Karmi Unifruit Limited ν. Συνεργατική Εταιρεία Εσελ-Σπολπ Λτδ, Αρ. Αγωγής 4731/13, 22/10/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A368 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 4731/13 Μεταξύ: Karmi Unifruit Limited Εναγόντων και Συνεργατική Εταιρεία Εσελ-Σπολπ Λτδ Εναγομένων Ημερομηνία: 22/10/2014 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες/Αιτητές׃ κ. Χρ. Ιωάννου Για Εναγόμενους/Καθ' ων η Αίτηση: κα Στ. Στυλιανού (για την απαγγελία της απόφασης ο κ. Ηλίας Ηλία) Α Π Ο Φ Α Σ Η Στα πλαίσια αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης που εκκρεμεί, καταχωρήθηκε στις 5/6/2014 η υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητείται από τους ενάγοντες η άδεια του Δικαστηρίου για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Η αίτηση αυτή συνάντησε την ένσταση των εναγομένων οι οποίοι και καταχώρησαν σχετική ειδοποίηση ένστασης. Οι θέσεις και τα επιχειρήματα των διαδίκων, καταγράφονται και προκύπτουν από την αίτηση, την ένσταση και τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις που τις στηρίζουν, καθώς επίσης και από τις γραπτές αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων τους, γι' αυτό και δεν θεωρώ σκόπιμο να τα παραθέσω. Κύριο δικαιοδοτικό βάθρο της υπό κρίση αίτησης αποτελεί η Δ.48 Θ. 4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα μπορεί για καλό λόγο να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή τις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39». Παρέχεται συνεπώς η δυνατότητα για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Για να δοθεί όμως τέτοια άδεια θα πρέπει να καταδειχθεί καλός λόγος προς τούτο. Εάν θα επιτραπεί ή όχι σε ένα διάδικο να καταχωρήσει τέτοια συμπληρωματική ένορκο δήλωση είναι ζήτημα που εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. Ματθαίου κ.α.
(2008)1 ΑΑΔ 510, Α. Messios and Sons Ltd v. Α. Λεωνίδα
(2010)1 ΑΑΔ 195). Σύμφωνα και με τα όσα προαναφέρονται, η συμπληρωματική ένορκος δήλωση για την οποία έχει υποβληθεί η υπό κρίση αίτηση, ζητείται να κατατεθεί στα πλαίσια αίτησης για συνοπτική απόφαση που εδράζεται στη Δ.18 Θ.1 (α) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Με το κλητήριο ένταλμα οι ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των εναγομένων την έκδοση απόφασης για το ποσό των Ε65.355.22= το οποίο όπως ισχυρίζονται αποτελεί υπόλοιπο που τους οφείλουν οι εναγόμενοι δυνάμει τριών επιταγών που εκδόθηκαν από τους τελευταίους προς όφελος των εναγόντων. Με την αίτηση για συνοπτική απόφαση αιτούνται την έκδοση απόφασης σύμφωνα με το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. Πρέπει στο σημείο αυτό να λεχθεί ότι παρά το ότι στην αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης αναφέρεται ότι ζητείται απόφαση όπως η αξίωση των εναγόντων για ποσό δηλαδή Ε65.355.22=, στην ένορκη δήλωση που στηρίζει την αίτηση αυτή και συγκεκριμένα στην παράγραφο 3, αναφέρεται ότι η μία από τις τρεις επιταγές που είχε εκδοθεί για ποσό Ε12.055.22= έχει εξοφληθεί μετά την έγερση της αγωγής και ως εκ τούτου το ποσό που παραμένει οφειλόμενο είναι αυτό των Ε53.350.67=. Οι εναγόμενοι στην ειδοποίηση ένστασης που καταχώρησαν στην αίτηση για συνοπτική απόφαση, αρνούνται το βάσιμο της αξίωσης των εναγόντων και ισχυρίζονται ότι έχουν καλή και γνήσια υπεράσπιση. Βασικός και κύριος ισχυρισμός τους είναι ότι δεν γνωρίζουν οποιαδήποτε εταιρεία με την επωνυμία της ενάγουσας εταιρείας και ουδέποτε συνεργάσθηκαν με αυτήν αλλά συνεργασία είχαν με άλλη εταιρεία, την Karmi Unifruit Import- Export Limited (η οποία από τώρα και στο εξής θα καλείται η δεύτερη εταιρεία). Μεταξύ της δεύτερης αυτής εταιρείας και των εναγομένων υπήρχε πράγματι συμφωνία για συνεργασία, ρητός όρος της οποίας ήταν ότι οποιαδήποτε διαφορά ήθελε προκύψει μεταξύ τους, θα παραπεμπόταν για επίλυση στον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών ο οποίος ή θα επιχειρούσε την επίλυση της διαφοράς ή θα την παρέπεμπε σε διαιτησία. Πέραν τούτου υποστηρίζουν ότι η διαφορά μεταξύ των διαδίκων θα έπρεπε να παραπεμφθεί σε διαιτησία και βάση του άρθρου 52 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου. Για τους πιο πάνω λόγους είναι η θέση τους ότι η αγωγή είναι πρόωρη αλλά και καταχρηστική αφού πέραν των πιο πάνω, καταχωρήθηκε στο Ε.Δ. Λεμεσού και η ποινική υπόθεση αρ. 24568/13 για την παράλειψη πληρωμής των επίδικων επιταγών. Σε ότι αφορά το αξιούμενο από τους ενάγοντες ποσό, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι αυτό δεν οφείλεται και ότι η έκδοση των επιταγών έγινε μέσα στα πλαίσια της συνεργασίας που είχαν οι εναγόμενοι με τη δεύτερη εταιρεία ως κατ' αρχήν μόνο αναγνώριση χρέους και με συμφωνία όπως οι επιταγές αυτές δεν θα παρουσιάζονταν στην τράπεζα για πληρωμή αλλά θα γινόταν προηγουμένως συνάντηση των εμπλεκομένων για να ελεχθεί το υπόλοιπο που οι εναγόμενοι όφειλαν στην δεύτερη εταιρεία και ότι σε περίπτωση διαφωνίας η υπόθεση θα παραπεμπόταν στον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών για επίλυση της διαφοράς ή παραπομπή της σε διαιτησία. Όμως η δεύτερη εταιρεία δεν επικοινώνησε με τους εναγόμενους προς διευθέτηση συνάντησης, τους διαβεβαίωνε όμως ότι δεν θα ζητήσει κατάθεση ή εξαργύρωση των επιταγών. Στις 30/9/2013 οι εναγόμενοι παρέλαβαν από τη δεύτερη εταιρεία δύο επιστολές (Τεκμήρια Γ
(1)) στην ένορκη δήλωση που στηρίζει την αίτηση για συνοπτική απόφαση και Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση που στηρίζει την ειδοποίηση ένστασης στην ίδια αίτηση). Στις επιστολές αυτές οι εναγόμενοι απάντησαν με την επιστολή Τεκμήριο 3 στην ίδια ένσταση και τους κάλεσαν να προσέλθουν σε συνάντηση για να προσπαθήσουν να επιλύσουν τη μεταξύ τους διαφορά, η δεύτερη όμως εταιρεία παρέλειψε να το πράξει. Για τους πιο πάνω λόγους οι εναγόμενοι εισηγούνται ότι θα πρέπει να τους δοθεί άδεια να προβάλουν την υπεράσπιση τους. Ότι προβάλλει ως πιο ουσιαστικό από την καταχωρηθείσα Έκθεση Απαίτησης, την αίτηση για συνοπτική απόφαση, την υπό κρίση αίτηση και τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις είναι ότι οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι οι εναγόμενοι δυνάμει επιταγών, αντίγραφα των οποίων επισυνάπτουν στην ένορκη δήλωση που στηρίζει την αίτηση τους οφείλουν το αξιούμενο ποσό. Αντίθετα από τις ενστάσεις που οι εναγόμενοι καταχώρησαν και τις ένορκες δηλώσεις που τις στηρίζουν, ισχυρίζονται ότι ουδέποτε συναλλάχθησαν με τους ενάγοντες αλλά με άλλη εταιρεία την Karmi Unifruit Import- Export Limited. Στην ένορκο δήλωση που στηρίζει την υπό κρίση αίτηση οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι με την ένσταση που οι εναγόμενοι καταχώρησαν στην αίτηση για συνοπτική απόφαση, έθεσαν διάφορους νέους ισχυρισμούς τους οποίους δεν ήταν δυνατό να προβλέψουν ή να φανταστούν προκαταβολικά έτσι ώστε να θέσουν τις θέσεις τους επί αυτών από την αρχή με την ένορκη δηλαδή δήλωση που στηρίζει την αίτηση για συνοπτική απόφαση και ότι οι εναγόμενοι έθεσαν ισχυρισμούς που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα ή δεν αποδίδουν την ακριβή εικόνα των γεγονότων γι' αυτό θα πρέπει η αιτούμενη άδεια να τους δοθεί. Σε σχέση με τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται σε αιτήσεις για έκδοση συνοπτικής απόφασης, σημαντικά είναι τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Ε. Λαζάρου κ.α. v. Γ. Π. Μακεδόνα
(1999)1 Β ΑΑΔ 817 στην οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο επέτρεψε την καταχώρηση πολυάριθμων συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων σε αίτηση αυτής της φύσης. «Αναφορικά με τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται για να κριθεί το θέμα, στην υπόθεση Banque de Paris et des Pays-Bas (Suisse) SA v. de Naray [1984] 1 Lloyd's Rep. 21, στη σελ. 23, λέχθηκαν τα ακόλουθα: "It is of course trite law that O.14 proceedings are not decided by weighing the two affidavits. It is also trite that the mere assertion in an affidavit of a given situation which is to be the basis of a defence does not, ipso facto, provide leave to defend; the Court must look at the whole situation and ask itself whether the defendant has satisfied the Court that there is a fair or reasonable probability of the defendants' having a real or bona fide defence." Περαιτέρω, στην Bhogal v. Punjab National Bank v. Punjab National Bank [1988] 2 All E.R. 296 στη σελ. 303 ο Bingham L.J. ανέφερε: "But the correctness of factual assertions such as these cannot be decided on an application for summary judgment unless the assertions are shown to be manifestly false either because of their inherent implausibility or because of their incosistency with the contemporary documents or other compelling evidence." Στην Standard Chartered Bank v. Yaacoub [1990] CA Transcript 699 λέχθηκε ότι: "It is sometimes said that in an application under Ord. 14 the court is bound to accept the assertion of a defendant on affidavit unless it is self-contradictory or inconsistent with other parts of the defendant' s own evidence, and that the court cannot reject an assertion on the simple ground that it is inherently incredible." Τέλος, στο Supreme Court Practice 1999, Vol.1 στη σελ. 173, παράγραφος 14/4/7, αναφέρονται τα ακόλουθα: "The plaintiff has long been permitted to answer the defendant's evidence but the case cannot be tried on affidavits, and if the defendant's affidavit discloses a defence based on disputed facts it is generally useless for the plaintiff to reply. The Court is not bound to require documentary evidence from the plaintiff, if by his affidavit in reply he can show that there is no issue to try (Shurmur v. Young [1889] 5 T.L.R, 155, CA) but if he can demonstrate (e.g. by exhibiting contemporary documents) that the evidence of the defendant is not reasonably capable of belief this will prevent leave to defend being given." Έχει λεχθεί δικαστικά ότι όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση (δέστε Supreme Court Practice 1999 1st Ed. p. 174, para. 14/4/9). To πρωτόδικο Δικαστήριο βασιζόμενο στην πιο πάνω νομολογία, κατέληξε ως εξής στη σελ.20 της απόφασης: "Έχοντας υπόψη το περιεχόμενο των δύο Ενόρκων Δηλώσεων του Εναγόμενου 1 και τις αντιφάσεις που έχω επισημάνει σε αυτές αναφορικά με το χρόνο και τον τρόπο που έγινε η ισχυριζόμενη εξόφληση του επίδικου γραμματίου σε σημείο που να μου δημιουργείται αμφιβολία κατά πόσο οποιαδήποτε από τις εκδοχές αυτές είναι η σωστή η γνώμη μου είναι ότι ο ισχυρισμός περί εξόφλησης του επίδικου γραμματίου δεν μπορεί να γίνει πιστευτός." Δεν είναι όμως όπως προκύπτει σαφώς από το υπόλοιπο μέρος της απόφασης απλά αυτή η βάση, για την απόρριψη της ένστασης των εφεσειόντων. Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε ενώπιον του πολυάριθμες ένορκες δηλώσεις και τεκμήρια, στις οποίες περιέχονταν λεπτομερέστατοι ισχυρισμοί που σχετίζονταν με το κατά πόσο ή όχι ο ισχυρισμός των εφεσειόντων ότι εξοφλήθη το γραμμάτιο ήταν ορθός και το Δικαστήριο προχώρησε και ανέλυσε όλους αυτούς τους πραγματικούς ισχυρισμούς και έκαμε στην ουσία ευρήματα επ' αυτών. Είναι καθαρό ότι τα συμπεράσματα και η κατάληξη του Δικαστηρίου βασίστηκαν και στην όλη αξιολόγηση που έκαμε του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, με το να επιτρέψει την ανταλλαγή πολυάριθμων ενόρκων δηλώσεων που στο τέλος περιείχαν λεπτομερή και αντικρουόμενη μαρτυρία και να την εξετάσει και να αποφανθεί επ' αυτής, εξήλθε από το θεσμοθετημένο πλαίσιο της διαδικασίας της Δ.18 και κατά την κρίση μας μετέτρεψε τη διαδικασία σε δίκη επί της ουσίας. Ως εκ τούτου η απόφαση πρέπει να παραμερισθεί». Σχετικά επίσης με το εξεταζόμενο ζήτημα είναι τα όσα εκτίθενται στο σύγγραμμα The Annual Practice 1956, στη σελίδα 175 όπου κάτω από τον τίτλο "Affidavit in Reply" αναγράφεται, "The obligation on defendant to `show cause´ by necessary implication allows the plaintiff to answer the defendant´s case". Επισημαίνεται στη συνέχεια ότι πρόκειται για διακριτικής φύσεως εξουσία και αναφέρονται στη σελíδα 176 τα ακόλουθα: «But the case cannot be tried on affidavits, and if the defendant´s affidavit discloses a defence it is generally useless for the plaintiff to file an affidavit in reply, unless he is in a position to exhibit some document clearly demonstrating the untruth of the defendant´s affidavit." Για να επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης πρέπει να καταδειχθεί καλός λόγος προς τούτο, η ανάγκη δηλαδή όπως ένας διάδικος απαντήσει σε ισχυρισμούς του άλλου, λαμβανομένων βέβαια υπόψη και των συνεπειών που τυχόν θα υπάρξουν από την μη απάντηση. Είναι γι' αυτό σχετική και η σημασία που μπορεί να έχει η απάντηση των εναγόντων στα όσα προβάλλουν οι εναγόμενοι. Όπως προαναφέρεται, στην αίτηση για συνοπτική απόφαση εκείνο που εξετάζεται είναι εάν οι εναγόμενοι έχουν πετύχει να καταδείξουν την ύπαρξη καλής υπεράσπισης. Στην εξεταζόμενη περίπτωση οι εναγόμενοι έχουν ήδη προβάλει με την ειδοποίηση ένστασης τους στην αίτηση για συνοπτική απόφαση διάφορους ισχυρισμούς οι οποίοι θα κριθούν ανάλογα από το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της αίτησης για συνοπτική απόφαση. Λαμβάνοντας υπόψη τα δικαιώματα των μερών, σε συνάρτηση βέβαια με τα πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση, θεωρώ ότι το αίτημα δεν πρέπει να εγκριθεί. Και αυτό για τους ακόλουθους λόγους. Οι ενάγοντες επιζητούν την έκδοση της αιτούμενης άδειας προβάλλοντας το αίτημα τους με γενικότητα και αοριστία. Η αμφισβήτηση των ισχυρισμών κάποιου διαδίκου και η επιθυμία για αντιπαραβολή άλλων, δεν καθιστά δίχως άλλο επιτρεπτή την έκδοση άδειας για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αλλά αυτός ο καλός λόγος, όπως επίσης και οι ισχυρισμοί οι οποίοι ζητείται να απαντηθούν πρέπει να συγκεκριμενοποιούνται και να υποδεικνύονται με σαφήνεια έτσι ώστε να δίδεται στο Δικαστήριο πλήρης και σαφής εικόνα των δεδομένων της υπόθεσης για να είναι δυνατή και η ορθή συνεκτίμηση τους και συνεπακόλουθα και η άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Πέραν τούτου και όπως προκύπτει από την Έκθεση Απαίτησης οι ενάγοντες απαιτούν το αξιούμενο ποσό δυνάμει τριών συγκεκριμένων επιταγών. Στην αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης επαναλαμβάνουν τους ισχυρισμούς τους αυτούς και επισυνάπτουν τα πρωτότυπα των δύο από τις τρεις αυτές αυτές επιταγές (Τεκμήρια Α και Β) αφού όπως αναφέρουν η άλλη έχει εξοφληθεί μετά την καταχώρηση της αγωγής. Όπως προκύπτει από την όψη τους αυτές εκδόθηκαν από τους εναγομένους προς όφελος της δεύτερης εταιρείας. Ήταν συνεπώς γνώστες οι ενάγοντες για το γεγονός αυτό οπωσδήποτε πριν την καταχώρηση της αίτησης για συνοπτική απόφαση αφού οι εν λόγω επιταγές επισυνάπτονται ως τεκμήρια σε αυτήν. Από τη στιγμή που οι ενάγοντες είχαν από τότε υπόψη τους το γεγονός αυτό, κρίνεται ότι ήταν σε θέση να προβάλουν εάν το επιθυμούσαν τους δικούς τους ισχυρισμούς σε σχέση με το θέμα. Σε σχέση τώρα με τους λοιπούς ισχυρισμούς τους, τους οποίους προσπαθούν να συμπεριλάβουν σε απάντηση των όσων οι εναγόμενοι προβάλλουν, αυτοί θα έχουν σημασία όχι στο στάδιο εκδίκασης της αίτησης για συνοπτική απόφαση, αλλά σε μεταγενέστερο στάδιο και εφόσον η αίτηση για συνοπτική δεν εγκριθεί από το Δικαστήριο, κατά το στάδιο δηλαδή εκδίκασης της ουσίας της διαφοράς. Εάν στο στάδιο αυτό επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης η διαδικασία για έκδοση συνοπτικής απόφασης θα μετατραπεί σε δίκη επί της ουσίας. Για τους πιο πάνω λόγους κρίνεται ότι οι ενάγοντες απέτυχαν να καταδείξουν καλό λόγο για έγκριση του αιτήματος. Ενόψει της κατάληξης μου αυτής θεωρώ αχρείαστο να εξετάσω ένα, ένα ξεχωριστά τους προβληθέντες λόγους ένστασης, αφού εκείνο που έχει σημασία σε αιτήσεις της φύσης αυτής είναι να καταδειχθεί η ύπαρξη τέτοιου καλού λόγου. Συνακόλουθα το αίτημα απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος των εναγόντων/αιτητών και υπέρ των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και τα οποία να είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της αίτησης για συνοπτική απόφαση ημερομηνίας 12/12/2013. (Υπ.) ......... ..... Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής civil/ interim subject.simliromatiki enorgos dilosi cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο