← Κύπρος

Εις πτώχευση Aiman Mohamed Soboh, Αρ. Ειδ. Πτώχευσης 48/14, 13/11/2014

Εις πτώχευση Aiman Mohamed Soboh, Αρ. Ειδ. Πτώχευσης 48/14, 13/11/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A395 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ. Αρ. Ειδ. Πτώχευσης 48/14 ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Εις πτώχευση Aiman Mohamed Soboh, Χαράλαμπου Ευαγόρα 51, Άγιος Αθανάσιος, Λεμεσός (Αρ. Ταυτότητας 1063177) -------------------------------- Αναφορικά με την Αίτηση για έκδοση Ειδοποίησης Πτώχευσης ημερομηνίας 4.7.2014 από Banque S.A. από την Γαλλία -------------------------------- 13 Νοεμβρίου 2014 Για Αιτητή-Ενόρκως Δηλούντα: κ. Παρταουρίδης για κ.κ. Φοίβο, Χρίστο Κληρίδη & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ' ων η αίτηση-Πιστωτές: κα Χριστοδουλίδου για κ. Α. Γιωρκάτζη Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Στη πιο πάνω ειδοποίηση πτώχευσης η Banque S.A. από τη Γαλλία, στις 4.7.2014 εξέδωσε ειδοποίηση πτώχευσης προς τον Aiman Mohamed Soboh. Η εν λόγω ειδοποίηση επιδόθηκε σ' αυτόν στις 7.7.2014 και ο κ. Soboh στις 10.7.2014 κατεχώρισε ένορκη δήλωση υπό το έντυπο Νο.5 με βάση το οποίο η εν λόγω δήλωση, δυνάμει του κ.40

(2)και 41 του περί Πτωχεύσεων Κανονισμών επενεργεί σαν αίτηση για παραμερισμό ειδοποίησης πτώχευσης. Εκ της δήλωσης αυτής προκύπτουν διάφορες θέσεις του ενόρκως δηλούντα, οι οποίες μπορούν να ταξινομηθούν ως εξής: • Το εξ αποφάσεως χρέος, για το οποίο εξεδόθη ειδοποίηση πτώχευσης, εκτός από τον ενόρκως δηλούντα, αφορά και άλλες δυο εταιρείες και το χρέος αυτό είναι εξασφαλισμένο με υποθήκες, οι οποίες αναφέρονται, με επιπλέον δικαίωμα των Αιτητών να καταχωρίσουν memo. • O ενόρκως δηλών έχει ανταπαίτηση εναντίον των Πιστωτών ως καταγράφεται στη παράγραφο 7 της δήλωσης του, την οποία παράγραφο θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω αυτούσια στην συνέχεια (ως η μετάφραση). «Περαιτέρω έχω ανταπαίτηση και/ή δικαίωμα αντιλογισμού και/ή ανταγωγής και ή προτίθεμαι να εγείρω αγωγή εναντίον του εξ αποφάσεως πιστωτή/Αιτήτριας καθ' ότι σύμφωνα με τη συμβουλή των δικηγόρων μου Δρ Χρίστου Κληρίδη η εκδοθείσα απόφαση είναι ακυρωτέα γιατί εξασφαλίστηκε κάτω από το καθεστώς ανεπίτρεπτης ψυχικής πίεσης και ή ψευδών παραστάσεων δεδομένου ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο δικηγόροι της Αιτήτριας Ανδρέας Γιωρκάτζης ΔΕΠΕ ήταν ταυτόχρονα και δικηγόροι μου και μου το κατέστησαν σαφές ότι αν δεν δεχόμουν απόφαση ως μέρος του Τεκμηρίου 1 θα αποσύροντο από δικηγόροι μου και θα με άφηναν πλήρως εκτεθειμένο και ενώ είχα υπεράσπιση αλλά και ανταπαίτηση κατά της Ενάγουσας Τράπεζας στην αγωγή 1929/2011 μεγαλύτερης της απαίτησης της Τράπεζας με συνεβούλευσαν να μην την εγείρω και να δεχθώ απόφαση για το καλό συμφέρον μου και για τον σκοπό αυτό μου υπέδειξαν τυπικά να διορίσω κάποιον άλλο δικηγόρο της επιλογής μου, κάτι το οποίο πιέστηκα να δεχθώ και διόρισαν σαν δικηγόρο ως το Τεκμήριο 2 στη παρούσα μου το Γραφείο των Ερμής Στυλιανίδης και Σία από τη Λεμεσό οι οποίοι εμφανίστηκαν και αφού συνεννοήθηκαν και με το γραφείο του κ. Γιωρκάτζη προχώρησαν στην έκδοση απόφασης». Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι η θέση του ενόρκως δηλούντα επ' αυτού του σημείου είναι κυρίως ότι η εκδοθείσα απόφαση είναι ακυρωτέα λόγω ψυχικής πίεσης ενώ ο ίδιος είχε υπεράσπιση και ανταπαίτηση κατά της Ενάγουσας στην αγωγή 1929/11, δηλαδή την απόφαση εκ της οποίας προκύπτει το εξ αποφάσεως χρέος του. • Η εν λόγω διαδικασία εναντίον του χαρακτηρίζεται απ' αυτόν ως κακόβουλη και αχρείαστη, εφόσον οι Αιτητές είναι απόλυτα εξασφαλισμένοι με τις υποθήκες. Μάλιστα, τίθεται η θέση ότι, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, η απαίτηση του ενόρκως δηλούντα είναι για ακύρωση ολοκληρωτικά της απόφασης και/ή διαζευκτικά για το ποσό των περίπου 3 ½ εκατομμυρίων Δολαρίων Αμερικής, την οποία απαίτηση, ως επικαλείται πάντα ο ίδιος, δεν μπόρεσε να εγείρει και δεν ήγειρε στην εν λόγω αγωγή ενόψει των πιο πάνω πιεστικών συνθηκών. • Η απόφαση εξεδόθηκε εις βάρος του ως εγγυητού και ως εκ τούτου επικαλείται τη προστασία του νόμου και δη του νόμου Ν.197
(1)/
  1. (Βλ. ειδικά το άρθρο 3). • Η αίτηση δεν μπορεί να προχωρήσει, ενόψει προηγούμενου διατάγματος παραλαβής ημερομηνίας 26.2.
  2. (Βλ. Τεκμήριο 4 επί της ένορκης δήλωσης). Η πλευρά των Πιστωτών υπόβαλε ένσταση στις πιο πάνω θέσεις με τους βασικότερους λόγους επ' αυτής να είναι οι ακόλουθοι;
  3. Η παρούσα αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου και μόνο στόχο έχει την καθυστέρηση της διαδικασίας.
  4. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος και/ή νομολογία και/ή οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
  5. Η ένορκη δήλωση του Aiman Mohamed Soboh που καταχωρήθηκε για παραμερισμό της Ειδοποίησης Πτώχευσης είναι ανεπαρκής και/ή δεν παραθέτει σοβαρή και εύλογη αιτιολογία και/ή τα γεγονότα που αναφέρονται σε αυτήν δεν αποτελούν ικανοποιητικό πραγματικό υπόβαθρο για την έκδοση διατάγματος παραμερισμού και/ή ακύρωσης της Ειδοποίησης Πτώχευσης.
  6. Η αίτηση είναι αντίθετη με τον Περί Πτωχεύσεως Νόμο, Κεφάλαιο 5 και τους Πτωχευτικούς Κανονισμούς.
  7. Με την ένορκη δήλωση του Aiman Mohamed Soboh που καταχωρήθηκε για παραμερισμό της Ειδοποίησης Πτώχευσης δεν αποκαλύπτονται ουσιαστικοί ή βάσιμοι λόγοι για τον παραμερισμό και/ή την ακύρωση της Ειδοποίησης Πτώχευσης.
  8. Η Ένορκος Δήλωση του Aiman Mohamed Soboh που καταχωρήθηκε για παραμερισμό της Ειδοποίησης Πτώχευσης περιέχει ισχυρισμούς οι οποίοι δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο δεδομένου ότι συνιστούν λόγους ακύρωσης άλλους από αυτούς που περιέχει ο Κ.40
(2)των Πτωχευτικών Κανονισμών. 7. Η Ένορκος Δήλωση του Aiman Mohamed Soboh που καταχωρήθηκε για παραμερισμό της Ειδοποίησης Πτώχευσης δεν συνάδει με το άρθρο 3
(1)(ζ) του Περί Πτωχεύσεως Νόμου ως τροποποιήθηκε αφού περιέχει ισχυρισμούς γενικούς, αόριστους, ανυπόστατους και αβάσιμους και εν πάση περιπτώσει δεν προβάλλει οποιοδήποτε ουσιαστικό και/ή σοβαρό λόγο ο οποίος να δικαιολογεί την ακύρωση και/ή τον παραμερισμό της Ειδοποίησης Πτώχευσης υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο. Η εν λόγω ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. Περικλέους, Εσωτερικού Νομικού Συμβούλου των Πιστωτών, στην οποία εξηγούνται οι πιο πάνω λόγοι. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι στις ενώπιον του Δικαστηρίου αγορεύσεις ανέλυσαν ιδιαίτερα τη νομική πτυχή της υπόθεσης σε συνάρτηση με τη παρούσα διαδικασία προς σκοπό παραμερισμού της ειδοποίησης πτώχευσης. Η σχετική κύρια νομική βάση, που προφανώς στηρίζει τόσο τη ένορκη δήλωση ως διαδικασία παραμερισμού της ειδοποίησης πτώχευσης όσο και την ένσταση, είναι βέβαια το ΚΕΦ.5 περί Πτωχεύσεως Νόμο, άρθρα 2, 3
(1)(ζ), 3
(2), 3
(3), 4, 5, 6
(4), 87, 88, 90 και 93 και στους περί Πτωχεύσεως Κανονισμούς, ειδικότερα τους Κανονισμούς 40 και 41. Το άρθρο 3
(1)(ζ) του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5, καθορίζει ως πράξη πτώχευσης, την εντός 7 ημερών μη συμμόρφωση σε Ειδοποίηση Πτώχευσης. Το άρθρο 3
(1)(ζ) προνοεί τα ακόλουθα: «(ζ) αν πιστωτής εξασφαλίζει εναντίον του τελεσίδικη απόφαση ή τελικό διάταγμα για οποιοδήποτε ποσό, και, ενώ δεν αναστάλθηκε η εκτέλεση της απόφασης ή του διατάγματος, επέδωσε σε αυτόν στην Κύπρο ή αλλού με άδεια του Δικαστηρίου, ειδοποίηση πτώχευσης βάσει του Νόμου αυτού και μέσα σε επτά ημέρες μετά την επίδοση της ειδοποίησης σε αυτόν, σε περίπτωση που η επίδοση γίνεται στην Κύπρο και σε περίπτωση που η επίδοση γίνεται αλλού μέσα στον καθορισμένο από το διάταγμα που παρέχει την άδεια για επίδοση χρόνο, ο χρεώστης είτε συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης, είτε ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει ανταπαίτηση, δικαίωμα συμψηφισμού ή ανταγωγή η οποία εξισώνεται ή υπερβαίνει το ποσό του εξ αποφάσεως χρέους ή το ποσό που διατάχτηκε να πληρωθεί, και την οποία δεν ήταν δυνατό να προβάλει στην αγωγή ή τη διαδικασία στην οποία εξασφαλίστηκε η απόφαση ή το διάταγμα.» Με βάση τον Κανονισμό 40
(1)κάθε ειδοποίηση πτώχευσης θα πρέπει να οπισθογραφείται με το όνομα του δικηγόρου, που πραγματικά ενάγει ή αν δεν διορίστηκε δικηγόρος, με σημείωση ότι ενάχθηκε από τον πιστωτή προσωπικά. Με το εδάφιο 2 του ιδίου κανονισμού, τονίζεται ότι πρέπει, επίσης, να οπισθογραφείται ένδειξη στον οφειλέτη ότι αν είχε ανταξίωση, συμψηφισμό ή ανταγωγή η οποία ισοδυναμεί ή υπερβαίνει το ποσό του εξ αποφάσεως χρέους ή ποσό που διατάχθηκε να πληρωθεί και το οποίο δεν μπορούσε να προβληθεί στην αγωγή ή στη διαδικασία στην οποία εξασφαλίστηκε η απόφαση ή το διάταγμα, πρέπει αυτός μέσα στο χρόνο που καθορίζεται στην ειδοποίηση και ο οποίος με βάση το εδάφιο 3 των εν λόγω κανονισμών καθορίζεται σε 3 μέρες μετά την επίδοση, να καταχωρίσει στον Πρωτοκολλητή ένορκη δήλωση προς το σκοπό αυτό. Τέτοια ένορκη δήλωση, με βάση τον Κανονισμό 41, λειτουργεί ως αίτηση για ακύρωση της ειδοποίησης πτώχευσης. Ο σχετικός κανονισμός 40
(2)έτυχε νομολογιακής ερμηνείας από τις υποθέσεις Λάρκος ν. Κατσιαρή
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1694, In Re Costas Luca
(1986)2 J.S.C. 365 και Λαϊκή Τράπεζα Λτδ ν. Δημητρίου
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 425). Από τις πιο πάνω αποφάσεις προκύπτει ότι εάν ο οφειλέτης επικαλείται ως λόγο ακύρωσης της ειδοποίησης πτώχευσης, την ανταπαίτηση, τον συμψηφισμό ή την ανταγωγή, ως πιο πάνω, τότε θα πρέπει να καταχωρίσει ένορκη δήλωση. Είναι η θέση των Πιστωτών ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει άλλους λόγους εκτός τους πιο πάνω και τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του κ. Soboh, εκτός από το θέμα της ανταπαίτησης, δεν μπορούν να εξεταστούν με την παρούσα διαδικαστική μορφή. Ειδικά αυτό ισχύει για το θέμα των εξασφαλίσεων και το θέμα της προστασίας εγγυητού ή την ύπαρξη προηγούμενου διατάγματος παραλαβής. Όλα αυτά είναι θέματα που θα έπρεπε να εξεταστούν με τη διαδικαστική μορφή μίας αίτησης και όχι της ένορκης δήλωσης. Ιδιαίτερα σχετική είναι η υπόθεση In re Κώστας Λουκά (ως άνω). Έχω μελετήσει τις αντίστοιχες θέσεις με ιδιαίτερη προσοχή, στη βάση κυρίως των προβληθέντων νόμων και κανονισμών καθώς και της σχετικής νομολογίας, στο πλαίσιο βέβαια πάντα που καθορίζεται από την επιμέρους δικογραφία, δηλαδή, εν προκειμένω, την ένορκη δήλωση του κ. Soboh με τα σχετικά τεκμήρια και την ένσταση των Πιστωτών. Όπως έχω παραθέσει πιο πάνω από τις θέσεις του ενόρκως δηλούντα, προκύπτει αδιαμφισβήτητα ότι η εν λόγω απόφαση, που στηρίζει την ειδοποίηση πτώχευσης, (σχετικό τεκμήριο), η οποία να σ ημειωθεί ότι είναι εκ συμφώνου απόφαση, παραμένει ισχύουσα και ενεργή. Δεν έχω αντιληφθεί και δεν μου ετέθη ότι υπήρξε αίτημα παραμερισμού ή άλλης διαδικασίας αμφισβήτησης της. Η απόφαση αυτή εξεδόθη στις 10.11.2011 και βέβαια η γνώση της, ως προς τους διάδικους, είναι πέραν από δεδομένη αφού τύγχαναν εκπροσώπησης. Με όση δυνατή ευρύτητα και αν αντίκρισα τις προτεινόμενες θέσεις του ενόρκως δηλούντα για ανταξίωση, συμψηφισμό ή άλλως πώς, σε σχέση με την παρούσα αγωγή στην οποία εξεδόθη εκ συμφώνου απόφαση, δεν μπορώ να θεωρήσω ο,τιδήποτε από αυτά που αναφέρει ότι αποτελούν βάσιμη στοιχειοθέτηση της έννοιας της ανταπαίτησης, του συμψηφισμού και της ανταγωγής όπως καθορίζεται στο πιο πάνω σχετικό κανονισμό. Στο σύγγραμμα Williams on Bankruptcy, 19η έκδοση, σελ.37 και 38 αναφέρονται τα εξής: «(
  1. a)On grounds of set-off, counterclaim or cross-demand The debtor must, within the time prescribed by B.R. 138 (for a notice served in England, seven days; for a notice served elsewhere, such longer time as the registrar may fix) file in court an affidavit showing with a reasonable degree of particularity the nature and amount of the set-off, etc., so as to satisfy the registrar that "sufficient cause is shown" under B.R. 139. The registrar must consider whether, in the light of the evidence adduced by either side, there is a genuine triable case of set-off, etc. (as to "genuine," vide post), which (
  2. a)is presently enforceable by action and not merely a claim which might be the subject of a set-off in the bankruptcy under section 31; (
  3. b)equals or exceeds the judgment debt; (
  4. c)could not have been set up in the action in which the judgment was obtained, or in respect of which the debtor could not have obtained, by extension of time, leave to set it up in answer to proceedings for summary judgment. If these requirements are satisfied, the registrar must set the notice aside. The Court of Appeal preferred the description "genuine" as to the nature of the set-off, to the descriptions "prima facie" or "offering a reasonable prospect of success"; no particular degree of proof can be specified, for each case must depend on its own facts, as to whether or not in principle it appears to be "genuine." To this end, therefore, the debtor must in general be entitled to adduce evidence in reply to that filed by the judgment creditor in answer to the debtor's initial affidavit. A debtor's claim in a pending Chancery action that he was entitled to a charge on property in the hands of A in priority to B was held not to be a "counterclaim, set-off or cross-demand" which would justify the setting aside of a notice issued by B on a money judgment obtained in a separate action. But the doctrine of equitable set-off is now very wide; and a husband's claim, in proceedings under the Married Women's Property Act, to recover chattels held by his wife, was held to be a "cross-demand" justifying the setting aside of a notice issued by her on a money judgment. Where a debtor, after service on him of a bankruptcy notice, took an assignment of a debt (exceeding the judgment debt) due from the judgment creditor to a firm of which the debtor was a member, and applied to set aside the notice on the ground that he had a counterclaim which he could not set up in the action in which judgment was obtained, it was held that even if he could have obtained the assignment in time to set up the counterclaim in the action, he could not have set it up as matters then stood, and the notice must be set aside. The counterclaim must be due between the debtor and his judgment creditor in the same right." Προκύπτει δε από την αμέσως επόμενη παράγραφο στο ίδιο σύγγραμμα ότι για ο,τιδήποτε πέραν από το πιο πάνω σημείο (α) θα πρέπει να γίνει αίτηση και όχι Ένορκη Δήλωση ως εν προκειμένω: «(
  5. b)On grounds other than set-off, etc. The debtor may apply by motion (i.e not by the summary affidavit procedure of B.R. 139) to set aside the notice on other grounds, e.g. irregularity, bad service, payment (or quaere legal tender) of the debt, etc.; the time limit of seven days now fixed by B.R. 138 does not apply to such applications." Είναι σημαντικό να παρατεθεί αυτό που ακολουθεί αμέσως πιο κάτω: "But the court cannot on such an application go behind the judgment and inquire into the validity of the debt, as it can in the case of a petition., A moneylender's notice cannot be disputed on the ground that, the bargain being harsh and unconscionable, the amount specified in the notice exceeds the amount actually due; but where payments by the debtor have been appropriated by the judgment creditor, in whole or in part, not in reduction of the judgment debt but in payment of extra interest or bonus, the case might be different and the bankruptcy notice might be bad." (Βλ. Re a Debtor
(1957)Ch. 381, D.C.) Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω θεωρώ ότι δεν θα μπορούσα - τουλάχιστον στο παρόν στάδιο - να ασχοληθώ με όποιο άλλο θέμα εγείρει ο Ενόρκως Δηλών, εκτός του προβαλλόμενου θέματος ανταπαίτησης, συμψηφισμού και ανταγωγής. Επανερχόμενη λοιπόν σ' αυτή την πτυχή της υπόθεσης έχω επαναθεωρήσει και επανεξετάσει τα σχετικά σημεία εκ της ένορκης δήλωσης που συναρτώνται μ' αυτό το θέμα (παρ. 7, 8, 9) και καταλήγω ότι όχι μόνον δεν δίδονται αναγκαίες λεπτομέρειες αυτών των θέσεων αλλά και υπάρχει μια εγγενής θα έλεγε κανείς ασάφεια και έλλειψη οποιουδήποτε υπόβαθρου στους σχετικούς ισχυρισμούς. Εκτός δηλαδή της τοποθέτησης ότι ο Ενόρκως Δηλών «ξεγελάστηκε» ή αθέμιτα οδηγήθηκε στο συμβιβασμό από τους δικηγόρους ως περιγράφεται ιδία στην παρ. 7 ανωτέρω, κανένα απολύτως στοιχείο δεν δίνεται για να καλύψει τις θέσεις, περί ανταπαίτησης, κ.λ.π. ως προνοείται στο σχετικό θεσμό. Η θεώρηση του Ενόρκως δηλούντα δίδεται υπό μορφή «κατάληξης» και όχι στοιχειοθέτησης ισχυρισμού. Ισχύουν πλήρως αυτά που λέχθηκαν από τον Δικαστή Νικολάου, στην υπόθεση Κυτάλα κ.α. ν. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253: «Στην προκείμενη περίπτωση η γενικότητα του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης των εφεσειόντων μοιάζει με ισχυρισμό που εκφράζει θέση και μάλιστα υπό τύπο κατάληξης. Ως εκ τούτου στερείται αξίας από άποψης αποδεικτικού υλικού εφόσον δεν εκτίθενται γεγονότα με την αναγκαία λεπτομέρεια που να παρέχει έρεισμα το οποίο να δικαιολογεί τη θέση.» Αυτό συνταιριάζεται με την εν γένει κρατούσα αντίληψη ότι απλός ισχυρισμός για μια οποιαδήποτε ανταπαίτηση, συμψηφισμό, ανταγωγή δεν αρκούν (βλ. In re Debtor
(1958)Ch. 81). Περαιτέρω θα έλεγα ότι τυγχάνει εφαρμογής και εκείνο που επισημαίνει στην αγόρευση της η κα Χριστοδουλίδου ως ισχύον με βάση την αγγλική νομολογία ότι δηλαδή για να παραμερισθεί μια ειδοποίηση πτώχευσης, στην βάση ανταπαίτησης, θα πρέπει ο χρεώστης να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει δικαίωμα για ανταπαίτηση και συμψηφισμό το oποίο να είναι effective and capable of being enforce (βλ. Williams, ανωτέρω), κάτι που εν προκειμένω δεν φαίνεται να ισχύει. Στην υπόθεση In Re A Debtor (No. 75 of 1982) ex parte the Debtor v. National Westminster Bank Plc
(1984)1 WRL 353, λέχθηκαν τα εξής σε σχέση με την απόδειξη της ανταξίωσης από τον χρεώστη: «First, the affidavit or affidavits must show that he has a cross-demand against the creditor which is genuine. To satisfy that requirement, the cross-demand, must be put forward in good faith and must have a reasonable probability of success, or, as it has also been expressed, must give rise to a triable issue. In the latter respect, there is no hard and fast rule as to the degree of proof required. It depends in each case on the particular facts and circumstances of that case. Secondly, the affidavit or affidavits must show that the cross-demand could not have been set up in the action in which the judgment relied on by the creditor was obtained. Thirdly, the affidavit or affidavits must show that the cross-demand equals or exceeds the amount of the judgment debt. For that purpose the cross-demand need not to be for a liquidated sum or even for a sum of money at all. But it must be capable of being quantified in terms of money and the affidavit or affidavits must quantify it." Από τα πιο πάνω και για τους λόγους που έχω εξηγήσει κρίνω ότι η Ένορκη Δήλωση του κ. Soboh δεν δύναται να πλήξει την ειδοποίηση πτώχευσης, η οποία παραμένει ισχύουσα. Η προθεσμία για συμμόρφωση η οποία ανεστάλη να ξεκινήσει από σήμερα. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των Πιστωτών και εναντίον του Ενόρκως Δηλούντα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................. Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΙΜ/ΞΠ Subject: Civil / Bankruptcy Jurisdiction / Final Aναφορά: Ειδοποίηση Πτώχευσης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.