← Κύπρος

Φώτιος Σάββα Λτδ ν. Λάκη Γαβριήλ, Αρ. Αγωγής: 3204/2008, 2/10/2014

Φώτιος Σάββα Λτδ ν. Λάκη Γαβριήλ, Αρ. Αγωγής: 3204/2008, 2/10/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A343 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ENΩΠION: Μ. Λάρμου Παπαδήμα Αρ. Αγωγής: 3204/2008 Μεταξύ: Φώτιος Σάββα Λτδ Εναγόντων Και Λάκη Γαβριήλ Εναγομένου Ημερομηνία: 2/10/2014 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες ׃ κ. Σ. Στυλιανού (για την απαγγελία της απόφασης η κα Νικολάου) Για Εναγόμενο: κ. Λ. Λυσάνδρου (για την απαγγελία της απόφασης η κα Θωμά) Α Π Ο Φ Α Σ Η Oι ενάγοντες αξιώνουν από τον εναγόμενο ποσό Ε1.336.23=. Σύμφωνα με τους δικογραφημένους στην Έκθεση Απαίτησης ισχυρισμούς τους, κατά την χρονική περίοδο μεταξύ του Ιουλίου του 1992 και του Δεκεμβρίου του 1994, επιδιόρθωναν αυτοκίνητα του εναγομένου εκτελώντας σε αυτά διάφορες μηχανικές εργασίες και/ή προμηθεύοντας προς τον σκοπό αυτό τον εναγόμενο με διάφορα ανταλλακτικά και/ή εξαρτήματα. Για τις εργασίες αυτές οι ενάγοντες εξέδωσαν διάφορα τιμολόγια τα οποία ο εναγόμενος αποδέχθηκε και στις 20/12/2004 ο λογαριασμός του τελευταίου παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο το αξιούμενο ποσό. Ο εναγόμενος με την Υπεράσπιση του εγείρει διάφορες προδικαστικές ενστάσεις που σχετίζονται κυρίως με τη διεξαγωγή μη δίκαιης δίκης λόγω της παρέλευσης μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη δημιουργία του αγώγιμου δικαιώματος μέχρι και την καταχώρηση της υπό εκδίκαση αγωγής και ισχυρίζεται ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο είχε συναλλαγές όχι με τους ενάγοντες αλλά με κάποιο Φώτιο Σάββα, μηχανικό αυτοκινήτων προσωπικά, ο οποίος ήταν το άτομο που επισκεύαζε το αυτοκίνητο του σε γκαράζ που διατηρούσε στη Λεμεσό. Ισχυρίζεται ακόμα ότι αυτός, ο Φώτιος Σάββα, ουδέποτε εξέδιδε τιμολόγια και ουδέποτε διατηρούσε οποιαδήποτε κατάσταση λογαριασμού καθότι ο ίδιος αμέσως μετά την ολοκλήρωση των εργασιών πλήρωνε το κόστος των εργασιών και/ή των υλικών. Είναι ισχυρισμός του ότι μέχρι και τις 6/6/2008 ουδέποτε οχλήθηκε είτε από τους ενάγοντες, είτε από τον Φώτιο Σάββα για οποιαδήποτε οφειλή προς αυτούς, οφειλή που δεν υφίσταται καθότι έχει πλήρως ξοφλήσει όλες τις εργασίες που εκτελέσθηκαν προς όφελος του. Με την Απάντηση τους οι ενάγοντες αποδίδουν το χρόνο που παρήλθε για την έγερση της αγωγής στη συμπεριφορά του εναγομένου ο οποίος πάντοτε υποσχόταν ότι θα ξοφλούσε το χρέος του, ο οποίος για το λόγο αυτό κωλύεται να προβάλλει ισχυρισμούς για αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι σύμφωνα με την πρακτική που ακολουθούσαν, ο εναγόμενος δεν ξοφλούσε εξ' ολοκλήρου το εκάστοτε οφειλόμενο ποσό, αλλά πλήρωνε έναντι λογαριασμού. H ακροαματική διαδικασία υπήρξε σύντομη αφού προς απόδειξη της υπόθεσης των εναγόντων μαρτυρία έδωσε ένας μάρτυρας ο Χρίστος Φωτίου, ενώ για την πλευρά του εναγομένου μόνο ο ίδιος. Στη συνέχεια δε και μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων κατέθεσαν στο Δικαστήριο τις γραπτές τους αγορεύσεις, όπου εκτίθενται οι θέσεις και τα επιχειρήματα τους και τα οποία για το λόγο αυτό δεν θεωρώ αναγκαίο να παραθέσω. Αχρείαστο επίσης θεωρώ να επαναλάβω τη μαρτυρία που έχει προσκομισθεί και η οποία είναι καταγραμμένη στα πρακτικά, γι' αυτό και θα προχωρήσω αμέσως σε αξιολόγηση της, έχοντας κατά νου τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων, ότι πρόκειται για υπόθεση πολιτικής φύσης που κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων και ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικά ή εξ' ολοκλήρου (βλ. Αγαπίου v. Παναγιώτου 1983

(1)ΑΑΔ 263, Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη 1995
(2)ΑΑΔ 207, Χάρης Χρίστου v. Eυγενία Khoreva 2002 (1Α) 454). Ως Μ.Ε.1 κατάθεσε ο Χρίστος Φωτίου, μέτοχος και υπάλληλος των εναγόντων από τον καιρό της ίδρυσης τους. Αυτός υποστήριξε ότι ο εναγόμενος για πολλά χρόνια ήταν πελάτης των εναγόντων και συνεργαζόταν με αυτούς. Οι τελευταίοι και για λογαριασμό του εναγόμενου εκτελούσαν διάφορες μηχανικές εργασίες επιδιορθώνοντας του οχήματα και προβαίνοντας σε αλλαγές εξαρτημάτων. Για τις εργασίες αυτές οι ενάγοντες εξέδιδαν πάντοτε τιμολόγια. Ο εναγόμενος πλήρωνε έναντι των εργασιών και για όλες τις πληρωμές οι ενάγοντες εξέδιδαν αποδείξεις. Στο τέλος κάθε χρόνου, οι ενάγοντες παρέδιδαν στο λογιστή τους, κάποιο Ανδρέα Χριστοδουλίδη, όλα τα τιμολόγια και τις αποδείξεις και αυτός τα υπέβαλλε στο φόρο εισοδήματος. Στη συνέχεια τα επέστρεφε στους ενάγοντες μαζί με κατάσταση λογαριασμού για κάθε πελάτη, κάτι που έκαμε και στη συγκεκριμένη περίπτωση. Υποστήριξε τέλος ότι όταν ο εναγόμενος σταμάτησε να συνεργάζεται μαζί τους παρέμεινε οφειλόμενο υπόλοιπο το ποσό των Λ.Κ.782= (Ε1.336.23=) το οποίο και διεκδικούν με την παρούσα αγωγή. Παρακολούθησα τον Μ.Ε. 1 με προσοχή κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του και θεωρώ ότι αυτός μαρτύρησε την αλήθεια. Και αυτό γιατί απαντούσε με αμεσότητα και σταθερότητα, χωρίς καθόλου υπεκφυγές και χωρίς σε καμία περίπτωση να διακρίνω οποιαδήποτε προσπάθεια του να αλλοιώσει ή να παραποιήσει την αλήθεια με οποιοδήποτε τρόπο. Για να αποδείξει την υπόθεση των εναγόντων, ο μάρτυρας κατάθεσε ως τεκμήρια μέρος των τιμολογίων (Τεκμήριο 1) και μέρος των αποδείξεων που είχαν εκδοθεί (Τεκμήριο 2), όσα βρήκε όπως είπε, καθώς και καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμήριο 3). Εκτός των αποδείξεων που εξέδωσε ο ίδιος ο μάρτυρας, όλα τα τιμολόγια εκτός μόνο από ένα που ετοίμασε ο ίδιος, ετοιμάσθηκαν από τον πατέρα του, ενώ οι καταστάσεις του λογαριασμού από τον λογιστή της εταιρείας. Αποτελούν συνεπώς αυτά εξ' ακοής μαρτυρία η οποία μπορεί πλέον να μην αποκλείεται για τον λόγο αυτό, η βαρύτητα όμως που θα της προσδοθεί εναπόκειται στο Δικαστήριο, το οποίο μπορεί να λάβει υπόψη του διάφορους παράγοντες, οι οποίοι ενδεικτικά και μόνο εκτίθενται στο νόμο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση στην εξ' ακοής αυτή μαρτυρία δεν μπορεί να προσδοθεί καμία βαρύτητα για τους ακόλουθους λόγους. Αυτό που το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει είναι εάν ο εναγόμενος οφείλει ή όχι το αξιούμενο ποσό στους ενάγοντες. Γι' αυτό και η εξ' ακοής αυτή μαρτυρία είναι ουσιαστικότατης σημασίας για την κατάληξη του Δικαστηρίου, αφού στην περίπτωση απόδοσης σε αυτής βαρύτητας, ειδικότερα αυτής που περιέχεται στο Τεκμήριο 3, η τύχη της αγωγής είναι προδιαγεγραμμένη. Όμως κανένας λόγος δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου που να εξηγεί γιατί δεν παρουσιάσθηκαν ως μάρτυρες για να καταθέσουν το πρόσωπο που εξέδωσε τα τιμολόγια και ο λογιστής που διεξήγαγε τον έλεγχο και κατέληξε στο συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Παρά το ότι δεν δευκρινίστηκε πότε ο λογιστής ετοίμασε το Τεκμήριο 3, από την απάντηση που έδωσε ο Μ.Ε.1 ότι στο τέλος κάθε χρόνου παρέδιδαν σε αυτόν τα τιμολόγια και τις αποδείξεις κάθε πελάτη και αυτός ετοίμαζε για τον καθένα κατάσταση λογαριασμού, μπορεί να συναχθεί ότι η κατάσταση αυτή όπως βέβαια και τα τιμολόγια έχουν ετοιμασθεί πριν από πολλά χρόνια και συνεπώς έχει παρέλθει πολύ μακρύ χρονικό διάστημα από τότε μέχρι και σήμερα ενώ οι γενικότερες περιστάσεις κάτω από τις οποίες προσήχθη η εξ' ακοής αυτή μαρτυρία δεν διευκολύνουν την αξιολόγηση της. Και αυτό γιατί δεν μπορεί να διακριβωθεί η ορθότητα των όσων είναι καταγραμμένα στα τιμολόγια όπως και της εργασίας που εκτέλεσε ο λογιστής πριν από τόσα χρόνια, αφού και όσο αφορά την τελευταία παραμένει άγνωστο στο Δικαστήριο ποια στοιχεία έλαβε υπόψη του ο λογιστής, η ορθότητα των στοιχείων αυτών, η μέθοδος που ακολούθησε για να καταλήξει στο συμπέρασμα του ότι πράγματι οφείλεται το αξιούμενο ποσό κ.λ.π.. Πρέπει πάντως να λεχθεί ότι ο Μ.Ε.1 σε καμία περίπτωση δεν ανάφερε οτιδήποτε σε σχέση με τις εκτελεσθείσες από τους ενάγοντες εργασίες, ποιες ήταν αυτές, το συνολικό τους κόστος, την αξία των εξαρτημάτων για τα οποία χρεώθηκε ο εναγόμενος, τις χρεώσεις και τις εισπράξεις, κ.λ.π.. Τίποτε επίσης δεν προέβαλε σε σχέση με το λογαριασμό που ως εταιρεία τηρούσαν για τον εναγόμενο, ότι ο ίδιος ο μάρτυρας έκαμε προσωπικά οποιαδήποτε εργασία για να ελέγξει το λογαριασμό αυτό, έστω και την κατάσταση που ετοίμασε ο λογιστής, έτσι ώστε να είναι σε θέση να βεβαιώσει με πρωτογενή γνώση για το ποσό που πραγματικά οφείλεται. Αρκέσθηκε απλώς να καταθέσει στο Δικαστήριο όχι όλα, αλλά μέρος μόνο των τιμολογίων που εκδόθηκαν σε σχέση με τις εργασίες που εκτελούσαν προς όφελος του εναγόμενου και να μεταφέρει στο Δικαστήριο την κατάληξη της εργασίας του λογιστή των εναγόντων. Πρέπει ακόμα να λεχθεί ότι η έλλειψη προσωπικής γνώσης για το τι είχε συμβεί αντικατοπτρίζεται και μέσα από κάποιες απαντήσεις που έδωσε κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του. Π.χ. δεν ήταν σε θέση να βεβαιώσει με θετικότητα ότι ο πατέρας του Φώτιος Σάββα δεν εισέπραξε όλα τα ποσά που οφείλονταν. Τούτο προκύπτει και από απάντηση που έδωσε σε σχετική υποβολή που του έγινε και στην οποία απάντησε μόνο υποθετικά. Είπε συγκεκριμένα «Αν τα εισέπραττε τα ποσά, θα έβγαζε η εταιρεία απόδειξη». Ότι ο μάρτυρας απλώς βασίσθηκε στις καταστάσεις του λογιστή, προκύπτει και από απάντηση που έδωσε σε υποβολή που του έγινε ότι όλο το ποσό των τιμολογίων έχει ξοφληθεί και στην οποία απάντησε «Κατάθεσα καταστάσεις του λογιστή κάθε χρόνο που δείχνει το ποσό που χρωστά». Για τους πιο πάνω λόγους καμία απολύτως βαρύτητα δεν θα αποδοθεί στην εξ' ακοής μαρτυρία που προσήγαγε ο Μ.Ε.1 ενώ η υπόλοιπη μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Ο εναγόμενος δεν μου έκαμε καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας και δεν με έπεισε για την αλήθεια των ισχυρισμών του. Παρακολουθώντας τον να καταθέτει, παρατηρώντας το ύφος και τη συμπεριφορά του σχημάτισα την εντύπωση ότι δεν ήταν καθόλου ειλικρινής αλλά προσπαθούσε απλώς να αποφύγει οποιαδήποτε τυχόν ευθύνη είχε για πληρωμή οποιουδήποτε ποσού. Και αυτό γιατί καταθέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν αμήχανος, απέφευγε επιμελώς να κοιτάζει προς αυτό και σε πολλές περιπτώσεις όταν του υποβάλλονταν καίριες ερωτήσεις παρατηρείτο ερυθρότητα στο πρόσωπο του. Πέραν όμως της γενικότερης αρνητικής εντύπωσης που σχημάτισα για τον εναγόμενο ως μάρτυρα της αλήθειας λόγω της γενικότερης στάσης του ενώπιον του Δικαστηρίου και άλλα στοιχεία στη μαρτυρία του ενίσχυσαν την άποψη μου αυτή. Κατ' αρχήν παρατηρείται διάσταση μεταξύ των δικογραφημένων ισχυρισμών του και όσων προέβαλε κατά την προφορική του μαρτυρία, σε καίρια μάλιστα σημεία για την υπόθεση του. Ενώ στην Έκθεση Υπεράσπισης του αρνείται ότι είχε συνεργασία με τους ενάγοντες και ισχυρίζεται ότι είχε συναλλαγές μόνο με τον Φώτιο Σάββα προσωπικά, από την αρχή εντελώς της μαρτυρίας του κατά την κυρίως εξέταση ανάφερε ότι γνωρίζει τους ενάγοντες αφού ήταν οι μηχανικοί του και συνεργαζόταν μαζί τους. Ενώ δικογραφεί ότι για κάθε εργασία πλήρωνε άμεσα τις οφειλές του, στην προφορική του μαρτυρία δεν ήταν σταθερός στον ισχυρισμό του αυτό. Στην κύρια εξέταση του είπε αρχικά ότι για κάθε εργασία πλήρωνε τοις μετρητοίς. Πρόσθεσε όμως ότι σε κάποιες περιπτώσεις που μπορούσε να τύχει να μην κρατά μετρητά για να πληρώσει αμέσως και ζητούσε από τον Φώτιο Σάββα να πληρώσει την Παρασκευή που ακολουθούσε, αν την ημέρα αυτή δεν μπορούσε να το πράξει ο Φώτιος έσπαζε τα τηλέφωνα και ο γιος του, Μ.Ε.1 μετέβαινε στο σπίτι του. Διαφαίνεται λοιπόν μέσα από τις απαντήσεις του αυτές ότι ενώ δικογράφησε και ανάφερε αρχικά ότι πάντοτε πλήρωνε αμέσως τις οφειλές του, αργότερα είπε, χωρίς μάλιστα να ερωτηθεί, ότι υπήρξαν και περιπτώσεις που ζητούσε κάποια παράταση για να το πράξει έστω και κάποιων ημερών. Αντεξεταζόμενος δε είπε ότι οι πληρωμές δεν γίνονταν άμεσα αλλά τις αμέσως επόμενες μέρες, συνήθως κάθε Παρασκευή. Δέχθηκε όμως στη συνέχεια ότι αν ήταν «μεγάλη δουλειά» μπορούσε να περάσουν και 15 μέρες μέχρι να πληρώσει. Απορίες για τη γνησιότητα του ισχυρισμού του ότι δεν οφείλει κανένα ποσό δημιουργεί και απάντηση που έδωσε σε υποβολή που του έγινε ότι οφείλει το αξιούμενο υπόλοιπο και στην οποία ανάφερε κατά λέξη «Δεν χρωστούσα τίποτε από ότι ξέρω, με τη συνείδηση μου δεν χρωστώ κανενού». Άλλες τέτοιες περαιτέρω απορίες δημιουργεί ο ισχυρισμός του ότι δεν έλαβε ποτέ αποδείξεις για τις πληρωμές που έκανε. Και αυτό παρόλο που όπως είπε εργαζόταν «προσωπικά», μη διευκρινίζοντας αν με αυτό εννοούσε ότι εργαζόταν ως αυτοεργοδοτούμενος ή οτιδήποτε άλλο και υπέβαλλε φορολογικές δηλώσεις δηλώνοντας σε αυτές τα έσοδα και τα έξοδα του. Αντεξεταζόμενος αν αυτό συνέβαινε και την επίδικη περίοδο έδωσε ασαφείς και συγκεχυμένες απαντήσεις λέγοντας σε μία περίπτωση «τότε δεν είχαμε αποδείξεις και κάναμε τις φορολογίες όπως ήταν τα έξοδα μας». Και αυτό παρά το ότι ανάφερε ότι για τις αγορές που έκανε τότε και αφορούσαν τα λάστιχα των αυτοκινήτων έπαιρνε αποδείξεις. Αντεξεταζόμενος γιατί αυτή η διαφοροποίηση απάντησε ότι τις αποδείξεις για τα λάστιχα τις έπαιρνε γιατί «οι εταιρείες εκείνες ήταν σοβαρές» και δεν «μπορούσαν να δεχθούν μαύρα», εννοώντας τις εταιρείες από τις οποίες τα αγόραζε. Ερωτώμενος στη συνέχεια εάν ο ίδιος δεν χρειαζόταν αποδείξεις απάντησε «Δεν μου χρειάζονταν. Ορισμένες μου χρειάζονταν, άλλες όχι». Για όλους τους πιο πάνω λόγους δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του την οποία και απορρίπτω εκτός του ότι είχε συνεργασία με τους ενάγοντες αφού κατά την επίδικη περίοδο ήταν οι μηχανικοί του οι οποίοι προέβαιναν κατόπιν οδηγιών του σε αλλαγές εξαρτημάτων και επιδιορθώσεις των οχημάτων του. Παρά το ότι έχει αποδειχθεί ότι ο εναγόμενος είχε χρόνια συνεργασία με τoυς ενάγοντες η οποία έληξε περί το 1994 και οι τελευταίοι εκτελούσαν για λογαριασμό του διάφορες μηχανικές εργασίες σε οχήματα του στα οποία επίσης προχωρούσαν σε αλλαγές εξαρτημάτων, γεγονότα που αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου, εν τούτοις για τους λόγους που έχουν αναφερθεί πιο πάνω, δεν έχει αποδειχθεί ότι εξακολουθεί να οφείλεται το αξιούμενο ποσό. Οι ενάγοντες είχαν το βάρος να αποδείξουν την υπάρχουσα οφειλή αλλά απέτυχαν να το πράξουν καθότι η μαρτυρία την οποία επέλεξαν να προσαγάγουν προς θεμελίωση της αξίωσης τους ήταν αποκλειστικά εξ' ακοής και για τους λόγους που επίσης αναφέρονται πιο πάνω δεν της έχει προσδοθεί βαρύτητα. Σχετικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην D.J.G. Products Ltd v. Premixco Asphalting Company Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 263 στην οποία αποφασίσθηκε ότι: « . . . η γενική αναφορά σε υπόλοιπο αναγόμενο στο παρελθόν δεν αποδείκνυε το αντίστοιχο μέρος της αξίωσης ακόμα και στην απουσία μαρτυρίας από την άλλη πλευρά». Ενόψει της κατάληξης μου αυτής κρίνεται αχρείαστο να προχωρήσω σε εξέταση οποιουδήποτε θέματος περιλαμβανομένων και αυτών που σχετίζονται με τις τεθείσες στην Έκθεση Υπεράσπισης προδικαστικές ενστάσεις. Συνακόλουθα η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα εναντίον των εναγόντων και υπέρ του εναγομένου όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Υπ............ Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής civil/final Subject/ektelesthises ergasies cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.