← Κύπρος

Γιώργου Θεοδώρου κ.α. ν. Ηλιάδας Παπαϊωάννου, Αρ. Αγωγής: 3322/2009, 31/10/2014

Γιώργου Θεοδώρου κ.α. ν. Ηλιάδας Παπαϊωάννου, Αρ. Αγωγής: 3322/2009, 31/10/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A385 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3322/2009 Μεταξύ: Γιώργου Θεοδώρου, από τη Λεμεσό G & M THEODOROU DEVELOPERS LTD Εναγόντων και Ηλιάδας Παπαϊωάννου, από τη Λεμεσό Εναγόμενης ............ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 31.10.2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγοντες 1 και 2: κ. Χ. Πογιατζής Για εναγόμενη: κ. Γ. Κωνσταντινίδης (για ν' ακούσει απόφαση κ. Π. Κωνσταντινίδης) Ενάγοντας 1 παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αξίωση των ενάγοντων 1 και 2 εναντίον της εναγόμενης είναι για το ποσό των €64.585,31, ως οφειλόμενο υπόλοιπο για εκτελεσθείσες οικοδομικές εργασίες και/ή ως ποσό με το οποίο η εναγόμενη πλούτισε αδικαιολόγητα, με νόμιμο τόκο επί του ποσού αυτού, πλέον έξοδα. Τα ουσιαστικά γεγονότα που συνθέτουν τη βάση της αγωγής και την παραπάνω αξίωση των εναγόντων σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς τους είναι τα ακόλουθα: Ο ενάγοντας 1, ο οποίος είναι εγγεγραμμένος εργολήπτης οικοδομικών έργων, στον ουσιώδη χρόνο για την αγωγή ήταν διευθυντής των εναγόντων 2 και υπόγραψε την επίδικη και/ή οποιαδήποτε άλλη συμφωνία και/ή εκτέλεσε οποιαδήποτε ενέργεια και/ή πράξη εκ μέρους και για λογαριασμό των εναγόντων

  1. Κατά ή περί το Γενάρη του 2007, οι ενάγοντες 1 και 2 εξέδωσαν και υπόβαλαν στην εναγόμενη προφορά η οποία έγινε αποδεκτή από αυτή και αποτέλεσε αναπόσπαστο μέρος της γραπτής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, ημερομηνίας 7.2.2007, δυνάμει της οποίας, οι ενάγοντες 1 και 2 ανέλαβαν την ανέγερση της κατοικίας της εναγόμενης η οποία βρίσκεται στη Λεμεσό. Οι ενάγοντες 1 και 2, κατά ή περί το Φλεβάρη του 2007 ξεκίνησαν τις εργασίες κατεδάφισης παλιάς κατοικίας που βρισκόταν εντός του ακινήτου της εναγόμενης και την ανέγερση της επίδικης κατοικίας, σύμφωνα με τα αρχιτεκτονικά σχέδια. Μέχρι το Φλεβάρη του 2008 που αναγκάστηκαν από την εναγόμενη να εγκαταλείψουν τις εργασίες τους στην επίδικη κατοικία, για τις εργασίες που είχαν εκτελέσει μέχρι τότε (αναφέρονται λεπτομερώς), οι οποίες καταμετρήθηκαν από επιμετρητή ποσοτήτων χρέωσαν την εναγόμενη με το συμφωνηθέν και/ή εύλογο ποσό των €196.230,81 (£114.848,79). Για τις επιπρόσθετες οικοδομικές εργασίες που εκτέλεσαν κατόπιν οδηγιών της εναγόμενης (που επίσης αναφέρονται λεπτομερώς), τη χρέωσαν με το συμφωνηθέν και/ή εύλογο ποσό των €18.265,70 (£10.690,44). Η εναγόμενη, σε διάφορες ημερομηνίες, τους κατέβαλε το συνολικό ποσό των €149.911,20 (£87.739,13), ενώ, μολονότι κλήθηκε επανειλημμένα από αυτούς να τους καταβάλει το υπόλοιπο ποσό για τις εργασίες τους, ύψους €64.585,31 παρέλειψε και/ή αρνήθηκε να συμμορφωθεί. Σε σχέση με το ποσό αυτό, η εναγόμενη πλούτισε αδικαιολόγητα σε βάρος τους. Η εναγόμενη, έναντι των παραπάνω ισχυρισμών των εναγόντων 1 και 2, με τους δικούς της δικογραφημένους ισχυρισμούς αντιτείνει τ' ακόλουθα: Δε γνωρίζει τους ενάγοντες 2 και ισχυρίζεται ότι ουδεμία συμφωνία υπόγραψε μαζί τους. Ο ενάγοντας 1, στον ουσιώδη χρόνο ενεργούσε για δικό του λογαριασμό και όχι για λογαριασμό των εναγόντων 2 και/ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου. Αρνείται την ύπαρξη της συμφωνίας ημερομηνίας 7.2.2007 και καλεί του ενάγοντες 1 και 2 σε αυστηρή απόδειξη του περί αντιθέτου ισχυρισμού τους. Διαζευκτικά και/ή άνευ βλάβης ισχυρίζεται ότι σε περίπτωση που αποδειχθεί η ύπαρξη της συμφωνίας που επικαλούνται οι ενάγοντες, αυτή είναι παράνομη και/ή δεν μπορεί να προσδώσει στους ενάγοντες δικαίωμα να αξιώνουν οποιοδήποτε ποσό δυνάμει των προνοιών της και/ή έχει ακυρωθεί και/ή τερματιστεί εκ μέρους της, υπαιτιότητι του ενάγοντα
  2. Παραδέχεται τον ισχυρισμό των εναγόντων ότι το Φλεβάρη του 2007 ξεκίνησαν τις εργασίες κατεδάφισης της παλιάς κατοικίας της και της ανέγερσης της επίδικης κατοικίας εντός του ακινήτου της. Αναφορικά με τον ισχυρισμό των εναγόντων ότι το Φλεβάρη του 2008 αναγκάστηκαν από αυτή να εγκαταλείψουν τις εργασίες τους στην κατοικία της (τον οποίο αρνείται) ισχυρίζεται ότι τόσο ο επιβλέπων μηχανικός του έργου όσο και ο δικηγόρος της, ενεργώντας εκ μέρους της τερμάτισαν τις υπηρεσίες του ενάγοντα 1, επειδή αυτός δε συνεργαζόταν μαζί της και/ή με τον επιβλέποντα μηχανικό και/ή επιδείκνυε υβριστική συμπεριφορά έναντι και των δύο και/ή εκτελούσε πλημμελώς τις εργασίες στην κατοικία της και/ή εντοπίζονταν κακοτεχνίες από τον επιβλέποντα μηχανικό και ο ενάγοντας αρνιόταν να συμμορφώνεται με τις οδηγίες και/ή εντολές του επιβλέποντα μηχανικού. Περαιτέρω ισχυρίζεται και τα εξής: Αρνείται και/ή απορρίπτει τις λεπτομέρειες εκτελεσθεισών εργασιών και καλεί τους ενάγοντες σε αυστηρή απόδειξή τους. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι σε πλείστες από τις εκτελεσθείσες εργασίες παρατηρούνται κακοτεχνίες. Αρνείται και ότι εκτέλεσαν extra εργασίες οι ενάγοντες καλώντας τους και πάλιν σε αυστηρή απόδειξη του περί αντιθέτου ισχυρισμού τους. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι ουδεμία γραπτή συμφωνία έγινε για extra εργασίες. Οι επιμέρους θέσεις της είναι οι εξής: Οι ενάγοντες δε νομιμοποιούνται να αναλάβουν το επίδικο έργο. Αρνείται ότι πλούτισε αδικαιολόγητα σε βάρος τους, απεναντίας, η ίδια είναι που υπέστη ζημιά και/ή περαιτέρω έξοδα από την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του ενάγοντα 1, τον οποίο, με επιστολή του δικηγόρου της, ημερομηνίας 14.2.2008 ενημέρωσε ότι μέχρι εκείνη την ημέρα, το οφειλόμενο ποσό που αντιστοιχούσε στις εκτελεσθείσες εργασίες ανερχόταν σε €11.114,
  3. Το ποσό αυτό υπολογίστηκε από την ίδια και/ή τους αντιπροσώπους της, πριν υπολογιστούν από τον επιβλέποντα μηχανικό οι κακοτεχνίες και/ή μη εκτελεσθείσες εργασίες στην οικοδομή και χωρίς να υπολογιστεί ο χρόνος καθυστέρησης στην παράδοση της οικοδομής. Τέλος ισχυρίζεται ότι σε διάφορες ημερομηνίες πλήρωσε στον ενάγοντα 1 το συνολικό ποσό των €206.569,91 (£120.900,00) και δεν του οφείλει κανένα άλλο ποσό. Δεν προτίθεμαι να αναφερθώ καθόλου στην ανταπαίτηση της εναγόμενης εναντίον του ενάγοντα 1, καθότι, αυτή, με ρητή δήλωση του δικηγόρου της έχει εγκαταλειφθεί. Οι ενάγοντες 1 και 2 καταχώρησαν απάντηση στην υπεράσπιση, με την οποία, βασικά αρνούνται όλους τους ισχυρισμούς της εναγόμενης που δε συνάδουν ή συγκρούονται με τους ισχυρισμούς τους που περιέχονται στην έκθεση απαίτησης, τους οποίους υιοθετούν και επαναλαμβάνουν. Παρά την έκταση που καταλαμβάνουν οι εκατέρωθεν δικογραφημένοι ισχυρισμοί των διαδίκων (ανωτέρω), εν τέλει, για λόγους που θα διαφανούν στη συνέχεια, τα βασικά επίδικα θέματα της υπόθεσης που καλούμαι να επιλύσω είναι μόνο τέσσερα. Το πρώτο, αφορά στο ερώτημα με ποιόν από τους δύο ενάγοντες συμβλήθηκε η εναγόμενη για την εκτέλεση των οικοδομικών εργασιών στην κατοικία της. Το δεύτερο, αφορά στην αξία των εκτελεσθεισών εργασιών, κατά τον τερματισμό τους από την εναγόμενη το Φλεβάρη του
  4. Το τρίτο αφορά στο συνολικό ποσό που κατέβαλε η εναγόμενη έναντι των εργασιών που είχαν εκτελεστεί μέχρι τότε. Και το τελευταίο, που είναι και το πιο βασικό αφορά στο ερώτημα κατά πόσο η εναγόμενη για τις εν λόγω εργασίες οφείλει να καταβάλει οποιοδήποτε άλλο ποσό και αν ναι, ποιο είναι αυτό και σε ποιον από τους δύο ενάγοντες οφείλει να το καταβάλει. Ο ενάγοντας 1 Γιώργος Θεοδώρου, ο επιμετρητής ποσοτήτων Ηλίκκος Κυριάκου και τέλος, ο πολιτικός μηχανικός Γιάννης Χριστοδούλου (Μ.Ε.1 μέχρι 3 αντίστοιχα) είναι οι τρεις μάρτυρες που κατάθεσαν για την υπόθεση των εναγόντων και γενικά στην υπόθεση. Η εναγόμενη, η οποία επέλεξε να μην προωθήσει την ανταπαίτησή της δεν παρουσίασε κανένα μάρτυρα προς υπεράσπισή της κατά τη δίκη. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί (με αναφορά και στη μαρτυρία) ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή και τους τρεις μάρτυρες των εναγόντων, ενώ κατάθεταν ενόρκως ενώπιόν μου. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης τους αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο καθώς και την ύπαρξη τυχόν προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση. Ομολογώ ότι η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία και των τριών μαρτύρων δεν είναι θετική, για να μην πω πως είναι τελείως αρνητική. Οι σοβαρές αντιφάσεις στις οποίες υπέπεσαν είτε αυτοτελώς είτε μεταξύ τους είτε και τα δύο, η έλλειψη σταθερότητας στις διάφορες θέσεις τους και η προβολή ισχυρισμών που παρέμειναν έωλοι ή στερούνται λογικής και πειστικότητας, είτε ακόμη που έρχονται σε σύγκρουση με το περιεχόμενο της γραπτής μαρτυρίας, η οποία, όπως είναι καλά γνωστό αποτελεί και πραγματική μαρτυρία, με ό, τι αυτό σημαίνει για την αποδεικτική της αξία και τη σημασία της για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων είναι μερικά από τα κύρια χαρακτηριστικά γνωρίσματα τα οποία συγκεντρώνει εν όλω ή εν μέρει η μαρτυρία και των τριών. Ακολουθούν μερικά παραδείγματα από τη μαρτυρία και των τριών, τα οποία αιτιολογούν επαρκώς, πιστεύω, τις παραπάνω διαπιστώσεις μου, ενώ, την ίδια ώρα αναδεικνύουν και διάφορους άλλους λόγους για τους οποίους θεωρώ πως δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία τους, για σκοπούς εξαγωγής ασφαλών συμπερασμάτων σε σχέση με τα βασικά επίδικα θέματα της υπόθεσης: Ειδικότερα: Ο ενάγοντας 1, για σκοπούς κυρίως εξέτασης υιοθέτησε ως μέρος της το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης (τεκμήριο 1), ενώ κατάθεσε και διάφορα τεκμήρια. Με τη γραπτή του δήλωση, μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής: Κατά ή περί την 7η 2.2007 συνήψαν γραπτή συμφωνία με την εναγόμενη με την οποία ανέλαβαν την ανέγερση της κατοικίας της. Τη συμφωνία υπόγραψε προσωπικά ο ίδιος, αλλά ήταν και εκ μέρους των εναγόντων
  5. Η εν λόγω συμφωνία ετοιμάστηκε από το Μάριο Θεοδώρου και οι ακόλουθοι (μεταξύ άλλων) ήταν ρητοί όροι της συμφωνίας: (α) Οι ενάγοντες αναλάμβαναν να ανεγείρουν κατοικία συμφώνως των σχεδίων και όρων του επιβλέποντα μηχανικού, Μάριου Θεοδώρου. (β) Το κόστος για την ανέγερση της κατοικίας ανερχόταν στο ποσό των £166.000,00 (βάση δελτίου ποσοτήτων) και £7.000,00 (βάση ποσών πρόνοιας), πλέον Φ.Π.Α. (γ) Ανέλαβαν να αποπερατώσουν την κατοικία σε διάστημα 12 μηνών από την ημερομηνία της συμφωνίας και σε περίπτωση καθυστέρησης, θα πληρώνανε το ποσό των £50,00 ημερησίως, ως αποζημίωση. Παρατηρώ τα εξής: Πρόκειται για το τεκμήριο 4 η παραπάνω επίδικη συμφωνία, με τίτλο «ΣΥΜΦΩΝΗΤΙΚΟ ΕΓΓΡΑΦΟ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ», η οποία συνάφθηκε μεταξύ του ενάγοντα 1, υπό την ιδιότητά του ως εργολάβου και της εναγόμενης, υπό την ιδιότητά της ως εργοδότη, φέρει τη μονογραφή του ενάγοντα υπό την ίδια ιδιότητα (του εργολάβου) στις πρώτες τρεις σελίδες και την υπογραφή και των δύο συμβαλλόμενων στην τελευταία σελίδα (υπ' αριθμό 4) και πουθενά στο έγγραφο αναφέρεται ότι ο ενάγοντας 1 συμβάλλεται και εκ μέρους των εναγόντων
  6. Το πόσο εκτεθειμένος είναι στην προσπάθειά του να αποδώσει ερμηνεία ή νόημα που δεν προκύπτει από το περιεχόμενο του υπό αναφορά εγγράφου είναι ολοφάνερο. Αυτό είναι και το πρώτο παράδειγμα της σύγκρουσής του με το περιεχόμενο της πραγματικής μαρτυρίας. Εν πάση περιπτώσει, ότι η επίδικη συμφωνία για την εκτέλεση των οικοδομικών εργασιών στην κατοικία της εναγόμενης έγινε μεταξύ αυτής και του ενάγοντα 1 αποδεικνύεται και από τη σχετική αλληλογραφία που κατάθεσε ο τελευταίος κατά τη δίκη. Ειδικότερα: Ο δικηγόρος του Ντίνος Μαστορούδης, με την επιστολή του προς την εναγόμενη, ημερομηνίας 29.1.2008 (τεκμήριο 6) στην πρώτη παράγραφο αναφέρει τα εξής: «Έχουμε εντολή από τον πελάτη μας Γεώργιο Θεοδώρου, Εργολάβου δυνάμει Συμφωνητικού Εγγράφου Οικοδομικής Εργασίας ημερ. 07/02/2007 της υπό ανέγερση κατοικίας σας στην περιοχή Απ. Πέτρου & Παύλου στην Λεμεσό να σας πληροφορήσω τα κάτωθι:» Η εναγόμενη, με την επιστολή του δικηγόρου της προς τον ενάγοντα 1, ημερομηνίας 14.2.2008 (τεκμήριο 7) προέβη σε τερματισμό της επίδικης συμφωνίας, ημερομηνίας 7.2.2007, για τους λόγους που αναφέρονται στην εν λόγω επιστολή. Της υπό αναφορά επιστολής προηγήθηκε η αποστολή προς τον ενάγοντα 1, της επιστολής του επιβλέποντα μηχανικού του επίδικου έργου, Μάριου Θεοδώρου (τεκμήριο 5), ο οποίος, με αναφορά στο επίδικο συμβόλαιο, για λόγους που αναφέρει καταληκτικά καλεί τον ενάγοντα να τερματίσει τις υπηρεσίες του στο έργο. Η επιστολή του δικηγόρου της εναγόμενης (τεκμήριο 7) έτυχε απάντησης με την επιστολή του δικηγόρου του ενάγοντα 1, ημερομηνίας 18.2.2008 (τεκμήριο 8). Με αυτή, ο δικηγόρος Παναγιώτης Κουζούπης απευθύνεται στο συνάδελφό του κατόπιν οδηγιών του ενάγοντα 1, για να απαντήσει όπως λέει στην επιστολή του κ. Κωνσταντινίδη για τερματισμό του μεταξύ του ενάγοντα 1 και της εναγόμενης συμφωνητικού εγγράφου (τεκμήριο 4). Ο κ. Κουζούπης, μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής: Ο πελάτης του αρνείται τους ισχυρισμούς και/ή λόγους που προβάλλει η εναγόμενη για τερματισμό του συμφωνητικού εγγράφου. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι το ποσό που του οφείλει η εναγόμενη είναι πολύ μεγαλύτερο εκείνου που η ίδια θεωρεί ότι του οφείλει. Ακολούθως πληροφορείται η εναγόμενη, ότι, μόλις προμηθεύσει τον ενάγοντα 1 με όλα τα υλικά για την τοποθέτηση των κεραμικών και/ή πατωμάτων, αυτός θα αναλάβει αμέσως εργασία για την αποπεράτωση της οικοδομής, πολύ σύντομα. Τέλος, η εναγόμενη πληροφορείται μέσω των δικηγόρων της ότι ο ενάγοντας 1 την καθιστά υπεύθυνη για την καταβολή αποζημιώσεων εξαιτίας της εκ μέρους της μονομερούς και αδικαιολόγητης παραβίασης και τερματισμό της μεταξύ τους συμφωνίας, ημερομηνίας 7.2.
  7. Ότι η επίδικη συμφωνία έγινε μεταξύ του ενάγοντα 1 και της εναγόμενης προκύπτει ευθέως και από το θέμα των δύο επιστολών που απέστειλαν οι τρίτοι, κατά σειρά, δικηγόροι του ενάγοντα (τεκμήρια 12 και 14). Και οι δύο αυτές επιστολές, οι οποίες απευθύνονται στους δικηγόρους της εναγόμενης έχουν θέμα «Συμφωνία ανέγερσης κατοικίας ημερομηνίας 7/2/2007 μεταξύ Ιλιάδας Παπαιωάννου και Γεώργιου Θεοδώρου», ενώ στην πρώτη, οι δικηγόροι του ενάγοντα 1 αναφέρονται ευθέως ότι ενεργούν εκ μέρους και για λογαριασμό του. Και κάτι ακόμη. Πουθενά στο έγγραφο (τεκμήριο 4) αναφέρεται ότι οι ενάγοντες αναλαμβάνουν να ανεγείρουν την κατοικία της εναγόμενης κ.λ.π., όπως αναληθώς ισχυρίζεται ο ενάγοντας. Η πραγματική αναφορά που υπάρχει στο έγγραφο είναι ότι ο εργολάβος (δηλαδή ο ενάγοντας 1) αναλαμβάνει την εκτέλεση των εργασιών στην οικοδομή του εργοδότη (δηλαδή της εναγόμενης). Εν πάση περιπτώσει, με απλή ανάγνωση του εγγράφου είναι φανερό ότι οι ενάγοντες 2, πουθενά αναφέρονται σ' αυτό κάτω από οποιαδήποτε ιδιότητα. Από τα παραπάνω είναι σαφές, ότι, για οτιδήποτε ισχυρίστηκε ο ενάγοντας συναφώς με τις επίδικες εργασίες που ανέλαβε να εκτελέσει ο ίδιος, δυνάμει της επίδικης συμφωνίας που συνήψε για το σκοπό αυτό με την εναγόμενη, στο βαθμό που εμπλέκει και τους ενάγοντες 2 ή μόνο αυτούς, η μαρτυρία του απορρίπτεται ως αναξιόπιστη. Η εναγόμενη αναφέρει ακόμη στη γραπτή του δήλωση, σε διάφορες ημερομηνίες, τους κατέβαλε το συνολικό ποσό των €159.925,00 (£96.300,00) για τις εκτελεσθείσες οικοδομικές εργασίες και εξακολουθεί να τους οφείλει το ποσό των €54.571,
  8. Για τα ποσά που πληρώθηκαν από την εναγόμενη προστίθεται, εκδόθηκαν διατακτικά από τον επιβλέποντα μηχανικό και αποδείξεις από τους ενάγοντες
  9. Συγκεκριμένα, εκδόθηκαν από αυτούς οι τέσσερις αποδείξεις (που συνθέτουν σε δέσμη το τεκμήριο 11), ημερομηνίας 21.3.2007 για το ποσό των £23.000,00 η πρώτη, ημερομηνίας 22.5.2007, για το ποσό των £23.000,00 η δεύτερη, ημερομηνίας 3.7.2007, για το ποσό των £20.000,00 η τρίτη και τέλος, ημερομηνίας 6.12.2007, για το ποσό των £27.600,00 η τέταρτη. Ωστόσο, αντεξεταζόμενος σε σχέση με τις πληρωμές που του έκανε η εναγόμενη και συγκεκριμένα, ερωτηθείς αν θυμάται πόσα του έδωσε, «Δε θυμούμαι πόσα μου έδωκε. Έχει 7 χρόνια, πού να θυμηθώ;» ήταν η απάντησή του. Και το σημαντικότερο, ερωτηθείς στη συνέχεια εάν στις 7.2.2007, με βάση το διατακτικό αριθμός 1 πήρε £17.300,00 απάντησε ως εξής: «Σύμφωνα με το διατακτικό πήρα. Αν έχει διατακτικό μέσα, βαστά το η κυρία Παπαϊωάννου.» Δεδομένου ότι συγκεκριμένο ποσό δεν περιλαμβάνεται στο συνολικό ποσό των £93.600,00, που σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με τις σχετικές αποδείξεις είσπραξης (τεκμήριο 11) είναι βέβαιο ότι ο ενάγοντας εισέπραξε από την εναγόμενη για τις εκτελεσθείσες εργασίες, σε συνδυασμό και με την ομολογία του πως δε θυμόταν πόσα του έδωσε η εναγόμενη είναι φανερό πως δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του για σκοπούς εξαγωγής ασφαλούς συμπεράσματος σε σχέση, είτε με το συνολικό ποσό που του κατέβαλε η εναγόμενη για τις εκτελεσθείσες εργασίες είτε με το ποσό που του οφείλει η εναγόμενη (αν του οφείλει) αναφορικά με αυτές. Σε σχέση με το δεύτερο υπάρχει και συνέχεια. Τίθεται το ερώτημα ποιο είναι το πραγματικό ποσό που του οφείλει η εναγόμενη για τις εκτελεσθείσες οικοδομικές εργασίες. Το ποσό των €64.585,31, για το οποίο και οι δύο ενάγοντες ζητούν την έκδοση σχετικής απόφασης με την αγωγή, το ποσό των €54.571,71, για το οποίο ζητά ο ίδιος την έκδοση απόφασης με τη γραπτή του δήλωση, το ποσό €29.046,22, πλέον οι extra εργασίες που ζήτησε ο δικηγόρος του με την επιστολή του προς τους δικηγόρους της εναγόμενης (τεκμήριο 8), είτε τέλος, το ποσό των €86.640,67 που αναφέρεται στην έκθεση (τεκμήριο 10) του επιμετρητή ποσοτήτων Ηλίκκου Κυριάκου (Μ.Ε.2) καθώς και στην επιστολή των δικηγόρων του ενάγοντα προς τους δικηγόρους της εναγόμενης (τεκμήριο 12); Ούτε και μου διαφεύγει ο ισχυρισμός του ότι έκαμε λάθος ο δικηγόρος του και γι' αυτό ζητά περισσότερα απ' ό, τι ο ίδιος με την αγωγή, τη στιγμή που ο δικηγόρος του, πέραν από το προφανές, ότι δηλαδή, στον ουσιώδη χρόνο ενεργούσε κατόπιν οδηγιών του, το ποσό που ζητά με τη συγκεκριμένη επιστολή βασίζεται στην έκθεση του επιμετρητή ποσοτήτων (Μ.Ε.2), στον οποίο ο ενάγοντας ανάθεσε να κοστολογήσει την αξία των εκτελεσθεισών εργασιών στην επίδικη οικοδομή της εναγόμενης, οπότε τίθεται και το ερώτημα, με ποια λογική, εάν ο δικηγόρος του έκαμε λάθος, δεν έκανε λάθος και επιμετρητής ποσοτήτων τον οποίο παρουσίασε ο ίδιος στο Δικαστήριο ως μάρτυρα, τη στιγμή μάλιστα που, λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο της σχετικής έκθεσής του είναι σαφές ότι αποτελεί τη θεμελιακή βάση της υπό κρίση αγωγής; Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε πως όταν τερματίστηκαν οι εργασίες στην επίδικη οικοδομή της εναγόμενης, αυτές ήταν συμπληρωμένες σε ποσοστό, 90% περίπου. Ο εν λόγω ισχυρισμός του έρχεται σε σύγκρουση με τον ισχυρισμό του επιμετρητή ποσοτήτων, ο οποίος, απαντώντας σε σχετική ερώτηση του δικηγόρου των εναγόντων ισχυρίστηκε ότι με βάση τη δική του εκτίμηση, ο εργολάβος αποπεράτωσε το 69,19, περίπου το 70% όλων των εργασιών. Το πόσο επισφαλές είναι να βασιστώ στη μαρτυρία του ενάγοντα καθώς και οι επιπτώσεις επί της αξιοπιστίας των δύο άλλων μαρτύρων που κατάθεσαν για την υπόθεση των εναγόντων καταφαίνονται απ' όσα ακολουθούν: Στην παράγραφο 7 της αγωγής εκτίθενται σε σχετικό πίνακα οι λεπτομέρειες των εκτελεσθεισών εργασιών και στην παράγραφο 8, σε άλλο πίνακα, οι λεπτομέρειες των extra εργασιών των εναγόντων. Και στις δύο περιπτώσεις, μέχρι και το Φλεβάρη του 2008 που οι ενάγοντες, όπως είναι η θέση τους, αναγκάστηκαν από την εναγόμενη να εγκαταλείψουν τις εργασίες τους. Στον πρώτο πίνακα και συγκεκριμένα στον αριθμό 9 αναγράφεται το ποσό των £12.923,00, με το οποίο οι ενάγοντες χρέωσαν την εναγόμενη για τα δάπεδα και τις επενδύσεις. Αντεξεταζόμενος ο ενάγοντας, αναλύοντας το ποσό αυτό ισχυρίστηκε πως είναι πέτρα που έφερνε η εναγόμενη και την τοποθετούσαν οι ίδιοι, εργασία που δεν ήταν μέσα στα σχέδια, όπως ανάφερε χαρακτηριστικά. Ερωτηθείς στη συνέχεια, εάν η τοποθέτηση και μόνο της πέτρας στοίχισε £12.923,00 απάντησε περίπου ως εξής: «Δεν είναι μόνο η πέτρα. Είναι και τα δάπεδα που κάναμε γύρω και τα σίδερα, μετά βάλαμε το τσιμεντοκουγκρί και μετά τα κεραμικά, εκτός της συμφωνίας εκτός των σχεδίων» «Έχει πολλά άλλα extra πράγματα.» ισχυρίστηκε απαντώντας στην επόμενη ερώτηση. Εκτός του ότι η συγκεκριμένη εργασία (δάπεδα και επενδύσεις) περιλαμβάνεται στον πρώτο πίνακα και όχι στο δεύτερο, στον οποίο εκτίθενται οι κατ' ισχυρισμό των εναγόντων extra εργασίες, το ερώτημα τι αντιπροσωπεύει το ποσό των £2.784,00, με το οποίο οι ενάγοντες χρέωσαν την εναγόμενη για την εφαρμογή πέτρας που περιλαμβάνεται στο δεύτερο πίνακα (βλ. τον αριθμό 3) ως extra εργασία παρέμεινε αναπάντητο. Και φυσικά, το επακόλουθο ερώτημα που τίθεται είναι και πόσο αξιόπιστοι μπορεί να είναι οι άλλοι δύο μάρτυρες των εναγόντων, οι οποίοι, (όπως και ο ενάγοντας 1 φυσικά) χωρίς να παρουσιάσουν στο Δικαστήριο, ούτε τα σχέδια μα ούτε και την προσφορά του εργολάβου, που μαζί με το συμφωνητικό έγγραφο (τεκμήριο 4), όπως αναφέρεται ρητά σ' αυτό δεσμεύουν τους διαδίκους και αποτελούν το συμβόλαιο της όλης εργασίας, συγκαταλέγουν την εργασία «δάπεδα - επενδύσεις» ανάμεσα στις διάφορες εργασίες που ο ενάγοντας εκτέλεσε με βάση την επίδικη συμφωνία του με την εναγόμενη. Και κάτι ακόμη. Αφού, όπως ισχυρίστηκε ο ενάγοντας, για την ίδια πάντοτε εργασία («δάπεδα - επενδύσεις»), εν τέλει αυτή δεν ολοκληρώθηκε, μιας και έμειναν 17 μέτρα κεραμικά και ορισμένα κουτσοδούλια, με ποια λογική ο επιμετρητής ποσοτήτων αναφέρει στην έκθεσή του και ο ίδιος με τη μαρτυρία του καθώς και με την αγωγή του, ότι η εν λόγω εργασία εκτελέστηκε πλήρως; Τέλος, πόσο ορθή είναι η εργασία καταγραφής των εκτελεσθεισών εργασιών από τον πολιτικό μηχανικό (Μ.Ε.3), ο οποίος, βοηθούμενος από τον ενάγοντα, υποτίθεται ότι προέβηκε στη συγκεκριμένη εργασία κατόπιν οδηγιών του Μ.Ε.2, ο οποίος, ακολούθως προέβηκε στην ετοιμασία της σχετικής έκθεσής του (τεκμήριο 10), βασισμένος στα στοιχεία που του παρέδωσε ο εν λόγω μάρτυρας; Το γεγονός ότι ο ενάγοντας, όταν κλήθηκε να δώσει διευκρινήσεις σε σχέση με συγκεκριμένες εργασίες που αναφέρονται στην αγωγή ως εκτελεσθείσες ισχυριζόταν πως δε θυμόταν αποτελεί ακόμη ένα λόγο για τον οποίο δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του, για την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων για τα πλέον βασικά επίδικα θέματα της υπόθεσης. Τέλος, για την ομολογία του πως δεν υπάρχει γραπτή συμφωνία που να διαλαμβάνει για τις extra εργασίες επί της επίδικης οικοδομής, θα αναφερθώ σε κατοπινό στάδιο. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ προκειμένου να αιτιολογήσω την κρίση μου αναφορικά με την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του ενάγοντα ως μάρτυρα. Ο Μ.Ε.2 Ηλίκκος Κυριάκου είναι εγκεκριμένος επιμετρητής ποσοτήτων με αδιαμφισβήτητα προσόντα από την εναγόμενη. Παρόλα αυτά, για λόγους που εν μέρει έχουν αναφερθεί στο πλαίσιο αξιολόγησης της μαρτυρίας του ενάγοντα 1 και για όσους ακολουθούν, δεν μπορώ να δεχθώ το ουσιαστικό μέρος της μαρτυρίας του, που ασφαλώς έγκειται σε όσα αναφέρει στην έκθεση που έχει ετοιμάσει αναφορικά με τις εκτελεσθείσες εργασίες στην επίδικη οικοδομή της εναγόμενης, κατά το χρόνο διακοπής τους από την εναγόμενη. Ο μάρτυρας, στην κυρίως εξέταση, μεταξύ άλλων ανάφερε και τα εξής: Όταν τον επισκέφθηκε ο ενάγοντας, του ζήτησε να ετοιμάσει ένα τελικό λογαριασμό για το έργο μέχρι το στάδιο διακοπής των εργασιών. Για να διενεργήσει τη συγκεκριμένη εργασία έλαβε υπόψη τα σχέδια του έργου και μία χειρόγραφη αναλυτική προσφορά για το τελικό κόστος του έργου που του είχε προσκομίσει ο ενάγοντας. Επειδή τη συγκεκριμένη περίοδο ήταν απασχολημένος, δε μετέβηκε προσωπικά στην οικία της εναγόμενης, αλλά ανάθεσε στον επόμενο μάρτυρα (Μ.Ε.3) που είναι εξωτερικός συνεργάτης του να έρθει στο γραφείο του να του δώσει οδηγίες, τι πληροφορίες έπρεπε να του φέρει για να μπορέσει να ετοιμάσει την έκθεσή του. Συγκεκριμένα, του είχε ζητήσει βάσει της αναλυτικής προσφοράς που είχαν, όταν επισκεφθεί το εργοτάξιο να καταγράψει τις εκτελεσθείσες εργασίες μέχρι το στάδιο που είχαν διακοπεί. Πρόκειται για το τεκμήριο 10 η έκθεσή του και επεξηγώντας την, με αναφορά στη δεύτερη σελίδα ισχυρίστηκε ότι η πρώτη στήλη με τίτλο «ποσό συμβολαίου» αντιπροσωπεύει τα ποσά της αρχικής προσφοράς για τις διάφορες εργασίες και η δεύτερη στήλη είναι το ποσό της συγκεκριμένης εργασίας που είχε εκτελεστεί μέχρι το στάδιο της διακοπής. Σε ό, τι αφορά τις μη αποπερατωθείσες εργασίες, ο βοηθός του κατέγραψε τι υπολειπόταν ακόμη για να τελειώσουν. Αναφορικά με τις extra εργασίες, οι οποίες περιλαμβάνονται στη σελίδα 3 της έκθεσής του, αυτές, με ό, τι έγγραφα είχε στα χέρια του έχουν κοστολογηθεί με τιμές μονάδων που ίσχυαν την περίοδο που ανεγειρόταν η επίδικη οικοδομή. Αντεξεταζόμενος, όταν κλήθηκε να δείξει τα σχέδια που έλαβε υπόψη για να ετοιμάσει την έκθεση του, τα οποία, όπως ανάφερε στην κυρίως εξέταση, του έδωσε ο ενάγοντας 1, «Ό, τι μου έδωσε ο κύριος Θεοδώρου για να του ετοιμάσω την έκθεση, του τα επέστρεψα, έτσι κάνουμε με όλους του πελάτες μας.» απάντησε. Υπενθυμίζω απλώς ότι ο ενάγοντας, όταν αντεξεταζόμενος ρωτήθηκε αν έχει τα σχέδια και τους όρους ισχυρίστηκε ότι τα σχέδια τα κρατούσαν οι εργολάβοι που έκαναν τις δουλειές. Πέραν από την προφανή αντίφαση μεταξύ των δύο θεωρώ πως, εάν ο μάρτυρας βασιζόταν σε οποιαδήποτε σχέδια για σκοπούς ετοιμασίας της έκθεσής του, δεδομένης της φύσης και του περιεχομένου της, η παρουσία των σχεδίων στο Δικαστήριο και γενικά κάθε εγγράφου που έλαβε υπόψη για σκοπούς ετοιμασίας της έκθεσής του αποτελούσε αναγκαίο όρο εκ των ων ουκ άνευ για σκοπούς ελέγχου της ορθότητας της εργασίας του και γενικά όσων αναφέρει στην έκθεσή του. Το γεγονός ότι τίποτε από αυτά έχει τεθεί ενώπιόν μου καθιστά το περιεχόμενο της έκθεσής τους εντελώς αστήριχτο και ατεκμηρίωτο, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ληφθεί καθόλου υπόψη, ιδιαίτερα, αν ληφθεί υπόψη, ότι, ενώ δεν μετέβηκε ο ίδιος στην επίδικη κατοικία της εναγόμενης, για καταγραφή των εκτελεσθεισών εργασιών, αλλά ο Μ.Ε.3, στον οποίο ανάθεσε τη συγκεκριμένη εργασία, ούτε και αυτός έθεσε ενώπιόν μου, έστω τις σημειώσεις που τηρούσε αναφορικά με τις διαπιστώσεις του, στο περιεχόμενο των οποίων βασίζεται η έκθεση του Μ.Ε.
  10. Για να το πω και διαφορετικά, ο μάρτυρας, ενώ κατάθεσε ως εμπειρογνώμονας, κατά παράβαση πάγιας νομολογιακής αρχής, παρέλειψε να με εφοδιάσει με τα αναγκαία στοιχεία και/ή δεδομένα που θα μου επέτρεπαν να καταλήξω στα δικά μου συμπεράσματα για ό, τι κλήθηκε να καταθέσει ο ίδιος, υπό την ιδιότητά του ως εμπειρογνώμονα. Για να συνεχίσω, κληθείς από το δικηγόρο της εναγόμενης να πει εάν η χειρόγραφη προσφορά που του είχε δώσει ο ενάγοντας ήταν υπογραμμένη απάντησε ως εξής: «Όχι. Για να είμαι συγκεκριμένος ζήτησα για να είμαι επαγγελματίας, ζήτησα του κύριου Θεοδώρου την προσφορά αυτή, του λέω υπογραμμένη, μου λέει την δακτυλογράφησα και την υπόγραψα και την έχει ο αρχιτέκτονας του έργου.» Με όλο το σεβασμό προς το μάρτυρα, θεωρώ πως, εάν ήθελε να λειτουργούσε ως επαγγελματίας, το ελάχιστο που όφειλε να κάνει ήταν να κρατήσει κάποιο αντίγραφο του συνόλου των εγγράφων που χρησιμοποίησε ή γενικά έλαβε υπόψη για σκοπούς ετοιμασίας της σχετικής έκθεσής του, τα οποία επίσης όφειλε να παρουσιάσει μαζί με την έκθεσή του στο Δικαστήριο και όχι να ισχυρίζεται ότι τα επέστρεψε στον ενάγοντα, όπως κάνουν με όλους τους πελάτες. Και πώς μπορώ να γνωρίζω ότι η ανυπόγραφη προσφορά επί της οποίας βασίστηκε ο ίδιος είναι αυτή που εν τέλει υποβλήθηκε στην εναγόμενη και ότι έγινε αποδεκτή από την τελευταία ως είχε υποβληθεί; Και, αν υποτεθεί ότι όντως ο ενάγοντας τον εφοδίασε με τα έγγραφα που ανάφερε ο ίδιος τα οποία του επέστρεψε, γιατί δεν κράτησε τουλάχιστον τη χειρόγραφη κατάσταση που του έδωσε ο Μ.Ε.3, στον οποίο ανάθεσε να μεταβεί επί τόπου και να καταγράψει τις εκτελεσθείσες εργασίες; Ούτε και μπορώ ασφαλώς να δεχθώ ότι ο λόγος που δεν είχε τις σημειώσεις που του έδωσε ο Μ.Ε.3 είναι γιατί έκανε την έκθεσή του. Και ποιος μπορεί να βεβαιώσει ότι μετέφερε ορθά στην έκθεσή του τα διάφορα στοιχεία που περιέχονταν στις εν λόγω σημειώσεις; Υπενθυμίζω απλώς, ότι, στην έκθεσή του, στη στήλη με τις εκτελεσθείσες εργασίες βάσει συμβολαίου, περιλαμβάνονται και οι εργασίες «δάπεδα - επενδύσεις» που ο ενάγοντας ισχυρίστηκε και επέμενε πως είναι extra εργασίες, τις οποίες μάλιστα έχει χρεώσει με το ουχί ευκαταφρόνητο ποσό των £12.923,
  11. Και φυσικά, το εύλογο ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: Πώς μπορώ να δεχθώ τη συγκεκριμένη χρέωση, τη στιγμή που κατά το μάρτυρα αφορά σε εργασίες προβλεπόμενες βάσει συμβολαίου, επομένως, δεδομένου ότι έχουν εκτελεστεί πλήρως, το ποσό της χρέωσης είναι το αντίστοιχο της αρχικής προσφοράς (με αυτό τον τρόπο υπολόγισε τα ποσά που εμφαίνονται στις δύο στήλες στη σελίδα 2 που περικλείει τις εκτελεσθείσες εργασίες βάσει συμβολαίου, όπως είπε απαντώντας σχετική ερώτηση που του υποβλήθηκε στο στάδιο της κυρίως εξέτασης) ενώ, αν είναι extra εργασίες, όπως είναι η θέση του ενάγοντα, κατά το μάρτυρα και πάλιν, θα έπρεπε να είχαν κοστολογηθεί με τιμές μονάδος που ίσχυαν την περίοδο που ανεγειρόταν η οικοδομή; Ακόμη ένα στοιχείο που αποδεικνύει όχι μόνο πόσο επισφαλές είναι να βασιστώ στην έκθεση του μάρτυρα, αλλά, πιθανότατα και ότι είναι ανυπόστατο το περιεχόμενό της είναι η απάντηση του μάρτυρα, όταν κλήθηκε να αναλύσει την πρώτη από τις εργασίες βάσει συμβολαίου «προκαταρτικά», για την οποία η τιμή χρέωσης σύμφωνα με τη σχετική δεύτερη στήλη στην έκθεσή του είναι £2.677,
  12. «Τι είναι αυτά τα προκαταρκτικά τα οποία εσύ στη συγκεκριμένη οικοδομή εκτίμησες ότι εκτελέστηκε εργασία αξίας £2.677,00;» ήταν μία από τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν. Και η απάντησή του: «Εφόσον μου έχει δοθεί ένα συγκεκριμένο κατ' αποκοπή ποσό 3.950 και ξέρω τι περιλαμβάνουν τα προκαταρκτικά, τι εργασίες συνήθως σαν επιμετρητής είναι, μπορεί να είναι ασφάλειες, νερό για τις εργασίες, ηλεκτρισμός για τις εργασίες, εγγυητικές ίσως. » Ερωτηθείς στη συνέχεια εάν του δόθηκε είτε από τον ενάγοντα 1 είτε από το Μ.Ε.3 οποιαδήποτε απόδειξη σε σχέση με τα προκαταρκτικά απάντησε αρνητικά. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ, για να διαφανεί ότι ο μάρτυρας υπόθεση είναι που έκανε επί του προκειμένου και όχι εκτίμηση ή υπολογισμό της συγκεκριμένης εργασίας, οπότε το ποσό με το οποίο την έχει χρεώσει είναι εντελώς αυθαίρετο. Για τους ίδιους περίπου λόγους για τους οποίους απορρίπτω τη μαρτυρία του προηγούμενου μάρτυρα απορρίπτω και αυτή του επόμενου (Μ.Ε.3) Γιάννη Χριστοδούλου, που επίσης κατάθεσε ως εμπειρογνώμονας. Πρόκειται για τον εξωτερικό συνεργάτη του προηγούμενου μάρτυρα, αλλά και συγγενή του ενάγοντα 1, ο οποίος ανέλαβε να καταγράψει τις εκτελεσθείσες εργασίες στην κατοικία της εναγόμενης, στην οποία, όπως ανάφερε μετέβη για το σκοπό αυτό με τον ενάγοντα έχοντας μαζί τους και τα κατασκευαστικά σχέδια. Φυσικά, διερωτώμαι πώς μπορεί να είχαν μαζί τους τα κατασκευαστικά σχέδια, τη στιγμή που ο ενάγοντας, αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι ενώ ήταν στην οικοδομή με το μάρτυρα βρήκαν εκεί κάτι παλιοσχέδια και τα πήραν στο Μ.Ε.
  13. Το μέγεθος της αντίφασης είναι ολοφάνερο. Ο ισχυρισμός του ότι δεν του είχε διευκρινιστεί ούτε από τον προηγούμενο μάρτυρα μα ούτε και από τον ενάγοντα που είναι και ξάδελφος του, για ποιο λόγο ήθελαν να καταμετρήσει τις εκτελεσθείσες εργασίες, ως επίσης και πως ούτε και γνώριζε ότι υπήρχε διαφορά μεταξύ του εργολάβου και του ιδιοκτήτη του έργου είναι τόσο παράλογος οπότε και δεν μπορεί να γίνει πιστευτός. Τον εντάσσω στο πλαίσιο της προσπάθειάς του να με πείσει ότι, απόδειξη πως έκανε ό, τι ισχυρίστηκε πως έκανε στον ουσιώδη χρόνο, αλλά και ότι το έκανε με ορθό, δίκαιο και αντικειμενικό τρόπο είναι και το «γεγονός» ότι, αφού δε γνώριζε το λόγο που του ανατέθηκε να εκτελέσει τη συγκεκριμένη εργασία, δεν είχε λόγο ή κίνητρο να μην είναι αντικειμενικός ή να θέλει να ευνοήσει τον ξάδελφο του, δίδοντας στο Μ.Ε.2 στοιχεία που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ, προκειμένου να αναδείξω το μέγεθος της αναξιοπιστίας και αυτού ως μάρτυρα, του οποίου τη μαρτυρία απορρίπτω συνολικά. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω ευρημάτων μου θεωρώ πως, τα μόνα ουσιαστικά γεγονότα που με ασφάλεια μπορώ να πω ότι έλαβαν χώρα στον ουσιώδη χρόνο είναι τα εξής: Στις 7.2.2007 συνάφθηκε γραπτή συμφωνία μεταξύ του ενάγοντα 1 και της εναγόμενης (τεκμήριο 4) με την οποία ο ενάγοντας που είναι αδειούχος εργολήπτης οικοδομικών έργων (βλ. το τεκμήριο 16 η σχετική άδεια) ανέλαβε την ανέγερση μίας κατοικίας, ιδιοκτησίας της εναγόμενης, η οποία βρίσκεται στην περιοχή Αποστόλων Πέτρου και Παύλου στη Λεμεσό. Το συμφωνητικό έγγραφο (τεκμήριο 4), τα σχέδια και η προσφορά του εργολάβου αποτελούσαν το συμβόλαιο της όλης εργασίας και οι διάδικοι δεσμεύονταν μεταξύ τους με όλα αυτά τα έγγραφα. Το επίδικο έργο θα εκτελείτο υπό την επίβλεψη του αρχιτέκτονα - μηχανικού Μάριου Θεοδώρου. Η επίδικη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων διαλαμβάνει ότι καμιά εργασία θα αναγνωρίζεται σαν επιπλέον «ΕΞΤΡΑ» εργασία, εάν δεν έγινε κατόπιν γραπτής συμφωνίας - εγκρίσεως τους εργοδότη, δηλαδή της εναγόμενης, συνυπογραμμένης και από τον επιβλέποντα μηχανικό. Στο ίδιο έγγραφο απαριθμούνται και οι ακόλουθοι, μεταξύ άλλων, όροι: Ο εργολάβος αναλαμβάνει την εκτέλεση των εργασιών στην οικοδομή του εργοδότη συμφώνως των σχεδίων και των όρων του επιβλέποντα μηχανικού (1ος όρος). Ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει στον εργολάβο το ποσό των £166,000,00 (βάσει δελτίων ποσοτήτων) και £7.000,00 (βάσει ποσών πρόνοιας), πλέον Φ.Π.Α. (3ος όρος - μέρος- ). Ο εργολάβος υποχρεούται να εκτελέσει το έργο σε διάστημα 12 μηνών το αργότερο από την ημερομηνία της συμφωνίας (3ος όρος - μέρος - ). Ο 5ος όρος διαλαμβάνει κατά λέξη τα εξής: «Παραλείψεις εργασιών που αναφέρονται στα σχέδια και τους Τεχνικούς όρους καθώς επίσης εκτέλεση έξτρα εργασιών που δεν αναφέρονται στα σχέδια και προσφορά του εργολάβου, θα γίνονται κατόπιν γραπτής συμφωνίας ΕΠΙΒΛΕΠΟΝΤΑ - ΕΡΓΟΔΟΤΗ - ΕΡΓΟΛΑΒΟΥ. Στην συμφωνία θα αναφέρεται και το ποσό της προσθαφαιρέσεως.» Αποτελεί εύρημά μου, ότι, μολονότι εκτελέστηκαν και extra εργασίες στην επίδικη κατοικία της εναγόμενης (γεγονός το οποίο προκύπτει και από τον τρόπο με τον οποίο αντεξέτασε και τους τρεις μάρτυρες των εναγόντων ο ευπαίδευτος δικηγόρος της εναγόμενης, αλλά και έμμεσα, από το περιεχόμενο της παραγράφου 16 της υπεράσπισης), εντούτοις, ουδεμία γραπτή συμφωνία συναφώς με αυτές έχει γίνει, επομένως, σε εφαρμογή όσων έχουν συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων (ανωτέρω), οι εργασίες αυτές, δεν αναγνωρίζονται για κανένα λόγο ή σκοπό. Ενώ δεν υπάρχει αποδεκτή μαρτυρία αναφορικά με την αξία των εκτελεσθεισών εργασιών επί της επίδικης κατοικίας της εναγόμενης βρίσκω ότι η εναγόμενη, αναφορικά με αυτές, σε διάφορες ημερομηνίες κατέβαλε το συνολικό ποσό των €189.483,90 (£110,900,00), αναλυτικά, όπως αναφέρεται στο πλαίσιο αξιολόγησης της μαρτυρίας του ενάγοντα. Βασικά, το ποσό αυτό προκύπτει αθροιστικά προσθέτοντας στο ποσό των £93.600,00 που κατέβαλε η εναγόμενη δυνάμει των σχετικών αποδείξεων - τεκμήριο 11 - και το ποσό των £17.300,00 που ο ενάγοντας παραδέχθηκε ότι του έδωσε η εναγόμενη στις 7.2.
  14. Τέλος, η επίδικη συμφωνία ημερομηνίας 7.2.2007 (τεκμήριο 4) τερματίστηκε από την εναγόμενη με την επιστολή των δικηγόρων της προς τον ενάγοντα 1, ημερομηνίας 14.2.2008 (τεκμήριο 7). Της εν λόγω επιστολής προηγήθηκε η αποστολή στον ενάγοντα 1 της επιστολής του επιβλέποντα μηχανικού του επίδικου έργου, ημερομηνίας 7.2.2008 (τεκμήριο 5) με την οποία, καταληκτικά ζήτησε από τον ενάγοντα να τερματίσει τις υπηρεσίες του στο επίδικο έργο. Εν πάση περιπτώσει, ότι η επίδικη συμφωνία, ανεξαρτήτως υπαιτιότητας τερματίστηκε από την εναγόμενη αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών (βλ. την παράγραφο 7 της έκθεσης απαίτησης σε συνδυασμό με την παράγραφο 7 της υπεράσπισης). Ό, τι απομένει να κριθεί είναι κατά πόσο ο ενάγοντας 1 που είναι και ο μόνος που νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα αγωγή (αφού, για όλους τους λόγους που αναφέρονται στο πλαίσιο αξιολόγησης της μαρτυρίας του, μαζί του είναι που συμβλήθηκε η εναγόμενη για την ανέγερση της κατοικίας της) δικαιούται στην καταβολή οποιουδήποτε περαιτέρω ποσού από την τελευταία για τις εκτελεσθείσες εργασίες στην επίδικη κατοικία της. Η απάντηση στο ερώτημα είναι καταφατική. Για δύο λόγους θεωρώ ότι ο ενάγοντας 1 δικαιούται στην έκδοση απόφασης για το ποσό των €11.114,
  15. Καταρχήν ότι η ενάγουσα οφείλει το εν λόγω ποσό αποτελεί και δικογραφημένη θέση της. Παραπέμπω στην παράγραφο 12 της υπεράσπισης, με την οποία ισχυρίζεται ότι στο τελευταίο διατακτικό που εξέδωσε ο επιβλέπων μηχανικός κατά τον τερματισμό των εργασιών του ενάγοντα 1 και το οποίο αφορά το ποσό των €11.114,74 περιλαμβάνονταν εκτελεσθείσες εργασίες καθώς και οι επιπλέον εργασίες. Παραπέμπω ακόμη και στην παράγραφο 15 της υπεράσπισης, με την οποία ισχυρίζεται ότι με την επιστολή του δικηγόρου της, ημερομηνίας 14.2.2008 ενημέρωσε τον ενάγοντα 1 ότι μέχρι εκείνη την ημερομηνία το οφειλόμενο ποσό που αντιστοιχούσε στις εκτελεσθείσες εργασίες ανερχόταν σε €11.114,
  16. Μολονότι στη συνέχεια στην ίδια παράγραφο ισχυρίζεται ότι ο υπολογισμός του ποσού αυτού από την εναγόμενη και/ή τους αντιπροσώπους της έγινε πριν υπολογιστούν από τον επιβλέποντα μηχανικό οι κακοτεχνίες και/ή μη εκτελεσθείσες εργασίες στην οικοδομή και χωρίς να υπολογιστεί ο χρόνος καθυστέρησης στην παράδοση της οικοδομής, δεδομένου ότι τίποτα από αυτά έχει αποδειχθεί η παραδοχή της ότι οφείλει το συγκεκριμένο ποσό στον ενάγοντα, παραμένει αναλλοίωτη και εξακολουθεί να τη δεσμεύει. Πρόκειται για το τεκμήριο 7 η επιστολή των δικηγόρων της, με την οποία, όπως ισχυρίζεται ενημέρωσε τον ενάγοντα 1 ότι το ποσό που αντιστοιχούσε για τις εκτελεσθείσες εργασίες μέχρι και τις 14.2.2008 (ημερομηνία επιστολής) ανερχόταν σε €11.114,
  17. Όντως, με την εν λόγω επιστολή αναφέρεται τελείως ξεκάθαρα ότι η εναγόμενη αναγνωρίζει ότι οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα 1 για τις μέχρι την ημερομηνία αποστολής της επιστολής εκτελεσθείσες εργασίες, το ποσό των €11.114,
  18. Μάλιστα, ο ενάγοντας παρακαλείται να επικοινωνήσει με το γραφείο των δικηγόρων της εναγόμενης για διευθέτηση του εν λόγω ποσού. Η παραπάνω επιστολή έτυχε απάντησης με την επιστολή του δικηγόρου του ενάγοντα 1, ημερομηνίας 18.2.2008 (τεκμήριο 8). Με αυτή, ο δικηγόρος του ενάγοντα, μεταξύ άλλων πληροφορεί τους δικηγόρους της εναγόμενης ότι το ποσό που αυτή οφείλει στον ενάγοντα είναι κατά πολύ μεγαλύτερο του ποσού των €11.114,
  19. Την επομένη, 19.2.2008, οι δικηγόροι της εναγόμενης επανήλθαν στο θέμα και με την επιστολή του κ. Κωνσταντινίδη (τεκμήριο 9) που αποτελεί απάντηση στην επιστολή του δικηγόρου του ενάγοντα πληροφορούν το συνάδελφό τους και με τα εξής, μεταξύ άλλων: Ότι το ποσό των €11.114,74, το οποίο αναφέρουν στην επιστολή τους ημερομηνίας 14.2.2008, ως οφειλόμενο προς τον ενάγοντα προέρχεται από πλήρη ανάλυση του επιβλέποντα μηχανικού του έργου και σύμφωνα με τις εκτελεσθείσες εργασίες. Περαιτέρω, ότι η εναγόμενη θεωρεί εξωπραγματικό και αυθαίρετο το ποσό των €29.046,22 που ο ενάγοντας 1 ισχυρίζεται ότι του οφείλει για τις εκτελεσθείσες εργασίες και ως εκ τούτου το απορρίπτει και εμμένει στα ποσά που αναφέρονται στην επιστολή τους (€11.114,74 - £6.505,17 -). Έχοντας υπόψη το περιεχόμενο και των δύο αυτών επιστολών των δικηγόρων της εναγόμενης είναι σαφές ότι στην περίπτωσή της τυγχάνει εφαρμογής το κώλυμα λόγω καταχωρήσεων σε έγραφα, οπότε, αυτή, δε νομιμοποιείται να ισχυρίζεται πως δεν οφείλει στον ενάγοντα 1 το παραπάνω ποσό, για το οποίο αυτός δικαιούται στην έκδοση απόφασης. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αγωγή, στην έκταση που έχει αναφερθεί επιτυγχάνει. Εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα 1 και σε βάρος της εναγόμενης για το ποσό των €11.114,74, με νόμιμο τόκο επί του ποσού αυτού. Η αγωγή αναφορικά με τους ενάγοντες 2 απορρίπτεται. Αναφορικά με τα έξοδα παρατηρώ τα εξής: Ο ενάγοντας 1, ως επιτυχών διάδικος στην αγωγή δικαιούται και στα έξοδα της δίκης από την εναγόμενη. Ωστόσο, αυτό ισχύει και για την εναγόμενη η οποία δικαιούται στην καταβολή των εξόδων της από τους ενάγοντες 2, δεδομένου ότι η αγωγή σε σχέση με αυτούς απορρίφθηκε. Παρόλα αυτά, έχοντας υπόψη τη σχέση του ενάγοντα 1 με τους ενάγοντες 2 (εκ των ιδιοκτητών και διευθυντών τους) σε συνδυασμό και το γεγονός ότι και οι δύο ενάγοντες, σε όλα τα στάδια της διαδικασίας (από την καταχώρηση της αγωγής μέχρι σήμερα) εκπροσωπήθηκαν από τους ίδιους δικηγόρους θεωρώ ότι η πλέον δίκαιη υπό τις περιστάσεις διαταγή για έξοδα, την οποία εκδίδω είναι κάθε πλευρά να επωμιστεί τα δικά της. (Υπ.) . ........... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ-ΣΚ Subject: Civil/Other Actions /Final Αναφορά: Πολιτική - σύμβαση εκτέλεσης οικοδομικών εργασιών - τερματισμός της σύμβασης και αγωγή για υπόλοιπο εκτελεσθεισών εργασιών. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.