← Κύπρος

Θεοδώρα Πετράκη ν. Δ. Μ. Πραστίτης Λτδ, Αρ. Αγωγής: 3023/2008, 29/10/2014

Θεοδώρα Πετράκη ν. Δ. Μ. Πραστίτης Λτδ, Αρ. Αγωγής: 3023/2008, 29/10/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A380 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ENΩΠION: Μ. Λάρμου Παπαδήμα Αρ. Αγωγής: 3023/2008 Μεταξύ: Θεοδώρα Πετράκη Ενάγουσας Και Δ. Μ. Πραστίτης Λτδ Εναγομένων Ημερομηνία: 29/10/2014 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα ׃ κ. Κ. Χατζηπιέρας (για την απαγγελία της απόφασης κα Φρ. Βερεσιέ) Για Εναγόμενους: κ. Γ. Καραπατάκης (για την απαγγελία της απόφασης κ. Γ. Πότσης) Α Π Ο Φ Α Σ Η Αφορμή για έγερση της παρούσας αγωγής αποτέλεσε το ατύχημα που είχε η ενάγουσα στις 23/5/2008, ενώ εισήλθε σε χώρο που κατέχουν οι εναγόμενοι στο Πεντάκωμο Λεμεσού και το οποίο σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της προκλήθηκε ένεκα της αμέλειας και/ή της παράβασης των νομίμων καθηκόντων των εναγομένων, λεπτομέρειες των οποίων δικογραφεί. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της όπως εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησης, το ατύχημα επισυνέβη ενώ αυτή είχε μεταβεί στο χώρο αυτό για να αγοράσει πορσελάνες και κεραμικά. Ενώ βρισκόταν στον υπαίθριο χώρο του υποστατικού επέπεσε σε ράμπα εκφόρτωσης ύψους 2 μέτρων με αποτέλεσμα να υποστεί σωματικές βλάβες και ζημιές για τις οποίες διεκδικεί αποζημιώσεις. Οι εναγόμενοι με την Υπεράσπιση τους αρνούνται ότι υπέχουν οποιαδήποτε ευθύνη για το ατύχημα και ισχυρίζονται ότι η είσοδος της ενάγουσας στο υποστατικό τους έγινε παράνομα καθότι ο χώρος λειτουργούσε ως αποθήκη και όχι ως χώρος πώλησης ειδών υγιεινής. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι η ράμπα ήταν ορατή από απόσταση και απόλυτα ασφαλής και ότι το τμήμα επιθεώρησης εργασίας το οποίο επισκέφθηκε το χώρο, αποφάνθηκε ότι αυτός πληρούσε όλους τους κανόνες ασφάλειας και ότι η ράμπα ήταν ράμπα εργασίας για φόρτωση και εκφόρτωση εμπορευμάτων. Αρνούνται επίσης ότι από το ατύχημα η ενάγουσα υπέστη σωματικές βλάβες και το αυτοκίνητο της ζημιές και ισχυρίζονται ότι το ατύχημα προκλήθηκε λόγω της αποκλειστικής και/ή συντρέχουσας αμέλειας της ενάγουσας, λεπτομέρειες της οποίας επίσης δικογραφούν. Μοναδικό επίδικο θέμα που παρέμεινε για εκδίκαση αποτελεί το θέμα της ευθύνης καθότι τα ποσά των αποζημιώσεων έχουν συμφωνηθεί. Συγκεκριμένα δηλώθηκαν από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των διαδίκων ως παραδεκτά γεγονότα ότι επί πλήρους ευθύνης οι γενικές αποζημιώσεις που δικαιούται η ενάγουσα ανέρχονται στο ποσό των Ε5.000= και οι ειδικές στο ποσό των Ε3.500=. Δηλώθηκε επίσης ότι τα δύο αυτά ποσά θα φέρουν νόμιμο τόκο από την 1/5/2010 μέχρι πλήρους εξόφλησης. Προς απόδειξη της υπόθεσης της εκτός από την ίδια την ενάγουσα έδωσαν μαρτυρία η Μαρία Τζιερκέζου Γεωργίου, ο Κυριάκος Τουμάζος και ο Ανδρέας Μαυρομμάτης (Μ.Ε.1, 3 και 4 αντίστοιχα), ενώ για τους εναγόμενους ο Άγγελος Σιαρρής, ο Αλέκος Σαββίδης και ο Δημήτρης Πραστίτης (Μ.Υ.1-3). Στη συνέχεια δε και μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων κατέθεσαν στο Δικαστήριο τις γραπτές τους αγορεύσεις, όπου εκτίθενται οι θέσεις και τα επιχειρήματα τους και τα οποία για το λόγο αυτό δεν θεωρώ αναγκαίο να παραθέσω. Αχρείαστο επίσης θεωρώ να επαναλάβω τη μαρτυρία που έχει προσκομισθεί και η οποία είναι καταγραμμένη στα πρακτικά, γι' αυτό και θα προχωρήσω αμέσως σε αξιολόγηση της, έχοντας κατά νου τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων, ότι πρόκειται για υπόθεση πολιτικής φύσης που κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων και ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικά ή εξ' ολοκλήρου (βλ. Αγαπίου v. Παναγιώτου 1983

(1)ΑΑΔ 263, Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη 1995
(2)ΑΑΔ 207, Χάρης Χρίστου v. Eυγενία Khoreva 2002 (1Α) 454). Η Μ.Ε.1 είναι επιθεωρήτρια του επαρχιακού γραφείου Λεμεσού από το 2002 με εμπειρία στη διερεύνηση ατυχημάτων αφού εργάζεται στο τμήμα αυτό από το 2002 και διερευνά περί τα 200 ατυχήματα τον χρόνο. Προσλήφθηκε στο τμήμα ως διπλωματούχος χημικός/μηχανικός του Μετσόβειου Πολυτεχνείου και κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος, ενώ κατά την πρόσληψη της στην υπηρεσία έτυχε τρίμηνης εκπαίδευσης σε θέματα ασφάλειας και υγείας στην εργασία. Όλα τα πιο πάνω, καθιστούν την μάρτυρα εμπειρογνώμονα σε θέματα ασφάλειας γι' αυτό και η μαρτυρία της θα αξιολογηθεί ανάλογα. Το καθήκον των εμπειρογνωμόνων και οι αρχές σύμφωνα με τις οποίες πρέπει να προσεγγίζεται η μαρτυρία τους προσδιορίσθηκαν στην υπόθεση Σπύρου v. Χαραλάμπους
(1989)1 ΑΑΔ 289. Σε αυτήν αναφέρονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «Με την πρόοδο της επιστήμης τα Δικαστήρια δέχονται μαρτυρία εμπειρογνωμόνων και χρησιμοποιούν την εξειδικευμένη γνώση τους για να καταλήξουν σε ορθές αποφάσεις. Το καθήκον των μαρτύρων αυτών είναι να δώσουν στον δικαστή τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να μπορέσει να σχηματίσει γνώμη για την ανεξαρτησία της κρίσης τους και να καταλήξει ορθά στα ευρήματα των γεγονότων από την ενώπιον του μαρτυρία. Κατά κανόνα η ιατρική μαρτυρία, όπως και άλλη μαρτυρία εμπειρογνώμονα, θεωρείται ότι είναι μαρτυρία ανεξάρτητου μάρτυρα (R. V. Lantear
(1968)1 All E.R. 683, Andreas Anastasiades v. The Republic
(1977)2 CLR 97, Kyriakos Nicole Kouppis v. The Republic
(1977)2 CLR 361)». Η μάρτυρας στις 28/5/2008 ειδοποιήθηκε για το ατύχημα από την ενάγουσα και στη συνέχεια και αφού προηγήθηκε τηλεφωνική της επικοινωνία με τον διευθυντή των εναγομένων τον Δ. Πραστίτη, Μ.Υ.3, επισκέφθηκε το χώρο του ατυχήματος στις 4/6/
  1. Κατά την επίσκεψη της είδε το χώρο, έβγαλε φωτογραφίες (Τεκμήρια 4(Α)-(Δ)) και ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο (Τεκμήριο 3) για να ετοιμάσει τελικά έκθεση για τα γεγονότα του ατυχήματος (Τεκμήριο 2). Σύμφωνα με όσα διαπίστωσε, ο χώρος στον οποίο έγινε το ατύχημα είναι περιφραγμένος και σε αυτόν εισέρχεσαι από μεγάλη συρόμενη πόρτα. Ελέγχεται από κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης και κατά το χρόνο της επίσκεψης της, δεν υπήρχε πινακίδα που να απαγορεύει την είσοδο στο χώρο. Δεν υπήρχε ακόμα προειδοποιητική σήμανση για ύπαρξη ράμπας, ούτε και αποτρεπτικό κιγκλίδωμα για προστασία από πτώση από αυτήν. Σε σχέση με την ύπαρξη σήμανσης για την ράμπα δέχθηκε αντεξεταζόμενη, ότι κατά την επίσκεψη της υπήρχε κάποια πρόχειρα γραμμένη σήμανση με χαρτόνι, τοποθετημένη σε απόσταση ενός μέτρου από τη ράμπα η οποία και ενημέρωνε για την ύπαρξη της, υποστήριξε όμως ότι αυτή δεν ήταν η ενδεδειγμένη, καθότι θα έπρεπε να βρίσκεται σε πιο μακρινή απόσταση, επισημαίνοντας ακόμα ότι εν πάση περιπτώσει από μόνη της η σήμανση και χωρίς την ύπαρξη προστατευτικού κυγκλιδώματος που να προστατεύει από πτώση, δεν θα ήταν και πάλι ικανοποιητική. Υποστήριξε ότι η ράμπα δεν ήταν ορατή από απόσταση και ότι η υψομετρική διαφορά της από το υφιστάμενο έδαφος δεν ήταν αντιληπτή. Είπε ότι «πρέπει να φτάσεις κοντά να δεις ότι είναι ορατή, αν δεν υπάρχουν στοιβαγμένα κουτιά με εμπόρευμα κοντά στο δρόμο που να κλείνουν την ορατότητα της ράμπας πρέπει να φτάσεις πάνω στη ράμπα και ίσως να μην το καταλάβεις». Ακόμα και η ίδια που γνώριζε για την ύπαρξη της ράμπας και καθοδηγείτο από τον Πραστίτη, πλησίασε όπως είπε περίπου 7 μέτρα για να τη δει. Είπε ακόμα ότι οι εναγόμενοι δεν είχαν παρουσιάσει στο γραφείο της γραπτή εκτίμηση κινδύνων τουλάχιστο μέχρι και την αποχώρηση της ίδιας από το γραφείο επιθεώρησης ατυχημάτων την 1/9/
  2. Παρακολουθώντας την να καταθέτει σχημάτισα την εντύπωση ότι ήταν ανεξάρτητη μάρτυρας η οποία κατάθεσε τα όσα περιήλθαν σε γνώση της μέσα από την εκτέλεση των καθηκόντων της με ειλικρίνεια και χωρίς καμία απολύτως πρόθεση να αλλοιώσει ή να παραποιήσει την αλήθεια σε βάρος οποιουδήποτε από τους διαδίκους και γι' αυτό και αποδέχομαι πλήρως τη μαρτυρία της. Η ίδια η ενάγουσα καταθέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου υιοθέτησε και επανέλαβε το περιεχόμενο της κατάθεσης που έδωσε στο τμήμα επιθεώρησης εργασίας και συγκεκριμένα στη Μ.Ε.1 και περιέγραψε τις συνθήκες που προηγήθηκαν του ατυχήματος και αυτές κάτω από τις οποίες έγινε το ατύχημα. Παρακολουθώντας της να καταθέτει, παρατηρώντας το ύφος και τη συμπεριφορά της, έχω σχηματίσει την πεποίθηση ότι ήταν απόλυτα ειλικρινής και περιέγραψε τα γεγονότα όπως πραγματικά έγιναν. Όλη η μαρτυρία της χαρακτηριζόταν από απλότητα και φυσικότητα, ενώ απαντούσε στις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν ακόμα και κατά το στάδιο της αντεξέτασης με αμεσότητα και ευθύτητα. Η πεποίθηση μου αυτή δεν κλονίσθηκε σε κανένα σημείο της μαρτυρίας της, ούτε ακόμα και κατά το στάδιο της αντεξέτασης αφού παρέμεινε σταθερή στους ισχυρισμούς της, χωρίς καθόλου να κλονισθεί και γι' αυτό αποδέχομαι πλήρως τη μαρτυρία της. Η ειλικρίνεια της διαφαίνεται και από το γεγονός ότι δεν δίστασε να αναφέρει και κάποια γεγονότα τα οποία θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι θα επενεργούσαν αρνητικά για την υπόθεση της. Τέτοιες περιπτώσεις, όταν είπε ότι την πρώτη φορά που επισκέφθηκε το υποστατικό των εναγομένων, η πόρτα ήταν κλειστή και ότι ο υπάλληλος που της την άνοιξε, πριν της πουλήσει τα εμπορεύματα, τηλεφώνησε σε κάποιο Δημήτρη και του ζήτησε την άδεια κατά πόσο θα μπορούσε να το πράξει. Δεν δίστασε ακόμα να αναφέρει ότι μπροστά από τη ράμπα ο χώρος ήταν κενός χωρίς να υπάρχουν παλέττα που να εμποδίζουν την ορατότητα προς αυτή από την μπροστινή πλευρά. Μ.Ε.3 ήταν ο Κυριάκος Τουμάζος ο οποίος εργάζεται ως γενικός εργοδηγός βαρέων οχημάτων στην εταιρεία Αρχιρόδον και είναι μέλος στην επιτροπή ασφάλειας στην εταιρεία αυτή. Ο μάρτυρας αυτός επισκέφθηκε το υποστατικό των εναγομένων δύο φορές. Στις 23/5/2008 για να αγοράσει κάποια εμπορεύματα και όταν κλήθηκε την ημέρα του ατυχήματος για να βοηθήσει να σηκώσουν το αυτοκίνητο της ενάγουσας από τη ράμπα στην οποία έπεσε. Και αυτός επιβεβαίωσε ουσιαστικά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας ότι κατά την ημέρα του ατυχήματος η ράμπα ήταν εντελώς ανοιχτή, δεν υπήρχε μπροστά της ούτε τοίχος, ούτε κιγκλίδωμα, ούτε ακόμα και οποιαδήποτε αλυσίδα για προστασία. Είπε ακόμα ότι και τις δύο φορές που μετέβη στο χώρο, η πόρτα εισόδου ήταν ανοικτή και οποιοδήποτε πρόσωπο μπορούσε να εισέλθει εντός αυτού χωρίς καμία πινακίδα να υπάρχει που να απαγορεύει την είσοδο σε αυτόν. Ως Μ.Ε. 4 κατάθεσε ο Ανδρέας Μαυρομμάτης ο οποίος όπως είπε ένα μήνα πριν το ατύχημα, μετέβη και ο ίδιος στο υποστατικό των εναγομένων χωρίς καμία δυσκολία και αγόρασε κεραμικά. Και αυτός επιβεβαίωσε τα όσα προέβαλε η ενάγουσα λέγοντας ότι κατά την επίσκεψη του στο υποστατικό, βρήκε την είσοδο ανοιχτή, εισήλθε στο χώρο, αγόρασε κεραμικά, πλήρωσε και έφυγε. Δεν είδε καμία πινακίδα που να απαγορεύει την είσοδο στο χώρο, είδε όμως την ράμπα η οποία όπως είπε ήταν αντιληπτή. Είπε συγκεκριμένα «καταλάβετε αν έχει ράμπα εκεί, έχει κουγκριά». Και οι δύο αυτοί μάρτυρες μου έκαμαν πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρες της αλήθειας γιατί μαρτύρησαν με απλό, ανεπιτήδευτο και απόλυτα φυσικό τρόπο ενώ τίποτε στη μαρτυρία τους δεν μου δημιούργησε οποιαδήποτε, έστω και την ελάχιστη αμφιβολία για την ειλικρίνεια τους. Γι' αυτό και αποδέχομαι πλήρως τη μαρτυρία τους εκτός μόνο του ακόλουθου τελευταίου σημείου από τη μαρτυρία του Μ.Υ.4, αυτό δηλαδή ότι «καταλάβετε» ότι στο χώρο υπάρχει ράμπα. Διότι παρόλο που δέχομαι ότι ο ίδιος κατά την επίσκεψη του στο χώρο αντιλήφθηκε την ύπαρξη της ράμπας, αυτό δεν σημαίνει δίχως άλλο ότι η ύπαρξη της ήταν αντιληπτή για όλους και γιατί το μέρος αυτό της μαρτυρίας του βρίσκεται σε αντίθεση με αυτό της Μ.Ε.1 η οποία ήταν η ειδική εμπειρογνώμονας που εξέτασε τις όλες συνθήκες που σχετίζονταν με το ατύχημα. Η υπεράσπιση κάλεσε ως Μ.Υ.1 τον αστυφύλακα ο οποίος αμέσως μετά το ατύχημα κλήθηκε και επισκέφθηκε το χώρο. Ο μάρτυρας αυτός δεν θυμόταν πολλά και σημαντικά σημεία για την υπόθεση όπως π.χ. εάν υπήρχε στην είσοδο του υποστατικού πινακίδα που να απαγορεύει την είσοδο σε αυτόν, ούτε ακόμα αν υπήρχε οποιαδήποτε σήμανση για την ύπαρξη της ράμπας. Ενώ θυμόταν ότι η ενάγουσα είχε συζητήσει με τον Πραστίτη (Μ.Υ.3), δεν μπορούσε να θυμηθεί το περιεχόμενο της συζήτησης. Δεν θυμόταν ακόμα εάν ο Πραστίτης τους είχε ζητήσει να βγάλουν έξω από τον χώρο της αποθήκης την ενάγουσα μαζί με το σύζυγο της. Παρόλο που δεν θυμόταν τα πιο πάνω και παρόλο που δεν τα είχε καταγράψει στο Τεκμήριο 5, που είναι αντίγραφο από το ημερολόγιο του αστυνομικού σταθμού, ισχυρίσθηκε ότι θυμόταν ότι εισερχόμενος στο χώρο και κατευθυνόμενος προς τη ράμπα φαινόταν κάποια υψομετρική διαφορά από το δρόμο. Ο ισχυρισμός του αυτός, δημιουργεί την απορία πως μπορούσε να θυμάται αυτό αλλά αντίθετα να μην μπορεί να θυμηθεί άλλα πολύ σημαντικά επίσης στοιχεία για την υπόθεση, όπως κατά πόσον υπήρχε απαγορευτική πινακίδα για την είσοδο στο χώρο και προειδοποιητική σήμανση για την ράμπα. Διαφάνηκε ακόμα ότι δεν ήταν βέβαιος για τον αριθμό εγγραφής του αυτοκινήτου της ενάγουσας. Ερωτώμενος εάν ο αριθμός του αυτοκινήτου είναι αυτός που κατέγραψε στο Τεκμήριο 5, αρκέσθηκε να απαντήσει ότι τον αριθμό αυτό σημείωσε στο συγκεκριμένο τεκμήριο. Για τους πιο πάνω λόγους απορρίπτω τη μαρτυρία του καθότι κρίνεται ότι θα ήταν άκρως ανασφαλές να την αποδεχθώ αφού όπως διαφάνηκε ούτε και ο ίδιος ήταν βέβαιος για πολλά και ουσιαστικά ζητήματα για την υπόθεση. Οι Μ.Υ.2 και 3 και σύμφωνα με τη δυνατότητα που παρέχεται από το Νόμο κατέθεσαν γραπτές δηλώσεις ως μέρος της κύριας τους εξέτασης (Τεκμήρια Α και Β) και στη συνέχεια αντεξετάσθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο της ενάγουσας. Αυτοί προώθησαν την εκδοχή ότι πάντοτε όπως και κατά την ημέρα του ατυχήματος η είσοδος στο χώρο ήταν κλειστή και ότι ο Μ.Υ.2, που ήταν υπάλληλος τους, άνοιξε της ενάγουσας και της ζήτησε να τον ακολουθήσει. Αυτή όμως δεν το έπραξε αλλά ακολούθησε άλλη κατεύθυνση με αποτέλεσμα την πρόκληση του ατυχήματος. Υποστήριξαν ακόμα ότι στην είσοδο του χώρου υπήρχε πινακίδα που απαγόρευε την είσοδο σε αυτόν, ότι υπήρχε προειδοποιητική πινακίδα για την ύπαρξη της ράμπας η οποία και ήταν ορατή από απόσταση. Και οι δύο αυτοί μάρτυρες υπεράσπισης δεν με έπεισαν ότι ήταν μάρτυρες της αλήθειας, ούτε ότι τα όσα ισχυρίσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα. Η εντύπωση που σχημάτισα και για τους δύο παρακολουθώντας τους να καταθέτουν από το εδώλιο του μάρτυρα ήταν ότι προώθησαν μια προκατασκευασμένη εκδοχή με μοναδικό στόχο να βοηθήσουν τους εναγομένους στην υπόθεση τους και γι' αυτό απορρίπτω πλήρως τη μαρτυρία τους εκτός μόνο του μέρους εκείνου που συνάδει με αυτήν της ενάγουσας. Και αυτό για τους ακόλουθους λόγους. Ο Μ.Υ.2 δεν μπορούσε να θυμηθεί, έστω και κατά προσέγγιση ποιος ήταν ο μισθός του κατά το χρόνο που εργαζόταν στους εναγομένους. Δεν μπορούσε ακόμα να θυμηθεί το πιο ουσιώδες για κάθε εργαζόμενο γεγονός, αν οι τελευταίοι του κατέβαλλαν κοινωνικές ασφαλίσεις. Παρόλο που δεν προκύπτει από τα στυγνά πρακτικά σημαντικό είναι και θα πρέπει να σημειωθεί ότι ερωτώμενος ως προς το δεύτερο σημείο, καθυστέρησε αρκετά να απαντήσει, προφανώς σκεπτόμενος την απάντηση που θα έπρεπε να δώσει. Απορίες δημιουργεί επίσης και ο ισχυρισμός του ότι αριστερά και δεξιά της ράμπας υπήρχαν δύο στύλλοι, τους οποίους όμως κανένας δεν είδε, αλλά ούτε και διαφάνηκε να υποδείχθηκαν ούτε στην Μ.Ε.1 ούτε και στον Μ.Υ.1, κάτι που θα ήταν εύλογα αναμενόμενο εάν αυτό ανταποκρινόταν στην αλήθεια. Κάποιες διαφορές εντοπίζονται περαιτέρω μεταξύ των όσων προέβαλε στο Τεκμήριο Α και της προφορικής του μαρτυρίας. Ενώ στο πρώτο καταγράφει ότι την ημέρα του ατυχήματος είδε την ενάγουσα που βρισκόταν στην είσοδο του χώρου και πήγε να της ανοίξει, στην προφορική του μαρτυρία ισχυρίσθηκε ότι αυτή του φώναξε για να πάει. Ούτε ο Μ.Υ.3 με έπεισε ότι τα όσα ανάφερε ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα. Δεν δίστασε να ισχυρισθεί ότι η Μ.Ε.1 επισκεπτόμενη το χώρο του είχε αναφέρει ότι όπως είχε διαπίστωσε η σήμανση και η προστασία ήταν ικανοποιητική και γι' αυτό δεν του είχε ζητήσει να λάβει οποιοδήποτε άλλο μέτρο, κάτι που έρχεται σε αντίθεση με τη μαρτυρία της Μ.Ε.1 η οποία έγινε αποδεκτή. Όταν του υποβλήθηκε ότι η Μ.Ε.1 άλλα ανάφερε στο Δικαστήριο, δεν δίστασε να την διαψεύσει λέγοντας ότι «το άκουσα, (εννοώντας κατά την ακροαματική διαδικασία κατά την οποία ήταν παρών) αλλά εμένα, άλλα μου είπε στην επιτόπια εξέταση». Ενώ στο Τεκμήριο Β αναφέρει ότι σύμφωνα με τα όσα πληροφορήθηκε από τον υπάλληλο του, Μ.Υ.2, η ενάγουσα οδηγούσε με ψηλή ταχύτητα, αντεξεταζόμενος ισχυρίσθηκε ότι αυτό αποτελούσε δικό του συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε μετά από διερεύνηση όπως είπε που έκαμε για το ατύχημα. Και αυτό παρά το ότι όπως και ο ίδιος δέχθηκε δεν διέθετε εμπειρογνωμοσύνη επί του θέματος. Ενώ προέβαλε ότι η είσοδος της αποθήκης ήταν πάντα κλειστή κατόπιν οδηγιών του, στη συνέχεια είπε ότι το «κάγκελο τις περισσότερες φορές είναι κλειστό», ισχυρισμός που εν πάση περιπτώσει βρίσκεται σε αντίθεση με τη μαρτυρία της ίδιας της ενάγουσας αλλά και των Μ.Ε.3 και 4 και η οποία έγινε ήδη αποδεκτή. Ισχυρίσθηκε ότι την ημέρα του ατυχήματος υπήρχε στην είσοδο του υποστατικού απαγορευτική πινακίδα εισόδου. Παρά ταύτα δεν υπέδειξε την πινακίδα αυτή στον Μ.Υ.1 όταν επισκέφθηκε το χώρο την ημέρα εκείνη. Προσπαθώντας να δικαιολογήσει την παράλειψη του αυτή ισχυρίσθηκε ότι ο λόγος που δεν το έπραξε ήταν γιατί οι αστυνομικοί του ανάφεραν ότι δεν μπορούσαν να διερευνήσουν το ατύχημα γιατί συνέβη σε ιδιωτικό χώρο, κάτι που κατά την κρίση μου δεν είναι καθόλου πειστικός ισχυρισμός από τη στιγμή που ο Μ.Υ.1 επισκέφθηκε το χώρο αμέσως μετά το ατύχημα και συζήτησαν μεταξύ τους για το αυτό. Εντονότερες απορίες ως προς την αλήθεια του ισχυρισμού του δημιουργούνται από το ότι σύμφωνα πάντα με τα όσα προέβαλε, ο σύζυγος της ενάγουσας είχε εξαφανίσει από την είσοδο την πινακίδα που απαγόρευε την είσοδο στο χώρο. Γιατί αν όντως υπήρχε τέτοια πινακίδα και αν όντως είχε την υποψία ότι ο σύζυγος της ενάγουσας την είχε εξαφανίσει γιατί δεν ανάφερε άμεσα την υποψία του αυτή στον αστυνομικό που βρέθηκε στο μέρος αμέσως μετά το ατύχημα και μπορούσε άμεσα να το διερευνήσει; Το διαπίστωσε μόνο αφότου έφυγε η αστυνομία από το μέρος, όπως αφήνει να νοηθεί στο Τεκμήριο Β; Ή απλώς είναι εκ των υστέρων σκέψεις; Ενώ αρχικά ανάφερε ότι «δεν επιθυμώ να γίνονται πωλήσεις από αποθήκη, έχουμε κατάστημα στη Λεμεσό όπου γίνονται πωλήσεις», αντεξεταζόμενος επί του σημείου δέχθηκε ότι «υπάρχουν ελάχιστες εξαιρέσεις, δεν το αρνούμαστε και τους εξυπηρετούμε». Σημαντικό επίσης είναι να λεχθεί ότι και κάποιες διαφορές που εντοπίζονται στη μαρτυρία που προσκόμισε η πλευρά των εναγομένων, κλονίζουν περαιτέρω την αξιοπιστία της. Ενώ ο Μ.Υ.1 είπε ότι επισκέφθηκαν το μέρος μία μόνο φορά, ο Μ.Υ.2 ισχυρίσθηκε ότι η αστυνομία το επισκέφθηκε δύο. Ενώ ο Μ.Υ.3 αναφέρει στο Τεκμήριο Β ότι η ενάγουσα «οδηγούσε με υψηλή ταχύτητα και έπεσε από τη ράμπα», ο Μ.Υ.2 στο Τεκμήριο Α περιορίστηκε να πει ότι «.. με κάποια ταχύτητα βγήκε πάνω στην ράμπα...». Να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι στην Έκθεση Υπεράσπισης δεν δικογραφείται ότι η ενάγουσα οδηγούσε με μεγάλη ταχύτητα. Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Κατά πάντα ουσιώδη για την αγωγή χρόνο οι εναγόμενοι ήταν κάτοχοι υπαίθριου χώρου στον παλαιό δρόμο Λεμεσού-Λευκωσίας. Τον χώρο αυτό τον χρησιμοποιούσαν για την αποθήκευση των εμπορευμάτων τους, αλλά και για λιανικές πωλήσεις. Στο μέσο περίπου του χώρου υπήρχε ράμπα εκφόρτωσης εμπορευμάτων με ύψος 2 μέτρα περίπου. Ο χώρος ήταν περιφραγμένος και η είσοδος σε αυτόν γινόταν από μεγάλη συρόμενη πόρτα και ελεγχόταν από κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης. Η ενάγουσα κατόπιν συστάσεων που της δόθηκαν από κατάστημα πώλησης ειδών οικοδομής στο Ζύγι, μετέβη στις 22/5/2008 στο υποστατικό των εναγομένων και αγόρασε ποσότητα κεραμικών. Επισκεπτόμενη τον χώρο βρήκε την είσοδο του κλειστή και κάποιος υπάλληλος που βρισκόταν στο μέρος την πλησίασε και της είπε να τον ακολουθήσει. Ο υπάλληλος αυτός, την οδήγησε μπροστά από τα γραφεία της εταιρείας και αφού την ρώτησε τι ήθελε, τηλεφώνησε στον Μ.Υ.3 ο οποίος και του έδωσε την άδεια να της πουλήσει τα κεραμικά που ζητούσε και τα οποία πράγματι η ενάγουσα αφού επέλεξε, τα πλήρωσε και έφυγε από το μέρος. Την επόμενη ημέρα δηλαδή στις 23/5/08, η ενάγουσα επισκέφθηκε για δεύτερη φορά το χώρο για τον ίδιο σκοπό οδηγώντας το αυτοκίνητο της με αριθμούς εγγραφής ΚΚΧ
  3. Όταν έφθασε στο μέρος, η είσοδος ήταν ανοιχτή και η ενάγουσα εισήλθε σε αυτόν με το αυτοκίνητο της και προχώρησε μέσα στο χώρο στον οποίο εκτός από τον υπάλληλο βρισκόταν εκεί ακόμα ένα άτομο που ετοιμαζόταν να αναχωρήσει από το μέρος. Η ενάγουσα οδηγώντας έστριψε αριστερά και ακολούθησε κάποιες μαύρες τροχιές που βρίσκονταν στο έδαφος. Κατά το μήκος της πορείας που ακολούθησε στα δεξιά και αριστερά της, υπήρχαν παλέττα τα οποία της εμπόδιζαν την ορατότητα προς τη ράμπα. Όπως οδηγούσε ακολουθώντας τις τροχιές αυτές, βρέθηκε ξαφνικά στο κενό. Το αυτοκίνητο της έπεσε με το μπροστινό του μέρος προς τα κάτω μέσα στη ράμπα και οι πάνω τροχοί παρέμειναν σηκωμένοι προς τα πάνω. Δεν υπήρχε καμία πινακίδα που να προειδοποιεί για την ύπαρξη της ράμπας, ούτε και προστατευκτικό κιγκλίδωμα που να προστατεύει από πτώση από τη ράμπα η οποία δεν ήταν ορατή από απόσταση ενώ τη μέρα του ατυχήματος παλέττες που βρίσκονταν δεξιά και αριστερά της εμπόδιζαν την ορατότητα προς αυτήν. Η ενάγουσα από την πτώση υπέστη σωματικές βλάβες και ζημιές. Στην είσοδο δεν υπήρχε οποιαδήποτε πινακίδα που να απαγορεύει την είσοδο. Τόσο στις 23/5/2008 που συνέβη το ατύχημα όσο και κατά τις επισκέψεις των Μ.Ε.3 και 4 στο χώρο για να αγοράσουν εμπορεύματα η είσοδος ήταν ανοικτή. Οι εναγόμενοι κατά την ημέρα του ατυχήματος, δηλαδή στις 23/5/2008, αλλά μέχρι και την 1/9/2009, δεν είχαν υποβάλει στο τμήμα επιθεώρησης εργασίας γραπτή εκτίμηση κινδύνων. Η αμέλεια που αποδίδεται στους εναγόμενους, βασίζεται στην ιδιότητα τους ως κατόχων του υποστατικού, οι οποίοι και σύμφωνα με το άρθρο 51
(2)(β) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, έχουν υποχρέωση να μην επιδεικνύουν αμέλεια έναντι κάθε προσώπου που βρίσκεται νόμιμα, εντός, επί ή τόσο κοντά στην ακίνητη ιδιοκτησία τους ώστε, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επηρεάζεται από την αμέλεια τους. Στην παρούσα περίπτωση δεν αμφισβητήθηκε ότι οι εναγόμενοι ήταν κάτοχοι του υποστατικού και της ράμπας στην οποία έγινε το ατύχημα και ότι αυτοί είχαν τον έλεγχο τους. Όπως λέχθηκε και στην Λ. Π. Φραγκεσκίδης & Σια v. Ιωάννη Μάμα
(1989)1 ΑΑΔ 70, «Ο κάτοχος υποστατικού, ακίνητης ιδιοκτησίας, έχει τον έλεγχο και την άμεση επίβλεψή του. Αυτός περαιτέρω έχει εξουσία να επιτρέπει ή να απαγορεύει την είσοδο σ' αυτό. Η ευθύνη βασίζεται στην κατοχή και τον έλεγχο». (βλ. επίσης Αγγελίδης ν. Λούτσιου
(2010)1Α Α.Α.Δ 200). Αμφισβητήθηκε όμως έντονα κατά πόσον η ενάγουσα βρισκόταν ή όχι νόμιμα στο χώρο και επί του ζητήματος αντικρουόμενη ήταν η μαρτυρία που προσκόμισαν οι διάδικοι. Αποδεκτή όμως έγινε η μαρτυρία που προσκόμισε η πλευρά της ενάγουσας σύμφωνα με την οποία η είσοδος στο χώρο από όσα πρόσωπα επιθυμούσαν να εισέλθουν σε αυτόν και να αγοράσουν εμπορεύματα ήταν ελεύθερη. Η πόρτα της εισόδου ήταν όχι μόνο την ημέρα του ατυχήματος αλλά και τις μέρες που επισκέφθηκαν το υποστατικό οι Μ.Ε. 3 και 4 ανοικτή, δεν υπήρχε καμία πινακίδα που να απαγορεύει την είσοδο στο χώρο και από αυτόν οι εναγόμενοι προέβαιναν και σε πωλήσεις εμπορευμάτων. Ως εκ τούτου κρίνεται και αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου ότι η ενάγουσα εισήλθε νόμιμα στο χώρο τον οποίο οι εναγόμενοι χρησιμοποιούσαν όχι μόνο ως αποθηκευτικό χώρο, αλλά και για πωλήσεις εμπορευμάτων και στον οποίο η πόρτα εισόδου ήταν ανοιχτή για το κοινό όχι μόνο την ημέρα του ατυχήματος αλλά επίσης και κατά τις ημέρες που επισκέφθηκαν το χώρο οι Μ.Ε.3 και 4. Η ιδιότητα κάποιου προσώπου που εισέρχεται σε ένα χώρο μπορεί να λάβει διάφορες μορφές. Στην Φραγκεσκίδης πιο πάνω, το Ανώτατο Δικαστήριο πραγματεύθηκε τα ζητήματα που σχετίζονται με την ιδιότητα των προσώπων αυτών και ανάφερε τα ακόλουθα. «Το Κοινοδίκαιο και το Άρθρο 51
(2)(β) του Κεφ. 148 αναγνωρίζουν διαφορετική ευθύνη στον κάτοχο ακίνητης ιδιοκτησίας έναντι δύο κατηγοριών προσώπων που εισέρχονται και ευρίσκονται σε ακίνητο με την άδεια του, εκτός βεβαίως εκείνων που εισέρχονται με βάση σύμβαση που καθορίζει τις υποχρεώσεις των μερών: Τα πρόσωπα που πηγαίνουν με πρόσκληση-ρητή ή σιωπηρή-και τους απλούς αδειούχους. Με την ορολογία που επικράτησε οι πρώτοι είναι "προσκεκλημένοι" (invitees") και οι δεύτεροι "αδειούχοι" ("licensees") παρόλον ότι τα προσωνύμια αυτά δεν είναι πολύ επιτυχή. Η νομική προσέγγιση για τους επεμβασίες (trespassers) είναι εντελώς διαφορετική(Vasiliou v. Constantinides& Another
(1972)J.S.C.,877και British Railways Board v. Herrington [1972] 1 All E.R. 749). ........................................................................ Προσκεκλημένος" ("invitee") είναι πρόσωπο που εισέρχεται στο υποστατικό με πρόσκληση του κατόχου, από το οποίο ο κάτοχος έχει κάποιο χρηματικό ή υλικό συμφέρον. ........................................................................ Οι πλείστες αυθεντίες μιλούν για κοινό συμφέρο του κατόχου και του προσκεκλημένου. Η πρόσκληση είναι παράκληση εισόδου στο υποστατικό για τους σκοπούς της επιχείρησης του κατόχου. Η πρόσκληση μπορεί να είναι γραπτή, ή προφορική, ή εξυπακουόμενη, ή με συμπεριφορά. (Fairman v. Perpetual Investment Building Society [1923] A.C. 74; Mersey Docks and Harbour Board v. Procter [1923] A.C. 253, 272; Ellis v. Fulham Borough Council [1937] 3 All E.R. 454.)». Όπως αναφέρεται και στην Λέσχη Ιπποδρομιών Λευκωσίας ν. Νικήτα
(2000)1Γ Α.Α.Δ 1712, σύμφωνα με το κοινοδίκαιο προσκεκλημένος είναι το πρόσωπο που εισέρχεται στην περιουσία του κατόχου με τη συγκατάθεση του τελευταίου για σκοπούς κάποιας εργασίας σε σχέση με την οποία και τα δύο πρόσωπα έχουν κοινό συμφέρον. Η πρόσκληση μπορεί να είναι γραπτή ή προφορική ή εξυπακουόμενη ή να συνάγεται ότι δόθηκε ή ότι υπάρχει λόγω συμπεριφοράς. Η ιδιότητα του αδειούχου καθορίσθηκε στην Κυριακίδης v. Tenekedjian
(1994)1 Α.Α.Δ. 504). Η ιδιότητα αυτή μπορεί να αποκτηθεί ως αποτέλεσμα πρόσκλησης ή ρητής άδειας ή μπορεί να συναχθεί από τη συμπεριφορά του κατόχου ή ακόμα και των υπηρετών του μέσα στο σύνολο των περιστάσεων. Δεν εμπίπτουν όμως στην έννοια αυτή προσκεκλημένοι επ' αμοιβή, άτομα που εισέρχονται για εργασία στην οποία ο κάτοχος έχει συμφέρον και πρόσωπα που εισέρχονται κατά την εκτέλεση δημοσίου καθήκοντος δυνάμει των διατάξεων οιουδήποτε νομοθετήματος ή άλλως πως. Η πρόσκληση ή η άδεια που παρέχεται από τον κάτοχο σε κάποιο πρόσωπο να εισέλθει ή να χρησιμοποιήσει τα υποστατικά του, μπορεί να είναι ρητή ή εξυπακουόμενη. Περίπτωση που μπορεί να θεωρηθεί ότι η άδεια είναι εξυπακουόμενη είναι όταν το υποστατικό κατά συνήθεια χρησιμοποιείται από το κοινό, ο κάτοχος το γνωρίζει, αλλά δεν λαμβάνει κανένα διάβημα για να εμποδιστεί η χρήση αυτή. Όταν ένα πρόσωπο εισέρχεται σε κάποιο υποστατικό για να εξασφαλίσει παραγγελία ή για να έχει επικοινωνία με τον κάτοχο, τότε θεωρείται αδειούχος εφόσον όμως περιορίζεται σε εκείνο το μέρος του υποστατικού που χρησιμοποιείται για τη συνηθισμένη προσπέλαση προς το υποστατικό, εκτός αν η είσοδός τους έχει απαγορευθεί είτε με ρητή απαγόρευση, είτε ύστερα από γενική γνωστοποίηση. Στην περίπτωση που ο αδειούχος παρεκκλίνει από τη συνηθισμένη πρόσβαση τότε γίνεται παράνομος επεμβασίας (βλ. Λάζαρος Ππόλος & Υιοι Λτδ ν. Θεοφάνους κ.α.
(1997)1Β Α.Α.Δ 673). Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα περιστατικά της υπόθεσης, σύμφωνα πάντα με τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή κρίνεται ότι η ενάγουσα ήταν προσκεκλημένη. Και αυτό γιατί οι εναγόμενοι από το συγκεκριμένο χώρο τον οποίο χρησιμοποιούσαν και ως αποθήκη, προέβαιναν και σε πωλήσεις εμπορευμάτων, ενώ η είσοδος του χώρου παρέμενε ανοιχτή. Τούτο συνάγεται από τη μαρτυρία της ενάγουσας αλλά και των μαρτύρων της και η οποία έγινε αποδεκτή, σε αντίθεση με αυτής των εναγομένων που απορρίφθηκε. Η πώληση εμπορευμάτων από το συγκεκριμένο χώρο και η ελεύθερη πρόσβαση σε αυτόν, συνιστούσε πρόσκληση προς το κοινό να εισέλθει στο χώρο για σκοπούς της επιχείρησης των εναγομένων για να αγοράσει εμπορεύματα κάτι για το οποίο και οι δύο, εναγόμενοι και ενάγουσα είχαν κοινό συμφέρον, οι πρώτοι πώλησης και η δεύτερη αγοράς εμπορευμάτων. Βεβαίως στη συγκεκριμένη περίπτωση η ιδιότητα με την οποία η ενάγουσα εισήλθε στο χώρο είναι χωρίς σημασία αφού όπως λέχθηκε και στην υπόθεση Λέσχη Ιπποδρομιών Λευκωσίας πιο πάνω, «Το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι οι εφεσείοντες είχαν καθήκον επιμέλειας αναφορικά με τις δικές τους δραστηριότητες στο ακίνητο έναντι όλων όσων βρίσκονταν εκεί νόμιμα είναι ορθό αλλά και αδιαμφισβήτητο γιατί η διάκριση μεταξύ "απλού αδειούχου" και "προσκεκλημένου" αποκτά σημασία μόνο όταν η ζημιά στον επισκέπτη έχει προκληθεί από τη στατική κατάσταση του ακινήτου (occupancy duty) σε αντιδιαστολή με τη ζημιά που προκλήθηκε από τις "δραστηριότητες" του κατόχου στο ακίνητο». Είναι καλά θεμελιωμένο ότι ένας κάτοχος υποστατικού έχει έναντι όλων όσων νόμιμα βρίσκονται στο υποστατικό του, το κοινό καθήκον φροντίδας το οποίο εξυπακούει ότι ο κάτοχος θα πρέπει να επιδεικνύει τέτοια φροντίδα όση υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης είναι εύλογη, ώστε να διασφαλίζει ότι το οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται νόμιμα στο υποστατικό θα είναι εύλογα ασφαλές κατά τη χρήση του υποστατικού, για τους σκοπούς για τους οποίους ευρίσκεται νόμιμα στο χώρο. Θεμελιακή για το εξεταζόμενο ζήτημα είναι η απόφαση Λ. Π. Φραγκεσκίδης & Σια v. Ιωάννη Μάμα
(1989)1 ΑΑΔ 70 στην οποία αναλύθηκαν οι αρχές που έχουν εφαρμογή επί του θέματος. Σύμφωνα και με τα όσα αναφέρθηκαν στην Μιχαήλ ν. Ττουνιά κ.α.
(2005)1Α Α.Α.Δ 19 «ο κάτοχος του υποστατικού έχει, προς όλους τους νόμιμα ευρισκομένους στο υποστατικό του, το κοινό καθήκον φροντίδας το οποίο εξυπακούει ότι θα πρέπει να επιδεικνύει τέτοια φροντίδα όση υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης είναι εύλογη, ώστε να διασφαλίζει ότι το οποιοδήποτε νόμιμα ευρισκόμενο στα υποστατικά πρόσωπο θα είναι εύλογα ασφαλές κατά τη χρήση των υποστατικών, για τους σκοπούς για τους οποίους ευρίσκεται νόμιμα στο χώρο». To ότι η πιθανότητα εκδήλωσης του κινδύνου είναι μικρή δεν απαλλάσσει τον κάτοχο από τη λήψη προστατευτικών μέτρων εφόσον ο κίνδυνος είναι προβλεπτός. Ο κάτοχος έχει την υποχρέωση να γνωρίζει εκείνο που ένας λογικός άνθρωπος γνωρίζει ή θεωρείται ότι γνωρίζει (βλ. Hawkins v. Goulsdon and Purley Urban District Council [1954] 1 All E.R. 97). Το τι αποτελεί λογικό μέτρο εξαρτάται από τα περιστατικά της κάθε περίπτωσης, όπως τη φύση της πρόσκλησης, τη φύση του κινδύνου, τη γνώση του προσκεκλημένου. Το ίδιο ισχύει και σε σχέση με την πρακτικότητα των μέτρων, που πρέπει να λαμβάνονται για την εξάλειψη ή ελάττωση του κινδύνου. Όπως λέχθηκε στην Πολυμέταλ Λτδ, Μεταλλικές Κατασκευές κ.α. ν. Κωνσταντίνου
(1998)1Α Α.Α.Δ 393 το καθήκον μέριμνας για την ασφάλεια του επισκέπτη περιλαμβάνει όλα εκείνα τα μέτρα που είναι ικανά να τον προστατεύσουν από προβλεπτούς κινδύνους και η λήψη των οποίων ήταν ευχερής. Όπωςυποδεικνύεταιστην G.I.P. Constructions v. Neophytou and Another
(1983)1B C.L.R. 669, ο κάτοχος, ο οποίος επιθυμεί να περιορίσει τις κινήσεις των επισκεπτών μέσα στο υποστατικό του, πρέπει να το πράξει ειδικά και ρητά. Εφόσον δεν το πράξει στο μέτρο που η χρήση του υποστατικού από τον επισκέπτη είναι νόμιμη και λογική, ο κάτοχος είναι υπόλογος για οποιαδήποτε ζημιά που ο επισκέπτης ήθελε υποστεί από τις συνέπειες κινδύνου που ήταν εύλογα προβλεπτός. Όπου υπάρχει μαρτυρία για αμέλεια, πρέπει να κριθεί κατά πόσο λήφθηκε εύλογη φροντίδα είτε με προειδοποίηση, προφύλαξη ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο και κατά πόσο υπήρξε συντρέχουσα αμέλεια από την πλευρά του θύματος (Indermaur v. Dames [1866] L.R. 1 C.P. 274). Ακόμα και στις περιπτώσεις που αφορούν την κατάσταση του ακινήτου όπου η γνώση του κινδύνου δεν είναι τέτοια ώστε να καθιστά το ατύχημα αποκλειστικά λάθος του τραυματισθέντα, τότε δεν αποτελεί κώλυμα για έγερση αγωγής αλλά μόνο για μείωση των αποζημιώσεων (συντρέχουσα αμέλεια). Ο κάτοχος υπέχει έναντι του επισκέπτη, είτε είναι προσκεκλημένος είτε αδειούχος, το καθήκον να λάβει λογικά μέτρα ώστε το υποστατικό του να είναι εύλογα ασφαλές. Οφείλει να μεριμνά για την αποτροπή ή την πρόληψη πρόκλησης ζημιάς από ασυνήθιστο κίνδυνο την ύπαρξη του οποίου γνωρίζει ή όφειλε να γνωρίζει ως ένας λογικός άνθρωπος. To κατά πόσο ο κίνδυνος είναι ασυνήθιστος κρίνεται αντικειμενικά με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης (βλ. ΛέσχηΙπποδρομιώνΛευκωσίας ανωτέρω, Slater Cross Ltd [1956] 2 All.ΕR. 625 και Indermaur v. Dames [1866] L.R. 1 C.P. 274). Όπως αναφέρεται στην Φραγκεσκίδης, ο κάτοχος έχει μεν καθήκον προς τον προσκεκλημένο να λάβει φροντίδα όπως το υποστατικό είναι εύλογα ασφαλές, δεν είναι όμως ασφαλιστής. Το καθήκον του δεν είναι να εμποδίσει ασυνήθιστο κίνδυνο, αλλά να εμποδίσει ζημιά από ασυνήθιστο κίνδυνο, τον οποίο γνωρίζει ή οφείλει να γνωρίζει. Στην υπόθεση London Graving Dock Co., Ltd., v. Horton[1951] 2 All E.R. 1 αναλύεται τι συνιστά ασυνήθιστο κίνδυνο και ότι η λέξη ασυνήθιστος δεν πρέπει να ερμηνεύεται υποκειμενικά με την έννοια του απροσδόκητου, αλλά αντικειμενικά ως κίνδυνος, ο οποίος δεν συναντάται συνήθως στα πλαίσια άσκησης της δραστηριότητας ή προς εκπλήρωση της ενέργειας του προσκεκλημένου. Το τι συνιστά ασύνηθες, διαφοροποιείται ανάλογα με τον λόγο για τον οποίο κάποιος εισέρχεται στο υποστατικό. Στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell, on the Law of Torts (10th edition), σελ.650, γίνεται αναφορά σε τάση που δημιουργήθηκε στην Αγγλική νομολογία όπως προέκυψε από την υπόθεση Norman v. Great Western Ry. [1915] 1 Κ.Β. 584, όπου λέχθηκε ότι το καθήκον έναντι ενός προσκλεκλημένου είναι να ληφθεί εύλογη φροντίδα ώστε οι εγκαταστάσεις να είναι ασφαλείς για πρόσωπα που τη χρησιμοποιούν κατά τον κανονικό και συνήθη τρόπο και με εύλογη φροντίδα. Δεν αποτελεί υπεράσπιση ότι ο κίνδυνος είναι ανοικτός και εμφανής εάν η εγκατάσταση είναι επικίνδυνη. Στη συγκεκριμένη περίπτωση υπήρχε στο χώρο των εναγομένων η ράμπα στην οποία επέπεσε η ενάγουσα. Και επί του σημείου αυτού διϊστάμενες ήταν οι θέσεις που προωθήθηκαν από τους διαδίκους. Τόσο ως προς το εάν αυτή ήταν ορατή από απόσταση όσο και εάν είχαν ληφθεί όλα τα προστατευκτικά μέτρα έναντι κινδύνου πτώσης από αυτήν. Και επί του σημείου αυτού, αποδεκτή έγινε η μαρτυρία που προσκόμισε η πλευρά της ενάγουσας αφού αντίθετα η μαρτυρία των εναγομένων κρίθηκε προκατασκευασμένη. Εξετάζοντας κατά πόσον η ράμπα ήταν ορατή και αντιληπτή από απόσταση και με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου που προέκυψαν ειδικότερα από τη μαρτυρία της Μ.Ε.1, η ράμπα δεν ήταν ορατή από απόσταση αφού σύμφωνα με τα όσα η μάρτυρας αυτή προέβαλε η ράμπα δεν ήταν εύκολα αντιληπτή από απόσταση και ότι ακόμα και η ίδια που γνώριζε για την ύπαρξη της και καθοδηγείτο από τον Μ.Υ.3 πλησίασε τα 7 μέτρα για να τη δει. Σχετική είναι επίσης και η μαρτυρία της ίδιας της ενάγουσας η οποία ότι τη συγκεκριμένη ημέρα παλέττες που βρίσκονταν δεξιά και αριστερά της ράμπας εμπόδιζαν την ορατότητα προς αυτήν. Δεν υπήρχε επίσης οποιαδήποτε σήμανση που να προειδοποιεί για την ύπαρξη της ράμπας. Οι εναγόμενοι παρόλο που επέτρεπαν στο κοινό την ελεύθερη είσοδο στον υπαίθριο χώρο που διατηρούσαν για να ασκούν την επιχείρηση τους στα πλαίσια της οποίας προέβαιναν και σε πωλήσεις εμπορευμάτων αφήνοντας μάλιστα και την είσοδο του υποστατικού ανοιχτή, δεν τοποθέτησαν καμία πινακίδα ή άλλη σήμανση που να προειδοποιεί για την ύπαρξη της ράμπας, ούτε και διαφάνηκε να έχουν περιορίσει την ελεύθερη διακίνηση των προσκεκλημένων τους μέσα στο χώρο κάτι που είχαν υποχρέωση να πράξουν. Από τη στιγμή που η ράμπα υπήρχε στο χώρο, οι εναγόμενοι εκτός της υποχρέωσης που είχαν να τοποθετήσουν σήμανση για την ύπαρξη της, είχαν βεβαίως και την υποχρέωση να λάβουν επαρκή μέτρα για να αποτρέψουν τον κίνδυνο πτώσης από αυτή. Ο κίνδυνος πτώσης από τη ράμπα ήταν εύλογα προβλεπτός και οι εναγόμενοι όφειλαν να γνωρίζουν την ύπαρξη του κινδύνου αυτού. Όφειλαν γι' αυτό ως κάτοχοι της ράμπας και τα πρόσωπα που είχαν τον έλεγχο της, να λάβουν έναντι των προσώπων που εισέρχονταν στο υποστατικό τους και ειδικότερα έναντι της ενάγουσας, εύλογα μέτρα για να διασφαλίσουν ότι αυτή θα ήταν ασφαλής κατά τη διακίνηση της στο χώρο και να αποτρέψουν οποιαδήποτε ζημιά που θα μπορούσε να προκληθεί λόγω της ύπαρξης του κινδύνου αυτού. Οι εναγόμενοι είχαν την υποχρέωση να λάβουν μέτρα για μείωση του κινδύνου, κάτι όμως που παρέλειψαν να πράξουν αφού όπως διαφάνηκε από τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή η ράμπα παρέμεινε εντελώς εκτεθειμένη στο χώρο χωρίς σήμανση και χωρίς να έχει τοποθετηθεί οποιουδήποτε είδους προστατευκτικό κυγκλίδωμα που να προστατεύει από τυχόν πτώση. Η ύπαρξη της στο χώρο με τον τρόπο που υφίστατο συνιστούσε εύλογα προβλεπτό κίνδυνο για εξάλειψη ή μείωση του οποίου οι εναγόμενοι δεν έπραξαν απολύτως τίποτε. Ο κίνδυνος αυτός ήταν εύλογα προβλεπτός αφού η ράμπα είχε βάθος 2 μέτρα. Γι' αυτό και οι εναγόμενοι οι οποίοι είχαν τον έλεγχο του χώρου και της ράμπας, είχαν έναντι των επισκεπτών του χώρου έναντι της ενάγουσας καθήκον να λάβουν εύλογα μέτρα ώστε να διασφαλίσουν ότι η ενάγουσα θα ήταν ασφαλής επισκεπτόμενη το χώρο. Οι εναγόμενοι είχαν καθήκον να έχουν τοποθετημένη πινακίδα που να προειδοποιεί την ύπαρξη της ράμπας και τον κίνδυνο πτώσης από αυτήν, καθώς επίσης την υποχρέωση να έχουν προστατευκτικά κυγκλιδώματα για προστασία από πτώση στην περίπτωση που αυτή συνέβαινε. Οι εναγόμενοι όμως κανένα από τα πιο πάνω μέτρα αλλά και ούτε κανένα άλλο έλαβαν. Αντίθετα άφησαν την ράμπα εκτεθειμένη ενώ η είσοδος του χώρου ήταν ανοικτή και ο κάθε επισκέπτης είχε ελεύθερη διακίνηση στο χώρο. Κρίνεται λοιπόν ότι οι εναγόμενοι ήταν αμελείς έναντι της ενάγουσας και απέτυχαν να ασκήσουν το οφειλόμενο καθήκον προς αυτήν, με αποτέλεσμα η τελευταία να πέσει από τη ράμπα να τραυματιστεί και να υποστεί σωματικές βλάβες και ζημιές. Θα πρέπει τώρα να εξετασθεί κατά πόσον έχει στοιχειοθετηθεί συντρέχουσα αμέλεια της ενάγουσας. Είναι θεμελιωμένο ότι η συντρέχουσα αμέλεια αποτελείται από την παράλειψη λήψεως επαρκών προφυλάξεων από τον ενάγοντα για τη δική του ασφάλεια. Όπως επαναλήφθηκε στην Σολωμού v. Γενικού Εισαγγελέα
(2009)1 (Α) ΑΑΔ 623, «....... το μόνο που απαιτείται να αποδειχθεί είναι το κατά πόσο το βλαβέν πρόσωπο, παρά το δικό του συμφέρον, παρέλειψε να ασκήσει εύλογη φροντίδα για τη δική του ασφάλεια και συνέβαλε με τη δική του παράλειψη στην πρόκληση της βλάβης που υπέστη. (Βλ. σχετικά Siakos v. Nicolaou
(1980)1 C.L.R.333, Xenophontos and Another v. Anastassiou
(1981)1 C.L.R. 521)». Πρέπει όπως λέχθηκε και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Στυλιανού κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1718 «..... να αποδεικτεί ότι ο ενάγων προέβη σε ενέργειες που συνέβαλαν στον τραυματισμό του». Στην παρούσα περίπτωση κρίνεται ότι δεν μπορεί να αποδοθεί στην ενάγουσα οποιοδήποτε ποσοστό συντρέχουσας αμέλειας. Και αυτό για τους ακόλουθους λόγους. Η ενάγουσα εισήλθε στον υπαίθριο χώρο των εναγομένων βρίσκοντας την είσοδο ανοιχτή και αφού την προηγούμενη ημέρα του ατυχήματος είχε και πάλι επισκεφθεί το χώρο και αγόρασε εμπορεύματα και χωρίς να υπάρχει καμία απαγορευτική πινακίδα που να της απαγορεύει την είσοδο. Προχώρησε μέσα σε αυτόν ακολουθώντας κάποιες τροχιές που υπήρχαν επί του εδάφους μέχρι που σε κάποια στιγμή βρέθηκε στο κενό και έπεσε μέσα στην ράμπα. Όπως επιβεβαίωσε και η Μ.Ε1 η οποία ήταν ανεξάρτητη μάρτυρας η ράμπα αυτή δεν ήταν αντιληπτή και ακόμα και η ίδια που εκ των προτέρων γνώριζε την ύπαρξη της μπορούσε να παρασυρθεί. Υπό τις περιστάσεις αυτές κανένα ποσοστό συντρέχουσας αμέλειας δεν μπορεί να αποδοθεί στην ενάγουσα. Ήταν εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγομένων κατά το στάδιο της αγόρευσης του ότι η ενάγουσα βαρύνεται με συντρέχουσα αμέλεια καθότι είχε πλήρη γνώση της κατάστασης και της λειτουργίας του υποστατικού. Θα διαφωνήσω με την εισήγηση αυτή του κ. Καραπατάκη καθότι τέτοια γνώση δεν έχει διαφανεί να υπήρχε από την ενάγουσα έτσι ώστε να της αποδοθεί οποιοδήποτε ποσοστό συντρέχουσας αμέλειας. Η μία και μοναδική επίσκεψη της την προηγούμενη ημέρα έστω και για αρκετή ώρα όπως και η ίδια δέχθηκε δεν υποδηλοί χωρίς άλλο την ύπαρξη τέτοιας γνώσης. Με βάση λοιπόν όλα τα πιο πάνω βρίσκω ότι οι εναγόμενοι υπέχουν αποκλειστική ευθύνη για την πρόκληση του ατυχήματος και ως εκ τούτου τα ποσά που συμφωνήθηκαν μεταξύ των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων ως γενικές και ειδικές αποζημιώσεις πρέπει να επιδικασθούν υπέρ της. Συνακόλουθα εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων για το ποσό των Ε5.000= ως γενικές αποζημιώσεις πλέον νόμιμο τόκο από 1/5/2010 μέχρι εξόφλησης πλέον Ε3.500= ως ειδικές αποζημιώσεις πλέον νόμιμο τόκο από την 1/5/2010 μέχρι πλήρους εξόφλησης, πλέον δικηγορικά έξοδα όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στην ανάλογη κλίμακα. Υπ...... ...... ..... Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Civil / final Subject : atihima / euthini katoxou cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.