρχουν διαθέσιμα κεφάλαια για την καταβολή του. Δυνάμει του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμος του 2013 (Ν.17(Ι)/2013), και συγκεκριμένα δυνάμει του άρθρου 6
(1)του εν λόγω Νόμου, όταν ένα ίδρυμα αδυνατεί να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του όταν καθίστανται απαιτητές λόγω κεφαλαιακής ανεπάρκειας ή έλλειψης ρευστότητας και ως αποτέλεσμα το εν λόγω ίδρυμα δεν είναι βιώσιμο, τότε η Αρχή Εξυγίανσης δύναται να λάβει μέτρα εξυγίανσης. Ακριβώς είναι στα πλαίσια της πιο πάνω εξουσίας της, που η Αρχή Εξυγίανσης εξέδωσε στις 29/3/2013 το Διάταγμα Κ.Δ.Π. 104/2013 με το οποίο λήφθηκαν μέτρα εξυγίανσης της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd και συγκεκριμένα αποφασίστηκε η μεταβίβαση εργασιών, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της εν λόγω τράπεζας στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, όπως εξηγήθηκε. Προκύπτουν από τις θεωρήσεις των δυο πλευρών αλλά και την σχετική νομοθεσία και νομολογία τα εξής: Οι εναγόμενοι είχε καταδειχθεί ότι εντάσσονται στους καταθέτες εκείνους που υπόκεινται στα «μέτρα εξυγίανσης της τράπεζας λόγω του ότι οι καταθέσεις τους κατά τις 26.3.2013, ημερομηνία κατά την οποία υπολογίσθηκε το ποσό της απομείωσης επί των καταθέσεων λογαριασμών που διατηρούνταν στους Μεσεγγυούχους ήταν άνω των 100.000,00 ευρώ.» Συγκεκριμένα οι λογαριασμοί των εναγομένων δεν έχουν πλέον διαθέσιμα κεφάλαια. Με βάση τις πρόνοιες της παραγράφου 6 της ΚΔΠ 104/2013, το όποιο όφελος των καταθετών από τις καταθέσεις που είχαν στους Μεσεγγυούχους πέραν του ποσού των €100.000 θα διαφανεί μετά από την αποτίμηση των περιουσιακών στοιχείων που μεταβιβάστηκαν και εφόσον η τελική τους αξία υπερβαίνει την τελική αξία των υποχρεώσεων που μεταβιβάστηκαν. Η τράπεζα βρίσκεται υπό καθεστώς εξυγίανσης και υπό καθεστώς ειδικής διαχείρισης «που δεν επιτρέπει την πληρωμή οποιωνδήποτε ποσών σε οφειλέτες των Μεσεγγυούχων, συμπεριλαμβανομένων των καταθετών, χωρίς προηγουμένως να ολοκληρωθεί η εξυγίανση της τράπεζας». Οποιαδήποτε τέτοια πληρωμή προκύπτει να είναι αντικανονική, παράνομη και γίνεται σε βάρος όλων των άλλων πιστωτών της τράπεζας ως προνομιακή μεταχείριση πιστωτή. Εκ των πραγμάτων οι Μεσεγγυούχοι δεν είναι σε θέση και εμποδίζονται να προβούν στην κατάσχεση του αιτούμενου ποσού αφού δεν είναι διαθέσιμο πλέον το αντικείμενο της αιτούμενης κατάσχεσης. Παρά το ότι έχει διαφανεί για τους σκοπούς της παρούσης σχέση πιστωτή και οφειλέτη μεταξύ του εναγομένου και μεσεγγυούχου, δεν έχει καταδειχθεί ότι υπάρχουν διαθέσιμα χρήματα στην κατοχή της Μεσεγγυούχου τράπεζας, των οποίων νόμιμος δικαιούχος είναι ο εξ αποφάσεως οφειλέτης. Συνεπώς δεν υφίσταται το αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας. Κατά τη μέρα της καταχώρησης των αιτήσεων δεν υπήρχε και εξακολουθεί να μην υπάρχει κάποιο αντικείμενο το οποίο να αναγνωρίζεται ως χρέος, δηλαδή υπαρκτό χρέος το οποίο δύναται να κατασχεθεί. Τουλάχιστον ο Αιτητής δεν έχει αποσείσει το βάρος που είχε να το αποδείξει. Στη δε υπόθεση Χριστοδούλου ν. Κεντρικής Τράπεζας κ.α., Υπόθεση Αρ. 551/13 κ.α. ημερ. 7.6.2013, υποδεικνύεται πως με βάση τις πρόνοιες του πιο πάνω Νόμου και διαταγμάτων ο κάθε καταθέτης δύναται να στραφεί εναντίον της Τράπεζας στα πλαίσια της οποίας θα επιδιωχθεί η απόδειξη ενδεχόμενης ζημιάς ένεκα των μέτρων εξυγίανσης, εντός της εννοίας θεραπείας αποζημιώσεων. Εν όψει της πιο πάνω κατάληξης μου κρίνω ατελέσφορο να ασχοληθώ με τα λοιπά θέματα που εγείρονται, αφού είναι φανερό ότι οι αιτήσεις οδηγούνται σε αποτυχία. Ειδικά δε το θέμα της προβαλλόμενης «ύποπτης» συμπεριφοράς του Ενάγοντα και Εναγομένων ως προς τη λήψη της εκ συμφώνου απόφασης και το θέμα της κατάχρησης δεν εξετάζεται αφού οι προϋποθέσεις του Νόμου που στηρίζει την αίτηση δεν έχουν καν στοιχειοθετηθεί. Συνεπώς οι αιτήσεις απορρίπτονται με έξοδα υπέρ της Καθ' ης η Αίτηση-Τράπεζας και εναντίον του Αιτητή, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: Αίτηση για άδεια για έκδοση εντάλματος κατάσχεσης στα χέρια τρίτου cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο