← Κύπρος

Παναγιώτας Μιλτιάδους ν. Μαρίας, άλλως Μαργαρέττα Μάρσα Stanley Cary, Αρ. Αγωγής: 5443/2009, 9/10/2014

Παναγιώτας Μιλτιάδους ν. Μαρίας, άλλως Μαργαρέττα Μάρσα Stanley Cary, Αρ. Αγωγής: 5443/2009, 9/10/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A353 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5443/2009 Μεταξύ: Παναγιώτας Μιλτιάδους, από τη Λεμεσό Ενάγουσας και Μαρίας, άλλως Μαργαρέττα Μάρσα Stanley Cary, από το εξωτερικό και νυν από τη Λεμεσό Εναγόμενης ........... ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 9.10.2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγουσα: Εμφανίζεται προσωπικά Για εναγόμενη: κ. Χρυσάνθου (για ν' ακούσει απόφαση κα Μ. Ηλία) Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αξίωση της ενάγουσας εναντίον της εναγόμενης, σύμφωνα με το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της αγωγής της πρώτης είναι για γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για τις σωματικές βλάβες, ζημιές και έξοδα που υπέστη συνεπεία τροχαίου ατυχήματος που έγινε στη Λεμεσό, κατά ή περί τις 10.8.2009 και περί ώρα 4.15 μ.μ. Η ενάγουσα, στον ουσιώδη χρόνο οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής KVF 679 και η εναγόμενη το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής HEN

  1. Επισημαίνεται ότι, η εναγόμενη, με την υπεράσπισή της παραδέχεται ότι φέρει την ευθύνη για την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος, ενώ, μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας και συγκεκριμένα στις 31.3.2014 συμφωνήθηκαν μεταξύ των διαδίκων, τόσο οι γενικές όσο και οι γενικές αποζημιώσεις που θα πρέπει να επιδικαστούν στην ενάγουσα, νοουμένου φυσικά, ότι, το μοναδικό επίδικο θέμα της υπόθεσης που απέμεινε προς επίλυση θα αποφασισθεί υπέρ της. Προτού το αναφέρω να πω ότι η συμφωνία μεταξύ των διαδίκων αναφορικά με το θέμα των αποζημιώσεων είναι για το ποσό των €1.000,00, υπό μορφή γενικών αποζημιώσεων και για το ποσό των €2.630,00, υπό μορφή ειδικών αποζημιώσεων. Και τα δύο ποσά, θα φέρουν νόμιμο τόκο από 1.5.2010, μέχρι εξοφλήσεως. Το μοναδικό επίδικο θέμα της υπόθεσης που καλούμαι να επιλύσω περικλείεται στην παράγραφο 5 της υπεράσπισης, η οποία ακολουθεί αυτούσια: «Περαιτέρω η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα εμποδίζεται από του να εγείρει οποιεσδήποτε αξιώσεις για σωματικές βλάβες και συνεπακόλουθες ζημιές ενόψει του ότι: α) Αμέσως μετά το επίδικο δυστύχημα δήλωσε ότι δεν έχει υποστεί οποιαδήποτε σωματική βλάβη και περαιτέρω συμφώνησε ότι αν η ασφαλιστική εταιρεία της εναγόμενης της επιδιορθώσει τις ζημιές του αυτοκινήτου της δεν θα έχει οποιαδήποτε άλλη αξίωση. Β) Μετά την επιδιόρθωση του αυτοκινήτου της και κατά την παραλαβή του υπέγραψε προς την ασφαλιστική εταιρεία της εναγόμενης σε αντάλλαγμα της πληρωμής του κόστους επιδιόρθωσης, απαλλακτική απόδειξη με την οποία δηλώνει ανεπιφύλακτα ότι παραιτείται από το δικαίωμα να εγείρει στο μέλλον οποιεσδήποτε αξιώσεις.» Η ενάγουσα Παναγιώτα Μιλτιάδους, ο Ανδρέας Ξενοφώντος και ο ορθοπεδικός χειρουργός, Πίπης Αργυρόπουλος (Μ.Ε.1, 2 και 3, αντίστοιχα) είναι οι τρεις μάρτυρες που κατάθεσαν για την υπόθεση της ενάγουσας και γενικά που έδωσαν μαρτυρία κατά τη δίκη, αφού, ουδείς μάρτυρας κατάθεσε για την υπόθεση της εναγόμενης. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί (με αναφορά και στη μαρτυρία), ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή, τόσο την ενάγουσα όσο και τους δύο μάρτυρές της, ενώ κατάθεταν ενόρκως ενώπιόν μου. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης τους αναφορικά με όσα διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο καθώς και την ύπαρξη τυχόν προσωπικού συμφέροντος που είχαν στην υπόθεση. Δεδομένου ότι (για να επαναλάβω) ένα είναι το επίδικο θέμα της υπόθεσης σε συνδυασμό και με τη φύση του, όσα ακολουθούν είναι σε σχέση με τη μαρτυρία της ενάγουσας καθώς και του Μ.Ε.
  2. Έχοντας υπόψη ότι οι γενικές και ειδικές αποζημιώσεις έχουν συμφωνηθεί θεωρώ περιττό να ασχοληθώ καθοιονδήποτε τρόπο με τη μαρτυρία του γιατρού Αργυρόπουλου (Μ.Ε.3). Εξάλλου, όπως θα διαφανεί στη συνέχεια, τα ευρήματά μου αναφορικά με την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία της ενάγουσας καθώς και του Μ.Ε.1, θα είναι τόσο σχετικά, κυρίως όμως, καθοριστικά για σκοπούς επίλυσης του επίδικου θέματος της υπόθεσης, σε βαθμό που η μαρτυρία του γιατρού Αργυρόπουλου, ουδεμία σημασία μπορεί να διαδραματίσει στην έκβαση της υπόθεσης. Ομολογώ ότι η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία τόσο της ενάγουσας όσο και του Μ.Ε.1 είναι σαφώς αρνητική. Και οι δύο υπέπεσαν σε σοβαρές αντιφάσεις, τόσο αυτοτελώς όσο και μεταξύ, ενώ, αρκετοί από τους ισχυρισμούς τους, είτε παρέμειναν αστήριχτοι και ατεκμηρίωτοι είτε στερούνται λογικής και πειστικότητας είτε τέλος, δεν καλύπτονται από τα δικόγραφα της ενάγουσας και βασικά, από την έκθεση απαίτησης, που μαζί με το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα είναι και τα μοναδικά δικόγραφα που η ενάγουσα έχει καταχωρήσει. Ειδικότερα: Αρχίζοντας από το Μ.Ε.1, στην κυρίως εξέταση ανάφερε τα εξής: Είναι ιδιοκτήτης και διευθυντής της εταιρείας Α.Χ. AUTOBODY LTD, η οποία ασχολείται με ισιώματα αυτοκινήτων και μπογιατίσματα. Γνωρίζει την ενάγουσα από το επίδικο ατύχημα που είχε. Μετά το ατύχημα, αυτή πήγε στην πολυκλινική «Υγεία» στη Λεμεσό. Τη συνάντησε εκεί γύρω στις 7 το βράδυ και του υπόγραψε μία απαλλαγή μόνο για το αυτοκίνητο, όχι για τους τραυματισμούς. Πρόκειται για τεκμήριο 1 το εν λόγω έγγραφο, με περιεχόμενο, ως ακολούθως: « AΠΟΔΕΙΞΗ ΑΠΑΛΛΑΓΗΣ Αρ. Απαίτησης: 2560/09 DESCHARGE RECEIPT Claim No.: Επήρα στις .........από την ΑΤLANTIC INSURANCE CO.PUBLIC LTD Received on το ποσό των .............................. the sum of για πλήρη εξόφληση και ικανοποίηση όλων των απαιτήσεων μου βάση του Ασφαλιστήριου in full settlement of the Company' s Liability under Συμβολαίου Αρ. ... σε σχέση με το ατύχημα που συνέβηκε στη Λ/σο Policy No. in respect of an accident which occurred at κατά την 10/8/09 on the και παραιτούμαι από οποιοδήποτε δικαίωμα να εγείρω στο μέλλον οποιεσδήποτε περαιτέρω αξιώσεις and I waive any right to raise in the future any further claim of whatsoever nature εναντίον της Αtlantic Insurance Co Public Ltd. against Atlantic Insurance Co.Public Ltd. Eπίσης δηλώνω ότι έχω διαβάσει το παρόν έγγραφο πριν την υπογραφή του και κατανοώ και And I further declare that I have read the present document prior of signing it and αντιλαμβάνομαι πλήρως ότι δια της υπογραφής του εμποδίζομαι στο μέλλον να εγείρω οποιαδήποτε I am fully aware that by signing herein below I shall be estoped in the future to raise any περαιτέρω αξίωση οποιασδήποτε μορφής που να πηγάζει από το πιο πάνω αναφερόμενο ατύχημα. further claim of whatsoever nature arising out of the above mentioned accident/or policy. Υπογραφή: (υπάρχει) Signature: Αρ. Ταυτότητας: (αναγράφεται) (€632) Ιdentity Card No. Επάγγελμα: (αναγράφεται) Occupation: Διεύθυνση: (αναγράφεται) Αdress:» Επισημαίνεται ότι αποτελεί φωτοαντίγραφο του τεκμηρίου 23 το παραπάνω έγγραφο, το οποίο κατατέθηκε αργότερα και αποτελεί το πρωτότυπο, με μόνη διαφορά, ότι, στο πρωτότυπο και συγκεκριμένα στη δεύτερη γραμμή αναγράφεται και ολογράφως το ποσό των €632,
  3. Συνεχίζοντας ο μάρτυρας ισχυρίστηκε και τα εξής: Η ημερομηνία του ατυχήματος καθώς και το ποσό των €632,00, στο κάτω μέρος αριστερά, δεν ήταν γραμμένα επί του τεκμηρίου 1 και η ενάγουσα υπόγραψε μόνο πάνω στο «ππούλλι» για να παραλάβει το αυτοκίνητό της όταν βγει από την κλινική. Το αυτοκίνητό της επιδιορθώθηκε από το γκαράζ του. Το έφτιαξε και μετά ήξερε το κόστος επιδιόρθωσής του. Συγκεκριμένα, στις 14.9.2009 που εξέδωσε και το σχετικό τιμολόγιο (τεκμήριο 2). Όταν πληροφορήθηκε ότι η ασφαλιστική εταιρεία δεν πληρώνει τους τραυματισμούς της ενάγουσας εξέδωσε τις δύο βεβαιώσεις (τεκμήρια 3 και 4). Αντεξεταζόμενος ανάφερε και τα εξής: Καταρχήν ισχυρίστηκε πως δε θυμόταν πότε πήγε κοντά του για επιδιόρθωση το όχημα της ενάγουσας. Φυσικά, διέλαθε της προσοχής του ότι στην κυρίως εξέταση ισχυρίστηκε ότι μετέβη στην πολυκλινική την ημέρα του ατυχήματος (την οποία θυμόταν και ανάφερε) όπου η ενάγουσα του υπόγραψε τη δήλωση απαλλαγής (τεκμήριο 1), μόνο για το αυτοκίνητο, όπως είπε χαρακτηριστικά και όχι για τους τραυματισμούς. Αυτό, με απλά λόγια σημαίνει πως δεν μπορεί να μη θυμόταν πότε παρέλαβε το αυτοκίνητο της ενάγουσας για επιδιόρθωση, αφού, και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής, δεν είχε λόγο να μεταβεί στην πολυκλινική για να του υπογράψει τη δήλωση απαλλαγής για την επιδιόρθωση του αυτοκινήτου της, προτού ο ίδιος το παραλάβει για επιδιόρθωση. Για να ξεκινήσει η επιδιόρθωση ενός οχήματος, προηγουμένως, τους δίνει εντολή η ασφαλιστική εταιρεία. Αυτά είπε απαντώντας σε σχετική ερώτηση του ευπαίδευτου δικηγόρου της εναγόμενης. Στην προκειμένη περίπτωση πήγε ο εκτιμητής της Atlantic ο Μιχάλης και του έδωσε προφορικά οδηγίες να επιδιορθώσει το αυτοκίνητο της ενάγουσας. Ο Μιχάλης είναι που εκτίμησε τη ζημιά του οχήματος και του είπε πόσα αξίζει. Ωστόσο, λίγο αργότερα μιλώντας γενικά ισχυρίστηκε ότι τελειώνει το αυτοκίνητο και παραδίδεται, μετά κλείνουν την εκτίμηση με τον εκτιμητή και τα ποσά στην απαλλαγή τα βάζει ο εκτιμητής. Το πόσο παράλογοι, εκτός από αντιφατικοί είναι όλοι οι παραπάνω ισχυρισμοί του είναι ολοφάνερο. Διερωτώμαι πόσο πειστικός για να γίνει πιστευτός είναι ο μάρτυρας, όταν, από τη μια δηλώνει ότι για να αρχίσει την επιδιόρθωση του οχήματος, θα πρέπει να προηγηθεί σχετική εκτίμηση και εντολή από την ασφαλιστική εταιρεία και από την άλλη ισχυρίζεται ότι πρώτα επιδιορθώνεται το όχημα και μετά γίνεται η εκτίμηση της ζημιάς του. Και αν ισχύει το τελευταίο, για ποιο λόγο έσπευσε να μεταβεί στην πολυκλινική την ημέρα του επίδικου ατυχήματος και να ζητήσει από την ενάγουσα να του υπογράψει την επίδικη δήλωση απαλλαγής; Και πάλιν ως θέμα καθαρά κοινής λογικής, γιατί δεν επιδιόρθωσε πρώτα το όχημά της, ώστε να γνωρίζει και το κόστος επιδιόρθωσής του και μετά να ζητήσει από την ενάγουσα να του υπογράψει τη δήλωση απαλλαγής; Ακολούθως, γιατί θα έπρεπε να εξασφαλίσει αυτός από την ενάγουσα και όχι κάποιος υπάλληλος της ασφαλιστικής εταιρείας την εν λόγω δήλωση; Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Ερωτηθείς πότε του υπόγραψε η ενάγουσα τη δήλωση απαλλαγής (τεκμήριο 1 - το φωτοαντίγραφο - και 23 - το πρωτότυπο - ), «Την ημερομηνία δεν τη θυμάμαι ακριβώς, αλλά ξέρω ότι υπόγραψε» ήταν η απάντησή του. «Ήταν μετά ή πριν την επιδιόρθωση που σου υπόγραψε;» ήταν η επόμενη ερώτηση. Και η απάντησή του: «Μόλις επιδιορθώσαμε το αμάξι και ήταν να το παραλάβει.» Και πάλιν ξέχασε ο μάρτυρας τον ισχυρισμό του κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασης ότι μετέβη στην πολυκλινική όπου βρισκόταν η ενάγουσα την ημέρα του επίδικου ατυχήματος και εκεί είναι που του υπόγραψε τη δήλωση απαλλαγής, δηλαδή προτού επιδιορθώσει το όχημά της. Το μέγεθος της νέας αντίφασης στην οποία υπέπεσε είναι ολοφάνερο και να σκεφθεί κανείς πως δεν έχει γίνει ακόμη καμιά αναφορά και στο τι ανάφερε η ενάγουσα συναφώς με αρκετούς από τους παραπάνω ισχυρισμούς του. Ωστόσο, αυτή δεν είναι και η μόνη αντίφαση στην οποία υπέπεσε ο μάρτυρας για το ίδιο θέμα. Υπάρχει και συνέχεια. Το παράδειγμα που ακολουθεί αναδεικνύει και την ευκολία με την οποία ο μάρτυρας μεταπηδούσε από την μια θέση στην άλλη, προφανώς, αδιαφορώντας για τις επιπτώσεις που ενέχει αυτό επί της αξιοπιστίας του. Ερωτηθείς ευθέως από τον κ. Χρυσάνθου, εάν τη δήλωση απαλλαγής (τεκμήριο 1 μέχρι τότε), η ενάγουσα την υπόγραψε στην παρουσία του απάντησε ως εξής: «Όχι εφκήκε ο αδελφότεκνος μου, υπόγραψέ του το και ήρθε κάτω. Το πήρα στα χέρια μου, ήταν μόνο η υπογραφή.» Εν τέλει λοιπόν, ο ανιψιός του είναι που πήρε την επίδικη δήλωση απαλλαγής στην ενάγουσα και όχι ο ίδιος και από τα συμφραζόμενα του είναι σαφές, ότι, αυτό φαίνεται να έγινε στην πολυκλινική. Κατά τ' άλλα, όταν όπως ανάφερε της πήρε ο ίδιος τη δήλωση για υπογραφή, της είπε πως υπόγραφε μόνο για την επιδιόρθωση του αυτοκινήτου και όχι για τους τραυματισμούς της κατά το επίδικο ατύχημα. Για την επιμονή του να αποδίδει διαφορετική ερμηνεία ή ερμηνεία που δεν προκύπτει από το περιεχόμενο της επίδικης δήλωσης απαλλαγής, θα αναφερθώ εκτενώς και ειδικά σε κατοπινό στάδιο. Θεωρώ αρκετά όλα τα παραπάνω παραδείγματα, προκειμένου να αναδείξω το μέγεθος της αναξιοπιστίας του υπό αναφορά ως μάρτυρα, σε βαθμό που η μαρτυρία του, με εξαίρεση εκείνο το μέρος που επιβεβαιώνεται και/ή αποδεικνύεται από άλλη - αξιόπιστη μαρτυρία, την οποία αποδέχομαι, κατά τα λοιπά απορρίπτεται ως αναξιόπιστη και ψευδής. Προτού υπεισέλθω και στη μαρτυρία της ενάγουσας, θα ήθελα να επισημάνω και κάτι ακόμη, το οποίο ισχύει γενικά, τόσο για τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 όσο και για τη μαρτυρία της ενάγουσας. Αφ' ης στιγμής η ενάγουσα δεν προέβη στην καταχώρηση απάντησης στην υπεράσπιση, η επί του προκειμένου επιλογή της υπέχει απλώς θέση άρνησης των ισχυρισμών της εναγόμενης που περιέχονται στην υπεράσπισή της, στο βαθμό και την έκταση που αυτοί δε συνάδουν με τους ισχυρισμούς της ενάγουσας που περιέχονται στην έκθεση απαίτησης. Έτσι, στην προκειμένη περίπτωση, το γεγονός ότι η ενάγουσα δεν προέβη στην καταχώρηση απάντησης στην υπεράσπιση, με τη οποία η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι εμποδίζεται να εγείρει οποιεσδήποτε αξιώσεις για σωματικές βλάβες και συνακόλουθες ζημιές, ενόψει του ότι μετά την επιδιόρθωση του αυτοκινήτου της και κατά την παραλαβή του υπόγραψε προς την ασφαλιστική εταιρεία της εναγόμενης, σε αντάλλαγμα της πληρωμής του κόστους επιδιόρθωσης του αυτοκινήτου, την απαλλακτική απόδειξη (τεκμήρια 1 και 23), το μόνο δικαίωμα που της παρεχόταν κατά τη δίκη, ήταν να παρουσιάσει μαρτυρία, η οποία να καταρρίπτει όλους τους παραπάνω ισχυρισμούς και θέσεις της εναγόμενης και όχι που να επεξηγεί ή να δίνει διαφορετική διάσταση στους εν λόγω ισχυρισμούς και θέσεις της εναγόμενης. Για παράδειγμα, ενώ είχε δικαίωμα να προβάλει τον ισχυρισμό πως δεν υπόγραψε την επίδικη απαλλακτική δήλωση, δεν είχε δικαίωμα να ισχυριστεί ότι την υπόγραψε, πλην όμως, η υπογραφή της σ' αυτή ήταν προϊόν εξαπάτησής της. Η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία της ενάγουσας ως μάρτυρος είναι ακόμη πιο αρνητική, εκείνης του προηγούμενου μάρτυρα. Τα παραδείγματα που ακολουθούν αναδεικνύουν τους λόγους: Η ουσία της μαρτυρίας της περικλείεται στη γραπτή της δήλωση (τεκμήριο 5) το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης, ως μέρος της. Η ουσία της έγκειται στους ακόλουθους ισχυρισμούς της, τους οποίους προβάλλει στις παραγράφους 6 και10: Μετά το δυστύχημα της 10ης 8.2009 μεταφέρθηκε αμέσως στην πολυκλινική «Υγεία» για εξετάσεις, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και θεραπεία. Ενώ βρισκόταν εκεί τραυματισμένη και ζαλισμένη και εξεταζόταν από τους θεράποντες γιατρούς της, περί η ώρα 5.15 - 5.30 την επισκέφθηκε κάποιος Ανδρέας Ξενοφώντος (Μ.Ε.1), ο οποίος, αφού της ανάφερε ότι είναι υπεύθυνος και/ή διευθυντής του γκαράζ A.X. AUTOBODY LTD και θα επιδιορθώσει το αυτοκίνητό της, χωρίς να σκεφθεί σε ποια δύσκολη κατάσταση βρισκόταν, της έδωσε μία άσπρη κόλλα (ένα άσπρο χαρτί) να υπογράψει, λέγοντάς της ότι αυτό αφορά μόνο την επιδιόρθωση του αυτοκινήτου, οπότε και υπόγραψε. Αυτό έγινε ενώπιον του θεράποντος ορθοπεδικού της γιατρού. Όταν η ασφαλιστική εταιρεία της εναγόμενης, με αιτιολογία και πρόφαση την υπογραφή που έθεσε επί του τεκμηρίου 1 αρνιόταν να την αποζημιώσει για τις σωματικές βλάβες, ζημιές και έξοδα που είχε εξαιτίας του επίδικου ατυχήματος επισκέφθηκε το γκαράζ του Μ.Ε.1 και αφού εξήγησε στο μάρτυρα τι είχε επισυμβεί αυτός, της έδωσε τις δύο βεβαιώσεις (τεκμήρια 3 και 4). Παρατηρώ τα εξής: Καταρχήν, κανένας από τους παραπάνω ισχυρισμούς της είναι δικογραφημένος. Υπενθυμίζω απλώς, όσα αναφέρω σε άλλο σημείο (πιο πάνω) για την παράλειψή της να καταχωρήσει απάντηση στην υπεράσπιση καθώς και τις συνέπειες. Απ' εκεί και πέρα, διερωτώμαι και με ποια λογική η ενάγουσα, έστω έμμεσα, αποδίδει στην ασφαλιστική εταιρεία της εναγόμενης ότι την εξαπάτησε, ένεκα του γεγονότος ότι υπόγραψε την επίδικη δήλωση απαλλαγής, κάτω υπό τις συνθήκες που τελούσε ή ίδια, όπως ανάφερε όταν συνέβη αυτό, τη στιγμή που, ο μάρτυρας της είναι που την επισκέφθηκε στην πολυκλινική, όπως είναι η θέση της, στον οποίο αποδίδει ότι της έδωσε μία λευκή κόλλα να υπογράψει λέγοντάς της ότι αφορούσε μόνο την επιδιόρθωση του αυτοκινήτου της, χωρίς να σκεφθεί σε ποια δύσκολη κατάσταση βρισκόταν η ίδια. Προφανώς, εάν έτσι διαδραματίστηκαν τα γεγονότα και η ενάγουσα υπόγραψε την επίδικη δήλωση απαλλαγής, τελώντας υπό τις συνθήκες που ανάφερε, όχι μόνο δεν μπορεί να αιτιάται την ασφαλιστική εταιρεία της εναγόμενης, για το γεγονός ότι υπόγραψε τη δήλωση απαλλαγής, αλλά, ούτε και θα έπρεπε να παρουσιάσει το Μ.Ε.1 που την εξαπάτησε, ως μάρτυρά της κατά τη δίκη. Περαιτέρω διερωτώμαι και για την ανάγκη που είχε να του εξηγήσει τι είχε επισυμβεί και συγκεκριμένα για την άρνηση της ασφαλιστικής εταιρείας να την αποζημιώσει για τις σωματικές βλάβες, ζημιές και έξοδα που είχε εξαιτίας του επίδικου ατυχήματος, τη στιγμή που αυτός είναι που την έβαλε να υπογράψει τη σχετική δήλωση απαλλαγής - και μάλιστα, χωρίς να σκεφθεί σε ποια δύσκολη κατάσταση βρισκόταν -, με περιεχόμενο, τόσο σαφές και ξεκάθαρο, όπως θα διαφανεί σε άλλο σημείο αργότερα, οπότε, εάν έλεγαν την αλήθεια για το τι είχε συμβεί στον ουσιώδη χρόνο, είτε ο ένας είτε ο άλλος, ο μεν μάρτυρας δεν έπρεπε να της ζητήσει ποτέ να υπογράψει τέτοιο έγγραφο και αυτή, για κανένα λόγο θα έπρεπε να το υπογράψει. Το πόσο παράλογοι, συν τοις άλλοις είναι οι παραπάνω ισχυρισμοί της ενάγουσας είναι ολοφάνερο. Και πώς μπορεί να ισχυρίζεται πως, όταν εξήγησε στο μάρτυρα τι είχε συμβεί αυτός, της έδωσε τις δύο βεβαιώσεις (τεκμήρια 3 και 4) τη στιγμή που ο μάρτυράς της, αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι αυτή του είπε να συντάξει τις εν λόγω βεβαιώσεις και του υπαγόρευσε το περιεχόμενό τους; Και για να συνεχίσω πόσο συνάδει η μαρτυρία του ενός έναντι της μαρτυρίας του άλλου, τη στιγμή που (για να επαναλάβω) ο μάρτυράς της έφθασε στο σημείο, κατά μία εκδοχή, να ισχυρίζεται πως δεν είναι ο ίδιος που της πήρε τη δήλωση απαλλαγής και την υπόγραψε, αλλά ο ανιψιός του και σύμφωνα με άλλη εκδοχή, ότι την υπόγραψε στο γκαράζ του μετά την επιδιόρθωση του οχήματός της, προτού το παραλάβει; Με τις δύο βεβαιώσεις που υπόγραψε ο μάρτυρας και παρουσίασε κατά τη δίκη (τεκμήρια 3 και 4) το μόνο που πέτυχε είναι να εκτεθεί ακόμη περισσότερο ως αναξιόπιστος, αφού, το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων, χωρίς να προσθέτει οτιδήποτε θετικό επί της αξιοπιστίας του, μιας και αποτελεί σαφώς προσπάθεια αυτοενίσχυσης της μαρτυρίας του, διαλαμβάνει απλώς μία από τις διάφορες αντιφατικές εκδοχές του, αναφορικά με το χρόνο και τις συνθήκες λήψης από την ενάγουσα της επίδικης δήλωσης απαλλαγής, που έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με το περιεχόμενο του εν λόγω έγγραφου το οποίο αποτελεί και πραγματική μαρτυρία, με ό, τι αυτό σημαίνει για την αποδεικτική του αξία και την κρίση μου για την αξιοπιστία τόσο του ίδιου όσο και της ενάγουσας ως μαρτύρων. Υπάρχει όμως ένα στοιχείο στη δεύτερη από τις δύο βεβαιώσεις που εξέδωσε ο μάρτυρας και παρέδωσε στην ενάγουσα (τεκμήριο 4) που αποτελεί ακόμη μία παραδοξότητα σε σχέση με όσα και οι δύο ανάφεραν, οπότε δεν μπορώ να το αφήσω ασχολίαστο. Και τούτο, επειδή συμπυκνώνει όλους τους λόγους για τους οποίους θεωρώ αναξιόπιστους ως μάρτυρες και τους δύο και την εκδοχή της ενάγουσας συναφώς με το επίδικο θέμα της υπόθεσης που καλούμαι να επιλύσω, σαφώς κατασκευασμένη και ανυπόστατη. Για να επαναλάβω, η ενάγουσα, με τη γραπτή της δήλωση ισχυρίζεται ότι ενώ βρισκόταν στην πολυκλινική τραυματισμένη και ζαλισμένη και εξεταζόταν από τους θεράποντες γιατρούς της μετέβη εκεί ο Μ.Ε.1, ο οποίος, χωρίς να σκεφθεί σε ποια δύσκολη κατάσταση βρισκόταν της έδωσε την άσπρη κόλλα (τεκμήρια 1 και 23) και την υπόγραψε για τον λόγο που της ανάφερε. Όταν όμως αργότερα του εξήγησε τι είχε επισυμβεί και συγκεκριμένα τον ενημέρωσε για την άρνηση της ασφαλιστικής εταιρείας να την αποζημιώσει, ο μάρτυρας, της έδωσε τις δύο βεβαιώσεις (τεκμήρια 3 και 4). Από τους εν λόγω ισχυρισμούς της ανακύπτει και η πρώτη παραδοξότητα. Η δεύτερη περικλείεται στην τελευταία παράγραφο της βεβαίωσης του μάρτυρά της που ακολουθεί αυτούσια: «Την παρούσα 2η βεβαίωση την δίδω σήμερα 10.12.2009 εις την κυρία Παναγιώτα Μιλτιάδους, ώστε να δικαιωθεί από την παράνομη και παραπλανητική συμπεριφορά της ασφαλιστικής εταιρείας ATLANTIC INSURANCE PUPLIC CO LTD έναντι της κυρίας Παναγιώτας Μιλτιάδους, αναφορικά με το δυστύχημα εις το οποίο είχε εμπλακεί στη Λεμεσό το απόγευμα της 10ης Αυγούστου 2009 μετά της οδηγού του αυτοκίνητου ΗΕΝ 979 Μάρσα Stanley Cary.» Γι΄ αυτό το λόγο λοιπόν εξέδωσε την παραπάνω βεβαίωση, έστω κι αν, σύμφωνα με τον ίδιο και τη μαρτυρία του, κατά μία εκδοχή, αυτός είναι που της πήρε την επίδικη δήλωση απαλλαγής και την υπόγραψε. Το ερώτημα, εν τέλει ποιος παραπλάνησε την ενάγουσα και υπόγραψε τη συγκεκριμένη δήλωση αιωρείται ακόμη. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Προχωρώ τώρα και με μέρος όσων ανάφερε αντεξεταζόμενη η ενάγουσα, τα οποία τη φέρνουν σε πλήρη σύγκρουση τόσο με τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 όσο και με το περιεχόμενο της επίμαχης δήλωσης απαλλαγής (τεκμήρια 1 και 23). Ειδικότερα: Όταν ο Μ.Ε.1 της πήρε τη δήλωση απαλλαγής για να την υπογράψει ούτε το όνομα της ασφαλιστικής εταιρείας αναγραφόταν πάνω στο έγγραφο μα ούτε και η φράση «απόδειξη απαλλαγής». Επισημαίνεται απλώς, ότι, ο μάρτυράς της ισχυρίστηκε πως, μόνο το ποσό και η ημερομηνία του δυστυχήματος δεν αναγράφονταν στο έγγραφο, τα οποία συμπληρώθηκαν μετά από την ασφαλιστική εταιρεία της εναγόμενης. Όταν στη συνέχεια της υποδείχθηκε το πρωτότυπο έγγραφο της επίμαχης δήλωσης απαλλαγής που υπόγραψε (τεκμήριο 23) αναίρεσε τον παραπάνω ισχυρισμό της, εντοπίζοντας ως μόνη διαφορά μεταξύ των δύο εγγράφων (τεκμήρια 1 και 23) το γεγονός ότι στο πρωτότυπο αναγράφεται και το ποσό
  4. Εν πάση περιπτώσει, το ποσό των €632,00 αναγράφεται και στο φωτοαντίγραφο του ίδιου εγγράφου (τεκμήριο 1), ωστόσο, επειδή αποτελεί φωτοαντίγραφο εμφαίνεται αμυδρά. Το έγγραφο που υπόγραψε δεν είχε τίποτε πάνω. Ο Μ.Ε.1 (που δε θα κουραστώ να επαναλαμβάνω με έμφαση ότι αποτελεί δικό της μάρτυρα) της πήρε μια άσπρη, σκέττη κόλλα, για να διορθώσει το αυτοκίνητό της ώσπου να γίνει καλά. Δε γνωρίζει πως τυπώθηκε το «Atlantic» πάνω και γενικά το περιεχόμενο του εγγράφου μα ούτε και πως υπόγραψε πάνω στο χαρτόσημο που είναι επικολλημένο σ' αυτό, το οποίο υπόγραψε χωρίς να της δώσει κάτι να διαβάσει. Η απάντησή της στην τελευταία υποβολή που της έγινε με την οποία βασικά συμπληρώθηκε και η μαρτυρία της αποτελεί το απαύγασμα όσων ανάφερε τα οποία την καθιστούν τόσο αναξιόπιστη μάρτυρα, σε βαθμό που απορρίπτω τη μαρτυρία της συνολικά. Ακολουθεί πρώτα η υποβολή και στη συνέχεια η απάντησή της. «Σου υποβάλλω ότι δε δικαιούστε κανένα ποσό, καθότι έχετε υπογράψει απόδειξη απαλλαγής προς την ασφαλιστική εταιρεία της εναγόμενης.» Και η απάντησή της. «Δεν υπόγραψα την απαλλαγή ποτέ.» Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Κατ' ακολουθία των παραπάνω ευρημάτων μου είναι σαφές, ότι, το μοναδικό επίδικο θέμα της υπόθεσης που καλούμαι να επιλύσω συναρτάται σχεδόν αποκλειστικά με την ερμηνεία που θα δοθεί στο περιεχόμενο της επίδικης δήλωσης απαλλαγής (τεκμήριο 23) σε συνδυασμό ασφαλώς και με τη νομική της εμβέλεια. Και τούτο, με δεδομένο ότι η ενάγουσα, ασφαλώς και υπόγραψε το υπό αναφορά έγγραφο, έστω κι αν με την απάντησή της στην τελευταία υποβολή που της έγινε, ισχυρίστηκε το αντίθετο. Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και ο δικηγόρος της, με τη γραπτή του αγόρευση, εκείνο για το οποίο προσπάθησε να με πείσει, είναι για την ερμηνεία του εγγράφου και όχι ότι δεν το υπόγραψε η ενάγουσα. Η παράγραφος 5 της υπεράσπισης της εναγόμενης που περικλείει και την ουσία της εκτίθεται αυτούσια σε άλλο σημείο (πιο πάνω). Επομένως, δεν προτίθεμαι να την επαναλάβω. Με αυτή, βασικά, η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα εμποδίζεται να εγείρει οποιεσδήποτε αξιώσεις εναντίον της για τις σωματικές βλάβες και τις συνεπακόλουθες ζημιές που υπέστη κατά το επίδικο ατύχημα, καταρχήν, λόγω της συμπεριφοράς της αμέσως μετά το ατύχημα (παράγραφος 5(α)). Ακολούθως, επειδή, με την υπογραφή από την ίδια της απόδειξης απαλλαγής (τεκμήριο 23) ισχύει το κώλυμα λόγω καταχωρήσεων σε έγγραφα (παράγραφος 5(β) της υπεράσπισης). Το πρώτο σκέλος της υπεράσπισης δε θα με απασχολήσει και για τον επιπλέον λόγο, ότι, έχοντας υπόψη το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης του ευπαίδευτου δικηγόρου της εναγόμενης, θα έλεγα πως έχει εγκαταλειφθεί. Απ' εκεί και πέρα παρατηρώ τα εξής: Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα του Τάκη Ηλιάδη «ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ (Μια πρακτική προσέγγιση)», σελ. 101, κάτω από τον τίτλο «ΚΩΛΥΜΑ ΛΟΓΩ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΩΝ ΣΕ ΕΓΓΡΑΦΑ», όταν ένας διάδικος αναλάβει εγγράφως μια δέσμευση δεν μπορεί αργότερα να ισχυρισθεί ότι τα γεγονότα που αναφέρονται στο έγγραφο δεν είναι σωστά. Ο λόγος του αποκλεισμού μιας τέτοιας μαρτυρίας, προστίθεται, βασίζεται στο ότι ο νόμος δε θα επιτρέψει σε ένα διάδικο να παρεκκλίνει αδικαιολόγητα από την παράθεση γεγονότων τα οποία είχαν οδηγήσει ένα άλλο διάδικο να δεχθεί ή να υιοθετήσει, όταν τα γεγονότα αυτά έχουν καταγραφεί και είναι στενά συνδεδεμένα με τις νομικές θέσεις των διαδίκων. Τέλος, το κώλυμα (δόγμα) δεν εφαρμόζεται σε περιπτώσεις που το έγγραφο είναι αποτέλεσμα λάθους ή απάτης. Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι το επίμαχο έγγραφο (τεκμήριο 23) είναι αποτέλεσμα λάθους, ενώ στο βαθμό που τόσο αυτή όσο και ο μάρτυράς της επιχείρησαν να με πείσουν ότι το έγγραφο είναι αποτέλεσμα απάτης κρίθηκαν αναξιόπιστοι. Στην υπόθεση Χ'' Στυλλή ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. 38/2009, ημερομηνίας 22.5.2012 επισημαίνονται τα εξής, συναφώς με το υπό αναφορά κώλυμα: «Όταν διάδικος έχει αναλάβει εγγράφως δέσμευση, δεν μπορεί στη συνέχεια να ισχυριστεί ότι τα γεγονότα που αναφέρονται στο συγκεκριμένο έγγραφο δεν είναι ορθά. Όπως έχει προσφυώς αναφερθεί στην αγγλική υπόθεση Gallie v. Lee

(1971)A.C. 1004, το πρόσωπο που υπογράφει έγγραφο, έχει την ευθύνη να προσέχει τι υπογράφει και εμποδίζεται από του να αρνηθεί την ευθύνη του με βάση το έγγραφο και σύμφωνα με το περιεχόμενό του. Ο κανόνας του νόμου της απόδειξης ότι δεν επιτρέπεται η αποδοχή μαρτυρίας που αντικρούει ή τροποποιεί τους όρους εγγράφου, αναπτύχθηκε για να προσδώσει βεβαιότητα στις καθημερινές συναλλαγές (Polykarpou v. Polykarpou
(1982)1 C.L.R. 182). Το όλο θέμα δεν έχει σχέση με την αξιοπιστία του εφεσείοντα, αλλά με την αδυναμία του να προωθήσει την αγωγή του λόγω κωλύματος. Δεν ενδιαφέρουν οι προθέσεις του, ούτε και οι συλλογισμοί που ακολούθησε πριν υπογράψει. Γεγονός παραμένει η υπογραφή της δήλωσης απαλλαγής «σε σχέση με οποιαδήποτε πράξη, ενέργεια, αιτία, υπόθεση ή οτιδήποτε πράγμα, μέχρι και συμπεριλαμβανομένης της ημερομηνίας του παρόντος». Ο εφεσείων έφερε το βάρος απόδειξης ότι τα συγκεκριμένα έγγραφα δεν τον δεσμεύουν και δεν αφορούσαν την παρούσα αγωγή, αφού δημιουργείται τεκμήριο δέσμευσης το οποίο θα έπρεπε να είχε ανατρέψει. Οι ισχυρισμοί του ότι τα έγγραφα απαλλαγής που υπογράφηκαν, αφορούσαν μόνο την πρόωρη αφυπηρέτησή του και το Ταμείο Προνοίας, δεν υποστηρίζεται και ουδόλως βρίσκει έρεισμα στο λεκτικό των υπό εξέταση εγγράφων. Αντίθετα, γίνεται σαφής αναφορά σε οποιαδήποτε διαφορά οποιασδήποτε φύσης, καθώς και σε δικαστικές ή άλλες διαδικασίες, χωρίς οποιαδήποτε επιφύλαξη δικαιωμάτων.» Παρατηρώ τα εξής: Το περιεχόμενο του επίμαχου έγγραφου (τεκμήριο 23 το πρωτότυπο και τεκμήριο 1, το φωτοαντίγραφό του) εκτίθεται αυτούσιο σε άλλο σημείο πιο πάνω. Επομένως, δε χρειάζεται να το επαναλάβω. Για να υπεισέλθω και στην ερμηνεία του διευκρινίζω απλώς, πως, όσα ακολουθούν είναι με αναφορά στο πρωτότυπο, που για να επαναλάβω η ενάγουσα έχει υπογράψει. Η ουσία του έγκειται στα εξής: Με αυτό, που φέρει τίτλο με κεφαλαία γράμματα «ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΑΠΑΛΛΑΓΗΣ», η ενάγουσα, απευθυνόμενη προς την ασφαλιστική εταιρεία Atlantic Insurance Co Public Ltd, που έχει αποδειχθεί ότι είναι η ασφαλιστική εταιρεία της εναγόμενης (βλ. μεταξύ άλλων τα τεκμήρια 2, 4, 17, 18 και 19), διά της υπογραφής δηλώνει με τον πλέον ξεκάθαρο και κατηγορηματικό τρόπο και χωρίς οποιαδήποτε επιφύλαξη ότι παρέλαβε από την εν λόγω ασφαλιστική εταιρεία το ποσό των €632,00 για πλήρη εξόφληση όλων των απαιτήσεών της σε σχέση με το επίδικο ατύχημα που συνέβηκε στη Λεμεσό στις 10.8.2009 και συνεχίζοντας, δηλώνει ότι παραιτείται από οποιοδήποτε δικαίωμα να εγείρει στο μέλλον οποιεσδήποτε αξιώσεις εναντίον της υπό αναφορά ασφαλιστικής εταιρείας. Η δεύτερη παράγραφος του εγγράφου, δεν αφήνει ίχνος αμφιβολίας για τη νομική του εμβέλεια και τη σημασία του επί της αγωγής της ενάγουσας. Με αυτή, η ενάγουσα δηλώνει ότι έχει διαβάσει το έγγραφο προτού το υπογράψει και περεταίρω ότι κατανοεί και αντιλαμβάνεται πλήρως ότι δια της υπογραφής του εμποδίζεται στο μέλλον να εγείρει οποιαδήποτε περαιτέρω αξίωση οποιασδήποτε μορφής που πηγάζει από το επίδικο ατύχημα. Ακολουθεί η υπογραφή της, ο αριθμός ταυτότητάς της, το επάγγελμα και τέλος η διεύθυνσή της, με τα δύο πρώτα στοιχεία να καταλαμβάνουν και μέρους του χαρτόσημου της Δημοκρατίας που είναι επικολλημένο στο έγγραφο. Σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι το ποσό των €632,00 που ομολογεί ότι πήρε από την ασφαλιστική εταιρεία της εναγόμενης η ενάγουσα αποτελεί το κόστος επιδιόρθωσης της ζημιάς που υπέστη το αυτοκίνητό της κατά το επίδικο ατύχημα (σε σχέση με το κόστος επιδιόρθωσης βλ. το σχετικό τιμολόγιο - τεκμήριο 2 - ενώ, ότι εισέπραξε το ποσό αυτό, επιμαρτυρείται και από το γεγονός ότι δεν περιλαμβάνεται στα διάφορα ποσά που αξιώνει με την αγωγή της υπό μορφή ειδικών αποζημιώσεων) δε νομιμοποιείται να εγείρει οποιεσδήποτε περεταίρω αξιώσεις αναφορικά με το ίδιο ατύχημα. Η ενάγουσα που είχε το βάρος να αποδείξει ότι το επίδικο έγγραφο δεν τη δεσμεύει απότυχε να ανατρέψει το σχετικό τεκμήριο δέσμευσης που δημιουργήθηκε δια της υπογραφής της στο έγγραφο. Καθώς ήδη έχει αναφερθεί στο βαθμό που επιχείρησε να με πείσει ότι δεν τη δεσμεύει το έγγραφο κρίθηκε αναξιόπιστη και το ίδιο ισχύει και το Μ.Ε. 1 που της το πήρε και το υπόγραψε. Θα έλεγα πως, κατ' ανάλογο τρόπο αντιμετωπίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο παρόμοια περίπτωση στην υπόθεση Σάββα ν. Συμβουλίου Κεντρικού Σφαγείου
(2011)1 Α.Α.Δ. 618, στην οποία το σχετικό έγγραφο έφερε τον ίδιο τίτλο με το επίδικο («ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΑΠΑΛΛΑΓΗΣ»), ήταν συνταγμένο τόσο στα ελληνικά όσο και στα αγγλικά και είχε περιεχόμενο ανάλογο με το περιεχόμενο του επίδικου εγγράφου, ενώ, στο τέλος και συγκεκριμένα στο κάτω μέρος δεξιά, μεταξύ άλλων στοιχείων φέρει την υπογραφή του εφεσείοντα, ο οποίος προέβη στη σχετική δήλωση η οποία και σ' εκείνη την περίπτωση απευθυνόταν σε κάποια ασφαλιστική εταιρεία. Ακολουθεί το σχετικό απόσπασμα από την παραπάνω απόφαση. «Τις περιστάσεις δικογράφησης του τεκμ. 17 από πλευράς εφεσείοντα τις αναφέραμε ήδη. Το εν λόγω έγγραφο που φέρει τίτλο ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΑΠΑΛΛΑΓΗΣ - DISCHARGE RECEIPT διαλαμβάνει ως ακολούθως: «Σε αντάλλαγμα του ποσού των Λιρών Κύπρου four hundred and twenty (£420,00) που πληρώθηκε από σας σε μένα, εγώ ο/η Antonis Savva of Nicosia με την παρούσα αποδέχομαι αυτό το ποσό για πλήρη ικανοποίηση και εξόφληση όλων των απαιτήσεων μου που σχετίζονται με προσωπικές σωματικές βλάβες ή με οποιεσδήποτε άλλες ζημιές ή απώλειες είτε αυτές είναι φανερές είτε όχι και που μπορεί να εκδηλωθούν στο μέλλον, και που υπέστηκα λόγω του ατυχήματος που συνέβηκε στη Kofinou κατά ή την 03.08.
  1. Επίσης δηλώνω ότι η αποδοχή μου για το πιο πάνω ποσό δεν μπορεί να θεωρηθεί σαν αποδοχή ευθύνης από μέρος σας. Την 22nd March,
  2. Μάρτυρες .................................... Υπογραφή: Aντώνης Σάββα ........ Επάγγελμα: Εκδοροσφαγέας. ................................... Διεύθυνση: Βατυλής 3, Λ/σια» Το λεκτικό του πιο πάνω εγγράφου (που ταυτόχρονα είναι και στην αγγλική γλώσσα), και απευθύνεται προς την Πανευρωπαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία φ/δι των εφεσιβλήτων, είναι τόσο σαφές που απαλλάσσει τους εφεσίβλητους απο οποιαδήποτε υποχρέωση να καταβάλουν στον εφεσείοντα οποιοδήποτε άλλο ποσό σχετικά με το ατύχημα. Το ότι οι εφεσίβλητοι, πέραν του πιο πάνω ποσού των £420 προχώρησαν και πλήρωσαν στον εφεσείοντα ακόμα £3.800 για τα έξοδα θεραπείας του, δεν μεταβάλλει την ισχύ του τεκμ.
  3. Επομένως και αν ακόμη οι εφεσίβλητοι είχαν οποιαδήποτε ευθύνη για το ατύχημα, με την υπογραφή του τεκμ. 17 ο εφεσείων εμποδίζεται να διεκδικεί οποιεσδήποτε άλλες αποζημιώσεις.» Το ίδιο ακριβώς ισχύει και στην παρούσα υπόθεση. Το λεκτικό του επίδικου εγγράφου είναι τόσο σαφές, που απαλλάσσει την εναγόμενη (ουσιαστικά την ασφαλιστική της εταιρεία) από οποιαδήποτε υποχρέωση να καταβάλει στην ενάγουσα οποιοδήποτε άλλο ποσό σχετικά με το επίδικο ατύχημα και τούτο, παρά το γεγονός ότι η εναγόμενη παραδέχεται ότι φέρει την ευθύνη γι αυτό, ενώ, με τη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων σε υποθετική βάση, αναφορικά με το ύψος του ποσού των γενικών και ειδικών αποζημιώσεων της ενάγουσας είναι σαφές, ότι, αυτή, δεν έχει αποζημιωθεί πλήρως. Ούτε και μπορεί φυσικά να αποζημιωθεί επειδή, για όλους τους λόγους που έχουν αναφερθεί δια της υπογραφής της στο σχετικό έγγραφο (τεκμήριο 23) το οποίο τη δεσμεύει, όπως είναι και ο τίτλος του απάλλαξε την εναγόμενη και κατ' επέκταση την ασφαλιστική της εταιρεία από την υποχρέωση να της καταβάλουν οποιοδήποτε άλλο ποσό, πέραν του ποσού των €632,00 που της έχει καταβληθεί. Είναι σαφές, ότι, στην περίπτωσή της τυγχάνει εφαρμογής το κώλυμα του αποκλεισμού λόγω καταχώρησης σε έγγραφα και συγκεκριμένα στο έγγραφο (τεκμήριο 23) που την εμποδίζει να προωθήσει την αγωγή της εναντίον της εναγόμενης. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της εναγόμενης και σε βάρος της ενάγουσας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) . ........... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ-TA Subject: Civil/Other Actions /Final Αναφορά: Πολιτική - αγωγή για αποζημιώσεις συνεπεία τροχαίου ατυχήματος (κώλυμα λόγω καταχωρήσεων σε έγγραφα.) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.