← Κύπρος

POTAVINA NATALIA NIKOLAYEVNA ν. POTAVIN VLADIMIL OLEGOVICH κ.α., Αρ. Αγωγής: 2369/14, 27/10/2014

POTAVINA NATALIA NIKOLAYEVNA ν. POTAVIN VLADIMIL OLEGOVICH κ.α., Αρ. Αγωγής: 2369/14, 27/10/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A377 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2369/14 Μεταξύ: POTAVINA NATALIA NIKOLAYEVNA, από τη Μόσχα, Ρωσία Ενάγουσας και

  1. POTAVIN VLADIMIL OLEGOVICH, από τη Μόσχα
  2. INTERRROS INTERNATIONAL INVESTMENTS LIMITED, από τη Λεμεσό
  3. BONICO HOLDINGS CO. LIMITED, από τη Λεμεσό
  4. MONTEBELLA HOLDINGS LIMITED, από τη Λεμεσό
  5. ICFI (CYPRUS) LTD., από τη Λεμεσό
  6. PHARANCO HOLDINGS CO. LIMITED, από τη Λεμεσό
  7. KASTORIA FINANCE CORP. , από τον Παναμά
  8. MAKISON INVEST CORP., από τις Βρετανικές Παρθένους Νήσους
  9. TACOM HOLDING S.A., από τις Βρετανικές Παρθένους Νήσους
  10. SOFIA IOSIF, από τη Λεμεσό
  11. MARIA FYLAKTOY, από τη Λεμεσό
  12. CLOSED JOINT STOCK COMPANY HOLDING COMPANY INTERROS, από τη Μόσχα.
  13. SORANGE INVESTMENT LIMITED, από τις Βρετανικές Παρθένους Νήσους
  14. ADRIEL TRADING LIMITED, από τη Λεμεσό Εναγομένων --------------------------- Αίτηση ημερ. 22.5.2014 για συντηρητικά διατάγματα Ημερομηνία: 27 Οκτωβρίου, 2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγουσα-Αιτήτρια: κ.κ. Στ. Παύλου, Α. Χαβιαράς, κ. Χρ. Νικολάου, κ. Στ. Αμερικάνος και κ. Σ. Κώστα και κα Η. Καραβιώτου Για Εναγόμενο - Καθ'ου η Αίτηση αρ. 1: κ. Γ. Τριανταφυλλίδης και κ. Αλ. Γαβριηλίδης Για Εναγόμενους αρ. 2-6, 13 και 14: κ. Δ. Αραούζος και κ. Χρ. Περικλέους Για Εναγόμενους αρ. 7, 8 και 9: κ. Λ. Παπαφιλίππου με κ. Γ. Χριστοδούλου και κ. Χρ. Θεοδώρου Για Εναγόμενους αρ. 10 και 11: κ. Π. Νεοκλέους Για Εναγόμενους αρ. 12: κ. Π. Πολυβίου και κ. Γ. Μίτλετον ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την πιο πάνω αγωγή που καταχώρισε η Ενάγουσα στις 22.5.2014, διεκδικεί το 50% της περιουσίας του Εναγόμενου 1 και των μετοχών και άλλων δικαιωμάτων του στις ανωτέρω εναγόμενες εταιρείες, καθώς και άλλες θεραπείες και διατάγματα, όπως προβάλλονται στην οπισθογράφηση του κλητηρίου. Με την εξεταζόμενη αίτηση, ζητά την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων με τα οποία να δεσμεύονται περιουσιακά στοιχεία του εναγόμενου 1 και των εναγομένων εταιρειών, καθώς και διατάγματα αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal. Η αίτηση καταχωρήθηκε μονομερώς αλλά το Δικαστήριο, κρίνοντας πως δεν συνέτρεχε το στοιχείο του κατεπείγοντος, έδωσε οδηγίες για επίδοση της στους Εναγόμενους, οι οποίοι καταχώρισαν ενστάσεις. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Ρώσου δικηγόρου κ. Ryabchenko ημερομηνίας 22.5.2014 και της δικηγόρου κας Ebanoidze. Κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου κατεχωρήθη συμπληρωματική ένορκη δήλωση από τον κ. Ryabchenko στις 3.9.
  15. Ένσταση καταχώρισαν όλοι οι Εναγόμενοι. Η ένσταση του Εναγόμενου 1, συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της κας Starikova, του κ. Smirnov, των Εναγομένων 2-6, 13 και 14 από τον κ. Smirnov και την κα Starikova, των Εναγομένων 7,8 και 9, από τον κ. Θεοδώρου, την κα Starikova και τον κ. Smirnov, των Εναγομένων 10 και 11 από την κα Πυρκώτου και του Εναγομένου 12 από τον κ. Κουρσάρη. Η κα Starikova και ο κ. Smirnov κατεχώρισαν, κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου, συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις στις 24.9.
  16. Πρόκειται για πολυσέλιδες ένορκες δηλώσεις τόσο για την πλευρά της αιτήτριας όσο και των Εναγομένων, που συνοδεύονται από σωρεία εγγράφων και γνωματεύσεων. Θα επιχειρηθεί σύνοψη των ουσιωδών γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, όπως προκύπτουν μέσα από την αίτηση και τις ενστάσεις, αφού πρώτα παραταθεί το ιστορικό της επίδικης διαφοράς, στο βαθμό που δεν τελεί υπό αμφισβήτηση. Έχει ως ακολούθως: (α) Βασικοί διάδικοι στην υπόθεση είναι η αιτήτρια και ο Καθ'ου 1, Ρώσοι υπήκοοι, οι οποίοι δεν έχουν ούτε είχαν τη διαμονή τους στην Κύπρο κατά τον ουσιώδη χρόνο. Διέμεναν και εξακολουθούν να διαμένουν στη Ρωσία. (β) Υπήρξαν νόμιμοι σύζυγοι. Τέλεσαν γάμο στη Ρωσία το έτος 1983 και απέκτησαν 3 τέκνα, το μικρότερο από τα οποία είναι σήμερα ηλικίας 15 ετών. Τα άλλα δύο είναι ενήλικα. (γ) Μετά από αίτηση διαζυγίου που καταχώρισε ο Καθ'ου 1, αρμόδιο Ρωσικό Δικαστήριο εξέδωσε διαζύγιο στις 25.2.
  17. Η αιτήτρια καταχώρισε έφεση, αμφισβητώντας την ημερομηνία διάστασης που καθόρισε το Δικαστήριο, ως τον Ιανουάριο του έτους
  18. Η έφεση απορρίφθηκε αλλά προσβλήθηκε ενώπιον του Ανώτερου Δικαστηρίου της Μόσχας, το οποίο έκαμε αποδεκτό το διάβημα και ακύρωσε το μέρος της πρωτόδικης απόφασης που αφορά την ημερομηνία διάστασης. Το ζήτημα αυτό θα αποφασιστεί από το αρμόδιο Ρωσικό Δικαστήριο, στα πλαίσια της αίτησης περιουσιακών διαφορών που καταχώρισε ο Καθ'ου, όπως υποδεικνύεται κατωτέρω. Στα πλαίσια της αίτησης διαζυγίου, εκδόθηκε διάταγμα διατροφής εναντίον του Καθ'ου με το οποίο διατάχθηκε να καταβάλλει το ¼ των εισοδημάτων του στην αιτήτρια, ως διατροφή για το ανήλικο τέκνο τους. (δ) Στις 20.2.2014, ο Καθ'ου καταχώρισε αίτηση περιουσιακών διαφορών σε αρμόδιο Ρωσικό Δικαστήριο (Presneskey), η οποία εκκρεμεί. Ο Καθ'ου καθόρισε την περιουσία του στο ποσό των 140 εκατομμυρίων δολαρίων. Εδώ εστιάζονται οι κύριες διαφορές της αιτήριας και του Καθ'ου
  19. Η πρώτη, υποστηρίζει ότι ο πρώην σύζυγος της, είναι πάμπλουτος και το σύνολο της περιουσίας του αγγίζει τα 14 δις δολάρια. Το σημαντικότερο περιουσιακό του στοιχείο, υποστηρίζει, είναι η συμμετοχή του στη Ρωσική δημόσια εταιρεία OJSC MMC NORILSK NICKEL (στη συνέχεια "Norilsk Nickel") με ποσοστό 30,27%. Είναι παραδεκτό ότι η Norilsk Nickel είναι μια κολοσσιαία εταιρεία και το 30,27% των μετοχών που παραδέχεται ότι κατέχει ο Καθ' ου στην εταιρεία, ισοδυναμεί με αρκετά δισεκατομμύρια δολάρια. Ειδικότερα, με βάση το Τεκμήριο 3 που επισυνάπτει στην ένορκη δήλωση του ο κ. Ryabchenko, η αξία των μετοχών του Καθ'ου 1 εκτιμάται στα 8.75 δισεκατομύρια δολάρια. Παραπονείται η αιτήτρια πως ο Καθ'ου δεν αποκάλυψε αυτά τα περιουσιακά στοιχεία, ήτοι τις μετοχές που κατέχει στην Norilsk Nickel, μέσω των εναγόμενων εταιρειών, καθώς και άλλα περιουσιακά στοιχεία που απέκτησε κατά τη διάρκεια του γάμου τους, όπως τη συμμετοχή του στην εταιρεία Interros. Όπως διατείνεται, η συνολική αξία της περιουσίας που αποκτήθηκε κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης της με τον Καθ'ου 1, υπερβαίνει τα 14 δις δολλάρια και δικαιούται το 1/
  20. Η αξίωση της στηρίζεται στις πρόνοιες του Οικογενειακού Ρωσικού Κώδικα ("POK"). Ειδικότερα, με βάση το άρθρο 34 του ΡΟΚ, όπως αναλύεται και επεξηγείται από γνωματεύσεις των εμπειρογνωμόνων της Αιτήτριας Kanashevsky και Yarkov, εκτός εάν υπήρξε διαφορετική συμφωνία μεταξύ των συζύγων, η περιουσία που αποκτήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου θεωρείται κοινή και δικαιούται ο κάθε ένας από τους συζύγους το 50% της περιουσίας, ανεξάρτητα εάν αποκτήθηκε στο όνομα του ενός ή του άλλου ή ποιος από τους δύο συνεισέφερε χρηματικά για την απόκτηση της περιουσίας. Η Αιτήτρια υποστηρίζει πως δεν υπήρξε οποιαδήποτε συμφωνία με τον Καθ'ου 1 για τη ρύθμιση της οικογενειακής περιουσίας τoυς και ως εκ τούτου, όλη η περιουσία που αποκτήθηκε από τον Καθ'ου, κατά τη διάρκεια του γάμου τους είναι, με βάση το ρωσικό δίκαιο, κοινή και θα πρέπει να διαμοιραστεί μεταξύ τους σε ποσοστό 50% - 50%. Στην αρχική ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, ο ενόρκως δηλών, αφού παραθέτει τα πιο πάνω γεγονότα, υποστηρίζει, σε συντομία, τα ακόλουθα: α) Ο Καθ' ου 1, δόλια και σκόπιμα απέφυγε να ζητήσει διαμοιρασμό όλης της περιουσίας που αποκτήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων, στην περιουσιακή αίτηση που κατέθεσε στη Ρωσία. Ειδικότερα, ζήτησε διαμοιρασμό συγκεκριμένων ακινήτων στη Ρωσία, διάφορων χρηματικών ποσών καθώς και μετοχών που κατέχει σε μια Ρωσική εταιρεία (Gazprom) όλα συνολικής αξίας 140 εκ. δολαρίων, αποφεύγοντας να συμπεριλάβει στην αίτηση τα συμφέροντα του στις εταιρείες Interros και Norilsk Nickel, αξίας 14,1 δις δολαρίων, περίπου. β) Το σημαντικότερο περιουσιακό στοιχείο του Καθ' ου 1, υποστηρίζει, που αποτελεί σύμφωνα με την αξίωση της Αιτήτριας κοινή περιουσία με βάση το Ρωσικό δίκαιο, είναι το 30,27% των μετοχών που κατέχει στην Norilsk Nickel, μέσω των Εναγομένων εταιρειών. Με βάση σχεδιάγραμμα το οποίο επισυνάπτει ως παράρτημα 2 στην ένορκη του δήλωση, επεξηγεί με ποιο τρόπο χρησιμοποιήθηκαν οι Εναγόμενες εταιρείες ως «οχήματα» δια μέσου των οποίων ο Καθ' ου 1 κατέχει τις πιο πάνω μετοχές, για να μην μπορέσει η Αιτήτρια να διακριβώσει τη συμμετοχή του στη Nickel. Παρενθετικά σημειώνεται πως τόσο με την ένσταση του Καθ' ου, όσο και με την αγόρευση των δικηγόρων του, γίνεται παραδεκτό ότι είναι ιδιοκτήτης του 30,27% των μετοχών της Norilsk Nickel. γ) Επιπρόσθετα, ο Εναγόμενος 1 είναι ιδιοκτήτης και ελέγχει, μέσω των Εναγομένων 2 και 12 εταιρειών, τον όμιλο εταιρειών Interros, παγκόσμιου βεληνεκούς, αξίας δισεκατομμυρίων δολαρίων. δ) Μετά την έκδοση του διαζυγίου από το Δικαστήριο της Μόσχας, ανταλλάγηκαν μεταξύ των δικηγόρων του Καθ'ου και της Αιτήτριας επιστολές (τεκμήρια 22-24) σε σχέση με τις περιουσιακές διαφορές των διαδίκων. Ο Καθ'ου όμως ήταν απρόθυμος να εφοδιάσει τους δικηγόρους της Αιτήτριας με λεπτομερή στοιχεία της περιουσίας που αποκτήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου. Η Αιτήτρια, υποστηρίζει ο ενόρκως δηλών, δεν είχε τότε υπόψη της συγκεκριμένα στοιχεία σε σχέση με τη συνολική έκταση και αξία της συζυγικής περιουσίας και ειδικότερα για όλη την περιουσία που κατείχε ή δικαιούτο να εγγραφεί ο Καθ' ου 1 και άρχισε δικαστικές διαδικασίες σε διάφορες πολιτείες των Ην. Πολιτειών όπου βρισκόταν εκείνη την περίοδο για λόγους υγείας, σε μια προσπάθεια αναζήτησης και αποκάλυψης της περιουσίας του Καθ' ου. Όπως υποστηρίζει, ο Καθ'ου 1, μέσα από τις προτάσεις του προσπαθούσε στην ουσία να ξεγελάσει την Αιτήτρια και να την εμποδίσει να προχωρήσει με περιουσιακές απαιτήσεις. ε) Ανέθεσε περαιτέρω σε επιστημονικούς ερευνητές τη διερεύνηση και τον εντοπισμό των περιουσιακών στοιχείων του Καθ' ου, οι οποίοι ετοίμασαν σχετική έκθεση ημερομηνίας 24/5/2004 (Τεκμήριο 3). Είναι μέσω αυτής της έκθεσης, σημειώνει, που μπόρεσε να διαφανεί με ποιο τρόπο ο Καθ' ου κατέχει τις μετοχές στην Norilsk Nickel. στ) Πέρα από την προσπάθεια του Καθ' ου για εξαπάτηση της Αιτήτριας μη αποκαλύπτοντας την πραγματική συζυγική περιουσία ενώπιον των Ρωσικών Δικαστηρίων, όπου αποτάθηκε για διαμοιρασμό της περιουσίας, ο Καθ' ου, σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα, προέβη πρόσφατα σε ενέργειες αποξένωσης σημαντικών περιουσιακών στοιχείων του, ως ακολούθως: i. Περί τα τέλη του έτους 2013 και ενώ ακόμη εκκρεμούσαν διαδικασίες διαζυγίου, αποξένωσε συμφέροντα του στην εταιρεία Profmedia, χωρίς να ενημερώσει την Αιτήτρια. ii. Περί τον Απρίλιο του 2014 πώλησε τις μετοχές που κατείχε, μέσω της Interros, στην Rosbank. iii. Περί τα τέλη Μαϊου 2014 απέκρυψε στοιχεία σε σχέση με μερίσματα από την Norilsk Nickel που αντιστοιχούσαν στο ποσό των 1.184.500 δολαρίων Αμερικής. Η ενέργεια αυτή, εξηγεί, έγινε για να αποφύγει να πληρώσει στην Αιτήτρια ποσοστό πάνω στα συνολικά του εισοδήματα με βάση την απόφαση διατροφής που είχε εκδοθεί από το Οικογενειακό Δικαστήριο της Μόσχας. iv. Επιπλέον, με βάση στοιχεία που παρουσιάστηκαν από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης ο Καθ' ου φέρεται να εξέφρασε πρόθεση μεταβίβασης περιουσιακών του στοιχείων σε μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς. ζ) Στη συνέχεια της ένορκης δήλωσης του ο δικηγόρος Ryabchenko, επισυνάπτει νομική γνωμάτευση Ρώσου ειδήμονα (Kanashevsky), Τεκμήριο 26, με την οποία επεξηγείται ότι η Αιτήτρια δικαιούται το ½ της συζυγικής περιουσίας που αποκτήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου, με βάση τον Ρωσικό Οικογενειακό Κώδικα. Ιδιαίτερη μνεία γίνεται στο Άρθρο 34 του ΡΟΚ, στο οποίο έγινε ήδη αναφορά πιο πριν, υποδεικνύοντας πως με βάση την συγκεκριμένη πρόνοια η περιουσία που αποκτήθηκε κατά τη διάρκεια του έγγαμου βίου συμπεριλαμβάνει και τα εισοδήματα που απόκτησαν οι σύζυγοι από επιχειρηματικές δραστηριότητες, καθώς και κάθε άλλη πηγή εισοδήματος, όπως μισθούς, μετοχές, συμφέροντα σε εταιρείες κλπ. Με τις ένορκες δηλώσεις της κας Starikova και του κ. Smιrnov, που συνοδεύουν την ένσταση του Καθ' ου 1, εγείρονται διάφορα ζητήματα σε σχέση με το αγώγιμο δικαίωμα καθώς και τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να επιληφθεί της υπόθεσης. Επί των γεγονότων οι ενόρκως δηλούντες υποστηρίζουν πως ο Καθ' ου δεν απέκρυψε περιουσία η οποία θα μπορούσε να διαμοιραστεί με βάση το Ρωσικό δίκαιο. Όπως υποστηρίζουν, υπήρξε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων στη βάση της οποίας η περιουσία του Καθ' ου που θα αποκτάτο από τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες εξαιρείτο από την οικογενειακή περιουσία. Αυτή η συμφωνία είναι επιτρεπτή με βάση το Ρωσικό Οικογενειακό Δίκαιο και συνεπώς δικαιολογημένα ο Καθ' ου δεν συμπεριέλαβε στη διαδικασία ενώπιον του αρμόδιου Ρωσικού Δικαστηρίου την περιουσία που απέκτησε από τις επιχειρηματικές δραστηριότητές του. Αρνούμενοι τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας περί απόκρυψης περιουσιακών στοιχείων, προβάλλουν την θέση ότι ο Καθ' ου δραστηριοποιείται μέσω εταιρειών παγκόσμιας εμβέλειας με νόμιμες και καθ' όλα αποδεκτές διαδικασίες, μέσω υπεράκτιων εταιρειών που έχει συστήσει ώστε να εξυπηρετούνται οι ανάγκες και οι σκοποί των επιχειρήσεων. Δεν απέκρυψε και δεν αρνείται ότι είναι ο τελικός δικαιούχος μέτοχος του 30,27%, μέσω των Εναγόμενων εταιρειών, του μετοχικού κεφαλαίου της Norilsk Nickel. Ουδεμία πίεση ή απειλή ασκήθηκε από τον Καθ' ου 1 στην Αιτήτρια για να την εξαναγκάσει, όπως η ίδια ισχυρίζεται, να αποδεχτεί διευθέτηση εις βάρος των συμφερόντων της. Σε σχέση με τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας για αποξένωση περιουσιακών στοιχείων του Καθ' ου 1, οι ενόρκως δηλούντες υποστηρίζουν πως είναι εντελώς αναληθείς. Οι πωλήσεις που έγιναν των μετοχών που κατείχε η Interros στην Rosbank ήταν μία πράξη στα πλαίσια των συνήθων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων και δεν υπήρχε πρόθεση αποξένωσης, όπως υποστηρίζει η Αιτήτρια. Το ίδιο ισχύει και για την πώληση των μετοχών στην εταιρεία Profmedia. Ούτε οι άλλοι ισχυρισμοί περί προσπάθειας αποξένωσης ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Σε κάθε περίπτωση, υποστηρίζουν, δεν θα εξυπηρετούσε οποιοδήποτε σκοπό η έκδοση διαταγμάτων παγοποίησης των μετοχών που κατέχει ο Καθ' ου στην Norilsk Nickel γιατί, όπως επεξηγείται, το μεγαλύτερο μέρος, ήτοι το 75% των μετοχών είναι δεσμευμένες και ενεχυριασμένες και δεν υπάρχει κίνδυνος αποξένωσης τους. Περαιτέρω, ποσοστό 6% των μετοχών είναι "κλειδωμένες", όπως επεξηγείται. Τα γεγονότα αυτά ήταν σε γνώση της Αιτήτριας όπως προκύπτει από τα έγγραφα που κατατέθηκαν με την αίτηση από τον κ. Ryabchenko. Εκτός τούτου, αναφέρει και επεξηγεί στην ένορκη δήλωση της η κα Starikova, οι μετοχές που κατέχει ο Καθ'ου στη Norilsk Nickel δεν μπορούν να πωληθούν μέχρι το Δεκέμβριο του 2017, με βάση τη συμφωνία των μετόχων της εταιρείας (lock-up agreement). Αυτό το γεγονός, επισημαίνει, ήταν σε γνώση της Αιτήτριας, αφού μνημονεύεται στο τεκμήριο 6 που καταχώρισε ο κ. Ryabchenko. Στην ένσταση επισυνάπτεται εκτεταμένη γνωμάτευση της καθηγητού Olga Dyuzheva στην οποία αναλύονται οι πρόνοιες του ΡΟΚ σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς των διαδίκων. Επιγραμματικά, υποστηρίζει πως με βάση το άρθρο 38

(2)του ΡΟΚ, είναι δυνατή η εξαίρεση των περιουσιακών στοιχείων μιας επιχείρησης από τη κοινή συζυγική περιουσία, με προφορική ή γραπτή συμφωνία. Αναφέρει, επίσης πως τα περιουσιακά στοιχεία που αποκτήθηκαν μετά τη διάσταση, δεν συμπεριλαμβάνονται στην κοινή περιουσία (άρθρο 38
(4)ΡΟΚ). Σε άλλα σημεία της γνωμάτευσης της, υποστηρίζει πως οι αξιώσεις της Αιτήτριας στην Κύπρο είναι πρόωρες, καθ' όσον δεν έχουν αποφασιστεί από το Ρωσικό Δικαστήριο που είναι το μόνο αρμόδιο να διαχωρίσει την κοινή συζυγική περιουσία. Για να διαχωριστεί η περιουσία θα πρέπει, υποδεικνύει, να διαπιστωθεί κατά πόσο υπήρξε η προβαλλόμενη από τον Καθ'ου 1 συμφωνία εξαίρεσης των περιουσιακών στοιχείων από την επιχειρηματική του δραστηριότητα. Θα πρέπει επίσης να καθοριστεί η ημερομηνία διάστασης. Επισημαίνει, περαιτέρω, πως η Αιτήτρια μπορεί να εγείρει τις όποιες περιουσιακές διεκδικήσεις της στο αρμόδιο Ρωσικό Δικαστήριο είτε στα πλαίσια της αίτησης που καταχώρισε ο Καθ'ου, είτε με ξεχωριστή αγωγή. Όπως επισημάνθηκε πιο πριν, γνωματεύσεις κατατέθηκαν και από την Αιτήτρια από τους καθηγητές Kauashevsky και Yarkov. Κατατέθηκαν, επίσης περαιτέρω γνωματεύσεις με τις συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις. Είναι αρκετό να υποδειχθεί πως οι εμπειρογνώμονες των δύο πλευρών συμφωνούν στα εξής βασικά σημεία: α) Ότι όλα τα περιουσιακά στοιχεία που αποκτήθηκαν από το ζεύγος κατά τη διάρκεια του γάμου (από το γάμο μέχρι την ημερομηνία διάστασης) αποτελούν οικογενειακή περιουσία που ανήκει από κοινού στους δύο συζύγους. Μπορεί με συμφωνία των συζύγων να εξαιρεθεί συγκεκριμένη περιουσία από την κοινή. Η διαφωνία των μερών εστιάζεται στην ύπαρξη ή όχι τέτοιας συμφωνίας αλλά δεν αμφισβητείται πως το ζήτημα αυτό, όπως και η ημερομηνία διάστασης, θα αποφασιστούν από το αρμόδιο Δικαστήριο. β) Η περιουσία που μπορεί να αποτελεί οικογενειακή περιουσία για σκοπούς του Ρωσικού δικαίου, συμπεριλαμβάνει και περιουσία που βρίσκεται εκτός της Ρωσικής επικράτειας και περιλαμβάνει και μετοχές, γ) Μπορεί να διαμοιραστεί η περιουσία στα πλαίσια μιας διαδικασίας (με αξίωση και ανταξίωση) ή με χωριστές αγωγές που θα καταχωρίσουν τα μέρη. Πέραν των πιο πάνω, είναι αποδεκτό πως τα δικαιώματα των μερών διέπονται από το Ρωσικό Οικογενειακό δίκαιο, ακόμη και σε σχέση με την περιουσία που βρίσκεται στο εξωτερικό. Θεωρώ αχρείαστο να σχολιάσω τις διαφωνίες των εμπειρογνωμόνων σε σχέση με τη νομική ερμηνεία που δίδουν σε διάφορες πρόνοιες του Ρωσικού Οικογενειακού δικαίου και εν γένει του Ρωσικού δικαίου σε επί μέρους θέματα, όπως τον τρόπο διαμοιρασμού των περιουσιακών στοιχείων, τη δυνατότητα διάτρησης του εταιρικού πέπλου κ.λ.π. Είναι, εξάλλου, αποδεκτό από όλες τις πλευρές ότι το αλλοδαπό (Ρωσικό) δίκαιο, αποτελεί πραγματικό γεγονός και το Δικαστήριο δεν καταλήγει σε ευρήματα επί των γεγονότων στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο. Οι ενστάσεις των υπολοίπων Εναγομένων κινούνται στα πλαίσια της ένστασης του Εναγομένου 1 αφού κατά βάση υιοθετείται και επαναλαμβάνεται το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την ένσταση του Καθ'ου
  1. Με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων, παραπέμποντας σε πολλές αυθεντίες επί των εγειρομένων νομικών πτυχών της υπόθεσης. Το Δικαστήριο είχε θέσει εξ' αρχής ζήτημα δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση, στο στάδιο εξέτασης της μονομερούς αίτησης της Αιτήτριας για τη χορήγηση των αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων. Αφέθηκε, όμως, το ζήτημα να εξετασθεί σε μεταγενέστερο στάδιο αφού κρίθηκε πως δεν συνέτρεχε το στοιχείο του κατεπείγοντος. Το θέμα, ως ήταν αναμενόμενο, ηγέρθη με τις ενστάσεις όλων των Εναγομένων. Δηλώθηκε δε από τους συνηγόρους που εκπροσωπούσαν όλους τους διαδίκους, ότι θα αποφασιστεί στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Προέχει συνεπώς, η εξέταση αυτής της πτυχής. Επί του προκειμένου, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι της Αιτήτριας, υποστήριξαν πως τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν διεθνή δικαιοδοσία, με βάση τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 44/2001 (Κανονισμός (ΕΚ) αρ. 44/2001 του Συμβουλίου της 22ας Δεκεμβρίου 2000 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις). Ειδικότερα, οι συνήγοροι παρέπεμψαν στο άρθρο 2.1 του Κανονισμού που προβλέπει τα ακόλουθα: «Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος Κανονισμού, τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος του κράτους μέλους, ενάγονται ενώπιον των Δικαστηρίων αυτού του κράτους μέλους, ανεξάρτητα από την ιθαγένεια τους». Παραπέμποντας περαιτέρω στη γνωστή απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου στην υπόθεση Owusu (case C281/02 Andrew Owusu v. N.B. Jackson and others), εισηγήθηκε πως δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι αρχές του forum non conviniens στην περίπτωση που ένα Δικαστήριο κράτους μέλους έχει διεθνή δικαιοδοσία με βάση το άρθρο 2 του Κανονισμού. Η αρχή αυτή, συνέχισαν, ισχύει ακόμη και εάν δεν εγείρεται ζήτημα διεθνούς δικαιοδοσίας άλλου κράτους - μέλους ή αν επίδικη διαφορά δεν έχει κανένα άλλο συνδετικό στοιχείο με άλλο κράτος - μέλος. Η απόφαση Owusu v. Jackson, επεσήμαναν οι συνήγοροι, έχει υιοθετηθεί σε αριθμό μεταγενέστερων υποθέσεων από τα Κυπριακά Δικαστήρια, όπως στην υπόθεση Hampton Advisory Group SG v. Bοst Ad κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. 13/2009 ημερ. 27.3.
  2. Οι Εναγόμενες κυπριακές εταιρείες είναι αναγκαίοι διάδικοι στην εκδικαζόμενη υπόθεση γιατί, σύμφωνα με τους συνηγόρους της Αιτήτριας, επηρεάζονται τα συμφέροντα τους. Ορθά κατά την εισήγηση τους, προστέθηκαν ως διάδικοι, κατ' εφαρμογήν της Δ.9 θ.10 όπως έχει ερμηνευθεί από τη νομολογία και παρέπεμψαν επί του προκειμένου στις υποθέσεις Korkut v. Γεωργίου κ.ά.
(2007)1 Α.Α.Δ. 1213 και Mepa Underwriting Management Ltd κ.α. ν. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλειών
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 772. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Εναγομένων υποστήριξαν ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία να αποφασίσουν την πραγματική διαφορά της υπόθεσης που είναι διαφορά μεταξύ δύο Ρώσων πολιτών σε σχέση με κατ' ισχυρισμό συζυγική περιουσία. Αναπτύσσοντας την επιχειρηματολογία τους επισημαίνουν, εν πρώτοις, το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η Αιτήτρια και ο Καθ' ου 1 είναι Ρώσοι υπήκοοι που διέμεναν και διαμένουν στη Ρωσία. Όπως και το γεγονός ότι η αξίωση της Αιτήτριας αφορά το μερίδιό της από τη συζυγική περιουσία που αποκτήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου της με τον Καθ' ου 1, με βάση τις πρόνοιες του Ρωσικού Δικαίου. Το Δικαστήριο κατά συνέπεια δεν μπορεί να έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει και αποφασίσει περιουσιακές διαφορές Ρώσων υπηκόων που ουδέποτε είχαν τη διαμονή τους στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η θέση των συνηγόρων της Αιτήτριας ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία με βάση το άρθρο 2 του Κανονισμού 44/2001 είναι ατυχής, κατά την εισήγηση των συνηγόρων του Καθ' ου, καθόσον ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός δεν τυγχάνει εφαρμογής στην κρινόμενη υπόθεση που αφορά περιουσιακές σχέσεις συζύγων. Υπέδειξαν συναφώς πως με βάση το άρθρο 1
(2)του Κανονισμού εξαιρούνται από την εφαρμογή του, μεταξύ άλλων, και οι περιουσιακές σχέσεις των συζύγων. Η διαπίστωση αυτή, συνέχισαν οι συνήγοροι, συμπαρασύρει και την εισήγηση της Αιτήτριας πως τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν υποχρέωση να αναλάβουν δικαιοδοσία λόγω της διαμονής των Εναγομένων 2-6, 10, 11 και 14 και ότι κατ' επέκταση δεν υπεισέρχεται προς συζήτηση το ζήτημα του καταλληλότερου forum για να εκδικάσει την υπόθεση. Εσφαλμένη κατά την εισήγηση τους, είναι και η εισήγηση των συνηγόρων της Αιτήτριας ότι οι Εναγόμενοι 2-14 είναι αναγκαίοι διάδικοι και ορθά συνενώθηκαν στην παρούσα αγωγή, με βάση τις πρόνοιες της Δ.9 θ.
  1. Η εν λόγω διαταγή δεν έχει απολύτως τίποτε να κάμει με τη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων επί αλλοδαπών εναγομένων, καθόσον η διάταξη με βάση την οποία το Δικαστήριο θα μπορούσε να αναλάβει δικαιοδοσία επί αλλοδαπών εναγομένων είναι η Δ.6 θ.1 και όχι η Δ.9 θ.10, η οποία ρυθμίζει την εξουσία του Δικαστηρίου να επιτρέπει την προσθήκη ή διαγραφή εναγομένου. Παρέπεμψαν επί του προκειμένου στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ANS Secretaries Ltd v. Orianda Management, ECLI:CY:AD:2014:A458, Πολιτική Έφεση Αρ. 362/09 ημερ. 3.7.2014, στην οποία λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Όπου υπάρχουν και εναγόμενοι εκτός Κύπρου, μόνο μετά από εξασφάλιση άδειας του δικαστηρίου δυνάμει της Δ.6 θ.1, μπορούν να υποβληθούν στη δικαιοδοσία των κυπριακών δικαστηρίων». Η Αιτήτρια, υπόδειξαν οι συνήγοροι των Εναγομένων, δεν έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των Εναγομένων 2-
  2. Εκείνο συνεπώς που θα πρέπει να εξετάσει το Δικαστήριο είναι κατά πόσο η Αιτήτρια απέδειξε εκ πρώτης όψεως αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του αλλοδαπού εναγόμενου 1 ώστε να αναλάβει δικαιοδοσία με βάση τις πρόνοιες της Δ.6 θ.
  3. Όπως υπέδειξαν οι συνήγοροι, δεν είναι οι Κύπριοι εναγόμενοι που πρέπει να θεωρηθούν σαν απαραίτητοι διάδικοι αλλά οι αλλοδαποί εναγόμενοι. Το γεγονός ότι οι κυπριακές εταιρείες είναι αναγκαίοι ή απαραίτητοι διάδικοι στη διαδικασία, δεν μπορεί να προσδώσει δικαιοδοσία στα Δικαστήρια της Κύπρου έναντι των αλλοδαπών εναγομένων. Η ορθή νομική προσέγγιση με βάση τις πρόνοιες της Δ.6 θ.1(h) όπως έχει ερμηνευθεί από τη Νομολογία, απαιτεί όπως οι αλλοδαποί εναγόμενοι είναι αναγκαίοι ή απαραίτητοι διάδικοι σε αγωγή η οποία έχει εγερθεί κανονικά εναντίον Κυπρίων εναγομένων. Η Αιτήτρια, κατέληξαν οι συνήγοροι επί του προκειμένου, αντέστρεψαν τα πράγματα, θεωρώντας κακώς ότι το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία έναντι των αλλοδαπών εναγομένων και οι Κύπριοι εναγόμενοι είναι οι αναγκαίοι διάδικοι. Είναι φανερό, υποστήριξαν περαιτέρω οι συνήγοροι των Εναγομένων, ότι οι Εναγόμενοι 2-14 συνενώθηκαν ως διάδικοι στην αγωγή, όχι επειδή η Αιτήτρια έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον τους αλλά αποκλειστικά για το λόγο ότι αποτελούν περιουσιακά στοιχεία του Εναγόμενου
  4. Το γεγονός ότι τα «περιουσιακά αυτά στοιχεία» τυγχάνει να είναι εταιρείες με νομική προσωπικότητα, είναι ένα τυχαίο γεγονός και άσχετο με το ζητούμενο. Με άλλα λόγια, εάν ο Καθ' ου η αίτηση 1 δεν ήταν εναγόμενος στην αγωγή, η Αιτήτρια δεν θα είχε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον οποιουδήποτε από τους Εναγόμενους 2-
  5. Πραγματικός εναγόμενος, κατέληξαν οι συνήγοροι, στην παρούσα αγωγή είναι ο Εναγόμενος 1 και το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία, να εκδικάσει την περιουσιακή αξίωση που έχει η Αιτήτρια εναντίον του. Το Δικαστήριο, συνεπώς, δεν μπορεί να αναλάβει δικαιοδοσία έναντι οποιουδήποτε από τους Εναγόμενους. Σε κάθε περίπτωση, συνέχισαν οι συνήγοροι, ακόμη και εάν το Δικαστήριο κρίνει ότι οι αλλοδαποί εναγόμενοι υπόκεινται στη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων, και πάλι το Δικαστήριο θα πρέπει να αρνηθεί να αναλάβει δικαιοδοσία για το λόγο ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, δεν αποτελούν το πλέον κατάλληλο forum για εκδίκαση της υπόθεσης. Όπως υποδεικνύουν οι συνήγοροι, όλοι οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη με βάση τη γνωστή επί του θέματος νομολογία (Zealand Navigation Company Ltd v. Banque Worms, 2000 (I) A.Α.Δ. 707), συνδέουν την υπόθεση με τη Ρωσία, αφού: α) Οι ουσιαστικοί διάδικοι στην παρούσα διαδικασία είναι και οι δύο Ρώσοι υπήκοοι οι οποίοι ουδέποτε διέμεναν ή διεξήγαγαν εργασίες στην Κύπρο. β) Πρόκειται για οικογενειακή διαφορά μεταξύ της Αιτήτριας και του Καθ' ου
  6. γ) Στην υπόθεση τυγχάνει εφαρμογής το Ρωσικό Δίκαιο, γεγονός που δεν αμφισβητείται. δ) Υπάρχει ήδη σε εξέλιξη μεταξύ της Αιτήτριας και του Καθ' ου 1 δικαστική διαδικασία ενώπιον των Ρωσικών Δικαστηρίων στην οποία η Αιτήτρια έχει κάθε δικαίωμα να υποβάλει ανταπαίτηση ή νέα απαίτηση σε σχέση με όλα τα ζητήματα που διεκδικεί με την αγωγή της στην Κύπρο. ε) Τόσο οι βασικοί μάρτυρες όσο και οι εμπειρογνώμονες αλλά και τα έγγραφα που αφορούν την επίδικη διαφορά, συνδέονται περισσότερο με τη Ρωσία παρά με την Κύπρο, αφού οι μάρτυρες είναι Ρώσοι και τα έγγραφα είναι συνταγμένα στη ρωσική γλώσσα. Η μόνη σύνδεση, υπόδειξαν οι συνήγοροι, της Κύπρου με την υπόθεση είναι οι κυπριακές εταιρείες οι οποίες κατέχουν κατ' ισχυρισμόν περιουσιακά στοιχεία τα οποία ενδεχόμενα να αποτελούν μέρος της συζυγικής περιουσίας. Το σημαντικότερο όμως περιουσιακό στοιχείο που κατ' ισχυρισμό αποτελεί μέρος της κοινής συζυγικής περιουσίας, είναι οι μετοχές στη Norilsk Nickel που είναι ρωσική εταιρεία. Συμφωνώ με τις θέσεις και εισηγήσεις των Καθ' ων η αίτηση που άπτονται της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση, για τους ακόλουθους λόγους: α) Πρόκειται σαφώς για περιουσιακή διαφορά μεταξύ δύο Ρώσων πολιτών με την οποία διεκδικείται από την Αιτήτρια το μερίδιο της στη συζυγική περιουσία. Ως τέτοια (περιουσιακή διαφορά) εξαιρείται από το Ευρωπαϊκό Κανονισμό. Όπως υποδεικνύεται και στη συνέχεια, με βάση το άρθρο 1
(2), οι περιουσιακές σχέσεις των συζύγων εξαιρούνται από την εφαρμογή του Κανονισμού 44/
  1. Δεν εγείρεται, συνεπώς, ζήτημα ανάληψης διεθνούς δικαιοδοσίας από τα Κυπριακά Δικαστήρια, όπως εισηγήθηκαν οι συνήγοροι της αιτήτριας. β) Εκκρεμεί ενώπιον του αρμόδιου Ρωσικού Δικαστηρίου αίτηση του Καθ' ου 1 για επίλυση των περιουσιακών διαφορών του με την Αιτήτρια. Το γεγονός ότι ο Καθ' ου 1 δεν έχει συμπεριλάβει στην αίτηση όλα τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία κατ' ισχυρισμό της Αιτήτριας αποτελούν συζυγική περιουσία, δεν μπορεί να προσδώσει, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, δικαιοδοσία στα Κυπριακά Δικαστήρια να εκδικάσουν την υπόθεση. γ) Η Αιτήτρια έχει κάθε δικαίωμα και δυνατότητα να εμφανιστεί στη διαδικασία που εκκρεμεί στο Ρωσικό Δικαστήριο και να συμπεριλάβει τις όποιες αξιώσεις της, είτε προβάλλοντας τες με τη μορφή ανταπαίτησης είτε με νέα αίτηση ενώπιον του αρμόδιου Ρωσικού Δικαστηρίου. δ) Όπως προκύπτει από τους εμπειρογνώμονες των δύο πλευρών, στη συζυγική περιουσία, με βάση το Ρωσικό Οικογενειακό Κώδικα, συμπεριλαμβάνεται και η περιουσία που βρίσκεται εκτός Ρωσίας και σε αυτή συμπεριλαμβάνονται και οι μετοχές που κατέχει ο Εναγόμενος 1 στις εναγόμενες εταιρείες, οι οποίες (μετοχές) κατ' ισχυρισμόν της Αιτήτριας, αποτελούν οικογενειακή περιουσία. ε) Η ημερομηνία διάστασης των διαδίκων τελεί υπό αμφισβήτηση. Αμφισβητείται, περαιτέρω, η ύπαρξη της συμφωνίας που επικαλείται ο Καθ'ου 1 σε σχέση με εξαίρεση της περιουσίας από την επιχειρηματική δραστηριότητα, ζητήματα που θα αποφασιστούν με βάση το Ρωσικό Δίκαιο στα πλαίσια της διαδικασίας περιουσιακών διαφορών που έχει καταχωριστεί από τον Καθ' ου 1 και βρίσκεται σε εκκρεμότητα. Είναι συνεπώς ορθή η θέση και η εισήγηση των Εναγομένων πως τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την περιουσιακή απαίτηση της Αιτήτριας εναντίον του πρώην συζύγου της, υπό τις πιο πάνω περιστάσεις. Ορθή κρίνεται και η θέση των Εναγομένων όπως αναπτύχθηκε από τους ευπαίδευτους συνηγόρους τους, ότι το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία επί του Εναγόμενου 1, ο οποίος είναι αλλοδαπός, δεν κατοικεί στην Κύπρο και είναι ο κύριος εναγόμενος (Anchor Defendant) στην παρούσα υπόθεση. Η αιτήτρια δεν έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των εναγομένων 2-14, οι οποίοι ενάγονται ως τα πρόσωπα που κατέχουν περιουσιακά στοιχεία (μετοχές) του εναγόμενου
  2. Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι το αγώγιμο δικαίωμα της αιτήτριας πηγάζει από την ιδιότητα της ως πρώην σύζυγος του καθ' ου
  3. Δεν έχει οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των εναγομένων 2-14 το οποίο, όπως εύστοχα υποδείχθηκε από τους συνήγορους των εναγομένων, θα μπορούσε να διεκδικήσει αυθύπαρκτα και ανεξάρτητα από την αξίωση της εναντίον του πρώην συζύγου της. Ορθή περαιτέρω κρίνεται η όλη προσέγγιση των συνηγόρων των Εναγομένων σε σχέση με τη μη εφαρμογή του Κανονισμού 44/2001 στην εξεταζόμενη υπόθεση, εφόσον πρόκειται για περιουσιακή διαφορά και ως τέτοια εξαιρείται από την εφαρμογή του Κανονισμού, με βάση το άρθρο 1.2 του Κανονισμού. Το άρθρο 1.2(α) του Κανονισμού, σαφέστατα εξαιρεί τις περιουσιακές διαφορές συζύγων από την εφαρμογή του. Έχει ως ακολούθως: «Εξαιρούνται από την εφαρμογή του: (α) Η προσωπική κατάσταση και ικανότητα των φυσικών προσώπων, οι περιουσιακές σχέσεις των συζύγων, οι κληρονομικές σχέσεις. ..............................». Κατά συνέπεια, δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι αρχές που έχουν καθιερωθεί στην αναφερθείσα υπόθεση Owusu και στις κυπριακές υποθέσεις που την ακολούθησαν. Το Δικαστήριο, συνεπώς, μπορεί να αποφασίσει κατά πόσο είναι το καταλληλότερο, υπό τις περιστάσεις, forum για εκδίκαση της υπόθεσης, δεδομένης της αδιαμφισβήτητης δικαιοδοσίας των Ρωσικών Δικαστηρίων να εκδικάσουν τη διαφορά. Οι αρχές που διέπουν το ζήτημα (Forum non conviniens) είναι πολύ καλά γνωστές (βλ. Zeeland Navigation Co Ltd, Hampton Advisory Group S.A. (ανωτέρω). Όλα τα δεδομένα της υπόθεσης συνηγορούν με τις θέσεις των Εναγομένων πως το Δικαστήριο δεν είναι το καταλληλότερο να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση. Επομένως, ακόμη και στην περίπτωση που θα μπορούσαν τα Κυπριακά Δικαστήρια να αναλάβουν δικαιοδοσία έναντι του αλλοδαπού Εναγομένου 1, και πάλι θα αποφάσιζα, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, ότι το Κυπριακό Δικαστήριο δεν είναι το καταλληλότερο Forum για να εκδικάσει την υπόθεση. Τα αδιαμφισβήτητα, επαναλαμβάνω, δεδομένα, δεν θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε οποιαδήποτε άλλη κατάληξη. Θεωρώ περιττό να τα επαναλάβω. Είναι αρκετό να τονιστεί το γεγονός ότι πρόκειται για αλλοδαπούς, χωρίς σύνδεση διαμονής ή άλλων σχέσεων με την Κύπρο. Οι διαφορές τους διέπονται από το Ρωσικό Δίκαιο. Υπάρχει σε εξέλιξη δικαστική διαδικασία ενώπιον των Ρωσικών Δικαστηρίων ενώ οι πλείστοι μάρτυρες αν όχι όλοι, βρίσκονται στη Ρωσία και δεν μιλούν την Ελληνική γλώσσα. Η θέση της αιτήτριας ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια είναι καταλληλότερα, επειδή οι μετοχές βρίσκονται στην Κύπρο δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Η κατοχή των μετοχών από τις εναγόμενες εταιρείες, δια λογαριασμό του καθ' ου 1, είναι παραδεκτή και δεν απαιτείται να προσκομιστεί μαρτυρία προς απόδειξη του γεγονότος αυτού. Οι σημαντικότερες διαφορές των διαδίκων φαίνεται να σχετίζονται με την ημερομηνία διάστασης, καθώς και με την ύπαρξη ή μη συμφωνίας για εξαίρεση της επιχειρηματικής περιουσίας του καθ' ου 1 από την οικογενειακή. Επί των ζητημάτων αυτών δεν χωρεί αμφιβολία ότι τα Ρωσικά Δικαστήρια είναι καταλληλότερα, εάν όχι αποκλειστικά αρμόδια να τα αποφασίσουν. Αλλά και για το ζήτημα των μετοχών στις εναγόμενες εταιρείες τα Ρωσικά Δικαστήρια είναι πλέον κατάλληλα, αφού είναι παραδεκτό ότι το σημαντικότερο περιουσιακό στοιχείο του καθ' ου 1 είναι οι μετοχές του στη Norilsk Nickel η οποία είναι ρωσική εταιρεία. Το γεγονός ότι οι μετοχές του κατέχονται από τις εναγόμενες κυπριακές εταιρείες δεν καθιστά τα Κυπριακά Δικαστήρια καταλληλότερα να εκδικάσουν την υπόθεση. Κρίνεται δε ορθή η υπόδειξη των συνηγόρων των εναγομένων πως η αιτήτρια θα μπορούσε να ζητήσει τη συνδρομή των Κυπριακών Δικαστηρίων για σκοπούς εκτέλεσης της τυχόν απόφασης που θα εκδώσουν τα Ρωσικά Δικαστήρια όσον αφορά τις μετοχές που κατέχονται από τις κυπριακές εταιρείες δια λογαριασμόν του εναγόμενου
  4. Σε κάθε όμως περίπτωση, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού δεν έχει καθ' ύλην δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση η οποία αφορά απαίτηση της Αιτήτριας για το 50% της οικογενειακής περιουσίας που αποκτήθηκε μετά την ημερομηνία σύναψης του γάμου της με τον Καθ' ου
  5. Είναι πρόδηλο ότι όλες οι αξιώσεις της Αιτήτριας όπως διατυπώνονται στο οπισθογραφημένο κλητήριο, έχουν σαν βάση το γεγονός ότι η περιουσία που διεκδικείται αποτελεί μέρος της κοινής περιουσίας που αποκτήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου της με τον Καθ' ου
  6. Αξιώσεις για θέματα περιουσιακών σχέσεων των συζύγων, όπως είναι πολύ καλά γνωστό, εμπίπτουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα των Οικογενειακών Δικαστηρίων. (Βλ. άρθρα 2 και 11 του Ν.23/90). Το γεγονός αυτό επιβεβαιώθηκε σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. (Βλ. μεταξύ άλλων, Φιλίππου ν. Φιλίππου
(2003)1(Γ) ΑΑΔ 1343, Λεφτής ν. Γεωργίου
(2010)1 Α.Α.Δ. 211). Οι συνήγοροι της αιτήτριας υποστήριξαν πως το Οικογενειακό Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να εκδικάσει την υπόθεση γιατί δεν εγείρεται ζήτημα συνεισφοράς της αιτήτριας στην αύξηση της περιουσίας που αποτελεί τον «καταλύτη» όπως εισηγήθηκαν, για την επίλυση της διαφοράς από το Οικογενειακό Δικαστήριο. Η αιτήτρια, υπόδειξαν, διεκδικεί περιουσία η οποία της ανήκει με βάση το Ρωσικό δίκαιο και καθ' ύλην αρμόδια δικαστήρια είναι τα Επαρχιακά αφού δεν ζητείται συνεισφορά με βάση το άρθρο 14 του Ν. 232/
  1. Παρέπεμψαν επί του προκειμένου στην πρόσφατη υπόθεση Βαρνάβα ν. Καλλιτσώνη, Έφεση αρ. 4/2013, ημερ. 27.6.
  2. Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του εξεταζόμενου ζητήματος είναι σαφής: Όλες οι περιουσιακές σχέσεις των συζύγων υπάγονται στη δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Όπως, μάλιστα, υποδείχθηκε στην υπόθεση Μιχαήλ ν. Γιάγκου
(2001)1 Α.Α.Δ. 1643, αυτό δεν σημαίνει ότι όλες αποφασίζονται με αποκλειστική αναφορά στο άρθρο 14 του Νόμου 232/91. Το Οικογενειακό Δικαστήριο, υποδεικνύεται στην ίδια υπόθεση, έχει εξουσία τόσο με βάση τις πρόνοιες του Νόμου 23/90 όσο και του άρθρου 31 του Νόμου 14/60 να εφαρμόζει ανάλογα τις αρχές του κοινοδικαίου και του δικαίου της επιείκειας, αν η απαίτηση βασίζεται σε αυτές. (βλ. επίσης Περικλέους ν. Εγγλέζου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1015). Ενόψει των ανωτέρω, στη περίπτωση που θα κατέληγα ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την υπόθεση, θα την ανέστελλα, ελλείψει καθ' ύλην αρμοδιότητας του Επαρχιακού Δικαστηρίου να εκδικάσει την υπόθεση. Καθίσταται συνεπώς αχρείαστη η ενασχόληση με τους υπόλοιπους λόγους ένστασης. Η διαπίστωση ότι το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την υπόθεση, σφραγίζει την τύχη της αίτησης που δεν μπορεί να είναι άλλη από την αποτυχία της. Για όλους τους ανωτέρω λόγους, η αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγομένων 1-14, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. Νοείται ότι οι εναγόμενοι που κατεχώρισαν κοινή ένσταση θα δικαιούνται σε ένα σετ εξόδων. (Υπ.) ............. Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΛ Subject: Civil/Other Action/Interim Αναφορά: Συντηρητικά διατάγματα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.