← Κύπρος

Σταυρούλλα Φωτόπουλου κ.α. ν. Κυπριακή Δημοκρατία μέσω του Γενικού Εισαγγελέα, Αρ. Αγωγής: 4164/12, 6/10/2014

Σταυρούλλα Φωτόπουλου κ.α. ν. Κυπριακή Δημοκρατία μέσω του Γενικού Εισαγγελέα, Αρ. Αγωγής: 4164/12, 6/10/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A350 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Ι. Κίτσιου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4164/12 Μεταξύ:

  1. Σταυρούλλα Φωτόπουλου, από το Σπιτάλι Λεμεσού
  2. Κώστας Φωτόπουλος, από το Σπιτάλι Λεμεσού υπό την ιδιότητα τους ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντα Αναστάσιου Φωτόπουλου, τέως από το Σπιτάλι Λεμεσού Εναγόντων - και - Κυπριακή Δημοκρατία μέσω του Γενικού Εισαγγελέα Εναγόμενο Αίτηση ημερομηνίας 21.05.2014 για λεπτομέρειες Ημερομηνία: 06.10.2014 Για τον Εναγόμενο - Αιτητή: κα Μ. Αναστασίου για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Για τους Ενάγοντες - Καθ΄ ων η Αίτηση: κα Κυριακίδου για Κυριακίδου, Λαμάρη ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ημερομηνίας 14.09.2012 οι Ενάγοντες αξιώνουν, γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για απώλειες και/ή ζημιές που υπέστηκαν συνεπεία παράβασης του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πλέον τόκους και έξοδα. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, καταχωρηθείσα 07.02.2013, οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι εξαιτίας απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην Πολιτική Έφεση υπ΄ αριθμό 277/2008 ημερομηνίας 13.07.2011, παραβιάζεται το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και/ή συγκεκριμένες οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αναφορικά με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων, οχημάτων και τον έλεγχο της υποχρέωσης προς ασφάλισης της ευθύνης αυτής. Εξαιτίας της ερμηνείας που δόθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην προαναφερόμενη έφεση, οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι δεν μπορούν να αποζημιωθούν για τροχαίο ατύχημα από το οποίο προκλήθηκαν σε αυτούς ζημιές, υπό την ιδιότητά τους ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντα Αναστάσιου Φωτόπουλου, ο οποίος τραυματίστηκε θανάσιμα στις 31.07.2005 ενώ ήταν ιδιοκτήτης και/ή δικαιούμενος σε εγγραφή του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής ΧΜ530 στο οποίο επέβαινε ως συνοδηγός και/ή επιβάτης. Κατά τον ουσιώδη χρόνο το προαναφέρομενο αυτοκίνητο ήταν ασφαλισμένο στη Μινέρβα Ασφαλιστική Εταιρεία (Δημόσια) Λτδ έναντι τρίτου. Οι διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντα κατόπιν αγωγής πέτυχαν απόφαση για αποζημίωση ύψους €104.301,57 εναντίον του οδηγού του αυτοκινήτου ΧΜ
  3. Η ασφαλιστική εταιρεία καταχώρησε επίσης αγωγή εναντίον των διαχειριστών της περιουσίας του αποβιώσαντα πετυχαίνοντας Αναγνωριστική Απόφαση με την οποία δικαιούταν να μην παράσχει ασφαλιστική κάλυψη και/ή να μην ικανοποιήσει τη δικαστική απόφαση που εκδόθηκε εναντίον του οδηγού του οχήματος ΧΜ
  4. Η απόφαση αυτή εφεσιβλήθηκε και επιβεβαιώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, και ως εκ τούτου οι διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντα δεν μπορούν να πληρωθούν για την αποζημίωση και την απόφαση που εξασφάλισαν εναντίον του οδηγού του οχήματος ΧΜ530.. Στις 20.09.2013 οι Ενάγοντες στην παρούσα αγωγή καταχώρισαν αίτηση για απόφαση λόγω μη καταχώρισης, από τον Εναγόμενο, Υπεράσπισης. Από πλευράς του Εναγόμενου, στις εμφανίσεις που ακολούθησαν επί της εν λόγω αίτησης, ζητούνταν παράταση της προθεσμίας για καταχώριση Υπεράσπισης. Η εν λόγω αίτηση αποσύρθηκε στις 29.05.2014, με δικαίωμα καταχώρησης νέας. Στις 14.03.2014 είχε, εκ μέρους του Εναγόμενου, σταλεί, διά του δικηγόρου του, επιστολή προς τους δικηγόρους των Εναγόντων με την οποία ζητούνταν περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες αναφορικά με την Έκθεση Απαίτησης ως ακολούθως: (α) Να εξηγήσετε τον τρόπο με τον οποίο και τους λόγους για τους οποίους ισχυρίζεστε στην παράγραφο 9 ότι η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Πολιτική Έφεση 277/2008 παραβιάζει το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. (β) Να καθορίσετε ποιες διατάξεις των αναφερομένων στην παράγραφο 9 οδηγιών ισχυρίζεστε ότι παραβιάζει η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Πολιτική Έφεση 277/
  5. (γ) Να καθορίσετε σε ποιες ερμηνείες και/ή νομολογία και/ή αρχές του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναφέρεστε στην παράγραφο 9 και οι οποίες κατ΄ ισχυρισμό σας παραβιάζονται από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Πολιτική Έφεση 277/
  6. (δ) Να εξηγήσετε συγκεκριμένα σε τι συνίσταται η κατ΄ ισχυρισμό σας στην παράγραφο 13 κατάφωρη παραβίαση. Στις 21.05.2014 ο Εναγόμενος (στο εξής ο Αιτητής) καταχώρισε Αίτηση (στο εξής η επίδικη Αίτηση), με την οποία ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου: (α) Για περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες ως η επιστολή ημερομηνίας 14.03.2014 εντός 30 ημερών από την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. (β) Για αναστολή της διαδικασίας στην παρούσα Αγωγή μέχρι να δοθούν οι αιτούμενες λεπτομέρειες. (γ) Παράταση του χρόνου καταχώρισης Υπεράσπισης για περίοδο 45 ημερών από την ημερομηνία παράδοσης σε αυτόν των αιτούμενων λεπτομερειών. Η επίδικη Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Μαίρης Δαμιανού, βοηθού γραμματειακού λειτουργού στο επαρχιακό γραφείο της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας στη Λεμεσό. Αναφέρεται στο ιστορικό της επιστολής ημερομηνίας 14.03.2014 με την οποία ζητήθηκαν, αλλά δε δόθηκαν, οι αιτούμενες λεπτομέρειες. Εξηγούνται επίσης οι λόγοι που πρέπει οι λεπτομέρειες να δοθούν. Επίσης αναφέρεται πως είναι δίκαιο να ανασταλεί η διαδικασία μέχρι την παροχή των αιτούμενων λεπτομερειών. Στην επίδικη Αίτηση οι Ενάγοντες (στο εξής Καθ΄ ων η Αίτηση) καταχώρισαν Ειδοποίηση περί Πρόθεσης Ένστασης, προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους:
  7. Οι λεπτομέρειες που ζητούνται με την υπό κρίση Αίτηση, δεν είναι λεπτομέρειες για να διασαφηνιστεί οποιοδήποτε πραγματικό ζήτημα αλλά είναι λεπτομέρειες μαρτυρίας.
  8. Η παρούσα Αίτηση είναι καταχρηστική και/ή ενοχλητική γιατί αποσκοπεί στην καθυστέρηση της διαδικασίας δημιουργώντας αχρείαστα και περιττά έξοδα.
  9. Οι Αιτητές δεν έχουν προβάλει και δεν αναφέρουν πουθενά αυτούς τους ιδιαίτερους λόγους που υπάρχουν και δικαιολογούν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων πριν την καταχώριση υπεράσπισης.
  10. Η Αίτηση των Αιτητών είναι κακόπιστη.
  11. Δεν συντρέχουν οι υπό, το Νόμο, τη Νομολογία και τους Κανονισμούς προϋποθέσεις έκδοσης σε αυτό το στάδιο των αιτούμενων διαταγμάτων.
  12. Η παρούσα Αίτηση είναι ανυπόστατη και δεν υποστηρίζεται ορθά από τη νομική της βάση και οι ισχυρισμοί που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει είναι αναληθείς και κακόπιστοι.
  13. Με την υπό κρίση Αίτηση, οι Εναγόμενοι/Αιτητές επιζητούν την άντληση μαρτυρίας η οποία αφορά καθαρά νομικούς ισχυρισμούς και/ή δίκαιο και ως τέτοιο δεν μπορεί να δικογραφηθεί.
  14. Οι λεπτομέρειες που επιδιώκουν οι Αιτητές σκοπούν στην αποκάλυψη της μαρτυρίας που τις υποστηρίζει η οποία δεν είναι αποδεκτή. Οι λόγοι ένστασης υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση η οποία όμως αναφέρεται σε νομικά επιχειρήματα, δικανικούς συλλογισμούς κατά παράβαση της Δ.39 Κ.1 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας και όχι σε γεγονότα ή μαρτυρία, ως εκ τούτου το Δικαστήριο θα αποφύγει να κάνει αναφορά σε αυτή, στο παρόν στάδιο. Η ακροαματική διαδικασία της επίδικης Αίτησης διεξάχθηκε στη βάση των αγορεύσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων. Μέσα από αυτές ενισχύθηκε και επιβεβαιώθηκε η ισχυρή διαφωνία και αντίληψη των δύο πλευρών επί της επίδικης Αίτησης. Το Δικαστήριο, διατηρεί κατά νου τις θέσεις των διαδίκων και θα τις αξιολογήσει στη συνέχεια επιχειρώντας να τις εντάξει στις νομικές αρχές που διέπουν το ζήτημα που τέθηκε ενώπιον του. Δεν κρίνει συνεπώς ορθό να τις επαναλάβει σε αυτό το στάδιο. Νομική πτυχή:- Οι Δ.19, Δ.20, Δ.21, Δ.48, Θ.1-4, 9

(1)και 12 αποτελούν τη νομική αρχή της επίδικης αίτησης. Όσον αφορά στο θέμα των λεπτομερειών η Δ.19 Κ.6 προβλέπει τα ακόλουθα: «A further and better statement of the nature of the claim or defence, or further and better particulars of any matter stated in any pleading, notice, or written proceeding requiring particulars, may in all cases be ordered, upon such terms, as to costs and otherwise, as may be just». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Περαιτέρω και καλύτερη αναφορά της φύσης της απαίτησης ή υπεράσπισης ή περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες οποιουδήποτε ζητήματος τιθέμενο σε οποιοδήποτε δικόγραφο, ειδοποίηση ή γραπτή διαδικασία η οποία απαιτεί λεπτομέρειες, μπορεί σε όλες τις υποθέσεις να διαταχθεί, υπό τέτοιους όρους, ως προς τα έξοδα και αλλιώτικα ως κριθεί δίκαιο.» Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Χριστόδουλου Κ. Θεμιστοκλέους ν. Χρ. Γεωργιάδης Λτδ
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. σελ. 157 η Δ.19 Κ.6 θα πρέπει να ερμηνεύεται και να εφαρμόζεται υπό το πρίσμα της Δ.19 Κ.4 στην οποία προβλέπονται τα εξής: «Every pleading shall contain, and contain only, a statement in a summary form of the material facts on which the party pleading relies for his claim or defence, as the case may be but not the evidence by which they are to be proved and shall, when necessary, be divided into paragraphs, numbered consecutively. Dates, sums, and numbers shall be expressed in figures and not in words. The pleadings shall be signed by the advocate, or by the party, if he sues or defends in person». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Κάθε δικόγραφο θα περιλαμβάνει, και μόνο θα περιλαμβάνει, αναφορά σε συνοπτική μορφή των ουσιωδών γεγονότων επί των οποίων ο παρακλητικός διάδικος στηρίζει την απαίτηση του ή την υπεράσπιση του, όπως είναι η περίπτωση, αλλά όχι τη μαρτυρία με την οποία θα τις αποδείξουν, και θα, όταν είναι απαραίτητο να είναι διαχωρισμένο σε διαδοχικά αριθμημένες παραγράφους. Ημερομηνίες, ποσά, και αριθμοί πρέπει να διατυπώνονται με αριθμούς και όχι με λέξεις. Τα δικόγραφα θα πρέπει να υπογράφονται από το δικηγόρο, ή από το διάδικο, αν αυτός εγείρει αγωγή ή υπερασπίζεται προσωπικά.» Στην ίδια πιο πάνω απόφαση (Χρ. Θεμιστοκλέους) γίνεται εκτενής ανάλυση των αρχών και καθοδηγητικών γραμμών που θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, σε αίτημα για περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες, γι΄ αυτό και κρίνεται ορθό όπως παρατεθούν αυτούσια αποσπάσματα από την πιο πάνω απόφαση: «Από το συνδυασμένο αποτέλεσμα των πιο πάνω ακολουθεί και η αρχή, που εκφράζεται ως βασική αρχή στη νομολογία, ότι περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες μπορούν να δοθούν μόνο αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται το δικόγραφο και όχι αναφορικά με τη μαρτυρία που θα προσκομισθεί προς απόδειξη τους. Δίδονται δε ώστε ο αντίδικος να γνωρίζει ποια υπόθεση μπορεί να αναμένει να παρουσιασθεί στη δίκη και να μην καταληφθεί εξ απίνης. Οι λεπτομέρειες έχουν σκοπό να διευκρινίσουν και εξειδικεύσουν τα ισχυριζόμενα ουσιαστικά γεγονότα, αλλά κατ΄ ουδένα λόγο να εκμαιεύσουν ή να αποκαλύψουν την ίδια τη μαρτυρία με την οποία αυτά τα αποδειχθούν. Αίτημα για λεπτομέρειες ως προς το όνομα προσώπου σχετιζόμενου προς τα γεγονότα που εκτίθενται στο δικόγραφο είναι φυσικό να δημιουργεί δυσκολίες. Από μια άποψη, όπως ήταν και η άποψη του πρωτόδικου δικαστηρίου, η μη παροχή διευκρινίσεων ως προς το ποιο πρόσωπο ενήργησε εκ μέρους της εταιρείας όπως ισχυρίζεται ο εφεσείων θα άφηνε την εφεσίβλητη στο σκοτάδι για το τι μπορούσε να αναμένει στη δίκη, και μάλιστα αφού η ίδια, ως ενάγουσα, δεν θα ήταν σε θέση να γνωρίζει ποιο μάρτυρα θα αναμένετο έτσι να παρουσιάσει για να αντικρούσει την υπεράσπιση. Από μια άλλη άποψη, η διευκρίνιση του ονόματος θα αναφέρετο στη μαρτυρία η οποία θα στοιχειοθετούσε τον ισχυρισμό του εφεσείοντα. Όσον αφορά τη νομολογία, η απόφαση The National Supply Corp. of the Libyan Arab Republic v. Achaia Shipping Ltd
(1975)1 C.L.R. 427, στην οποία μας παρέπεμψε ο κ. Σπυριδάκης, δεν είναι ευθέως σχετική. Το πράγμα έχει όμως εξετασθεί στην Αγγλική νομολογία. το πιο πάνω είναι ακριβώς το δίλημμα που είχε να αντιμετωπίσει ο Kay, J., στην υπόθεση The Briton Medical and General Life Association Ltd v. The Britannia Life Association and Whinney, 59 LT 888, σε αίτηση της ενάγουσας εταιρείας για λεπτομέρειες, μεταξύ άλλων, ως προς το ποιοι εκ των διευθυντών της ενάγουσας είχαν ενεργήσει με τον τρόπο που ισχυρίζετο η εναγόμενη εταιρεία στο δικόγραφο της και με αλλότρια κίνητρα ώστε να επιφέρουν τη διάλυση της προς δικό τους όφελος. Ο Kay, J., παραθέτοντας τη γενική αρχή, εξέφρασε τη δυσκολία που παρουσίαζε η αίτηση στα πλαίσια της τοσούτο μάλλον ως εκ της έλλειψης σχετικής νομολογίας. Παρατηρώντας ότι το δικόγραφο ήταν εσκεμμένα αόριστο, ενέκρινε την αίτηση και διέταξε την παροχή λεπτομερειών ώστε να διευκρινίζετο κατά πόσον οι διευθυντές είχαν ενεργήσει προφορικά ή γραπτά και, αν προφορικά, ποιοι είχαν έτσι ενεργήσει, και αν γραπτά, πότε. Σύντομα μετά, το θέμα ηγέρθη και ενώπιον του Court of Appeal στην υπόθεση Temperton v. Russell and Others 9 TLR 319. Ο ενάγων στην αγωγή του εναντίον των εναγομένων αξιωματούχων συντεχνίας ισχυρίζετο ότι αυτοί είχαν επηρεάσει εργολάβους, με τους οποίους είχε συνάψει συμφωνίες, να τις παραβούν και τους υπαλλήλους τους να εγκαταλείψουν την εργοδότηση τους. Οι εναγόμενοι ζήτησαν και τους ενεκρίθησαν λεπτομέρειες ως προς τον τρόπο με τον οποίο, όπως ισχυρίζετο ο ενάγων, είχαν έτσι επηρεάσει. Ο ενάγων έδωσε λεπτομέρειες ως προς τα ονόματα των εργολάβων στους οποίους αναφέρετο και ως προς τον τρόπο με τον οποίο οι εναγόμενοι είχαν ενεργήσει, λέγοντας ότι είχαν επηρεάσει με απειλές τους υπαλλήλους μέλη της συντεχνίας να εγκαταλείψουν την εργοδότηση τους με αποτέλεσμα οι εργολάβοι να μην μπορούν να εκτελέσουν τις συμφωνίες τους με τον ενάγοντα. Οι εναγόμενοι όμως δεν ικανοποιήθησαν και ζήτησαν περαιτέρω λεπτομέρειες ως προς το ποιος από τους εναγόμενους ενήργησε και πως σε αναφορά με τους υπαλλήλους και ως προς τα ονόματα των εν λόγω υπαλλήλων. Ο ενάγων ενέστη ισχυριζόμενος και ότι ο ίδιος δεν γνώριζε τα στοιχεία αυτά και ότι εν πάση περιπτώσει η αποκάλυψη των ονομάτων των υπαλλήλων θα συνιστούσε αποκάλυψη της μαρτυρίας και των μαρτύρων του. Η εξέλιξη της υπόθεσης δείχνει τη διχογνωμία που μπορεί να υπάρξει σε τέτοια περίπτωση. Ο Master απέρριψε τη θέση του ενάγοντα και ενέκρινε την παροχή περαιτέρω λεπτομερειών όπως εζητούντο, ανετράπη όμως από τον Judge in Chambers, η απόφαση του οποίου ανετράπη από το Divisional Court. Στο Court of Appeal η έφεση του ενάγοντα επέτυχε και επικυρώθηκε η απόφαση του Judge in Chambers με την οποία παραμερίσθηκε το διάταγμα του Master για περαιτέρω λεπτομέρειες. Ο Lord Esher, M.R., παρατήρησε ότι οι αρχικά δοθείσες λεπτομέρειες ήσαν επαρκείς. Ο ενάγων ισχυρίζετο ότι ο κάθε ένας από τους εναγόμενους είχε ενεργήσει με τον τρόπο με τον οποίο εξήγησε και ήταν πλέον θέμα μαρτυρίας αν θα επετύγχανε εναντίον ενός εκάστου εναγόμενου, ώστε να μην ετίθετο θέμα περαιτέρω προσδιορισμού του πως ο κάθε εναγόμενος ενήργησε. Όσον αφορά τα ονόματα των υπαλλήλων, ο Lord Esher θεώρησε ότι η αποκάλυψη τους θα ήταν εντελώς έξω από τα πλαίσια των λεπτομερειών». Συνεχίζει όμως η πιο πάνω απόφαση ως εξής: «Σε υποθέσεις δυσφήμισης το δικαστήριο είναι διατεθειμένο να διατάξει λεπτομέρειες των ονομάτων προσώπων τα οποία εμπλέκονται από τον εναγόμενο σε αναφορά με την υπεράσπιση της αλήθειας της αναφοράς (ίδε Zierenberg v. Laboudhere
(1893)2 Q.B. 183, Wootton v. Sievier
(1913)3 K.B. 499). Αυτό φαίνεται να συνδέεται όχι μόνο προς την ιδιαίτερη υφή, δικογραφική και άλλη, της δυσφήμισης αλλά και προς την αρχή ότι αν οι λεπτομέρειες είναι αναγκαίες για σκοπούς διευκρίνισης της θέσης του αντιδίκου, δεν μπορεί να υπάρξει άρνηση στην παραχώρηση τους μόνο και μόνο διότι θα έχουν ως επακόλουθο την αποκάλυψη των ονομάτων ενδεχομένων μαρτύρων. Αυτός είναι και ευρύτερος κανόνας, όπως διατυπώνεται στην υπόθεση Bishop v. Bishop
(1901)P.235, όπου απεφασίσθη ότι ο ισχυρισμός της συζύγου σε αγωγή διαζυγίου για σκληρότητα εκ μέρους του συζύγου της υπό τη μορφή προσβλητικής συμπεριφοράς στην παρουσία προσκεκλημένων και υπηρετών τους δικαιολογούσε την παροχή λεπτομερειών ως προς το ποιοι ήσαν οι εν λόγω προσκεκλημένοι και υπηρέτες». Επίσης η Δ.57 Κ.2 των ίδιων πιο πάνω Κανονισμών προνοεί για παράταση προβλεπόμενων από αυτούς προθεσμιών, ανεξάρτητα από την εκπνοή τους. Αξιολόγηση εκατέρωθεν εκδοχών και Συμπέρασμα Δικαστηρίου: Το Δικαστήριο έχει διέλθει με κάθε προσοχή τις θέσεις που έχει προωθήσει η κάθε πλευρά. Με αναφορά στη φύση της διαφοράς, το περιεχόμενο και τη διατύπωση της έκθεσης απαίτησης και με γνώμονα τις προαναφερόμενες νομολογιακές αρχές, το Δικαστήριο κρίνει πως οι αιτούμενες λεπτομέρειες, υπό τα στοιχεία β, γ και δ αντανακλούν σε παραχώρηση ή διατύπωση νομικών διατάξεων όπως είναι οι ευρωπαϊκές οδηγίες (οι οποίες ειρίσθω εν παρόδω δίδονται στην παράγραφο 9 της Έκθεσης Απαίτησης). Δεν είναι επιτρεπτό να ζητείται να εξειδικευθεί το άρθρο της Ευρωπαϊκής Οδηγίας επί της οποίας θα στηριχθεί η πλευρά των Εναγόντων. Περαιτέρω το αίτημα για καθορισμό και νομολογίας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που, κατά τη θέση των Εναγόντων, παραβιάστηκαν από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ομοίως δεν αφορά ισχυριζόμενα γεγονότα αλλά νομικές διατάξεις ή κανόνες δικαίου στοιχεία τα οποία αναμένονται να προωθηθούν κατά τις αγορεύσεις στο τέλος της δίκης. Ομοίως, κρίνεται ότι το αίτημα του Αιτητή για να του εξηγηθεί σε τι συνίσταται η κατάφωρη παραβίαση σχετίζεται με επιχείρημα ή προώθηση θέσης η οποία θα αποκρυσταλλωθεί μετά την προσκόμιση μαρτυρίας, στο τέλος της δίκης. Θα πρέπει εδώ να τονισθεί ότι το Ευρωπαϊκό Δίκαιο είναι μέρος της Κυπριακής έννομης τάξης και δεν είναι ωσάν να πρόκειται για αλλοδαπό δίκαιο το οποίο αποδεικνύεται με μαρτυρία οπότε θα ήταν ίσως αναγκαίο να δοθούν λεπτομέρειες γι' αυτό. Αναφορικά όμως με το (α) αίτημα κρίνεται ότι δικαιολογείται η παραχώρηση κάποιων λεπτομερειών από πλευράς των Καθ΄ ων η Αίτηση προκειμένου να διευκρινισθεί γιατί παραβιάζεται το Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η ευπαίδευτη συνήγορος των Καθ΄ ων η Αίτηση στην αγόρευσή της, επί του εν λόγω ζητήματος, ανέφερε πως η απόφαση του Εφετείου αποφάσισε ένα και μόνο ζήτημα, είναι το θέμα της ερμηνείας «του τρίτου» άρα γνωρίζει η υπεράσπιση που θα βασισθεί. Αν είναι έτσι, το Δικαστήριο δεν βλέπει λόγο γιατί η πλευρά των Καθ΄ ων η Αίτηση να μην το προσδιορίσει με την παραχώρηση καλύτερης λεπτομέρειας και να αποτελεί μέρος του δικογράφου της, ενώ ταυτόχρονα η πλευρά του Αιτητή θα γνωρίζει τι θα αντιμετωπίσει και πώς να εστιάσει την υπεράσπιση της, τόσο στο δικόγραφο που θα ετοιμάσει, όσο και στη δίκη. Υπό τις επισημάνσεις αυτές, κρίνεται πως το αίτημα του αιτητή δεν αποσκοπεί σε ψάρεμα μαρτυρίας. Εκείνο που αναμένει ο Αιτητής από τους Καθ΄ ων η Αίτηση είναι να προσδιορίσουν, με απλά λόγια, απλό ισχυρισμό, και όχι μαρτυρία, σε τι συνίσταται η παραβίαση του Ευρωπαϊκού Δικαίου. Ως εκ τούτου δε θα προκύψει οποιαδήποτε βλάβη ή ζημιά στην πλευρά των Εναγόντων - Καθ΄ ων η Αίτηση. Συνακόλουθα των πιο πάνω εκδίδεται διάταγμα με το οποίο οι Ενάγοντες - Καθ΄ ων η Αίτηση διατάσσονται: (α) Να παράσχουν στον Εναγόμενο - Αιτητή καλύτερες και περαιτέρω λεπτομέρειες, εντός 30 ημερών από σήμερα, σε τι συνίσταται η παραβίαση του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης από την Πολιτική Έφεση 277/08 ημερομηνίας 13.07.2011. (β) Η αναστολή της εκτέλεσης της διαδικασίας στην παρούσα αγωγή μέχρι να δοθούν οι πιο πάνω λεπτομέρειες. Περαιτέρω εκδίδεται διάταγμα με το οποίο η προθεσμία καταχώρισης υπεράσπισης εκ μέρους του Εναγόμενου - Αιτητή παρατείνεται για περίοδο 45 ημερών από την ημερομηνία παράδοσης σε αυτόν των λεπτομερειών. Αναφορικά με τα έξοδα της επίδικης αίτησης, ακολουθώντας τον κανόνα ότι ο επιτυχών διάδικος δικαιούται τα έξοδα, αυτά επιδικάζονται προς όφελος του Αιτητή και εναντίον των Καθ΄ ων η Αίτηση, να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο για να πληρωθούν στο τέλος της δίκης επί της αγωγής. (Υπ.) ................ Δ. Ι. Κίτσιος, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΔ Subject: Civil/Other Action/Interim Αναφορά: Πολιτική Δικονομία - Δ.19 Κ.6 - Παροχή λεπτομερειών cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.