Γεώργιου Αχτάρ κ.α. ν. Κυριάκου Ιακωβίδη κ.α., Αρ. Αγωγής: 1115/2009, 3/10/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A344 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1115/2009 Μεταξύ: Γεώργιου Αχτάρ, από τη Λεμεσό Ηλία Αχτάρ, από τη Λεμεσό Εναγόντων και Κυριάκου Ιακωβίδη, από τη Λεμεσό CYPRUS MAIL CO. LTD, από τη Λεμεσό Εναγόμενων ........... ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 3.10.2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγοντες 1 και 2: κ. Α. Σαουρής Για εναγόμενους 1 και 2: κα Α.Κουκούνη Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι εναγόμενοι 2, στον ουσιώδη χρόνο για την αγωγή (η οποία καταχωρήθηκε με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα) εξέδιδαν την αγγλόφωνη εφημερίδα Cyprus Mail (στο εξής «η εφημερίδα») η οποία κυκλοφορούσε σ' όλη την Κύπρο, καθημερινά, σύμφωνα με τους ενάγοντες, ενώ, σύμφωνα με τους εναγόμενους 1 και 2, από Τρίτη μέχρι Σάββατο. Κατά τον ίδιο χρόνο, ο εναγόμενος 1 ήταν ο διευθυντής των εναγόμενων 2 και κατά νόμο υπεύθυνος της εφημερίδας, με κυκλοφορία και πωλήσεις, για τις δύο ημερομηνίες που μας αφορούν, ως ακολούθως (σύμφωνα με το περιεχόμενο του τεκμηρίου 19 που αποτελεί παραδεκτό γεγονός): Στις 8.1.2009 κυκλοφόρησαν 5.700 φύλλα και πωλήθηκαν 3.
- Στις 9.1.2009 κυκλοφόρησαν 5.400 φύλλα και πωλήθηκαν 2.
- Οι ενάγοντες, στον ουσιώδη, πάντοτε, χρόνο για την αγωγή εξέτιαν ποινή φυλάκισης 3 ½ και 4 ½ ετών αντίστοιχα, από 26.6.2008, για αδικήματα επίθεσης εναντίον αστυνομικών. Η εφημερίδα, στην έκδοσή της ημερομηνίας 8.1.2009 (τεκμήριο 5) και συγκεκριμένα στη σελίδα 1, κάτω από τον τίτλο «AKHTAR BROTHERS INSTIGATE INMATE RIOT IN CENTRAL PRISON» προέβη στο ακόλουθο δημοσίευμα το οποίο σύνταξε η Μαριάννα Πισσά: «TΗΕ Nicosia Central Prisons were on red alert all yesterday evening after scores of convicts took over and barricaded an entire cell block to prevent two immates from being sent to isolation. In addition to the 130 wardens already on duty at the prison complex, another 220 - including some who were on leave - were ordered back to work by Justice Minister Loucas Louca. Louca had rushed to the prison along with the Ministry's Permanent Secretary Andis Tryfonides, the CID and anti-riot squad MMAD. Fire engines were also on standby as a precautionary measure. The stand off lasted for six hours and it was only after 11 pm that emergency services began to pull away from the prison compound. Late reports said the blockade ended when the authorities reached a deal with the inmates to secure their surrender and return to their cells. No injuries were reported on either side but much damage was caused. Behind the initial riot were the notorious drug - running Akhtar brothers who attacked a 60 - year old Arab prisoner at around 5 pm in Block 1B. When two wardens on duty went to stop the attack and take the brothers to isolation, other Greek Cypriot prisoners joined the Akhtar's in shoving the officers out of the block. The 100 or so inmates then set up barricades at the entrance using their beds and mattresses. In an attempt to flush them out, prison authorities cut the electricity to the entire prison complex,» Το δημοσίευμα συνεχίζεται και ολοκληρώνεται στη σελίδα 5, με τίτλο «Akhtar brothers instigate inmate riot at Central Prison». Ακολουθεί και πάλιν αυτούσιο: «but the stand off was still going strong five hours later despite the strong police presence. State television reported being able to hear the ruckus from outside the prison grounds. Deputy Prison Director Christos Mavris met with the Ministry officials and senior police officers to work out how the could gain re-entry to Block 1B. Τhe prison has been without a Governor since last month when Michalis Hadjidemetriou was suspended pending an investigation into the escape of Antonis Procopiou Kitas, alias Al Capone from a Nicosia clinic where he had been for six months on questionable grounds. Just as Minister Louca was celebrating the recapture of Kitas on Monday, and his return behind bars the same evening, more questions are likely to arise with regard to how the central prisons are being run. Indeed Elias and George Akhtar, 23 and 28, became fugitives in 2007 after attacking five police officers with swords. They remained on the run until June last year when they were arrested in Mykonos and were sentenced only in October to four and a half and three and a half years respectively. Their father Andreas was sentenced to two years for his part in the case.» Την επομένη 9.1.2009, οι εναγόμενοι 2, στη σελίδα 8 της εφημερίδας, κάτω από τον τίτλο «Mothers protest as prison visits cancelled after riot - Row over hot water sparked fight with Akhtar brothers» και με συντάκτρια, άλλη δημοσιογράφο δημοσίευσαν και το κείμενο που ακολουθεί: «THE MOTHERS of two inmates at the Nicosia Central Prisons yesterday blocked the entrance to the complex after prison authorities cancelled all visits in the wake of the mini revolt on Wednesday night. The two women were among a group of around 20 relatives who queued up yesterday morning for a regular visit, only to find they had been cancelled. They spent 20 minutes in front of the prison gates, stopping vehicles going in until prison authorities explained to them the reason why visits had to be stopped for a day or two on security grounds. On Wednesday night, the prison was on red alert after scores of convicts took over and barricaded an entire cell block to prevent two inmates from being sent to isolation. The incident was instigated by the notorious drug-running Akhtar brothers, who attacked a 60-year-old Arab prisoner at around 5 pm in Block 1B, in a row over the hot water. When two wardens on duty went to stop the attack and take the brothers to isolation, other Greek Cypriot prisoners joined the Akhtars in shoving the officers out of the block. The 100 or so inmates then set up barricades at the entrance using their beds and mattresses. It took the authorities six hours to quell the revolt and get the inmates back to their cells. Visits were cancelled yesterday so that the situation inside the prison could return to normal. Deputy Prison Director Christos Mavris said yesterday the initial fight had been about the hot water. Asked if the Akhtar brothers had been the instigators, he said: "Most likely." Elias and George Akhtar, 23 and 28, were sentenced in October to four and a half and three and a half years respectively, after a year on the run following an incident in which they attacked five police officers with swords. They are likely to be moved to another cell block in the wake of Wednesday night's incident. Mavris also said prison authorities were investigating how some of the inmates had been able to leak information to television channels on Wednesday night. Government officials had made no statements, and prisoners are not allowed the use of mobile phones. The prison has been without a Governor since last month, when Michalis Hadjidemetriou was suspended pending an investigation into the escape of Antonis Procopiou Kitas, alias Al Capone, from a Nicosia clinic where he had been for six months on questionable grounds. Kitas was recaptured on Monday, and returned to his call the same evening.» Αποτελεί θέση των εναγόντων ότι τα παραπάνω δημοσιεύματα, τα οποία δημοσιεύθηκαν και στο διαδίκτυο αναφέρονταν σ' αυτούς και/ή έγιναν αντιληπτά ότι αναφέρονταν σ' αυτούς και περαιτέρω ότι οι εναγόμενοι 2 που τα δημοσίευσαν, με αυτά εννοούσαν και/ή άφηναν να νοηθεί πως (βλ. την παράγραφο 8 της έκθεσης απαίτησης): «(α) Οι Ενάγοντες είναι έμποροι και/ή διακινητές ναρκωτικών ουσιών με πλούσια μάλιστα δράση που τους έχει καταστήσει διαβόητους και/ή πολύ γνωστούς για αυτές τις δραστηριότητες και/ή αποτελούν συμμορία σεσημασμένων εμπόρων ναρκωτικών. (β) Οι Ενάγοντες ως διαβόητοι έμποροι και/ή διακινητές ναρκωτικών υποκινούν εξεγέρσεις στις Κεντρικές Φυλακές, χτυπούν άλλους ηλικιωμένους κρατούμενους και έχουν την απόλυτη εξουσία και/ή έλεγχο σε άλλους κρατούμενους. (γ) Οι Ενάγοντες είναι άτομα που αξίζουν του μίσους της κοινωνίας και/ή αποτελούν παράδειγμα προς αποφυγή και/ή είναι επικίνδυνοι για το κοινωνικό σύνολο και/ή πρέπει να απομονωθούν.» Το περιεχόμενο των παραγράφων 9, 10 και 11 της έκθεσης απαίτησης ακολουθεί επίσης αυτούσιο: «
- Τα ως άνω δημοσιεύματα της Εναγομένης 2 στην φυσική και/ή συνηθισμένη τους έννοια ήταν δυσφημιστικά για τους Ενάγοντες και/ή τους απέδιδαν την διάπραξη αδικημάτων και/ή έτειναν εκ της φύσεως τους στο να βλάψουν ή να επηρεάσουν με δυσμένεια την υπόληψη τους και/ή ενδέχετο να τους εκθέσουν σε γενικό μίσος, περιφρόνηση ή χλεύη και/ή ενδέχετο να προκαλέσουν την αποστροφή ή αποφυγή τους από άλλους και/ή δημοσιεύτηκαν εις βάρος τους κακόβουλα και/ή για εξυπηρέτηση αλλότριων σκοπών της Εναγομένης
- Οι Ενάγοντες μέσω του δικηγόρου τους στις 19.1.2009 απέστειλαν επιστολή προς τους Εναγομένους 1 και 2, ενημερώνοντας τους για το δυσφημιστικό περιεχόμενο των δημοσιευμάτων και την πρόθεση τους να κινήσουν αγωγή αλλά οι Εναγόμενοι ουδέν έπραξαν σχετικά.
- Συνεπεία των ως άνω δημοσιευμάτων, οι Ενάγοντες δυσφημίστηκαν και/ή διασύρθηκαν και/ή υπέστησαν δυσχέρεια και/ή θλίψη και/ή ανησυχία και/ή υπόληψη τους επηρεάστηκε δυσμενώς και/ή οι ίδιοι περιέπεσαν σε γενικό μίσος και/ή χλεύη και/ή περιφρόνηση και/ή ταπεινώθηκαν και/ή εξευτελίστηκαν.» Με την αγωγή τους οι ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των εναγόμενων 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, γενικές και/ή τιμωρητικές και/ή επαυξημένες και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις για δυσφήμηση, νόμιμο τόκο και έξοδα. Έναντι των παραπάνω ισχυρισμών και θέσεων των εναγόντων, οι εναγόμενοι 1 και 2, με τους δικούς τους δικογραφημένους ισχυρισμούς αντιτείνουν τ' ακόλουθα: Αρνούνται τον ισχυρισμό των εναγόντων ότι στον ουσιώδη χρόνο έχαιραν κύρους και εκτίμησης και ισχυρίζονται πως δεν είχαν καλή φήμη και/ή δε διέθεταν κύρος και/ή δεν έχαιραν εκτίμησης. Παραδέχονται ότι τα επίδικα δημοσιεύματα δημοσιεύθηκαν στην εφημερίδα και ισχυρίζονται ότι η μετάφρασή τους από τους ενάγοντες, από τα αγγλικά στα ελληνικά δεν είναι πιστή και/ή ακριβής. Περαιτέρω αρνούνται ότι τα εν λόγω δημοσιεύματα δημοσιεύθηκαν και στο διαδίκτυο. Ισχυρίζονται ακόμη ότι το νόημα που αποδίδουν σ' αυτά οι ενάγοντες δεν είναι πραγματικό. Δεν παραδέχονται ότι αυτά αφορούσαν τους ενάγοντες. Ισχυρίζονται ότι περιγράφουν την αναταραχή και/ή το συμβάν που έλαβε χώρα στις κεντρικές φυλακές το βράδυ της 7.1.2009 και δεν αναφέρονται και/ή δεν αφορούν τους ενάγοντες και/ή δεν έγινε αντιληπτό ότι αναφέρονταν σ' αυτούς. Δε δέχονται το νόημα που αποδίδουν σ' αυτά οι εναγόμενοι. Ισχυρίζονται ότι αναφέρονται σ' ένα μεμονωμένο γεγονός και/ή περιστατικό, χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά σε συνεχή και/ή επανειλημμένη αναρχική συμπεριφορά από τους ενάγοντες σε βάρος άλλων. Αρνούνται ότι τα επίδικα δημοσιεύματα ήταν με οποιοδήποτε τρόπο και/ή έννοια δυσφημιστικά για τους ενάγοντες και ισχυρίζονται τα εξής (βλ. την παράγραφο 10 της υπεράσπισης): «(α) Τα δημοσιεύματα στα οποία αναφέρονται οι παράγραφοι 5 και 6 της Ε/Α γράφτηκαν και/ή δημοσιεύτηκαν καλόπιστα (bona fide) και/ή χωρίς την ύπαρξη κακοβουλίας και/ή κακοπιστίας από μέρους των Εναγομένων και/ή γράφτηκαν χωρίς πρόθεση να δυσφημίσουν οποιοδήποτε πρόσωπο και/ή τους Ενάγοντες και δεν είχαν δυσφημίσει με οποιονδήποτε τρόπο τους Ενάγοντες και/ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. (β) Τα ποιο πάνω δημοσιεύματα δεν είχαν σκοπό να περιφρονήσουν και/ή χλευάσουν και/ή βλάψουν και/ή εκθέσουν με οποιοδήποτε τρόπο οποιοδήποτε πρόσωπο και/ή τους Ενάγοντες. (γ) Τα ως άνω δημοσιεύματα και/ή κείμενα και/ή άρθρα δεν συνιστούν λιβελογραφήματα και/ή συκοφαντικές δυσφημίσεις και/ή δεν γράφτηκαν με κακοβουλία και/ή με πρόθεση να πλήξουν την αξιοπρέπεια, φήμη του Ενάγοντα με οιονδήποτε τρόπο σε δυσμένεια. (δ) Τα ως άνω αναφερόμενα δημοσιεύματα και/ή κείμενα και/ή άρθρα αποτελούσαν δίκαιο και/ή έντιμο σχόλιο (fair comment) επί ζητημάτων δημοσίου συμφέροντος και/ή συμφέροντος εφόσον τέτοιου είδους γεγονότα και/ή αναταραχές αφορούν την ασφάλεια των πολιτών και του κράτους καθότι διαδραματίστηκαν και/ή συνέβησαν εντός των Κεντρικών Φυλακών Λευκωσίας. (ε) Τα ως άνω αναφερόμενα δημοσιεύματα και/ή κείμενα και/ή άρθρα αποτελούσαν έκθεση πραγματικών γεγονότων και/ή έκφραση γνώμης του συγγραφέα και/ή συντάκτη των δημοσιευμάτων και/ή κειμένων για τα όσα είχαν συμβεί κατά τον, για την παρούσα αγωγή, ουσιώδη χρόνο, στις Κεντρικές Φυλακές Λευκωσίας.» Τέλος, για το ενδεχόμενο που τα επίδικα δημοσιεύματα κριθεί ότι αναφέρονταν στους ενάγοντες, με νόημα σύμφωνα με την εκδοχή τους αποτελεί θέση τους ότι οι ενάγοντες δεν υπέστησαν οποιεσδήποτε αρνητικές συνέπειες και/ή δε δυσφημίστηκαν, δεδομένης της κακής τους φήμης και/ή έλλειψης κύρους και/ή εκτίμησης που είχαν στην κοινωνία. Καταληκτικά, ζητούν την απόρριψη της αγωγής ως νόμω και ουσία αβάσιμης με έξοδα σε βάρος των εναγόμενων. Με αντιπαραβολή των εκατέρωθεν δικογραφημένων ισχυρισμών διαγράφονται και τα βασικά επίδικα θέματα της υπόθεσης που είναι τα εξής: Πρώτο, κατά πόσο τα επίδικα δημοσιεύματα δημοσιεύθηκαν από τους εναγόμενους 2 και στο διαδίκτυο, δεύτερο, κατά πόσο αυτά αφορούσαν τους ενάγοντες, τρίτο, κατά πόσο το νόημά τους είναι δυσφημιστικό για τους ενάγοντες και αν ναι, σε ποια έκταση, τέταρτο, κατά πόσο οι εναγόμενοι απέδειξαν οποιαδήποτε από τις διάφορες υπερασπίσεις που εγείρουν σε σχέση με τα επίδικα δημοσιεύματα και, πέμπτο, σε περίπτωση που κριθεί δυσφημιστικό το νόημα των επίδικων δημοσιευμάτων, κατά πόσο οι ενάγοντες επηρεάστηκαν δυσμενώς από αυτά και αν ναι, σε ποια έκταση. Οι γονείς των εναγόντων, Ανδρέας και Λευκή Αχτάρ (Μ.Ε.1 και 2, αντίστοιχα) και ο εναγόμενος 1, Κυριάκος Ιακωβίδης είναι και οι μόνοι που έδωσαν μαρτυρία κατά τη δίκη. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί (με αναφορά και στη μαρτυρία), ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους γονείς των εναγόντων καθώς και τον εναγόμενο 1 ενώ κατάθεταν ενόρκως ενώπιόν μου. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης τους αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο καθώς και την ύπαρξη τυχόν προσωπικού συμφέροντος που είχαν στην υπόθεση. Ομολογώ ότι η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία και των τριών, δεν είναι θετική. Και οι τρεις, μεταξύ άλλων, σε ουσιώδεις πτυχές της υπόθεσης υπέπεσαν σε αντιφάσεις, ενώ, αρκετοί από τους ισχυρισμούς τους, είτε παρέμειναν αστήριχτοι και ατεκμηρίωτοι, είτε στερούνται λογικής και πειστικότητας είτε τέλος αποτελούν εξ ακοής μαρτυρία άγνωστου βαθμού, χωρίς μάλιστα να δοθεί καμιά εξήγηση ή αιτιολογία για την μη παρουσία στο Δικαστήριο του προσώπου που προέβη, κατά περίπτωση, στην αρχική δήλωση, οπότε, σε εφαρμογή του άρθρου 27
(3)του περί Αποδείξεως Νόμου δεν είμαι διατεθειμένος να προσδώσω καθόλου βαρύτητα στο συγκεκριμένο μέρος της μαρτυρίας. Ειδικότερα: Αρχίζοντας από τον πατέρα των εναγόντων Ανδρέα Αχτάρ (Μ.Ε.1), στην κυρίως εξέταση ισχυρίστηκε ότι ο ενάγοντας 1 έχει σπουδάσει διοίκηση επιχειρήσεων στην Αγγλία με αριστεία. Ωστόσο, αντεξεταζόμενος παραδέχθηκε ότι σύμφωνα με το περιεχόμενο του τεκμηρίου 1, η βαθμολογία του ενάγοντα 1 είναι καλώς και όχι άριστα. Αυτή είναι και η πρώτη αντίφαση στην οποία υπέπεσε στην προσπάθειά του να με εντυπωσιάσει και για το ψηλό, υποτίθεται, επίπεδο ακαδημαϊκής μόρφωσης του ενάγοντα - υιού του. Στην κυρίως εξέταση και πάλιν ισχυρίστηκε ότι ενώ ήταν στη φυλακή με τους ενάγοντες πήγε η γυναίκα του να τους δει και τους είπε για τα επίδικα δημοσιεύματα (τεκμήρια 5 και 6) πως είδε πρωτοσέλιδα τη φράση «notorious drug dealer», που σημαίνει πολύ διάσημοι όπως ανάφερε. Σοκαρίστηκαν και οι τρεις και της ζήτησαν την επόμενη φορά να τους φέρει την εφημερίδα. Μολονότι επανέλαβε την ίδια φράση αρκετές φορές, η αλήθεια είναι πως δεν υπάρχει τέτοια φράση στα επίδικα δημοσιεύματα, αλλά η φράση «the notorious drug - running Akhtar brothers». Αν και, όπως θα διαφανεί στο κατάλληλο στάδιο, το νόημα των δύο φράσεων είναι περίπου το ίδιο, εντούτοις, το γεγονός ότι ο μάρτυρας ισχυρίστηκε και επέμενε ότι στα επίδικα δημοσιεύματα περιλαμβάνεται η φράση που ανάφερε («notorious drug dealer») αποτελεί ακόμη μία αντίφαση, η οποία καταγράφεται. Και πάλιν στην κυρίως εξέταση απαντώντας σε σχετική ερώτηση του δικηγόρου των εναγόντων, ουσιαστικά συμφώνησε με το περιεχόμενο των επίδικων δημοσιευμάτων, στο βαθμό που με αυτό, οι ενάγοντες φέρονται να υποκίνησαν εξέγερση στις κεντρικές φυλακές στον ουσιώδη χρόνο. Καθώς έχει αναφέρει είναι αλήθεια αυτό, το οποίο απέδωσε στο γεγονός, ότι, αν και ήταν χειμώνας, δεν τους έδιναν ζεστό νερό. Το γεγονός, ότι, βασικά, καθοδηγούμενος από το δικηγόρο των εναγόντων, στη συνέχεια αναίρεσε την εν λόγω παραδοχή, αναδεικνύει απλώς ακόμη μία αντίφαση στην οποία υπέπεσε και μάλιστα κεφαλαιώδους σημασίας για την ουσία της υπόθεσης των εναγόντων, αν αναλογιστεί κανείς, ότι, με την αγωγή τους ισχυρίζονται ότι τα επίδικα δημοσιεύματα είναι δυσφημιστικά γι' αυτούς, επειδή, μεταξύ άλλων, με αυτά φέρονται να υποκινούν εξεγέρσεις στις φυλακές. Ερωτηθείς από τον κ. Σαουρή, εάν υπάρχουν κι άλλοι γιατροί στην οικογένειά του εκτός από τον ίδιο, «Ο πατέρας μου, ο θείος μου, όλη η οικογένειά μου είναι γιατροί.» απάντησε. «Σε ποιες χώρες έχεις συγγενείς;» ήταν η επόμενη ερώτηση που του υποβλήθηκε. «Αγγλία, Αμερική. Όλοι είναι γιατροί, δικηγόροι, δικαστές, βιομήχανοι.» ήταν η απάντησή του. Η νέα αντίφαση στην οποία υπέπεσε είναι ολοφάνερη. Ερωτηθείς και πάλιν από τον κ. Σαουρή, εάν οι συγγενείς του έμαθαν τίποτε σχετικό (σε σχέση με το περιεχόμενο των επίδικων δημοσιευμάτων, όπως αντιλαμβάνομαι ήθελε να πει ο κ. Σαουρής) απάντησε ως εξής: «Ναι έμαθαν από την ιστοσελίδα και όλοι επειδή ήμασταν φυλακή παίρναν τη γυναίκα μου τζιαί ρωτούσαν την.» «Τι τη ρωτούσαν;» ήταν η επόμενη ερώτηση. «Ρωτούσαν αν πράγματι οι γιούες μου ήταν έμποροι ναρκωτικών.» ήταν μέρος της απάντησής του. Δεδομένου ότι οι εναγόμενοι αρνούνται τον ισχυρισμό των εναγόντων ότι τα επίδικα δημοσιεύματα δημοσιεύτηκαν και στο διαδίκτυο, σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι η αγωγή αφορά σε δυσφήμιση, ο ισχυρισμός του μάρτυρα ότι οι συγγενείς του έμαθαν από την ιστοσελίδα για τα επίδικα δημοσιεύματα παρέμεινε έωλος, επομένως υπέχει μηδενικής αποδεικτικής αξίας. Μόνο σε περίπτωση που τίθεντο ενώπιόν μου τα επίδικα δημοσιεύματα, εννοείται, ως είχαν δημοσιευθεί στο διαδίκτυο θα είχε έρεισμα ο επί του προκειμένου ισχυρισμός του μάρτυρα και οτιδήποτε άλλο ανάφερε απόρροια αυτού. Για παράδειγμα, με μόνο λόγο ότι δεν έχουν τεθεί ενώπιόν μου τα εν λόγω δημοσιεύματα, αποδεδειγμένα, δημοσιευμένα στο διαδίκτυο, συν τοις άλλοις, για να μπορώ να ελέγξω το περιεχόμενό τους, προφανώς, ούτε τον ισχυρισμό του μάρτυρα ότι οι συγγενείς του ένιωθαν απαίσια και έλεγαν πως δεν μπορούσαν να πιστέψουν ότι τα παιδιά του αδελφού τους έγιναν «έτσι drug dealer» μπορώ να δεχθώ, ιδιαίτερα, αν ληφθεί υπόψη, ότι (για να επαναλάβω), πουθενά στα επίδικα δημοσιεύματα υπάρχει η φράση «drug dealer». Ερωτηθείς - πάντοτε από τον κ. Σαουρή - ποια συναισθήματα είχαν όταν διάβασαν τις επίδικες εφημερίδες ισχυρίστηκε ότι είχαν σαν ψυχολογικό σοκ, ένιωθαν πολύ απαίσια και είχαν πολύ ψυχολογική κατάπτωση. Ερωτηθείς ειδικά για τους ενάγοντες, πώς ένιωσαν μετά τα επίδικα δημοσιεύματα, μεταξύ άλλων ισχυρίστηκε πως ήταν χάλια και πολύ άσχημη η κατάστασή τους. Αν ληφθεί υπόψη, ότι, προηγουμένως, απαντώντας σε άλλη ερώτηση του κ. Σαουρή ισχυρίστηκε πως όταν πήγε η σύζυγός του στη φυλακή και τους είπε ότι η εφημερίδα των εναγόμενων έγραφε για τους ενάγοντες πρωτοσέλιδα «notorious drug dealer» θεωρώ ότι εάν έλεγε την αλήθεια σε σχέση με το πώς ένοιωθαν οι ενάγοντες, συνεπεία του περιεχομένου των επίδικων δημοσιευμάτων, το ελάχιστον που θα έπρεπε να είχαν κάνει αυτοί ήταν να παρουσιαστούν στο Δικαστήριο και να δώσουν μαρτυρία για την υπόθεσή τους, κάτι που για καθόλου πειστικό λόγο δεν έχουν κάνει. Εν πάση περιπτώσει, γενικά, η παράλειψή τους να δώσουν μαρτυρία κατά την ακρόαση της υπόθεσης, ιδιαίτερα όμως αναφορικά με τα κατ' ισχυρισμό των γονέων τους συναισθήματά τους, απότοκο των επίδικων δημοσιευμάτων, θα με απασχολήσει και αργότερα και συγκεκριμένα κατά την εξέταση της νομικής πτυχής της υπόθεσης. Ο ισχυρισμός του ότι ο κόσμος τους είχε πολύ ψηλά, δηλαδή τον ίδιο και τους ενάγοντες - υιούς του, για την καταδίκη τους σε σχέση με τα ιδιαίτερα σοβαρά αδικήματα που διέπραξαν σε βάρος των αστυνομικών (όπως προκύπτει και από την απόφαση του εφετείου - τεκμήριο 4 - ) λαμβανομένων υπόψη τόσο των ποινών που τους επιβλήθηκαν όσο και των τραυματισμών που προκάλεσαν στους αστυνομικούς αντανακλά και την περιφρόνησή του προς τις δικαστικές αποφάσεις και γενικά τη δικαιοσύνη από την οποία τώρα ζητά έννομη προστασία για τα παιδιά του καθώς και την πλήρη έλλειψη μεταμέλειας, τουλάχιστον εκ μέρους του που προέβαλε το συγκεκριμένο ισχυρισμό, για την εγκληματική συμπεριφορά που εκδήλωσε η οποία οδήγησε στην καταδίκη του, σε βαριά, θα έλεγα, ποινή φυλάκισης (δύο χρόνια, η οποία μειώθηκε κατ' έφεση σε 18 μήνες). Στην κυρίως εξέταση και πάλιν ισχυρίστηκε ότι οι ενάγοντες έχουν σχολή πολεμικών τεχνών και δίνουν μαθήματα οι ίδιοι. Απαντώντας σε κάποια άλλη ερώτηση ισχυρίστηκε ότι οι ενάγοντες - εννοείται όταν έδινε μαρτυρία ό ίδιος - έλειπαν στο εξωτερικό για αγώνες. Αντεξεταζόμενος ωστόσο, ισχυρίστηκε ότι οι ενάγοντες βρίσκονται στο εξωτερικό σε αγώνες και σεμινάρια. Λίγο αργότερα απαντώντας στην υποβολή ότι οι ενάγοντες καταζητούνται από την Αστυνομία για σκοπούς διευκόλυνσης των ανακρίσεων, συναφώς με τη διάπραξη αδικημάτων που του αναφέρθηκαν και δεν είναι σε αγώνες στο εξωτερικό, μεταξύ άλλων ισχυρίστηκε ότι πήγαν Βραζιλία για σεμινάρια. Το μέγεθος των νέων αντιφάσεων στις οποίες υπέπεσε είναι εμφανές. Η εφημερίδα «η σημερινή» με πρωτοσέλιδο δημοσίευμά της, ημερομηνίας 9.8.2007, σε σχέση με τους ενάγοντες (τεκμήριο 10), κάτω από τον πηχυαίο τίτλο «Χειρόγραφη επιστολή τους προς τη «Σημερινή» ΠΑΡΑΔΙΔΟΝΤΑΙ υπό προϋποθέσεις οι αδελφοί Αχτάρ», μεταξύ άλλων αποκαλεί αυτούς ως τους υπ' αριθμό ένα εκείνη τη στιγμή καταζητούμενους στην Κύπρο, οι οποίοι κατηγορούνταν ότι επιτέθηκαν και τραυμάτισαν με σπαθιά τέσσερις αστυνομικούς, την ώρα που διενεργούσαν έρευνα στο σπίτι τους για εντοπισμό ναρκωτικών και εκρηκτικών. Ο σκοπός της αστυνομικής έρευνας επαναλαμβάνεται και στη σελίδα 5 της ίδιας εφημερίδας, όπου το σχετικό δημοσίευμα συνεχίζεται σε μεγαλύτερη έκταση και ολοκληρώνεται. Μάλιστα και στις δύο σελίδες δημοσιεύεται και η φωτογραφία των εναγόντων. Η ίδια εφημερίδα επανήλθε στο ίδιο θέμα και στην Κυριακάτικη έκδοσή της, ημερομηνίας 12.8.2007 (τεκμήριο 11), όπου προέβη σε ανάλογες αναφορές για τους ενάγοντες, των οποίων δημοσιεύεται και πάλιν η φωτογραφία. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι οι συγγενείς του στο εξωτερικό διάβασαν τα παραπάνω δημοσιεύματα μέσω διαδικτύου. Όταν όμως του υποβλήθηκε ότι εφόσον τα διάβασαν και ρωτούσαν, δεν μπορεί να σοκαρίστηκαν όταν διάβασαν τα επίδικα, με τα οποία γινόταν αναφορά στους ενάγοντες και σε ναρκωτικά, αφού δεν ήταν η πρώτη φορά που γινόταν τέτοια αναφορά για αυτούς, ο μάρτυρας αντιλαμβανόμενος το νόημα της υποβολής και πόσο παράλογος ήταν ο ισχυρισμός του ότι οι συγγενείς τους στο εξωτερικό σοκαρίστηκαν όταν διάβασαν τα επίδικα δημοσιεύματα, με την απάντησή του στην υποβολή που του έγινε, βασικά αναίρεσε τη θέση του ότι οι συγγενείς του στο εξωτερικό διάβασαν τα δημοσιεύματα του 2007 (τεκμήρια 10 και 11) μέσω διαδικτύου. «Δεν ξέρω τι διάβασαν και τι όχι. Εγώ μιλώ για τα επίδικα δημοσιεύματα.» ήταν περίπου η απάντησή του. Το μέγεθος της νέας αντίφασης στην οποία υπέπεσε είναι ολοφάνερο. Το απόσπασμα που ακολουθεί από την αντεξέτασή του αποκαλύπτει και την κατ' ισχυρισμό τόσο του ιδίου όσο και των εναγόντων ζημιά που υπέστησαν οι τελευταίοι, συνεπεία των επίδικων δημοσιευμάτων: «Ε. Σας υποβάλλω ότι δεν υπέστησαν οποιαδήποτε ζημιά στη φήμη τους από τα επίδικα δημοσιεύματα οι ενάγοντες. Α. Η πρώτη μεγάλη ζημιά ήταν δική μου, που μόλις βγήκα έξω από τη φυλακή που εταιρεία που εργαζόμουν δεν με δέχτηκαν πίσω. Δ: Ναι, όμως θέλω να απαντήσετε σε αυτό που σας είπε, επειδή, προφανώς δεν ενάγετε εσείς, αλλά τα παιδιά σας. Α. Είμαι ο Ανδρέας Αχτάρ. Αχτάρ είναι μαζί μου, από μένα πήραν τα παιδιά μου και μέχρι σήμερα δεν βρίσκω δουλειά. Παγκύπρια είμαι γνωστός με τους γιατρούς, φαρμακοποιούς «α.. είσαι ο Αχτάρ, πατέρας του Γιώργου και Ηλία Αχτάρ;» Έχω πάρα πολλή ζημιά.» Ο ίδιος λοιπόν ζημίωσε συνεπεία των επίδικων δημοσιευμάτων και ασφαλώς, ο γενικός και αόριστος ισχυρισμός του στο στάδιο της επανεξέτασης ότι επηρεάστηκαν και τα παιδία του από τα εν λόγω δημοσιεύματα, που αποτελεί σαφώς απόρροια καθοδηγητικής ερώτησης που του είχε υποβληθεί δεν αναιρεί την αρχική του θέση ότι ο ίδιος είναι που επηρεάστηκε από τα εν λόγω δημοσιεύματα. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ προκειμένου να αναδείξω το μέγεθος της αναξιοπιστίας του ως μάρτυρα, σε βαθμό που απορρίπτω τη μαρτυρία του, στην έκταση που τα όσα ανάφερε δεν αποδεικνύονται από άλλη αξιόπιστη μαρτυρία. Η κρίση μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία της μητέρας των εναγόντων, Λευκής Αχτάρ (Μ.Ε.2), δεν είναι διαφορετική εκείνης του συζύγου της που είναι ο προηγούμενος μάρτυρας. Είμαι βέβαιος, ότι η μαρτυρία και των δύο για πλείστα όσα ανάφεραν αποτελεί προϊόν συνεννόησης μεταξύ τους, στην προσπάθειά τους να βοηθήσουν τα παιδιά τους να πετύχουν στην αγωγή τους. Απ' όσα ακολουθούν θεωρώ ότι τεκμηριώνονται επαρκώς οι παραπάνω διαπιστώσεις μου. Ειδικότερα: Στην κυρίως εξέταση κι αυτή ερωτηθείσα εάν στις 8.
- έμαθε οτιδήποτε σχετικά με το πρώτο επίδικο δημοσίευμα (τεκμήριο 5) απάντησε ως εξής: «Με πήρε μία φίλη μου τζιαι με έπαιρναν τζιαι οι συγγενείς του συζύγου μου που το έμαθαν από την ιστοσελίδα, μία φίλη μου και άγνωστοι που διαβάζουν, όσοι διαβάζουν εφημερίδα.» Όπως είπε απαντώντας σε διάφορες ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν στη συνέχεια, όλοι αυτοί, της είπαν πως δεν πίστευαν ότι οι ενάγοντες «έτσι καλά παιδιά, μορφωμένοι με ψηλό επίπεδο που έχουν τόσους καλούς φίλους γνωστούς, εννοώ έκαμε καλό επίπεδο η οικογένειά μας, καλό όνομα» είναι έμποροι ναρκωτικών και η ίδια έπαθε ψυχολογικό σοκ. Το μέγεθος της υπερβολής που αναδύεται από τους παραπάνω ισχυρισμούς της αναδεικνύει και την έκταση του ψευδών τα οποία είπε. Καταρχήν, οι λόγοι για τους οποίου δε δέχομαι ότι τα επίδικα δημοσιεύματα δημοσιεύτηκαν και στο διαδίκτυο έχουν αναφερθεί στο πλαίσιο αξιολόγησης της μαρτυρίας του προηγούμενου μάρτυρα, επομένως, δεν προτίθεμαι να τους επαναλάβω. Απ' εκεί και πέρα παρατηρώ τα εξής: Μια πρώτη παρατήρηση είναι ότι και στα δύο επίδικα δημοσιεύματα, που έχουν βασικό θέμα τις αναταραχές στις κεντρικές φυλακές, μόνο μία φράση, αποτελούμενη από μόλις τρεις λέξεις συνδέει τους ενάγοντες με ναρκωτικά, οπότε δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι τόσοι πολλοί αισθάνθηκαν την ανάγκη να επικοινωνήσουν με τη μάρτυρα για να της πουν όσα ανάφερε, ιδιαίτερα, αν ληφθεί υπόψη ότι οι ενάγοντες, σύμφωνα και με τα δύο δημοσιεύματα, στον ουσιώδη χρόνο βρίσκονταν στη φυλακή εκτίοντας ποινή φυλάκισης. Έπειτα (και αυτό αντανακλά όχι μόνο το πόσο παράλογοι και υπερβολικοί είναι οι παραπάνω ισχυρισμοί της μάρτυρος, αλλά και ψευδείς) διερωτώμαι πόσο πιστευτός είναι ο ισχυρισμός της ότι την έπαιρναν και της έλεγαν όλα τα παραπάνω, όχι απλώς όσοι διαβάζουν εφημερίδα, αλλά και άγνωστοι που διαβάζουν εφημερίδα. Και αφού την έπαιρναν και άγνωστοι που διαβάζουν εφημερίδα, πώς ήξεραν ότι οι ενάγοντες ήταν έτσι καλά παιδιά, είτε ακόμη παιδιά της, μορφωμένοι με ψηλό επίπεδο και το ίδιο η οικογένειά τους και γενικά οτιδήποτε άλλο ισχυρίστηκε ότι της είπαν όλοι όσοι την έπαιρναν για να της πουν ότι δεν πιστεύουν ότι οι ενάγοντες είναι έμποροι ναρκωτικών; Ακολούθως έχοντας υπόψη ότι αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι η κυκλοφορία της εφημερίδας που περιέχει τα επίδικα δημοσιεύματα, στον ουσιώδη χρόνο κυμαινόταν περί τα 3.000 αντίτυπα, να υποθέσω πως, ισχυριζόμενη η μάρτυρας ότι την έπαιρναν όσοι διαβάζουν εφημερίδα και της έλεγαν τα παραπάνω, εννοούσε ότι περίπου αυτός είναι ο αριθμός τους; Δηλαδή, 3.000; Το πόσο εξωπραγματικοί είναι οι επί του προκειμένου ισχυρισμοί της μάρτυρος είναι ολοφάνερο. Και όχι μόνο. Έρχονται σε αντίθεση και με όσα είπε απαντώντας στην ερώτηση του ευπαίδευτου δικηγόρου των εναγόντων, εάν τότε που έγιναν τα δημοσιεύματα ήρθε σε επαφή με άλλο κόσμο, εκτός από τους συγγενείς και τη φιλενάδα της. Ακολουθεί η απάντησή της: «Κοίταξε, όσοι μας ήξεραν, φίλοι, γνωστοί, συγγενείς, πολύς κόσμος που μας γνώριζε, ήμασταν και μες το κέντρο όπως σας ανάφερα και η δουλειά του που πήγαινε Παγκύπρια, δεν πίστευαν έτσι πράγμα, αλλά για κάποιους άγνωστους σε ένα χωριό που μπορεί να διαβάζουν κάτι τέτοιο που δεν μας γνώριζαν, να σχημάτιζαν άσχημη γνώμη, μπορεί τούτη η οικογένεια να εν του υπόκοσμου εκεί στιγματίζετουν κάπου το όνομά μας.» Εκτός του ότι δεν επανέλαβε τον ισχυρισμό της ότι την έπαιρναν όσοι διαβάζουν εφημερίδα, μεταξύ τους και άγνωστοι, για τους τελευταίους, υποθέτει απλώς ότι μπορεί να σχημάτιζαν άσχημη γνώμη για την οικογένειά τους, ενώ τέλος, ο σύζυγός της, που αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών, ότι κατά το χρόνο δημοσίευσης των επίδικων δημοσιευμάτων εξέτιε ποινή φυλάκιση στις κεντρικές φυλακές, εξ αντικειμένου ήταν αδύνατο να πήγαινε Παγκύπρια, λόγω της δουλειάς του. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ, για να διαφανεί το μέγεθος της αναξιοπιστίας και αυτής ως μάρτυρος. Υπεισέρχομαι τώρα και σε μέρος όσων ανάφερε ο εναγόμενος 1 προκειμένου να διαφανούν οι λόγοι για τους οποίους ούτε και γι' αυτού είναι θετική η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του ως μάρτυρα. Ο εναγόμενος, για σκοπούς κυρίως εξέτασης υιοθέτησε το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης που ετοίμασε (τεκμήριο 20). Οι κύριες θέσεις και ισχυρισμοί που προβάλλει με αυτή είναι οι ακόλουθοι: Είναι ο διευθυντής των εναγόμενων 2 και δεόντως εξουσιοδοτημένος από αυτούς να προβεί στη γραπτή δήλωση, στην οποία αναφέρεται σε γεγονότα για τα οποία έχει προσωπική γνώση και σε έγγραφα τα οποία έχει στην κατοχή του. Οι δημοσιογράφοι που εργάζονταν στους εναγόμενους 2 σύνταξαν τα επίδικα δημοσιεύματα και οι τελευταίοι τα δημοσίευσαν αναφορικά με γεγονότα που έλαβαν χώρα στις κεντρικές φυλακές, τα οποία απασχόλησαν την κοινή γνώμη και αποτέλεσαν κεντρική είδηση στα έντυπα και τηλεοπτικά μέσα πληροφόρησης. Η πληροφόρηση που είχε η δημοσιογράφος από αστυνομικές πηγές, σε σχέση με το πρώτο επίδικο δημοσίευμα (ημερομηνίας 8.1.2007) μεταξύ άλλων ήταν ότι: - Σημειώθηκε εξέγερση στις κεντρικές φυλακές το απόγευμα της 7ης 1.2009 στην πτέρυγα 1Β, - Στο χώρο έσπευσε ο τότε Υπουργός Δικαιοσύνης, ο τότε Γενικός Διευθυντής του υπουργείου και μέλη της ΜΜΑΔ, - Το συμβάν διήρκησε 6 ώρες μέχρις ότου οι αρχές κατέληξαν σε συμφωνία με τους καταδίκους, - Πίσω από την εξέγερση βρίσκονταν οι ενάγοντες οι οποίοι είχαν επιτεθεί σε 60 χρονο άραβα, επίσης κρατούμενο, - Όταν δεσμοφύλακες προσπάθησαν να σταματήσουν την επίθεση και να οδηγήσουν τους ενάγοντες στην απομόνωση, άλλοι ελληνοκύπριοι κρατούμενοι συνέπραξαν με τους ενάγοντες στο σπρώξιμο των δεσμοφυλάκων έξω από την πτέρυγα και γύρω στους 100 κρατούμενους χρησιμοποίησαν τα κρεβάτια τους για να τους φράξουν την είσοδο της πτέρυγας, - Οι Αρχές προσπαθούσαν να επανακτήσουν τον έλεγχο και την είσοδο στην πτέρυγα 1Β παρά το γεγονός ότι οι τότε κεντρικές φυλακές είχαν μείνει χωρίς διευθυντή, εφόσον ο τότε διευθυντής είχε τεθεί σε διαθεσιμότητα εκκρεμούντος του θέματος της απόδρασης του Αντώνη Κίτα από κλινική της Λευκωσίας. Αναφορικά με το πρώτο δημοσίευμα, προστίθεται, ενόψει της πληροφόρησης που είχε η δημοσιογράφος από αξιόπιστες αστυνομικές πηγές, έντιμα πίστεψε ότι τα γεγονότα που είχε πληροφορηθεί είναι ορθά και αληθή και τα περιέλαβε στο εν λόγω δημοσίευμα που σύνταξε και δημοσιεύθηκε από τους εναγόμενους 2, στις 8.1.2009, ακριβώς όπως τα είχε εξακριβώσει από τις προαναφερθείσες αξιόπιστες πηγές. Συγκεκριμένα, πίστεψε και κατέγραψε έναν γεγονός, ως ακριβώς είχε η πραγματικότητα, ότι δηλαδή, αιτία της εξέγερσης στις φυλακές ήταν και πρωταγωνιστικό ρόλο διαδραμάτισαν οι ενάγοντες. Τα γεγονότα τα οποία κατέγραψε η δημοσιογράφος στο πρώτο επίδικο δημοσίευμα, τα είχαν πληροφορηθεί και διασταυρώσει και κατέληξαν στο ίδιο συμπέρασμα, ως προς το τι έλαβε χώρα κατά την εξέγερση στις φυλακές και συνάδελφοί της από άλλες εφημερίδες (βλ. τα τεκμήρια 18, 21, 22 και 23 τα σχετικά δημοσιεύματα). Η δημοσιογράφος που σύνταξε το δεύτερο επίδικο δημοσίευμα, ημερομηνίας 9.1.2009, το σύνταξε: - Στη βάση των πληροφοριών που είχε η δημοσιογράφος που σύνταξε το πρώτο και, - στη βάση περαιτέρω πληροφόρησης από αστυνομικές πηγές, αναφορικά με το τι είχε λάβει χώρα στις 8.1.2009, ότι δηλαδή, μετά την κατάσταση συναγερμού στην οποία βρέθηκαν οι κεντρικές φυλακές το απόγευμα της 7ης 1.2009 υπήρξε επεισόδιο την επομένη, δηλαδή, το πρωί της 8ης 1.2009, από μητέρες 2 κρατούμενων οι οποίες έφραξαν την είσοδο των φυλακών, μέχρις ότου δοθεί εξήγηση για το γεγονός ότι είχαν ακυρωθεί όλες οι επισκέψεις για μια - δυο μέρες, για σκοπούς ασφάλειας, συνεπεία της εξέγερσης της 7ης 1.
- Η δημοσιογράφος που σύνταξε το πρώτο δημοσίευμα, στη βάση πληροφοριών που είχε προέβη σε έντιμο και εύλογο υπό τις περιστάσεις σχόλιο, ως καταγραφή γεγονότος, ότι οι ενάγοντες προκάλεσαν την έναρξη της εξέγερσης στις κεντρικές φυλακές καθώς και ότι βρίσκονταν πίσω από την αρχική εξέγερση, σχόλια στα οποία προέβησαν και άλλοι δημοσιογράφοι κατά την περιγραφή της σχετικής εξέγερσης. Δεν είχε κίνητρο ή σκοπό να πλήξει τη φήμη των εναγόντων ή να τους προκαλέσει οποιαδήποτε ζημιά. Αναφορικά με το ποιοι ήταν οι ενάγοντες είχε διασταυρωμένες αστυνομικές πηγές πληροφόρησης (οι οποίες εκτίθενται αναλυτικά) ότι αυτοί ήταν δύο αδέλφια που είχαν απασχολήσει την Αστυνομία, μεταξύ άλλων, αναφορικά και με ενδεχόμενη κατοχή ναρκωτικών και εξέτιαν ποινή φυλάκισης για ξυλοδαρμό μελών της αστυνομικής δύναμης. Με άλλα λόγια, οι συντάκτριες των επίδικων δημοσιευμάτων, στα πλαίσια των βάσιμων και καλά διασταυρωμένων πληροφοριών της δημοσιογράφου που σύνταξε το πρώτο δημοσίευμα, κατά τη συγγραφή των επίδικων δημοσιευμάτων πίστευαν ειλικρινά και έντιμα ότι οι ενάγοντες περί τα μέσα του 2007 ήταν ύποπτοι και συνεπώς αναμεμειγμένοι με διερεύνηση για κατοχή ναρκωτικών και από το γεγονός αυτό πηγάζει η καταδίκη τους για ξυλοδαρμό. Από αυτά απορρέει και η χρήση από τις δημοσιογράφους στα επίδικα δημοσιεύματα της φράσης «drug - running», η οποία αποτελεί ιδίωμα και το νόημα το οποίο οι εν λόγω δημοσιογράφοι έντιμα και καλόπιστα ήθελαν να μεταδώσουν, αποδώσουν και το οποίο εννοούσαν ήταν «οι οποίοι είχαν τρεχάματα/φασρίες με ναρκωτικά». Αναφορικά με τη λέξη «notorious», που οι ενάγοντες μεταφράζουν στα ελληνικά με τη λέξη «περιβόητοι», είναι ευρέως γνωστό ότι αυτοί είναι περιβόητοι, εφόσον αποτελούσαν τους υπ' αριθμό 1 καταζητούμενους για σχεδόν ένα χρόνο, πρωτοσέλιδο και πρώτη είδηση από το 2007, ουκ ολίγες φορές, κάτι που επιμαρτυρείται από τα δημοσιεύματα (τεκμήρια 8 μέχρι 18). Συνεπώς, η χρήση της λέξης «notorious» αποτελεί αληθή και ακριβή καταγραφή ενός γεγονότος, δηλαδή ότι οι ενάγοντες είναι περιβόητοι, εφόσον σε σύγκριση με το μέσο όρο των υπολοίπων κατοίκων της χώρας μας, εξαιρουμένων πολιτικών και άλλων αξιωματούχων, έχουν απασχολήσει πολύ συχνά τα έντυπα και τηλεοπτικά μέσα ενημέρωσης, κατά την καταγραφή και αναμετάδοση γεγονότων δημοσίου συμφέροντος. Η ερμηνεία των επίδικων δημοσιευμάτων ως προς τη φράση «notorious drug - running » αποτελούσε για τις δημοσιογράφους και τους εναγόμενους 2, έντιμη και ειλικρινή καταγραφή του πραγματικού γεγονότος ότι από τρέξιμο/φασαρίες/εμπλοκή με υπόθεση διερεύνησης ναρκωτικών, οι ενάγοντες ήταν περιβόητοι. Καμιά σύνδεση με εμπορία ναρκωτικών τους αποδίδεται με τη συγκεκριμένη φράση και καμιά ερμηνεία περί καταδίκης τους σε αδικήματα που αφορούν ναρκωτικά μπορεί να εξαχθεί από αυτή τη φράση, παρά μόνο ότι από το τρέξιμο/φασαρίες/εμπλοκή με υπόθεση διερεύνησης κατοχής ναρκωτικών ήταν περιβόητοι και επομένως το σχόλιο των δημοσιογράφων είναι δίκαιο, έντιμο και εύλογο υπό τις περιστάσεις. Μετά τη δημοσίευση των επίδικων δημοσιευμάτων, οι ενάγοντες επικοινώνησαν μαζί του και με τους εναγόμενους 2, μέσω του δικηγόρου τους, δήλωσαν ότι θεωρούν δυσφήμηση το πρώτο επίδικο δημοσίευμα και του ζήτησαν το ποσό των €20.000,00, πλέον €2.000,00 για σκοπούς εξώδικης διευθέτησης. Ουδέποτε ζήτησαν οποιασδήποτε μορφής απολογία για αποκατάσταση της αλήθειας, όπως οι ίδιοι την ισχυρίζονται, του ονόματος ή της φήμης τους. Επίσης, από το αδιαμφισβήτητο γεγονός της καταδίκης τους, μεταξύ άλλων και για πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης σε μέλη της αστυνομικής δύναμης, του ανθρωποκυνηγητού που είχε εξαπλωθεί για εντοπισμό τους περί το 2007, αλλά και πρόσφατα έχουν εξόφθαλμα κακή φήμη και έχουν εκθέσει εαυτούς σε σχέση με το χαρακτήρα, τη δράση, την παραβατική τους συμπεριφορά, τις ασχολίες τους και τη συνεργασία τους με τις αρμόδιες Αρχές. Είναι συνεπώς αντιφατικό και αδικαιολόγητο να επικαλούνται ζημιά ή οποιαδήποτε βλάβη στη φήμη ή στο πρόσωπό τους αναφορικά με τα επίδικα δημοσιεύματα που κάνουν αναφορά γύρω από τη συμβολή τους σε μία από τις μεγαλύτερες εξεγέρσεις των κεντρικών φυλακών και στο ότι έγιναν διαβόητοι από τα τρεχάματα/μπλέξιμο/φασαρίες τους με τη διερεύνηση εναντίον τους για κατοχή ναρκωτικών. Τα επίδικα δημοσιεύματα αποτελούν καταγραφή των γεγονότων, ως είχαν διαδραματιστεί στον ουσιώδη χρόνο και τα οποία οι δημοσιογράφοι είχαν διασταυρώσει από έμπιστες αστυνομικές πηγές. Αυτά δε αποτελούν έντιμη και δίκαιη περιγραφή των σχετικών γεγονότων κατά την εκτέλεση του καθήκοντος των δημοσιογράφων για ενημέρωση του κοινού, σε σχέση με θέματα δημοσίου συμφέροντος. Ας δούμε τώρα και τι ανάφερε αντεξεταζόμενος ο εναγόμενος. Ειδικότερα: Καταρχήν, έστω έμμεσα, βασικά συμφώνησε ότι τα διάφορα δημοσιεύματα άλλων εφημερίδων που παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο από τον ίδιο, τα οποία αναφέρονταν στο ίδιο θέμα που αναφέρονταν και τα επίδικα δημοσιεύματα, δηλαδή στην εξέγερση που έγινε στις κεντρικές φυλακές, δεν τα είχαν διαβάσει οι δημοσιογράφοι που σύνταξαν τα δύο επίδικα. Αυτό, με απλά λόγια σημαίνει πως, το γεγονός ότι προέβησαν σε ανάλογα δημοσιεύματα με τα επίδικα και άλλα μέσα ενημέρωσης δεν μπορεί να προβάλλεται άνευ άλλου ως επιχείρημα εκ μέρους του εναγόμενου και για τη δημοσίευση των επίδικων. Εξάλλου, σε περίπτωση που κριθούν δυσφημιστικά τα επίδικα δημοσιεύματα, ακόμη κι αν ήθελε κριθεί ότι αυτά αποτελούν επανάληψη άλλων δημοσιευμάτων, προερχόμενων από άλλα μέσα ενημέρωσης, η ευθύνη που θα υπέχουν οι εναγόμενοι για τα δικά τους δυσφημιστικά δημοσιεύματα δε θα είναι μικρότερη, με μόνο λόγο ότι αποτελούν επανάληψη άλλων δημοσιευμάτων (άρθρο 17
(2)(α) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου). Κληθείς να πει τι εννοεί με την παραπομπή στις αστυνομικές πηγές, ως βάση πληροφόρησης που είχαν οι δημοσιογράφοι που σύνταξαν τα επίδικα δημοσιεύματα ισχυρίστηκε ότι το κάθε μέσο έχει διάφορες πηγές στην Αστυνομία από την οποία αντλεί πληροφόρηση για τα γεγονότα. Απαντώντας στην επόμενη ερώτηση που του υποβλήθηκε συμφώνησε ότι οι δημοσιογράφοι που δημοσίευσαν τα επίδικα δημοσιεύματα στηρίχθηκαν στις αστυνομικές πηγές και δεν ήξεραν τι θα γράψουν οι άλλες εφημερίδες. Ερωτηθείς στη συνέχεια εάν η δημοσιογράφος της εφημερίδας ήρθε σε επαφή με κάποιο από τους δεσμοφύλακες στις φυλακές, «Δεν μπορώ να σας πω ουσιαστικά.» απάντησε. Ακολούθως κλήθηκε από τον κ. Σαουρή να πει τι γνωρίζει (αν γνωρίζει) τι έκανε η δημοσιογράφος για να μάθει αν οι αστυνομικές πήγες έλεγαν την αλήθεια για όσα είχαν διαδραματιστεί στις κεντρικές φυλακές. Απάντησε ως εξής: «Πρέπει να μίλησε με τις πηγές της, τις οποίες εγώ δε γνωρίζω για να αναφέρω και πήρε την πληροφόρησή της. Λόγω του ότι στο παρελθόν ήταν αξιόπιστη η πληροφόρηση που λάμβανε από τις συγκεκριμένες πηγές δε θεώρησε ότι έπρεπε να τις διασταυρώσει από 2η και 3η πηγή.» Αυτή και μόνο η απάντηση του εναγόμενου, σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι είναι και ο μόνος που κατάθεσε για την υπόθεση και των εναγόμενων 2 εξουδετερώνει πλήρως τους ακόλουθους, μεταξύ άλλων, ισχυρισμούς του, τους οποίους προβάλλει στο πλαίσιο της γραπτής του δήλωσης: Αναφέρεται σε γεγονότα για τα οποία έχει προσωπική γνώση (παράγραφος 1 της δήλωσής του). Η πληροφόρηση που είχε η δημοσιογράφος που σύνταξε το πρώτο επίδικο δημοσίευμα, μεταξύ άλλων ήταν ότι πίσω από την εξέγερση που σημειώθηκε στις κεντρικές φυλακές βρίσκονταν οι ενάγοντες οι οποίοι είχαν επιτεθεί σε 60χρονο άραβα, επίσης κρατούμενο (παράγραφοι 3 και 4 της δήλωσής του). Η δημοσιογράφος που σύνταξε το πρώτο επίδικο δημοσίευμα, με αυτό κατέγραψε τα γεγονότα, ως ακριβώς είχαν στην πραγματικότητα, ακριβώς όπως τα είχε εξακριβώσει από τις αξιόπιστες αστυνομικές πηγές, πιστεύοντας έντιμα ότι τα γεγονότα είναι ορθά και αληθή. Συγκεκριμένα πίστεψε και κατέγραψε ότι αιτία της εξέγερσης στις φυλακές ήταν οι ενάγοντες οι οποίοι διαδραμάτισαν πρωταγωνιστικό ρόλο σ' αυτή (παράγραφος 5 της δήλωσής του). Η δημοσιογράφος που σύνταξε το δεύτερο επίδικο δημοσίευμα το σύνταξε στη βάση των πληροφοριών που είχε η δημοσιογράφος που σύνταξε το πρώτο επίδικο δημοσίευμα και στη βάση περαιτέρω πληροφόρησης από αστυνομικές πηγές, αναφορικά με το τι είχε λάβει χώρα στις κεντρικές φυλακές, στις 8.1.2009 (παράγραφος 8 της δήλωσής του). Η δημοσιογράφος που σύνταξε το πρώτο επίδικο δημοσίευμα στη βάση των διασταυρωμένων πληροφοριών που είχε προέβη σε έντιμο και εύλογο υπό τις περιστάσεις σχόλιο στον τίτλο, αλλά και στο περιεχόμενο του δημοσιεύματος (παράγραφος 9 της δήλωσής του). Είναι επομένως φανερή η έντιμη και ειλικρινής πρόθεση της εν λόγω δημοσιογράφου να εκτελέσει το καθήκον της, δηλαδή να προβεί σε καταγραφή των γεγονότων, ως είχαν και ακριβώς ως την πληροφόρησαν ότι έλαβαν χώρα, χωρίς οποιοδήποτε κίνητρο ή σκοπό να πλήξει τη φήμη των εναγόντων ή να τους προκαλέσει οποιαδήποτε ζημιά (παράγραφος 10 της δήλωσής του). Είναι σαφές, ότι, όλοι οι παραπάνω ισχυρισμοί και θέσεις του εναγόμενου, ελλείψει άλλης μαρτυρίας που να τους αποδεικνύει σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι δεν είναι παραδεκτοί από τους ενάγοντες, αποτελούν απλώς προϊόν υποθέσεων που έκανε ο εναγόμενος και όχι αναφορά σε γεγονότα, τα οποία, όπως αναληθώς αναφέρει στη γραπτή του δήλωση γνωρίζει προσωπικά, επομένως υπέχουν μηδενικής αποδεικτικής αξίας. Ο ισχυρισμός του ότι η δημοσιογράφος πρέπει να μίλησε με τις πηγές της, τις οποίες ο ίδιος δε γνωρίζει θεωρώ πως τεκμηριώνει πλήρως το συμπέρασμά μου ότι όλοι οι παραπάνω ισχυρισμοί του είναι αστήριχτοι, ως επίσης και ότι η αποδειχτική τους αξία είναι μηδενική. Ακόμη μία απόδειξη ότι ο εναγόμενος δεν έλεγε την αλήθεια, ισχυριζόμενος στη γραπτή του δήλωση ότι με αυτή αναφέρεται σε γεγονότα για τα οποία έχει προσωπική γνώση είναι και η ομολογία του πως, για ό, τι συνέβηκε στις κεντρικές φυλακές τη νύχτα της 7ης 1.2009 (που αποτέλεσε την αιτία για τη σύνταξη και δημοσίευση των επίδικων δημοσιευμάτων) γνωρίζει μόνο απ' ό, τι έχει διαβάσει στα μέσα. Η απάντησή του στην υποβολή ότι η εφημερίδα του στην οποία είναι διευθυντής ο ίδιος, χωρίς να ελέγξει την αλήθεια των επίδικων δημοσιευμάτων έγραψε ότι οι ενάγοντες ήταν διαβόητοι έμποροι ναρκωτικών και ότι ήταν υποκινητές αναταραχής μέσα στις φυλακές περικλείει μία σειρά από αντιφάσεις. Ακολουθεί η απάντησή του και ακολούθως οι αντιφάσεις στις οποίες υπέπεσε: «Την εξέτασε, υπήρχε πληροφόρηση, είχε πληροφόρηση η δημοσιογράφος.» Και τώρα οι αντιφάσεις: Καταρχήν, του υπενθυμίζω ότι στην ερώτηση τι έκανε η δημοσιογράφος για να μάθει αν οι αστυνομικές πηγές πληροφόρησής της, έλεγαν την αλήθεια για τα όσα διαδραματίστηκαν στις κεντρικές φυλακές, απάντησε ότι πρέπει να μίλησε με τις πηγές της, γεγονός που υποδηλώνει ξεκάθαρα πως δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει ο ίδιος, κατά πόσο μίλησε ή όχι η δημοσιογράφος, με τις ούτω καλούμενες πηγές. Είναι σαφές, ότι, υπόθεση είναι που έκανε επί του προκειμένου. Έπειτα, με την απάντησή του στην υποβολή που του έγινε, έστω έμμεσα παραδέχεται ότι με τα επίδικα δημοσιεύματα, οι ενάγοντες φέρονται να ήταν διαβόητοι έμποροι ναρκωτικών και τούτο, μολονότι ανάλωσε σημαντικό μέρος στη γραπτή του δήλωση προκειμένου να με πείσει πως δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Μολονότι η ευπαίδευτη δικηγόρος του, μέσω της επανεξέτασής του επιχείρησε να διασώσει την αξιοπιστία του, συναφώς με την κατ' ισχυρισμό του προσωπική γνώση που είχε για τα γεγονότα που αναφέρει στη γραπτή του δήλωση, η προσπάθειά της υπήρξε ανεπιτυχής. Αντίθετα, με όσα ανάφερε ο εναγόμενος εκτέθηκε ακόμη περισσότερο, ως αναξιόπιστος μάρτυρας. Συγκεκριμένα, η κα Κουκούνη, αφού του υπενθύμισε ότι με τη γραπτή του δήλωση, σε πολλές παραγράφους αναφέρει ότι τα γεγονότα που κατέγραψε η δημοσιογράφος για το πρώτο επίδικο δημοσίευμα, τα είχε πληροφορηθεί και τα είχε διασταυρώσει, ακολούθως το ρώτησε αν μπορεί να πει τις συγκεκριμένες πηγές. Όχι απάντησε επειδή οι πηγές προστατεύονται. Προφανώς ξέχασε την απάντησή του στην ερώτηση του κ. Σαουρή, εάν γνωρίζει τι έκανε η εν λόγω δημοσιογράφος για να μάθει εάν οι αστυνομικές πηγές πληροφόρησης που είχε έλεγαν την αλήθεια για όσα είχαν διαδραματιστεί μέσα στις κεντρικές φυλακές. Του την υπενθυμίζω: «Πρέπει να μίλησε με τις πηγές της, τις οποίες εγώ δε γνωρίζω.» Αυτός είναι λοιπόν ο λόγος που δεν μπορεί να κατονομάσει τις κατ' ισχυρισμό του πηγές. Επειδή δεν τις γνωρίζει και όχι γιατί προστατεύονται. Το μέγεθος της αντίφασης είναι ολοφάνερο. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Κατ' ακολουθία των παραπάνω διαπιστώσεών μου βρίσκω ότι τα ουσιαστικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο (πέραν όσων έχουν ήδη αναφερθεί, βασικά, ως αποτελούντα κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών) είναι τα εξής: Τα επίδικα δημοσιεύματα ημερομηνίας 8 και 9.1.2009 δημοσιεύθηκαν στην Κύπρο μόνο μέσω της εφημερίδας των εναγόμενων 2, ενώ δεν έχει αποδειχθεί ότι δημοσιεύθηκαν και μέσω της ιστοσελίδας τους στο διαδίκτυο. Ότι αναφέρονταν και στους ενάγοντες και μάλιστα ρητά, πέραν από την παραδοχή του εναγόμενου 1 ότι ισχύει αυτό απορρέει και από το περιεχόμενο των ίδιων των δημοσιευμάτων. Οι εν λόγω διαπιστώσεις μου επιλύουν τα δύο πρώτα επίδικα θέματα της υπόθεσης, όπως απαριθμούνται σε άλλο σημείο (πιο πάνω). Η απάντηση στο πρώτο είναι αρνητική, ενώ στο δεύτερο (και για λόγους που θα αναφέρω στη συνέχεια με αναφορά στο περιεχόμενο των επίδικων δημοσιευμάτων) είναι σαφώς καταφατική. Τα υπόλοιπα ουσιαστικά γεγονότα της υπόθεσης, δεδομένης και της φύσης της καθώς και των επίδικων θεμάτων που απομένουν προς επίλυση είναι συνυφασμένα με τη νομική πτυχή της υπόθεσης στην οποία υπεισέρχομαι αμέσως. Σύμφωνα με το άρθρο 17
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148 (στο εξής «ο Νόμος»): «17.-
(1)Η δυσφήμηση συvίσταται στη δημoσίευση από oπoιoδήπoτε πρόσωπo με έvτυπo, γραπτό, ζωγραφιά, oμoίωμα, χειρovoμίες, λόγια ή άλλoυς ήχoυς, ή με κάθε άλλo μέσo oπoιασδήπoτε φύσης, περιλαμβαvόμεvης και της εκπoμπής με ασύρματη τηλεγραφία, δημoσιεύματoς τo oπoίo- (α) απoδίδει σε άλλo πρόσωπo έγκλημα ή (β) απoδίδει σε άλλo πρόσωπo αvάρμoστη συμπεριφoρά σε δημόσια θέση ή (γ) εκ φύσεως τείvει στo vα βλάψει ή vα επηρεάσει με δυσμέvεια τηv υπόληψη άλλoυ πρoσώπoυ στo επάγγελμα, επιτήδευμα, τηv εργασία, απασχόληση, ή τη θέση τoυ ή (δ) εvδέχεται vα εκθέσει άλλo πρόσωπo σε γεvικό μίσoς, περιφρόvηση ή χλεύη ή (ε) εvδέχεται vα πρoκαλέσει τηv απoστρoφή ή απoφυγή oπoιoυδήπoτε πρoσώπoυ από άλλoυς. Για τoυς σκoπoύς τoυ εδαφίoυ αυτoύ "έγκλημα" σημαίvει πoιvικό αδίκημα ή άλλη αξιόπoιvη πράξη βάσει oπoιoυδήπoτε voμoθετήματoς πoυ ισχύει στη Δημoκρατία, καθώς και πράξη πoυ τελέστηκε oπoυδήπoτε η oπoία, αv τελείτo στη Δημoκρατία, θα ήταv αξιόπoιvη σε αυτή. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 18 του Νόμου: «18.-
(1)Πρόσωπo δημoσιεύει δυσφημηστικό δημoσίευμα αv πρoκαλεί τέτoια χρήση τoυ εvτύπoυ, γραπτoύ, ζωγραφιάς, oμoιώματoς, χειρovoμιώv, λόγωv ή άλλωv ήχωv ή άλλωv μέσωv, με τα oπoία μεταδίδεται τo δυσφημηστικό δημoσίευμα, είτε με έκθεση, αvάγvωση, απαγγελία, περιγραφή, παράδoση, κoιvoπoίηση, διαvoμή, επίδειξη, έκφραση, εκφώvηση ή άλλως πως, ώστε τo δυσφημηστικό vόημα αυτoύ vα περιέρχεται ή vα εvδέχεται vα περιέλθει σε γvώση oπoιoυδήπoτε άλλoυ πρoσώπoυ ή- (α) Αυτoύ πoυ δυσφημείται από αυτό ή (β) τoυ συζύγoυ ή της συζύγoυ αυτoύ πoυ δημoσίευσε τη δυσφημηστική δήλωση κατά τη διάρκεια τoυ γάμoυ.
(2)Για τoυς σκoπoύς τoυ άρθρoυ αυτoύ, κoιvoπoίηση με αvoικτή επιστoλή ή ταχυδρoμικό δελτάριo, αvεξάρτητα αv απoστέλλεται πρoς αυτόv πoυ δυσφημείται ή πρoς άλλo, συvιστά δημoσίευση». Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 19 του Νόμου : «19. Σε αγωγή για δυσφήμηση απoτελεί υπεράσπιση- (α) ότι τo δημoσίευμα για τo oπoίo έγιvε η αγωγή ήταv αληθές: Νoείται ότι, όταv τo δυσφημηστικό δημoσίευμα περιέχει δυo ή περισσότερες ξεχωριστές κατηγoρίες κατά τoυ εvάγovτα, υπεράσπιση βάσει της παραγράφoυ αυτής δεv καταρρίπτεται για μόvo τo λόγo ότι δεv απoδεικvύεται τo αληθές κάθε μιας κατηγoρίας, αv τo μέρoς τoυ δημoσιεύματoς πoυ δεv απoδείχτηκε ως αληθές δεv βλάπτει oυσιωδώς τηv υπόληψη τoυ εvάγovτα, αφoύ ληφθεί υπόψη τo αληθές τωv υπόλoιπωv κατηγoριώv͘ (β) ότι τo δημoσίευμα για τo oπoίo έγιvε η αγωγή ήταv έvτιμo σχόλιo για θέμα δημoσίoυ συμφέρovτoς: Νoείται ότι όταv τo δυσφημηστικό δημoσίευμα συvίσταται εv μέρει στov ισχυρισμό γεγovότωv και εv μέρει στηv έκφραση γvώμης, υπεράσπιση έvτιμoυ σχoλίoυ δεv καταρρίπτεται για μόvo τo λόγo ότι δεv απoδεικvύεται τo αληθές κάθε ισχυρισμoύ γεγovότoς, αv η έκφραση γvώμης απoτελεί έvτιμo σχόλιo αφoύ ληφθoύv υπόψη αυτά τα oπoία ισχυρίζovται ή αvαφέρovται στo δυσφημηστικό δημoσίευμα για τo oπoίo έγιvε η αγωγή τα oπoία απoδεικvύovται: Νoείται περαιτέρω ότι η βάσει της παράγραφoυ αυτής υπεράσπιση δεv επιτυγχάvει αv o εvάγωv απoδείξει ότι η δημoσίευση δεv έγιvε καλή τη πίστει εvτός της έvvoιας τoυ εδαφίoυ
(2)τoυ άρθρoυ 21 τoυ Νόμoυ αυτoύ. (γ) ότι η δημoσίευση τoυ δυσφημηστικoύ δημoσιεύματoς ήταv πρovoμιoύχα δυvάμει τωv άρθρωv 20 και 21͘ (δ) ότι η δυσφήμηση έγιvε χωρίς πρόθεση δυvάμει τoυ άρθρoυ 22.» Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα των Αρτέμη και Ερωτοκρίτου «Κεφάλαιο 148 ΑΣΤΙΚΑ ΑΔΙΚΗΜΑΤΑ Δίκαιο και Αποφάσεις», σελ. 60, η δυσφήμηση συνίσταται σε δημοσίευση ψευδούς δήλωσης η οποία εκθέτει κάποιο σε μίσος, χλεύη ή περιφρόνηση ή προκαλεί την αποστροφή ή την αποφυγή του σε ορθώς σκεπτόμενα μέλη της κοινωνίας γενικά. Αυτό μπορεί να γίνει με πολλούς τρόπους και δεν είναι ανάγκη να καταδειχθεί ότι κάποιος πίστεψε το δημοσίευμα ή τη δήλωση για να διαπραχθεί το αδίκημα, το οποίο διαπράττεται ακόμη κι αν το πρόσωπο στο οποίο έγινε η δημοσίευση δεν πίστεψε τη δήλωση ή ακόμη, γνώριζε ότι ήταν αναληθής. Υπάρχουν δύο κατηγορίες δυσφήμησης, προστίθεται. Ο λίβελος, που συνίσταται σε δημοσίευμα που γίνεται με μόνιμη μορφή και η προφορική δυσφήμιση, η οποία έχει παροδική μορφή. Η τελευταία περιλαμβάνει μόνο χειρονομίες, λόγια ή άλλους ήχους, εκτός από εκπομπές με ασύρματη τηλεγραφία. Όλες οι άλλες μορφές δυσφήμησης συνιστούν μόνιμη μορφή. Για σκοπούς στοιχειοθέτησης του αδικήματος θα πρέπει να αποδειχθεί ότι, πρώτο, το δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό, δεύτερο, αναφέρεται σε κάποιο πρόσωπο και τρίτο, δημοσιεύτηκε. Το κατά πόσο ένα δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό είναι θέμα πραγματικό και το κριτήριο είναι η έννοια που θα αποδιδόταν σ' αυτό από λογικώς σκεπτόμενα άτομα και όχι η φύση της πρόθεσης του εναγόμενου. Όπως αναφέρεται συναφώς με το θέμα στην υπόθεση Εκδόσεις Αρκτίνος ν. Γεωργιάδη
(2011)1 Α.Α.Δ. 407: «Το κριτήριο αν ένα δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό είναι κατά πόσο ο μέσος λογικός άνθρωπος προς τον οποίο απευθύνεται το κείμενο θα μπορούσε να το αντιληφθεί κατά δυσφημιστικό τρόπο και όχι να αποδώσει απλώς ο ίδιος ο ενάγων ένα δυσφημιστικό νόημα στο δημοσίευμα θεωρώντας τον εαυτό του θιγμένο ενώ το κείμενο μπορεί να είναι δεκτικό και άλλων αθώων ερμηνειών. Κατά την εξέταση του κειμένου, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη όχι μόνο την ετυμολογία συγκεκριμένων λέξεων αλλά εξετάζει το κείμενο στην ολότητά του με αναφορά στον χρόνο και τον τόπο του δημοσιεύματος αλλά και την κρατούσα κοινή γνώμη για το θέμα. Στον Gatley on Libel and Slander, 11η έκδ., σελ. 103 αναφέρονται τα εξής: «The general approach. In ruling on meaning, the court is not determining the actual meaning of the words but delimiting the outside boundaries of the possible range of meaning and setting the "ground rules" for the trial. Thus in Shah v. Standard Chartered Bank the allegations were capable of bearing the meaning that the plaintiffs were guilty of money laundering; but the use of miscellaneous qualifying words such as "alleged" or "apparently" meant that in the alternative they were capable of imputing no more than reasonable suspicion. The nature of the exercise has been summarized as follows (citations omitted): "
(1)The governing principle is reasonableness.
(2)The hypothetical reasonable reader is not naïve but he is not unduly suspicious. He can read between the lines. He can read in an implication more readily than a lawyer and may indulge in a certain amount of loose thinking but he must be treated as being a man who is not avid for scandal and someone who does not, and should not, select one bad meaning where other non-[*428]defamatory meanings are available.
(3)Over-elaborate analysis is best avoided.
(4)The intention of the publisher is irrelevant.
(5)The article must be read as a whole, and any "bane and antidote" taken together.
(6)Τhe hypothetical reader is taken to be representative of those who would read the publication in question.
(7)In delimiting the range of permissible defamatory meanings, the court should rule out any meaning which, can only emerge as the produce of some strained, or forced, or utterly unreasonable interpretation ...
(8)It follows that it is not enough to say that by some person or another the words might to be understood in a defamatory sense". (Jeynes v. New Magazines Ltd [2008] EWCA Civ. 130.» Σε ελεύθερη μετάφραση: «Η γενική προσέγγιση: Κατά την απόφαση ως προς το νόημα, το δικαστήριο δεν καθορίζει την πραγματική σημασία των λέξεων, αλλά προσδιορίζει τα ακραία όρια του δυνατού εύρους των εννοιών και θέτει τους «βασικούς κανόνες» για τη δίκη. Έτσι, στην υπόθεση Shah v. Standard Chartered Bαnk, οι ισχυρισμοί ήταν ικανοί να αποδώσουν το νόημα ότι οι ενάγοντες ήταν ένοχοι για ξέπλυμα χρήματος· αλλά η χρήση των διαφόρων διακριτικών λέξεων όπως "κατ' ισχυρισμόν" ή "προφανώς" σήμαινε εναλλακτικά ότι δεν μπορούσαν να προσδώσουν τίποτε περισσότερο πέραν της εύλογης υποψίας. Η φύση του θέματος έχει συνοψιστεί ως εξής (οι αναφορές παραλείπονται): «
(1)Η βασική αρχή είναι η λογική.
(2)Ο υποθετικός λογικός αναγνώστης δεν είναι αφελής αλλά ούτε υπερβολικά καχύποπτος. Μπορεί να διαγιγνώσκει. Μπορεί να αντιληφθεί ένα υπονοούμενο πιο εύκολα από ότι ένας δικηγόρος και μπορεί να ενδώσει σε ένα πιο χαλαρό (ελεύθερο) τρόπο σκέψης αλλά πρέπει να αντιμετωπιστεί ως ένας άνθρωπος που δεν διψά για σκάνδαλα και ως κάποιος που δεν επιλέγει ή δεν θα πρέπει να επιλέγει μόνο την κακή σημασία, όπου υπάρχουν άλλες μη δυσφημιστικές σημασίες.
(3)Υπερβολικά λεπτομερής ανάλυση είναι καλύτερα να αποφεύγεται.
(4)Η πρόθεση του δημοσιεύοντος είναι άσχετη.
(5)Το άρθρο πρέπει να αναγνωστεί ως σύνολο και «το δηλητήριο με το αντίδοτο» να συνεξεταστούν.
(6)Ο υποθετικός αναγνώστης θεωρείται αντιπροσωπευτικός εκείνων που θα διάβαζαν το επίμαχο δημοσίευμα.
(7)Οριοθετώντας το φάσμα των επιτρεπτών δυσφημιστικών [*429]σημασιών, το δικαστήριο θα πρέπει να αποκλείει κάθε έννοια η οποία μπορεί να προκύψει μόνο και μόνο ως παράγωγο ορισμένης παρατραβηγμένης, εξαναγκαστικής ή εντελώς παράλογης ερμηνείας.
(8)Επομένως, δεν αρκεί να πούμε ότι, από ορισμένους, οι λέξεις θα μπορούσαν να γίνουν αντιληπτές ως δυσφημιστικές.» Στις περιπτώσεις όπου τα επίδικα δημοσιεύματα, όπως στην προκειμένη περίπτωση, αποδίδουν στον παραπονούμενο κάποια συμμετοχή σε σχέση με ποινικά αδικήματα, το ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί με βάση τις πιο πάνω κατευθυντήριες γραμμές είναι μέχρι ποιό βαθμό συμμετοχή σε αυτό αποδίδεται στον παραπονούμενο. Στον Gatley (ανωτέρω), σελ. 124 αναφέρονται τα εξής: «It is usually said that there are two levels of imputation below that of guilt ("Level 1") which are possible in such a situation, both of which are defamatory, though in different degrees: that there are reasonable grounds to suspect that the claimant is involved ("Level 2") or that there are grounds to investigate what the claimant has done ("Level 3"). In Lewis v. Daily Telegraph [1964] A.C. 234 it was admitted that the words were defamatory in the last sense (or something like it) but the defendants could justify that by showing that the investigation was taking place.» Σε ελεύθερη μετάφραση: «Συνήθως λέγεται ότι υπάρχουν δύο επίπεδα καταλογισμού, κάτω από εκείνο της ενοχής (επίπεδο 1), τα οποία είναι δυνατόν σε μια τέτοια περίπτωση, να είναι και τα δύο δυσφημιστικά, διαφορετικού όμως βαθμού σοβαρότητας: ότι υπάρχουν εύλογοι λόγοι για να υποψιαστεί κανείς την εμπλοκή του ενάγοντος (επίπεδο 2) ή ότι υπάρχει βάσιμος λόγος για να διερευνηθεί τί έπραξε ο ενάγων (επίπεδο 3). Στην υπόθεση Lewis ήταν παραδεκτό ότι οι λέξεις ήταν δυσφημιστικές με την τελευταία έννοια (ή κατά τρόπο ανάλογο), αλλά οι εναγόμενοι μπόρεσαν να το αιτιολογήσουν, προβάλλοντας ότι η διεξαγωγή της έρευνας ελάμβανε χώρα.» Εν ολίγοις, συνάγεται από τα πιο πάνω πως αν αναφέρεται στο δημοσίευμα ότι ο παραπονούμενος είναι υπό υποψία ή ότι διερευνάται γι' αυτόν υπόθεση δεν μπορεί ευλόγως να ερμηνευτεί ή να γίνει αντιληπτό ότι σημαίνει πως αυτός είναι ένοχος γιατί αν ο [*430]κοινός λογικός άνθρωπος σκεφτόταν πως όποτε υπάρχει αστυνομική έρευνα ο υπό διερεύνηση είναι ένοχος, θα ήταν σχεδόν αδύνατο να δοθεί ακριβής πληροφόρηση για οτιδήποτε για το οποίο το κοινό ενδιαφέρεται να γνωρίζει και να πληροφορείται. Συνάγεται επίσης πως σε περίπτωση που τα επίδικα δημοσιεύματα επιδέχονται μιας πιο «αθώας» ερμηνείας από την πιο σοβαρή που εισηγείται ο παραπονούμενος, τότε θα προτιμηθεί η πρώτη.» Όλες οι παραπάνω αρχές υιοθετούνται και επαναλαμβάνονται και στην εντελώς πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Ο Φιλελεύθερος Λτδ ν. Γεωργιάδη κ.ά., ECLI:CY:AD:2014:A541, Πολιτική Έφεση Αρ. 335/2008, ημερομηνίας 17.7.2014. Σε σχέση με το δεύτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, σύμφωνα και πάλιν με το παραπάνω σύγγραμμα, ο ενάγοντας πρέπει να αποδείξει ότι το επίδικο δημοσίευμα αναφερόταν σ' αυτόν ή ότι λογικώς σκεπτόμενα πρόσωπα που τον γνώριζαν θα συνέδεαν το δημοσίευμα με αυτόν. Δεν απαιτείται όμως να αποδείξει ότι πρόθεση του εναγόμενου ήταν να αναφερθεί σ' αυτόν ή ότι ο εναγόμενος γνώριζε την ύπαρξή του. Σε σχέση, τέλος με το τρίτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, η δημοσίευση μπορεί να γίνει με πολλούς τρόπους, φτάνει να περιέλθει στη γνώση ενός τουλάχιστον προσώπου άλλου από το δυσφημούμενο. Από το ίδιο σύγγραμμα και όσα ακολουθούν αναφορικά με τις διάφορες υπερασπίσεις σε αγωγή για δυσφήμηση. Όπως αναφέρεται στις σελίδες 68 και 69, η υπεράσπιση της αλήθειας συνίσταται σε απόδειξη ότι η κατ' ισχυρισμό δυσφημιστική δημοσίευση απέδιδε την αλήθεια. Η εν λόγω υπεράσπιση πρέπει να εγείρεται ειδικά στα δικόγραφα και ο εναγόμενος φέρει το βάρος απόδειξής της. Είναι αρκετό να αποδεικνύεται η ουσιαστική αλήθεια της δήλωσης και επουσιώδεις ανακρίβειες δε συνεπάγονται αποτυχία της υπεράσπισης. Ο εναγόμενος προστίθεται πρέπει να αποδεικνύει την αλήθεια των λέξεων που αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης και δε δικαιούται να παραθέτει τη δική του εκδοχή των λεχθέντων και μετά να ισχυρίζεται ότι αυτά είναι αληθή. Τέλος, σύμφωνα με την επιφύλαξη του άρθρου 19 (α) του Νόμου, αν το δημοσίευμα περιέχει δύο ή περισσότερες κατηγορίες, η υπεράσπιση δεν αποτυγχάνει αν δεν αποδειχθεί η αλήθεια όλων, αν έχοντας υπόψη εκείνες που αποδείχτηκαν, δεν έχει ουσιαστικά προκληθεί βλάβη στην υπόληψη του ενάγοντα. Επίσης, η καλή ή κακή πίστη του εναγόμενου είναι άσχετος παράγοντας. Στην Αρκτίνος (ανωτέρω) επισημαίνονται τα εξής, για την υπεράσπιση της αλήθειας: «Με βάση το Αρθρο 19 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, αποτελεί υπεράσπιση ότι το δημοσίευμα για το οποίο έγινε η αγωγή ήταν αληθές. Στο Gatley (ανωτέρω) σελ. 320 αναφέρονται τα εξής: «Substantial justification sufficient. Some leeway for exaggeration and error is given by the defences of fair comment and qualified privilege. However, for the purposes of justification, if the defendant proves that "the main charge, or gist, of the libel is true, he may not justify statements or comments which do not add to the sting of the charge or introduce any matter by itself actionable. ............................................................................................................... ............................................................................................................... When considering substantial truth it is important to «isolate the essential core of the libel and not to be distracted by inaccuracies around the edge - however substantial». Journalists «need to be permitted a degree of exaggeration even in the context of actual assertions» (Turn v. New Group Newspapers Ltd [2005] EWHC 799 QBD) ...» Σε ελεύθερη μετάφραση: «Ουσιαστική αλήθεια επαρκής. Κάποιo περιθώριο για υπερβολή και σφάλμα παρέχεται μέσα από την υπεράσπιση του δίκαιου σχολίου και του προνομίου υπό επιφύλαξη. Ωστόσο, για σκοπούς της υπεράσπισης της αλήθειας, αν ο εναγόμενος αποδείξει ότι η κυρίως κατηγορία ή η ουσία της δυσφήμισης αληθεύει, δεν απαιτείται να δικαιολογήσει τις δηλώσεις ή τα σχόλια εκείνα που δεν προσθέτουν στην κατηγορία ή δεν εισάγουν ισχυρισμό που από μόνος του θα ήταν αγώγιμος. ............................................................................................................... ............................................................................................................... Κατά την εξέταση της ουσιαστικής αλήθειας, είναι βασικό να απομονωθεί ο αναγκαίος πυρήνας του λιβέλου και όχι να αποσπαστεί η προσοχή από ανακρίβειες σε σχέση με περιθωριακές λεπτομέρειες - έστω και ουσιαστικές. Οι δημοσιογράφοι «πρέπει να δικαιούνται κάποιο βαθμό υπερβολής ακόμη και σε σχέση με ισχυρισμούς γεγονότων ...» [*432]Στη Ραδιοφωνικό Ιδρυμα Κύπρου v. Καψού
(2009)1(Β) A.A.Δ. 1175, αναφέρθηκαν τα εξής: «Η υπεράσπιση της αλήθειας έχει καταχωρηθεί νομοθετικά μέσω του Αρθρου 19(α) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «
- Σε αγωγή για δυσφήμηση αποτελεί υπεράσπιση - (α) ότι το δημοσίευμα για το οποίο έγινε η αγωγή ήταν αληθές. Νοείται ότι, όταν το δυσφημιστικό δημοσίευμα περιέχει δύο ή περισσότερες ξεχωριστές κατηγορίες κατά του ενάγοντα, υπεράσπιση βάσει της παραγράφου αυτής δεν καταρρίπτεται για μόνο το λόγο ότι δεν αποδεικνύεται το αληθές κάθε μιας κατηγορίας, αν το μέρος του δημοσιεύματος που δεν αποδείκτηκε ως αληθές, δεν βλάπτει ουσιωδώς την υπόληψη του ενάγοντα, αφού ληφθεί υπόψη το αληθές των υπόλοιπων κατηγοριών.» Όπως προκύπτει από το ίδιο το λεκτικό του προαναφερθέντος άρθρου, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες, όπως και εδώ, κάποιο δημοσίευμα περιέχει περισσότερους από ένα δυσφημιστικούς ισχυρισμούς, έστω και αν δεν αποδειχθεί η αλήθεια κάποιων από τους ισχυρισμούς, εν τούτοις μπορεί να στοιχειοθετηθεί και να επιτύχει η υπεράσπιση της αλήθειας. Το κριτήριο το οποίο θέτει ο ίδιος ο νομοθέτης σε μια τέτοια περίπτωση είναι η διακρίβωση κατά πόσο το μέρος ή τα μέρη του δημοσιεύματος που δεν αποδείχτηκε ότι είναι αληθινά, βλάπτουν ουσιωδώς την υπόληψη του εφεσίβλητου, λαμβανομένου όμως υπόψη του αληθούς των υπόλοιπων κατηγοριών. Νομοθετική πρόνοια με παρόμοιο λεκτικό συναντάτο και στο Αγγλικό Defamation Act 1952, Αρθρο
- Όπως αναφέρθηκε και στην υπόθεση Pumplin v. Express Newspapers Ltd (No. 2) [1998] 1 All E.R. 282, μια υπεράσπιση η οποία βασίζεται στη μερική αλήθεια των προβληθέντων ισχυρισμών, μπορεί να ευσταθήσει, εάν δε αυτό δεν καταστεί δυνατό, ο εναγόμενος μπορεί να βασισθεί στα αποδειχθέντα ως αληθή γεγονότα, έτσι ώστε να μειώσει και σχεδόν να εκμηδενίσει το ποσό των επιδικασθησόμενων αποζημιώσεων. Όπως δε τονίστηκε και στην υπόθεση Reynolds v. Times Newspapers Ltd and Others [1999] 4 All E.R. 609, η απόδειξη της αλήθειας συνιστά μια ολοκληρωμένη υπεράσπιση. Εάν ο εναγόμενος αποδείξει ουσιωδώς την αλήθεια των ισχυρισμών του αυτό είναι αρκετό. [*433]Στην απόφαση του House of Lords στην υπόθεση Grobbelaar v. News Group Newspapers Ltd and Another [2002] 4 All E.R. 732, τονίστηκε ότι είναι καλά καθιερωμένη αρχή ότι για να επιτύχει υπεράσπιση της αλήθειας, ο εναγόμενος δεν χρειάζεται να αποδείξει την αλήθεια ενός εκάστου επιβλαβούς ισχυρισμού στον οποίο έχει προβεί. Είναι αρκετό εάν αποδείξει το κεντρί (sting) των ισχυρισμών του και οι ένορκοι (εδώ το Δικαστήριο) θα πρέπει να διακριβώσουν ποιο είναι το κεντρικό σημείο (sting) του δημοσιεύματος. Όπως περαιτέρω αναφέρεται και στο σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander, 6th Edition, para 1053, είναι επαρκές εάν η υπεράσπιση της αλήθειας καλύπτει την κύρια κατηγορία ή την ουσία της δυσφήμησης και ο εναγόμενος δεν χρειάζεται όπως δικαιολογήσει επουσιώδεις λεπτομέρειες ή καταχρηστικές εκφράσεις, οι οποίες δεν προσθέτουν στο κεντρί της δυσφήμησης, ή οι οποίες δεν προκαλούν στον αποδέκτη επίπτωση διαφορετική απ' εκείνη η οποία προκλήθηκε από το ουσιώδες μέρος το οποίο αποδεικνύεται αληθές. Είναι αρκετό εάν η ουσία της δυσφημιστικής δήλωσης δικαιολογείται.» Όπως αναφέρεται στις σελίδες 69 και 70 στο ίδιο σύγγραμμα, η υπεράσπιση του έντιμου σχολίου περιορίζεται σε έντιμο σχόλιο για θέμα δημοσίου συμφέροντος. Η δήλωση του εναγόμενου πρέπει να συνίσταται σε γνώμη ή σχόλιο και όχι σε δήλωση γεγονότος. Για να αποφασίζεται τούτο, η δήλωση δεν πρέπει να εξετάζεται αποκομμένη από το υπόλοιπο κείμενο. Όταν το σχόλιο βασίζεται σε γεγονότα που περιέχονται στη δήλωση, για να πετύχει στην υπεράσπισή του ο εναγόμενος, πρέπει να αποδείξει ότι τα γεγονότα είναι αληθή. Όπου όμως δεν αποδεικνύονται όλα τα γεγονότα, η υπεράσπιση δεν αποτυγχάνει αν η έκφραση γνώμης εξακολουθεί να είναι έντιμο σχόλιο, με βάση τα γεγονότα εκείνα που αποδεικνύονται. Τέλος, το σχόλιο πρέπει να είναι έντιμο. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να είναι η έκφραση της έντιμης και ειλικρινούς γνώμης του εναγόμενου, έστω κι αν μεταδίδει το νόημα ότι η διαγωγή του ενάγοντα ήταν ανέντιμη, ανειλικρινής ή υποκριτική. Σύμφωνα και πάλιν με την Αρκτίνος (ανωτέρω): «Στον Gatley (ανωτέρω) αποδίδεται στον όρο «σχόλιο» η εξής έννοια: «Though "comment" is often equated with "opinion" this is an over - simplification. More accurately it has been said that the sense of comment is "something which is or can be reasonably be inferred to be deduction, inference, conclusion, criticism, remark, observation etc. Clark v. Norton [1910] VLR 494.» Σε ελεύθερη μετάφραση: «Αν και το 'σχόλιο' συχνά ταυτίζεται με την 'γνώμη', αυτό αποτελεί μια υπεραπλούστευση. Ακριβέστερα έχει ειπωθεί ότι, η έννοια του σχολίου «είναι ή μπορεί εύλογα να συναχθεί ότι αποτελεί συμπέρασμα, κριτική, διαπίστωση, παρατήρηση κ.λ.π.» Η υπεράσπιση του έντιμου σχολίου για να πετύχει πρέπει σωρευτικά να ικανοποιήσει ότι οι πιο κάτω τρεις προϋποθέσεις (βλ. Gatley, 10η έκδ., σελ. 289), (α) τα γεγονότα για τα οποία έγινε το σχόλιο να είναι ουσιωδώς αληθή, (β) το σχόλιο να είναι εύλογο και καλόπιστο, [*435](γ) το σχόλιο να αφορά θέμα δημοσίου ενδιαφέροντος ή συμφέροντος. Στη Lyon v. Daily Telegraph [1943] 1 KB 746 τονίστηκε ότι το δικαίωμα έντιμου σχολίου είναι ένα από τα βασικά δικαιώματα του ελεύθερου προφορικού και γραπτού λόγου και είναι ζωτικής σημασίας στην επικράτηση του δικαίου στο οποίο βασιζόμαστε για την προσωπική μας ελευθερία.» Βλέπε και την Πετρίδη ν. Εκδοτικού Οίκου Δίας Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. 232/2009, ημερομηνίας 18.7.2013, καθώς και τη Μαυρίδης ν. Παπαδόπουλου
(2006)1 Α.Α.Δ. 136 στην οποία λέχθηκε ότι για να έχει ο εναγόμενος το πλεονέκτημα της υπεράσπισης του εύλογου σχολίου, θα έπρεπε να είχε δώσει και κάποιο ελάχιστο πραγματικό υπόβαθρο, ούτως ώστε οι δηλώσεις του να μη συνιστούν δηλώσεις γεγονότων αυτών καθ' αυτών. Αναφορικά με την υπεράσπιση ότι η δημοσίευση του δυσφημιστικού δημοσιεύματος είναι υπό επιφύλαξη προνομιούχα (για ό, τι μας αφορά κατά τα άρθρα 19 (γ) και 21
(1)(α) του Νόμου) σύμφωνα πάντοτε με το ίδιο σύγγραμμα, η εν λόγω υπεράσπιση επιτυγχάνει μόνο όπου το δημοσίευμα έγινε καλόπιστα και με την πεποίθηση ότι ήταν αληθές. Στις πλείστες περιπτώσεις, πρέπει να υπάρχει κάποιο νομικό, ηθικό ή κοινωνικό καθήκον να γίνει το δημοσίευμα και αντίστοιχο καθήκον από την άλλη πλευρά, αποδοχής του. Είναι και γι' αυτό το λόγο και για το ότι τα γεγονότα είναι ειδικά γνωστά στον εναγόμενο που απαιτείται η υπεράσπιση αυτή να εγείρεται στα δικόγραφα ρητά και με αναφορά στα γεγονότα. Ένα δημοσίευμα θεωρείται ότι δεν έγινε με καλή πίστη αν αποδειχθεί είτε ότι ήταν αναληθές και ο εναγόμενος δεν πίστευε στην αλήθεια του ή δεν κατέβαλε εύλογη φροντίδα να διαπιστώσει το αληθές ή αναληθές του, είτε ότι ο εναγόμενος ενήργησε με σκοπό να βλάψει τον ενάγοντα σε βαθμό σημαντικά μεγαλύτερο ή με τρόπο σημαντικά διαφορετικό του εύλογα αναγκαίου. Το βάρος απόδειξης κακής πίστης το φέρει ο ενάγοντας. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ κ.ά. ν. Αλωνεύτη
(2002)1 Α.Α.Δ. 1864: «Κατά πόσο ισχύει η υπεράσπιση, η οποία συναρτάται με την ύπαρξη υποχρέωσης μετάδοσης των πληροφοριών από το μεταδίδοντα και δικαιώματος λήψης αυτών από τον πληροφορούμενο, εξαρτάται από σειρά παραγόντων, που έχουν σχέση με τη φύση των πληροφοριών, το ενδιαφέρον του δημοσίου για το ζήτημα, την πηγή των πληροφοριών, τη λήψη μέτρων προς εξακρίβωση της αλήθειας τους και το κατά πόσο ζητήθηκε από το υποκείμενο του δημοσιεύματος ο σχολιασμός των γραφομένων. Προέχει η ελευθερία του λόγου και το δικαστήριο δεν πρέπει εύκολα να άγεται σε απόφαση ότι το δημόσιο δεν είχε συμφέρον να πληροφορηθεί περί του αντικειμένου του δημοσιεύματος. σε περίπτωση αμφιβολίας, η πλάστιγγα πρέπει να κλίνει υπέρ της ελευθερίας του λόγου.» Έχοντας υπόψη όλες τις παραπάνω αρχές παρατηρώ τα εξής: Μια πρώτη παρατήρηση είναι η εξής: Επειδή, τα επίδικα δημοσιεύματα είναι συνταγμένα στα αγγλικά και δεν έχει προσκομιστεί μαρτυρία αναφορικά με την πιστή μετάφρασή τους, η οποιαδήποτε αναφορά στο περιεχόμενό τους, θα βασίζεται σε ελεύθερη - δική μου μετάφρασή τους. Επί της ουσίας τώρα. Ο τίτλος του πρώτου επίδικου δημοσιεύματος («Οι αδελφοί Αχτάρ υποκίνησαν τους καταδίκους σε αναταραχή στις κεντρικές φυλακές») σε συνδυασμό και με μέρος όσων ακολουθούν αποκαλύπτει ότι το δημοσίευμα, εν μέρει και αναφερόταν και αφορούσε τους ενάγοντες (σ' αυτά προστίθεται και η ομολογία του εναγόμενου 1, ο οποίος απαντώντας σε σχετική ερώτηση του δικηγόρου των εναγόντων παραδέχθηκε ότι και τα δύο δημοσιεύματα αναφέρονται στους ενάγοντες). Εξετάζοντας το περιεχόμενο του εν λόγω δημοσιεύματος θεωρώ ότι το νόημα που αποδίδεται στο μέσο λογικό άνθρωπο στον οποίο απευθύνεται (βλ. τη Φιλελεύθερος, ανωτέρω) για ό, τι μας αφορά είναι το εξής: Οι κεντρικές φυλακές, το βράδυ της 7ης 1.2009 τέθηκαν σε συναγερμό, όταν ομάδα καταδίκων κατέλαβαν και οχυρώθηκαν σε ένα μπλοκ κελιών, με σκοπό να εμποδίσουν δύο κατάδικους να σταλούν στην απομόνωση. Προς αντιμετώπιση της κατάστασης συμμετείχαν 350 δεσμοφύλακες, εκ των οποίων, μερικοί που ήταν σε άδεια και διατάχθηκαν να επιστρέψουν στην εργασία τους από τον Υπουργό Δικαιοσύνης Λουκά Λουκά, ο οποίος έσπευσε στο μέρος μαζί (μεταξύ άλλων) με το Γενικό Διευθυντή του υπουργείου, Άντη Τρυφωνίδη. Στο μέρος μετέβησαν προληπτικά και πυροσβεστικά οχήματα. Το όλο επεισόδιο διήρκησε 6 ώρες και έληξε μετά τις 11 το βράδυ, όταν οι υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης άρχισαν να απομακρύνονται από τις φυλακές. Προηγήθηκε σχετική συμφωνία ανάμεσα στις Αρχές και τους κρατούμενους. Πίσω από την αρχική αναταραχή ήταν οι διαβόητοι για τα τρεχάματά τους με τα ναρκωτικά (αυτή κατά τη γνώμη μου είναι η κατά προσέγγιση ορθή μετάφραση της φράσης «notorious drug - running»), αδελφοί Αχτάρ, οι οποίοι επιτέθηκαν ενός 60 χρονου, άραβα κατάδικου, γύρω στις 5 το απόγευμα στο μπλοκ 1Β. Όταν δύο σε υπηρεσία δεσμοφύλακες πήγαν να σταματήσουν την επίθεση και να πάρουν τα αδέλφια στην απομόνωση, άλλοι ελληνοκύπριοι κατάδικοι συμμετείχαν κι αυτοί στο σπρώξιμο των αστυνομικών από τους Αχτάρ έξω από το μπλοκ. Το δημοσίευμα συνεχίζεται και ολοκληρώνεται στη σελίδα 5 της εφημερίδας, περίπου, κάτω από τον ίδιο τίτλο που αρχίζει στη σελίδα 1. Ό, τι ενδιαφέρει είναι το περιεχόμενο των τριών τελευταίων παραγράφων. Σύμφωνα με την πρώτη, οι Ηλίας και Γιώργος Αχτάρ, ηλικίας 23 και 28 ετών αντίστοιχα, το 2007 έγιναν φυγάδες ύστερα από επίθεση εναντίον 5 αστυνομικών με σπαθιά. Σύμφωνα με τη δεύτερη παρέμειναν υπό καταδίωξη μέχρι τον περασμένο Ιούνη, όταν συνελήφθηκαν στη Μύκονο και καταδικάστηκαν τον Οκτώβρη σε φυλάκιση 4 ½ και 3 ½ ετών, αντίστοιχα. Ο πατέρας τους Ανδρέας καταδικάστηκε σε φυλάκιση 2 ετών για τη συμμετοχή του στην υπόθεση. Αναζητώντας το πνεύμα του επίδικου δημοσιεύματος, θα έλεγα ότι συνάδει περίπου με τον τίτλο του, υπό την έννοια όσων ακολουθούν και νομίζω πως εξ αντικειμένου έτσι θα πρέπει να το είχε αντιληφθεί κάθε μέσος λογικός άνθρωπος που έτυχε να το διαβάσει όταν δημοσιεύθηκε και υπό τις συνθήκες που τελούσαν τότε οι δύο ενάγοντες. Ειδικότερα: Το βράδυ της 7ης 1.2009 σημειώθηκε σοβαρή αναταραχή στις κεντρικές φυλακές με την κατάληψη από μεγάλο αριθμό καταδίκων ενός μπλοκ κελιών. Η αναταραχή σημειώθηκε όταν δύο δεσμοφύλακες επιχειρούσαν να σταματήσουν τους ενάγοντες τη στιγμή που επιτίθονταν εναντίον άλλου, άραβα κατάδικου, ηλικίας 60 ετών και να τους οδηγήσουν στην απομόνωση. Για την καταστολή της αναταραχής η οποία διήρκησε 6 ώρες χρησιμοποιήθηκαν ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις, ενώ μετέβη στο μέρος και ο Υπουργός Δικαιοσύνης μαζί με το Γενικό Διευθυντή του υπουργείου του. Η αναταραχή υποκινήθηκε από τους ενάγοντες που είναι αδέλφια και είναι πολύ γνωστοί για την κακή τους φήμη στην κοινωνία, εξαιτίας της ανάμειξής τους και τα τρεχάματά τους με τα ναρκωτικά. Και οι δύο, τον Οκτώβρη του 2008 καταδικάστηκαν σε ποινή φυλάκισης, 4 ½ και 3 ½ ετών, αντίστοιχα, επειδή επιτέθηκαν εναντίον 5 αστυνομικών με σπαθιά. Το δεύτερο επίδικο δημοσίευμα, βασικά δίδει συνέχεια στο θέμα με το οποίο καταπιάνεται το πρώτο. Με την επισήμανση ότι περικλείει όλες τις φράσεις που περικλείει και το πρώτο, οι οποίες θεωρούνται δυσφημιστικές από τους ενάγοντες, η ουσία του έγκειται στα εξής: Λόγω της μικρής εξέγερσης που σημειώθηκε στις κεντρικές φυλακές το βράδυ της Τετάρτης, οι Αρχές των φυλακών ακύρωσαν όλες τις επισκέψεις, με αποτέλεσμα τη διαμαρτυρία ομάδας συγγενών που μετέβησαν εκεί για συνήθη επίσκεψη. Ακολούθως επαναλαμβάνεται ό, τι αναφέρεται και στο πρώτο επίδικο δημοσίευμα για το επεισόδιο που έλαβε χώρα στις κεντρικές φυλακές, το οποίο αποδίδεται με τον ίδιο τρόπο στους ενάγοντες, στους οποίος καταλογίζεται και πάλιν ότι επιτέθηκαν σε άλλο, άραβα κρατούμενο, ηλικίας 60 ετών, οι οποίοι, όπως και στο πρώτο δημοσίευμα χαρακτηρίζονται και πάλιν ως «notorious drug - running». Τέλος επαναλαμβάνεται ό, τι και στο πρώτο δημοσίευμα για την καταδίκη τους, με αναφορά στο χρόνο της καταδίκης καθώς και το λόγο. Παρατηρώ τα εξής: Στο βαθμό και την έκταση που με τα επίδικα δημοσιεύματα, οι ενάγοντες φέρονται να υποκίνησαν τους συγκρατούμενους τους σε αναταραχή στις κεντρικές φυλακές, τα δημοσιεύματα δεν είναι δυσφημιστικά. Συναφώς με αυτά, οι εναγόμενοι απέδειξαν την υπεράσπιση της αλήθειας του δημοσιεύματος, υπό την εξής έννοια. Καταρχήν, ο πατέρας των εναγόντων (Μ.Ε.1), ο οποίος στον ουσιώδη χρόνο εξέτιε κι αυτός (όπως και οι ενάγοντες) ποινή φυλάκισης για την ίδια υπόθεση, απαντώντας σε σχετική ερώτηση του δικηγόρου των εναγόντων ομολόγησε ευθέως πως είναι αλήθεια τα δημοσιεύματα, στο βαθμό που φέρουν τους ενάγοντες να υποκινούν αναταραχή (κατ' ακρίβεια, εξέγερση είναι η λέξη που χρησιμοποιήθηκε από τον κ. Σαουρή) στις κεντρικές φυλακές, με το αιτιολογικό, ότι, χειμώνα καιρό δεν τους έδιναν ζεστό νερό. Μάλιστα φέρει όλους τους κατάδικους να συμμετέχουν στην εξέγερση γι' αυτό το λόγο. Το γεγονός ότι στη συνέχεια επιχείρησε να ανασκευάσει δεν αναιρεί την εν λόγω ομολογία του, το περιεχόμενο της οποίας και αποδέχομαι ως αληθές, αφού, συν τοις άλλοις αποτελεί σαφώς δήλωση ενάντια στα συμφέροντα της υπόθεσης των εναγόντων, οπότε, αν δεν ανταποκρινόταν στην αλήθεια, δεν είχε κανένα λόγο να προβεί σ' αυτή ο πατέρας τους. Εν πάση περιπτώσει, οι γονείς των εναγόντων που είναι και οι μόνοι που έδωσαν μαρτυρία για την υπόθεση των παιδιών τους, ουδέποτε ισχυρίστηκαν ότι δεν έλαβε χώρα η υπό αναφορά αναταραχή στον ουσιώδη χρόνο, που αποτελεί και το ουσιώδες γεγονός το οποίο αναφέρεται στο σχετικό μέρος των δημοσιευμάτων. Και κάτι ακόμη. Επειδή, ως θέμα νομολογιακής αρχής, κατά την απόφαση ως προς το νόημα του δημοσιεύματος, το Δικαστήριο, σε εφαρμογή της γενικής προσέγγισης, δεν καθορίζει την πραγματική σημασία των λέξεων, αλλά προσδιορίζει τα ακραία όρια του δυνατού εύρους των εννοιών (βλ. την Αρκτίνος (ανωτέρω)), θα έλεγα πως, στο βαθμό που με τα επίδικα δημοσιεύματα, οι ενάγοντες φέρονται να υποκίνησαν τους άλλους κατάδικους σε αναταραχή, μπορεί να δοθεί και η εξής ερμηνεία που είναι και πιο «αθώα» την οποία προτιμώ από την πιο σοβαρή που εισηγούνται οι ενάγοντες: Οι άλλοι κατάδικοι των φυλακών, στη θέα των συγκρατούμενων τους - εναγόντων, οι οποίοι επιχειρείτο να οδηγηθούν στην απομόνωση, με δική τους πρωτοβουλία εξεγέρθηκαν και προκάλεσαν την όλη αναταραχή για συμπαράστασή των εναγόντων και αποτροπή αυτής της εξέλιξης. Η υπεράσπιση του έντιμου σχολίου που προβάλλουν οι εναγόμενοι συναφώς με το ίδιο μέρος των επίδικων δημοσιευμάτων αποτυγχάνει, με μόνο λόγο, ότι αυτό συνίσταται σε θετική δήλωση γεγονότος και όχι σε γνώμη ή σχόλιο επί κάποιου γεγονότος. Τέλος, γενικά ομιλούντες, η υπεράσπιση ότι η δημοσίευση και των δύο επίδικων δημοσιευμάτων, ακόμη κι αν ήθελε κριθεί δυσφημιστικό το περιεχόμενό τους, στην έκταση που εισηγούνται οι ενάγοντες είναι υπό επιφύλαξη προνομιούχα, δεν μπορεί να εξεταστεί, επειδή δε δικογραφείται. Καθώς ήδη έχει αναφερθεί (βλ. το σύγγραμμα «Κεφάλαιο 148 ΑΣΤΙΚΑ ΑΔΙΚΗΜΑΤΑ Δίκαιο και Αποφάσεις», ανωτέρω), η συγκεκριμένη υπεράσπιση πρέπει να εγείρεται ρητά στα δικόγραφα και με αναφορά στα γεγονότα. Στην προκειμένη περίπτωση, ο γενικός και αόριστος ισχυρισμός των εναγόμενων της παραγράφου 10(α) της υπεράσπισης, ότι τα επίδικα δημοσιεύματα δημοσιεύτηκαν καλόπιστα και μάλιστα, χωρίς οποιαδήποτε αναφορά στα γεγονότα, δεν ικανοποιεί ούτε την πρώτη μα ούτε και τη δεύτερη από τις παραπάνω απαιτήσεις. Απ' εκεί και πέρα, στο βαθμό που και με τα δύο επίδικα δημοσιεύματα, οι ενάγοντες φέρονται να επιτέθηκαν σε άλλο, άραβα κρατούμενο, ηλικίας 60 ετών, τα δημοσιεύματα είναι δυσφημιστικά, επειδή, ίχνος μαρτυρίας υπάρχει που να δίδει σ' αυτά έρεισμα. Ούτε και θεωρώ τυχαίο το γεγονός, ότι, η ευπαίδευτη δικηγόρος των εναγόμενων, γνωρίζοντας ότι στον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν κι ο πατέρας των εναγόντων στη φυλακή (Μ.Ε.1), ενώ του υπόβαλε ότι αυτοί είχαν αναμειχθεί σε εξέγερση των κεντρικών φυλακών κατά την κράτησή τους εκεί και απαντώντας σε δική μου ερώτηση, προκειμένου να αποδείξει τον ισχυρισμό των εναγόμενων ότι οι ενάγοντες είναι διαβόητοι επικαλέστηκε διάφορα άλλα δημοσιεύματα, τα οποία, όπως είπε, αναφέρουν ότι οι ενάγοντες είχαν πρωταγωνιστικό ρόλο στη σχετική εξέγερση στις φυλακές, ουδέποτε υπόβαλε στο μάρτυρα ότι οι ενάγοντες επιτέθηκαν του άραβα συγκρατούμενου τους. Και κάτι ακόμη. Η επίκληση από τους εναγόμενους δημοσιευμάτων άλλων μέσων μαζικής ενημέρωσης, με περιεχόμενο, ανάλογο αυτού των επίδικων, δεν ικανοποιεί άνευ άλλου την ανάγκη για λήψη μέτρων προς εξακρίβωση της αλήθειας των επίδικων, πολλώ μάλλον, που στην προκειμένη περίπτωση, δεν έχει αποδειχθεί ότι καθ' ον χρόνο συντάσσονταν και ακολούθως δημοσιεύονταν τα επίδικα, εδράζονταν σε οποιοδήποτε άλλο δημοσίευμα και γενικά σε οποιαδήποτε πηγή πληροφόρησης, με ανάλογο περιεχόμενο. Υπενθυμίζω απλώς, ότι, ο εναγόμενος1, στο βαθμό που επιχείρησε να με πείσει ότι συνέβηκε κάτι τέτοιο, βασικά κρίθηκε αναξιόπιστος. Η επίθεση, είτε κοινή είτε με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης αποτελεί ασφαλώς ποινικό αδίκημα. Δηλαδή έγκλημα, το οποίο, στην προκειμένη περίπτωση αποδίδεται αναληθώς στους ενάγοντες. Αυτό, με απλά λόγια σημαίνει ότι το αδίκημα της δυσφήμησης στοιχειοθετείται πλήρως (άρθρο 17
(1)(α) του Νόμου). Δεδομένου ότι το ουσιώδες των δημοσιευμάτων, επί του προκειμένου, δεν έχει αποδειχθεί ως αληθές, η υπεράσπιση της αλήθειας που προβάλλουν οι εναγόμενοι, δεν έχει καμία τύχη επιτυχίας. Η υπεράσπιση του έντιμου σχολίου που επίσης προβάλλουν συναφώς με το ίδιο μέρος των δημοσιευμάτων αποτυγχάνει για το ίδιο λόγο που δεν μπορεί να πετύχει και για το προηγούμενο μέρος των δημοσιευμάτων. Τέλος, η υπεράσπιση ότι η δημοσίευση του ίδιου μέρους των δημοσιευμάτων, μολονότι δυσφημιστικό το περιεχόμενό τους είναι υπό επιφύλαξη προνομιούχα, καθώς ήδη έχει αναφερθεί δεν μπορεί να εξεταστεί, επειδή δεν είναι δικογραφημένη. Το μέρος και των δύο επίδικων δημοσιευμάτων, που θα έλεγα θεωρείται και το πλέον δυσφημιστικό από τους ενάγοντες περικλείεται στη φράση: «Behind the initial riot were the notorious drug - running Akhtar brothers who attacked a 60 - year old Arab prisoner at around 5pm in Block 1B». Συμφωνώ με τους ενάγοντες ότι είναι δυσφημιστικό το συγκεκριμένο μέρος των δημοσιευμάτων, όσο κι αν οι εναγόμενοι, εκ των υστέρων επιχείρησαν - ανεπιτυχώς - μέσω του εναγόμενου 1, να δώσουν υπόσταση στο περιεχόμενό τους και να εξηγήσουν τους λόγους που προέβησαν σ' αυτό. Για λόγους που θα παραθέσω αμέσως, θα διαφανεί γιατί το συγκεκριμένο μέρος των δημοσιευμάτων είναι εξόχως δυσφημιστικό για τους ενάγοντες και την ίδια ώρα, γιατί η προσπάθεια των εναγόμενων να με πείσουν για το αντίθετο έχει πέσει στο κενό. Οι ενάγοντες, καθώς και ο πατέρας τους (Μ.Ε.1), στον ουσιώδη χρόνο για την αγωγή εξέτιαν διάφορες ποινές φυλάκισης, με μεγαλύτερη αυτή των 3 ½ ετών ο ενάγοντας 1, 4 ½ ετών ο ενάγοντας 2 και 2 ετών ο πατέρας τους. Προκύπτει από την απόφαση του εφετείου (τεκμήριο 4) επί της καταχωρηθείσας έφεσης και των τριών κατά της πρωτόδικης απόφασης, ότι και οι τρεις κρίθηκαν ένοχοι για διάφορα αδικήματα που περικλείουν το στοιχείο της βίας τα οποία διέπραξαν στις 3.8.2007 εναντίον ομάδας αστυνομικών, οι οποίοι, εφοδιασμένοι με εντάλματα έρευνας που αφορούσαν τους ενάγοντες μετέβησαν στην οικία τους (όπως προκύπτει από διάφορα άλλα στοιχεία μαρτυρίας) για εντοπισμό ναρκωτικών. Η καταδικαστική απόφαση εκδόθηκε στις 15.10.2008 μετά από ακροαματική διαδικασία. Προφανώς, κατά τη διάρκεια της αστυνομικής έρευνας στις 3.8.2007, δεν εντοπίστηκαν ναρκωτικά, εξ ου και το γεγονός ότι δεν προσάφθηκαν οποτεδήποτε εναντίον των εναγόντων, συναφείς κατηγορίες και βασικά, ούτε και αμφισβητείται από τους εναγόμενους η θέση τους, ότι ουδέποτε είχαν οποιαδήποτε ανάμειξη ή καταδικάστηκαν για αδικήματα σε σχέση με ναρκωτικά. Παρόλα αυτά, τα επίδικα δημοσιεύματα, που έγιναν τρεις περίπου μήνες μετά την καταδίκη των εναγόντων, για αδικήματα εντελώς άσχετα με τα ναρκωτικά, γεγονός το οποίο γνώριζαν οι εναγόμενοι και οι συντάκτριες των δημοσιευμάτων, με αφορμή το επίδικο περιστατικό που έλαβε χώρα στις κεντρικές φυλακές, το βράδυ της 7ης 1.2009, με αναφορά σ' αυτό και την εμπλοκή που είχαν οι ενάγοντες σε όσα διαδραματίστηκαν, εντελώς αναίτια, αστήρικτα, αδικαιολόγητα και χωρίς ίχνος τεκμηρίωσης, δεν περιορίστηκαν στο να χρεώσουν στους ενάγοντες το όλο επεισόδιο που έλαβε χώρα στις φυλακές. Προχωρώντας πάρα πέρα, τους απέδωσαν και τον τίτλο ή χαρακτηρισμό των διαβόητων για τα τρεχάματά τους με τα ναρκωτικά. Και τούτο, με βάση μόνο την ελεύθερη μετάφραση της επίμαχης φράσης που περικλείεται στα δημοσιεύματα («the notorious drug - running Akhtar brothers»). Το γεγονός ότι ο εναγόμενος 1, με τη μαρτυρία του επιχείρησε να συνδέσει την παραπάνω αναφορά με το επίσης γεγονός, ότι, η σχετική έρευνα που έγινε στην οικία των εναγόντων τον Αύγουστο του 2007 και που οδήγησε στην καταδίκη τους για τα διάφορα αδικήματα βίας που διέπραξαν σε βάρος των αστυνομικών που συμμετείχαν στην έρευνα, ήταν και για κατοχή ναρκωτικών, επομένως, ήταν ύποπτοι και συνεπώς αναμεμιγμένοι με διερεύνηση για κατοχή ναρκωτικών και από το γεγονός αυτό πήγαζε και η καταδίκη τους για ξυλοδαρμό, εξ ου και η χρήση της παραπάνω φράσης, δεν αποχαρακτηρίζει το επίμαχο μέρος των δύο δημοσιευμάτων, από δυσφημιστικό για τους ενάγοντες. Καταρχήν, οι συντάκτριες των επίδικων δημοσιευμάτων, δεν παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο για να αναφέρουν τι εννοούσαν με τη χρήση της παραπάνω φράσης και ο εναγόμενος 1, δεν με έχει πείσει για οτιδήποτε ανάφερε εκ μέρους τους, τα οποία, συν τοις άλλοις αποτελούν εξ ακοής μαρτυρία, οπότε, για λόγους που αναφέρονται σε άλλο σημείο (πιο πάνω) δεν αποδέχομαι. Έπειτα είναι και το γεγονός, ότι, το πως ερμηνεύουν οι εναγόμενοι την εν λόγω φράση ή τι εννοούσαν μ' αυτή οι συντάκτριες των δημοσιευμάτων καθώς ήδη έχει αναφερθεί με αναφορά σε νομολογία αποτελεί στοιχείο αδιάφορο, αφού, το κριτήριο αν ένα δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό είναι κατά πόσο ο μέσος λογικός άνθρωπος προς τον οποίο απευθύνεται το κείμενο, θα μπορούσε να το αντιληφθεί κατά δυσφημιστικό τρόπο και όχι το πως το ερμηνεύει ο ενάγοντας ή το εννοούσε ο συντάκτης του. Ακολούθως, οι συντάκτριες και των δύο επίδικων δημοσιευμάτων, αφ' ης στιγμής γνώριζαν για ποια αδικήματα και πότε καταδικάστηκαν οι ενάγοντες και ότι σ' αυτά δεν περιλαμβάνονται και αδικήματα σε σχέση με ναρκωτικά (και για το ένα και για το άλλο υπάρχει σχετική αναφορά, με μεγάλη ακρίβεια θα έλεγα και στα δύο επίδικα δημοσιεύματα) για κανένα λόγο δικαιολογούνται να τους αποκαλούν διαβόητους για την εμπλοκή ή ανάμειξή του με τα ναρκωτικά, τη στιγμή που το βασικό θέμα και των δύο δημοσιευμάτων στα οποία προέβησαν και η όποια ανάμειξη είχαν με αυτό οι ενάγοντες, ουδεμία σχέση είχε με ναρκωτικά. Έχοντας υπόψη ότι οι ενάγοντες στον ουσιώδη χρόνο εξέτιαν ποινή φυλάκισης, το γεγονός ότι με τα επίδικα δημοσιεύματα δεν τους καταλογίζεται απλώς το επεισόδιο αναταραχής που έλαβε χώρα στις φυλακές, αλλά, τους αποδίδεται με θετικό τρόπο και ο τίτλος ή χαρακτηρισμός των διαβόητων για τα τρεχάματα τους με τα ναρκωτικά, για να υπεισέλθω και στο νόημα της συγκεκριμένης φράσης, η οποία ασφαλώς θα πρέπει να ιδωθεί σε συνάρτηση και με το υπόλοιπο μέρος των δημοσιευμάτων, αυτό που αντιλαμβάνεται ο μέσος λογικός άνθρωπος - αναγνώστης των δημοσιεύματος, με μία φράση είναι το εξής: Για ό, τι έγινε στις κεντρικές φυλακές το απόγευμα της 7ης 1.2009 ευθύνονται οι ενάγοντες, που είναι πολύ γνωστοί, για την κακή τους φήμη στην κοινωνία, συνεπεία της εμπλοκής ή ανάμειξής τους με τα ναρκωτικά. Ασφαλώς, τέτοια - κακή φήμη σύμφωνα με τις κρατούσες αντιλήψεις στον τόπο μας, μόνο όσοι ασχολούνται με την εμπορία ή εισαγωγή ή προμήθεια ή διακίνηση ναρκωτικών ή με το συνδυασμό αυτών μπορεί να έχουν. Και με δεδομένο ότι τίποτα από αυτά ίσχυε για τους ενάγοντες, ούτε καν σε επίπεδο απλής υποψίας κατά το χρόνο δημοσίευσης των επίδικων δημοσιευμάτων, αυτά, ασφαλώς και είναι δυσφημιστικά για τους ενάγοντες. Και είναι δυσφημιστικά, επειδή, οι εναγόμενοι με το να τους αποκαλούν είτε εμπόρους είτε διακινητές είτε εισαγωγείς είτε προμηθευτές ναρκωτικών, τους αποδίδουν έγκλημα και μάλιστα από τα πλέον σοβαρά και συνάμα αποκρουστικά στον τόπο μας, δεδομένου ότι για τέτοιου είδους εγκληματική δραστηριότητα προβλέπεται κατ' ανώτατο όριο διά βίου φυλάκιση, χωρίς να παραγνωρίζονται και οι καταστρεπτικές επιπτώσεις από τη διάπραξη τέτοιου είδους αδικημάτων καθώς και η έξαρση που παρουσιάζουν (άρθρο 17
(1)(α) του Νόμου). Είναι δυσφημιστικά και για τον επιπλέον λόγο ότι ενδέχετο να εκθέσουν τους ενάγοντες σε γενικό μίσος, περιφρόνηση ή χλεύη (άρθρο 17
(1)(δ) του Νόμου) είτε ακόμη να προκαλέσουν την αποστροφή ή αποφυγή τους από άλλους (άρθρο 17
(1)(ε) του Νόμου). Η παραπάνω κατάληξή μου διαγράφει και την τύχη της υπεράσπισης της αλήθειας που προβάλλουν οι εναγόμενοι, η οποία, ασφαλώς και αποτυγχάνει και το ίδιο ισχύει και για την υπεράσπιση του έντιμου σχολίου που επίσης προβάλλουν οι εναγόμενοι, συναφώς και με το αυτό το μέρος των επίδικων δημοσιευμάτων, η οποία αποτυγχάνει, επειδή τα δημοσιεύματα και επί του προκειμένου συνίστανται σαφώς σε θετική δήλωση γεγονότος και όχι σε γνώμη ή σχόλιο κάποιου γεγονότος. Τέλος, η υπεράσπιση ότι η δημοσίευση του ίδιου μέρους των επίδικων δημοσιευμάτων, μολονότι δυσφημιστικό το περιεχόμενό τους είναι υπό επιφύλαξη προνομιούχα, καθώς ήδη έχει αναφερθεί δεν μπορεί να εξεταστεί, επειδή δεν είναι δικογραφημένη. Προτού υπεισέλθω στο κεφάλαιο αποζημιώσεις, θα ήθελα να τοποθετηθώ και επί ορισμένων άλλων θέσεων ή ισχυρισμών των διαδίκων, τους οποίους προβάλλουν είτε με τα δικόγραφά τους είτε με το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης των δικηγόρων τους. Ειδικότερα: Αναφορικά με τον ισχυρισμό των εναγόντων της παραγράφου 10 της έκθεσης απαίτησης ότι στις 19.1.2009 απέστειλαν μέσω του δικηγόρου τους επιστολή προς τους εναγόμενους, ενημερώνοντάς τους για το δυσφημιστικό περιεχόμενο των δημοσιευμάτων και την πρόθεσή τους να κινήσουν αγωγή, αλλά οι εναγόμενοι ουδέν έπραξαν σχετικά, παρατηρώ τα εξής: Πρόκειται για το τεκμήριο 7 η συγκεκριμένη επιστολή, δεν είναι ορθό ότι απευθύνεται στους εναγόμενους, αλλά, γενικά και αόριστα προς «Cyprus Mail Εις προσοχήν Διευθυντή» και είναι με αναφορά μόνο στο πρώτο επίδικο δημοσίευμα. Με την εν λόγω επιστολή, αφού εκτίθενται οι λόγοι για τους οποίους οι ενάγοντες θεωρούν δυσφημιστικό το δημοσίευμα, ακολούθως, οι αποδέκτες της επιστολής καλούνται απλώς, όπως, εντός 7 ημερών, για σκοπούς εξώδικης διευθέτησης και μόνο, προσφέρουν στους ενάγοντες, ως αποζημίωση, το ποσό των €20.000,00 και το ποσό των €2.000,00 ως δικηγορικά έξοδα. Η επιστολή καταλήγει με την ακόλουθη φράση: «Σε περίπτωση αγωγής επιφυλάσσω κάθε δικαίωμα να εγείρω πολύ μεγαλύτερες απαιτήσεις.» Λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής, σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι δεν απευθύνεται στους εναγόμενους, δεν αποδίδω καθόλου σημασία και μάλιστα σε βάρος των εναγόμενων, στο γεγονός ότι αυτοί, ούτε απάντησαν στην επιστολή μα ούτε και ικανοποίησαν τις απαιτήσεις που προβάλλουν με αυτή οι ενάγοντες. Την ίδια ώρα, για σκοπούς καθορισμού του ύψους των αποζημιώσεων που δικαιούνται - αν δικαιούνται - οι ενάγοντες, συνεπεία των σε βάρος τους επίδικων δυσφημιστικών δημοσιευμάτων, δεν αποδίδω καθόλου σημασία προς όφελος των εναγόμενων, στο γεγονός, ότι, στις 16.6.2011 κατάθεσαν στο Δικαστήριο το ποσό των €2.000,00. Μολονότι, όπως αναφέρεται στη σχετική ειδοποίηση πληρωμής που βρίσκεται στο φάκελο της υπόθεσης, αυτή έγινε δυνάμει της Δ.22 Θ.1 κάτι τέτοιο δεν ισχύει επειδή, οι εναγόμενοι, πουθενά στην υπεράσπισή τους αναφέρουν ότι το ποσό αυτό προσφέρθηκε στους ενάγοντες, πριν από την καταχώρηση της αγωγής, για σκοπούς ικανοποίησης της απαίτησής τους, όπως αναφέρεται στη σχετική ειδοποίηση. Εν πάση περιπτώσει, σ' αυτή αναφέρεται ρητά ότι οι εναγόμενοι αρνούνται την ευθύνη που τους αποδίδεται από τους ενάγοντες στην έκθεση απαίτησης. Το άρθρο 22 του Νόμου, δεν τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση, με μόνο λόγο - χωρίς να σημαίνει πως δεν υπάρχουν κι άλλοι - ότι οι εναγόμενοι, όχι μόνο σε προσφορά επανόρθωσης δεν έχουν προβεί αλλά επέμεναν μέχρι τέλους ότι τα επίδικα δημοσιεύματα είναι αληθή. Το άρθρο 23 του Νόμου, επίσης δεν ισχύει στην παρούσα υπόθεση, επειδή, δεν έχει αποδειχθεί ότι έχει δοθεί από τους εναγόμενους προς τους ενάγοντες, η εύλογη προειδοποίηση που διαλαμβάνεται στη σχετική διάταξη, είτε ακόμη, ότι ισχύει οτιδήποτε αναφέρεται στις παραγράφους (α) μέχρι (δ) αυτής. Τέλος, με μόνο λόγο ότι οι εναγόμενοι 2 που είναι οι ιδιοκτήτες της εφημερίδας που δημοσίευσε τα επίδικα δημοσιεύματα επέμεναν μέχρι τέλους και στην υπεράσπιση της αλήθειας των εν λόγω δημοσιευμάτων, ούτε και το άρθρο 24 του Νόμου τυγχάνει εφαρμογής. Προτού καθορίσω το ύψος των αποζημιώσεων που θα επιδικάσω στους ενάγοντες θα εξετάσω την εισήγηση της ευπαίδευτης δικηγόρου των εναγόμενων ότι η αγωγή εναντίον του εναγόμενου 1 θα πρέπει να απορριφθεί επειδή δεν έχει θεμελιωθεί εναντίον του το αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων, για το αστικό αδίκημα της δυσφήμησης. Η εισήγηση είναι βάσιμη. Ακολουθεί το σκεπτικό. Αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δυο πλευρών ότι ο εναγόμενος 1, στον ουσιώδη χρόνο ήταν ο κατά νόμο υπεύθυνος της εφημερίδας και διευθυντής των εναγόμενων 2, ενώ δεν προέκυψε από τη μαρτυρία - ούτε καν του υποβλήθηκε κάτι τέτοιο - ότι, είτε διάβασε τα επίδικα δημοσιεύματα προτού δημοσιευθούν και έγκρινε το περιεχόμενό τους είτε ότι ήταν σε γνώση του το περιεχόμενό τους είτε ακόμη ότι έδωσε τη συγκατάθεσή του για τη δημοσίευσή τους. Συνάγεται από την υπόθεση Λουκαϊδης ν. Εκδοτική Εταιρεία Αλήθεια Λτδ κ.ά
(2003)1 Α.Α.Δ. 22, στην οποία με παρέπεμψε η ευπαίδευτη δικηγόρος των εναγόμενων, ότι η αστική ευθύνη για δυσφημιστικά δημοσιεύματα της εφημερίδας πρέπει να αποδεικνύεται. Θα πρέπει δηλαδή να είναι πραγματική και όχι πλασματική. Εκτός κι αν αποδειχθεί γνώση του διευθυντή ή κατά νόμο υπεύθυνου της εφημερίδας για τα δυσφημιστικά δημοσιεύματα ή έγκριση του κειμένου τους ή ενθάρρυνση της προβολής τους, δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί εναντίον τους αστική ευθύνη για τη διάπραξη του αδικήματος. Και με δεδομένο ότι τίποτα από αυτά έχει αποδειχθεί ότι ισχύει για τον εναγόμενο 1, η αγωγή εναντίον του είναι έκθετη σε απόρριψη. Αντίθετα, η ευθύνη των εναγόμενων 2 για τη διάπραξη του αδικήματος, που είναι οι εκδότες/ιδιοκτήτες της εφημερίδας η οποία δημοσίευσε τα επίδικα δημοσιεύματα στοιχειοθετείται πλήρως. Όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ ν. Νικολάου
(1993)1 Α.Α.Δ. 285: «Η υπόσταση του ανθρώπου είναι συνυφασμένη με την υπόληψη του στην κοινωνία. Προσβολή της υπόληψης συντελεί στον κοινωνικό εξοστρακισμό και συγχρόνως αποτελεί δοκιμασία για τα αισθήματα του ανθρώπου. Η αποζημίωση είναι το μέσο που παρέχει ο νόμος για την αποκατάσταση του δυσφημισθέντα.» Κάτι ανάλογο επισημαίνεται και στην υπόθεση ΔΙΑΣ Λτδ κ.ά. ν. Ναθαναήλ
(1993)1 Α.Α.Δ. 893. Καθόλα σχετικά και όσα ακολουθούν από την απόφαση στην υπόθεση Χατζηπαναγιώτου ν. Δρουσιώτη κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 1321: «Αναφορικά με το ύψος της αποζημίωσης, σε περιπτώσεις δυσφήμισης, καθοδηγητικά είναι τα όσα αναγράφονται στο σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander, 10η έκδοση, Κεφ. 9, σελ. 228-
- Οι αποζημιώσεις είναι η πρωταρχική θεραπεία, σε περιπτώσεις δυσφημίσεων. Ο σκοπός της επιδίκασης αποζημιώσεων είναι η αποκατάσταση του ενάγοντα από τα αποτελέσματα της δυσφημιστικής δήλωσης. Οι γενικές αποζημιώσεις, στην περίπτωση της δυσφήμισης, εξυπηρετούν τρεις βασικούς στόχους: (α) τη θεραπεία του ενάγοντα από τη βλάβη που υπέστη εξαιτίας της δημοσίευσης της δήλωσης, (β) την αποκατάσταση της ζημιάς στην πληγείσα φήμη του ενάγοντα και (γ) τη δικαίωσή του. Οι αποζημιώσεις, σε περιπτώσεις δυσφήμισης όπως η παρούσα, δεν υπολογίζονται με αναφορά σε οποιοδήποτε μαθηματικό τύπο. Το δικαστήριο θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη του όλους τους σχετικούς παράγοντες, μεταξύ των οποίων, τη συμπεριφορά του ενάγοντα, τη θέση και την υπόληψή του, τη φύση της δυσφήμισης, τον τρόπο και το βαθμό της δημοσίευσης, την απουσία ή την άρνηση του εναγομένου να απολογηθεί και να αποκαταστήσει τη φήμη του ενάγοντα και τη συμπεριφορά του εναγόμενου από το χρόνο της δημοσίευσης της δυσφήμισης μέχρι την απόφαση.» Με υπαγωγή των δεδομένων της παρούσας υπόθεσης στις παραπάνω αρχές παρατηρώ τα εξής: Τα δύο επίδικα δημοσιεύματα δημοσιεύθηκαν διαδοχικά δύο συνεχόμενες μέρες (στις 8.1.2009 το πρώτο και στις 9.1.2009 το δεύτερο). Η εφημερίδα των εναγόμενων 2 που τα δημοσίευσε εκδίδεται στην αγγλική γλώσσα και τις δύο αυτές μέρες είχε κατά μέσο όρο κυκλοφορία, περίπου 5.000 φύλλα και πωλήσεις, περίπου 3.000 φύλλα. Εκείνη την περίοδο, αλλά και προηγουμένως και για αρκετό καιρό ακόμη, οι ενάγοντες εξέτιαν διάφορες ποινές φυλάκισης για διάφορα αδικήματα βίας εναντίον αριθμού αστυνομικών τα οποία διέπραξαν, ανάμεσά τους και η πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης. Πρωτόδικα τους είχαν επιβληθεί ποινές φυλάκισης, με μεγαλύτερη αυτή των 3 ½ χρόνων στον ενάγοντα 1 και των 4 ½ χρόνων στον ενάγοντα 2, οι οποίες, ωστόσο μειώθηκαν κατ' έφεση, σε 3 και 2 ½ χρόνια αντίστοιχα. Μολονότι οι ενάγοντες, μέσω πατέρα τους επιχείρησαν να με πείσουν ότι η παραπάνω καταδίκη τους, όχι μόνο δεν επηρέασε αρνητικά τη φήμη και υπόληψή τους στην κοινωνία, αλλά, κατά κάποιο τρόπο, η εγκληματική συμπεριφορά που εκδήλωσαν, η οποία θεμελίωσε και την ποινική τους καταδίκη, θα πρέπει μάλλον να θεωρηθεί τίτλος τιμής για τους ίδιους και παράδειγμα προς μίμηση για τους άλλους, όχι μόνο δε συμφωνώ με αυτή τη θέση, αλλά, στο βαθμό που εις επίρρωσή της έγινε επίκληση κάποιου αποσπάσματος από την απόφαση του εφετείου, τη θεωρώ και πολύ επικίνδυνη. Το γεγονός, ότι, κατ' έφεση τους αναγνωρίστηκε ως ελαφρυντικό για ό, τι έκαναν μεταξύ άλλων, η ψυχολογική κατάσταση στην οποία περιήλθαν με αποτέλεσμα να χάσουν την ψυχραιμία τους, δεν αναιρεί το επίσης γεγονός ότι το αποτέλεσμα της έφεσής τους ήταν η απόρριψή της κατά της καταδίκης και η αποδοχή της σε σχέση μόνο με την ποινή, η οποία, παρά τη μείωσή της εξακολουθεί και πάλιν να είναι αρκετά σοβαρή, γεγονός το οποίο, εξ αντικειμένου αντικατοπτρίζει και τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξαν οι ενάγοντες καθώς και την έντονη αποδοκιμασία τόσο της δικαιοσύνης όσο και της κοινωνίας για τέτοιου είδους εγκληματική συμπεριφορά. Επομένως, η θέση ότι άλλα πρόσωπα ανάφεραν στον πατέρα των εναγόντων ότι αν ήταν στη θέση τους θα έκαναν το ίδιο, κανέναν έρεισμα έχει στην κατ' έφεση απόφαση (τεκμήριο 4) και δεν μπορεί να έχει στη συνείδηση κάθε μέσου και λογικά σκεπτόμενου και νομοταγή πολίτη. Απ' εκεί και πέρα, δεδομένου ότι κατά τον επίδικο χρόνο οι ενάγοντες εξέτιαν βαριά, θα έλεγα, ποινή φυλάκισης, για μείζονος σοβαρότητας αδικήματα βίας, το γεγονός ότι με τα επίδικα δημοσιεύματα τους αποδίδεται ότι επιτέθηκαν σε συγκρατούμενό τους στις φυλακές, εξ αντικειμένου δεν μπορεί να είχε οποιαδήποτε από τις επιπτώσεις που εισηγούνται στους ίδιους. Εν πάση περιπτώσει, ουδεμία ζημιά ή βλάβη αποδείχθηκε ότι υπέστησαν εξαιτίας των επίδικων δημοσιευμάτων. Υπενθυμίζω απλώς, ότι, σύμφωνα με τη μαρτυρία του πατέρα τους, ο οποίος κρίθηκε αναξιόπιστος συναφώς και με αυτή την πτυχή της υπόθεσης, ο ίδιος είναι που ζημίωσε από τα επίδικα δημοσιεύματα. Έπειτα είναι και το γεγονός, ότι, οι ενάγοντες που είναι και οι μόνοι που θα μπορούσαν να δώσουν αξιόπιστη μαρτυρία σχετικά με τα αισθήματα ή τη θλίψη τους εξαιτίας των επίδικων δημοσιευμάτων (βλ. Harvey Smith v. Bobby Dha [2013] EWHC 838 (QB)), όχι μόνο δεν παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο για να καταθέσουν για την υπόθεσή τους μα ούτε και υπάρχει παραδεκτή μαρτυρία για αυτή την παράλειψή τους, αλλά και για το τι απέγιναν και που βρίσκονται μετά την αποφυλάκισή τους. Επομένως, ο ισχυρισμός τους της παραγράφου 11 της έκθεσης απαίτησης, ότι συνεπεία των επίδικων δημοσιευμάτων διασύρθηκαν και/ή υπέστησαν δυσχέρεια και/ή θλίψη και/ή ανησυχία και/ή η υπόληψή τους επηρεάστηκε δυσμενώς και/ή οι ίδιοι περιέπεσαν σε γενικό μίσος και/ή χλεύη και/ή περιφρόνηση και/ή ταπεινώθηκαν και/ή εξευτελίστηκαν, παρέμεινε εντελώς αστήρικτος, αναπόδεικτος και ατεκμηρίωτος, επομένως υπέχει μηδενικής αξίας. Ωστόσο, στο βαθμό που και με τα δύο επίδικα δημοσιεύματα, στους ενάγοντες που είναι αδέλφια αποδίδεται ότι είναι πολύ γνωστοί, για την κακή τους φήμη στην κοινωνία, συνεπεία της εμπλοκής ή ανάμειξής τους με τα ναρκωτικά, επειδή βασικά ασχολούνται με την εμπορία ή προμήθεια ή διακίνηση ή εισαγωγή ναρκωτικών ή με το συνδυασμό αυτών, έστω κι αν κατά το χρόνο δημοσίευσης των εν λόγω δημοσιευμάτων, αυτοί εξέτιαν ποινές φυλάκισης, εντούτοις, επειδή θεωρώ ήσσονος σοβαρότητας και εντελώς διαφορετικής φύσης αδικήματα αυτά για τα οποία είχαν καταδικαστεί από αυτά που τους αποδίδονται με τα επίδικα δημοσιεύματα, θεωρώ πως, εξ αντικειμένου, συνεπεία αυτών υπήρχε σοβαρό ενδεχόμενο να εκτεθούν σε γενικό μίσος, περιφρόνηση ή χλεύη ή να προκληθεί αποστροφή ή αποφυγή τους από άλλα πρόσωπα, ακόμη και μέσα στις φυλακές όπου βρίσκονταν. Προφανώς, στις φυλακές, δεν οδηγούνται μόνο όσοι διαπράττουν αδικήματα σε σχέση με ναρκωτικά, τα οποία, ομολογουμένως, για λόγους που έχουν αναφερθεί είναι από τα πλέον ειδεχθή και αποκρουστικά ποινικά αδικήματα στον τόπο μας. Και με δεδομένο ότι οι εναγόμενοι 1, ουδέποτε απολογήθηκαν στους ενάγοντες για τη δημοσίευση των εν λόγω δημοσιευμάτων, ιδιαίτερα στο βαθμό που με αυτά τους αποδίδεται ανάμειξη ή εμπλοκή με τα ναρκωτικά έχω τη γνώμη ότι ένα ποσό της τάξεως των €1.000,00 για κάθε ενάγοντα αποτελεί εύλογη και δίκαιη αποζημίωσή τους, για σκοπούς πλήρους αποκατάστασής τους για τις ενδεχόμενες επιπτώσεις στους ίδιους, συνεπεία της δυσφήμησης τους από τους εναγόμενους
- Η αξίωση για επιδικασμό τιμωρητικών και/ή επαυξημένων και/ή παραδειγματικών αποζημιώσεων, λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης του ευπαίδευτου δικηγόρου των εναγόντων θεωρώ πως έχει εγκαταλειφθεί. Εν πάση περιπτώσει και να μη συνέβαινε αυτό δε θα μπορούσε να πετύχει, επειδή, μεταξύ άλλων, ενώ καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Κωνσταντίνου ή Μήτα ν. Γ. & Σοφοκλέους Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ 1952) ένας από τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς επιδικασμού τους είναι και η οικονομική κατάσταση του εναγόμενου, ίχνος μαρτυρίας υπάρχει αναφορικά με αυτή. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αγωγή, στη έκταση που έχει αναφερθεί επιτυγχάνει. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και σε βάρος των εναγόμενων 2 για το ποσό των €2.000,00 - εννοείται από €1.000,00 σε κάθε ενάγοντα -, με νόμιμο τόκο. Η αγωγή εναντίον του εναγόμενου 1 απορρίπτεται. Δεδομένου ότι το ποσό των €2.000,00 που κατατέθηκε στις 16.6.2011 κατατέθηκε και από τους δύο εναγόμενους, χωρίς ωστόσο να διευκρινίζεται σε ποιο ποσοστό ανήκει αυτό σε κάθε εναγόμενο και η αγωγή έχει επιτύχει εναντίον μόνο των εναγόμενων 2, εξ αντικειμένου αδυνατώ να διατάξω την καταβολή του ή μέρος του για σκοπούς ικανοποίησης της απόφασης. Αναφορικά με τα έξοδα παρατηρώ τα εξής: Κανονικά, οι ενάγοντες, ως επιτυχόντες διάδικοι έναντι των εναγόμενων 2 δικαιούνται στα έξοδα της δίκης. Το ίδιο ισχύει και για τον εναγόμενο 1, οποίος δικαιούται στην καταβολή των εξόδων του από τους ενάγοντες, δεδομένου ότι η αγωγή τους εναντίον του έχει απορριφθεί. Παρόλα αυτά, έχοντας υπόψη τη σχέση του εναγόμενου 1 με τους εναγόμενους 2 (διευθυντής τους και κατά νόμο υπεύθυνος της εφημερίδας τους η οποία δημοσίευσε τα επίδικα δημοσιεύματα) σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι και οι δύο εναγόμενοι, σε όλα τα στάδια της διαδικασίας εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο δικηγόρο, θεωρώ ότι η πλέον δίκαιη υπό τις περιστάσεις διαταγή για τα έξοδα την οποία εκδίδω είναι κάθε πλευρά να επωμιστεί τα δικά της. . (Υπ.) . ........... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ-ΣΚ Subject: Civil/Other Actions /Final Αναφορά: Πολιτική - δυσφήμηση (υπεράσπιση της αλήθειας, του έντιμου σχολίου και ότι η δημοσίευση του δυσφημιστικού δημοσιεύματος ήταν υπό επιφύλαξη προνομιούχα) - αποζημιώσεις. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο